ΚΒΣ-ΠΡΟΣΤΙΜΑ



Παροχή οδηγιών για θέματα προστίμων του Κ.Β.Σ., που καταλογίζονται βάσει των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν.3943/2011.-Αναπλ.Υπ.Οικ/κων/Πολ.1094/27.3.2012

 

 

Αθήνα, 27 Μαρτίου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ & ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ (15η)
ΤΜΗΜΑΤΑ: Β΄ - Α΄

Ταχ. Δ/νση : Καρ. Σερβίας 10
Ταχ. Κωδ. : 101 84 ΑΘΗΝΑ
Πληροφορίες : Ελ. Φραγκούλη
Τηλέφωνο : 210-3610030
FΑΧ : 210-3615052

Με αφορμή ερωτήματα αναφορικά με το αντικείμενο του θέματος, που ανέκυψαν κατόπιν των διαλαμβανομένων στις εγκυκλίους μας
ΠΟΛ 1093/26.4.2011 και ΠΟΛ 1110/13.5.2011, με τις οποίες παρασχέθηκαν οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν.3943/2011 (ΦΕΚ 66Α΄), θέτουμε υπόψη σας, συμπληρωματικά με την παρούσα και τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β΄ της
ΠΟΛ 1110/13.5.2011, λογίζεται ως γενική παράβαση με συντελεστή βαρύτητας τρία (Σ.Β.= 3), η έκδοση αθεωρήτων φορολογικών στοιχείων, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραδρομής, υπό την προϋπόθεση ότι τα στοιχεία αυτά έχουν καταχωρηθεί εμπρόθεσμα στα τηρούμενα βιβλία ή ότι η διαπίστωση της παράβασης, συντελείται εντός του χρόνου ενημέρωσης των βιβλίων.

 

 

 

Διευκρινίζεται ότι, η μετάταξη από την κατηγορία των αυτοτελών παραβάσεων στις γενικές, στις περιπτώσεις που προαναφέρονται, αφορά αποκλειστικά και μόνον τις περιπτώσεις έκδοσης αθεωρήτων φορολογικών στοιχείων, λόγω κωλύματος θεώρησης, που σχετίζονται με την ύπαρξη οφειλών του επιτηδευματία, καθώς και τη μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 8 (περιπτώσεις α΄ και β΄) του άρθρου 36 του Κ.Β.Σ..

2. Για τις λοιπές περιπτώσεις που διαπιστώνεται η έκδοση αθεωρήτων φορολογικών στοιχείων χωρίς να συντρέχουν προϋποθέσεις παραδρομής, συνεπώς οφείλονται σε πρόθεση του επιτηδευματία, για αιτία που δεν σχετίζεται με την ύπαρξη οφειλών ή τη μη υποβολή δηλώσεων, κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 36 του Κ.Β.Σ., επιβάλλονται πρόστιμα σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 5 του ν.2523/1997  (αυτοτελείς παραβάσεις με Σ.Β.=1), με παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 9 του ιδίου ως άνω άρθρου και νομοθετήματος (οροφές αυτοτελών παραβάσεων), ανεξάρτητα από το εάν τα εκδοθέντα αθεώρητα στοιχεία είναι καταχωρημένα ή μη στα τηρούμενα βιβλία και ανεξάρτητα από το εάν έχει παρέλθει ή μη ο χρόνος ενημέρωσης των βιβλίων αυτών.

3. Ύστερα από τα παραπάνω και σε συνέχεια των εγκυκλίων μας ΠΟΛ 1093/26.4.2011 και ΠΟΛ 1110/13.5.2011, για διευκόλυνση της αποσαφήνισης των πιθανών περιπτώσεων, που μπορεί να εμφανισθούν στην πράξη, παρατίθεται σχετικός πίνακας, ως κάτωθι:

 

α/α 1.

Αιτία έκδοσης

Λόγω ύπαρξης χρεών ή μη υποβολής δηλώσεων (άρθρο 36§8,Κ.Β.Σ.)

Εντός

χρόνου ενημέρωσης βιβλίων

Χ

Εκτός

χρόνου ενημέρωσης βιβλίων

Καταλογιστέες παραβάσεις

Γενικές με Σ.Β =1

Γενικές με Σ.Β =3

Αυτοτελείς (άρθρο 5 παρ.9 του Ν.2523/97)

 

Χ

 

2.

Λόγω ύπαρξης χρεών ή μη υποβολής δηλώσεων (άρθρο 36§8,Κ.Β.Σ.)

 

Χ

 

 

Χ

3.

Από πρόθεση για άλλη αιτία (πλην χρεών ή μη υποβολή δήλωσης)

Χ

Χ

 

 

Χ

4.

Από παραδρομή

Χ

 

Χ

 

 

5.

Από παραδρομή

 

Χ

 

 

Χ

 

4. Τέλος διευκρινίζεται ότι, επί μηχανογραφικής τήρησης των βιβλίων, η καταχώρηση ή μη σε αυτά, των στοιχείων που εκδόθηκαν αθεώρητα, εφόσον δεν έχει παρέλθει η προθεσμία εκτύπωσης αυτών, μπορεί να αποδεικνύεται με οποιοδήποτε πρόσφορο τρόπο, όπως είναι λ.χ. η αθεώρητη εκτύπωση του βιβλίου εσόδων - εξόδων ή των ημερολογίων, που παρέχεται σε περίπτωση διενέργειας φορολογικού έλεγχου.

 

                                                                                                                           ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΕΠΙ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΣ Κ.Β.Σ.


Επειδή, σε περίπτωση διενέργειας φορολογικού ελέγχου και διαπιστώσεως παραβάσεως των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, πριν από την έκδοση πράξεως επιβολής προστίμου κατά το άρθρο 34 του Κώδικα αυτού, εφόσον με την εν λόγω πράξη αποδίδεται υπαίτια συμπεριφορά στον παραβάτη ή αυτή εκδίδεται κατόπιν επιμετρήσεως του ποσού του προστίμου, για την οποία λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα και οι συνθήκες τελέσεως της παραβάσεως, καθώς και λοιπές περιστάσεις που ασκούν επιρροή στο προσδιορισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου, η φορολογική αρχή έχει από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος την υποχρέωση να διασφαλίζει στον φερόμενο ως παραβάτη την ευχέρεια να εκθέτει σχετικά τις απόψεις του, ειδικότερα δε να του επιδίδει το σχετικό σημείωμα με κλήση για παροχή εξηγήσεων, εκτός αν είναι ιδιαιτέρως δυσχερής η επίδοση του εν λόγω σημειώματος προς τον φερόμενο ως παραβάτη, γεγονός το οποίο απαιτείται να βεβαιώνεται με ειδική αιτιολογία. Η συμμόρφωση της φορολογικής αρχής προς την υποχρέωσή της αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας της σχετικής διαδικασίας και δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη δυνατότητα που παρέχεται στον επιτηδευματία, στον οποίο επιβλήθηκε το πρόστιμο, από την, παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη, διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, να ζητήσει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, μετά την έκδοση της πράξεως επιβολής προστίμου, επιδιώκοντας την εξαφάνιση ή την τροποποίησή της. Τούτο δε διότι, κατά το γράμμα και το σκοπό της πιο πάνω συνταγματικής διατάξεως, το θεσπιζόμενο με αυτή δικαίωμα του διοικουμένου συνίσταται ακριβώς στην «προηγούμενη» ακρόασή του από την αρμόδια αρχή. Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι προεκτιθέμενες περιστάσεις, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, κατά την οποία το σημείωμα που εκδίδεται μετά το πέρας του ελέγχου, δεν αποτελεί στοιχείο της διαδικασίας για τη σύνταξη της έκθεσης ελέγχου ή της πράξης επιβολής προστίμου (ΣτΕ 2370/2007 Ολ., 2844/2007). – ΣτΕ 282/2010 (Τμήμα Β’)
Πρόεδρος: Α. – Γ. Βώρος
Εισηγητής: Β. Μόσχου
Δικηγόροι:  Χρήστος Καρέτσος


(…)
3. Επειδή, στην παράγραφο 2 του άρθρου 20 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του». Εξ άλλου, στο άρθρο 34 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (π.δ. 186/1992, ΦΕΚ Α 84), όπως η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε από την παρ. 10 του άρθρου 21 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α 137), ορίζονται τα εξής: «1. Το πρόστιμο επιβάλλεται σε βάρος του παραβάτη φυσικού προσώπου και επί εταιρειών ομορρύθμων, ετερορρύθμων, περιορισμένης ευθύνης, ανωνύμων, καθώς και επί συνεταιρισμών και επί λοιπών νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, σε βάρος του νομικού προσώπου. [. . .] 2. Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., στην οποία γίνεται σύντομη περιγραφή της παράβασης και αναγράφεται το πρόστιμο που επιβάλλεται για αυτή. 3. [. . .]. 4. Για την διοικητική επίλυση της διαφοράς και τη διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής του προστίμου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του ν.δ. 3323/1955, όπως ισχύουν κάθε φορά. Σε περίπτωση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς το πρόστιμο περιορίζεται ή διαγράφεται, κατά περίπτωση, εκτός από τα πρόστιμα της παραγράφου 2 του άρθρου 32 και του δεύτερου εδαφίου της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 33 του Κώδικα αυτού, τα οποία μπορούν μόνο να διαγραφούν στο σύνολό τους ή μερικώς σε περίπτωση ολικής ή μερικής ανυπαρξίας της παράβασης». Τέλος, στην παράγραφο 7 του άρθρου 36 του ίδιου Κώδικα ορίζονται τα εξής: «Ο προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν υποχρεούται, μετά το πέρας του τακτικού ελέγχου των βιβλίων και στοιχείων του επιτηδευματία, να παραδώσει σ? αυτόν με απόδειξη σημείωμα για τις παρατυπίες και παραλείψεις που διαπίστωσε κατά τον έλεγχο των αντικειμένων που ασχολήθηκε, με υποδείξεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του Κώδικα αυτού. Το σημείωμα αυτό δεν αποτελεί στοιχείο της διαδικασίας για τη σύνταξη της έκθεσης ελέγχου ή της πράξης επιβολής προστίμου».

4. Επειδή, σε περίπτωση διενέργειας φορολογικού ελέγχου και διαπιστώσεως παραβάσεως των διατάξεων του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, πριν από την έκδοση πράξεως επιβολής προστίμου κατά το άρθρο 34 του Κώδικα αυτού, εφόσον με την εν λόγω πράξη αποδίδεται υπαίτια συμπεριφορά στον παραβάτη ή αυτή εκδίδεται κατόπιν επιμετρήσεως του ποσού του προστίμου, για την οποία λαμβάνονται υπόψη η βαρύτητα και οι συνθήκες τελέσεως της παραβάσεως, καθώς και λοιπές περιστάσεις που ασκούν επιρροή στο προσδιορισμό του ύψους του επιβλητέου προστίμου, η φορολογική αρχή έχει από το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος την υποχρέωση να διασφαλίζει στον φερόμενο ως παραβάτη την ευχέρεια να εκθέτει σχετικά τις απόψεις του, ειδικότερα δε να του επιδίδει το σχετικό σημείωμα με κλήση για παροχή εξηγήσεων, εκτός αν είναι ιδιαιτέρως δυσχερής η επίδοση του εν λόγω σημειώματος προς τον φερόμενο ως παραβάτη, γεγονός το οποίο απαιτείται να βεβαιώνεται με ειδική αιτιολογία. Η συμμόρφωση της φορολογικής αρχής προς την υποχρέωσή της αυτή αποτελεί προϋπόθεση νομιμότητας της σχετικής διαδικασίας και δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τη δυνατότητα που παρέχεται στον επιτηδευματία, στον οποίο επιβλήθηκε το πρόστιμο, από την, παρατιθέμενη στην προηγούμενη σκέψη, διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, να ζητήσει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, μετά την έκδοση της πράξεως επιβολής προστίμου, επιδιώκοντας την εξαφάνιση ή την τροποποίησή της. Τούτο δε διότι, κατά το γράμμα και το σκοπό της πιο πάνω συνταγματικής διατάξεως, το θεσπιζόμενο με αυτή δικαίωμα του διοικουμένου συνίσταται ακριβώς στην «προηγούμενη» ακρόασή του από την αρμόδια αρχή. Επομένως, εφόσον συντρέχουν οι προεκτιθέμενες περιστάσεις, δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 36 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων, κατά την οποία το σημείωμα που εκδίδεται μετά το πέρας του ελέγχου, δεν αποτελεί στοιχείο της διαδικασίας για τη σύνταξη της έκθεσης ελέγχου ή της πράξης επιβολής προστίμου (ΣτΕ 2370/2007 Ολ., 2844/2007).

5. Επειδή, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη, από την από 30-12-1998 έκθεση ελέγχου των υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) Θεσσαλίας ..., προκύπτουν τα ακόλουθα: Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) που ασκεί το επάγγελμα του αγρότη και κατοικεί στην Κοινότητα Καρποχωρίου - Καρδίτσας υπέβαλε στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών (Ε.Γ.Σ.) Καρδίτσας σχετική αίτηση περί αποδόσεως του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Φ.Π.Α.), με τον οποίο επιβαρύνθηκε η αξία πωλήσεως των προϊόντων της στην εταιρία αλλαντικών με την επωνυμία «ΕΛΒΙΚ ΑΕ». Οι ως άνω υπάλληλοι του Σ.Δ.Ο.Ε., ύστερα από την 332/1997 εντολή του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας τους προς διαπίστωση της εφαρμογής των διατάξεων του Κ.Β.Σ. και ύστερα από αίτηση της Ε.Γ.Σ. προέβησαν σε έλεγχο των υποβαλλόμενων από την εφεσίβλητη και τους λοιπούς αγρότες παραστατικών στοιχείων. Προς τούτο αφενός με την υπ? αριθμ. 810/1997 απόδειξη παραλαβής παρέλαβαν από την ανωτέρω Ένωση τα με αριθμούς 1 έως και 250 λευκά πρωτότυπα τιμολόγια, τα οποία είχαν υποβληθεί από τους αγρότες παραγωγούς ως δικαιολογητικά επιστροφής του Φ.Π.Α. και αφετέρου με την 808/1997 όμοια απόδειξη παρέλαβαν από την εκδότρια εταιρία τα αντίστοιχα αυτών στελέχη (κίτρινα αντίτυπα). Από την αντιπαραβολή, ενόψει του ότι τα λευκά πρωτότυπα των τιμολογίων αγοράς με τα αντίστοιχα αυτών αντίτυπα (δηλαδή τα κίτρινα του στελέχους) έφεραν μεν τα ίδια στοιχεία διατρήσεως (3412-χχ-12-1993) και την ίδια αύξουσα αρίθμηση, αλλά διέφεραν τόσο ως προς το ονοματεπώνυμο του πωλητή και την ημερομηνία εκδόσεώς τους, όσο και ως προς την αγορασθείσα ποσότητα, εκτιμήθηκε ότι τα πρωτότυπα είχαν εκδοθεί από διαφορετικό ΜΠΛΟΚ, το οποίο δεν είχε καταχωρηθεί στα οικεία βιβλία της Δ.Ο.Υ. Με τα υπόψη φορολογικά στοιχεία (πρωτότυπα) πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές - μεγάλου ύψους, μεταξύ αυτών και οι ένδικες, οι οποίες και δεν καταγράφηκαν στα τηρούμενα από την εταιρία βιβλία. Περαιτέρω, όπως διαλαμβάνεται στην οικεία έκθεση ελέγχου, ύστερα από σχετική έρευνα που διενήργησε η ως άνω Ένωση προέκυψε ότι η πλειοψηφία των αγροτών, δεν είχε παραγωγική δυναμικότητα εκτροφής ζώων, η οποία να ανταποκρίνεται στην αξία των συναλλαγών που κάλυπταν τα φορολογικά στοιχεία που υποβλήθηκαν σ? αυτήν, προς επιστροφή του Φ.Π.Α.. Εξάλλου, κανένας από τους παραγωγούς, μεταξύ των οποίων και η εφεσίβλητη δεν συμπεριέλαβε ως έσοδο στην υποβληθείσα δήλωση φορολογίας εισοδήματος του σχετικού οικονομικού έτους, το τίμημα που εισέπραξε από τις ένδικες συναλλαγές. Ειδικότερα, η εφεσίβλητη υπέβαλε τα με αριθμούς 163/5-6-95 αξίας 3.367.000 και 176/11-6-95 αξίας 2.198.000 δραχμών, τιμολόγια αγοράς, των οποίων, όμως, τα αντίστοιχα κίτρινα αντίτυπα που κατασχέθηκαν έφεραν τα ονόματα .... αξίας 238.000 και 46.000 δρχ. αντιστοίχως. Με βάση αυτά έτυχε επιστροφής του Φ.Π.Α. ύψους 279.433 δραχμών. Με τα δεδομένα αυτά, κατά τις εκτιμήσεις του ελέγχου, τα εν λόγω φορολογικά στοιχεία εκδόθηκαν για ανύπαρκτες στο σύνολό τους συναλλαγές. Κατόπιν των παραπάνω διαπιστώσεων του ελέγχου, με την ένδικη υπ? αριθμ. 12/1999 απόφαση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σοφάδων Καρδίτσας επιβλήθηκε σε βάρος της εφεσίβλητης, κατ? εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 2523/1997, ως επιεικέστερων, σε συνδυασμό με το άρθρο 24 του ίδιου νόμου, για την εκ μέρους της αποδοχή και λήψη εικονικών τιμολογίων λόγω ανύπαρκτης συναλλαγής, πρόστιμο διπλάσιο της αξίας του κάθε στοιχείου, δηλαδή πρόστιμο 6.734.000 δραχμών για το με αριθμό 163/5-6-95 τιμολόγιο και πρόστιμο 4.396.000 δραχμών, για το με αριθμό 176/11-6-95, δηλαδή συνολικά πρόστιμο ύψους 11.130.000 δραχμών. Κατά της ως άνω απόφασης Κ.Β.Σ. στράφηκε η εφεσίβλητη με προσφυγή επιδιώκοντας την ακύρωσή της, αρνούμενη την εικονικότητα των προαναφερόμενων στοιχείων και ισχυριζόμενη, μεταξύ άλλων, ότι κατείχε τέτοια προϊόντα (ζώα) τα οποία και πώλησε στην ΕΛΒΙΚ Α.Ε. Το πρωτόδικο δικαστήριο με την υπ? αριθμ. 103/2000 απόφασή του δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε την 12/99 απόφαση επιβολής προστίμου Κ.Β.Σ. του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Σοφάδων Καρδίτσας, αφού έκρινε ότι δεν απέδειξε η Φορολογική Αρχή με στοιχεία ότι η εφεσίβλητη δεν είχε την παραγωγική δυνατότητα να πραγματοποιήσει τις ανωτέρω συναλλαγές και δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη σε βάρος της παράβαση. Κατά της αποφάσεως του πρωτόδικου δικαστηρίου, το Δημόσιο άσκησε έφεση. Tο διοικητικό εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πρωτότυπα των εν λόγω τιμολογίων, τα οποία κατείχε και υπέβαλε η εφεσίβλητη στην Ε.Γ.Σ. Καρδίτσας για επιστροφή Φ.Π.Α., έχουν εκδοθεί από διαφορετικό μπλοκ, μη θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ τα αντίτυπα από στέλεχος της εκδότριας εταιρείας ΕΛΒΙΚ Α.Ε. με τον ίδιο αύξοντα αριθμό αφορούσαν συναλλαγές με άλλους πωλητές, σε άλλο χρόνο και με διαφορετική μικρότερη αξία των πωλούμενων προϊόντων (ζώων), η οποία είχε καταχωρηθεί στα βιβλία τους, έκρινε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν οι συναλλαγές της εφεσίβλητης με την ΕΛΒΙΚ Α.Ε. με τα δύο ως άνω τιμολόγια, τα οποία είναι εικονικά και πλαστά και η εφεσίβλητη, η οποία είχε λάβει αυτά τα τιμολόγια υπέπεσε στις αποδιδόμενες σ? αυτή παραβάσεις κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της έφεσης του Δημοσίου. Περαιτέρω δε θεώρησε ότι η κρίση του αυτή (περί εικονικότητος των τιμολογίων) ενισχύεται και από το γεγονός ότι η εφεσίβλητη δεν προσκόμισε βεβαίωση της Δ/νσης Γεωργικής Ανάπτυξης της Ν.Α. Καρδίτσας ότι έλαβε επιδότηση για το έτος 1994 για την εκτροφή μόσχων, αν και φέρεται ότι πώλησε 15, ενώ δεν προσκομίζει, επίσης, δήλωση φορολογίας εισοδήματος του οικ. έτους 1996 (χρήση 1995), στην οποία να εμφαίνεται ο αριθμός των μόσχων που κατείχε και το ποσό που εισέπραξε, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον περί αντιθέτου σχετικό ισχυρισμό της εφεσίβλητης. Κατά συνέπεια, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. Σοφάδων νόμιμα και ορθά απέδωσε στην εφεσίβλητη με την ένδικη πράξη δύο (2) παραβάσεις των διατάξεων 2 παρ. 1, 12 παρ. ό και 35 παρ. 3 του Κ.Β.Σ. και του άρθρου 5 παρ. 10 και 12 ν. 2523/1 997 για λήψη δύο (2) εικονικών τιμολογίων αγοράς - Δελτίων Αποστολής από την εκδότρια εταιρεία κάνοντας δεκτή την έφεση και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση. Περαιτέρω το διοικητικό εφετείο διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την από 2-3-1999 προσφυγή, έκρινε ότι νόμιμα έχει επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης πρόστιμο, το οποίο, όμως, θεώρησε ότι, ενόψει των διατάξεων της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α 179/11-9-97), που προβλέπει την εφαρμογή επιεικέστερων διατάξεων σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 33 παρ. 4 και 32 παρ. 1 και 2 Κ.Β.Σ., πρέπει να περιορισθεί σε ισόποσο εκάστης συναλλαγής και συγκεκριμένα σε 3.367.700 δρχ. για τη πρώτη παράβαση και 2.198.000 δρχ. για τη δεύτερη παράβαση, κάνοντας εν μέρει δεκτό σχετικό ισχυρισμό της εφεσίβλητης.

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι μη νομίμως το διοικητικό εφετείο παρέλειψε, μετά την κατ? αποδοχή της εφέσεως του Δημοσίου εξαφάνιση της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά την εξέταση των λόγων της προσφυγής, να αντιμετωπίσει αιτιολογημένα τον προταθέντα με την προσφυγή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιβολής σε βάρος της του ένδικου προστίμου είναι νομικώς πλημμελής, για το λόγο ότι εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, χωρίς προηγουμένως η ίδια να κληθεί από την φορολογική αρχή προκειμένου να εκθέσει τις απόψεις της σχετικά με την αποδιδόμενη σε αυτήν παράβαση. Ο λόγος αυτός βασίμως προβάλλεται, διότι, ενόψει των εκτεθέντων στη σκέψη 4, ο προταθείς με την προσφυγή ανωτέρω ισχυρισμός ήταν ουσιώδης, αφού οδηγούσε σε ακύρωση της καταλογιστικής πράξεως. Για το λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης ως αλυσιτελούς της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνηση κατά το πραγματικό της μέρος, πρέπει να παραπεμφθεί στο εκδόν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο για νέα κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ? αριθμ. 451/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά τα εκτεθέντα στο σκεπτικό. Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη της αιτούσης που ανέρχεται σε εννιακόσια είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2009


 

                                                                                                                                     ΦΟΡΟΚΑΡΤΑ

 

Πως θα εκδίδονται οι αποδείξεις πώλησης ή παροχής υπηρεσιών με την Κάρτα Αποδείξεων (Φοροκάρτα).-Υπ.Οικ/κων/Πολ.1063/5.3.2012                        

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

αποφασίζουμε:

1. Στις αποδείξεις λιανικής πώλησης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών καθώς και στα στοιχεία που επέχουν θέση αποδείξεων λιανικής, τα δεδομένα των οποίων καταγράφονται στην Κάρτα Αποδείξεων που ορίζεται με τις διατάξεις, της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του Ν. 2238/1994, τίθεται με την έκδοσή τους, σε οποιοδήποτε πρόσφορο σημείο τους, η ένδειξη «Κάρτα Αποδείξεων», ανεξάρτητα από τον τρόπο έκδοσής τους.

2. Σε κάθε περίπτωση έκδοσης αποδείξεων η ως άνω ένδειξη τίθεται με σφραγίδα, ενώ ειδικά στις αποδείξεις που εκδίδονται με τη χρήση φορολογικών μηχανισμών του Ν. 1809/1988, μπορεί να τίθεται εντύπως, ύστερα από κατάλληλο προγραμματισμό, σε όσους τύπους εξ αυτών είναι τεχνικά δυνατόν.


 

                                                                                                                                         ΛΗΞΙΠΡΟΘΕΣΜΕΣ ΟΦΕΙΛΕΣ

 

Παράταση υποβολής αίτησης για ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών.-Υπ.Οικ/κων-Πολ.1088/30.3.2012                            



ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ & ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
1) ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ & ΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΗΜ. ΕΣΟΔΩΝ
Δ/ΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ
ΤΜΗΜΑ Α'
Τηλέφωνο : 210-3635963/480
2) ΓΕΝΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ & Ε.Φ.Κ.
19η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Δ'
Τηλέφωνο : 210-6987439/458

Αθήνα, 30 Μαρτίου 2012

ΠΟΛ 1088

ΘΕΜΑ: «Παράταση υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν.4038/2012 (ΦΕΚ 14 Α/2-2-2012), όπως ισχύει»

ΑΠΟΦΑΣΗ
Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ 14 Α'/2-2- 2012), όπως συμπληρώθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του πέμπτου άρθρου του ν. 4047/2012 ΦΕΚ 31 Α/23.02.2012, σύμφωνα με τις οποίες παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να παρατείνει την προθεσμία υποβολής της αίτησης του οφειλέτη για υπαγωγή στη ρύθμιση της παραγράφου αυτής και να ρυθμίζει κάθε ειδικότερο θέμα εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

2. Την αρ. Υ. 25/06.12.2011 (ΦΕΚ 2792 Β'/ 08.12.2011) απόφαση του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων των Αναπληρωτών Υπουργών Οικονομικών Φίλιππου Σαχινίδη και Παντελή Οικονόμου».

3. Την ανάγκη παράτασης της προθεσμίας υποβολής αίτησης ληξιπροθέσμων χρεών προς το Δημόσιο στη ρύθμιση της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν. 4038/2012 (ΦΕΚ 14 Α'/2-2-2012), όπως ισχύει, λόγω πληθώρας σχετικών αιτημάτων.

4. Το γεγονός ότι, από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Α Π Ο Φ Α Σ I Ζ Ο Υ Μ Ε

1. Παρατείνουμε μέχρι και τις 30 Απριλίου 2012 την προθεσμία υποβολής αίτησης για υπαγωγή των ληξιπροθέσμων μέχρι 29 Φεβρουαρίου 2012 χρεών στη ρύθμιση των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του ν.4038/2012 (ΦΕΚ 14 Α'), όπως ισχύει, η οποία λήγει στις 30 Μαρτίου 2012.

2. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.