ΜΙΣΘΩΣΗ ΕΡΓΟΥ – ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ – ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ - ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση απευθύνεται κατά τον νικήσαντος αντιδίκου του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ή εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει υπέρ αυτού διάταξη, η οποία να βλάπτει τον εκκαλούντα, διότι στις περιπτώσεις αυτές λείπει το έννομο συμφέρον και η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Σε περίπτωση ενώσεως προσώπων ή εταιρίας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή αδικοπραξίας απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτη για τη δεύτερη εναγομένη για το λόγο ότι αυτή ως Κοινοπραξία στερείται νομικής προσωπικότητας και δεν νομιμοποιείται παθητικά ως διάδικος, κρίση η οποία είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ο σχετικός έβδομος λόγος έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο πλήττεται η διάταξη αυτή της εκκαλουμένης είναι κατ’ ουσίαν βάσιμος.

 

 

 

 

Αριθμός

42/ 2013

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αντώνιο Πλακίδα Πρόεδρο Εφετών, Παναγιώτα Δάλλα - Κατσίκα και Μαρία Βασδέκη - Eισηγήτρια, Εφέτες, και από την Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Σεπτεμβρίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

Α. ΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΕΡΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Πατσαντάρα.

ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Θ.Π. του Δ., κατοίκου Πειραιώς, 2) Μ.Α. του Ν., κατοίκου Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Κοκκαλιάρη και 3) Κοινοπραξίας με την επωνυμία «Κ/Ξ .......... Α.Τ.Ε.Ε. - ............ Α.Ε.», που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρκέλλα Σαραλά.

Β. ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Θ.Π. του Δ., κατοίκου Πειραιώς, 2) Μ.Α. του Ν., κατοίκου Πειραιώς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπύρο Κοκκαλιάρη.

ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΠΑ Αττικής», που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αικατερίνη Πατσαντάρα και 2) Κοινοπραξίας με την επωνυμία «Κ/Ξ ............ Α.Τ.Ε.Ε. - .............. Α.Ε.», που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαρκέλλα Σαραλά.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν, α) οι με στοιχ. Α΄ εφεσίβλητοι – Β΄ εκκαλούντες Θ.Π. και Μ.Α., την από 30-1-2005 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1100/2005 αγωγή, β) η με στοιχ. Α΄ εκκαλούσα – Β΄ εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΕΡΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε.», την από 24-10-2005 και με αριθ. εκθ. καταθ. 8130/2005 ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση, γ) η με στοιχ. Α΄ - Β΄ εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «Κ/Ξ ............ Α.Τ.Ε.Ε. - ............. Α.Ε.», την από 25-10-2005 και με αριθ. εκθ. καταθ. 8415/2005 προσεπίκληση, δ) η εταιρεία με την επωνυμία «............. Α.Ε.Γ.Α.», την από 29-11-2005 και με αριθ. εκθ. καταθ. 160/2006 πρόσθετη παρέμβαση, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 243/2007 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε τα αναφερόμενα σ’ αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, α) οι ενάγοντες – καθών η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη με στοιχ. Α΄ εφεσίβλητοι – Β΄ εκκαλούντες Θ.Π. και Μ.Α., με την από 19-8-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 52/2010 έφεση και β) η εναγομένη – προσεπικαλούσα – αναγκαστικώς παρεμβαίνουσα – υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση και ήδη με στοιχ. Α΄ εκκαλούσα – Β΄ εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΕΡΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε.», με την από 10-11-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 59/2010 έφεση, των οποίων (εφέσεων) δικάσιμος ορίστηκε η 15η-4-2010, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε.

Ήδη, α) με την από 16-9-2010 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1148/2011 αίτηση - κλήση της με στοιχ. Α΄ εκκαλούσας – Β΄ εφεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΕΡΙΟΥ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε.» και β) με την από 16-9-2011 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1207/2011 κλήση των με στοιχ. Α΄ εφεσιβλήτων – Β΄ εκκαλούντων Θ.Π. και Μ.Α., επαναφέρεται προς εκδίκαση η προκείμενη υπόθεση, στη δικάσιμο της 20ης Σεπτεμβρίου 2011 και κατόπιν αναβολής, σε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού έλαβαν διαδοχικά το λόγο από τον Πρόεδρο, αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ασκήθηκαν Α) η από 30/1/2005 αγωγή, με την οποία οι ενάγοντες, επικαλούμενοι ότι το αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πρώτου από αυτούς, το οποίο οδηγούσε ο δεύτερος, ενώ εκινείτο επί της οδού Συραγγείου στον Πειραιά, έπεσε σε όρυγμα, το οποίο είχε ανοίξει στο οδόστρωμα η δεύτερη των εναγομένων Κοινοπραξία για τις ανάγκες του έργου παροχής φυσικού αερίου, την εκτέλεση του οποίου είχε αναλάβει ως εργολάβος από την πρώτη εναγομένη, φορέα του έργου και εργοδότη, υπό την ασφαλιστική κάλυψη της τρίτης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας «............», ζήτησαν να υποχρεωθούν οι πιο πάνω εναγόμενοι και ο τέταρτος εναγόμενος Δήμος Πειραιά, ως εις ολόκληρο ευθυνόμενοι για τις προξενηθείσες ζημίες, να τους καταβάλουν στον πρώτο 15.469,49 ευρώ ως αποζημίωση και στο δεύτερο 6.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, Β) η από 24/10/2005 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση της πρώτης εναγομένης (ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ Α.Ε.) κατά της ασφαλιστικής εταιρίας «........... A.E.Γ.Α.», Γ) η από 25/10/2005 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης εναγομένης Κοινοπραξίας κατά της τρίτης εναγομένης και Δ) η από 29/11/2005 πρόσθετη παρέμβαση της ασφαλιστικής εταιρίας ........... Α.Ε.Γ.Α. υπέρ της πρώτης εναγομένης. Οι πιο πάνω υποθέσεις συνεκδικάστηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθ. 243/2007 απόφαση, με την οποία απορρίφθηκαν ως αόριστες οι από 24/10/2005 και 25/10/2005 προσεπικλήσεις σε αναγκαστική παρέμβαση, απορρίφθηκε η αγωγή ως προς τη δεύτερη τρίτη και τέταρτο των εναγομένων και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως προς την πρώτη των εναγομένων ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες στον πρώτο από αυτούς 4.958,39 ευρώ και στο δεύτερο 800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται α) με την από 19/8/2009 έφεσή τους οι ενάγοντες στρεφομένη κατά της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων (ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗΣ και Κοινοπραξίας) και β) η πρώτη των εναγομένων με την από 10/11/2009 έφεσή της στρεφομένη κατά των εναγόντων της δεύτερης εναγομένης Κοινοπραξίας και της προσεπικληθείσας - υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβαίνουσας ασφαλιστικής εταιρίας ............... Α.Ε.Γ.Α., ζητώντας την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης με σκοπό κατά τους ενάγοντες να γίνει πλήρως δεκτή η αγωγή τους ως προς τις δύο αυτές εναγόμενες και κατά την πρώτη εναγομένη να απορριφθεί ως προς αυτή η αγωγή. Οι πιο πάνω ένδικες εφέσεις έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ του προφανούς συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 517 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η έφεση απευθύνεται κατά τον νικήσαντος αντιδίκου του εκκαλούντος στην πρωτόδικη δίκη, όχι δε και κατά του ομοδίκου του ή εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του εκκαλούντος, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει υπέρ αυτού διάταξη, η οποία να βλάπτει τον εκκαλούντα, διότι στις περιπτώσεις αυτές λείπει το έννομο συμφέρον και η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (Ολ ΑΠ 24/1997 Δνη 38,1516, ΑΠ 81/1993 ΝοΒ 1994,60, Σαμ. Σαμουήλ «Η έφεση» έκδ. 2003, παρ. 336, 338). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η από 10/11/2009 έφεση της πρώτης εναγομένης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ομοδίκου της κοινοπραξίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η ίδια έφεση, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπέρ αυτής (πρώτης εναγομένης) παρεμβαίνουσας ασφαλιστικής εταιρίας .............., δεν εισάγεται με κλήσηπρος συζήτηση, η οποία και δεν έχει επιδοθεί στην τελευταία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 62 και 64 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 951 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2 η αναγκαστική εκτέλεση (για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων) γίνεται στην κοινή περιουσία τους, προκύπτει ότι οι εταιρίες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ενώσεις νομικών ή φυσικών προσώπων με πρόθεση εταιρικής συνεργασίας και ενέργεια εμπορικών πράξεων με εταιρικό σκοπό (κοινοπραξίες), μολονότι δεν είναι αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μπορούν κατ’ εξαίρεση του κανόνα της πρώτης παραγράφου του άρθρου 62 ΚΠολΔ, που υπαγορεύτηκε από την ανάγκη της δικονομικής διευκόλυνσης των συναλλασσομένων με την ένωση τρίτων, να είναι διάδικοι και να παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα που κατά το καταστατικό της αντιπροσωπεύουν ή που διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους. Εφόσον, δεν απονεμήθηκε από το νομοθέτη στις εν λόγω εταιρίες και ενώσεις προσώπων η ικανότητα να είναι διάδικοι, είναι αυτονόητο ότι αυτές είναι και φορείς των κατ’ ιδίαν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μελών τους και κατ’ επέκταση νομιμοποιούνται να ενάγουν και να ενάγονται ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Η άποψη ότι οι ανωτέρω ενώσεις και εταιρίες είναι μόνο υποκείμενα της διαδικασίας, ενώ υποκείμενα της έννομης σχέσης της δίκης και της επίδικης έννομης σχέσης είναι τα κατ’ ιδίαν μέλη αυτών, είναι αντίθετη προς το γράμμα και το πνεύμα των ανωτέρω διατάξεων, επιπλέον δε διασπά χωρίς λόγο την καθιερωμένη τυπική έννοια του διαδίκου και εισάγει την έννοια του υποκειμένου της διαδικασίας ως έννοιας διάφορης του υποκειμένου της έννομης σχέσης της δίκης, ενώ αυτά, εφόσον ως διαδικασία νοείται το σύνολο των διαδοχικών διαδικαστικών πράξεων δια των οποίων αρχίζει, εξελίσσεται και περατούται η έννομη σχέση της δίκης, δεν μπορεί παρά να ταυτίζονται και τέλος καθιερώνει διάκριση μεταξύ κανόνων που ρυθμίζουν την έννομη σχέση της δίκης και κανόνων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, η οποία όμως δεν απορρέει από καμιά διάταξη του ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 118 και 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, σε περίπτωση ενώσεως προσώπων ή εταιρίας χωρίς νομική προσωπικότητα, για το κύρος του δικογράφου της αγωγής, είτε αυτή ενάγει είτε ενάγεται, αρκεί η μνεία της επωνυμίας της κατά τρόπο που να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα αυτής, χωρίς να απαιτείται να μνημονεύονται τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που την αποτελούν ούτε το ποσοστό συμμετοχής του καθενός στο επίδικο ουσιαστικό δικαίωμα (Ολ ΑΠ 14/2007 Δνη 48, 983 Εφ.Αθ.5832/1998 Δνη 50, 244). Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή αδικοπραξίας απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως απαράδεκτη για τη δεύτερη εναγομένη για το λόγο ότι αυτή ως Κοινοπραξία στερείται νομικής προσωπικότητας και δεν νομιμοποιείται παθητικά ως διάδικος, κρίση η οποία είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη και ο σχετικός έβδομος λόγος έφεσης των εναγόντων, με τον οποίο πλήττεται η διάταξη αυτή της εκκαλουμένης είναι κατ’ ουσίαν βάσιμος.

Περαιτέρω, επί μισθώσεως έργου, πρόστηση του εργολάβου από τον εργοδότη κατ’ αρχήν δεν υπάρχει, όμως υφίσταται πρόστηση όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση ο εργοδότης, ρητώς ή σιωπηρώς ιδίως εκ της φύσεως του έργου, επιφύλαξε στον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτέλεσης του έργου και ειδικότερα το δικαίωμα παροχής οδηγιών στον εργολάβο. Επομένως, προκειμένου περί αγωγής αδικοπραξίας, στρεφομένης κατά του υπαιτίου του ατυχήματος ως και κατά εκείνου, ο οποίος με σύμβαση μισθώσεως έργου ανέθεσε στον υπαίτιο την εκτέλεση του έργου, όπου συνέβη το ατύχημα, πρέπει, για τη θεμελίωσή της να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της διεύθυνσης και επίβλεψης του έργου από τον εργοδότη, τα οποία θεμελιώνουν την εκκαλούμενη ιδιότητα του τελευταίου ως προστήσαντος τον υπαίτιο εργολάβο (ΑΠ 1084/2003 Δνη 46,80). Στο δικόγραφο της προκειμένης αγωγής δεν εκτίθενται περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη, κυρία του έργου κατά την εκτέλεση του οποίου συνέβη το ατύχημα, είχε επιφυλάξει για τον εαυτό της το δικαίωμα της διεύθυνσης και επίβλεψης των εργασιών, ώστε αυτή (πρώτη εναγομένη) να έχει την ιδιότητα της προστήσασας και να θεμελιώνεται ευθύνη της από την αδικοπραξία. ΄Εσφαλε επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε νόμιμη και (εν μέρει) κατ’ ουσίαν βάσιμη την αγωγή καθόσον μέρος αυτή αφορούσε την πρώτη εναγομένη, όπως βάσιμα η τελευταία υποστηρίζει με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 8/11/2003 και ώρα 21.00΄ ο δεύτερος των εναγόντων οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...-....., εργοστασίου MERCEDES, ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στην κυριότητα του πρώτου ενάγοντος και έβαινε επί της οδού Συραγγείου στην περιοχή της Καστέλας Πειραιά, η οποία για τους κατευθυνόμενους προς την οδό Γρηγορίου Ε΄ έχει ανηφορική κλίση, όπου, όταν έφθασε στη διασταύρωση των δύο αυτών οδών, κατά την πραγματοποίηση δεξιάς ως προς την πορεία του στροφής, το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του βυθίστηκε σε ανοικτό όρυγμα πλάτους 1,20 μ. και βάθους 1 μ. που υπήρχε στο οδόστρωμα. Την τάφρο εντός του οδοστρώματος είχε διανοίξει η δεύτερη των εναγομένων Κοινοπραξία, η οποία με σύμβαση έργου, που είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγομένη Εταιρία Παροχής Αερίου Α.Ε., είχε αναλάβει την εγκατάσταση υπογείων δικτύων διανομής φυσικού αερίου στην περιοχή Αττικής. Αποτέλεσμα ήταν το αυτοκίνητο, το οποίο χρειάστηκε την επέμβαση οδικής βοήθειας για να ανασυρθεί, να υποστεί ζημίες κυρίως στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του και στο κάτω μέρος του αμαξώματος. Το ατύχημα οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα της εργολάβου, δεύτερης εναγομένης Κοινοπραξίας, η οποία δια των αρμοδίων οργάνων της δεν μερίμνησε για τη λήψη των απαιτουμένων προστατευτικών μέτρων και τη συνεχή διατήρησή τους σε καλή κατάσταση με την τοποθέτηση σταθερού πλέγματος γύρω από το όρυγμα και τη σήμανσή του με κατάλληλο αναλάμποντα φανό ώστε να επισημαίνεται ο κίνδυνος στους χρήστες της οδού, καθώς ο τεχνικός φωτισμός από την κολώνα της ΔΕΗ δεν επαρκούσε να γίνεται εγκαίρως από ικανή απόσταση αντιληπτό το χαντάκι από τους διερχόμενους οδηγούς και, υπό τις περιστάσεις αυτές, καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον ενάγοντα οδηγό. Για την αποκατάσταση των φθορών του αυτοκινήτου του, ο πρώτος των εναγόντων υποχρεώθηκε να δαπανήσει α) το ποσό των 3.321,19 ευρώ και 99,91 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών ειδών, σύμφωνα με τα υπ’ αριθ. ...../1-12-2003 και ...../17-12-2003 τιμολόγια πώλησης της εταιρίας «MERCEDES ΒΕΝΖ – ............. ΟΕ», ήτοι συνολικά 3.421,10 ευρώ και β) για τις εργασίες επισκευής - φανοποιΐας και εγκατάστασης καταλύτη 896,80 ευρώ και 141,60 ευρώ αντιστοίχως και συνολικά 1.038,40 ευρώ, σύμφωνα με τις υπ’ αριθ. ...../10-12-2003 και ...../1-12-2003 αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Επιπλέον, ο πρώτος ενάγων κατέβαλε και το ποσό των 9,99 ευρώ για την προμήθεια νέας κάρτας καυσαερίων, δαπάνη η οποία ήταν αναγκαία μετά την αντικατάσταση του καταλύτη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμα τα κονδύλια των 99,91 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών, 141,60 ευρώ για τις εργασίες επισκευής, 259,60 ευρώ που αφορά τη δαπάνη επισκευής της οπίσθιας αριστερής πόρτας, η οποία υπέστη βλάβη (βαθούλωμα) από τους ιμάντες τους οποίους χρησιμοποίησαν οι υπάλληλοι της ΕΛΠΑ για την ανέλκυση του αυτοκινήτου από το χαντάκι, ως μη συνδεόμενη αιτιωδώς με το ατύχημα και 9,99 ευρώ για την κάρτα καυσαερίων, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγοντες με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσής τους. Το ζημιωθέν αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES 420 SEL, που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το έτος 1993 και είχε διανύσει περίπου 100.000 χιλιόμετρα, υπέστη μείωση της αγοραστικής του αξίας κατά το ποσό των 1.000 ευρώ, δεδομένου ότι, η προ του ατυχήματος αγοραστική του αξία δεν υπερέβαινε το ποσό των 30.000 ευρώ και η επισκευή του έγινε με την τοποθέτηση νέων ανταλλακτικών ειδών σε συνεργείο επιλογής του ενάγοντος, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτομένου ως αβασίμου του πέμπτου λόγου έφεσης των εναγόντων. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος, δεύτερος των εναγόντων, υπέστη από το δυνατό τράνταγμα κατά την πτώση του αυτοκινήτου ελαφρύ τραυματισμό και συγκεκριμένα μικρό μώλωπα ινιακής χώρας και για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης και της στενοχώριας που δοκίμασε από το απρόοπτο συμβάν κατά την ημέρα μάλιστα της ονομαστικής του εορτής, πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 800 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο ενόψει των συνθηκών που έλαβε χώρα το ατύχημα, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων οργάνων της δεύτερης εναγομένης, του μεγέθους του τραυματισμού και της περιουσιακής και κοινωνικής θέσεως των μερών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που προσδιόρισε τη δικαιούμενη από το δεύτερο ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση στο ίδιο ποσό, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως αβασίμου του έκτου λόγου έφεσης των εναγόντων με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι εφέσεις, κατά το μέρος που, κατά τα παραπάνω, εισάγονται και κρίθηκαν παραδεκτές, ως βάσιμες και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τις διατάξεις της που αφορούν την πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, να κρατηθεί η υπόθεση ως προς τις εναγόμενες αυτές προς κατ’ ουσίαν εκδίκαση και να απορριφθεί η αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ΕΠΑ Αττικής και να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς τη δεύτερη Κοινοπραξία, η οποία υποχρεούται να καταβάλει στους ενάγοντες στον πρώτο από αυτούς 5.469,49 ευρώ και στο δεύτερο 800 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Εξάλλου, οι ενάγοντες πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη της πρώτης εναγομένης, λόγω της ήττας τους και η δεύτερη εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ η εκκαλούσα ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε. στη δικαστική δαπάνη της τρίτης εφεσίβλητης Κοινοπραξίας του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 178, 183 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Συνεκδικάζει τις από 19/8/2009 και 10/11/2009 εφέσεις.

Απορρίπτει την από 10/11/2009 έφεση κατά της τρίτης εφεσίβλητης Κοινοπραξίας «Κ/Ξ .......... Α.Τ.Ε.Ε. - .............. Α.Ε.».

Καταδικάζει την εκκαλούσα ΕΠΑ ΑΤΤΙΚΗ Α.Ε. στη δικαστική δαπάνη της άνω εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας και την ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά και κατ’ ουσίαν τις εφέσεις του (την από 10-11-2009 κατά το μέρος που εισάγεται).

Εξαφανίζει κατά το σχετικό μέρος της την υπ’ αριθ. 243/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν ως προς τις δύο πρώτες εναγόμενες.

Απορρίπτει την από 30/1/2005 αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη « Εταιρία Παροχής Αερίου Αττική Α.Ε.» και δέχεται εν μέρει αυτή ως προς τη δεύτερη εναγομένη Κοινοπραξία «Κ/Ξ .............. Α.Τ.Ε.E. - .............. Α.Ε.».

Υποχρεώνει τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες, στον πρώτο από αυτούς πέντε χιλιάδες τετρακόσια εξήντα εννέα ευρώ και σαράντα εννέα λεπτά (5.469,49 ευρώ) και στο δεύτερο οκτακόσια (800) ευρώ, όλα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Και

Καταδικάζει τους ενάγοντες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης εναγομένης, την οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ και τη δεύτερη εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Kρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 17 Ιανουαρίου 2013 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου στις 31 Ιανουαρίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

****************

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ

 


 

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 64

16.09.1968

ΑΝΙΚΑΝΟΙ – ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

ΕΝΩΣΕΙΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ – ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΔΙΑΔΙΚΟΙ ,ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ,ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΝΙΚΑΝΩΝ ΔΙ' ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ ,ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙ' ΕΚΠΡΟΣΩΠΩΝ ,ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΕΝΩΣΕΩΝ

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

1. Οσοι είναι ανίκανοι να παρίστανται στο δικαστήριο με το δικό τους όνομα εκπροσωπούνται από τους νόμιμους αντιπροσώπους τους.

2. Τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί. Στις περιπτώσεις που χρειάζεται προηγούμενη άδεια για την διεξαγωγή της δίκης, η απεριόριστη χορήγησή της περιλαμβάνει και τη δίκη κατ' έφεση, αναψηλάφηση και αναίρεση. 3. Οι ενώσεις προσώπων που επιδιώκουν κάποιο σκοπό, χωρίς να αποτελούν σωματείο, καθώς και οι εταιρείες που δεν έχουν νομική προσωπικότητα παρίστανται στο δικαστήριο με τα πρόσωπα, στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση των υποθέσεών τους.

4. Αν δεν υπάρχει διάταξη που ρυθμίζει τη δικαστική παράσταση των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3, τα πρόσωπα αυτά εκπροσωπούνται από όποιους τα αντιπροσωπεύουν στις συναλλακτικές τους σχέσεις.

 

 

 


ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 68

16.09.1968

ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ (Δικαίωμα Δικαστικής Προστασίας)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΕΝΝΟΜΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ,ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον.

 

 

 

 


ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 118

16.09.1968

ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ (κΠολΔ)

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ,ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ ,ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΠΕΜΠΤΟ

Δικόγραφα

Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν 1) το δικαστήριο ή το δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη, 2) το είδος του δικογράφου, 3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο και την κατοικία όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία και την έδρα τους, 4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και 5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νόμιμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.

 

 

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 951

16.09.1968

ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ,ΜΕΣΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ,ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΑΞΙΩΣΕΙΣ ,ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ,ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ ,ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΚΑΤΑ ΕΝΩΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ,ΕΚΤΑΣΗ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗΣ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

1. Η αναγκαστική εκτέλεση για να ικανοποιηθεί χρηματική απαίτηση γίνεται με κατάσχεση περιουσίας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση ή με αναγκαστική διαχείριση ή με προσωπική κράτηση. Οταν πρόκειται για ένωση προσώπων του άρθρου 62 παρ. 2, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται στην κοινή περιουσία τους.

2. Η κατάσχεση δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε περισσότερα από όσα χρειάζονται για να ικανοποιηθεί η απαίτηση και για να καλυφθούν τα έξοδα της εκτέλεσης.

 

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

 

Άρθρο 216

16.09.1968

ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ – ΟΡΙΣΜΕΝΟ – ΑΟΡΙΣΤΙΑ


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΑΣΚΗΣΗ ΑΓΩΓΗΣ ,ΣΤΟΙΧΕΙΑ ,ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΒΑΣΗ ,ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ,ΑΙΤΗΜΑ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

1. Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα.

2. Στην αγωγή αναφέρεται α) προκειμένου για δίκες περιουσιακών σχέσεων η χρηματική αξία του επίδικου αντικειμένου και β) τα στοιχεία που θεμελιώνουν την αρμοδιότητα του δικαστηρίου.

 

 

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Άρθρο 517

16.09.1968

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ – ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ (Έφεση)


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ,ΕΦΕΣΗ ,ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΙ ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΟΜΟΔΙΚΙΑ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

 

 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Άρθρο 914

23.02.1946

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ

Εννοια.


ΕΝΟΧΕΣ ,ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟ ΕΝΑΤΟ

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΕΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ

Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

 

 

 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

Άρθρο 922

23.02.1946

 

ΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΣΤΗΣΑΝΤΟΣ

 

 
 

ΕΝΟΧΕΣ ,ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ,ΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΣΤΗΣΑΝΤΟΣ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Άρθρο 932

23.02.1946

 

ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ

 


ΕΝΟΧΕΣ ,ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ,ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ,ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

Σχόλια
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133/28.6.2006), η -κατά το π α ρ ό ν άρθρο- χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του ανωτέρω νόμου ορίζεται, κατ' ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ), εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (Α΄ 232/24.10.2006), η κατά το π α ρ ό ν άρθρο χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος για μία από τις πράξεις του ανωτέρω νόμου, δ ε ν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ, ε κ τ ό ς αν ο ίδιος ο παθών ζήτησε μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο ποσό.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

 

 **************

 

 

 

 

 


ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ – ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

Το μόνο κεφάλαιο που εξετάζεται στην παρούσα δίκη είναι εκείνο της αξίωσης επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στους αδελφούς του θανόντος, Αλβανούς υπηκόους, όπως ήταν και ο θανών. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, κατ’ ακολουθίαν και στην περίπτωση που με διάπραξη αδικήματος επήλθε θάνατος αλλοδαπού στην Ελλάδα η αδικοπρακτική ενοχή θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, οπότε κατά το δίκαιο αυτό τα μέλη της οικογένειας του θύματος, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί, θα δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης. Ο θανών ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα, κατέχοντας άδεια εργασίας, ως εργάτης και η οικογένειά του, αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τέσσερα ανήλικα τέκνα, ζούσε στην Αλβανία στηριζόμενη στη δική του οικονομική βοήθεια. Στην Αλβανία ζούσαν και οι τρεις από τους τέσσερις αδελφούς του ενώ ο τέταρτος ζούσε στην Ελλάδα. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αδελφών του ήταν παρόμοια με εκείνη του θανόντος. Οι σχέσεις του θανόντος με τους αδελφούς του ήταν καλές και ο θάνατός του τους προξένησε ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αν ληφθούν υπόψη ο βαθμός υπαιτιότητας του υπαιτίου οδηγού, η συγγενική σχέση του θανόντος με τους εν προκειμένω ενάγοντες και ο ανάλογος βαθμός της οδύνης.

 

Αριθμός: 43/2013

ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αικατερίνη Πάνταινα, Πρόεδρο Εφετών, Χαράλαμπο Παπακώστα και Μόρφω Γκίκα, Εισηγήτρια, Εφέτες και τη Γραμματέα Καλυψώ Πολυχρονάκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Mαρτίου 2013 για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αιτούντων-καλούντων- εφεσιβλήτων: 1) ... 3)..., κατοίκων Τιράνων Αλβανίας και 4) ..., κατοίκου Λιανοκλαδίου Φθιώτιδας που παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Καλαντζή.

Του καθού η αίτηση-κλήση -εκκαλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία «Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων», που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενο, το οποίο παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Παναγιώτη Παναγιωτακόπουλου.

Οι αιτούντες-καλούντες με την υπ. αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 62/16-5-2012 αίτηση-κλήση τους, που απηύθυναν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση μετά από αναίρεση της υπ. αριθμ.137/2009 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου με την υπ. αριθμ. 207/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν αυτές δεκτές.

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Με την από 15-5-2012 κλήση των εφεσιβλήτων ..., νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση, υπ. αριθμ. κατάθ. 107/8-5-2008 έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, του εφεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου κατά της υπ. αριθμ. 108/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667, 670-676 και 681Α ΚΠολΔικ, μετά την έκδοση της υπ. αριθμ. 207/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η επί της έφεσης αυτής εκδοθείσα υπ. αριθμ. 137/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο προς εκδίκαση.

Οι ως άνω καλούντες, με την υπ.αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 2957/ΕΓα 315/17-7-2006 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, την οποία είχαν ασκήσει μαζί με την ενάγουσες ..., για τον εαυτό της ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της και την ..., οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, ισχυρίσθηκαν ότι ο πρώτος εναγόμενος ..., ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οδηγώντας αυτοκινούμενη μπετονιέρα άνευ αριθμού κυκλοφορίας και ανασφάλιστη τραυμάτισε θανάσιμα τον ..., αδελφό των ως άνω καλούντων, προξενώντας σε αυτούς ψυχική οδύνη για την οποία ζήτησαν να τους επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ στον καθένα, από το οποίο ο πέμπτος αφαίρεσε το ποσό των 44 ευρώ για να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων. Επί της αγωγής αυτής και όσον αφορά τους καλούντες, εκδόθηκε η υπ. αριθμ. 137/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία μετά την εξαφάνιση της υπ. αριθμ. 108/2008 απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε κάνει δεκτή, ως εν μέρει κατ’ουσίαν βάσιμη, την ένδικη αγωγή, απέρριψε αυτή κατ’ουσίαν. Μετά την άσκηση της από 6-10-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής , στρεφόμενης μόνο κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, όπως είχε γίνει και με την έφεση, η οποία επίσης είχε στραφεί μόνο εναντίον του Επικουρικού Κεφαλαίου, εκδόθηκε η προαναφερόμενη υπ. αριθμ. 207/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η εν λόγω απόφαση του Εφετείου(137/2009) για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, οπότε παραδεκτώς, κατά τα προεκτεθέντα, εισάγεται προς συζήτηση.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδρίασης, την υπ. αριθμ. 216/2007 ένορκη, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λαμίας, βεβαίωση που λήφθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα μετά από προηγούμενη κλήτευση των εναγομένων(υπ. αριθμ. 3.643Β, 3.642Β/8-10-2007 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Λαμίας ... και υπ. αριθμ.2.996Β/9-10-2007 και υπ. αριθμ.7.662Δ/8-10-2007 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών στο πρωτοδικείο Αθηνών ... και ..., αντίστοιχα) και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Επί της άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ. αριθμ. 108/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας με την οποία μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, που έγινε στο Μαυρίλο Φθιώτιδας και του εξαιτίας αυτού επελθόντος θανάτου του αδελφού των εν προκειμένω καλούντων ήταν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, το οποίο ήταν ανασφάλιστο. Το εκκαλούν δεν παραπονείται για το κεφάλαιο της υπαιτιότητας και το κεφάλαιο αυτό δεν μεταβιβάζεται στο παρόν Δικαστήριο. Το μόνο κεφάλαιο που εξετάζεται στην παρούσα δίκη είναι εκείνο της αξίωσης επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, στους αδελφούς του θανόντος, Αλβανούς υπηκόους, όπως ήταν και ο θανών. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 26 ΑΚ οι ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου διαπράχθηκε το αδίκημα, κατ’ ακολουθίαν και στην περίπτωση που με διάπραξη αδικήματος επήλθε θάνατος αλλοδαπού στην Ελλάδα η αδικοπρακτική ενοχή θα διέπεται από το ελληνικό δίκαιο, οπότε κατά το δίκαιο αυτό τα μέλη της οικογένειας του θύματος, στα οποία περιλαμβάνονται και οι αδελφοί, θα δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης Ο θανών ... ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα, κατέχοντας άδεια εργασίας, ως εργάτης και η οικογένειά του, αποτελούμενη από τη σύζυγό του και τέσσερα ανήλικα τέκνα, ζούσε στην Αλβανία στηριζόμενη στη δική του οικονομική βοήθεια. Στην Αλβανία ζούσαν και οι τρεις από τους τέσσερις αδελφούς του ενώ ο τέταρτος ζούσε στην Ελλάδα. Η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των αδελφών του ήταν παρόμοια με εκείνη του θανόντος. Οι σχέσεις του θανόντος με τους αδελφούς του ήταν καλές και ο θάνατός του τους προξένησε ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικασθεί, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αν ληφθούν υπόψη ο βαθμός υπαιτιότητας του υπαιτίου οδηγού, η συγγενική σχέση του θανόντος με τους εν προκειμένω ενάγοντες και ο ανάλογος βαθμός της οδύνης, που δοκίμασαν, η ηλικία του(42 ετών) και η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εκτός από εκείνη του Επικουρικού Κεφαλαίου του οποίου η ευθύνη είναι εγγυητική, το ποσό των 7.000 ευρώ στον καθένα, από το οποίο, ως προς τον τέταρτο ..., πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να το ζητήσει στα ποινικά δικαστήρια, κατά την παράστασή του ως πολιτικώς ενάγων. Επομένως η αγωγή ως προς τους ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή ως εν μέρει κατ’ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει σε καθέναν από τους άνω ενάγοντες το ποσό των 7.000 ευρώ, πλην του τελευταίου στον οποίο θα καταβάλει το ποσό των 6.956 ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι οι ανωτέρω δικαιούνται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, μείον το ποσό των 44 ευρώ ο τελευταίος, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση και οι μετ’αυτής συνεκδικαζόμενοι πρόσθετοι λόγοι, ως κατ’ουσίαν βάσιμοι, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και να γίνει δεκτή η αγωγή κατά τα ανωτέρω και τα στο διατακτικό οριζόμενα. Τα δικαστικά έξοδα των άνω εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αίτηματός τους, θα επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου και ανάλογα με το βαθμό της ήττας του (άρθρα 106, 178 παρ.1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά το μέρος, που παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την υπ. αριθμ. 207/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Εξαφανίζει την υπ. αριθμ. 108/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στους ενάγοντες ....

Κρατεί την υπόθεση

Δικάζει την υπ. αριθμ. έκθεσης κατάθεσης 2.957/ΕΓα 315/17-7-2006 αγωγή ως προς τους ενάγοντες αυτούς.

 

Δέχεται αυτή κατά ένα μέρος.

 

Υποχρεώνει το εναγόμενο Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλει σε καθέναν από τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο των άνω εναγόντων το ποσό των επτά χιλιάδων (7.000) ευρώ και στον τέταρτο αυτών το ποσό των έξι χιλιάδων εννεακοσίων πενήντα έξι (6.956) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Καταδικάζει το εκκαλούν-εναγόμενο στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων-εναγομένων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και ορίζει αυτά στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων (1.400) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Λαμία στις 25 Απριλίου 2013 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 14 Μαΐου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων αυτών.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

**********

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ Ή ΜΗ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Άρθρο 676

16.09.1968

ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ (Εργατικές Διαφορές)


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ,ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ,ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Σχόλια
*** Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133/28.6.2006), οι απαιτήσεις του ανωτέρω άρθρου εκδικάζονται κατά τη διαδικασία του π α ρ ό ν τ ο ς άρθρου, ανεξάρτητα από την έκδοση ή μη απόφασης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα ή της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών για τη διαπίστωση παρανομίας ή την άσκηση ποινικής δίωξης.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

*** Αν γίνει δεκτή αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, το δικαστήριο προχωρεί στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

 

Άρθρο 681Α

13.10.1977

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ,ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ,ΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ,ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Σχόλια
Το παρόν άρθρο προστέθηκε με το άρθρο 5 Ν.733/1977 (ΦΕΚ Α΄ 309/13.10.1977). Στο άρθρο 7 παρ. 3 του νδ 1544/1942 (Α΄189) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012 ΦΕΚ Α 51/12.3.2012 ορίζεται ότι :" Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού".

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑΤΟ

Διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του

Κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 που εφαρμόζονται ανάλογα, δικάζονται οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες που έχουν προκληθεί από αυτοκίνητο μεταξύ των δικαιούχων ή των διαδόχων τους και εκείνων που έχουν την υποχρέωση να καταβάλουν αποζημίωση ή των διαδόχων τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου μεταξύ των ασφαλιστικών εταιριών και των ασφαλισμένων ή των διαδόχων τους.

 

*****************

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ – ΔΑΠΑΝΕΣ – ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ – ΔΑΠΑΝΕΣ ΓΙΑ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ ΓΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ

Ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του εκκαλούντος προκύπτει ότι εκτίθενται σ’ αυτήν όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξιώσεως του ενάγοντος από το άρθρο 931 ΑΚ και συνεπώς και για το ορισμένο αυτής. Ειδικότερα, στα κεφάλαια «Επί του τραυματισμού μου» και «Γ. Τραυματισμός - Αποζημίωση - Ηθική βλάβη», γίνεται λεπτομερής αναφορά των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος και με σαφήνεια εκτίθεται ότι η σπληνεκτομή και η νεφρεκτομή στις οποίες υποβλήθηκε, λόγω των κακώσεων αυτών, τον καθιστούν άτομο ανάπηρο και ότι η αναπηρία του αυτή θα επηρεάσει στο μέλλον δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη καθώς δεν θα μπορεί να ασκεί πλέον, χωρίς κίνδυνο της υγείας του, επάγγελμα που προκαλεί καταπόνηση, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζονται οι δυνατότητές του για επαγγελματική αποκατάσταση. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή αποζημιώσεως, βάσει της ΑΚ 931, είναι πρωτίστως αόριστο και απορριπτέο, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη. Τέλος Επιδίκαση Δαπανών βελτιωμένης τροφής. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο που αφορά τις δαπάνες βελτιωμένης τροφής έσφαλε κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης. Β) ο ενάγων λόγω του προαναφερόμενου σοβαρού τραυματισμού του αδυνατούσε πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί τόσο κατά το διάστημα της  νοσηλείας του στο παραπάνω Νοσοκομείο όσο και για δύο μήνες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου. Τις αναγκαίες αυτές υπηρεσίες παρείχαν ολόκληρο το 24ωρο, η μητέρα του και η αδελφή του, ανά 12 ώρες η κάθε μια, με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και καθ’ υπέρβαση της συνήθους ηθικής υποχρέωσης απέναντι στο γιό και αδελφό τους, αντίστοιχα. Εάν ο ενάγων απασχολούσε τρίτο πρόσωπο για τις υπηρεσίες αυτές θα δαπανούσε το ποσό των 100 ευρώ την ημέρα και συνολικά επί 72 ημέρες, το ποσό των 7.200 ευρώ , το οποίο δικαιούται να αξιώσει αυτός, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους παραπάνω οικείους του, γιατί η μη καταβολή σ’ αυτούς αμοιβής δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των υπόχρεων προς αποζημίωση.

 

 

 

 

 

Αριθμός 52/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Χάσκαρη, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Εφετείο Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2012, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Φ.Τ. (F.C.), του Α., κατοίκου ............ Πειραιά, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανάργυρο Δημιζά, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Σ.Σ. του Κ., κατοίκου ............ Πειραιά και 2) ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως εκ του νόμου ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «GENERAL UNION –ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ», που εδρεύει στον Πειραιά, όπως κατά το νόμο εκπροσωπείται και της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, εκ των οποίων ο πρώτος δεν παραστάθηκε και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ελένη Κολοβού.

Ο εκκαλών Φ.Τ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 7-4-2009 και με αριθ. εκθ. καταθ. 3498/2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2079/2011 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων και ήδη εκκαλών (Φ.Τ.), με την από 10-10-2011 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1126/2011 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και η πληρεξούσια δικηγόρος του 2ου εφεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ..../26-10-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθήνας Ν.Π., που επικαλείται και προσκομίζει ο εκκαλών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση έφεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των εφεσίβλητων. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο και συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η διαδικασία σαν να ήταν και αυτός παρών (αρθρ.

Η υπό κρίση έφεση κατά της 2079/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ, ερήμην του πρώτου εναγόμενου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον εν μέρει ηττηθέντα στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ενάγοντα κατά των αντιδίκων του, αφού δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης ( ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών ισχυρίστηκε ότι στις 8-4-2006 και περί ώρα 22.00 μ.μ., ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ...-.... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, συγκρούστηκε από υπαιτιότητά του, κάτω από τις αναφερόμενες στη αγωγή συνθήκες, με το ...-.... δίκυκλο μοτοποδήλατο (παπάκι) που οδηγούσε ο ίδιος, με αποτέλεσμα να υποστεί αυτός βαρύτατο τραυματισμό. Ζήτησε δε, όπως παραδεκτά με τις προτάσεις του, αλλά και με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, έτρεψε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε εν μέρει αναγνωριστικό: 1) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 200.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του, β) το ποσό των 100.000 ευρώ για αποζημίωση κατ’ άρθρο 931 ΑΚ και 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 40.750 ευρώ ως αποζημίωση για τη θετική ζημία την οποία υπέστη συνεπεία του τραυματισμού του, τα παραπάνω ποσά δε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο στη θέση της δεύτερης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, παραστάθηκε το δεύτερο των εφεσίβλητων Επικουρικό Κεφάλαιο, το οποίο υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ως άνω εταιρείας, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε τον πρώτο εναγόμενο και το υπεισέλθον στη θέση της δεύτερης εναγομένης Επικουρικό Κεφάλαιο να καταβάλλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 7.200 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο ενάγων και ήδη εκκαλών και ζητεί την εξαφάνισή της, άλλως τη μεταρρύθμισή της, ώστε να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή.

Κατά τη διάταξη του 931 ΑΚ «η αναπηρία ή η παραμόρφωση, που προξενήθηκε στον παθόντα, λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Ως αναπηρία θεωρείται κάποια έλλειψη της σωματικής, νοητικής ή ψυχικής ακεραιότητας του προσώπου, ενώ ως παραμόρφωση, νοείται κάθε ουσιώδης αλλοίωση της εξωτερικής εμφάνισης του προσώπου, η οποία καθορίζεται όχι αναγκαίως κατά τις απόψεις της ιατρικής, αλλά κατά τις αντιλήψεις της ζωής. Περαιτέρω, ως μέλλον νοείται η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του προσώπου. Αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Στον επαγγελματικό - οικονομικό τομέα η αναπηρία ή παραμόρφωση του ανθρώπου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποτελεί αρνητικό στοιχείο στα πλαίσια του ανταγωνισμού και της οικονομικής εξέλιξης και προαγωγής του. Οι δυσμενείς συνέπειες είναι περισσότερο έντονες σε περιόδους οικονομικών δυσχερειών και στενότητας στην αγορά εργασίας. Οι βαρυνόμενοι με αναπηρία ή παραμόρφωση μειονεκτούν και κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός εργασίας έναντι των υγιών συναδέλφων τους. Η ανωτέρω διάταξη προβλέπει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του. Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Εξάλλου, η συνέπεια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων). Όμως, η αναπηρία ή η παραμόρφωση ως τέτοια δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς εννόμου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία πορισμού οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων.

Έτσι, ορθότερη κρίνεται η ερμηνεία της ΑΚ 931, που την καθιστά εφαρμόσιμη, σύμφωνα με την οποία προβλέπεται από τη διάταξη η επιδίκαση στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση ενός ευλόγου χρηματικού ποσού ακριβώς λόγω της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, η οποία άλλωστε και δεν δύναται να προσδιοριστεί. Το ποσό του επιδικαζόμενου κατά τη διάταξη αυτή εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται κατ’ αρχήν με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου (ΑΠ 210/2012, ΑΠ 1011/2012). Είναι πρόδηλο, ότι η κατά την ΑΚ 931 αξίωση είναι διαφορετική: α) από την ΑΚ 929 αξίωση για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος, που κατ’ ανάγκη συνδέεται με επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης περιουσιακής ζημίας, λόγω της ανικανότητας του παθόντος προς εργασία, και β) από την κατ’ άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Είναι αυτονόητο ότι όλες οι παραπάνω αξιώσεις δύνανται να ασκηθούν είτε σωρευτικώς, είτε μεμονωμένως, αφού πρόκειται για αυτοτελείς αξιώσεις και η θεμελίωση κάθε μιας από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαίως την ύπαρξη μιας των λοιπών.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του εκκαλούντος προκύπτει ότι εκτίθενται σ’ αυτήν όλα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αξιώσεως του ενάγοντος από το άρθρο 931 ΑΚ και συνεπώς και για το ορισμένο αυτής. Ειδικότερα, στα κεφάλαια «Επί του τραυματισμού μου» και «Γ. Τραυματισμός - Αποζημίωση - Ηθική βλάβη», γίνεται λεπτομερής αναφορά των σωματικών κακώσεων που υπέστη ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος και με σαφήνεια εκτίθεται ότι η σπληνεκτομή και η νεφρεκτομή στις οποίες υποβλήθηκε, λόγω των κακώσεων αυτών, τον καθιστούν άτομο ανάπηρο και ότι η αναπηρία του αυτή θα επηρεάσει στο μέλλον δυσμενώς την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη καθώς δεν θα μπορεί να ασκεί πλέον, χωρίς κίνδυνο της υγείας του, επάγγελμα που προκαλεί καταπόνηση, με αποτέλεσμα να εκμηδενίζονται οι δυνατότητές του για επαγγελματική αποκατάσταση. Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι το αίτημα του ενάγοντος για καταβολή αποζημιώσεως, βάσει της ΑΚ 931, είναι πρωτίστως αόριστο και απορριπτέο, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας και αφού εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το κεφάλαιο αυτό, να κρατηθεί και να δικαστεί η αγωγή κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα αποδείξεως, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι μεταξύ των οποίων και η προσκομιζόμενη με επίκληση, ως νέο αποδεικτικό μέσο, (άρθρο 529 ΑΚ), με αρ. πρωτ. 455/8-7-2011 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Πειραιά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 8-4-2006 και περί ώρα 22.00 μ.μ. περίπου, ο ενάγων οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...-.... δίκυκλο μοτοποδήλατο της ιδιοκτησίας του και κινούμενος επί της οδού Αγ. Ελευθερίου στα Καμίνια του Πειραιά με κατεύθυνση από Πειραιά προς Ρέντη, στο ύψος του αρ. 47 της παραπάνω οδού, συγκρούστηκε με την με αρ. ...-.... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, την οποία οδηγούσε ο ίδιος κινούμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και ήταν ασφαλισμένη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία «ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΕΓΑ», στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της οποίας, υπεισήλθε αυτοδικαίως, λόγω ανακλήσεως της αδείας λειτουργίας της, μετά την άσκηση της αγωγής, το δεύτερο των εφεσίβλητων ΝΠΙΔ με την επωνυμία «ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ». Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος της παραπάνω σύγκρουσης, η οποία έλαβε χώρα στο ρεύμα πορείας του ενάγοντος, ήταν ο πρώτος εναγόμενος, η κρίση του δε αυτή δεν πλήττεται με την έφεση, αφού ο εκκαλών δεν έχει έννομο συμφέρον προς τούτου. Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από την παραπάνω σύγκρουση υπέστη πολλές και βαριές κακώσεις και για το λόγο αυτό μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας, ως πολυτραυματίας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί ρήξη σπληνός, ρήξη ήπατος, ρήξη (ΔΕ) νεφρού, πνευμονικές θλάσεις άμφω, μικρό αιμοθώρακα άμφω. Στο νοσοκομείο αυτό υποβλήθηκε σε εγχειριτική σπληνεκτομή, δεξιά νεφρεκτομή, συρραφή ήπατος , σκωληκοειδεκτομή και συντηρητική πνευμονικών θλάσεων. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε διασωληνωμένος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Νοσοκομείου «Άγιος Σάββας», όπου παρέμεινε μέχρι τις 10-4-2006 , οπότε μεταφέρθηκε και πάλι στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι την 20-4-2006, οπότε και εξήλθε με τη σύσταση να λάβει αναρρωτική άδεια δύο μηνών και ειδική αντιβιοτική αγωγή για έξι μήνες (βλ. το υπ’ αρ. πρωτ. 49936/18-10-2006 πιστοποιητικό νοσηλείας και το από 20-4-2006 εξιτήριο του ενάγοντος, που εκδόθηκαν από το παραπάνω Νοσοκομείο). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από τον τραυματισμό του, εξαιτίας του ατυχήματος, υπέστη τις ακόλουθες ζημίες: Α) Δαπάνησε αναγκαίως για τη λήψη βελτιωμένης (πέραν δηλαδή της συνήθους) τροφής (κρέατος, ψαριού, φρούτων) για χρονικό διάστημα έξι (6) μηνών μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο στις 20-4-2006 το ποσό των 1.800 ευρώ (180 ημ. Χ 10 ευρώ την ημέρα). Η χορήγηση βελτιωμένης διατροφής δικαιολογείται πειστικά κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) από τη φύση και την έκταση των τραυμάτων, του ενάγοντος, τον αυξημένο κίνδυνο σοβαρών μολύνσεων αυτού μετά τις εγχειρίσεις, την ειδική αντιβίωση που του χορηγήθηκε επί έξι μήνες και από την ανάγκη για ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των κακώσεων αυτού. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το κονδύλιο που αφορά τις δαπάνες βελτιωμένης τροφής έσφαλε κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο έφεσης. Β) ο ενάγων λόγω του προαναφερόμενου σοβαρού τραυματισμού του αδυνατούσε πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί τόσο κατά το διάστημα της 12ήμερης νοσηλείας του στο παραπάνω Νοσοκομείο (ήτοι από 9-4-2006 έως και 20-4-2006) όσο και για δύο μήνες μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο, ήτοι μέχρι 20-4-2006 (όσος δηλαδή ήταν και ο χρόνος της αναρρωτικής άδειας) και για το λόγο αυτό είχε ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου. Τις αναγκαίες αυτές υπηρεσίες παρείχαν ολόκληρο το 24ωρο, η μητέρα του και η αδελφή του, ανά 12 ώρες η κάθε μια, με εντατικοποίηση των προσπαθειών τους και καθ’ υπέρβαση της συνήθους ηθικής υποχρέωσης απέναντι στο γιό και αδελφό τους, αντίστοιχα. Εάν ο ενάγων απασχολούσε τρίτο πρόσωπο για τις υπηρεσίες αυτές θα δαπανούσε το ποσό των 100 ευρώ την ημέρα και συνολικά επί 72 ημέρες, το ποσό των 7.200 ευρώ , το οποίο δικαιούται να αξιώσει αυτός, έστω και αν στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέν ποσό κατέβαλε στους παραπάνω οικείους του, γιατί η μη καταβολή σ’ αυτούς αμοιβής δεν μπορεί να αποβεί προς όφελος των υπόχρεων προς αποζημίωση (βλ. ΑΠ 833/2005 ΝΟΜΟΣ). Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων κατά το μεταγενέστερο διάστημα, από 21-6-2006 μέχρι και την 18-6-2007 αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και ότι είχε ανάγκη των υπηρεσιών τρίτου προσώπου σε 24ωρη βάση. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το σχετικό αγωγικό κονδύλιο των 25.410 ευρώ , δεν έσφαλε και όσα αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον σχετικό λόγο της έφεσής του κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συνεπεία της νεφρεκτομής και της σπληνεκτομής στις οποίες υποβλήθηκε ο ενάγων και της εξ αυτών μόνιμης μερικής αναπηρίας του, την οποία η Δευτεροβάθμια Υγειονομική Επιτροπή Πειραιά προσδιόρισε την 8-7-2011 (5 έτη μετά το ατύχημα) σε ποσοστό 67%, επηρεάζεται δυσμενώς η επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του εξέλιξη, διότι ναι μεν η νεφρεκτομή δεν θα έχει κάποιες επιπτώσεις στην υγεία του ενάγοντος, αφού κατά κανόνα τα άτομα με ένα νεφρό διάγουν φυσιολογική ζωή, πλην όμως η αφαίρεση του σπλήνα, ο οποίος αποτελεί σημαντικό μέρος του συστήματος άμυνας του ανθρώπινου οργανισμού, δηλαδή εντάσσεται στο ανοσοποιητικό του σύστημα και λειτουργεί επίσης ως όργανο καθαρισμού του αίματος, αυξάνει ουσιαστικά τον κίνδυνο σοβαρών μολύνσεων του ενάγοντος από ορισμένα μικρόβια όπως ο πνευμονιόκοκκος και ο μηνιγγιτιδόκοκκος. Έτσι ο ενάγων λόγω της μειωμένης άμυνας του οργανισμού του, που τον καθιστά ευσπρόσβλητο σε ασθένειες, δεν μπορεί πλέον να ασκεί, χωρίς κίνδυνο της υγείας του, επάγγελμα που απαιτεί σωματική αρτιότητα και επίπονη δραστηριότητα (π.χ. εργασία οικοδόμου, μεταφορέα). Εξαιτίας αυτής της κατάστασης της υγείας του ο ενάγων μειονεκτεί έναντι των λοιπών συνομηλίκων του και κινδυνεύει να βρεθεί εκτός εργασίας, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι αυτός δεν διαθέτει κάποια επαγγελματική κατάρτιση, ούτε ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις (έχει τελειώσει μόνο το Γυμνάσιο στην Αλβανία) που θα του επιτρέψουν να απασχοληθεί σε εργασία λιγότερο επίπονη, όπως αυτή του γραφείου. Οι παραπάνω δυσμενείς για τον ενάγοντα συνέπειες είναι περισσότερο έντονες, λόγω της παρατεταμένης οικονομικής ύφεσης και της δραματικής αύξησης της ανεργίας. Ενόψει των ανωτέρω, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας του ενάγοντος, το νεαρό της ηλικίας του (22 ετών τότε), κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το εύλογο χρηματικό ποσό των 60.000 ευρώ. Τέλος, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ένδικο ατύχημα, τον βαθμό πταίσματος του πρώτου εναγομένου οδηγού, το είδος και την έκταση των σωματικών κακώσεων του ενάγοντος, τις σοβαρές χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε (σπληνεκτομή, νεφρεκτομή), τη διάρκεια της νοσηλείας του, τον πόνο που δοκίμασε, την εξέλιξη της υγείας του, την ηλικία του και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων, (χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται σχετική επίκληση) κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το ποσό των 100.000 ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που επιδίκασε στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 10.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων, κατά τον βάσιμο περί τούτο λόγο έφεσης.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ.1 και 536 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης «κατ’ ουσίαν», υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε έχει αναδρομική δύναμη (Ολ. ΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ. ΑΠ 7/2011). Περαιτέρω με το άρθρο τέταρτο του Ν.4092/2012 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του Π.Δ.237/1986 και ειδικότερα αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 του Π.Δ.237/1986, το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που ο ασφαλιστής πτώχευσε ή απέβη άκαρπη η σε βάρος του εκτέλεση ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παραβάσεως του νόμου, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης, που οφείλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης (βλ. Ολ. ΑΠ 9/1993 ΕλλΔνη 1994.332), καταβάλλεται με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή ορίζει. Στην ίδια διάταξη ορίζεται επίσης ότι «η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση».

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η σχετική διάταξη του Ν.4092/2012, που προβλέπει περιορισμό σε ορισμένο ποσοστό, του συνολικού ποσού που οφείλει να καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο στις περιπτώσεις που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, παρά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δεν θα ισχύσει εν προκειμένω, όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος για την επιδίκαση σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και δαπάνης για την πρόσληψη αποκλειστικής νοσοκόμας, οι οποίες έχουν ήδη επιδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, καθόσον ως προς τις αξιώσεις αυτές ο παραπάνω νόμος δεν έχει αναδρομική δύναμη και επί πλέον δεν καταλαμβάνει (χρονικά) το επίδικο ατύχημα.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Στη συνέχεια δε αφού κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή η οποία είναι νόμιμη, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει αυτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 169.000 ευρώ (7.200 + 1.800 + 60.000 + 100.000) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επίσης, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας για την περίπτωση που θα ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας ο ερημοδικασθείς πρώτος εφεσίβλητος (άρθρα 673 παρ. 1, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Δικάζει ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου.

Ορίζει το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την 2079/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τους εναγομένους να καταβάλλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των εκατόν εξήντα εννέα χιλιάδων (169.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επιβάλλει στους εναγόμενους μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων (8.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 7 Φεβρουαρίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

*******************

ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ 'Η ΜΗ

 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Άρθρο 932

23.02.1946

 

ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ

 


ΕΝΟΧΕΣ ,ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ,ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ,ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

Σχόλια
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 14 του ν. 3471/2006 (Α΄ 133/28.6.2006), η -κατά το π α ρ ό ν άρθρο- χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για παράβαση του ανωτέρω νόμου ορίζεται, κατ' ελάχιστο, στο ποσό των δέκα χιλιάδων ευρώ (10.000 ), εκτός αν ζητηθεί από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό. Η χρηματική ικανοποίηση επιδικάζεται ανεξάρτητα από την αιτούμενη αποζημίωση για περιουσιακή βλάβη. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας (Α΄ 232/24.10.2006), η κατά το π α ρ ό ν άρθρο χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος για μία από τις πράξεις του ανωτέρω νόμου, δ ε ν μπορεί να είναι κατώτερη των χιλίων (1.000) ευρώ, ε κ τ ό ς αν ο ίδιος ο παθών ζήτησε μ ι κ ρ ό τ ε ρ ο ποσό.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης.

 

***************

 

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ – ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΥΠΑΞΙΑ ΟΧΗΜΑΤΟΣ – ΕΠΙΣΚΕΥΗ ΟΧΗΜΑΤΟΣ -  ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΟΧΗΜΑΤΟΣ – ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΝΤΡΕΧΟΝΤΟΣ ΠΤΑΙΣΜΑΤΟΣ

Συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχει ή όχι πταίσμα του υπόχρεου προς αποζημίωση ή πταίσμα του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή αν τα περιστατικά του πταίσματος επιτρέπουν να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, (βλ. ΑΠ 74/2012 ΤΝΠ-Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ συνάγεται ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ’ αυτόν, κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα περιστατικά που υποβάλλονται στην κρίση του, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή όχι της ηθικής βλάβης καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Ανάμεσα στα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, για να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Αν συντρέχει πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα προς τη βαρύτητα του πταίσματος αυτού, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, του οποίου η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης. Μάλιστα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και ως προς το ζήτημα αν παραβιάστηκε ή όχι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία εισάγεται ως κανόνας δικαίου με τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος της Ελλάδας, (βλ. ΑΠ 81/2013, ΑΠ 58/2009). Για την επισκευή του οχήματος χρησιμοποιήθηκαν καινούργια ανταλλακτικά, σημαντικής αξίας, και άλλα πολλά ανταλλακτικά, μικρότερου αλλά όχι ευκαταφρόνητου τιμήματος. Εξαιτίας αυτών των περιστατικών τεκμαίρεται ότι το όχημα του ενάγοντος επανέκτησε, μετά την ολοκλήρωση της επισκευής, την αρχική εμπορική αξία του, ήτοι την αξία που είχε, αμέσως πριν συμβεί το επίδικο ατύχημα, με συνέπεια να αποβαίνει ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της μείωσης που προκλήθηκε στην αξία του οχήματός του εξαιτίας του ατυχήματος.

 

 

 

118/2013

Ι. Η ένδικη έφεση με ημερομηνία 14.10.2011 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης 271/14.11.2011 εναντίον της οριστικής απόφασης ειδικής διαδικασίας αριθ. 364/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, μέσα στην προθεσμία των τριών ετών από την ημέρα (26.09.2011), οπότε δημοσιεύτηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 518 § 2, 591 § 1 ΚΠολΔ), η οποία λαμβάνεται υπόψη στην επίδικη υπόθεση ως προθεσμία της έφεσης, αφού κανείς από τους διαδίκους δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι επιδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση σε κάποιον από αυτούς πριν από την άσκηση της ένδικης έφεσης, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 518 § 1 ΚΠολΔ, και φέρεται νόμιμα προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, υλικά και τοπικά αρμοδίου για την εκδίκασή της, (βλ. άρθρα 19, 495 § 1, 513 § 1, 516 § 1, 517, 591 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 4 § 2, 72 § 13 Ν. 3994/2011). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στη συνέχεια ως προς την παραδεκτή υποβολή και βασιμότητα των λόγων της με την ίδια ειδική διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, (βλ. άρθρα 533, 674 § 2 ΚΠολΔ), μέσα στα όρια που καθορίζονται από τους λόγους της, (βλ. άρθρο 522 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Στην πιο πάνω αγωγή του με ημερομηνία 13.12.2010 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1167/17.12.2010 ο ήδη εκκαλών ιστόρησε ότι στις 11.08.2010, περί ώρα 17.30΄, έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στην επαρχιακή οδό Ε.-Δ. από υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, Έ. Π., ο οποίος οδηγούσε Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στη 2η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Ε.ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ», και ότι στη διάρκεια του ατυχήματος αυτού προκλήθηκαν σημαντικές βλάβες στο Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ενάγων θετική ζημία και ηθική βλάβη. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλουν σ’ αυτόν το συνολικό ποσό των 20.937,47 ευρώ, όπως αναλύεται στην αγωγή, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Ως προς την αγωγή αυτή εκδόθηκε η οριστική απόφαση ειδικής διαδικασίας αριθ. 364/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ήδη ο ενάγων παραπονείται, ως εκκαλών, με την ένδικη έφεσή του ότι η εκκαλούμενη απόφαση έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και, ειδικότερα, ότι υπέπεσε στις πλημμέλειες που αναφέρονται στην έφεση λεπτομερώς, και ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή του στο σύνολό της.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, ο παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας ανάμεσα στην πράξη ή την παράλειψη και τη ζημία που επήλθε. Αμέλεια, σύμφωνα με το άρθρο 330 ΑΚ, υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή η επιμέλεια που πρέπει να καταβάλλεται, σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη, από τον υπαίτιο στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει σαφές νομικό καθήκον προς τούτο είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε αυτός με τρόπο αντίθετο προς εκείνο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του προσώπου που ευθύνεται, ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι συντρέχει ή όχι πταίσμα του υπόχρεου προς αποζημίωση ή πταίσμα του παθόντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή αν τα περιστατικά του πταίσματος επιτρέπουν να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, (βλ. ΑΠ 74/2012 ΤΝΠ-Νόμος). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 300, 914, 932 ΑΚ συνάγεται ότι η χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, την οποία υπέστη ο παθών από αδικοπραξία, επιδικάζεται σ’ αυτόν, κατά την ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση τα περιστατικά που υποβάλλονται στην κρίση του, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, χωρίς να έχει υποχρέωση το δικαστήριο να διατάξει αποδείξεις ως προς την επέλευση ή όχι της ηθικής βλάβης καθώς και ως προς το ύψος του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης. Ανάμεσα στα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, για να καθορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης, είναι οι συνθήκες, κάτω από τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, το είδος της προσβολής, η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των μερών, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη και το συντρέχον πταίσμα του παθόντος. Αν συντρέχει πταίσμα του παθόντος, το δικαστήριο, ύστερα από σχετική ένσταση του υπόχρεου, μπορεί, ανάλογα προς τη βαρύτητα του πταίσματος αυτού, να επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας, του οποίου η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης, (βλ. ΑΠ 81/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΑΠ 58/2009 ΕλλΔνη 50.1335, ΑΠ 972/1999 ΕλλΔνη 41.47). Μάλιστα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και ως προς το ζήτημα αν παραβιάστηκε ή όχι η αρχή της αναλογικότητας, η οποία εισάγεται ως κανόνας δικαίου με τη διάταξη του άρθρου 25 § 1 του Συντάγματος της Ελλάδας, (βλ. ΑΠ 81/2013, ΑΠ 58/2009).

ΙV. Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με επίκληση, ήτοι, ειδικότερα, από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, Δ. Σ., ετών τότε 54, μητέρας του ενάγοντος, και ανταπόδειξης, M. T., ετών τότε 24, συναδέλφου του 1ου εναγομένου, οι οποίες διενεργήθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου εκείνου, και από το περιεχόμενο όλων των εγγράφων, τα οποία προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου νόμιμα, με επίκληση του περιεχομένου τους, (μεταξύ των εγγράφων αυτών περιλαμβάνονται φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος και των δύο οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα), αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 11.08.2010, ημέρα Τετάρτη, περί ώρα 17.30', ο 1ος εναγόμενος, Έ. Π., ιδιωτικός υπάλληλος εταιρίας φωτοβολταϊκών συσκευών, ηλικίας τότε 33 ετών, οδηγούσε το Ι.Χ. φορτηγό όχημα (κλούβα) με αριθμό κυκλοφορίας …, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του Λ. Κ. του Α., κατοίκου Χ.-Α.. και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στη 2η εναγομένη, ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ», και έβαινε στην επαρχιακή οδό Ε.-Δ. (νομού Λ.), με κατεύθυνση προς Δ.. Την ίδια ημέρα και ώρα ο πατέρας του ενάγοντος, Κ.Σ. του Π., ηλικίας τότε 55 ετών, οδηγούσε το Ι.Χ. φορτηγό όχημα με αριθμό κυκλοφορίας …, εργοστασίου κατασκευής FORD, τύπου TRANSIT, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του γιου του, Π.Σ., (ήδη ενάγοντος), και ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τροχαία ατυχήματα στην ίδια ασφαλιστική εταιρία (με την επωνυμία «Ε. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΓΑ»), ήδη 2η εναγομένη, και έβαινε στην ίδια επαρχιακή οδό (Ε.-Δ.), με κατεύθυνση προς Ε. Στο όχημα αυτό επέβαινε ως επιβάτης η σύζυγος του οδηγού, Δ. Σ. η οποία καθόταν στη θέση του συνοδηγού. Στη χιλιομετρική θέση 4 της ανωτέρω επαρχιακής οδού, όπου η οδός παρουσιάζει κατωφέρεια προς Ε. και ανωφέρεια προς Δ., ο πατέρας του ενάγοντος έβαινε με το όχημά του κανονικά, στη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού που οδηγεί προς Ε., με κανονική ταχύτητα, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε τη μέγιστη επιτρεπτή ωριαία ταχύτητα οχημάτων, παρόμοιων με το δεύτερο επίδικο όχημα. Στο σημείο εκείνο η επαρχιακή οδός Ε.-Δ., η οποία χαρακτηρίζεται ως οδός διπλής κατεύθυνσης, διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία ανά κατεύθυνση, και το οδόστρωμά της έχει μορφή καμπύλης γραμμής. Κατά την επίδικη ημέρα, 11.08.2010, η ανωτέρω οδός ήταν ξηρή, επικρατούσαν συνθήκες φωτισμού δειλινού καλοκαιρινής ημέρας, η ορατότητα ήταν περιορισμένη εξαιτίας της στροφής που υπήρχε προς την κατεύθυνση αμφοτέρων των οχημάτων, ήτοι στροφής δεξιά προς την κατεύθυνση του πρώτου επίδικου οχήματος και στροφής αριστερά προς την κατεύθυνση του δεύτερου επίδικου οχήματος, και εξαιτίας των ψηλών πυκνόφυλλων δέντρων δάσους που υπήρχαν εκατέρωθεν της οδού, και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Ο 1ος εναγόμενος, όταν έφτασε με το όχημά του στην αρχή της στροφής, μολονότι είχε υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του Ν. 2696/1999 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας», να οδηγεί το όχημά του κοντά στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, παρέλειψε να τηρήσει αυτή την υποχρέωσή του, διότι έβαινε με αυξημένη ταχύτητα, η οποία δεν διακριβώθηκε, με συνέπεια να εισέλθει με το όχημά του στη λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, όπου έβαινε κανονικά το όχημα του ενάγοντος, και να προσκρούσει το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του οχήματός του στο εμπρόσθιο αριστερό φτερό, στον εμπρόσθιο αριστερό τροχό και στην πόρτα οδηγού του οχήματος του ενάγοντος. Το γεγονός ότι το πρώτο επίδικο όχημα εκτράπηκε από την πορεία του προς τα αριστερά, ότι εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης και ότι επέπεσε στο δεύτερο επίδικο όχημα, ιδιοκτησίας του ενάγοντος, αποδεικνύεται αναμφίβολα από δημόσια έγγραφα, ήτοι από το δελτίο οδικού τροχαίου ατυχήματος υλικών ζημιών με αριθμό πρωτοκόλλου 2517/3/16-πδ, το οποίο συνέταξε και διόρθωσε ο ανθυπαστυνόμος Α. Π. του Τμήματος Τροχαίας Ε., σε συνδυασμό με την έγγραφη βεβαίωση με αριθμό πρωτοκόλλου …, το οποίο συνέταξε ο ανθυπαστυνόμος Ν. Μ., διοικητής του Τμήματος Τροχαίας Ε.. Στο πρώτο από τα ανωτέρω έγγραφα αναγράφονται στοιχεία ως προς τον τόπο και το χρόνο του ατυχήματος, τα στοιχεία των οχημάτων που ενεπλάκησαν στο ατύχημα, τα στοιχεία των οδηγών και των ιδιοκτητών των οχημάτων και η παρατήρηση ότι «το Α όχημα, (ήτοι το ήδη πρώτο επίδικο όχημα που οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος), εξετράπη της πορείας του αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε στο Β όχημα». Βέβαια, στο ανωτέρω έγγραφο είχε αναγραφεί αρχικά η εξής παρατήρηση: «Β όχημα, (ήτοι το ήδη δεύτερο επίδικο όχημα που οδηγούσε ο πατέρας του ενάγοντος), εξετράπη της πορείας του αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε στο Α όχημα», αλλά η παρατήρηση αυτή διορθώθηκε από τον συντάκτη του εγγράφου, Α. Π., ο οποίος έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα του κάτω από τη διόρθωση. Με το δεύτερο από τα ανωτέρω έγγραφα βεβαιώνεται ότι «για το τροχαίο ατύχημα υλικών ζημιών που συνέβη την 11.08.2010 και ώρα 17.30΄στην επαρχιακή οδό Ε.-Δ., εκ παραδρομής γράφηκε το (α) όχημα ως (β) στην στήλη 17 (παρατηρήσεις). Το ορθόν είναι ότι το (α) όχημα, (ήτοι το ήδη πρώτο επίδικο όχημα που οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος), εξετράπη της πορείας του αριστερά, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε στο (β) όχημα», ήτοι στο ήδη δεύτερο επίδικο όχημα που οδηγούσε ο πατέρας του ενάγοντος. Το περιεχόμενο των ανωτέρω δημόσιων εγγράφων με αριθμούς πρωτοκόλλου … και …, όπως το πρώτο από αυτά διορθώθηκε, αξιολογείται ως απολύτως αληθές και επαρκές να οδηγήσει το Δικαστήριο στο σχηματισμό ασφαλούς δικανικής πεποίθησης ως προς τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Η κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης αξιολογείται ως βάσιμη ως προς το χωρίο της ότι «τουλάχιστον δύο μέτρα μπήκε προς εμάς (το άλλο όχημα) από τη δική του πλευρά προς τη δική μας». Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης αξιολογείται ως αβάσιμη ως προς το χωρίο της ότι «το επίδικο ατύχημα έγινε στο ρεύμα πορείας του 1ου εναγομένου». Από όσα αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου, ο οποίος οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και προσοχή, με συνέπεια να χάσει τον έλεγχο του οχήματος, να εισέλθει το όχημα αντικανονικά στη λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης, να μη μπορέσει αυτός να εκτελέσει έγκαιρα τους αναγκαίους οδικούς χειρισμούς και, τελικά, να επιπέσει το όχημά του στο δεύτερο επίδικο όχημα, ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Με τον τρόπο αυτό ο 1ος εναγόμενος παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 16 §§ 1-4, 19 §§ 1-2-3 Ν. 2696/1999 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας» και κατέστη αποκλειστικά υπαίτιος ως προς την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα δύο ανωτέρω δημόσια έγγραφα, με την αιτιολογία ότι η διόρθωση του αρχικού δελτίου τροχαίου ατυχήματος δεν είναι έγκυρη, και αποφάνθηκε διαφορετικά ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας, ήτοι ότι «ο Κ. Σ. ξέφυγε από την πορεία του, εξετράπη προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας» και ότι «το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του Κ.Σ.», έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως παραπονείται ήδη ο ενάγων, ως εκκαλών, με τον μόνο λόγο της ένδικης έφεσης, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμης και σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης.

Εξαιτίας του ατυχήματος προκλήθηκαν σημαντικές υλικές ζημίες στο όχημα του ενάγοντος, ήτοι ζημίες στο εμπρόσθιο αριστερό πλαϊνό τμήμα του οχήματος και στην πόρτα οδηγού, γεγονός που είχε ως συνέπεια να υποβληθεί ο ενάγων σε δαπάνη, ποσού 8.876,37 ευρώ, προκειμένου να επισκευάσει το όχημά του, ήτοι: ι) δαπάνη, ποσού 5.336,71 ευρώ για την αγορά ανταλλακτικών, ιι) δαπάνη, ποσού 1.879,85 ευρώ για τη διενέργεια των αναγκαίων επισκευαστικών εργασιών, ιιι) δαπάνη, ποσού 1.659,81 ευρώ, για την καταβολή του ανάλογου ΦΠΑ. Επιπλέον, ο ενάγων δαπάνησε χρηματικό ποσό 61,10 ευρώ, ως αμοιβή του πραγματογνώμονα, ο οποίος διερεύνησε τη δυνατότητα επισκευής του οχήματος και το κόστος της επισκευής. Η επισκευή του οχήματος πραγματοποιήθηκε στο συνεργείο της εταιρίας «Σ. ΑΒΕΕΑ», επίσημης αντιπροσώπου της αυτοκινητοβιομηχανίας FORD στην Ελλάδα, με συνέπεια να τεκμαίρεται ότι υπήρξε άριστη. Επίσης, για την επισκευή του οχήματος χρησιμοποιήθηκαν καινούργια ανταλλακτικά, σημαντικής αξίας, λ.χ. πόρτα, τιμήματος 673,67 ευρώ, πλαίσιο, τιμήματος 1.106,57 ευρώ, πόρτα, τιμήματος 1.129,50 ευρώ, κολώνα, τιμήματος 200,41 ευρώ, κλειδαριά, τιμήματος 294,03 ευρώ, πλαίσιο, τιμήματος 485,61 ευρώ, και άλλα πολλά ανταλλακτικά, μικρότερου αλλά όχι ευκαταφρόνητου τιμήματος. Εξαιτίας αυτών των περιστατικών τεκμαίρεται ότι το όχημα του ενάγοντος επανέκτησε, μετά την ολοκλήρωση της επισκευής, την αρχική εμπορική αξία του, ήτοι την αξία που είχε, αμέσως πριν συμβεί το επίδικο ατύχημα, με συνέπεια να αποβαίνει ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση αποζημίωσης προς αποκατάσταση της μείωσης που προκλήθηκε στην αξία του οχήματός του εξαιτίας του ατυχήματος. Συνεπώς, η θετική ζημία που προκλήθηκε στον ενάγοντα εξαιτίας του επίδικου ατυχήματος ανήλθε στο ποσό των 8.937,47 ευρώ, (ήτοι: 8.876,37 € + 61,10 €).

Το επίδικο ατύχημα και οι δυσμενείς συνέπειές του σε βάρος του ενάγοντος, ήτοι η πρόκληση σημαντικών υλικών ζημιών στο όχημά του, συνιστά αδικοπραξία, η οποία είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ενάγων ηθική βλάβη μικρής έντασης, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται αυτός ανάλογη χρηματική ικανοποίηση. Λαμβάνοντας υπόψη την ένταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος, το μέγεθος της θετικής ζημίας αυτού, την υπαιτιότητα του 1ου εναγομένου ως προς την πρόκληση αυτών των δυσμενών συνεπειών, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει χρηματική ικανοποίηση, ποσού 300 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του, το οποίο αξιολογείται ως εύλογο και επαρκές να αποκαταστήσει πλήρως την επίδικη ηθική βλάβη του ενάγοντος από την ανωτέρω αιτία.

V. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το Δικαστήριο άγεται στα εξής συμπεράσματα: 1) Η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή για όσους λόγους αναφέρθηκαν λεπτομερώς ανωτέρω, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο τούτο πρέπει να διακρατήσει την υπόθεση, να εκδικάσει την ένδικη αγωγή στην ουσία, να δεχτεί την αγωγή αυτή κατά ένα μέρος και να υποχρεώσει εις ολόκληρο τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.237,47 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, (ήτοι το ποσό των 8.937,47 ευρώ ως αποζημίωση και το ποσό των 300 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση), με τους νόμιμους τόκους από την επομένη της ημέρας, οπότε επιδόθηκε η ένδικη αγωγή στους εναγομένους, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της οφειλής. 2) Ένα μέρος από τη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος για τις δίκες αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, ανάλογο προς την έκταση της νίκης του σε τούτη τη δίκη, πρέπει να επιβληθεί εις ολόκληρο σε βάρος των αντιδίκων του εξαιτίας της μερικής ήττας τους σε τούτη τη δίκη και της ενοχής τους εις ολόκληρο ως προς την κύρια παροχή, (βλ. άρθρα 178 § 1, 180 § 3, 183 ΚΠολΔ).

 

  **************************

 

ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ  ΑΝΩΤΕΡΩ ΑΠΟΦΑΣΗ, ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΑ Ή ΜΗ

 

ΣΥΝΤΑΓΜΑ 1975

 

Άρθρο 25

11.06.1975

Αναθεώρηση: 17.04.2001

 

ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ

ΑΡΧΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΧΗ ΤΡΙΤΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

Σχόλια
Η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το Ψήφισμα της Ζ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων (ΦΕΚ Α 84/2001) της οποίας η ισχύς αρχίζει από 17.4.2001.

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

"1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Ολα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. "

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - 1999

 

 

Άρθρο 16

02.06.2007

23.05.1999

ΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΟΔΟ


ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ,ΟΔΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ,ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ (ΚΟΚ) ,ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ,ΘΕΣΗ ΕΠΙ ΟΔΟΥ ,ΔΡΟΜΟΙ ΔΙΠΛΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ,ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΙ

Σχόλια
- Η παρ. 8 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 3542/2007 (Α΄ 50/2.3.2007) και, σύμφωνα με το άρθρο 97 του ιδίου νόμου, ισχύει τρεις μήνες μετά τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, ήτοι από 2.6.2007. Σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 3904/2010 ΦΕΚ Α 218/23.12.2010 "Όλες οι σε βαθμό πλημμελήματος αξιόποινες πράξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2696/1999 (ΦΕΚ 57 Α'), τιμωρούνται με κράτηση μέχρι έξι (6) μηνών και πρόστιμο μέχρι τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, εκτός από τις πράξεις των άρθρων 34 παρ. 12, 43 παράγραφοι 2 περιπτώσεις α', β' και 4, 85 παρ. 5 και 98 παρ. 2, οι οποίες εξακολουθούν να τιμωρούνται ως πλημμελήματα, με τις αναφερόμενες στις οικείες διατάξεις ποινές."

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

1. Στο οδικό δίκτυο της Χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του παρόντος Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο.

2. Ο οδηγός, με εξαίρεση την περίπτωση απολύτου ανάγκης, υποχρεούται να κινείται αποκλειστικά στις καθορισμένες για την κατηγορία του οχήματός του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας όπου υφίστανται τέτοιες. Αν δεν έχει οριστεί λωρίδα κυκλοφορίας ή ειδική οδός γι αυτούς, οι μεν οδηγοί φορτηγών, λεωφορείων και βραδυκίνητων και βραδυπορούντων γενικά οδικών οχημάτων υποχρεούνται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 6 του Κώδικα αυτού, να οδηγούν αυτά στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας στις οδούς οι οποίες έχουν δύο τουλάχιστον λωρίδες κατά κατεύθυνση, οι δε οδηγοί μοτοποδηλάτων, ποδηλάτων και μη μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και οι οδηγοί ζώων, υποχρεούνται να κινούνται κατά μήκος οποιουδήποτε προς την κατεύθυνση της κυκλοφορίας βατού ερείσματος της οδού, εφόσον υπάρχει, και δεν προκαλείται δυσχέρεια στους χρησιμοποιούντες αυτό, άλλως πλησίον του άκρου δεξιού του οδοστρώματος.

3. Τηρουμένων των διατάξεων της παρ. 1, σε οδοστρώματα που είναι χωρισμένα σε δύο ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, κατά κατεύθυνση με κατά μήκος διαγραμμίσεις, οι οδηγοί οχημάτων υποχρεούνται να οδηγούν αυτά μέσα στα όρια μιας λωρίδας και κατά το δυνατόν στο μέσο αυτής.

4. Ο οδηγός δεν επιτρέπεται να κυκλοφορεί σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, καθώς και σε πλατείες, πεζόδρομους, πεζοδρόμια, νησίδες ασφαλείας και διαχωριστικές νησίδες ή ειδικά ερείσματα, τα οποία προορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, εκτός από περιπτώσεις απολύτου ανάγκης ή όταν ειδικές ρυθμίσεις το επιτρέπουν.

5. Σε οδοστρώματα διπλής κατεύθυνσης, τα οποία έχουν τέσσερις ή περισσότερες λωρίδες κυκλοφορίας, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνει τις λωρίδες κυκλοφορίας που προορίζονται για την κίνηση προς την αντίθετη κατεύθυνση.

6. Σε οδοστρώματα διπλής κατεύθυνσης, τα οποία έχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να καταλαμβάνει την ακραία λωρίδα κυκλοφορίας της αντίθετης κατεύθυνσης.

7. Σε μονόδρομους (οδούς μοναδικής κατεύθυνσης), οι οποίοι έχουν ειδικά σημανθεί, ο οδηγός δεν επιτρέπεται να οδηγεί αντίθετα με την κατεύθυνση του μονόδρομου.

«8. Αυτός που παραβαίνει τις διατάξεις των μεν παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου αυτού τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο ογδόντα (80,00) ευρώ, των δε παραγράφων 4 έως και 7 με διοικητικό πρόστιμο διακοσίων (200,00) ευρώ.»

 

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Άρθρο 330

23.02.1946

ΕΥΘΥΝΗ – ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ (Γενικά)

.


ΕΝΟΧΕΣ ,ΕΥΘΥΝΗ = ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ,ΔΟΛΟΣ ,ΑΜΕΛΕΙΑ

 

ΚΕΙΜΕΝΟ

Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές.

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Αρθρο:

559

Ημ/νία:

01.01.2002

Περιγραφή όρου θησαυρού:

ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (ΑΝΑΙΡΕΣΗ)

 

 

Άρθρο 559

01.01.2002

ΛΟΓΟΙ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ (Αναίρεση)


ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ ,ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ ,ΑΝΑΙΡΕΣΗ ,ΛΟΓΟΙ

Σχόλια
- Οι λέξεις "ή δεν διάταξε απόδειξη γι'αυτά" της περ. 10 διαγράφηκαν από το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001 και σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρ. 15 του ν. 2943 του 2001 (Α΄203/12.9.2001), η διαγραφή τους αρχίζει από 1.1.2002.

ΚΕΙΜΕΝΟ

 

Αναίρεση επιτρέπεται μόνο

1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς,

2) αν το δικαστήριο δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση ή έλαβε μέρος στη σύνθεσή του δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση ή κατά του οποίου είχε ασκηθεί αγωγή κακοδικίας,

3) αν το δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για εξαίρεση δικαστή, αν και ο δικαστής αυτός, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε η απόφαση, έπρεπε κατά το νόμο να εξαιρεθεί,

4) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων,

5) αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47 ή αν το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 46,

6) αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην,

7) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,

8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

9) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη,

10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά,

11) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν,

12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων,

13) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης,

14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο,

15) αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση,

16) αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη,

17) αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις,

18) αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση,

19) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,

20) αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχτεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

 

*****************


 ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΑ ΤΡΟΧΑΙΑ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΕΣ

ΨΥΧΙΚΗ ΟΔΥΝΗ

ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ

 

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ - ΔΕΝ ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΤΑΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ – ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΗΣ – ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΨΥΧΙΚΗΣ ΟΔΥΝΗΣ

Δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου. Τεκμήριο αθωότητας απαλλαγέντος κατηγορουμένου στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης. Δεν παραβιάζεται όταν το πολιτικό δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία, τα κύρια στοιχεία της οποίας συμπίπτουν με αυτά του ποινικού αδικήματος για το οποίο απηλλάγη ο εναγόμενος, συνεκτιμά την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου κατά τρόπο που δεν δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς την αθωότητα του διαδίκου. Θάνατος μοτοσικλετιστή, που οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης μοτοσικλέτας από πτώση σε αύλακα. Συνυπαιτιότητα. Επιδίκαση ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στα μέλη της οικογένειας του θανόντος

 

 

Αριθμός 1364/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Πρόεδρος: Ρένα Ασημακοπούλου

Εισηγητής:  Ευάγγελος Χρυσόστομος

Δικηγόροι: Χριστόφορος Αργυρόπουλος

 

(…)

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 321 του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, προκύπτει ότι οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν αποτελούν δεδικασμένο στην πολιτική δίκη (Α.Π. 410/2010, 1349/2008, 987/2008). Εξ' άλλου, κατά το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως (παρ. 1 εδ. α'). Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" (παρ. 2). Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Με τις τελευταίες αυξημένης τυπικής ισχύος δύο διατάξεις, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 27-9-2007 Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος σκέψη 37, ΕΔΔΑ απόφαση της 11-2-2003 Ringvold και Y κατά Νορβηγίας). Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οιουδήποτε άλλου Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσεως, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου (βλ. τις ως άνω αποφάσεις του Ε.Δ.Δ.Α.).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου από τους αριθ. 1, 12, 16 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι δε από τους αριθ. 1 και 16 ΚΠολΔ του ίδιου άρθρου, προβάλλεται ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 50/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου, το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο δεύτερος των αναιρεσειόντων ως καταστατικό όργανο του πρώτου είναι συνυπαίτιος για το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων και οι αναιρεσείοντες εις ολόκληρον υπόχρεοι αποζημίωσης αυτών κατά το βαθμό του πταίσματός του δεύτερου των αναιρεσειόντων, παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη με την αμετάκλητη υπ' αριθ. 2113/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία ο δεύτερος αναιρείων κηρύχθηκε αθώος για τον εξ αμελείας θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, σε κάθε δε περίπτωση παραβίασε το τεκμήριο αθωότητας του δεύτερου των αναιρεσειόντων, αφού δεν σεβάστηκε το διατακτικό της απαλλακτικής ποινικής απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, όσον αφορά μεν την αιτίαση για παραβίαση του δεδικασμένου, διότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, από την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγεται ούτε κατά το άρθρο 321 του ΚΠολΔ ούτε κατά τα άρθρα 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα δεδικασμένο στην πολιτική δίκη, η οποία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της ποινικής δίκης, όσον αφορά δε την αιτίαση για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, διότι πέραν του ότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ( ούτε παρατέθηκαν στο δικόγραφο της έφεσης ) τα στοιχεία που αποτέλεσαν τη βάση της κατηγορίας για ανθρωποκτονία από αμέλεια, από την οποία απαλλάχθηκε ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο βαθμό ταυτίζονται με εκείνα που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή, η μη εναρμόνιση των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου με εκείνες του ποινικού δικαστηρίου δεν αποτελούν παραβίαση υπό την ανωτέρω έννοια του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ως άνω αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της ως προς τους λόγους απαλλαγής του άνω εναγόμενου και τότε κατηγορούμενου ( απηλλάγη λόγω αμφιβολιών ), ούτε αποφάνθηκε άμεσα ή έμμεσα για την ποινική ενοχή του, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβήτησης του εξ αυτής παραγόμενου και από τις ανωτέρω διεθνείς συμβάσεις προστατευόμενου τεκμηρίου αθωότητας του δεύτερου αναιρεσείοντος για την πράξη για την οποία κατηγορήθηκε. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής : "Την 10-2-2002 και περί ώρα 23.15' ο Κ. Μ. ηλικίας 49 ετών, οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, επέστρεφε στην οικία του με κανονική ταχύτητα επί ανώνυμης δημοτικής οδού στο δημοτικό διαμέρισμα ... του δήμου Αγρινίου. Η εν λόγω δημοτική οδός που καταλήγει σε σχήμα Τ σε ακάλυπτο αρδευτικό αύλακα (διώρυγα), πλάτους 6,50 μ. και βάθους 2,50 μ., οδηγεί αριστερά προς συνοικισμό ... και δεξιά προς στρατιωτικό αεροδρόμιο, στο τέλος δε αυτής υπάρχει σιδερένιο στηθαίο, μήκους 3,90 μ. και ύψους 1,00 μ., στο οποίο έχουν τοποθετηθεί οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-48 υποχρεωτικής κατεύθυνσης πορείας προς τα δεξιά και Ρ-47 υποχρεωτικής κατεύθυνσης πορείας προς τα αριστερά. Το οδόστρωμα είναι κανονικό, έχει πλάτος 9,10 μέτρα, ενώ δεν υπάρχει άλλη σήμανση και τεχνικός ή άλλος φωτισμός. Φθάνοντας στο τέλος της ως άνω οδού, ο Κ. Μ. δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον παραπάνω αρδευτικό αύλακα, με αποτέλεσμα να επιχειρήσει καθυστερημένα να τροχοπεδήσει την μοτοσικλέτα του (ανευρέθηκαν ίχνη πεδήσεως 5,30 μέτρα) και να επιπέσει εντός αυτού. Ο πιο πάνω οδηγός παγιδεύτηκε εντός του αύλακα, στον οποίο υπήρχε λάσπη και σκουπίδια και λόγω της πτώσης και κυρίως του ψύχους που επικρατούσε κατά τον ανωτέρω χρόνο, υπέστη οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των έργων εγγείων βελτιώσεων Α1 τάξης, που ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου που τα έχει κατασκευάσει, τη δε διοίκηση, λειτουργία και συντήρηση αυτών έχει κατά νόμο το δεύτερο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, περιλαμβάνεται και το αρδευτικό φράγμα εκτροπής επί ου ποταμού Αχελώου, όπως και η παραπάνω κεντρική διώρυγα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους εναγόμενους. Ο δεύτερος εναγόμενος οργανισμός είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 1218/1972), ο δε πρώτος των εναγομένων είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σύμφωνα με τον ισχύοντα εσωτερικό κανονισμό οργάνωσης, λειτουργίας και κατάστασης προσωπικού του δεύτερου εναγόμενου Οργανισμού, στον πρόεδρο του Διοικητικού του Συμβουλίου ανήκει η εκπροσώπηση του Οργανισμού κατά την εν γένει λειτουργία του προς πραγματοποίηση των σκοπών του (άρθρο 2 του Κανονισμού). Ενόψει των παραπάνω αρμοδιοτήτων του, ο δεύτερος εναγόμενος Οργανισμός είχε την υποχρέωση που επιβάλλεται από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, να λάβει δια των αρμοδίων οργάνων του, τα απαραίτητα μέτρα προστασίας των πεζών και των διερχομένων οχημάτων από τον κίνδυνο που δημιουργούσε για αυτούς το ανωτέρω αρδευτικό έργο της δικαιοδοσίας του, ήτοι η κεντρική διώρυγα, ιδίως σε επικίνδυνα σημεία κατοικημένων περιοχών.

Στην προκείμενη περίπτωση, η θέση του αύλακα δεν βρίσκεται μεν σε κατοικημένη περιοχή, πλην όμως κρίνεται επικίνδυνη για την πρόκληση ατυχημάτων διότι βρίσκεται στο τέρμα οδού, είναι ακάλυπτος, γεμάτος λάσπη και μη ορατός λόγω της άγριας βλάστησης και της έλλειψης φωτισμού. Ο πρώτος εναγόμενος μη καταβάλλοντας την επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, την επιμέλεια δηλαδή που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία καταβάλλει υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις ο συνετός και προσεκτικός άνθρωπος του κύκλου των παραπάνω επαγγελματικών δραστηριοτήτων, δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προστασίας και ειδικότερα δεν μερίμνησε για την τοποθέτηση κατάλληλου προστατευτικού στηθαίου στο τέλος της παραπάνω ανώνυμης δημοτικής οδού που καταλήγει στον αρδευτικό αύλακα καθώς το ήδη υπάρχον σιδερένιο στηθαίο, μήκους 3,90 μέτρων, δεν καλύπτει όλο το πλάτος της οδού (9,10 μ.). Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εκτέλεση των απαιτούμενων εργασιών, λόγω της ελάχιστης δαπάνης που απαιτείται, μπορούσε να ανατεθεί από τον δεύτερο εναγόμενο Οργανισμό με απευθείας συμφωνία και χωρίς διαγωνισμό (άρθρο 36 του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού του Οργανισμού). Η αμελής αυτή συμπεριφορά του πρώτου των εναγομένων, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ως οργάνου του δεύτερου εναγόμενου Οργανισμού που το αντιπροσωπεύει, συντέλεσε αιτιωδώς στο θάνατο του Κ. Μ., καθώς εάν αυτός είχε προβεί στις, κατά τα ανωτέρω, δέουσες ενέργειες, ο θανών δεν θα εγκλωβιζόταν εντός του αύλακα και θα γινόταν αντιληπτός από τους διερχόμενους οδηγούς ή πεζούς και έτσι θα είχε αποφευχθεί το θανατηφόρο αποτέλεσμα. Σημειώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος με την 2113/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών απαλλάχθηκε τελεσίδικα για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια πλην όμως η παραπάνω απόφαση δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται με τους πρόσθετους λόγους έφεσης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών γνώριζε καλά την περιοχή, καθώς περνούσε τακτικά από την ανωτέρω οδό για να μεταβεί στην οικία του που βρίσκεται στον συνοικισμό ..., συνακόλουθα δε γνώριζε την ύπαρξη του παραπάνω αρδευτικού αύλακα και τους κινδύνους που δημιουργούνταν από την μη ύπαρξη επαρκούς προστατευτικού τοιχίου. Φθάνοντας, όμως, στο τέρμα της οδού δεν έστριψε αριστερά προς το συνοικισμό όπου βρίσκεται η οικία του αλλά από απροσεξία του κινήθηκε προς τα εμπρός, με αποτέλεσμα να καταπέσει στον αρδευτικό αύλακα. Επιπλέον, αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθώς ανιχνεύθηκε, σε δείγμα αίματος του, ποσότητα αιθυλικής αλκοόλης 0,98 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και στερείτο της κατά νομό απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας. Τα ανωτέρω συντέλεσαν αιτιωδώς στην πτώση του εντός του αύλακα καθώς και στον επελθόντα θάνατο του, καθώς εάν αυτός δεν οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ήταν εφοδιασμένος με την απαιτούμενη άδεια οδήγησης, θα είχε τον πλήρη έλεγχο της μοτοσικλέτας του και θα ήταν σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. Υπό τα περιστατικά αυτά, το ποσοστό ευθύνης στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος ανέρχεται για τον μεν θανόντα σε ποσοστό 70%, για τους δε εναγόμενους σε ποσοστό 30%. Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο θανών, ηλικίας 49 ετών, ήταν σύζυγος της πρώτης των εναγόντων, πατέρας των δεύτερου, τρίτης, τέταρτου και πέμπτου απ' αυτούς, υιός των έκτου και έβδομης και αδερφός των λοιπών. Όλοι, λοιπόν, οι ενάγοντες περιλαμβάνονται στην "οικογένεια" που συγκροτούσε μαζί τους ο θανών κατά την έννοια του άρθρου 932 εδάφ. 3 ΑΚ, έστω και αν όλοι δεν συγκατοικούσαν, διότι συνδέονταν με τον θανόντα με μεγάλο δεσμό αγάπης και πράγματι υπέστησαν ψυχική οδύνη από την απώλεια του ". Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και καταφάσκουν την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 297, 298 και 932 του Α.Κ. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι η αμέλεια των εναγομένων συνίσταται αφενός στην παράλειψή τους να τοποθετήσουν στην σε σχήμα Τ απόληξη της επαρχιακής οδού επαρκές στηθαίο, ώστε να προστατεύονται οι πεζοί και οι διερχόμενοι από το σημείο εκείνο οδηγοί και να αποτρέπεται η πτώση αυτών εντός του ασκεπούς αρδευτικού αύλακα και αφετέρου στην παράλειψή τους να διατηρούν τον αύλακα καθαρό από λάσπες και σκουπίδια, ενέργειες που επιβάλλονταν σ' αυτούς από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, οι παραλείψεις δε αυτές ήταν ικανές κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας να προκαλέσουν και προκάλεσαν κατά τις παραδοχές του Εφετείου υπό τις αναφερόμενες στην απόφαση συνθήκες το θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, ώστε να καταφάσκεται ο αναγκαίος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς των εναγομένων και του θανάτου του Κ. Μ. . Άλλες αιτιολογίες δεν ήταν ανάγκη να παρατίθενται στην απόφαση, όπως το ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για την τοποθέτηση από τους αναιρεσείοντες επαρκούς προστατευτικού στηθαίου στην απόληξη του δρόμου, της εντάσεως του ψύχους που επικρατούσε κατά την πτώση του θανόντος στον αρδευτικό αύλακα, του χρόνου παραμονής του σ' αυτόν και της κατά το χρόνο του ατυχήματος ικανής ή μη κίνησης της οδού από πεζούς και οχήματα. Τέλος, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου ότι "ο θανών γνώριζε καλά την περιοχή και την ύπαρξη του αύλακα" και της παραδοχής ότι ο ίδιος "δεν αντελήφθη έγκαιρα τον αρδευτικό αύλακα", αφού η μη έγκαιρη αντίληψη της ύπαρξης του αύλακα αναφέρεται προδήλως στη μειωμένη συνεπεία της μέθης αντίδραση του θανόντος, σε κάθε δε περίπτωση η μη έγκαιρη εκ μέρους του θανόντος αντίληψη τη ύπαρξης του αύλακα δεν αποδίδεται σε αμελή συμπεριφορά των εναγομένων. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας των (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2009 αίτηση 1) του Ν.Π.Ι.Δ.με την επωνυμία " ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΓΓΕΙΩΝ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΝ ΑΧΕΛΩΟΥ" και 2 ) του Γ. Α. Ρ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 937/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ( 2.700 ) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011 και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 26 Αυγούστου 2011.

H ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΕΖΟΥ ΑΠΟ ΟΔΗΓΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ – ΠΕΖΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού του αυτοκινήτου στην παράσυρση και τον θανάσιμο τραυματισμό του πεζού, ο οποίος ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και στην προσπάθεια του να διασχίσει ανέλεγκτα το οδόστρωμα εκτός διάβασης πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν διήρχοντο οχήματα και δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και να τραυματισθεί θανάσιμα.

 

 

Αριθμός 1014/2011

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

 

Πρόεδρος: Σπυρίδωνας Ζιάκας

Εισηγητής: Βασίλειος Λαμπρόπουλος

Δικηγόροι: Δημήτριος Κρεμεζής, Μιχαήλ Μιχόπουλος

 

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ'αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχ