ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ-ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ-ΕΝΟΧΟΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΑΠΟ ΠΡΟΘΕΣΗ-ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ ΣΕ ΓΗΠΕΔΟ ΕΝΤΟΣ ΟΙΚΙΣΜΟΥ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΑΔΕΙΟΔΟΤΗΣΗ.

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 48/2013 ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέτα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Καραμπογιά, περί αναιρέσεως της 48/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Με πολιτικώς ενάγουσα: Μ. Β. του Ι., κάτοικο ..., που παρέστη με την πληρεξουσία δικηγόρο της, Ρόδω Καββάγια-Τσατάλου.

Το Τριμελές Εφετείο Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Ιανουαρίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 154/12.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 474 παρ. 1 ΚΠΔ: "Με την επιφύλαξη της διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 473, το ένδικο μέσο ασκείται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση (ή το βούλευμα) ή στο γραμματέα του ειρηνοδικείου ή στον προϊστάμενο της προξενικής αρχής που βρίσκεται στο εξωτερικό και στην περιφέρεια των οποίων κατοικεί ή διαμένει προσωρινά ο δικαιούμενος. Αν αυτός κρατείται στη φυλακή, η δήλωση μπορεί να γίνει σε εκείνον που τη διευθύνει. Για τη δήλωση συντάσσεται έκθεση που υπογράφεται από εκείνον που την υποβάλλει ή τον αντιπρόσωπο του, (άρθρο 465 παρ. 1) και από κείνον που τη δέχεται" με τον τρόπο που ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 148 μέχρι 153 ΚΠΔ, Ειδικότερα, κατά μεν τα άρθρα 148 και 151 του ίδιου Κώδικα, έκθεση είναι το έγγραφο που συντάσσει δημόσιος υπάλληλος, ο οποίος εκπληρώνει καθήκοντα στην ποινική διαδικασία για να βεβαιώσει με ακρίβεια πράξεις που έκανε ο ίδιος, ή άλλος αρμόδιος υπάλληλος με τον οποίο συμπράττει, ή δηλώσεις τρίτων που απευθύνονται σε αυτόν, κατά δε το άρθρο 153 αυτού, η έκθεση είναι άκυρη, όταν λείπουν η χρονολογία, (εκτός αν προκύπτει με βεβαιότητα από το όλο περιεχόμενο της έκθεσης ή από άλλα έγγραφα που επαναλαμβάνονται σε αυτήν), η αναγραφή των ονομάτων και των επωνύμων και η υπογραφή των προσώπων που έχουν συμπράξει σύμφωνα με το άρθρο 150 ή που εξετάστηκαν ή ή υπογραφή του δημοσίου υπαλλήλου που συντάσσει την έκθεση. Η σύνταξη της εκθέσεως αποτελεί συστατικό τύπο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να παρακαμφθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη 48/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Βορείου Αιγαίου, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος υποβάθμισης περιβάλλοντος από πρόθεση κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, καθώς και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ΕΥΡΏ. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του προβάλλει την αιτίαση ότι το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, που υπέβαλλε σε αυτό, περί απαραδέκτου της από 4-3-2011 εφέσεως του αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Μυτιλήνης, που είχε ασκήσει κατά της αθωωτικής γι' αυτόν για την πράξη της υποβάθμισης περιβάλλοντος, με αριθμό 409/24-2-2011 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μυτιλήνης, καθόσον στην έκθεση εφέσεως δεν αναφέρεται το όνομα του ασκήσαντος το ένδικο μέσο αντεισαγγελέως, ούτε φέρει την υπογραφή και επίσημη υπηρεσιακή σφραγίδα, έτσι ώστε να καθίσταται αβέβαιο αν ασκήθηκε αρμοδίως και από ποιόν αντεισαγγελέα το ένδικο μέσο της εφέσεως. Από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, στο δικάσαν εφετείο, πριν την έναρξη εξετάσεως των μαρτύρων, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του προέβαλλε τον ισχυρισμό, που έχει κατά λέξης ως εξής: "Η έφεση με την οποία εισάγεται προς συζήτηση η παρούσα υπόθεση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη , διότι δεν αναγράφεται στη με αριθμό 13/4-3-2011 έκθεση έφεσης, που άσκησε η αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Μυτιλήνης κατά της 409/4-2-2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Μυτιλήνης, το ονοματεπώνυμό της, ούτε υπάρχει η σφραγίδα της, που δηλώνει την ιδιότητα της κατά την υπογραφή της προαναφερόμενης έκθεσης, σύμφωνα δε με την ΚΠΔ 151, την έφεση ασκεί ο εισαγγελέας και κατ'εξουσιοδότησή του η αρμόδια αντεισαγγελέας και, χωρίς έγκριση του εισαγγελέα, ο τελευταίος δεν έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση".

Όπως προκύπτει από την εν λόγω με αριθμό 13/4-3-2011 έκθεση εφέσεως, που υπάρχει στη δικογραφία, η οποία, και αυτή παραδεκτά επισκοπείται από το Δικαστήριο αυτό, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, αυτή (έκθεση εφέσεως) φέρει όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, δηλαδή τον τόπο, την ημεροχρονολογία σύνταξής της, την ιδιότητα της ασκήσασας την έφεση, αντεισαγγελέα Μυτιλήνης, καθώς επίσης το όνομα και την υπογραφή του συμπράξαντος γραμματέα. Η παράλειψη αναγραφής του ονόματος της αντεισαγγελέα, που άσκησε το ένδικο αυτό μέσο, δεν προκαλεί ακυρότητα του συστατικού τύπου της εν λόγω εκθέσεως, ενόψει του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής (ειδικά δε, όταν το ένδικο μέσο, που δικαιούται να ασκήσει ο εισαγγελέας Πλημ/κών, άσκησε ο αντεισαγγελέας Πλημ/κών, λόγω του αδιαιρέτου της εισαγγελικής αρχής, δεν είναι αναγκαίο να δηλωθεί στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου, ότι ασκεί αυτό κατά παραγγελία του προϊσταμένου του εισαγγελέα ή υπάρχει λόγος κωλύματος εκείνου -βλ. ΑΠ 577/2002 Ποιν.Δ. 2002.982-) ούτε προκαλείται σύγχυση ως προς το πρόσωπο του συμπράξαντος στην κατάρτιση της εν λόγω εκθέσεως, αφού στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Μυτιλήνης υπήρχε μία (1) μόνο οργανική θέση Αντεισαγγελέα Πρωτοδικών και τότε υπηρετούσε η πιο πάνω αντεισαγγελέας, από δε τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας, δεν υπάρχει αμφιβολία περί την ταυτότητα αυτής. Κατά συνέπεια, νόμιμα ασκήθηκε η παραπάνω έφεση και έκρινε σωστά το δικάσαν Εφετείο, που τη δέχθηκε κατά τύπους και την ερεύνησε κατ'ουσίαν. Επομένως ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που αποτελεί τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ.α'ΚΠΔ, σε συνδ. προς το άρθρ.171 του αυτού Κώδικα, λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιβάλλεται από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, να υπάρχουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, λόγω των αναφερόμενων σε αυτή παραλείψεων, με τον τρίτο δε λόγο του αυτού δικογράφου, προβάλλει επίσης την αιτίαση της εσφαλμένης ερμηνείας των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων του Ν. 1650/86, που εφαρμόστηκαν και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ.Ε' ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 28 παρ. 1 α' και 2 του Ν. 1650/1986 για την προστασία του περιβάλλοντος "με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει σης διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδομένων διαταγμάτων κλπ. Σε περίπτωση τέλεσης των εγκλημάτων της παραγράφου 1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος". Κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου "Οι Πρόεδροι Διοικητικών Συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης κ.τ.λ., έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου, που εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική άλλου φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης προστασίας του περιβάλλοντος και ειδικότερα, από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, "θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα, ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως υποβάθμιση νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: " κατά το χρονικό διάστημα από 1-10-2003, δεδομένου ότι κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα η πράξη έχει παραγραφεί, έως 31-12-2004 ο κατηγορούμενος προέβη με πρόθεση στη κατασκευή μάντρας οικοδομικών και άλλων υλικών σε γήπεδο εντός του οικισμού της ... χωρίς την απαιτούμενη περιβαλλοντική αδειοδότηση εκ των αρμόδιων αρχών, με αποτέλεσμα να θίγεται η φυσική γεωμορφολογία του χώρου και η αισθητική του οικιστικού τοπίου, γεγονός το οποίο γνώριζε ως επίπτωση της ενέργειας του και το αποδέχονταν. Ειδικότερα, στην ... η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Γ. Ο.Ε." διατηρεί επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών. Νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας αυτής και ως εκ τούτου υπεύθυνος για την τήρηση των διατάξεων που την αφορούν είναι ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος για τις ανάγκες της εμπορίας και της επιχείρησής του έχει νοικιάσει τον ακάλυπτο χώρο της όμορης επιχείρησης, ιδιοκτησίας Π.. Τα εμπορεύματα της επιχείρησης του, οικοδομικά αλλά και γεωργικά υλικά (αμμοχάλικα, μπετόν, τούβλα σε παλέτες, φελιζόλ, λιπάσματα), άλλοτε συσκευασμένα και άλλοτε ακάλυπτα, τα είχε εναποθέσει στους ακάλυπτους χώρους της επιχείρησης του. Είχε δηλαδή μετατρέψει τον ακάλυπτο χώρο της επιχείρησης του σε μάντρα οικοδομικών υλικών, χωρίς να έχει την απαιτούμενη περιβαλλοντική αδειοδότηση των αρμόδιων αρχών. Η εναπόθεση των αδρανών αυτών υλικών σε ακάλυπτο χώρο επέφερε σημαντική αισθητική υποβάθμιση της περιοχής, η οποία είναι Κατοικημένη, ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ύφους και τοπικής παραδοσιακής αισθητικής, ενώ η χρήση γης στο σημείο εκείνο προορίζεται για καταστήματα και γραφεία και αποτελεί διοικητικό κέντρο. Προκαλούσε δε οπτική ρύπανση, η οποία υποβάθμιζε το περιβάλλον με το να προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής, αφού αυτοί εξαναγκάζονταν να ζουν σε ένα περιβάλλον οπτικά αντιαισθητικό, που διατάρασσε την πολιτιστική τους κληρονομιά και τις αισθητικές αξίες της περιοχής του νησιού. Ενδεικτικό της πρόθεσης του κατηγορουμένου στην τέλεση της αποδιδόμενης σ αυτόν πράξης και της επιμονής του στην διαρκή και εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά του αποτελεί το γεγονός ότι, παρά το ότι είχε υποβάλει αίτηση για άδεια περιβαλλοντικών επιπτώσεων της επιχείρησης του η οποία απορρίφθηκε, ως αντικείμενη στις οικιστικές διατάξεις, (βλ. κατάθεση 2ης μάρτυρος, Προϊσταμένης τμήματος περιβάλλοντος Πολεοδομίας) και μάλιστα επανειλημμένα, εν τούτοις η απόρριψη των αιτήσεων του, η έλλειψη αδειοδότησης, οι επισημάνσεις και παρατηρήσεις της Διοίκησης και τα επιβληθέντα πρόστιμα, δεν τον απέτρεψαν από το να εξακολουθεί να εναποθέτει οικοδομικά υλικά στον ακάλυπτο χώρο του. Τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις αναγνωσθείσες φωτογραφίες, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο και κυρίως από όλα ανεξαιρέτως τα δημόσια έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο. Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι η υπαίθρια αποθήκευση δεν αποτελεί ρύπανση του περιβάλλοντος, υπό την έννοια του ν.1650/1986, καθώς και ότι η αισθητική υποβάθμιση δεν αποτελεί υποβάθμιση του περιβάλλοντος και πάντως είναι υποκειμενική, δεν ευσταθεί και κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στις παραπάνω νομικές σκέψεις της παρούσας, όπου επιλαμβάνεται η διοίκηση με πράξεις της, προκειμένου να εγκρίνει τη λειτουργία εγκαταστάσεων, ως προϋπόθεση της νομιμότητας της λειτουργίας τους, λόγω της επίπτωσης στο περιβάλλον, φυσικό ή οικιστικό, δεν μπορεί να γίνει λόγος για υποκειμενικότητα στην αισθητική. Η κρίση δε αυτή για την υποβάθμιση δεν προϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες, γιατί αφορά την αισθητική παρουσία του περιβάλλοντος χώρου, η οποία κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες. Το γεγονός δε της υποβάθμισης του περιβάλλοντος της περιοχής γνώριζε ο κατηγορούμενος και το αποδέχθηκε (ΑΠ 1521/2004). Επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, διότι από την εναπόθεση των υλικών στον ακάλυπτο χώρο της επιχείρησης, για την οποία αυτός είναι υπεύθυνος, προκλήθηκε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο αισθητική ρύπανση, γεγονός που υποβάθμιζε το φυσικό περιβάλλον της περιοχής της επιχείρησης του, καθώς επηρεαζόταν δυσμενώς η ποιότητα ζωής των κατοίκων της". Στη συνέχεια, το άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχο (κατά πλειοψηφία) τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της παραπάνω αξιόποινης πράξεως και ειδικότερα, του ότι: "στην ... κατά το χρονικό διάστημα προ της 1-12-2004 σε μη επακριβώς προσδιορισθέντα χρονικά σημεία με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος υποβάθμισε το περιβάλλον και ειδικότερα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "ΑΦΟΙ Γ. Ο.Ε." προέβη στη κατασκευή μάντρας οικοδομικών και άλλων υλικών σε γήπεδο εντός του οικισμού της ... χωρίς την απαιτούμενη περιβαλλοντική αδειοδότηση εκ των αρμοδίων αρχών με αποτέλεσμα να θίγεται η φυσική γεωμορφολογία του χώρου και η αισθητική του τοπίου." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98 ΠΚ και 1, 2, 3, 28 παρ.1β' Ν.1650/1986, σε συνδ. με ΥΑ 59388/3363/24-8-08 (ΦΕΚ 638 Β'), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Βορείου Αιγαίου τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα- απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ειδικότερα αναφέρεται η πράξη της ρύπανσης περιβάλλοντος με πρόθεση στην οποία προέβη εξακολουθητικά με την ιδιότητά του ως νόμιμος εκπρόσωπος της παραπάνω εταιρίας ο κατηγορούμενος-αναφέρεται επίσης στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της, ότι η εναπόθεση των αδρανών υλικών στον παραπάνω χώρο επέφερε σημαντική αισθητική υποβάθμιση της περιοχής, η οποία είναι κατοικημένη, ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ύψους και τοπικής παραδοσιακής αισθητικής, προκαλούσε δε οπτική ρύπανση η οποία υποβάθμιζε το περιβάλλον με το να προκαλεί αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής. Επίσης, για την πρόθεση του κατηγορουμένου εκτίθεται ότι ενδεικτικό της επιμονής του στη διαρκή και εξακολουθητική παράνομη συμπεριφορά του, αποτελεί το γεγονός ότι, παρά το ότι είχε υποβάλλει αίτηση για άδεια περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων της επιχείρησής του, η οποία απορρίφθηκε, ως αντικείμενη στις οικιστικές διατάξεις και μάλιστα επανειλημμένα, παρ' όλα αυτά, η απόρριψη των αιτήσεών του, η έλλειψη αδειοδότησης, οι επισημάνσεις και παρατηρήσεις της Διοίκησης και τα επιβληθέντα πρόστιμα, δεν τον απέτρεψαν από το να εξακολουθεί να εναποθέτει οικοδομικά υλικά στον ακάλυπτο χώρο του. Ενόψει των όσων παραπάνω και στην αρχή, περί της έννοιας της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, έχουν εκτεθεί, είναι αβάσιμη η αντίθετη αιτίαση αυτού ότι η παραπάνω πράξη του δεν εμπίπτει στην έννοια της ρύπανσης περιβάλλοντος, κατά το Ν. 1650/86. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος, λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.

Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ, 583 παρ.1). Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν υπέρ της παραστάσας στο Δικαστήριο αυτό δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, πολιτικώς ενάγουσας, διότι στο δικάσαν Εφετείο είχε απορριφθεί η παράστασή της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Ιανουαρίου 2012 (υπ' αριθμ. πρωτ. 1/2012 ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αιγαίου), αίτηση του Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμό 48/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Βορείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΡΥΠΑΝΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ-ΕΛΕΙΠΗΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ-ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΡΥΠΩΝ ΜΕ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗ ΕΥΕΞΙΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ-ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ-ΕΠΙΚΥΝΔΙΝΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ-ΕΛΕΙΨΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑΣ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 911/2013 ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βιολέττα Κυτέα, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά-Εισηγήτρια και Δήμητρα Λεοντάρη-Μπουρνάκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Κανελλόπουλο (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1.. Δ. του Σ. και 2. Κ. Π. του Γ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 584/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8 Οκτωβρίου 2012 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1130/2012.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 10/10/2012 με χωριστά δικόγραφα ασκηθείσες αιτήσεις αναιρέσεως των Ι. Δ. και Κ. Π. κατά της 584/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να συνεκδικασθούν ως συναφείς.

Κατά το άρθρο 28 παρ.1 εδ.α και β, 2 και 5 του Ν. 1650/1986, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και με χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη, που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων, ή ασκεί δραστηριότητα η επιχείρηση χωρίς την απαιτούμενη, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού άδεια ή έγκριση και υποβαθμίζει το περιβάλλον, ενώ κατά την παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου, σε περιπτώσεις δε τέλεσης των εγκλημάτων της παραγράφου 1 από αμέλεια, επιβάλλεται φυλάκιση μέχρι ένα έτος. Οι πρόεδροι των διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιριών, οι διαχειριστές εταιριών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν τη διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί, ανεξάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλου φυσικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου ως "περιβάλλον" νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. "Ρύπανση" δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως "υποβάθμιση" νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανόν να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες". "Προστασία του περιβάλλοντος" είναι "το σύνολο των ενεργειών, μέτρων και έργων που έχουν στόχο την πρόληψη της υποβάθμισης του περιβάλλοντος ή την αποκατάσταση, διατήρηση ή βελτίωσή του". "Φυσικοί πόροι" είναι "κάθε στοιχείο του περιβάλλοντος που χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο για την ικανοποίηση των αναγκών του και αποτελεί αξία για το κοινωνικό σύνολο". "Απόβλητα" είναι "κάθε ποσότητα ρύπων (ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας) σε οποιαδήποτε φυσική κατάσταση ή αντικειμένων από τα οποία ο κάτοχος τους θέλει ή πρέπει ή υποχρεούται να απαλλαγεί, εφόσον είναι δυνατό να προκαλέσουν ρύπανση". "Ουσίες" είναι "χημικά στοιχεία και οι ενώσεις τους, όπως παρουσιάζονται στη φυσική τους κατάσταση ή όπως παράγονται δευτερογενώς". "Επικίνδυνες ουσίες ή παρασκευάσματα" είναι "οι ουσίες ή τα παρασκευάσματα που είναι τοξικές, διαβρωτικές, ερεθιστικές, εκρηκτικές, εύφλεκτες, καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, ραδιενεργές ή άλλες ουσίες που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν την καύση, να αλλοιώνουν την φυσική κατάσταση του νερού, του εδάφους ή του αέρα και να προσβάλλουν δυσμενώς τον άνθρωπο και όλα τα άλλα έμβια όντα καθώς και το φυσικό περιβάλλον". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 και 28 του Ν. 1650/1986 προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μεικτού εγκλήματος της ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος, πρέπει να διαπιστωθεί η ύπαρξη "ρυπάνσεως" ή "υποβαθμίσεως" του περιβάλλοντος, κατά την έννοια που προσδίδουν στους όρους αυτούς οι διατάξεις του άρθρου 2 και δεν αρκεί η μη συμμόρφωση στις, δια την συγκεκριμένη βιομηχανική εγκατάσταση, εγκριθείσες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους εγκριθέντες Περιβαλλοντικούς όρους (ΕΠΟ). Επιπλέον, η περί ρυπάνσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος γνωμάτευση διατυπούται από ειδικούς, οι οποίο ορίζονται και γνωματεύουν με βάση τις κείμενες διατάξεις και δεν αφίεται στην αντίληψη του "μέσου κοινωνικού ανθρώπου". Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 11, 25 και 26 του Ν. 1650/1986, καθορίζουν ή παραπέμπουν σε Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις τις αρμόδιες αρχές για την διεξαγωγή των περιβαλλοντικών επιχειρήσεων, για τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας της ατμόσφαιρας, για τις μεθόδους δειγματοληψίας και ανάλυσής τους, για την προστασία του εδάφους, ιδίως από επικίνδυνα απόβλητα, και για τον Ενιαίο Φορέα Περιβάλλοντος (Ε.Φ.Ο.Π.), ο οποίος μεταξύ άλλων καθορίζει σε Εθνικό επίπεδο, τις οριακές τιμές παραμέτρων ποιότητας περιβάλλοντος και τις οριακές τιμές αποβλήτων και τα κλιμάκια ποιότητας περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ). Ειδικά για τα επικίνδυνα απόβλητα ισχύει η Κοινή Υπουργική Απόφαση 13588/725/2006, με την οποία καθορίζονται οι οριακές τιμές εκπομπής παντός είδους επικίνδυνων αποβλήτων. Δηλαδή, ρύπανση του περιβάλλοντος, δεν συνιστούν οι σύμφυτοι με την λειτουργία της συγκεκριμένης βιομηχανικής εγκαταστάσεως, εκπεμπόμενοι συνήθεις ρύποι, αλλά οι ρύποι οι οποίοι κατά το άρθρο 2 "εκ της ποσότητας", συγκεντρώσεως και διάρκειας αυτών είναι δυνατόν "να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία κατά την "φυσική, διανοητική και κοινωνική ευεξία του ατόμου ή του συνόλου του πληθυσμού" ή στους "ζωντανούς οργανισμούς" και τα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Και περαιτέρω, για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απαιτείται "ρύπανση" υπό την προαναφερθείσα έννοια ή "οποιαδήποτε άλλη μεταβολή στο περιβάλλον... κτλ", όπως κατά τα άνω ορίζει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 1650/1986. Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ 1 στοιχ.Δ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που στη συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμόστηκε. Η αιτιολογία της αποφάσεως παραδεκτά συμπληρώνεται με το διατακτικό με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Περαιτέρω, υπάρχει εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως της απόφασης, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της όταν η απόφαση δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό ή στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, το κατ' έφεση δίκασαν Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη 584/2012 απόφασή του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για εκ προθέσεως υποβάθμιση περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση και επέβαλε στον καθένα ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία χρόνια. Για να καταλήξει στην καταδικαστική αυτή κρίση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι από την ακροαματική διαδικασία και τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Στη βιομηχανική περιοχή (ΒΙΠΕ) ... η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GREEN OIL", εκμεταλλεύεται βιομηχανική μονάδα ανάκτησης, αποθήκευσης, παραγωγής και εμπορίας ορυκτελαίων, γράσων και πετρελαιοειδών, καθώς και ανακύκλωσης χρησιμοποιουμένων ορυκτελαίων και πετρελαϊκών καταλοίπων, η οποία λειτουργεί βάσει της με αριθμό 748/ΔΒΕ/Φ 14.3/34/22/6/2000 απόφασης χορήγησης σχετικής άδειας του Νομάρχη Έβρου. Στην εταιρία αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος Ι. Δ. είναι Πρόεδρος του ΔΣ και ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Π. Αντιπρόεδρος του ΔΣ, ασκούντες αμφότεροι ουσιαστική διοίκηση. Ως εκ τούτου είναι και οι δύο υπεύθυνοι για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Με τις υπ' αριθμ. 32025/21/8/1996 ΚΥΑ και 144093/26/11/2007 ΚΥΑ αποφάσεις της Δ/νσης ΕΑΡΘ Τμ. Βιομηχανιών ΥΠΕΧΩΔΕ (ΕΠΟ), εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την λειτουργία της βιομηχανικής μονάδας, η τήρηση των οποίων ήταν απαραίτητη προς αποτροπή της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Εν τούτοις, στις 10-2-2005, 15-3-2005, 2-5-2006, 22-6-2007, 8-7-2008, 19-7-2008, 6-8-2008 αλλά και σε άλλες αδιακρίβωτες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος, από 10-2-2005 έως 6-8-2008, κατά τη λειτουργία της ανωτέρω μονάδας από τις εγκαταστάσεις της παραπάνω επιχείρησης, στην ατμόσφαιρα αέριοι ρύποι, υπήρχαν διαρροές υγρών αποβλήτων από τα βαρέλια αποθήκευσης, εντός και εκτός του γηπέδου της εγκατάστασης και διαπιστώθηκε ενταφιασμός υγρών απόβλητων της μονάδας (απόβλητα στυρενίου, τασιενεργών, εξουδετερωμένης όξινης ιλύος, στερεά υπολείμματα φιλτρόπρεσσας), χωρίς την απαιτούμενη άδεια διάθεσης για την ταφή των αποβλήτων αυτών στο χώρο του εργοστασίου, με αποτέλεσμα από όλα τα παραπάνω να προκαλείται έντονη δυσοσμία στην ευρύτερη περιοχή. Οι προηγούμενες εκπομπές και δυσοσμίες θα περιορίζονταν στο ελάχιστον, εάν οι κατηγορούμενοι υπό την ανωτέρω ιδιότητά τους (α), σχετικά με τον έλεγχο και τη διάθεση των αερίων ρύπων που εκπέμπονταν από τις εγκαταστάσεις της παραπάνω επιχείρησης, διενεργούσαν μετρήσεις για τα αιωρούμενα σωματίδια και τις πτητικές οργανικές ενώσεις (VOCs) που εκπέμπονταν από τον καυστήρα, ο οποίος χρησιμοποιεί ως καύσιμο τις εξατμίσεις που προέρχονται από τις αεραντλίες κενού, τα αποτελέσματα των οποίων πρέπει να καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτ/σης, πραγματοποιούσαν αναλύσεις ποιότητας των χρησιμοποιούμενων καυσίμων ιδιοκατανάλωσης και ελάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή δυσοσμιών στο περιβάλλον, σύμφωνα με τους υπ' αριθμ., 4.1.4, 4.1.7 και 4.1.8 όρους, της ΕΠΟ 144093/26-11-2007 και 4.1.2 και 4.14 της ΕΠΟ 32025/21-8-1996, β) σχετικά με τη διάθεση των υγρών αποβλήτων του παραπάνω εργοστασίου, φρόντιζαν ώστε να μην υπάρχουν διαρροές επί του εδάφους και επί των ασφαλτοστρωμένων χώρων της εγκατάστασης, σύμφωνα με τον υπ' αριθμ. 4.1.8 όρο, της ΕΠΟ 144093/26-11-2007, εφάρμοζαν την καταγραφή των παραγόμενων στερεών αποβλήτων, σύμφωνα με τον όρο 4.3.4 της παραπάνω ΕΠΟ, πραγματοποιούσαν αναλύσεις της ποιότητας των επεξεργασμένων αποβλήτων, τηρούσαν βιβλίο καταγραφής των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, καθώς και ημερολόγιο συντήρησης-ελέγχου, σύμφωνα με τα άρθρα 4.2.9 και 10 της παραπάνω ΕΠΟ, γ) σχετικά με τη αποθήκευση και διαχείριση της εγκατάστασης διέθεταν την απαιτούμενη άδεια διάθεσης για την ταφή των αποβλήτων αυτών στο χώρο του εργοστασίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΚΥΑ 50910/2003 και δ) σχετικά με την αποθήκευση και διαχείριση της εγκατάστασης, διέθεταν για τις εισαγωγές των Αποβλήτων Λιπαντικών Ελαίων (Α.Λ.Ε.) άδεια διασυνοριακής μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων, σύμφωνα με το άρθρο 7 της ΚΥΑ 13588/725/2006 και του κεφαλαίου 1.3 του παρ/ματος της ΚΥΑ 24944/1159/06, φρόντιζαν ώστε η παραπάνω βιομηχανική μονάδα να είναι συμβεβλημένη με εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης Α.Λ.Ε. σύμφωνα με τον όρο 4.4.22 της ισχύουσας Ε.Π.Ο., συμπλήρωναν τα ειδικά έντυπα αναγνώρισης αποβλήτων κατά τη συλλογή και διάθεση των Α.Λ.Ε. και πραγματοποιούσαν ελέγχους για τη διαπίστωση παρουσίας ΡCB/ΡCΤ και άλλων χλωριωμένων υδρογονανθράκων στις ποσότητες των ΑΛΕ που συλλέγονται από την ίδια την επιχείρηση, καθώς και στα παραγόμενα προϊόντα και τηρούσαν σχετικά αρχεία, σύμφωνα με τους όρους 4.4.2 και 4.4.3. της ισχύουσας Ε.Π.Ο., ενέργειες που δεν πραγματοποιήθηκαν εν γνώσει, των κατηγορουμένων κατά τους επίδικους χρόνους. Οι κάτοικοι της περιοχής αυτής υφίσταντο τη δυσοσμία από την εκπομπή των αερίων ρύπων στην ατμόσφαιρα, τη διαρροή των υγρών αποβλήτων εδάφους και την ταφή των αποβλήτων αυτών στο χώρο του εργοστασίου, η οποία ανάλογα με τις μετεωρολογικές συνθήκες γινόταν κατά περιόδους εντονότερη. Η δυσοσμία αυτή υποβάθμιζε το περιβάλλον με το να προκαλεί αρνητικές στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής αυτής και είναι πιθανό να είχε βλαπτικές συνέπειες και στην υγεία τους, αφού αυτοί εξαναγκάζονται να ζουν σε ένα περιβάλλον ανθυγιεινό και οπτικά αντιαισθητικό. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, διότι από την λειτουργία της βιομηχανικής μονάδας, για την οποία αυτοί είναι συνυπεύθυνοι, προκλήθηκε κατά τους προαναφερόμενους χρόνους ρύπανση με την έκλυση δυσάρεστων οσμών, γεγονός που υποβάθμιζε το φυσικό περιβάλλον της περιοχής της βιομηχανικής μονάδας της περιοχής του ... καθώς επηρεαζόταν δυσμενώς η υγεία και η ποιότητα ζωής των κατοίκων. Η κρίση αυτή για την υποβάθμιση δεν προϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ως άνω κατηγορούμενοι, γιατί αφορά την αισθητική παρουσία του περιβάλλοντος χώρου, η οποία κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και βιώνει ανάλογες συνθήκες, ούτε προϋποθέτει σχετικές δειγματοληψίες, εφόσον μάλιστα όπως κατέθεσαν οι μάρτυρες, δεν υπήρχε τότε στην περιοχή το κατάλληλο όργανο. Το γεγονός δε της υποβάθμισης του περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής σαφώς γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, ως συνυπεύθυνοι της λειτουργίας του εργοστασίου, και το αποδέχθηκαν. Εφόσον, όμως, οι κατηγορούμενοι έως την τέλεση των άνω εγκλημάτων έζησαν έντιμη ατομική, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική ζωή και δεν καταδικάστηκαν με οποιαδήποτε ποινή πρέπει να αναγνωριστεί σ' αυτούς το ελαφρυντικό του άρθρου 84§2α Π.Κ., καθώς και της περιπτώσεως 84§2δ, καθόσον οι κατηγορούμενοι, επέδειξαν ειλικρινή μεταμέλεια (εκσυγχρόνισαν τον εργοστάσιό τους και έπαυσαν πλέον οι οσμές και η ρύπανση περιβάλλοντος, όπως κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες). Ακολούθως, το δικαστήριο, κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι "Στην ΒΙΠΕ ... στις 10-2-2005, 15-3-2005, 2-5-2006, 22-6-2007, 8-7-2008, 19-7-2008, 6-8-2008 αλλά και σε άλλες αδιακρίβωτες ημερομηνίες του χρονικού διαστήματος, από 10-2-2005 έως 6-8-2008, ενεργώντας από κοινού, κατόπιν συναποφάσεως, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με πρόθεση, ο μεν 1ος κατηγορούμενος (Δ. Ι.) ως πρόεδρος και ο β' κατηγορούμενος (Π. Κ.) ως αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GREEN OIL" η οποία είναι βιομηχανία ανάκτησης, αποθήκευσης, παραγωγής και εμπορίας ορυκτελαίων γράσων και πετρελαιοειδών, καθώς και ανακύκλωσης χρησιμοποιημένων ορυκτελαίων και πετρελαϊκών καταλοίπων, ασκώντας την παραπάνω δραστηριότητα και όντας υπόχρεοι ως εκ των ανωτέρω ιδιοτήτων τους να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος, δεν συμμορφώθηκαν με τις διατάξεις αυτές και προκάλεσαν υποβάθμιση περιβάλλοντος, σε τέτοια ένταση και διάρκεια, που απέφεραν αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα ζωής των περιοίκων και ειδικότερα, με τις ως άνω ιδιότητές τους, σε αδιακρίβωτους χρόνους εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος, με πρόθεση παραβίασαν τις εγκεκριμένες Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) της παραπάνω βιομηχανικής μονάδας, οι οποίες είχαν εγκριθεί δυνάμει των υπ' αριθμ. 32025/21-8-1996 ΚΥΑ και 144093/26-11-2007 ΚΥΑ, αποφάσεων της Δ/νσης ΕΑΡΘ Τμ. Βιομηχανιών ΥΠΕΧΩΔΕ, (ΕΠΟ), Α) σχετικά με τον έλεγχο και τη διάθεση των αερίων ρύπων που εκπέμπονταν από τις εγκαταστάσεις της παραπάνω επιχείρησης, καθόσον δεν διενεργούσαν μετρήσεις για τα αιωρούμενα σωματίδια και τις πτητικές οργανικές ενώσεις (VOCs) που εκπέμπονταν από τον καυστήρα, ο οποίος χρησιμοποιεί ως καύσιμο τις εξατμίσεις που προέρχονται από τις αεραντλίες κενού, τα αποτελέσματα των οποίων πρέπει να καταχωρούνται σε ειδικό βιβλίο θεωρημένο από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτ/σης, δεν πραγματοποιούσαν αναλύσεις ποιότητας των χρησιμοποιούμενων καυσίμων ιδιοκατανάλωσης και δεν ελάμβαναν τα κατάλληλα μέτρα για την αποφυγή δυσοσμιών στο περιβάλλον, κατά παράβαση των υπ' αριθμ, 4.1.4, 4.1.7 και 4.1.8 όρων, της ΕΠΟ 144093/26-11-2007 και 4.1.2 και 4.14 της ΕΠΟ 32025/21-8-1996, με αποτέλεσμα να διαφεύγουν στην ατμόσφαιρα αέριοι ρύποι και να προκαλείται έντονη δυσοσμία στην ευρύτερη περιοχή, η οποία υποβάθμιζε τη ζωή των κατοίκων της περιοχής. Β) Σχετικά με τη διάθεση των υγρών αποβλήτων του παραπάνω εργοστασίου, όπου δεν φρόντιζαν ώστε να μην υπάρχουν διαρροές επί του εδάφους και επί των ασφαλτοστρωμένων χώρων της εγκατάστασης, με αποτέλεσμα να υφίστανται τέτοιες διαρροές από τα βαρέλια αποθήκευσης, εντός και εκτός του γηπέδου της εγκατάστασης, οι οποίες προκαλούσαν έντονες δυσοσμίες στην ευρύτερη περιοχή, κατά παράβαση του όρου 4.1.8 της ΕΠΟ 144093/26-11-2007 και να προκαλείται κίνδυνος ρύπανσης υπεδάφους και των υπογείων υδάτων, δεν εφάρμοζαν την καταγραφή των παραγόμενων στερεών αποβλήτων, κατά παράβαση του όρου 4.3.4 της παραπάνω ΕΠΟ, δεν πραγματοποιούσαν αναλύσεις της ποιότητας των επεξεργασμένων αποβλήτων, δεν τηρούσαν βιβλίο καταγραφής των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, καθώς και ημερολόγιο συντήρησης-ελέγχου, κατά παράβαση των άρθρων 4.2.9 και 10 της παραπάνω ΕΠΟ. Γ) Σχετικά με την αποθήκευση και διαχείριση της εγκατάστασης ενταφίασαν υγρά απόβλητα της μονάδας (απόβλητα στυρενίου, τασιενεργών, εξουδετερωμένης όξινης ιλύος, στερεά υπολείμματα φιλτρόπρεσσας), χωρίς να διαθέτουν την απαιτούμενη άδεια διάθεσης για την ταφή των αποβλήτων αυτών στο χώρο του εργοστασίου, σύμφωνα με το άρθρο 8 της ΚΥΑ 50910/2003, και Δ) σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων λιπαντικών ελαίων, καθόσον δεν διέθεταν για τις εισαγωγές των Αποβλήτων Λιπαντικών Ελαίων (Α.Λ.Ε.) άδεια διασυνοριακής μεταφοράς επικίνδυνων αποβλήτων, κατά παράβαση του άρθρου 7 της ΚΥΑ 13588/725/2006 και του κεφαλαίου 1.3 του παρ/ματος της ΚΥΑ 24944/1159/06, δεν φρόντισαν ώστε η παραπάνω βιομηχανική μονάδα να είναι συμβεβλημένη με εγκεκριμένο σύστημα εναλλακτικής διαχείρισης Α.Λ.Ε. κατά παράβαση του όρου 4.4.22 της ισχύουσας Ε.Π.Ο., δεν συμπλήρωναν τα ειδικά έντυπα αναγνώρισης αποβλήτων κατά τη συλλογή και διάθεση των Α.Λ.Ε. και δεν πραγματοποιούσαν ελέγχους για τη διαπίστωση παρουσίας PCB/PCT και άλλων χλωριωμένων υδρογονανθράκων στις ποσότητες των ΑΛΕ που συλλέγονται από την ίδια την επιχείρηση, καθώς και στα παραγόμενα προϊόντα και δεν τηρούσαν σχετικά αρχεία, κατά παράβαση των όρων 4.4.2 και 4.4.3. της ισχύουσας Ε.Π.Ο., προκαλώντας υποβάθμιση του περιβάλλοντος".

Με τις παραδοχές όμως αυτές η αιτιολογία της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, όπως επιβάλλεται από το Σύνταγμα και το νόμο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τούτο γιατί: 1) τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό δεν αναφέρεται ποία διάταξη νόμου ή ποίο κατ' εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέν διάταγμα ή Υπουργική ή Νομαρχιακή απόφαση, καθορίζει τα ανώτατα για την περίπτωση όρια ρύπων, καθώς και ο τρόπος, η μέθοδος μετρήσεως αυτών, αλλά και η αρμόδια αρχή, η οποία διενεργεί τις μετρήσεις, 2) διότι όχι μόνον δεν αναφέρονται τα ανώτατα επίπεδα ρυπάνσεως, η παραβίαση των οποίων συνιστά "ρύπανση", αλλά δεν προσδιορίζονται παντελώς επίπεδα των προκληθέντων ρύπων "κατά ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια" στο περιβάλλον της περιοχής, από τα οποία συγκεκριμένα επίπεδα θα ήταν δυνατόν να προκληθούν "αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στο οικοσύστημα ή υλικές ζημίες και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του", ώστε συντρεχουσών όλων αυτών των προϋποθέσεων να υπάρξει "ρύπανση", όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 2 του Ν. 1650/1986, 3) διότι υπάρχει ουσιώδης αντίφαση ως προς την παραδοχή του είδους της ρύπανσης και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, καθόσον ενώ δέχεται ότι "οι κάτοικοι της περιοχής αυτής υφίσταντο τη δυσοσμία από την εκπομπή των αερίων ρύπων στην ατμόσφαιρα, την διαρροή των υγρών αποβλήτων εδάφους και την ταφή των αποβλήτων στο χώρο του εργοστασίου" και ότι "προκλήθηκε ρύπανση με την έκλυση δυσάρεστων οσμών, γεγονός που υποβάθμιζε το φυσικό περιβάλλον της περιοχής της βιομηχανικής μονάδας της περιοχής του .....", εν τούτοις αντιφατικώς δέχεται ότι η ρύπανση αυτή και η εντεύθεν υποβάθμιση του περιβάλλοντος ήταν "αισθητική", δεχθέν αυθαιρέτως ότι για την μέτρηση της ρύπανσης αυτής "δεν απαιτούνται τεχνικοί κανόνες αλλά η σχετική περί υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος κρίση διαμορφώνεται σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες, ούτε προϋποθέτει σχετικές δειγματοληψίες, αφού μάλιστα στην περιοχή τότε δεν υπήρχε και το "κατάλληλο όργανο", η έλλειψη του οποίου σημειωτέον δεν αποτελεί αιτιολογία, 4) διότι ούτε η παραδοχή της "υποβάθμισης" του περιβάλλοντος αιτιολογείται, αφού κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του Ν. 1650/1986 "υποβάθμιση" είναι "η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες", στην προσβαλλόμενη όμως απόφαση δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά, ούτε με βάση αυτά αναπτύσσονται σκέψεις, ώστε να αιτιολογείται η πιθανότητα αρνητικών επιπτώσεων στους τομείς αυτούς, από την λειτουργία της συγκεκριμένης βιομηχανικής εγκατάστασης, 5) διότι, ειδικά για τα επικίνδυνα απόβλητα, δεν αναφέρονται οι οριακές τιμές περιεκτικότητας επικινδύνων ουσιών, όπως προσδιορίζονται από το παράρτημα 1 και το κεφάλαιο 13 της άνω 13588/725/2006 Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως και κατά πόσο αυτές παραβιάστηκαν, 6) διότι δεν αναφέρεται αν οι εγκεκριμένες μελέτες περιβαλλοντικών όρων και γενικά αν οι εγκριθέντες περιβαλλοντικοί όροι, οι οποίοι τέθηκαν για τη λειτουργία της συγκεκριμένης βιομηχανικής εγκατάστασης, προσδιορίζουν ποσοτικώς και ποιοτικώς τα ανώτατα επιτρεπόμενα επίπεδα ρυπάνσεως και αν αυτά παραβιάστηκαν και κατά πόσο, 7) τέλος, η μη συμμόρφωση των κατηγορουμένων στις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) ή στους Εγκεκριμένους Περιβαλλοντικούς Όρους (ΕΠΟ), όπως η μη διενέργεια μετρήσεων για τα αιωρούμενα σωματίδια και τις πτητικές οργανικές ενώσεις, η μη πραγματοποίηση αναλύσεων ποιότητας των χρησιμοποιουμένων καυσίμων ιδιοκατανάλωσης, η μη καταγραφή των παραγομένων στερεών αποβλήτων, η έλλειψη άδειας για την ταφή των αποβλήτων, η μη συμπλήρωση ειδικών εντύπων αναγνώρισης αποβλήτων και όλες οι άλλες παραλείψεις που αναφέρονται στο αιτιολογικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτές καθ' εαυτές, χωρίς να συνδέονται με την δημιουργία απαγορευμένων ρύπων, δηλαδή ρύπων καθ' υπέρβαση των επιτρεπομένων ορίων, δεν στοιχειοθετούν ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσία βάσιμος, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, κοινός και των δύο αναιρέσεων λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα του άλλου λόγου αναιρέσεως. Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων παραγράφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημ/των είναι πέντε έτη, αρχομένη από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη. Η προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και ώσπου να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν από τρία έτη για τα πλημ/τα. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1β, 370 εδ.β και 511 του ΚΠΔ( όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 παρ, 5 του Ν. 3160/2003), προκύπτει ότι η παραγραφή ως θεσμός δημοσίας τάξεως, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ειδικότερα δε ο ’ρειος Πάγος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωσή της, αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί και ένας λόγος αναιρέσεως βάσιμος, όπως επί του προκειμένου, οφείλει, αυτεπαγγέλτως, να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδ. β του ΚΠΔ (ΑΠ 170/2012, ΑΠ 696/2010, ΑΠ 174/2010). Περαιτέρω, επί κατ' εξακολούθηση τελεσθέντος εγκλήματος, οι μερικότερες πράξεις διατηρούν την αυτοτέλειά τους.

Στην προκειμένη περίπτωση οι μερικότερες πράξεις της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης περιβάλλοντος κατ' εξακολούθηση, για την οποία καταδικάστηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, και η οποία φέρει τον χαρακτήρα πλημ/τος, φέρονται ότι τελέστηκαν την 10/2/2005, την 15/3/2005 (την 2/5/2006, 22/6/2007, 8/7/2008, 19/7/2008 και 6/8/2008) και σε άλλες αδιακρίβωτες ημερομηνίες εντός του χρονικού αυτού διαστήματος από 10/2/2005 έως 6/8/2008. Επομένως, το αξιόποινο των μερικότερων αυτών πράξεων που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, εξαλείφθηκε με την παραγραφή, αφού από τον χρόνο τελέσεώς τους ως άνω μέχρι την ημερομηνία δημοσιεύσεως της παρούσας απόφασης), παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν των οκτώ ετών, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου της τριετούς αναστολής.

Συνεπώς, αφού η κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και περιέχουν, κατά τα παραπάνω, σαφή, ορισμένο και βάσιμο λόγο αναιρέσεως, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων για τις ως άνω μερικότερες πράξεις της αξιόποινης πράξης της ρύπανσης περιβάλλοντος, ενώ για τις μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 584/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Παύει οριστικά την κατά των αναιρεσειόντων- κατηγορουμένων Ι. Δ. του Σ. και Κ. Π. του Γ., ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, για τις μερικότερες πράξεις της κατ' εξακολούθηση ρύπανσης περιβάλλοντος, που φέρεται ότι τέλεσαν στην Βιομηχανική περιοχή ... την 10/2/2005, την 15/3/2005 και σε άλλες αδιακρίβωτες ημερομηνίες εντός του χρονικού αυτού διαστήματος από 10/2/2005 έως και τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση για τις μη παραγραφείσες μερικότερες πράξεις για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΛΟΓΩ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ ΚΤΙΣΜΑΤΟΣ-ΑΞΙΑ ΕΡΓΟΥ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ ΚΤΙΣΜΑΤΟΣ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΑΥΤΗΣ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 2196/2008 ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αλέξανδρο Νικάκη (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Θεοδώρα Γκοίνη, Ανδρέα Τσόλια (ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Απριλίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαγουδάκη, περί αναιρέσεως της 621/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 134/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την παρ. 8α του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας. Συνεπώς για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται, εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη και ανέγερση απ' αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τα στοιχεία αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σύρου, που δίκασε ως Εφετείο, δέχτηκε, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των αναφερομένων στην απόφασή του αυτή κατ' είδος αποδεικτικών μέσων τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, ως ιδιοκτήτης κτίσματος που ανήγειρε στη θέση ....., δυνάμει της ..... οικοδομικής αδείας της Πολεοδομίας Κυκλάδων, την 1-11-2001, προέβη στην κατασκευή ισογείων χώρων αντί υπογείων, που προβλέπονταν από την παραπάνω άδεια, κατά παράβασή της και επομένως πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι "στην περιοχή ....., την 1 Νοεμβρίου 2001, επί ακινήτου κειμένου εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος επ' αυτού και συγκεκριμένα προέβη στην κατασκευή ισογείου χώρου καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμό ..... οικοδομικής αδείας, όπου προβλέπονταν υπόγειο, χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής".

Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του για τη συνδρομή των στοιχείων της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της παραβιάσεως του άρθρου 17 παρ. 1 και 8α του Ν. 1337/1983, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και από τις οποίες πείσθηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στις ως άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε και τις οποίες έτσι ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε ως προς το κεφάλαιο περί ενοχής. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις-λόγους αναιρέσεως πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από την προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο παραβάσεως της ως άνω διατάξεως του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983 από δόλο, αφού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο επιτρεπτά συμπληρώνει το αιτιολογικό, διαλαμβάνεται ότι "ηθελημένα προέβη στην ανέγερση αυθαιρέτου κτίσματος...". Η αναφορά στην περί επιμετρήσεως της ποινής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ άλλων, εκτός από το αναγκαίο "το είδος του δόλου" "και το βαθμό της αμελείας του κατηγορουμένου", οφείλεται σε πρόδηλη γραφική παραδρομή. Στο προΐμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφέρεται ότι το δικαστήριο συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως μεταξύ των άλλων αναφερομένων σ' αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών μέσων και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν. Έτσι, χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι ελήφθη υπόψη και η αναγνωσθείσα υπ' αριθ. 211/2005 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ορθώς ελήφθη υπόψη η αναγνωσθείσα από 1-11-2001 έκθεση αυτοψίας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος ακυρώθηκε. Πράγματι, όπως σαφώς συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 364 παρ. 1 ΚΠοινΔ, η ανάγνωση στο ακροατήριο, χωρίς εναντίωση, όπως συνέβη και στην προκείμενη περίπτωση οποιουδήποτε άκυρου εγγράφου, του οποίου δεν αμφισβητείται η γνησιότητα κατά την αποδεικτική διαδικασία, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως γιατί δεν εμπίπτει σε καμιά από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ περιπτώσεις λόγων αναιρέσεως. Επομένως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 13 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν την μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι (6) μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δραχμές, ανάλογα με την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, και αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα (1) χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ., κατά δε το άρθρο 22 του ν. 1577/1985, αυθαίρετο είναι το έργο που κατασκευάζεται είτε χωρίς άδεια της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας, είτε καθ' υπέρβασή της, ή με βάση ανακληθείσα τέτοια άδεια. Από την ανωτέρω διάταξη του ως ισχύει άρθρου 17 παρ. 8α ν. 1337/83 συνάγεται, ότι δράστης της παραβάσεως του α' εδαφίου αυτής μπορεί να είναι μόνον αυτός που από πρόθεση προβαίνει στην κατασκευή αυθαιρέτου έργου, οπότε τιμωρείται με τις στο εδάφιο αυτό απειλούμενες, ως άνω, διαζευκτικές ποινές, ενώ σε αμφότερες τις περιπτώσεις, είτε από δόλο είτε από αμέλεια, υπαίτιος καθίσταται εκείνος που έχει μία από τις παραπάνω ιδιότητες (ιδιοκτήτης, εντολέας.....). Τέλος, σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, το δικαστήριο της ουσίας κατά την από αυτό επιμέτρηση κάθε μιας από τις ανωτέρω ποινές, είναι υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την περί επιβολής ποινής διάταξή του προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο βρίσκεται το αυθαίρετο. Εξάλλου κατά το άρθρο 79 ΠΚ η επιμέτρηση της ποινής ανήκει, σε κάθε περίπτωση στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, τα σχετικά με την ενοχή του, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του και άλλη ειδικότερη αιτιολογία, εκτός αν η τελευταία απαιτείται από διάταξη άλλου νόμου, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, με την προπαρατεθείσα και ως ισχύει τοιαύτη του άρθρου 17 παρ. 8α του ν. 1337/1983, κατά την οποία και με βάση τα προεκτεθέντα, για την επιβολή καθεμιάς από τις απειλούμενες σ' αυτήν διαζευκτικά παραπάνω ποινές, είναι υποχρεωμένο το ουσιαστικό δικαστήριο να αιτιολογήσει τη σχετική περί ποινής διάταξή του, προσδιορίζοντας την αξία του αυθαιρέτου έργου και τον τυχόν υπάρχοντα βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, στο οποίο αυτό βρίσκεται, οπότε, σε ανυπαρξία τέτοιας αιτιολογίας καθίσταται αναιρετέα η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνο ως προς το μέρος της που αφορά την επιβλητέα ποινή για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που συνιστά τον κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ως άνω πληττόμενη απόφαση ναι μεν αυτή διέλαβε στο περί ποινών τμήμα της τους όρους του άρθρου 79 ΠΚ, πλην όμως δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ούτε για την αξία των ανωτέρω και από τον αναιρεσείοντα κατασκευασθέντων ισογείων χώρων, αντί των υπογείων, ούτε περί του αν έτσι ο αναιρεσείων υποβαθμίζει ή όχι και αν ναι σε ποιο βαθμό το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της περιοχής του, με αποτέλεσμα, μόνον κατά την εν λόγω περί ποινής διάταξή της ως προς το αμέσως παραπάνω αδίκημα η πληττόμενη απόφαση να καταστεί κατά τούτο αναιρετέα, κατά τον βάσιμο περί τούτου από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως. Επομένως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μερικώς και μόνον ως προς το περί ποινής μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμ. 621/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σύρου και μόνο ως προς το περί ποινής μέρος της. Και

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Οκτωβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχετική Νομοθεσία με την ανωτέρω απόφαση το άρθρο 93 του Συντάγματος καθώς και σχετικά, το άρθρο 139 του ΚΠολΔ και ο Νόμος 1337/1983 άρθρο 17 παρ. 8

 

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΒΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 1650/1986 ΑΡΘΡΟ 28 ΡΥΠΑΝΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-Η ΕΝΝΟΙΑ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 1521/2004 ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Nικόλαο Γεωργίλη, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Βούρβαχη, Ανδρέα Μοσχανδρέου, Γεώργιο Ναυπλιώτη και Χρήστο Μαυρογένη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Φεβρουαρίου 2004, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ελευθερίου Βορτσέλα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ν. Γ. του Χ. και 2. Χ. Γ. του Ε., κατοίκων Χανίων Κρήτης, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Παπαδογιαννάκη, περί αναιρέσεως της 1598/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου Κρήτης που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Νομάρχη Ηρακλείου, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ. Τ. του Δ., κάτοικο Ηρακλείου Κρήτης, που δεν παραστάθηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 16 Σεπτεμβρίου 2002 αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2037/2002.

Α. άκουσε

Τ. πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1α, 4 και 5 του Ν. 1650/1986, με φυλάκιση τριών μηνών έως δύο έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται όποιος προκαλεί ρύπανση ή υποβαθμίζει το περιβάλλον με πράξη ή παράλειψη που αντιβαίνει στις διατάξεις του νόμου αυτού την κατ' εξουσιοδότησή του εκδιδομένων διαταγμάτων και υπουργικών ή νομαρχιακών αποφάσεων. Αν η ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος προέρχεται από τη δραστηριότητα νομικού προσώπου, το δικαστήριο κηρύσσει αστικώς υπεύθυνο ολόκληρον για την καταβολή της χρηματικής ποινής και το νομικό πρόσωπο. Οι πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων, οι εντεταλμένοι ή διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμων εταιρικών, οι διαχωριστές εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, ο πρόεδρος του διοικητικού και του εποπτικού συμβουλίου συνεταιρισμών, καθώς και τα πρόσωπα που ασκούν την διοίκηση ή τη διαχείριση άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να μεριμνούν για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Για κάθε πράξη ή παράλειψη του νομικού προσώπου που εμπίπτει στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, τα πρόσωπα αυτά τιμωρούνται ως αυτουργοί αναμάρτητα από την τυχόν ποινική ευθύνη άλλον φυσικού προσώπου και την αστική ευθύνη του νομικού προσώπου, εφόσον από πρόθεση ή από αμέλεια δεν τήρησαν την ιδιαίτερη νομική τους υποχρέωση να μεριμνούν για την εφαρμογή των διατάξεων αυτού του νόμου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ίδιου νόμου, οι βασικοί στόχοι αυτού είναι, μεταξύ άλλων, και η αποτροπή της ρύπανσης και γενικότερα της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, η λήψη όλων των αναγκαίων, για το σκοπό αυτό, προληπτικών μέτρων και η διασφάλιση της ανθρώπινης υποβάθμισης του περιβάλλοντος και ειδικότερα από τη ρύπανση και τις οχλήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου, ως περιβάλλον νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα της ζωής, την μνεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες. Ρύπανση δε είναι η παρουσία στο περιβάλλον ρύπων, δηλαδή κάθε είδους ουσιών, θορύβου, ακτινοβολίας ή άλλων μορφών ενέργειας, σε ποσότητα, συγκέντρωση ή διάρκεια που μπορούν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, στους ζωντανούς οργανισμούς και στα οικοσυστήματα ή υλικές ζημιές και γενικά να καταστήσουν το περιβάλλον ακατάλληλο για τις επιθυμητές χρήσεις του. Τέλος, ως υποβάθμιση νοείται η πρόκληση από ανθρώπινες δραστηριότητες ρύπανσης ή οποιασδήποτε άλλης μεταβολής στο περιβάλλον, η οποία είναι πιθανό να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικολογική ισορροπία, στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των κατοίκων, στην ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά και στις αισθητικές αξίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημ/κείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για εκ προθέσεως υποβάθμιση του περιβάλλοντος, κατ' εξ ακολούθηση, δεχθέν ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος μνημονεύει στο σκεπτικό του, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: Στο Ηράκλειο και στη περιοχή «Ξηροκαμάρα», που γειτνιάζει με τις περιοχές Εσταυρωμένου, Λίντο, Γιόφυρο, η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Χ.Β. Γ. ΑΕ» διατηρεί ως ιδιοκτήτρια εργοστάσιο επεξεργασίας ελαιοπυρήνα προς παραγωγή πυρηνελαίου (πυρηνελειουργείο). Στην εταιρεία αυτή ο πρώτος κατηγορούμενος είναι διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος του ΔΣ και ο δεύτερος κατηγορούμενος μέλος του ΔΣ, ασκών όμως κι αυτός ουσιαστική διοίκηση. Ως εκ τούτου είναι και οι δύο υπεύθυνοι για την τήρηση των διατάξεων που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος. Με την 20165/2-1-93 και στην συνέχεια με την 62773/29-4-98 αποφάσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι για την λειτουργία του εργοστασίου, η τήρηση των οποίων ήταν απαραίτητη προς αποτροπή της περιβαλλοντικής ρύπανσης. Εν τούτοις κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 2-3-99 κατά τη λειτουργία το εκπέμπονταν αέρια και δυσοσμία, καθώς και οπτική ρύπανση λόγω των καπναερίων, που διαχέονταν σε όλες τις προαναφερόμενες περιοχές. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών υφίσταντο τη δυσοσμία από την επεξεργασία του ελαιοπυρήνα, η οποία ανάλογα με τις μετεωρολογικές συνθήκες γινόταν κατά περιόδους εντονότερη. ΠαΡ.λα η έκλυση καπνών από την καύση του πυρηνόξυλου στην ατμόσφαιρα προκαλούσε και οπτική ρύπανση, η οποία υποβάθμιζε το περιβάλλον με το να προκαλεί αρνητικές στην ποιότητα ζωής των κατοίκων των περιοχών αυτών και είναι πιθανό να είχε βλαπτικές συνέπειες και στην υγεία τους, αφού αυτοί εξαναγκάζονται να ζουν σε ένα περιβάλλον ανθυγιεινό και οπτικά αντιαισθητικό. Επομένως οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, διότι από την λειτουργία του εργοστασίου, για την οποία αυτοί είναι υπεύθυνοι, προκλήθηκε κατά τον προαναφερόμενο χρόνο ατμοσφαιρική ρύπανση με την έκλυση δυσάρεστων οσμών και καπνών, γεγονός που υποβάθμιζε το φυσικό περιβάλλον της περιοχής του εργοστασίου των γειτονικών περιοχών Εσταυρωμένου, Λίντο, Γουρνών και Γιόφυρου, καθώς επηρεαζόταν δυσμενώς η υγεία και η ποιότητα ζωής των κατοίκων. Η κρίση αυτή για την υποβάθμιση δεν προϋποθέτει μετρήσεις με βάση τεχνικούς κανόνες, γιατί αφορά την αισθητική παρουσία του περιβάλλοντος χώρου, η οποία κρίνεται αντικειμενικά και σύμφωνα με τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που βιώνει ανάλογες συνθήκες. Το γεγονός δε της υποβάθμισης του περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής γνώριζαν οι κατηγορούμενοι και το αποδέχθηκαν.

Με αυτά που δέχθηκε το πιο πάνω Δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 137 την ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και αν συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και τους συλλογισμούς με τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 εδ. α ΠΚ και, 28 παρ. 1 περ. α' του ν. 1650/1986, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού στο πόρισμα της αποφάσεώς του που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και την ταυτότητα του ως άνω εγκλήματος δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά που να καθιστούν ανέφικτο τον έλεγχο από τον Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων. Η στο τέλος του σκεπτικού αναφορά, ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν το γεγονός ότι από την λειτουργία του πυρηνελαιουργείου τους προκαλείτο υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αποτελεί στοιχείο θεμελιωτικό του άμεσου και όχι του ενδεχόμενου δόλου αυτών, διότι από το σύνολο των παραδοχών του Δικαστηρίου συνάγεται ότι οι κατηγορούμενοι γνώριζαν ότι από τη λειτουργία του εργοστασίου τους και την παύση του πυρηνομύλου διαχεόταν δυσοσμία στο περιβάλλον και προκαλείτο οπτική ρύπανση και παρά ταύτα συνέχιζαν τη βλαπτική για το περιβάλλον λειτουργία του. Συνεπώς, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' λόγοι των υπό κρίση αιτήσεων, με τους οποίους πλήσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβίασης αυτών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 16/9/2002 αιτήσεις του Ν. Γ. του Χ. και Χ. Γ. του Ε., για αναίρεση της 1598/2002 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ηρακλείου. Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου 2004. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουλίου 2004.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΡΥΠΑΝΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ Ή ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ-ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΛΟΓΩ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΟΜΜΕΝΩΝ ΚΛΑΔΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΝΔΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΣΕ ΜΗ ΚΑΤΟΙΚΗΜΕΝΗ ΠΕΡΙΟΧΗ-ΝΟΜΟΣ 1650/1986 ΑΡΘΡΑ 2,3,4

 

Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών Αριθμός 216/2011

(...)

 Επειδή η κρινόμενη έφεση έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα ασκηθεί, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί από ουσιαστική άποψη.

Από την κατάθεση του μάρτυρα της κατηγορίας που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες που επισκοπήθηκαν, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Ο κατηγορούμενος Θ.Γ. του Θ. είχε εκλεγεί Δήμαρχος ………….. Αττικής κατά τις δημοτικές εκλογές της 13ης Οκτωβρίου 2002 και είχε αναλάβει τα καθήκοντά του την 1.1.2003, κατά δε το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 27.9.2004 έως 17.12.2004, εξακολουθούσε να φέρει την προαναφερόμενη ιδιότητά του. Περαιτέρω, ο Δήμος …………. είναι κύριος ενός αγροτεμαχίου, έκτασης 5.420 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «Κάτω Χαρβάτι» της κτηματικής περιφέρειάς του και επί του οποίου άρχισε να ανεγείρεται, κατά το έτος 1998, αγροτική αποθήκη, πλην όμως οι οικοδομικές εργασίες διεκόπησαν κατά το έτος 1999 από την αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας - Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής. Στη συνέχεια περί τα μέσα μηνός Απριλίου 2004, ενόψει της διεξαγωγής των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα και δεδομένου ότι ο Δήμος …………… είχε χαρακτηρισθεί «Ολυμπιακός Δήμος», προέκυψε ανάγκη να εξωραϊστεί ο χώρος του Αθλητικού Κέντρου ……………, καθώς και όλοι οι κοινόχρηστοι χώροι, με το κλάδεμα και την περιποίηση των δένδρων και την κοπή των χόρτων, τα οποία βρίσκονταν σε αυτούς. Δεδομένου δε ότι ήταν πρακτικά αδύνατον να συλλέγονται τα κομμένα κλαδιά και χόρτα και να μεταφέρονται απευθείας στη χωματερή των Άνω Λιοσίων, επιλέχθηκε από τον κατηγορούμενο, υπό την ιδιότητά του ως Δημάρχου και ασκούντος την διοίκηση του ως άνω Δήμου ……………., η λύση της προσωρινής μεταφοράς των απορριμμάτων αυτών στο προαναφερόμενο ακίνητο - το οποίο κείται εκτός κατοικημένης περιοχής - και η τοποθέτησή τους μέσα σε κλειστό κοντέινερ, από όπου και τα παραλάμβανε καθημερινά το ειδικό απορριμματοφόρο όχημα του Δήμου …………… για να τα μεταφέρει στην προαναφερόμενη χωματερή των Άνω Λιοσίων. Αυτή η έκτακτη διαδικασία διήρκεσε μέχρι το πέρας των Ολυμπιακών Αγώνων, οπότε και έπαυσε οριστικά, αφού δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να συνεχιστεί και αφορούσε αποκλειστικά και μόνο μεταφορά κλαδιών, δένδρων και χόρτων του Αθλητικού Κέντρου και των κοινοχρήστων χώρων του Δήμου …………… και ουδέποτε οικιακά ή άλλου είδους απορρίμματα. Από αυτή, όμως, την ενέργεια του Δήμου …………… ούτε ρύπανση προκλήθηκε, ούτε το περιβάλλον υποβαθμίστηκε ή μολύνθηκε, όπως η έννοια των όρων αυτών (ρύπανση, μόλυνση, υποβάθμιση) ορίζεται στο άρθρο 2, αριθμ. 2, 3 και 4 του Ν.1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος», ουδεμιάς περί του αντιθέτου απόδειξης υπαρχούσης στη δικογραφία. Κατόπιν τούτων ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν άδικης πράξης της παράβασης των άρθρων 1, 2, 12 και 28 § 1 α', 5 του ως άνω Ν. 1650/1986. (...)

Σχετική Νομοθεσία με την δικαστική απόφαση, ο νόμος 1650/1986 άρθρο 1 και 2 καθώς επίσης και το προεδρικό διάταγμα 34/1995 άρθρο 7


 

ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ – Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ Ο ΑΡΜΟΔΙΟΣ ΔΗΜΟΣ-ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ-ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης αριθμός απόφασης 10623/2003

 

Στο σημείο αυτό πήρε το λόγο η συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ζήτησε την αποβολή της πολιτικής αγωγής, δεν υπάρχει νόμος ή υπουργική απόφαση που να ρυθμίζει τα όρια της οσμής και σε ποιο βαθμό επιβαρύνει το περιβάλλον, αφού δεν υπάρχει ρύ-πανση του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει ηθική βλάβη, εφόσον δεν επήλθε κίνδυνος για την υγεία των κατοίκων. Στο σημείο αυτό η Εισαγγελέας πήρε το λόγο και πρότεινε όπως αποβληθεί η πολιτική αγωγή για τους τρεις πρώτους και να γίνει δεκτή μόνον για το Δήμο Εχεδώρου.

Ο συνήγορος υπερασπίσεως του κατηγορούμενου πήρε το λόγο και είπε ότι τάσσεται με την πρόταση της Εισαγγελέως και ζήτησε να αποβληθεί η πολιτική αγωγή και για το Δήμο Εχεδώρου.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της πολιτικής αγωγής πήρε το λόγο και ζήτησε να γίνει δεκτή η παράσταση της πολιτικής αγωγής ως προς όλους τους πολιτικώς ενάγοντες. Το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη που έγινε στην έδρα με την παρουσία και του γραμματέα, κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφαση του, την οποία η πρόεδρος δημοσίευσε αμέσως στο ακροατήριο. Η απόφαση αυτή έχει ως εξής: Επειδή πρέπει ν' αποβληθεί η παράσταση πολιτικής αγωγής όσον αφορά τους μάρτυρες - περίοικους, εφόσον δικαίωμα να παραστεί ως πολιτικώς ενάγων έχει μόνον όποιος υπέστη άμεση ζημία από την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι παραστάντες περίοικοι δεν υπέστησαν άμεση ζημία και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται χρηματικής ικανοποιήσεως.

Στο σημείο αυτό ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου Π. Π. πήρε το λόγο και πρόβαλε την ένσταση.

Αυτοτελείς ισχυρισμοί: Επειδή δεν αποδείχθηκε η παράβαση εκ μέρους της επιχειρήσεως οποιασδήποτε απαγορευτικής διατάξεως συγκεκριμένης και σαφούς, περιγράφουσα επακριβώς και με σαφήνεια τα όρια και τις συγκεκριμένες προδιαγραφές, δηλαδή μεταξύ άλλων το είδος της οσμής, την ένταση αυτής, το κατά πόσον και σε ποιο βαθμό αυτή επιβαρύνει το περιβάλλον και πώς. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι απαγορευτικές διατάξεις ρυθμίζουσαι το ζήτημα "οσμή" δεν υφίστανται.

Αλλά και πέραν αυτών, από την όλη αποδεικτική διαδικασία κατεδείχθη ότι λειτουργούμε νόμιμα, είμεθα εφοδιασμένοι με όλες τις άδειες που προβλέπει η νομοθεσία περί προστασίας του περιβάλλοντος και ότι ουδέποτε παραβιάσαμε το νόμο ή τις σχετικές άδειες, ουδέποτε μας επεβλήθη κύρωση είτε διοικητική είτε ποινική, αντιθέτως η εταιρία εβραβεύθη από την Ευρωπαϊκή 'Ενωση για την ευαισθησία της στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος.

Τονίζεται ότι όταν περνάει κάποιος από την ΕΚΟ έχει την οσμή της βενζίνης σε μεγάλη έκταση, χωρίς αυτή να αποτελεί αξιόποινη ρύπανση. 'Οταν περνάει κάποιος από τη ΒΙΑΜΥΛ έχει τις αντίστοιχες οσμές, που και πάλι δεν αποτελούν αξιόποινη ρύπανση.

Από την όλη διαδικασία επιβεβαιώθηκε και η εκ μέρους της εταιρίας λήψη προσθέτων μέτρων αποτροπής της υποκειμενικής, ως χαρακτηρίσθηκε, οχλήσεως που δημιουργούν ορισμένες ουσίες. Δεν αποδείχθηκε ποιες είναι οι ουσίες, ουδέ ότι είναι τοξικές ή άλλως επιβαρύνουν το περιβάλλον. Η λήψη αυτών των μέτρων δεν ήταν υποχρεωτική από το νόμο, με συνέπεια η αναζήτηση τυχόν αμελείας περί την τακτή αντικατάσταση των φίλτρων είναι εν πρώτοις αλυσιτερής, εφόσον η δίωξη εξ αμελείας ομοίως προϋποθέτει την ύπαρξη απαγορευτικής διατάξεως. Εν τέλει δε και προς άρσιν πάσης εντυπώσεως ότι αδιαφορούμε δήθεν για το περιβάλλον, αποδείξαμε ότι το πρόβλημα που εγεννήθη προς στιγμήν δεν οφείλετο σε οποιαδήποτε παράλειψή μας, αλλά σε τυχαίο γεγονός. 'Ωστε ζητούμε να μας απαλλάξετε πλήρως της κατηγορίας.

Η Εισαγγελέας, αφού πήρε το λόγο, πρότεινε την απόρριψη της ενστάσεως του κατηγορούμενου.

Η συνήγορος του κατηγορούμενου πήρε το λόγο και πάλι και ζήτησε την παραδοχή της ενστάσεως από το Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο, σε μυστική διάσκεψη που έγινε στην έδρα με την παρουσία και της Γραμματέως, κατάρτισε την ταυτάριθμη απόφασή του, την οποία η Πρόεδρος αμέσως δημοσίευσε. Η απόφαση αυτή έχει ως εξής:

Αυτοτελείς ισχυρισμοί νοούνται αυτοί που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής και όχι εκείνοι οι οποίοι αποτελούν απλή άρνηση της ενοχής του ή σχετικά με αυτήν επιχειρήματα. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, όπως ανωτέρω αναφέρονται, αποτελούν απλή άρνηση της ενοχής του, σε καμιά δε περίπτωση δεν συνιστούν ένσταση ακυρότητας του κατηγορητηρίου.

Από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν νόμιμα, από τους μάρτυρες κατηγορίας που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου και τη λοιπή διαδικασία αποδείχτηκε και το δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος εξετέλεσε την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται σ' αυτόν με το κατηγορητήριο, ήτοι της παράβασης του άρθρ. 28 παρ. 1-2 ν. 1650/1986, σε συνδ. με άρθρ. 28 ΠΚ. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στη Σίνδο Θεσσαλονίκης την 3.2.99, ως πρόεδρος και Διευθύνων σύμβουλος της ανων. εταιρίας με την επωνυμία Κ. και Ν. Ε. ΑΕΒΕ, που εδρεύει στη ΒΙΠΕ Σίνδου, από αμέλεια δεν προνόησε ώστε να διενεργηθεί έγκαιρα η αλλαγή του ενεργού άνθρακα των φίλτρων του εργοστασίου του, με αποτέλεσμα την πρόκληση δυσοσμίας σε βάρος των περίοικων κατοίκων και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.


ΡΥΠΑΝΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΠΙΘΕΩΡΗΤΩΝ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ-ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΙΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΕΣ ΓΑΛΑΚΤΟΣ-ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΣΣΕΤΑΙ ΕΚΘΕΣΗ ΕΛΕΓΧΟΥ-ΕΠΙΔΟΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΒΑΤΗ

 

 

263/2009 Απόφαση Διοικητικού Εφετείου τριμελούς Λαρίσης

Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την οποία καταβλήθηκε παράβολο ύψους 15 ευρώ (βλ. τα 3070253 και 4020857 σειρά Α΄ειδικά έντυπα παραβόλου) ζητείται η ακύρωση: α) της Δ.Β/ Φ.14.1045/ 3265/ 06/8-11-2007 απόφασης του Νομάρχη Λάρισας με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Βιομηχανία Γάλακτος Ν.» και το διακριτικό τίτλο «Ν. S.A.» κατ΄εφαρμογή του άρθρου 9 του ν. 2947/2001, πρόστιμο του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 1650/1986, «Για την Προστασία του Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 160/Α/1986), ύψους 18.000 ευρώ, β) της 1302/21-9-έκθεσης ελέγχου της ΕΥΕΠ/ΤΒΕ, γ) της 1520/12-12-2006 πράξης βεβαίωσης παράβασης, δ) της 1522/12-12-2006 εισήγησης επιβολής προστίμου και ε) της από 11-9-2006 έκθεσης αυτοψίας των ελεγκτών της Ειδικής Υπηρεσίας Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του τομέα Βορείου Ελλάδος του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει την προσφυγή αυτή η οποία ασκείται παραδεκτώς μόνο ως προς την Δ.Β/Φ.14.1045/3265/06/8-11-2007 απόφαση επιβολής του Νομάρχη Λάρισας, η οποία είναι η μόνη εκτελεστή πράξη, κατά την έρευνα όμως του κύρους της τελευταίας παραδεκτώς εξετάζονται πλημμέλειες των προηγούμενων πράξεων οι οποίες προηγήθηκαν της έκδοσης αυτής. Επειδή, στο άρθρο 9 του ν. 2947/2001 «Ολυμπιακή Φιλοξενία, Ολυμπιακά Έργα κ.λ.π. διατάξεις» (ΦΕΚ 228 Α΄), ορίζεται ότι: «4. Οι Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της ΕΥΕΠ (Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος) μπορούν να διενεργούν αυτοψίες σε κάθε δημόσιο ή ιδιωτικό έργο ή δραστηριότητα που υπάγεται στις διατάξεις περί προστασίας περιβάλλοντος ή επιβάλλεται για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της παρ. 2 του παρόντος και να προβαίνουν σε ελέγχους και μετρήσεις, καθώς και στη συλλογή κάθε χρήσιμου κατά την κρίση τους στοιχείου για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΕΥΕΠ. Τούτο ισχύει ανεξάρτητα από την τυχόν αρμοδιότητα άλλης αρχής να προβαίνει σε ανάλογο έλεγχο. Μετά από κάθε έλεγχο συντάσσεται έκθεση αυτοψίας από τον Επιθεωρητή ή το κλιμάκιο Επιθεωρητών που ενήργησαν τον έλεγχο. Εφόσον διαπιστωθεί η παράβαση της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος ή των περιβαλλοντικών όρων που έχουν επιβληθεί, συντάσσεται σχετική έκθεση ελέγχου η οποία επιδίδεται στον παραβάτη, ο οποίος ταυτόχρονα καλείται σε απολογία. Για την απολογία αυτή τάσσεται προθεσμία που δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) εργάσιμες ημέρες από την επίδοση της πρόσκλησης. Ύστερα από την υποβολή της απολογίας ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας που τάχθηκε για την υποβολή της, ο Επιθεωρητής Περιβάλλοντος συντάσσει αιτιολογημένη πράξη βεβαίωσης ή μη της παράβασης. Αντίγραφο της πράξης βεβαίωσης της παράβασης αποστέλλεται στην αρχή που χορήγησε στον παραβάτη την άδεια κατασκευής ή λειτουργίας του έργου ή έναρξης της δραστηριότητας, ή, κατά περίπτωση, την ανανέωση αυτών. Αντίγραφο της ίδιας πράξης, διαβιβάζεται επίσης και στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών για τυχόν αξιόποινες πράξεις. 5. Σε περίπτωση που με την έκθεση της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται ρύπανση ή υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή άλλη παράβαση από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 30 του Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄), όπως εκάστοτε ισχύει, η ΕΥΕΠ εισηγείται την επιβολή προστίμου, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, ως εξής: α. στον οικείο Νομάρχη, εφόσον το πρόστιμο ανέρχεται έως είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δραχμές β. στον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, εφόσον το πρόστιμο κυμαίνεται από είκοσι εκατομμύρια (20.000.000) δραχμές έως πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές γ. στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων, εφόσον το πρόστιμο υπερβαίνει τα πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων μπορεί να αναπροσαρμόζονται τα ποσά αυτά. 6. Η είσπραξη των επιβαλλόμενων προστίμων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ). 7. Για πρόστιμα ύψους άνω των 5.000.000 δραχμών, η προσφυγή κατά της πράξης επιβολής των προστίμων ασκείται ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου, το οποίο δικάζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό…». Εξάλλου, με το ν.1650/1986 «Για την προστασία του περιβάλλοντος» (ΦΕΚ 160 Α΄) θεσπίζονται κανόνες αναφερόμενοι στη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την έγκριση της εγκαταστάσεως δραστηριοτήτων ή της πραγματοποίησης έργων, από τα οποία απειλούνται δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Με το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 (ΦΕΚ 91 Α΄), παρέχεται, ειδικότερα, εξουσιοδότηση για την κατάταξη των δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων, σε τρεις κατηγορίες, με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, αναλόγως δε προς τις επιπτώσεις τους στο περιβάλλον και βάσει κριτηρίων που καθορίζονται στη διάταξη αυτή. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν.3010/2002, προβλέπεται ότι για την πραγματοποίηση των έργων ή δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στις τρεις κατά το άρθρο 3 αυτού κατηγορίες, απαιτείται, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας εγκαταστάσεως ή πραγματοποιήσεως της δραστηριότητας ή του έργου, η έγκριση όρων για την προστασία του περιβάλλοντος (παρ. 1). Σε εκτέλεση των πιο πάνω διατάξεων εκδόθηκαν η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων με αριθμό Η.Π. 15393/2332 ΦΕΚ Β΄1022/5.8.2002 «Κατάταξη δημόσιων και ιδιωτικών έργων και δραστηριοτήτων σε κατηγορίες σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.3010/2002 «Εναρμόνιση του Ν.1650/1986 με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ και άλλες διατάξεις (Α΄91)» και η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών-Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης-Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων με αριθμό Η.Π.11014/703/Φ 104 ΦΕΚ Β΄332/20.03.2003 «Διαδικασία Προκαταρκτικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και Αξιολόγησης (ΠΠΕΑ) και ΄Εγκρισης Περιβαλλοντικών ΄Ορων (ΕΠΟ), σύμφωνα με το άρθρο 4 του Ν.1650/1986 (Α΄160), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν.3010/2002 «Εναρμόνιση του Ν.1650/1986 με τις οδηγίες 97/11/ΕΕ και 96/61/ΕΕ και άλλες διατάξεις (Α΄91)». Τέλος, στην παρ.1 του άρθρου 30 του ν. 1650/1986, με τον τίτλο «διοικητικές κυρώσεις», όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του ν. 3010/2002, ορίζεται ότι: «1. Σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που προκαλούν οποιαδήποτε ρύπανση ή άλλη υποβάθμιση του περιβάλλοντος ή παραβαίνουν τις διατάξεις του νόμου αυτού ή των κατ΄εξουσιοδότηση των εκδιδομένων διαταγμάτων ή υπουργικών ή περιφερειακών ή νομαρχιακών αποφάσεων, καθώς και στους παραβάτες των όρων και των μέτρων που καθορίζονται με τις διοικητικές πράξεις, που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 12 των νόμων 1515/1985 (ΦΕΚ 18 Α΄) και 1561/1985 (ΦΕΚ 148 Α΄), ανεξάρτητα από την αστική ή ποινική ευθύνη, επιβάλλεται ως διοικητική κύρωση πρόστιμο, από πενήντα μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ, ύστερα από εισήγηση είτε των κατά το άρθρο 6 υπηρεσιών είτε των κατά το άρθρο 26 κλιμακίων Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος, ανάλογα με τη σοβαρότητα της παράβασης, τη συχνότητα, την υποτροπή, το ύψος υπέρβασης των θεσμοθετημένων ορίων εκπομπών και την παραβίαση των περιβαλλοντικών όρων…».

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Στις 11-9-2006 από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Περιβάλλοντος του Τομέα Βορείου Ελλάδος (ΕΥΕΠ) πραγματοποιήθηκε περιβαλλοντικός έλεγχος στην προσφεύγουσα βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος και παραγωγής τυριού που βρίσκεται στο … χιλ. της ΕΟ Μ.-Π. στο Δ.Μ. της Ν.Α.Λάρισας. Για την αυτοψία, που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 του ν. 2947/2001, συντάχθηκε από τους αρμόδιους επιθεωρητές περιβάλλοντος η από 11-9-2006 έκθεση αυτοψίας. Κατόπιν, συντάχθηκε από τον αρμόδιο Τομεάρχη της ΕΥΕΠ η 1302/21-9-2006 έκθεση ελέγχου που επιδόθηκε στην προσφεύγουσα η οποία ταυτόχρονα κλήθηκε σε απολογία. Στη συνέχεια και αφού λήφθηκε υπόψη το 1477/27-11-2006 απολογητικό υπόμνημα της προσφεύγουσας που υποβλήθηκε στην ΕΥΕΠ, συντάχθηκε από την ΕΥΕΠ/ΤΒΕ η 1520/12.12.2006 πράξη βεβαίωσης παράβασης, στην οποία αναφέρονται οι τελικώς αποδιδόμενες στην προσφεύγουσα παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας. Στην εν λόγω πράξη βεβαίωσης παράβασης αναφέρεται ότι: κατά την επιθεώρηση που πραγματοποιήθηκε στις 11-09-2006 από την Επιθεωρητές Περιβάλλοντος της ΕΥΕΠ στη βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος (τυροκομείο) «Ν. ΑΕ», που βρίσκεται και λειτουργεί στο … χλμ. της Ε.Ο. Μ.-Π. στο Δ.Μ. της Ν.Α.Λάρισας, διαπιστώθηκαν οι ακόλουθες παραβάσεις: «1. Η εγκατάσταση επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων του εργοστασίου δεν περιλάμβανε όλα τα προβλεπόμενα στάδια σύμφωνα με την παρ. (α) της υπ΄αριθ.636/4-4-2005 απόφαση της Περιφέρειας Θεσσαλίας, έγκρισης περιβαλλοντικών όρων (απουσία περιστροφικού κόσκινου, βιολογικό σύστημα επεξεργασίας ενός αντί δύο σταδίων, απουσία δεξαμενής επανοξυγόνωσης, δεξαμενής αερόβιας σταθεροποίησης της πλεονάζουσας λάσπης, δεξαμενής πάχυνσης της πλεονάζουσας λάσπης). 2. Δεν υπήρχε μετρητής παροχής των υγρών αποβλήτων, πριν τη διάθεση αυτών στον αποδέκτη, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (β) των εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων της άνω απόφασης. Επίσης δεν διενεργούνταν εργαστηριακές αναλύσεις της ποιότητας των απορριπτομένων υγρών αποβλήτων και δεν υπήρχε θεωρημένο βιβλίο σχετικής καταχώρησης από την αρμόδια νομαρχιακή υπηρεσία, σε αντίθεση με τα όσα ορίζονται στην παράγραφο ε12 των όρων της άνω απόφασης. 3. Η παραγόμενη ιλύς από το σύστημα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων της μονάδος διαχειριζόταν χωρίς να υπάρχει η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της ΚΥΑ 50910/2727/2003 (ΦΕΚ 1909/Β (2003) άδεια. 4. Δεν τηρούνταν τα προβλεπόμενα στην παράγραφο ε3 της ίδιας απόφασης σχετικά με την παρακολούθηση της ποιότητας των αερίων αποβλήτων των ατμολεβητών της μονάδας (ΚΥΑ 11294, ΦΕΚ 264/Β/Ι 5-04-93). 5. Η επιχείρηση δεν προσκόμιζε στο Τμήμα Περιβάλλοντος της Ν.Α.Λάρισας μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους τα στοιχεία που όφειλε σύμφωνα με την παρ. ε11 της ίδιας απόφασης. Κατά τα παραπάνω προκύπτει, ότι στην εν λόγω βιομηχανία δεν είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία». Ακολούθως, συντάχθηκε η 1522/12.12.2006 εισήγηση του Γενικού Επιθεωρητή προς το Νομάρχη Λάρισας, με την οποία στον τελευταίο εισηγείται την επιβολή προστίμου συνολικού ύψους δέκα οκτώ χιλιάδων ευρώ (18.000 Ευρώ) σε βάρος της εταιρείας «Ν. ΑΕ» (βιομηχανία επεξεργασίας γάλακτος-τυροκομείο) που βρίσκεται και λειτουργεί στο … χλμ. της ΕΟ Μ.-Π. στο Δ.Μ. Ν.Λάρισας), αφού επιμερίζει το πρόστιμο ως εξής: «1. Για την ακόλουθη παράβαση: Η εγκατάσταση επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων του εργοστασίου δεν περιλάμβανε τα προβλεπόμενα στάδια (απουσία περιστροφικού κόσκινου, βιολογικό σύστημα επεξεργασίας ενός αντί δύο σταδίων, απουσία δεξαμενής επανοξυγόνωσης, δεξαμενής αερόβιας σταθεροποίησης της πλεονάζουσας λάσπης, δεξαμενής πάχυνσης της πλεονάζουσας λάσπης»), το εισηγούμενο πρόστιμο είναι οκτώ χιλιάδες Ευρώ (8.000 Ευρώ). 2. Για την ακόλουθη παράβαση: «Δεν υπήρχε μετρητής παροχής των υγρών αποβλήτων, πριν τη διάθεση αυτών στον αποδέκτη. Επίσης διενεργούνταν εργαστηριακές αναλύσεις της ποιότητας των απορριπτομένων υγρών αποβλήτων και δεν υπήρχε θεωρημένο βιβλίο σχετικής καταχώρησης από την αρμόδια νομαρχιακή υπηρεσία, το εισηγούμενο πρόστιμο είναι τέσσερις χιλιάδες (4.000 Ευρώ). 3. Για την ακόλουθη παράβαση: «Η παραγόμενη ιλύς από το σύστημα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων της μονάδος διαχειριζόταν χωρίς να υπάρχει η προβλεπόμενη από τις διατάξεις της ΚΥΑ 50910/2727/2 2.Ι 2 (ΦΕΚ 1909/Β/2003) άδεια», το εισηγούμενο πρόστιμο είναι τέσσερις χιλιάδες Ευρώ (4.000 Ευρώ). 4. Για την ακόλουθη παράβαση: «δεν τηρούνταν τα προβλεπόμενα σχετικά με παρακολούθηση της ποιότητας των αερίων αποβλήτων των ατμολεβητών της μονάδας ΚΥΑ 11294, ΦΕΚ 264/Β/Ι 5-04-93)», το εισηγούμενο πρόστιμο είναι χίλια Ευρώ (1.000 Ευρώ). 5. Για την ακόλουθη παράβαση: Η επιχείρηση δεν προσκόμιζε στο Τμήμα Περιβάλλοντος της Ν.Α.Λάρισας μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε έτους τα στοιχεία που όφειλε», εισηγούμενο πρόστιμο είναι χίλια Ευρώ (1.000 Ευρώ)». Σε συνέχεια της παραπάνω εισήγησης, ο Νομάρχης Λάρισας επέβαλε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, πρόστιμο ύψους δέκα οκτώ χιλιάδων (18.000) ευρώ στην προσφεύγουσα, διότι δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή υποστηρίζει η προσφεύγουσα ότι μη νόμιμα εκδόθηκε σε βάρος της η προσβαλλόμενη πράξη κατά παράβαση του δικαιώματος ακροάσεως καθόσον εκδόθηκε χωρίς να κληθεί προηγουμένως σε ακρόαση για να αποδείξει την ανακρίβεια των όσων της καταλογίζονται. Ενόψει όμως του ότι η προσφεύγουσα κλήθηκε σε απολογία με την 1302/21-9-2006 έκθεση ελέγχου τήρησης περιβαλλοντικών όρων και περιβαλλοντικής νομοθεσίας της βιομηχανίας επεξεργασίας γάλακτος αυτής που της κοινοποιήθηκε και η ίδια αφού ζήτησε 15μερη παράταση της προθεσμίας, υπέβαλε το 1477/27-11-2006 απολογητικό υπόμνημά της στην ΕΥΕΠ, το οποίο και λήφθηκε υπόψη από την ΕΥΕΠ πριν τη σύνταξη από την ΕΥΕΠ/ΤΒΕ της 1520/12-12-2006 εισήγησής της για την επιβολή προστίμου από το Νομάρχη Λάρισας, ο εν λόγω ισχυρισμός της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι: 1) στην έκθεση ελέγχου δεν αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τον καθορισμό της συγκεκριμένης παραβάσεως και ειδικότερα η έκθεση δεν αναφέρει καθόλου το είδος εκάστης παράβασης, την έκταση αυτής, τις τυχόν άμεσες επιπτώσεις στο περιβάλλον, το χρόνο και τις συνθήκες εκδήλωσής της, παραπέμπει δε αποκλειστικά για την επιβολή του προστίμου στην εισήγηση ενώ στην έκθεση ελέγχου ουδεμία παράβαση διατυπώθηκε. Ενόψει αυτών, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί ως νομικώς πλημμελής, λόγω της μη τηρήσεως ή της πλημμελούς τηρήσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, 2) η ίδια πράξη είναι αναιτιολόγητη και αόριστη και επίσης ακυρωτέα αφού δεν αιτιολογεί τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την επιβολή του προστίμου, η Διοίκηση δε κατά την έκδοσή της παρέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας. Ο πρώτος ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τόσο από την έκθεση αυτοψίας όσο και από την έκθεση ελέγχου που συνιστούν την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι κατά την διενεργηθείσα από 11-9-2006 αυτοψία των επιθεωρητών Περιβάλλοντος της ΕΥΕΠ έγινε έλεγχος της τήρησης ή μη από την βιομηχανία της προσφεύγουσας των περιβαλλοντικών όρων που ορίσθηκαν για την λειτουργία σύμφωνα με την 636/4-4-2005 απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων της Περιφέρειας Θεσσαλίας και αναλυτικά αναφέρονται τα είδη των παραβάσεων, η έκταση αυτών, τα αναγκαία μέτρα που δεν έλαβε αυτή σύμφωνα με την περιβαλλοντική νομοθεσία κ.λ.π. Περαιτέρω, η μη αναφορά στην προσβαλλόμενη πράξη, σύμφωνα με τα αβασίμως υποστηριζόμενα από την προσφεύγουσα, στις σχετικές επιπτώσεις των παραβάσεων στο περιβάλλον που δικαιολογούν την επιβολή μέσα στα όρια της διακριτικής ευχέρειας της επιβολής του προστίμου, δεν αποτελεί στοιχείο για τον καθορισμό κάθε συγκεκριμένης παραβάσεως, αφού η κάθε αποδιδόμενη σ΄αυτή παράβαση αναφέρεται στην μη τήρηση των συγκεκριμένων όρων από την τελευταία και τη μη λήψη από την ίδια των κατά νόμο αναγκαίων μέτρων για την προστασία του περιβάλλοντος.

Επειδή, περαιτέρω, με την κρινόμενη προσφυγή υποστηρίζεται ότι, μη νομίμως ο Νομάρχης Λάρισας, με την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του επέβαλε στην επιχείρησή της πρόστιμα και μάλιστα αυστηρότατα για παραβάσεις (στην ουσία εκκρεμότητες), επειδή δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ειδικότερα όσον αφορά την 1η και 2η των υποτιθέμενων αναφερόμενων στην 1522/12-12-2006 εισήγηση της ΕΥΕΠ παραβάσεων, στην οποία παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, αυτές οφείλονται σε κάποιες αλλαγές στον υποβληθέντα φάκελο Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), που έγιναν κατά την εκτέλεση - κατασκευή του έργου, που αφορούν τα χαρακτηριστικά του έργου, με τις οποίες όμως δεν επέρχονται ουσιαστικές διαφοροποιήσεις ως προς τις επιπτώσεις στο περιβάλλον. Γιαυτό η ίδια έχει ετοιμάσει, φάκελο αναθεώρησης των Περιβαλλοντικών ΄Ορων της 636/2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, τον οποίο και θα καταθέσει για έγκριση στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωροταξίας της Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΔΙΠΕΧΩΔΕ), αμέσως μετά την ολοκλήρωσή του. Εφόσον όμως κατά το χρόνο αυτοψίας (11-9-2006) και ακολούθως κατά τον χρόνο ελέγχου (21-9-2006) οι άνω επιθεωρητές διαπίστωσαν την μη τήρηση των περιβαλλοντικών όρων που είχαν τεθεί στην εγκατάσταση επεξεργασίας των υγρών αποβλήτων του εργοστασίου της προσφεύγουσας, με την 636/4-4-2005 σχετική απόφαση έγκρισης περιβαλλοντικών όρων της Περιφέρειας Θεσσαλίας, οι παραβάσεις είχαν συντελεσθεί και η τυχόν μετέπειτα οποιαδήποτε διαφοροποίηση δεν επηρεάζει τις βεβαιωθείσες παραβάσεις, όπως αλυσιτελώς υποστηρίζεται. Ως προς την 3η παράβαση, που αφορά την παραγόμενη ιλύ, υποστηρίζει ότι έχει παραδώσει στον έλεγχο την 3975/10-11-2006 Βεβαίωση του Δημάρχου Μ. Λάρισας, ο οποίος βεβαιώνει ότι τα απορρίματα της επιχείρησής του (σκουπίδια βιολογικού και οτιδήποτε άλλο υπάρχει-στα οποία σαφώς περιλαμβάνεται και η παραγόμενη ιλύς από το σύστημα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων της μονάδας) θα μεταφέρονται από απορριματοφόρο του Δήμου στην χωματερή του. Και αυτός ο ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος εφόσον η διαχείριση της παραγόμενης ιλύος γίνεται χωρίς να υπάρχει η προβλεπόμενη από τις διατάξεις ΚΥΑ 50910/2727/2003 άδεια οπότε και η μεταφορά αυτών από το Δήμο δεν αναιρεί την εν λόγω παράβαση. Τέλος, όσον αφορά τις 4η και 5η των υποτιθέμενων παραβάσεων που αναφέρονται στην πιο πάνω εισήγηση της ΕΥΕΠ, στην οποία παραπέμπει η προσβαλλόμενη απόφαση, έχουν ήδη τακτοποιηθεί από την ίδια, όπως προκύπτει από την από 31-10-2007 έκθεση αυτοψίας του υπαλλήλου της Δ/νσης Ανάπτυξης Νομαρχίας Λάρισας Μ.Κ., ο οποίος, κατόπιν υπηρεσιακής εντολής στις 31-10-2007, ήτοι πριν την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, μετέβη στην Περιοχή Π. Ν. Λάρισας, όπου λειτουργεί το τυροκομείο και διαπίστωσε ότι οι εκκρεμότητες και όχι παραβάσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και 5 της από 12-12-2006 εισήγησης του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΕΥΠΕ), που αφορά την επιβολή προστίμου έχουν τακτοποιηθεί. Εφόσον όμως κρίσιμος χρόνος για την διαπίστωση των παραβάσεων είναι ο χρόνος διαπίστωσης της παράβασης και αληθής υποτιθέμενος ο εν λόγω ισχυρισμός ανεξαρτήτως της βασιμότητάς του δεν αναιρεί, τις εν λόγω παραβάσεις.

Επειδή, από τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις των επιθεωρητών, που περιέχονται στις από 11 και 21/9/2006 αντίστοιχα εκθέσεις αυτοψίας και ελέγχου, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε τηρήσει τους περιβαλλοντικούς όρους που είχαν εγκριθεί για την βιομηχανία της (επεξεργασίας γάλακτος) και συνεπώς υπέπεσε στις παραπάνω αποδιδόμενες στην ίδια παραβάσεις. Για το λόγο αυτό νόμιμα επιβλήθηκε σε βάρος της, κατ΄εφαρμογή των άρθρων 9 του ν. 2947/2001 και 30 παρ. 1 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του ν.3010/2002, το συνολικό ένδικο πρόστιμο ποσού 18.000 ευρώ, οι αντίθετοι δε ισχυρισμοί, που προβάλλονται με την κρινόμενη προσφυγή, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Το ύψος δε του προστίμου για κάθε βεβαιωθείσα παράβαση, για το οποίο, άλλωστε, δεν προβάλλονται από την προσφεύγουσα ειδικότεροι λόγοι, ανταποκρίνεται στο είδος και τη βαρύτητα εκάστης αυτών (παραβάσεων) σε σχέση με το είδος της βιομηχανίας της (τυροκομείο) και πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου λόγος της κρινόμενης προσφυγής.

Επειδή, μετά τα παραπάνω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου του παραβόλου που καταβλήθηκε, να μην καταλογισθούν, δε, σε βάρος της προσφεύγουσας τα δικαστικά έξοδα της καθής η προσφυγή Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης καθόσον δεν υποβλήθηκε από την τελευταία σχετικό αίτημα, σύμφωνα με το άρθρο 275 παρ. 7 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα.