ΟΔΗΓΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

ΑΛΛΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΟΥΣΙΩΝ

************************************************************************************************


ΟΧΗΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ – ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΟΦΟΡΟ – ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ – ΚΑΔΟΣ ΑΠΟΡΡΙΜΑΤΩΝ

 

Αποκλειστική Υπαιτιότητα οδηγού που επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να επανέλθει πλήρως το αυτοκίνητο στο οδόστρωμα και κατά την κίνησή του αυτή κτύπησε τον ενάγοντα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή έσυρε κάδο απορριμμάτων προς το αυτοκίνητο του Δήμου, στο δεξιό πόδι. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου, η οποία συνίσταται στο ότι α)επιχείρησε ελιγμό για να κατεβεί από το πεζοδρόμιο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τον ενάγοντα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο οδόστρωμα σύροντας μαζί με συνάδελφο του κάδο απορριμμάτων προς το αυτοκίνητο του Δήμου, β) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και έτσι δεν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα, παρά το ότι υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και γ)δεν υπολόγισε, όπως όφειλε, ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα πίσω από το όχημα του Δήμου να βρίσκονται εργαζόμενοι. Αντίθετα ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ενάγοντα, καθόσον αυτός, ενόψει του αιφνίδιου ελιγμού του εναγομένου και της εργασίας, που ο ίδιος εκτελούσε, δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα. Κατά συνέπειαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης τον πρώτο εναγόμενο και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με την υπ' αρ. κατ. 402/2009 έφεση τους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και άρα ο λόγος της ανωτέρω έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

 

 

93/2013

Η υπ' αρ. κατ. 384/2009 έφεση του ενάγοντος και η υπ' αρ. κατ. 402/2009 έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αρ. 225/2009 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισής του (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ), έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης αποφάσεως (άρθρα 495 παρ.1, 511 επ., 518 παρ.2, 591 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει οι παραπάνω εφέσεις, αφού συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους (άρθρα 246 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ), να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

Με την υπ' αρ. κατ. 447/2008 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου ο ενάγων, ισχυρίστηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αρ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, από αποκλειστική αμέλειά του, τον παρέσυρε και τον τραυμάτισε. Ζήτησε δε μετά από παραδεκτό μερικό περιορισμό του αιτήματος του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 30.000 ευρώ και ως πρόσθετη χρηματική παροχή, λόγω αναπηρίας, το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και β) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, για χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 69.970 ευρώ και ως πρόσθετη χρηματική παροχή, λόγω αναπηρίας, το ποσό των 30.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και συγκεκριμένα, αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 5.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις ως άνω αντίθετες εφέσεις τους για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και ο ενάγων να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή του, οι δε εναγόμενοι να απορριφθεί η εναντίον τους αγωγή.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος, που περιέχεται στα προσκομιζόμενα με επίκληση ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Την 13-1- 2007 και περί ώρα 06.10 ο ενάγων εργαζόταν ως δημοτικός υπάλληλος στην υπηρεσία καθαριότητας του Δήμου Β., περισυλλέγοντας τους κάδους απορριμμάτων, προκειμένου να τους εναποθέσει στο με αρ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο-πλυντήριο κάδων του Δήμου Β., το οποίο για το σκοπό αυτό είχε σταματήσει προσωρινά στο μέσον της οδού Π., στο Β., πλησίον του αριθ. 19, με μέτωπο προς βορρά. Συγκεκριμένα η αριστερή, σε σχέση με την προς βορρά κατεύθυνσή του, πλευρά αυτού (αυτοκινήτου) απείχε από το αριστερό πεζοδρόμιο 1,80 μ. Στο ανωτέρω σημείο η οδός Π. έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,11 μ. είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και είναι ευθεία. Την ίδια ώρα ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην ανωτέρω οδό, με κατεύθυνση προς νότο. Επειδή το ελεύθερο τμήμα του οδοστρώματος στο ρεύμα πορείας του ήταν, κατά τα προεκτεθέντα, 1,80μ. και άρα δεν επαρκούσε για τη διέλευση του αυτοκινήτου του, ανέβασε το αυτοκίνητο κατά ένα μέρος στο πεζοδρόμιο και κινούμενος εν μέρει επί του πεζοδρομίου και εν μέρει επί του οδοστρώματος επιχείρησε να προσπεράσει από δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, το αυτοκίνητο του Δήμου. Μόλις δε το προσπέρασε επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να επανέλθει πλήρως το αυτοκίνητο στο οδόστρωμα και κατά την κίνησή του αυτή κτύπησε τον ενάγοντα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή έσυρε κάδο απορριμμάτων προς το αυτοκίνητο του Δήμου, στο δεξιό πόδι. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το επελθόν αποτέλεσμα οφείλεται αποκλειστικά σε αμέλεια του πρώτου εναγομένου, η οποία συνίσταται στο ότι α)επιχείρησε ελιγμό για να κατεβεί από το πεζοδρόμιο χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο για τον ενάγοντα, ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στο οδόστρωμα σύροντας μαζί με συνάδελφο του κάδο απορριμμάτων προς το αυτοκίνητο του Δήμου, β) δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και έτσι δεν αντιλήφθηκε τον ενάγοντα, παρά το ότι υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και γ)δεν υπολόγισε, όπως όφειλε, ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα πίσω από το όχημα του Δήμου να βρίσκονται εργαζόμενοι. Αντίθετα ουδεμία αμέλεια βαρύνει τον ενάγοντα, καθόσον αυτός, ενόψει του αιφνίδιου ελιγμού του εναγομένου και της εργασίας, που ο ίδιος εκτελούσε, δεν μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα. Κατά συνέπειαν το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της σύγκρουσης τον πρώτο εναγόμενο και απέρριψε την ένσταση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, την οποία πρόβαλαν πρωτοδίκως οι εναγόμενοι και επαναφέρουν με την υπ' αρ. κατ. 402/2009 έφεση τους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και άρα ο λόγος της ανωτέρω έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω αμέσως μετά τον τραυματισμό του ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Β. όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί επιπλεγμένο κάταγμα περιφερικού τριτημορίου δεξιάς κνήμης και υποβλήθηκε σε χειρουργική ενδομυελική ήλωση. Νοσηλεύθηκε στην ορθοπαιδική κλινική του ως άνω νοσοκομείου έως την 22-11-2007 με οδηγίες για επανέλεγχο στις 5-12-2007 και αφαίρεση των ραμμάτων στις 28-11-2007. Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια τριών μηνών. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ανωτέρω τραυματισμός του προκάλεσε μόνιμη βλάβη, που συνιστά αναπηρία και συγκεκριμένα ότι το δεξιό πόδι του και μετά τη θεραπεία, στην οποία υποβλήθηκε, παρουσιάζει χωλότητα και δυσχέρεια κατά τη βάδιση. Η σχετική κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως δεν κρίνεται αξιόπιστη, διότι δεν επιβεβαιώνεται από καμία απολύτως σχετική ιατρική γνωμάτευση. Επομένως το αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως της κατά το άρθρο 931 ΑΚ χρηματικής παροχής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, την αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του πρώτου εναγομένου, το είδος και την έκταση της σωματικής βλάβης του ενάγοντος, την ηλικία του (52 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος), το ψυχικό και σωματικό άλγος και την ταλαιπωρία, που υπέστη, από τη χειρουργική επέμβαση, στην οποία υποβλήθηκε, την διάρκεια της αποθεραπείας του και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, πλην της τρίτης εναγομένης, που ενέχεται εγγυητικά, κρίνει ότι ο ενάγων, συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του, υπέστη ηθική βλάβη και ότι προς αποκατάσταση αυτής πρέπει να του επιδικασθεί για χρηματική του ικανοποίηση, πέραν του ποσού των 30 ευρώ, που επιφυλάχθηκε να διεκδικήσει ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, και το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται, με βάση τα προεκτεθέντα, εύλογο. Συνεπώς έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, επιδικάζοντας στον ενάγοντα για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 5.000 ευρώ, αντί του ποσού των 10.000 ευρώ. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης του ενάγοντος και να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο αντίθετος σχετικός λόγος της έφεσης των εναγομένων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η έφεση των εναγομένων να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, να καταδικασθούν οι εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Οι εναγόμενοι, που ηττώνται κατά το μεγαλύτερο μέρος, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή ανάλογου μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ).

 

*************

 

 

 

ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΖΗΜΙΩΝ ΑΠΟ ΟΔΗΓΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΗ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΓΙΑ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΖΗΜΙΑΣ – ΟΡΟΙ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΥ

Η ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση. Παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου του αρχικού ασφαλιστηρίου και όλων των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης και εντεύθεν του όρου που αναφέρει ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις ρυθμίσεις της Κ4/585/1978 απόφασης, ο όρος αυτός περιλαμβάνετο στο ανανεωτήριο συμβόλαιο και έγινε σιωπηρά αποδεκτός από τον εναγόμενο. Δεκτή η αναίρεση.


 

 

 

Αριθμός 731/2012                                                                                                                                     

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Πρόεδρος: Σπυρίδωνας Ζιάκας

Εισηγητής: Βασίλειος Λαμπρόπουλος

Δικηγόροι: Γεώργιος Γεωργουλόπουλου, Κωνσταντίνος Τσιτσίδης

 

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό, όχι όμως όταν, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, προβαίνει στην εκτύπωση του περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού. Το δε δικαστήριο, πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε (ΑΠ 1/1999, ΑΠ 437/2005). Κατά το άρθρο 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 7 του Ν. 489/1976, αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες που προξενήθηκαν σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ. Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει, είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης, είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και συγκεκριμένα στον ανωτέρω όρο. Αρκεί και παραπομπή απευθείας στο ΦΕΚ που περιέχει την ως άνω υπουργική απόφαση. Αν στην πρόταση που απευθύνει ο αντισυμβαλλόμενος περιέχεται ο όρος που μνημονεύτηκε, για να καταστεί αυτός περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης απαιτείται και αρκεί αποδοχή του από τον ασφαλιστή του, χωρίς αποστολή νέας πρότασης με το ίδιο περιεχόμενο από τον τελευταίο στον αντισυμβαλλόμενο. Για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο από αυτόν, αλλά αρκεί να καταβάλλει τα ασφάλιστρα και να παραλαμβάνει το ασφαλιστήριο, που είναι αποδεικτικό και όχι συστατικό της σύμβασης έγγραφο. Οι περιεχόμενοι σε αυτό γενικοί και ειδικοί όροι, από τους οποίους οι ειδικοί επικρατούν των γενικών, δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο και όταν ακόμη δεν το υπέγραψε, εφόσον σ' αυτό στηρίζει τις αξιώσεις του, το επικαλείται και το προσκομίζει στο δικαστήριο. Τέλος, οι γενικοί όροι της ασφάλισης υπάγονται στην ευρύτερη κατηγορία των γενικών όρων των συναλλαγών. Στην ουσία επιβάλλονται από τον ασφαλιστή στον αντισυμβαλλόμενο και ισχύουν σε όλες τις ασφαλιστικές συμβάσεις ορισμένου τύπου. Ειδικά στα αυτοκινητικά ατυχήματα οι γενικοί όροι δεν επιβάλλονται από τον ασφαλιστή, αλλά διατυπώνονται στην ανωτέρω Κ4/585/1978 ΑΥΕ. Δεν δικαιολογείται άγνοια των όρων από τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν επιτρέπεται τροποποίησή τους με συμφωνία των μερών ή μονομερώς από τον ασφαλιστή. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο που έκανε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας κατά της υπ' αριθ. 5153/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει παρεμπίπτουσα αγωγή της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπό ημερομηνία 6-9-2002 ανανεωτηρίου συμβολαίου γιατί έκρινε ότι ο ως άνω περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 8 της εν λόγω ΑΥΕ αποτελούσε περιεχόμενο του υπ' αριθ. ... ανανεωτηρίου συμβολαίου και έγινε αποδεκτός με την παραλαβή και χρησιμοποίηση της βεβαίωσης ασφάλισης παραδίδοντας αυτή στην τροχαία. Η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα περιστατικά:

"... Περαιτέρω όπως ήδη προεκτέθηκε το ζημιογόνο όχημα ήταν ασφαλισμένο στην ενάγουσα. Για την ασφάλιση αυτή είχε καταρτισθεί το με αριθμ. .../... ασφαλιστήριο, το οποίο ισχύει από 18.1.2002 - 18.7.2002. Η ως άνω σύμβαση ασφάλισης κατά ρητή σημείωση στη α' σελίδα του προαναφερομένου ασφαλιστηρίου "διέπεται από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας από τους ενιαίους όρους συμβολαίου αυτοκινήτων που περιλαμβάνονται στο ΦΕΚ αριθ. 795 της 8.4.1978". Με την παραπομπή της συμβάσεως ασφαλίσεως στο κείμενο της Κ4/585/1978, ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου 25 παρ. 8 της εν λόγω απόφασης απέκτησε συμβατική ισχύ, εξ' ου συνάγεται ότι η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως σε περίπτωση προκλήσεως ζημιών από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά την οδήγηση εφ' όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 42 ΚΟΚ. Ο όρος αυτός αποτελεί περιεχόμενο και του μ' αριθμ. .../Β 2087 1814 ανανεωτηρίου συμβολαίου που ίσχυε από 18/7/2002 - 18/7/2003 με βάση το οποίο ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος, αφού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω μετά την λήξη της αρχικής ασφαλιστικής περιόδου, η σύμβαση ασφάλισης ανανεώθηκε αυτόματα με τους ίδιους όρους του αρχικού ασφαλιστηρίου καθότι δεν υπήρξε αντίθετη συστημένη επιστολή που να απευθύνθηκε από οποιονδήποτε από τους συμβαλλομένους προς το έτερο 30 ημέρες πριν τη λήξη της αρχικής ασφαλιστικής περιόδου. Το ως άνω αρχικό ασφαλιστήριο αλλά και το ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο φέρουν μόνον την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ασφαλιστικής εταιρείας (ενάγουσας) χωρίς να φέρουν την υπογραφή του ασφαλισμένου. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος έλαβε αντίγραφο του αρχικού ασφαλιστηρίου συμβολαίου και εντεύθεν ότι έλαβε γνώση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης και πιο ειδικά του όρου που αναφέρει ότι η σύμβαση διέπεται από τις ρυθμίσεις της Κ4/585/1978 απόφασης, η οποία εμπεριέχεται στο ΦΕΚ 795 της 8.4.1978. Παρόλα αυτά ο ανωτέρω όρος που αυτόματα αποτελούσε και περιεχόμενο του ανανεωτηρίου συμβολαίου έγινε σιωπηρά αποδεκτός από τον εναγόμενο με τη χρησιμοποίηση της βεβαίωσης ασφάλισης που χορήγησε η ασφαλιστική εταιρεία κατά το ατύχημα παραδίδοντας αυτή στη τροχαία, όπως συνομολογεί ο ίδιος, αφού κατ' αυτό τον τρόπο και σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη γίνεται σιωπηρά αποδεκτός ο όρος χωρίς να είναι απαραίτητη η υπογραφή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο η χορήγηση σ' αυτόν αντιγράφου του ασφαλιστηρίου ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν έλαβε γνώση του περιεχομένου του αρχικού ασφαλιστηρίου και όλων των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης και εντεύθεν του όρου που αναφέρει ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις ρυθμίσεις της Κ4/585/1978 απόφασης, ο όρος αυτός περιλαμβάνετο στο ανανεωτήριο συμβόλαιο και έγινε σιωπηρά αποδεκτός από τον εναγόμενο. Όμως από την παραδεκτά κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του κρισίμου αυτού εγγράφου δεν προκύπτει ότι γίνεται καμία αναφορά στο ΦΕΚ ή άλλους γενικούς όρους. Άρα καμία εξαίρεση δεν προκύπτει από την πλήρη ασφαλιστική κάλυψη και ότι δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω περιοριστική διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ. Η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ως άνω παραδοχές από εσφαλμένη ανάγνωση απέδωσε στο έγγραφο αυτό (ανανεωτήριο συμβόλαιο) διαφορετικό περιεχόμενο από το πραγματικό, μόρφωσε δε τη γνώμη της σχετικά με το ως άνω ζήτημα, ενόψει και της παραδοχής ότι δεν παραδόθηκε αντίγραφο του αρχικού ασφαλιστηρίου στον αναιρεσείοντα, κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού που παραμορφώθηκε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και παρελκούσης της έρευνας του άλλου λόγου αναιρέσεως, δεδομένου ότι η αναιρετική εμβέλεια του εν λόγω λόγου εκτείνεται και στον έτερο λόγο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο η σύνθεση του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4823/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ – ΠΡΑΒΙΑΣΗ ΚΟΚ – ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ – ΠΑΡΑΒΙΑΣΗ ΣΤΟΠ

Αποκλειστική υπαιτιότητα οδηγού που οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος και παραβίασε την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (stop). Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 11, 12, 19, 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

 

 

Αριθμός 1456/2012

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Πρόεδρος: Σπυρίδωνας Ζιάκας

Εισηγητής: Μιλτιάδης Σπυρόπουλος

Δικηγόροι: Νικόλαος Μαράκης, Βασιλείου Κούρτης

 

(...)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες 4803Γ'/19-7-2011 και 4802Γ'/19-7-2011 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και πράξης προσδιορισμού δικασίμου με κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (20-4-2012), με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν τη συζήτηση, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, αντιστοίχως, προς τον πρώτο και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Γ. Δ. του Κ. και Κ. Δ. του Γ., οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος ανεύρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997 ΕλλΔνη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από τα δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 1491/2010 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που αφορούν τους λόγους αναίρεσης: "Την 11-8-2006 και περί ώρα 13.30, ο πρώτος εναγόμενος Β. Π., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του δευτέρου εναγομένου Δ. Π., το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "LE MONDE AAE", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, λόγω ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, το "Επικουρικό Κεφάλαιο" και έβαινε στη διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 8,3 μέτρων, οδό ..., στον Ασπρόπυργο Αττικής, με κατεύθυνση προς τον Ασπρόπυργο. Αυτός, όταν έφθασε στο σημείο που η ως άνω οδός διασταυρώνεται με τη διπλής κατεύθυνσης, πλάτους 9,5 μέτρων, λεωφόρο ΝΑΤΟ, από αμέλεια του συνισταμένη στη μη προσήλωσή του στην οδήγηση, ενόψει και του ότι αυτός οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον βρέθηκε ποσοστό αλκοόλης στην εκπνοή 0,26% κατά την πρώτη μέτρηση και 0,27% κατά της δεύτερης (άρθρο 42 του ΚΟΚ), γεγονός που δεν του επέτρεπε να οδηγεί με σύνεση και νηφαλιότητα, δεν διέκοψε, ως όφειλε, την πορεία του οχήματος του προ της, επί της οδού ..., υπάρχουσας πινακίδας "Υποχρεωτικής διακοπής πορείας (stop)" (Ρ-2), προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα διέλευσης στα επί της ως άνω λεωφόρου και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, βαίνοντα οχήματα. Αντίθετα αυτός συνέχισε την πορεία του οχήματός του, με αποτέλεσμα να βρεθεί προ της υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας, κυριότητας του δεύτερου ενάγοντος Κ. Δ., οδηγούμενη από τον πρώτο ενάγοντα Γ. Δ., που πήγαινε κανονικά στην ως άνω λεωφόρο ΝΑΤΟ, με κατεύθυνση από την Ελευσίνα προς τα Λιόσια, αποφράζοντας την πορεία αυτής (μοτοσυκλέτας), η οποία στη συνέχεια με το μπροστινό της μέρος έπεσε στη μπροστινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου, το οποίο, αφού είχε ήδη διανύσει το από αριστερά του ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου από τα Λιόσια, έμπαινε στο από τα δεξιά του ρεύμα κυκλοφορίας, όπου πήγαινε η μοτοσυκλέτα. Αποτέλεσμα της ως άνω σύγκρουσης των δύο οχημάτων ήταν να τραυματισθεί ο οδηγός της μοτοσυκλέτας-ενάγων και να υποστεί υλικές ζημιές αυτή (μοτοσυκλέτα). Τα ως άνω δεν αναιρούνται από τον, σε κάθε περίπτωση, αναπόδεικτο ισχυρισμό του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, κατά τον οποίο αυτός είχε προτεραιότητα πορείας έναντι της μοτοσυκλέτας, καθόσον ο οδηγός ενός φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο έβαινε στην ως άνω λεωφόρο ΝΑΤΟ με κατεύθυνση προς τα Λιόσια, του είχε παραχωρήσει προτεραιότητα, ενώ η μοτοσυκλέτα προσπέρασε αντικανονικά και δη από δεξιά το ως άνω σταματημένο φορτηγό. Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ατύχημα αυτό οφείλεται αποκλειστικά σε υπαιτιότητα του οδηγού του πρώτου οχήματος (εναγομένου), ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και επιμέλεια, που επιβάλλεται αντικειμενικά και αφηρημένα και την οποία θα κατέβαλε κάθε μέσος συνετός οδηγός κάτω από τις ανάλογες περιστάσεις. Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποιο ποσοστό συνευθύνης τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, γι' αυτό και πρέπει η νόμιμη (300 ΑΚ) προβληθείσα σχετική ένσταση να απορριφθεί από την ουσιαστική της άποψη. Ακολούθως, το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος, κράτησε την κύρια αγωγή και δέχθηκε εν μέρει αυτή, καθώς και την παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (Β. Π.), ο οποίος, κατά τις εν λόγω παραδοχές, δεν οδηγούσε με νηφαλιότητα, αλλά υπό την επίδραση οινοπνεύματος, παραβίασε την πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (stop)" (Ρ-2) και αντί να συμμορφωθεί με αυτή, σύμφωνα με τις επιταγές του νόμου, συμμορφώθηκε (κατά τους αναπόδεικτους ισχυρισμούς του, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης), με τις υποδείξεις τρίτου προσώπου, δηλαδή οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος του παραχώρησε προτεραιότητα διέλευσης (δηλαδή παραβίασης του STOP), παρά τις επιταγές του νόμου. Επομένως το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 519 αριθ.19 ΚΠολΔ, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος. Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής νια να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικό μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν. προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αρκεί νια την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί Βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιερχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009, ΑΠ 310/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11γ' ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α)την κατάθεση του μάρτυρα Η. Α. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που περιέχεται στα πρακτικά αυτού, β)την 981/2008 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Φ. Κ.-Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών και γ)την 982/2008 ένορκης βεβαίωση της μάρτυρα Ε. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως ανωτέρω αναφέρεται, ότι έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τους εναγομένους μάρτυρα και τις υπ' αριθμ. 981/2008 και 982/2008 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αχαρνών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο ανωτέρω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο (αρθρ.681 Α' ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, επειδή το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε μείζονα αποδεικτική δύναμη στην ανωμοτί εξέταση του πρώτου ενάγοντος, από την ένορκη κατάθεση του προταθέντος από τους εναγομένους μάρτυρα και από όλο το αποδεικτικό υλικό που οι εναγόμενοι προσκόμισαν και με το οποίο με πλήρη ευθύνη βεβαίωσαν τρίτοι, αντικειμενικοί και εξ ιδίας αντιλήψεως καταθέσαντες μάρτυρες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-5-2011 αίτηση για αναίρεση της 1491/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου τρίτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ ΚΟΚ – ΟΔΗΓΗΣΗ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΘΗΣ – ΕΠΑΡΚΩΣ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ – ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

Η απόφαση αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε όχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δηλαδή με περιεκτικότητα οινοπνεύματος πολύ πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια. Δεν ήταν αναγκαίο το δικαστήριο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του κατηγορούμενου, αφού αυτός εξυπακούεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένα περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος και ο νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία περί τούτου.

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 27/2011

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Πρόεδρος: Αιμιλία Λίτινα

Εισηγητής:  Αθανάσιος Γιωργόπουλος

Δικηγόροι: Γεώργιος Κολιοκώστας, Στέφανος Μουρούζη

 

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη 1927/2009 απόφασή του, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ' είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στο διατακτικό, οδηγούσε οδικό όχημα ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και συγκεκριμένα κατελήφθη να οδηγεί το υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο έχοντας προηγουμένως καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και η περιεκτικότητα οινοπνεύματος ανερχόταν σε ποσοστό 1,63 g/l εκπνεόμενου αέρα κατά την πρώτη μέτρηση και σε ποσοστό 1,37 g/l κατά τη δεύτερη, με το αλκοολόμετρο του Τ.Τ. Ηρακλείου." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα του εγκλήματος της παράβασης του άρθρου 42 παρ. 1, 7γ, 10 ν. 2696/1999, όπως αντικατ. με άρθρο 43 παρ. 2 ν. 2963/2001 και η παρ. 7 με άρθρο 40 παρ. 1 ν. 3542/2007 και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών, η οποία ανεστάλη για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το προδιαληφθέν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1 ΠΚ και άρθρου 42 παρ. 1, 7γ, 10 ν. 2696/1999, όπως ισχύει, σε συνδυασμό με τη 43500/5691/24-7-2002 απόφ. Υπουργών Υγείας-Πρόνοιας, Μεταφορών-Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή ή αντιφατική αιτιολογία. Ενώ, ειδικότερα δεν ήταν αναγκαίο το Δικαστήριο να αιτιολογήσει ιδιαίτερα το δόλο του κατηγορούμενου, αφού αυτός εξυπακούεται ότι υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση, από αυτόν, των παραπάνω γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, τα οποία και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, ο δε νόμος δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία περί τούτου.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, κατά το οικείο σκέλος του, μοναδικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' επιτρεπτή από τον Άρειο Πάγο επισκόπησή τους, ο κατηγορούμενος κατά την απολογία του αφού αρνήθηκε την κατηγορία στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι "Μου έκανε εντύπωση και μένα το υψηλό ποσοστό. Εκ των υστέρων έμαθα από το δικηγόρο μου, ότι το ίδιο πρόβλημα είχε και κάποιος βαφέας αυτοκινήτων. Ερχόμενος σε επαφή με χημικά, ασετόν κ.λ.π. Εκείνη την ημέρα πρέπει να τελείωσα το απόγευμα 18.30 και η μέτρηση έγινε 03.00. Μου έχουν πει ότι παραμένουν τα χημικά στο σώμα 24-48 ώρες. Δεν πίνω δεν καπνίζω και τώρα που το ανακάλυψα, όταν πιω δεν οδηγώ". Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι αυτοτελής, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, και, συνεπώς, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν' απαντήσει. Η αιτίαση, εξάλλου, του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και τους ισχυρισμούς του ότι ελάμβανε αντιβίωση με ιατρική συνταγή, ότι χρησιμοποιήθηκε ανασφαλής μέθοδος ανίχνευσης και μέτρησης της αλκοόλης και ότι ίσως ήταν χαλασμένο το αλκοολόμετρο, είναι απαράδεκτη, δεδομένου ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν είχαν προβληθεί στο Β' Τριμελές Πλημμελειοδικείο, ανεξάρτητα του ότι αυτοί είναι αρνητικοί της κατηγορίας. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, κατά το σχετικό του σκέλος, προδιαληφθείς λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 22 Ιανουαρίου 2010, αίτηση του Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της 1927/2009 απόφασης του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ηρακλείου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 12 Ιανουαρίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ – ΡΗΤΡΑ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΤΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ – ΑΞΙΩΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΛΟΓΩ ΜΕΘΗΣ ΤΟΥ ΟΔΗΓΟΥ – ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗΣ ΤΟΥ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟ – ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

Αν τέθηκε ρήτρα απαλλαγής του ασφαλιστή, λόγω μέθης του οδηγού, δικαιούται ο ασφαλιστής να αξιώσει από τον ασφαλισμένο, να του καταβάλει κάθε ποσό, το οποίο αυτός θα καταβάλει ως αποζημίωση από το τροχαίο ατύχημα, στον ζημιωθέντα τρίτο (ΑΠ 1451/09, 432/04, 502/02, 1650/01). Ο όρος αυτός για να είναι δεσμευτικός για τα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης πρέπει να έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης ασφάλισης. Τούτο μπορεί να γίνει είτε με ενσωμάτωση αυτούσιου του όρου στη σύμβαση ασφάλισης είτε με παραπομπή της σύμβασης στους όρους της Κ4/585/1978 ΑΥΕ και συγκεκριμένα στον πάρα πάνω όρο. Αρκεί προς τούτο και παραπομπή απ’ ευθείας στο ΦΕΚ, που περιέχει την ΑΥΕ (ΑΠ 1426/10). Κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό του οδηγού ως τελούντος υπό την επίδραση οινοπνεύματος είναι ο χρόνος του ατυχήματος και γι' αυτό, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της τοξικολογίας η απορρόφηση του οινοπνεύματος από τον οργανισμό ολοκληρώνεται σε χρονικό διάστημα 45 λεπτών έως 180 λεπτών από την κατανάλωση και ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις οινοπνεύματος στο αίμα ανιχνεύονται 45 έως 90 λεπτά μετά το τέλος της κατανάλωσης του ποτού, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ο χρόνος ολοκλήρωσης της κατανάλωσης της ουσίας, ο χρόνος του ατυχήματος και ο χρόνος της πραγματοποίησης της αιμοληψίας ή της μέτρησης με αλκοολόμετρο. Κρίθηκε ότι ο οδηγός στον οποίο ανιχνεύθηκε στο αίμα οινόπνευμα 0,40 ml/l 80 λεπτά μετά το ατύχημα, τελούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος

 

 

Αριθμός 323/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Πρόεδρος: Χαράλαμπος Ζώης

Εισηγητής:  Γεωργία Λαλούση

Δικηγόροι: Βασίλειος Σπανουδάκης, Γεώργιος Κοπανάκης

.

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 εδ. α και β του ν. 2696/1999 Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο επέλευσης του ζημιογόνου αυτοκινητικού ατυχήματος ορίζεται, ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται, ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/1) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας, ή από 0.25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοομέτρου. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της καθιερούμενης με το άρθρο 361 του ΑΚ αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος περί αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις. Μια τέτοια περίπτωση προβλέπεται στο άρθρο 25 περ. 8 της (Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο, σύμφωνα με το οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο, που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ανωτέρω άρθρου 42 του ΚΟΚ. Η δεσμευτικότητα του όρου αυτού προϋποθέτει τη συμπερίληψη του στην ασφαλιστική σύμβαση, στην οποία μπορεί είτε να ενσωματωθεί αυτούσιος είτε να γίνει σχετική παραπομπή στην ως άνω διάταξη της υπουργικής απόφασης. Η συνομολόγηση του όρου αυτού, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 489/1976, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή, την αποζημίωση, που κατέβαλε ή θα καταβάλει στον τρίτο, με την προϋπόθεση βέβαια ότι η παράβαση του ασφαλιστικού αυτού όρου από τον ασφαλισμένο συνέχεται αιτιωδώς με την επέλευση του ζημιογόνου ατυχήματος.

Κρίσιμος χρόνος για το χαρακτηρισμό του οδηγού ως τελούντος υπό την επίδραση οινοπνεύματος είναι ο χρόνος του ατυχήματος και γι' αυτό, ενόψει του ότι σύμφωνα με τα πορίσματα της τοξικολογίας η απορρόφηση του οινοπνεύματος από τον οργανισμό ολοκληρώνεται σε χρονικό διάστημα 45 λεπτών έως 180 λεπτών από την κατανάλωση και ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις οινοπνεύματος στο αίμα ανιχνεύονται 45 έως 90 λεπτά μετά το τέλος της κατανάλωσης του ποτού, είναι απαραίτητο να διαπιστωθεί ο χρόνος ολοκλήρωσης της κατανάλωσης της ουσίας, ο χρόνος του ατυχήματος και ο χρόνος της πραγματοποίησης της αιμοληψίας ή της μέτρησης με αλκοολόμετρο. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν παραβιαστεί κανόνας δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει όταν δεν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα δέχθηκε ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά εκείνα, που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδρομής ή όχι των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, όχι ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, αλλά στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη των παρεμπιπτουσών αγωγών της αναιρεσίβλητης και της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 19-4-2005 και περί ώρα 13.00 ο ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ κυκλοφορίας……δίκυκλη μοτοσικλέτα του, μάρκας Honda Motor, 249 κ.ε., εκινείτο επί της παλαιάς Εθνικής οδού …-… με κατεύθυνση από … προς … . Κατά τον αυτόν τόπο και χρόνο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ' αριθμ κυκλ … ΙΧΦ αυτοκίνητό του, μάρκας Nissan, το οποίο κατά το χρόνο εκείνο ήταν ασφαλισμένο για ζημιές έναντι τρίτων στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην ως άνω οδό με την αυτήν κατά τα άνω κατεύθυνση από … προς … . Τα εν λόγω οχήματα συναντήθηκαν στο 10ο χιλιόμετρο της προαναφερθείσας οδού. Στο σημείο εκείνο η παραπάνω οδός είναι ευθεία και διπλής κατευθύνσεως, με διπλή διαχωριστική γραμμή καθόλο το μήκος της και μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, ενώ έχει πλάτος οδοστρώματος 9,60 μ., με εκατέρωθεν ερείσματα πλάτους 1,50 μ. και 1,80 μ. και πεζοδρόμια 1,60 μ. και 1,70., αντίστοιχα. Η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν πυκνή, επικρατούσε καλοκαιρία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, ενώ το όριο ταχύτητας των οχημάτων στο σημείο εκείνο προσδιορίζεται στα 50 χιλ ανά ώρα με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32. Κατά τον ως άνω χρόνο και ενώ ο πρώτος εναγόμενος εκινείτο με κανονική ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ήτοι αυτή των 37 χλμ ανά ώρα, στο 10ο χιλιόμετρο της ανωτέρω οδού, η οποία στο συγκεκριμένο σημείο παρουσιάζει αριστερή στροφή ως προς την πορεία αυτού (α' εναγόμενου), ο τελευταίος βγάζοντας δεξιό φλάς κινήθηκε σταδιακά προς το άκρο δεξιό του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του εισερχόμενος στη βοηθητική λωρίδα (έρεισμα) πλάτους 1,80 μ. Προέβη δε στην ενέργειά του αυτή καθόσον είχε αντιληφθεί από τον καθρέπτη του οχήματός του την παρουσία του ενάγοντος όπισθεν αυτού και θέλησε να του αφήσει ελεύθερο χώρο για να κινηθεί εντός του ρεύματος πορείας του προκειμένου να συνεχίσει αυτή χωρίς να παραβιάσει τη διπλή κατά μήκος της οδού διαγράμμιση, η διάβαση της οποίας απαγορεύεται (άρθρ 5 παρ. 8 στ' α' ΚΟΚ). Ο ενάγων, ο οποίος έφερε προστατευτικό κράνος και εκινείτο με κανονική ταχύτητα εντός του νόμιμου ορίου, ήτοι αυτή των 39 χλμ ανά ώρα, βγάζοντας αριστερό φλάς και ενώ επιχειρούσε "προσπέραση" από αριστερά του πρώτου εναγόμενου και εντός του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, το οποίο, σημειωτέον, κατά τα προαναφερθέντα, είχε ελευθερώσει ο τελευταίος, ο οποίος πλέον είχε εισέλθει κατά το μεγαλύτερο μέρος στη βοηθητική λωρίδα (έρεισμα), αυτός (πρώτος εναγόμενος) αιφνίδια προσέκρουσε σε μανδρότοιχο που υπάρχει στο άκρο δεξιό του ερείσματος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, με αποτέλεσμα το οπίσθιο τμήμα του οχήματός του να πλαγιολισθήσει προς τον άξονα της οδού και να καταλήξει εγκάρσια επ' αυτής αποφράσσοντας τελείως το ρεύμα πορείας προς … και συνακόλουθα την πορεία του ενάγοντος, ο οποίος ευρίσκετο σε μικρή απόσταση και σχεδόν πλησίον του οχήματος του πρώτου εναγόμενου δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, επιχειρούσε "προσπέραση" αυτού και ο οποίος, μολονότι προέβη σε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά και σε τροχοπέδηση, παρά ταύτα προσέκρουσε με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα της μοτοσικλέτας του στο οπίσθιο δεξιό τμήμα ΙΧΦ αυτοκινήτου του πρώτου εναγόμενου, γεγονός που είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό αυτού (ενάγοντος) στο δεξιό κάτω άκρο του και την πρόκληση υλικών ζημιών και σχεδόν καταστροφή της μοτοσικλέτας, η οποία, σημειωτέον, κατέληξε στο αριστερό άκρο της οδού, στο αντίθετο ρεύμα πορείας αυτής. Μετά το ατύχημα προσέτρεξαν στον τόπο τελέσεως αυτού τα αρμόδια όργανα της τροχαίας Χανίων, ενώ ο ενάγων μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Χανίων. Περαιτέρω διενεργήθηκε στον πρώτο εναγόμενο, στον οποίο διαπιστώθηκαν ενδείξεις μέθης, από ένα αστυνομικό όργανο αλκοτέστ με ηλεκτρονική συσκευή αλκοολόμετρου (αεροχρωματογράφου), το αποτέλεσμα του οποίου ήταν κατά την α' μέτρηση στις 14.20' ώρα της 19-4-2005, ημέρα του ατυχήματος, 0,41 mgr/I και της β' μέτρησης στις 14.38' 0,40 mgr/I εκπνεόμενου αέρα, ήτοι ο πρώτος εναγόμενος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατ' άρθρον 42 του ΚΟΚ (Ν 2696/1999), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 Ν 2936/2001, αφού το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του υπερέβαινε το νόμιμο όριο των 0,25 mgr/I εκπνεόμενου αέρα. Το ως άνω ποσοστό αλκοόλης ήταν κατά τη στιγμή του ατυχήματος άνω των 0,41 και 0,40 mgr/I, καθόσον το τεστ έγινε μετά πάροδο μιας και πλέον ώρας από τη σύγκρουση, εντός της οποίας η αλκοόλη ελαττώθηκε σημαντικά λόγω της παρόδου του χρόνου, αλλά και των αυξημένων οργανικών καύσεων από την προκληθείσα συγκίνηση και φόρτιση λόγω του ατυχήματος. Για την προεκτεθείσα αιτία εκδόθηκε για τον πρώτο εναγόμενο η υπ' αριθμ 910 20000 5640 πράξη βεβαίωσης παράβασης και του αφαιρέθηκε επί τόπου η άδεια οδήγησης για 90 ημέρες, ενώ, σημειωτέον, το ως άνω αλκοτέστ υπέγραψε και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτού. Με βάση τα κατά τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως είναι ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε κατά τις περιστάσεις να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός και ηδύνατο πράγματι να καταβάλει δεν ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του και δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς την τεταμένη προσοχή του, γεγονός στο οποίο οπωσδήποτε συνέβαλε και το ότι, κατά τα προαναφερθέντα, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και να προσκρούσει στον μανδρότοιχο, να πλαγιολισθήσει δε το όχημά του και να αποφράξει το οδόστρωμα του ρεύματος πορείας και συνακόλουθα την πορεία του ενάγοντος, η μοτοσυκλέτα του οποίου συγκρούσθηκε με το ΙΧΦ αυτοκίνητο αυτού και είχε ως συνέπεια τον τραυματισμό του ενάγοντος και τις υλικές ζημίες στο όχημά του, ήτοι ο πρώτος εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 42 του ΚΟΚ (Ν. 2696/1999). ..., από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο του επισυμβάντος κατά τα άνω τροχαίου ατυχήματος (19-4-2005) το υπ' αριθμ. κυκλ. … ΙΧΦ αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου ήταν ασφαλισμένο για την εκ κυκλοφορίας του έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία και ήδη εκκαλούσα βάσει, μεταξύ αυτών καταρτισθείσας συμβάσεως για την οποία συνετάγη το υπ' αριθμ. …/2002 ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Ως συμβατικός όρος της εν λόγω συμβάσεως περιελήφθη αυτούσιο και το περιεχόμενο του άρθρου 25 περ. 8 της ΑΥΕ Κ4/585/1978 περί εξαιρέσεως ορισμένων ασφαλιστικών περιπτώσεων από την ασφαλιστική κάλυψη με ειδική αναφορά του ΦΕΚ στο οποίο δημοσιεύτηκε αυτή. Ενόψει τούτων με την προεκτεθείσα παραπομπή της παραπάνω συμβάσεως ασφαλίσεως στο άρθρο 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ο περιοριστικός όρος της ασφαλιστικής καλύψεως του άρθρου αυτού απέκτησε συμβατική ισχύ μεταξύ των κατά τα άνω συμβληθέντων εκκαλούσης και εφεσιβλήτου. Η εξαίρεση δε αυτή από την ασφαλιστική κάλυψη του άρθρου 25 περ 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ έγινε αποδεκτή από τον εφεσίβλητο, καθόσον αυτός υπέγραψε το ως άνω ασφαλιστήριο, έλαβε αντίγραφο αυτού, κατέβαλε στην εκκαλούσα τα ασφάλιστρα, αφού διαφορετικά δεν θα του εχορηγείτο αντίγραφο αυτού, ενώ έλαβε γνώση της ανωτέρω εξαιρέσεως, αφού κατά τα ανωτέρω, του χορηγήθηκε αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, δεν εναντιώθηκε και δεν απέκρουσε τον σχετικό όρο αυτού. Ενόψει τούτων και δεδομένου ότι κατά τα ανωτέρω ο εφεσίβλητος οδηγούσε κατά τον χρόνο του ατυχήματος, το ως άνω ασφαλισμένο στην εκκαλούσα αυτοκίνητό του υπό την επίδραση οινοπνεύματος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η εκκαλούσα απαλλάσσεται, κατά τις προεκτεθείσες σκέψεις, από την υποχρέωση ασφαλιστικής καλύψεως έναντι του εφεσιβλήτου και επομένως δικαιούται να απαιτήσει από αυτόν ο,τιδήποτε υποχρεωθεί να καταβάλει εξαιτίας του ανωτέρω ατυχήματος στον κατά τα άνω ζημιωθέντα ενάγοντα και συγκεκριμένα το ποσό των 164.053,51 ευρώ νομιμοτόκως από του χρόνου καταβολής στον τελευταίο". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε την επικουρικώς ασκηθείσα έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη και κατά τη διάταξη που αφορά τις παρεμπίπτουσες αγωγές αυτής κατά του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ασφαλισμένου της, και απολούθως δέχθηκε αυτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, αναγνωρίζοντας ότι αυτός οφείλει να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον παθόντα, ζημιωθέντα από το ατύχημα. Το Εφετείο, εφόσον δέχεται ότι η συγκέντρωση του αλκοόλ στο αίμα με την μέτρηση του αλκοολομέτρου, κατά το χρόνο του ατυχήματος υπερβαίνει το ποσοστό που καθορίζει ο νόμος και ότι το γεγονός αυτό συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι ότι τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ. Το Εφετείο, εξάλλου, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για το ζήτημα της οδήγησης ή όχι από τον αναιρεσείοντα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, κατά του όρους του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), εφόσον δέχεται ότι ο αναιρεσείων τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κατά το χρόνο του ατυχήματος, καθότι διαπιστώθηκαν στον αναιρεσείοντα, οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ενδείξεις μέθης, γι' αυτό έγιναν μετρήσεις, οι οποίες έδειξαν το αποτέλεσμα που αναφέρεται παραπάνω, στηρίζεται δηλαδή το πόρισμα και στην εμφάνιση αυτού κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και όχι μόνο στις μετρήσεις. Έτσι είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, σύμφωνα με τις οποίες ενεργοποιείται ο όρος της ασφαλιστικής σύμβασης για απαλλαγή της, και όσα υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αναφέρονται στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων. Και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος.

2. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στη δικαστικά δαπάνη της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Ε. Τ. για αναίρεση της 109/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Φεβρουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΑΥΤΩΝ – ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΑΛΕΙ Ο ΟΔΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΘΗΣ

Ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα, πράγμα που δεν συντρέχει κατ' αρχή στο πρόσωπο του κυρίου, μη οδηγού του οχήματος.

 

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 991/2011

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Πρόεδρος: Σπυρίδωνας Ζιάκας

Δικηγόροι: Γεώργιος Κοπανάκης, Δημήτριος Χαρίσογλου

Εισηγητής: Βασίλειος Λαμπρόπουλος

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 περ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα, επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1). Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατά το άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σε αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου, του αντισυμβαλλομένου και του οδηγού (11 παρ. 1). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 8 της υπ' αριθ. Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνη" (ΦΕΚ 795/1978 ΑΕ και ΕΠΕ) αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες που προκαλούνται καθ' όν χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, της τελευταίας εφαρμοζομένης συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης εξ αυτοκινητικών ατυχημάτων, συνάγεται, ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ, αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος. Όμως προϋπόθεση για την λειτουργία αυτής, σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 ΑΚ). Επομένως ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου ευρίσκεται σε μέθη, δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα καταβληθέντα ποσά, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του, βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν προξένησε το ατύχημα.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικά με την από 3-2-2003 αγωγή (αναγωγή) της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι, κύριοι του ασφαλισμένου από αυτή υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, από υπαιτιότητα του οδηγού του οποίου, τελούντος κατά τα εκτιθέμενα σε μέθη, προκλήθηκε το αναφερόμενο αυτοκινητικό ατύχημα, να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, το χρηματικό ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει στις ενάγουσες της από 23-5-2000 κυρίας αγωγής, διότι με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποκλείσθηκαν της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Με το υπ' αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία είχε ασφαλίσει το υπ' αριθ. κυκλ. ... αυτοκίνητο κατά των κινδύνων πρόκλησης υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών σε τρίτους, για το από 4-4-1999 έως 4-11-1999 χρονικό διάστημα και το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στην πρώτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία της οποίας ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είναι ομόρρυθμο μέλος. Στο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο είχε περιληφθεί, ως γενικός όρος ασφάλισης, ότι η ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970, του Ν. 489/1976 και της ΥΑ Κ4/585/5-4-1978. Στο ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και στο κεφάλαιο "ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" αναφέρεται ότι δεν καλύπτονται με αυτό και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν από οδηγό ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και ανεξάρτητα αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος. Συνεπώς, η εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, της αστικής ευθύνης του ως άνω οδηγού έχει καταστεί περιεχόμενο της σύμβασης και αποτελεί συμβατικό όρο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων διαδίκων. Περαιτέρω ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία διατηρεί το εναγωγικό της δικαίωμα κατά της πρώτης αναιρεσείουσας, κυρίας και κατόχου του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αφού ο οδηγός αυτού κατά το χρόνο του ατυχήματος ευρίσκετο υπό την επίδραση οινοπνεύματος σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 489/1976 και, τέλος, ότι ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί η έλλειψη υπαιτιότητας της ως άνω ιδιοκτήτριας εταιρίας στην επέλευση του ατυχήματος, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η σχετική εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ακολούθως δε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 294/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με σύνθεση από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΑΤΥΧΗΜΑ – ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟΣ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΕΖΟΥ ΑΠΟ ΟΔΗΓΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ – ΣΥΝΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ – ΠΕΖΟΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Βάσιμος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά ένα μέρος αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος οδηγού του αυτοκινήτου στην παράσυρση και τον θανάσιμο τραυματισμό του πεζού, ο οποίος ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και στην προσπάθεια του να διασχίσει ανέλεγκτα το οδόστρωμα εκτός διάβασης πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν διήρχοντο οχήματα και δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και να τραυματισθεί θανάσιμα.

 

 

Αριθμός 1014/2011

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

 

Πρόεδρος: Σπυρίδωνας Ζιάκας

Εισηγητής: Βασίλειος Λαμπρόπουλος

Δικηγόροι: Δημήτριος Κρεμεζής, Μιχαήλ Μιχόπουλος

 

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγομένου απ'αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 περ.α ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 399, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμελείας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Το ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν.ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Στις 30-12-2005 και περί ώρα 16.30 ο Ε. Λ. (συγγενείς των ήδη αναιρεσιβλήτων), οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, και με συνεπιβάτη τη σύζυγό του (πρώτη αναιρεσίβλητη) εκινείτο επί της Ν.Ε.Ο. Πατρών-Πύργου με κατεύθυνση προς Πύργο Ηλείας. Όταν έφθασε στο 68ο χιλιόμετρο και λίγα μέτρα προ της διασταύρωσης προς Γαστούνη, ακινητοποίησε το ως άνω όχημα του στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος (εν μέρει επι του ερείσματος και εν μέρει επι της λωρίδας κυκλοφορίας) και αφού άναψε τους δείκτες στάθμευσης (αλάρμ), εξήλθε του οχήματος του, και πέρασε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου ήταν σταθμευμένα δύο οχήματα, προκειμένου να ζητήσει πληροφορίες για τον προορισμό του (Πύργο Ηλείας). Στο σημείο εκείνο η Ν.Ε.Ο. Πατρών-Πύργου είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, με καλή ορατότητα, μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,9 μ η καθεμία, καθώς και έρεισμα στην κατεύθυνση προς Πύργο πλάτους δύο (2) μέτρων. Στο σημείο εκείνο και του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πύργο, άρχιζε ειδική διαγράμμιση επί του οδοστρώματος, τριγωνικού σχήματος, αποτελουμένου από παράλληλες λοξές λωρίδες πλαισιωμένες από συνεχόμενη λευκή λωρίδα, εντός της οποίας δεν επιτρέπεται η είσοδος οχημάτων και η οποία περιόριζε ελαφρώς το πλάτος της λωρίδος κυκλοφορίας. Το οδόστρωμα ήταν υγρό, λόγω ψιλόβροχου με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων και στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Πύργο υπάρχουν οι ενδεικτικές πινακίδες Κ-27 και Π-32 που η τελευταία έχει όριο ταχύτητας 60 χιλιόμετρα ανά ώρα. Περαιτέρω, ότι όταν ο ανωτέρω οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου Ε. Λ. έλαβε τις πληροφορίες που ήθελε επιχείρησε να επιστρέψει στο σταθμευμένο όχημά του τρέχοντας και χωρίς προηγουμένως να σταματήσει και να ελέγξει την τυχόν ύπαρξη κινουμένων οχημάτων στην ως άνω οδό, παρά μόνο από αριστερά του (ρεύμα πορείας από Πύργο προς Πάτρα), με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του υπ' αριθ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "VICTORIA Α.Α.Ε.Ζ." (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), και το οποίο οδηγούσε ο Β. Κ. (ήδη δεύτερος αναιρεσείων), με συνεπιβάτη τη σύζυγο του Ε. Γ. και με κατεύθυνση από Πάτρα προς Πύργο. Ο ανωτέρω οδηγός παρά το γεγονός ότι αντελήφθηκε την ως άνω κίνηση του πεζού, δεν ακινητοποίησε εγκαίρως το όχημά του, αλλά προσπάθησε ανεπιτυχώς να αποφύγει τη σύγκρουση του με τον πεζό με τροχοπέδηση του οχήματος του και με αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, οι ενέργειες όμως αυτές δεν επέφεραν αποτέλεσμα, καθόσον το όχημα του (ΙΧΕ) προσέκρουσε (σύρθηκε) κατά μήκος της πλάγιας αριστερής πλευράς του ως άνω ακινητοποιημένου ΙΧΦ αυτοκινήτου του πεζού Ε. Λ. και στη συνέχεια, με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του παρέσυρε και τον εκτίναξε σε απόσταση είκοσι πέντε (25) μέτρων, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατος του. Επίσης, αποδείχθηκε από την υπό ημερομηνία 28-1-2006 έκθεση τοξικολογικής ανάλυσης, η περιεκτικότητα του αίματος του ως άνω θανόντος σε αλκοόλ ήταν 1.51 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ενώ σύμφωνα με την υπό ημερομηνία 29-3-2006 έκθεση, κατόπιν σχετικού αιτήματος επανεξέτασης των συγγενών του θανόντος ήταν 1.48 γραμ/λίτρο αίματος. Τέλος, ότι, βάσει των ανωτέρω, ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη δεύτερος αναιρεσείων, παρά το γεγονός ότι αντελήφθηκε την κίνηση του ως άνω πεζού, άλλως μπορούσε να αντιληφθεί, καθόσον η ορατότητα του δεν εμποδιζόταν και ο πεζός είχε ήδη διασχίσει το πλάτους 3,90 μ. αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το μεγαλύτερο μέρος του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πύργο, όφειλε να μην ενεργήσει ελιγμό προς τα δεξιά, αλλά προς τα αριστερά για να τον αποφύγει, καθόσον στο σημείο αυτό δεν κινούνταν άλλα οχήματα. Στο ένδικο αυτό ατύχημα συνέβαλε και η αμελής συμπεριφορά του θανατωθέντος, ο οποίος ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος και στην προσπάθεια του να διασχίσει ανέλεγκτα το οδόστρωμα εκτός διάβασης πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι δεν διήρχοντο οχήματα και δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ως άνω ΙΧΕ αυτοκινήτου και να τραυματισθεί θανάσιμα. Με βάση τα ανωτέρω ο ανωτέρω θανατωθείς πεζός κρίνεται συνυπαίτιος κατά 40% στη επέλευση του ατυχήματος και του θανάσιμου τραυματισμού του, ο δε οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου συνυπαίτιος κατά 60%.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές, κατά ένα μέρος, αιτιολογίες στο κρίσιμο εδώ ζήτημα της συνυπαιτιότητας του δευτέρου αναιρεσείοντος και οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Β. Κ. στην παράσυρση και εν συνεχεία θανάσιμο τραυματισμό του πεζού Ε. Λ.. Ειδικότερα α) ενώ δέχεται ότι στο σημείο που έλαβε χώρα το ατύχημα το οδόστρωμα ήταν υγρό, λόγω ψιλόβροχου, με πυκνή κυκλοφορία οχημάτων, στην συνέχεια δέχεται αντιφατικά ότι στο επίμαχο αυτό σημείο δεν κινούνταν άλλα οχήματα, και ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου θα μπορούσε να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά προκειμένου να αποφύγει τον ως άνω πεζό, β) Δεν προσδιορίζεται από πόση απόσταση ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου αντελήφθηκε την κίνηση του πεζού που επιχειρούσε να διασχίσει κάθετα στο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού προς Πύργο με κατεύθυνση από αριστερά προς τα δεξιά, γ) Ποία ήταν η ταχύτητα του ΙΧΕ αυτοκινήτου κατά τον χρόνο διέλευσης του στο σημείο που συνέβη το ατύχημα και ειδικότερα τη στιγμή που ο οδηγός του επιχείρησε τον ανεπιτυχή ελιγμό προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του, και εν συνεχεία παράσυρση του θανατωθέντος πεζού, δ) Πόσα μέτρα του ρεύματος κυκλοφορίας προς Πύργο, κινούμενος από αριστερά προς τα δεξιά, είχε διανύσει ο ανωτέρω πεζός και ε) Το ακριβές σημείο του οδοστρώματος επί του οποίου έγινε η παράσυρση του πεζού σε σχέσει με τη θέση στάθμευσης του ανωτέρω ΙΧΦ αυτοκινήτου. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά το μέρος τους που προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6874/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

 

ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ – ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΣ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΟΚ – ΟΔΗΓΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΜΕΘΗΣ – ΑΙΜΟΛΗΨΙΑ

Εφόσον δεν αναπτύχθηκαν προφορικά, το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σ' αυτούς. Απορρίπτεται η αίτηση. Είναι επαρκώς αιτιολογημένη η απόφαση, με την οποία καταδικάστηκε για παράβαση άρθρου 42 ΚΟΚ ο κατηγορούμενος, ο οποίος καταλήφθηκε να οδηγεί το ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητο του, υπό την επίδραση αλκοόλης, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε αναλογία μεγαλύτερη από το αναμενόμενο ανά λίτρο αίματος, που έγινε με τη συσκευή διερευνήσεως της μέθης (αλκοολόμετρο). Συγκεκριμένα η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη τήρησης, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, των προβλεπόμενων νόμιμων διατυπώσεων αναφορικά με τη γενόμενη αιμοληψία και την ιδιότητα του παρισταμένου κατά την αιμοληψία δευτέρου αστυνομικού ως ανακριτικού υπαλλήλου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η ακυρότητα αυτή ανάγεται στην προδικασία και έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2010

ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

Πρόεδρος: Εμμανουήλ Καλούδης

Εισηγητής: Ζήσης Κωνσταντίνου

 

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η έλλειψη της, κατά τα άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος παρ. 3 και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα, υπάρχει στην καταδικαστική απόφαση, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η έκθεση των περιστατικών αυτών είναι ελλιπής ή ασαφής ή αντιφατική, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από τον κατηγορούμενο της πράξεως για την οποία κηρύχθηκε ένοχος. Ειδικότερα ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική,κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή, με όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τις πιο πάνω διατάξεις, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και έχουν αναπτυχθεί προφορικώς, διότι διαφορετικά το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε να διαλάβει στην απόφαση του ιδιαίτερη αιτιολόγηση. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στον νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. Δ1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Κατά δε το άρθρο 173 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, από τις απόλυτες ακυρότητες που μνημονεύονται στο άρθρο 171 όσες αναφέρονται σε πράξεις της προδικασίας μπορούν να προτείνονται ωσότου γίνεται αμετάκλητη η παραπομπή στο ακροατήριο και κατά το επόμενο άρθρο 174 παρ. 1, ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται, κατά δε το άρθρο 176 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αρμόδιο να κηρύξει την ακυρότητα των πράξεων της προδικασίας είναι το δικαστικό συμβούλιο, ενώ των πράξεων της διαδικασίας στο ακροατήριο και της κύριας και της προπαρασκευαστικής, το δικαστήριο που αναλαμβάνει την εκδίκαση της κατηγορίας. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η πρόταση της απόλυτης ακυρότητας για πράξεις της προδικασίας πρέπει να γίνεται μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή τού κατηγορουμένου στο ακροατήριο, διαφορετικά καλύπτεται, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε αυτεπαγγέλτως, αρμόδιο δε για την κήρυξη ή μη της ακυρότητας αυτής είναι το δικαστικό συμβούλιο μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, οπότε αυτό απεκδύεται από κάθε δικαιοδοσία επί της υποθέσεως.

Περαιτέρω, η Β 1055/20020/812/12.8.2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 42 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν.2696/99) (που ίσχυε κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο κατηγορείται ο αναιρεσείων) ορίζει (άρθρα 1 και 3) ότι η διαπίστωση της υπάρξεως οινοπνεύματος στον οργανισμό του οδηγού γίνεται με τη μέθοδο αιμοληψίας ή από τον εκπνεόμενο αέρα με τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών (αλκοολομέτρων), οι οποίες έχουν πιστοποιηθεί από αρμόδιο φορέα χώρας της Ε.Ε. και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι ο ελεγχόμενος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τότε ο έλεγχος επαναλαμβάνεται μετά την παρέλευση 15 λεπτών από τον πρώτο και για την επιβολή των ποινικών και διοικητικών κυρώσεων, λαμβάνεται το αποτέλεσμα του δευτέρου ελέγχου. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 42 παρ. 7 εδ. δ' του ΚΟΚ (ν.2669/1999) όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του ΚΟΚ (ν/2963/2001), ο έλεγχος και η βεβαίωση των παραβάσεων της παρούσας παραγράφου (οδήγηση οχήματος από οδηγό που τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος) γίνεται από συνεργείο δύο τουλάχιστον αστυνομικών ή λιμενικών, από τους οποίους ο ένας είναι ανακριτικός υπάλληλος. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η παραβίαση των παραπάνω διατυπώσεων αποτελεί παραβίαση διατάξεως που καθορίζει την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ιδρύει απόλυτη ακυρότητα από αυτές που μνημονεύονται στο άρθρο 171 ΚΠΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε φυλάκιση δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία για παράβαση του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ., που κυρώθηκε με τον Ν.2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ., που κυρώθηκε με τον Νόμο 2963/2001 και ειδικότερα για το ότι "στον Πειραιά στις 9.9.2002 κατελήφθη στην οδό ... να οδηγεί το ... ΙΧΕ αυτοκίνητη ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ τούτο απαγορεύεται. Ειδικότερα η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 0,73 mg/litre εκπνεομένου αέρα". Προκειμένου το Δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στην καταδικαστική του κρίση, δέχτηκε, κατά παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού ότι από τη συνεκτίμηση των μέσων αποδείξεως, που αναφέρει και προσδιορίζει κατ' είδος, αποδείχθηκε ότι "ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος, διότι στον Πειραιά, την 9.9.2002 κατελήφθη στην οδό ... να οδηγεί το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος, ενώ τούτο απαγορεύεται και ειδικότερα κατά την μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης με συσκευή αλκοολομέτρου με εκπνεόμενο αέρα από τον αστυφύλακα της Τροχαίας Πειραιά ... (παρισταμένου και του αστυφ. Π.Σ. ...) ευρέθη να έχει περιεκτικότητα οινοπνεύματος - 0,73 mg/lt (κατά την πρώτη μέτρηση) και 0,64 mg/lt (κατά τη δεύτερη μέτρηση) εκπνεόμενου αέρα, που υπογράφεται στις σχετικές ταινίες από τον κατηγορούμενο. Η διαφοροποίηση δικαιολογείται λόγω της παρόδου χρονικού διαστήματος μεταξύ των δύο μετρήσεων". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ1 αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα αποδειχθέντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 26 παρ.1, 27 παρ.1 εδ. α και 2 του Ποινικού Κώδικα και άρθρο 42 παρ. 1, 7 εδ. β' του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, που κυρώθηκε με τον νόμο 2696/1999, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 43 του νέου Κ.Ο.Κ. (ν. 2963/2001). Ειδικότερα, αιτιολογείται ότι ο αναιρεσείων καταλήφθηκε να οδηγεί την 9η Σεπτεμβρίου του έτους 2002, το ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητο του, υπό την επίδραση αλκοόλης, αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη οινοπνεύματος σε ποσοστό 0,73 χιλιοστών του γραμμαρίου, ανά λίτρο αίματος, που έγινε με τη συσκευή διερευνήσεως της μέθης (αλκοολόμετρο). Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που προβάλλονται με τον πρώτο και επαναλαμβάνονται με τον πρόσθετο λόγο της αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εκτίμησε προσηκόντως τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και συγκεκριμένα, ότι η διερεύνηση μέθης δεν έγινε με τις προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική υπουργική απόφαση με αριθμό 43.500/5691 (ΦΕΚ ΒΊ 055/12-8-2002), διότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τη μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης παρίστατο και δεύτερος αστυνομικός ούτε προσδιορίζεται αν ο αναφερόμενος στην απόφαση ως συμπράττων κατά την μέτρηση αστυνομικός είχε την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου, η δε συσκευή με την οποία έγινε η αιμοληψία και η μέτρηση της αιθυλικής αλκοόλης ήταν χαλασμένη, πέραν του ότι ανάγονται στην ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση τού Δικαστηρίου είναι αβάσιμες, διότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το σύνολο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ήτοι α) δυο εκτυπώσεις αλκοολομέτρου και β) εισιτήρια του κινηματογράφου "ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ", που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο κατηγορούμενος, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι δεν κατανάλωσε οινόπνευμα αλλά βρισκόταν στον κινηματογράφο. Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 στοιχ. Α ΚΠΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, λόγω μη τήρησης, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, των προβλεπόμενων από τον νόμο (αρθ. 42 ΚΟΚ) και την κατ' εξουσιοδότηση τούτου εκδοθείσα ως άνω κοινή υπουργική απόφαση νόμιμων διατυπώσεων αναφορικά με τη γενόμενη αιμοληψία και την ιδιότητα του παρισταμένου κατά την αιμοληψία δευτέρου αστυνομικού ως ανακριτικού υπαλλήλου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού η ως άνω ακυρότητα ανάγεται στην προδικασία έπρεπε να προταθεί μέχρι την αμετάκλητη παραπομπή του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος στο ακροατήριο. Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δεν διαλαμβάνει σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά και συλλογισμούς, αλλά το σκεπτικό του αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, το οποίο και αυτό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου και ότι δεν αξιολογούνται επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, συσχετιζόμενα μεταξύ τους, είναι αβάσιμες, διότι το σκεπτικό δεν αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, σε κάθε δε περίπτωση σε όσα σημεία ταυτίζεται υπάρχουν αιτιολογίες, το δε γεγονός ότι το διατακτικό αποτελεί αντιγραφή του κατηγορητηρίου δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, αφού το κατηγορητήριο είναι πλήρες και επαρκές. Τέλος, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τις οποίες πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, ενώ η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και στοιχεία και καθένα απ' αυτά στο σύνολο του, αλλά προέβη στην επιλεκτική εκτίμηση ορισμένων μόνον απ' αυτά, είναι αβάσιμη, διότι, όπως εκτίθεται παραπάνω, το Δικαστήριο εκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να παρίσταται ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά. Κατά συνέπεια, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόφαση του και ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως την ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ενόψει του ότι δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 § 1 ΚΠοινΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Απορρίπτει την από 7 Απριλίου 2006 αίτηση και τους από 13 Σεπτεμβρίου 2007 πρόσθετους λόγους του ... για αναίρεση της Α.Μ. 16.640/2005 καταδικαστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

PRchecker.info
Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ