ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΔΙΑΖΕΥΓΜΕΝΩΝ ΘΥΓΑΤΕΡΩΝ ‘Η ΑΔΕΡΦΩΝ

Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε (17.10.1990) με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (Α΄ 184): «α) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου για την απονομή σύνταξης στα θήλεα παιδιά ή αδελφές των ασφαλισμένων ή συνταξιούχων των ασφαλιστικών φορέων της παραγράφου 1, καθώς και για τις προσαυξήσεις των συντάξεων των τελευταίων για τα θήλεα παιδιά ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τα άρρενα παιδιά ή αδελφούς. β. Δικαιώματα συντάξεων ή προσαυξήσεων συντάξεων που έχουν θεμελιωθεί πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου, δεν θίγονται με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου. Προκειμένου για διαζευγμένες θυγατέρες, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται εφόσον ο θάνατος του γονέα και η λύση του γάμου επήλθαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. γ. Κατ’ εξαίρεση, θυγατέρες ή αδελφές ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, οι οποίες μέχρι την 17.10.1990 είχαν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους, δικαιούνται σύνταξη, σε περιπτώσεις θανάτου του πατέρα ή αδελφού, εφόσον δεν εργάζονται ή δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλη πηγή, με την προϋπόθεση ότι προβλεπόταν η συνταξιοδότηση αυτών από τις καταστατικές διατάξεις των οικείων φορέων πριν από την παραπάνω ημερομηνία και σύμφωνα με τους ειδικότερους περιορισμούς των διατάξεων αυτών. Πάντως σε καμιά περίπτωση η συνταξιοδότηση δεν μπορεί να αρχίσει πριν από τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. – ΣτΕ 1006/2009* (ΤΜΗΜΑ Α’)

Πρόεδρος: Γ.ΠΑΠΑΜΕΝΤΖΕΛΟΠΟΥΛΟΣ
Εισηγητής: Β. ΓΡΑΤΣΙΑ
Δικηγόροι: Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ



(…)
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2750/2007 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του αναιρεσίβλητου Ταμείου, εξαφανίσθηκε η 1333/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια απορρίφθηκε η πρωτοδίκως γενόμενη δεκτή από 10.2.2005 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 20232/2317/3.11.2004 απόφασης της Τοπικής Διοικητικής Επιτροπής (ΤΔΕ) του Τ.Ε.Β.Ε. Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση απορρίφθηκε ένσταση της αναιρεσείουσας κατά της 3077/21.4. 2004 απόφασης του Διευθυντή Συντάξεων του ίδιου Ταμείου, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημά της να χορηγηθεί σε αυτήν, ως διαζευγμένη θυγατέρα ασφαλισμένου του ΤΕΒΕ, σύνταξη λόγω θανάτου του πατέρα της.
3. Επειδή, νομίμως παρίσταται και συνεχίζει τη δίκη ως αναιρεσίβλητος ο Οργανισμός Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών (Ο.Α.Ε.Ε.), καθολικός διάδοχος του Τ.Ε.Β.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3 παρ. 1 και 2, 4 παρ. 1 και 3 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) και το π.δ. 154/2006 (Α΄ 167).
4. Επειδή, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 (Α΄ 138), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αφότου ίσχυσε (17.10.1990) με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (Α΄ 184): «α) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου για την απονομή σύνταξης στα θήλεα παιδιά ή αδελφές των ασφαλισμένων ή συνταξιούχων των ασφαλιστικών φορέων της παραγράφου 1, καθώς και για τις προσαυξήσεις των συντάξεων των τελευταίων για τα θήλεα παιδιά ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τα άρρενα παιδιά ή αδελφούς. β. Δικαιώματα συντάξεων ή προσαυξήσεων συντάξεων που έχουν θεμελιωθεί πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου, δεν θίγονται με τις διατάξεις αυτής της παραγράφου. Προκειμένου για διαζευγμένες θυγατέρες, το συνταξιοδοτικό δικαίωμα θεμελιώνεται εφόσον ο θάνατος του γονέα και η λύση του γάμου επήλθαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. γ. Κατ’ εξαίρεση, θυγατέρες ή αδελφές ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, οι οποίες μέχρι την 17.10.1990 είχαν συμπληρώσει το 50ό έτος της ηλικίας τους, δικαιούνται σύνταξη, σε περιπτώσεις θανάτου του πατέρα ή αδελφού, εφόσον δεν εργάζονται ή δεν λαμβάνουν σύνταξη από άλλη πηγή, με την προϋπόθεση ότι προβλεπόταν η συνταξιοδότηση αυτών από τις καταστατικές διατάξεις των οικείων φορέων πριν από την παραπάνω ημερομηνία και σύμφωνα με τους ειδικότερους περιορισμούς των διατάξεων αυτών. Πάντως σε καμιά περίπτωση η συνταξιοδότηση δεν μπορεί να αρχίσει πριν από τη συμπλήρωση του 55ου έτους της ηλικίας τους. Τα ανωτέρω ισχύουν και για θυγατέρες ή αδελφές των οποίων η συνταξιοδότηση προβλεπόταν από γενικές διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, η ηλικία συνταξιοδότησης είναι η προβλεπόμενη από τις γενικές αυτές διατάξεις. δ. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου ισχύουν και για τις συντάξεις ή προσαυξήσεις συντάξεων, που απονέμονται από τους άλλους ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι με το εδ. β΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει, διατηρήθηκαν δικαιώματα συντάξεων ή προσαυξήσεων συντάξεων που είχαν θεμελιωθεί πριν από την ισχύ του νόμου αυτού. Προκειμένου όμως, ειδικά, για τις διαζευγμένες θυγατέρες, το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα θεμελιώνεται εφόσον τόσο ο θάνατος του γονέα όσο και η λύση του γάμου της θυγατέρας επήλθαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (ΣτΕ 124/2007). Η διάταξη του εδ. γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 προβλέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ότι θυγατέρες ή αδελφές ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, οι οποίες μέχρι τις 17.10.1990 είχαν συμπληρώσει το 50ο έτος της ηλικίας τους, κατ’ εξαίρεση δικαιούνται σύνταξη σε περίπτωση θανάτου του πατέρα ή αδελφού. Σκοπός της θέσπισης της τελευταίας αυτής διάταξης, όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση που τη συνοδεύει, είναι να παρασχεθεί η δυνατότητα στα ανωτέρω πρόσωπα (αδελφές, θυγατέρες) να λάβουν σύνταξη αν ο πατέρας ή ο αδελφός τους ζούσε στις 17.10.1990, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ν. 1902/1990. Τη σύνταξη αυτή δεν θα ελάμβαναν τα πιο πάνω πρόσωπα αν εφαρμοζόταν η παρ. 8 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 (πριν το άρθρο αυτό αντικατασταθεί με την παρ. 1 το άρθρου 9 του ν. 1976/1991), η οποία όριζε ότι: «Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου, για την απονομή σύνταξης στα θήλεα παιδιά ή αδελφές των ασφαλισμένων ή συνταξιούχων των ασφαλιστικών φορέων της παραγράφου 1, καθώς και για τις προσαυξήσεις των συντάξεων των τελευταίων για τα θήλεα παιδιά ισχύουν οι ίδιες προϋποθέσεις που προβλέπονται για τα άρρενα παιδιά ή αδελφούς. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου ισχύουν και για τις συντάξεις ή προσαυξήσεις συντάξεων που απονέμονται από όλους τους άλλους ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων…». Συνεπώς, η διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 μετά την αντικατάσταση του πιο πάνω άρθρου εφαρμόζεται όταν ο θάνατος του πατέρα ή αδελφού συνέβη μετά τις 17.10.1990 (ΣτΕ 148/2004), αφού υπό το καθεστώς του ν. 1902/1990 τα πρόσωπα αυτά θα εδικαιούντο σύνταξης μόνο αν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 39 του Καταστατικού του ΤΕΒΕ (υπ’ αριθ. 50092/Σ910/6.9.1951 απόφαση Υπ. Εργασίας (ΣτΕ 2529/2008).
5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα (γεννηθείσα το έτος 1939) με την από 12.3.2004 αίτησή της ζήτησε από το Τ.Ε.Β.Ε. να της χορηγήσει σύνταξη ως διαζευγμένη θυγατέρα του Κ. Τ., ο οποίος ήταν ασφαλισμένος του Ταμείου και απεβίωσε στις 13.6.1967. Το αίτημά της απορρίφθηκε με την 3077/21.4.2004 απόφαση του Διευθυντή Συντάξεων του ΤΕΒΕ, με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1902/1990 έπρεπε, εκτός από τις άλλες προϋποθέσεις, ο γάμος της να είχε λυθεί πριν από τις 17.10.1990 που άρχισε να ισχύει ο νόμος αυτός, ενώ στην περίπτωσή της το διαζευκτήριό της εκδόθηκε μετά την ημερομηνία αυτή, ήτοι στις 15.5.1997. Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε με την 20232/2317/3.11.2004 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του ΤΕΒΕ με την ίδια αιτιολογία. Κατά της απόφασης αυτής της ΤΔΕ ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή με την 1333/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ακυρώθηκε η απόφαση της ΤΔΕ και η υπόθεση αναπέμφθηκε στο ΤΕΒΕ για να κριθεί εκ νέου το αίτημα της αναιρεσείουσας περί συνταξιοδότησής της. Το ΤΕΒΕ άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση, η οποία έγινε δεκτή με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι για να τύχει εφαρμογής το εδ. β΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 έπρεπε ο θάνατος του γονέα και η λύση του γάμου της θυγατέρας να είχαν επέλθει πριν από τις 17.10.1990 που άρχισε να ισχύει ο νόμος αυτός, ενώ, στην ένδικη περίπτωση το διαζευκτήριο της αναιρεσείουσας εκδόθηκε το έτος 1997. Περαιτέρω, το εφετείο έκρινε ότι για να τύχει εφαρμογής το εδάφιο γ΄ της ίδιας παραγράφου έπρεπε ο θάνατος του γονέα και η λύση του γάμου της θυγατέρας να είχαν επέλθει μετά την πιο πάνω ημερομηνία, ενώ εν προκειμένω ο πατέρας της αναιρεσείουσας απεβίωσε στις 13.6.1967. Με τις σκέψεις αυτές το διοικητικό εφετείο δέχθηκε την έφεση του ΤΕΒΕ, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε δίκασε την προσφυγή της αναιρεσείουσας, την οποία και απέρριψε. 6. Επειδή, η πιο πάνω κρίση του εφετείου είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 4η σκέψη. Ειδικότερα, εφόσον το διαζευκτήριο της αναιρεσείουσας εκδόθηκε μετά τις 17.10.1990, αυτή δεν μπορούσε να συνταξιοδοτηθεί σύμφωνα με το εδάφιο β΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990. Περαιτέρω, ούτε η διάταξη του εδαφίου γ΄ της ίδιας παραγράφου είναι εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση (και τούτο ανεξαρτήτως του αν η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις διαζευγμένες θυγατέρες ασφαλισμένων του ΤΕΒΕ), γιατί ο πατέρας της αναιρεσείουσας είχε αποβιώσει στις 13.6.1967, δηλαδή πριν από τις 17.10.1990. Συνεπώς, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση και ειδικότερα ότι η διάταξη του εδαφίου γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990 είναι εφαρμοστέα ανεξαρτήτως του χρόνου επέλευσης του θανάτου του γονέα ή αδελφού. Ομοίως, απορριπτέα ως αβάσιμα κρίνονται και τα, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της αιτήσεως, προβαλλόμενα ότι το εφετείο παραβίασε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του το άρθρο 4 του Συντάγματος, γιατί ερείδονται στην εσφαλμένη κατά τα ανωτέρω αντίληψη της αναιρεσείουσας ότι στην περίπτωσή της είναι εφαρμοστέα η διάταξη του εδαφίου γ΄ της παρ. 9 του άρθρου 10 του ν. 1902/1990.


* Αναιρεί την υπ’αριθ. 2750/2007 απόφαση του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών

 

                                                                 ΠΡΟΣΑΥΞΗΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ


Για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες οι κατ΄ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές υπολογίζονται με βάση τις ημέρες εργασίας που απαιτούνται για την κατασκευή τους, όπως οι ημέρες αυτές προσδιορίζονται από τον Κανονισμό που προβλέπει η α΄ περίοδος του β΄ εδαφίου της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990. Οι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας, χωρίς να συναρτώνται κατ΄ ανάγκη με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου, λογίζονται ως πραγματοποιηθείσες και οι αναλογούσες σ΄ αυτές εισφορές καθίστανται απαιτητές χωρίς καμία περαιτέρω εκκαθάριση, πλην αν ρητώς με διάταξη νόμου ή κατ΄ εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέντος κανονισμού ορίζεται άλλως. Εφόσον όμως μεταγενεστέρως για την ίδια εργασία διαπιστώθηκε απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων σε ημέρες πρόσθετες των ήδη δηλωθεισών, για την οποία έχουν ήδη υπολογισθεί οι κατ΄ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές, για καθεμία από τις ημέρες αυτές συμψηφίζεται το ποσό των εισφορών που έχει ήδη υπολογισθεί γι΄ αυτήν. Για κάθε υπολογισμό ελάχιστων καταβλητέων εισφορών που έγινε από 1.1.1993 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, ως και για οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν ωσαύτως μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος και δεν δηλώθηκε απασχόληση, ισχύουν οι παρούσες διατάξεις». – ΣτΕ 1014/2009* (Τμήμα Α’)


Πρόεδρος: Γ. Παπαμεντζελόπουλος
Εισηγητής:  Χ. Σιταρά
Δικηγόροι: Σ. Μαυρογιάννης


(…)
3. Επειδή, ο α.ν. 1846/1951 (Α΄ 179) προβλέπει στην παρ. 1 του άρθρου 26 ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων που παρέχουν εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης. Περαιτέρω, στην παρ. 5 του άρθρου 8 του ίδιου α.ν. 1846/1951, όπου προσδιορίζεται ειδικώς για την εφαρμογή των διατάξεων του νομοθετήματος αυτού η έννοια του εργοδότη, ορίζεται ότι «Εργοδότης είναι α) Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, δια λογαριασμόν των οποίων τα υπαγόμενα εις την ασφάλισιν πρόσωπα προσφέρουν την εργασίαν των ... γ) (όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν.δ. 2698/1953, Α΄ 315, και ίσχυε τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο) δια τας οικοδομικάς εργασίας τας εκτελουμένας δια μεσολαβήσεως τρίτων προσώπων (εργολάβων και υπεργολάβων), ως εργοδόται θεωρούνται δια μεν την καταβολήν των εισφορών ο κύριος του ανεγειρομένου, συμπληρουμένου, μεταρρυθμιζομένου, επισκευαζομένου ή κατεδαφιζομένου κτίσματος, δια δε την εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 9 του άρθρου 26 και τα μεσολαβούντα τρίτα πρόσωπα, εργολάβοι και υπεργολάβοι, τα προσλαμβάνοντα και αμείβοντα τους ησφαλισμένους. . . στ) Επί έργου εκτελουμένου υπό του κυρίου αυτού δια μεσολαβούντων προσώπων, μεθ΄ ων ούτος συνεβλήθη και άτινα αναλαμβάνουν την εκτέλεσιν τμήματος ή του συνόλου του έργου, εφ΄ όσον τα μεσολαβούντα πρόσωπα προσλαμβάνουν και αμείβουν τους εκτελεστάς αυτών, εργοδόται είναι αλληλεγγύως και ο κύριος του έργου και πάντα τα μεσολαβούντα πρόσωπα». Εξάλλου, ο ίδιος α.ν. 1846/1951 στην παρ. 2 του άρθρου 26 ορίζει ότι «Δι’ ησφαλισμένους μη έχοντας σταθερόν εργοδότη ως και επί αυτοτελώς εργαζομένων ησφαλισμένων δύναται κατά τας διατάξεις κανονισμού, οσάκις συντρέχουν ειδικαί προς τούτο συνθήκαι, να θεσπισθή ίδιον σύστημα καταβολής των εισφορών. . .». Με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν.δ. 2698/1953 προστέθηκε στην τελευταία αυτή παράγραφο διάταξη, η οποία ορίζει ότι: «Ίδιον σύστημα καταβολής εισφορών δύναται ωσαύτως να θεσπισθή δια Κανονισμού και δια την ασφάλισιν των εργατών οικοδομικών ή τεχνικών εν γένει εργασιών και των υπεργολάβων. Δια του αυτού Κανονισμού δύναται να ορισθή ότι δια την παρά των αρμοδίων Δημοσίων Αρχών χορήγησιν αδείας οικοδομικών εργασιών ή λοιπών τεχνικών εργασιών… είναι απαραίτητος η δια της αγοράς ενσήμων ή άλλως πως προκαταβολή εις το Ι.Κ.Α… του συνόλου ή τμήματος των …προϋπολογιζομένων εισφορών δια την ασφάλισιν του απασχολουμένου αναγκαίου προσωπικού, ως και η μετά την καθ’ ωρισμένον μέτρον πρόοδον των εργασιών προκαταβολή ετέρων ποσών…». Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή, είχαν περιληφθεί στον Κανονισμό Ασφαλίσεως του ΙΚΑ (απόφαση Υπουργού Εργασίας 55575/Ι.479/18.11.1965, Β΄816) και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο Στ αυτού (μέρος δεύτερο) τα άρθρα 35 έως 56, με τα οποία είχε θεσπιστεί ιδιαίτερος τρόπος ασφάλισης, υπολογισμού και καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών των απασχολουμένων σε οικοδομικές και τεχνικές εν γένει εργασίες πάσης φύσης. Επακολούθησε ο ν. 1902/1990 (Α΄ 138), με τη διάταξη της παρ. 6 του άρθρου 21 του οποίου αντικαταστάθηκε η πρώτη περίοδος του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 26 του α.ν. 1846/1951 (η οποία είχε προστεθεί με την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν.δ. 2698/1953). Σύμφωνα με τη νεότερη αυτή διάταξη: «Ίδιο σύστημα υπολογισμού των κατ΄ ελάχιστον υποχρεωτικά καταβλητέων εισφορών βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και καταβολής αυτών μπορεί να θεσπισθεί με κανονισμό και για την ασφάλιση των εργατών οικοδομικών ή τεχνικών εν γένει εργασιών και των υπεργολάβων». Κατ΄ επίκληση της πιο πάνω εξουσιοδότησης, εκδόθηκε η Φ.21/2930/10.11.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 686, διόρθωση σφαλμάτων Β΄774), με την οποία αναμορφώθηκε το σύστημα υπολογισμού των καταβλητέων στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών για την ασφάλιση των απασχολουμένων σε οικοδομικά και τεχνικά έργα. Ειδικότερα, με την παρ. 1 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης αντικαταστάθηκε το άρθρο 38 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. Στην παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 38 ορίστηκε ότι, προκειμένου περί ιδιωτικών έργων και περί εκτέλεσης οικοδομικών, κατά το εδάφιο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 35 του πιο πάνω Κανονισμού, εργασιών σε χώρους βασικής χρήσης, εφόσον δεν υφίσταται αναλυτικός προϋπολογισμός, οι καταβλητέες ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται στην εργατική δαπάνη που αντιστοιχεί στον κατ’ ελάχιστα υποχρεωτικώς απαιτούμενο για την εκτέλεση των εργασιών αυτών αριθμό ημερών εργασίας, ο οποίος εξευρίσκεται βάσει του εμβαδού σε τετραγωνικά μέτρα της επιφάνειας του υπό κατασκευή έργου και των συντελεστών που ορίζονται στον πίνακα 1, αναλόγως του είδους του έργου (κατοικία, γραφείο κ.λπ.) και της φύσης της εργασίας (κατασκευή σκελετού, τοιχοποιία, επιχρίσματα κ.λπ.). Προκειμένου περί των ίδιων πιο πάνω έργων και εργασιών που εκτελούνται σε ειδικούς χώρους (πιλωτή, υπόγεια κ.λπ.) εφαρμόζεται ο πίνακας 2 αναγωγής των επιφανειών των χώρων αυτών σε επιφάνειες χώρων βασικής χρήσης, για τους οποίους εφαρμόζονται, στη συνέχεια, όπως εκτέθηκε, οι συντελεστές του πίνακα 1. Προκειμένου περί ιδιωτικών έργων, για τα οποία υφίσταται αναλυτικός λογαριασμός, ο υποχρεωτικός ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός ημερών εργασίας εξευρίσκεται βάσει της ποσότητας κάθε εργασίας που αναφέρεται στον πίνακα εργασιών 3 και των συντελεστών που αντιστοιχούν στην καθιερωμένη μονάδα μέτρησης (κυβικό ή τετραγωνικό μέτρο) κάθε εργασίας. Περαιτέρω, στις παρ. 2, 3 και 4 του άρθρου 38 του πιο πάνω Κανονισμού προβλέπεται ο τρόπος εξεύρεσης της εργατικής δαπάνης για έργα του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οργανισμών κοινωνικής πολιτικής και κοινής ωφέλειας. Στις περιπτώσεις αυτές, η εργατική δαπάνη, βάσει της οποίας υπολογίζονται οι ασφαλιστικές εισφορές, εξευρίσκεται ανάλογα με την ειδικότερη φύση του εκτελούμενου έργου ή της εκτελούμενης εργασίας και των συντελεστών που ορίζονται στους πίνακες 4 έως 10. Εξάλλου, στη δεύτερη περίοδο της παρ. 5 του ίδιου άρθρου 38, όπως αντικαταστάθηκε, ορίζεται ότι: «Κατά των αποφάσεων των Δ/ντών των οικείων Υποκαταστημάτων με τις οποίες καθορίζεται το ύψος της εργατικής δαπάνης βάσει των παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου δύνανται να ασκούνται τα προβλεπόμενα από τις κείμενες διατάξεις διοικητικά ένδικα μέσα». Με την παρ. 2 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης αντικαταστάθηκε το άρθρο 39 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. και, μεταξύ άλλων, ορίστηκε, ότι προκειμένου περί ιδιωτικών οικοδομικών και τεχνικών εργασιών επιβάλλεται στους, κατά περίπτωση, βαρυνομένους με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών (κύριο του έργου ή εργολάβο) η προκαταβολή ποσού εισφορών το οποίο αναλογεί στην εργατική δαπάνη του 5% των καθοριζομένων κατά το άρθρο 38 ημερών εργασίας και ρυθμίζεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της προκαταβολής, καθώς και οι συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής της. Περαιτέρω, με την παρ. 3 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης αντικαταστάθηκε το άρθρο 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α. ως εξής: «1. Σε περίπτωση που συνεπεία μεταβολής του αρχικού σχεδίου ή από τον έλεγχο των κατά το άρθρο 43 καταστάσεων, των κατά την παρ. 8α του άρθρου 26 του Α.Ν. 1846/1951 δηλώσεων απασχόλησης ή από στοιχεία του έργου που δεν ελήφθησαν υπόψη στις περιπτώσεις της παρ. 4 του άρθρου 38, προκύψει ότι το σύνολο της εργασίας που παρασχέθηκε υπερβαίνει το κατά το άρθρο 38 ποσοστό, με βάση το οποίο υπολογίσθηκαν οι καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές, ο κύριος του έργου ή ο εργολάβος σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 39, υποχρεούται να καταβάλει στο σύνολο την επιπλέον διαφορά των ασφαλιστικών εισφορών που προέκυψε, εντός 30 ημερών από την γνωστοποίηση σ’ αυτόν από την αρμόδια υπηρεσία του Ιδρύματος της σχετικής οφειλής του. 2. Εάν αντίστροφα, το κατά το άρθρο 38 υπολογιζόμενο ποσό ασφαλιστικών εισφορών υπερβαίνει τις πράγματι οφειλόμενες εισφορές, συνεπεία μεταβολής του αρχικού σχεδίου ή διακοπής ή αναστολής των εργασιών για μία τουλάχιστον διετία κατά πρόβλεψη ή εάν δεν λήφθηκαν υπόψη στοιχεία του έργου στις περιπτώσεις της παρ. 4 του άρθρου 38, οι τυχόν επιπλέον καταβληθείσες εισφορές επιστρέφονται άτοκα ως αχρεωστήτως καταβληθείσες. Επίσης επιστρέφονται οι επιπλέον καταβληθείσες εισφορές, εάν οι πράγματι οφειλόμενες υπολείπονται από τις υπολογιζόμενες κατά τα ανωτέρω, συνεπεία αποδεδειγμένης προσωπικής απασχόλησης στο έργο του κυρίου του έργου και των πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγενών του, εφ’ όσον είναι κατ’ επάγγελμα ή κατά περίπτωση οικοδόμοι. Ειδικά προκειμένου για εργασίες επαναχρωματισμών και μόνο για αυτές, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση η ιδιότητα του κατ’ επάγγελμα ή κατά περίπτωση οικοδόμου για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης. Για τη μείωση του ποσού των εισφορών στις προαναφερόμενες περιπτώσεις απαιτείται η προσωπική απασχόληση του κυρίου του έργου και των πρώτου και δευτέρου βαθμού συγγενών του να γνωστοποιείται στην υπηρεσία του Ιδρύματος πριν από την έναρξη της απασχόλησης. Δεν λαμβάνεται υπόψη κάθε εκ των υστέρων γνωστοποίηση προσωπικής απασχόλησης…». Σύμφωνα δε με τη διάταξη της παρ. 4 της ίδιας υπουργικής απόφασης, οι διατάξεις της «εφαρμόζονται για εργασίες που θα εκτελεσθούν μετά την 1.1.1993 καθώς και για εργασίες που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι 31.12.1992 και δεν έχουν βεβαιωθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές». Όπως έχει ήδη κριθεί (Σ.τ.Ε. 3309/1996, 2002/2007 κ.ά.), οι ρυθμίσεις της υπουργικής αυτής απόφασης ευρίσκουν καταρχήν έρεισμα στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1902/1990, εφόσον η έκταση της επιφάνειας του έργου σε συνδυασμό προς το είδος του έργου και τη φύση της εργασίας συνιστούν, κατά κοινή πείρα, αντικειμενικούς και πρόσφορους προσδιοριστικούς παράγοντες για την εξεύρεση των απαιτουμένων για την κατασκευή του οικοδομικού έργου ημερών εργασίας. Περαιτέρω, όμως, κρίθηκε ότι η παρ. 3 της πιο πάνω υπουργικής απόφασης, στο μέτρο που προβλέπει εκκαθάριση των καταβληθεισών, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, εισφορών, ως και την επιστροφή της διαφοράς εισφορών μεταξύ των υπολογισθεισών και καταβληθεισών εισφορών σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και των εισφορών που αναλογούν στις πραγματικές αποδοχές που καταβλήθηκαν στους απασχοληθέντες σε οικοδομικές ή τεχνικές εργασίες μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή περιπτώσεις και όχι σε κάθε περίπτωση, είναι ατελής και ακυρωτέα. Τούτο δε, διότι, κατά την έννοια της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1902/1990, δεν εσκοπήθη η καταβολή στο Ι.Κ.Α. ασφαλιστικών εισφορών που είναι ανώτερες κατά ποσό από το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην πραγματική εργατική δαπάνη, αφού και η διάταξη αυτή του ν. 1902/1990 που αφορά αποκλειστικά τις ασφαλιστικές εισφορές δεν προβλέπει τίποτε για τον ασφαλισμένο, υπέρ του οποίου αυτές καταβάλλονται, αλλά και δεν έκαμψε τη γενική αρχή του δικαίου της κοινωνικής ασφάλισης, που μπορεί να καμφθεί μόνο με ρητή αντίθετη διάταξη νόμου, ότι οι ασφαλιστικές εισφορές καταβάλλονται υπέρ συγκεκριμένου προσώπου, το οποίο υπάγεται στην ασφάλιση του Ιδρύματος λόγω της εργασίας που προσέφερε το πρόσωπο αυτό σε ορισμένο χρονικό διάστημα (Σ.τ.Ε. 3676/2008).
4. Επειδή, τέλος, με το άρθρο 23 του ν. 2434/1996 (Α΄ 188), που άρχισε να ισχύει από 20.8.1996, προστέθηκαν, μετά το εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου 25 του α.ν. 1846/1951 και προ των δύο τελευταίων εδαφίων της ίδιας παραγράφου, εδάφια β΄, γ΄ και δ΄, τα οποία ορίζουν τα εξής: «Για τα κατασκευαζόμενα ιδιωτικά οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες οι κατ΄ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές υπολογίζονται με βάση τις ημέρες εργασίας που απαιτούνται για την κατασκευή τους, όπως οι ημέρες αυτές προσδιορίζονται από τον Κανονισμό που προβλέπει η α΄ περίοδος του β΄ εδαφίου της παρ. 2 του επόμενου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 1902/1990. Οι κατά τα ανωτέρω υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας, χωρίς να συναρτώνται κατ΄ ανάγκη με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου, λογίζονται ως πραγματοποιηθείσες και οι αναλογούσες σ΄ αυτές εισφορές καθίστανται απαιτητές χωρίς καμία περαιτέρω εκκαθάριση, πλην αν ρητώς με διάταξη νόμου ή κατ΄ εξουσιοδότηση νόμου εκδοθέντος κανονισμού ορίζεται άλλως. Εφόσον όμως μεταγενεστέρως για την ίδια εργασία διαπιστώθηκε απασχόληση συγκεκριμένων προσώπων σε ημέρες πρόσθετες των ήδη δηλωθεισών, για την οποία έχουν ήδη υπολογισθεί οι κατ΄ ελάχιστον καταβλητέες εισφορές, για καθεμία από τις ημέρες αυτές συμψηφίζεται το ποσό των εισφορών που έχει ήδη υπολογισθεί γι΄ αυτήν. Για κάθε υπολογισμό ελάχιστων καταβλητέων εισφορών που έγινε από 1.1.1993 μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, ως και για οικοδομικά έργα και οικοδομικές εργασίες που εκτελέστηκαν ωσαύτως μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος και δεν δηλώθηκε απασχόληση, ισχύουν οι παρούσες διατάξεις».
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με την πρωτόδικη που επικυρώθηκε από αυτήν, προκύπτουν τα εξής: Ο Διευθυντής του Υποκαταστήματος Αγρινίου του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος καθόρισε με την 198/1993 απόφαση σε 3765 συνολικώς τις κατ’ ελάχιστον υποχρεωτικώς απαιτούμενες τεκμαρτές ημέρες εργασίας για την ανέγερση εξαόροφης οικοδομής της αναιρεσείουσας, η οποία βρισκόταν στο Αγρίνιο (οδός Π.... και Η……..). Ειδικότερα, καθορίστηκαν για κατασκευή του σκελετού των καταστημάτων 479 ημέρες, για κατασκευή του σκελετού των κατοικιών 753 ημέρες, για τοιχοποιίες των καταστημάτων 92 ημέρες, για τοιχοποιίες των κατοικιών 286 ημέρες, για επιχρίσματα των καταστημάτων 158 ημέρες, για επιχρίσματα των κατοικιών 452 ημέρες, για κατασκευή των δαπέδων των καταστημάτων 248 ημέρες, για κατασκευή των δαπέδων των κατοικιών 334 ημέρες, για χρωματισμούς των καταστημάτων 137 ημέρες, για χρωματισμούς των κατοικιών 435 ημέρες και για εργασίες για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου 399 ημέρες. Ακολούθως, στις 29.5.1995 σε επιτόπιο έλεγχο οργάνων του Ι.Κ.Α. διαπιστώθηκε ότι το πιο πάνω κτίριο είχε αποπερατωθεί ως προς την κατασκευή του σκελετού, τις τοιχοποιίες, τα επιχρίσματα, την κατασκευή των δαπέδων, τους χρωματισμούς και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Περαιτέρω, τα πιο πάνω όργανα του Ι.Κ.Α. αφού εξακρίβωσαν ότι ο εργοδότης είχε προσκομίσει ανακεφαλαιωτικές καταστάσεις για τις ημέρες εργασίας των οικοδόμων στην κατασκευή του σκελετού της οικοδομής πριν από την 1.1.1993, με την 1868/29.5.1996 έκθεση καθόρισαν, υπέρ αγνώστων οικοδόμων, 11 επιπλέον ημέρες εργασίας το μήνα Απρίλιο του έτους 1993 στις τοιχοποιίες (7 με ημερομίσθιο 7650 δρχ. και 4 με ημερομίσθιο 6350 δρχ.), 256 επιπλέον ημέρες το μήνα Ιούνιο του έτους 1993 στα επιχρίσματα (170 με ημερομίσθιο 7650 δρχ. και 86 με ημερομίσθιο 6350 δρχ.), 237 επιπλέον ημέρες τον Ιανουάριο του έτους 1994 στην κατασκευή των δαπέδων (158 με ημερομίσθιο 8800 δρχ. και 79 με ημερομίσθιο 7400 δρχ.), 182 επιπλέον ημέρες το μήνα Απρίλιο του έτους 1994 στους χρωματισμούς (120 με ημερομίσθιο 8800 δρχ. και 62 με ημερομίσθιο 7400 δρχ.) και 319 επιπλέον ημέρες το μήνα Μάιο του έτους 1994 στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου (212 με ημερομίσθιο 8800 δρχ. και 107 με ημερομίσθιο 7400 δρχ.). Με βάση την έκθεση αυτή εκδόθηκαν από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσίβλητου Ιδρύματος α) η 17099/29.5.1996 Π.Ε.Ε., με την οποία επιβλήθηκαν στον κύριο του έργου εισφορές υπέρ Ι.Κ.Α. ύψους 4.903.878 δρχ., β) η 17100/29.5.1996 Π.Ε.Ε., με την οποία επιβλήθηκαν στον κύριο του έργου εισφορές υπέρ ΕΛΔΕΟ ύψους 2.018.188 δρχ. και γ) η 1362/29.5.1996 Π.Ε.Π.Ε.Ο., με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος του κυρίου του έργου προσαυξήσεις εισφορών ύψους 6.922.066 δρχ. Κατά των πράξεων αυτών η αναιρεσείουσα άσκησε ένσταση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη με την 391/8.7.1996 απόφαση της Τ.Δ.Ε. του πιο πάνω Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α. Κατά της απόφασης αυτής της Τ.Δ.Ε. η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Κατά της πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση. Το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη ότι α) στην περίπτωση ιδιωτικών οικοδομικών έργων και εργασιών, οι κατά τη Φ.21/2930/10.11.1992 υπουργική απόφαση υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας λογίζεται ότι έχουν πραγματοποιηθεί κατά πλάσμα δικαίου, χωρίς να συναρτώνται κατ’ ανάγκη με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου, β) οι διατάξεις του ν. 2434/1996 δεν έρχονται σε αντίθεση με καμία συνταγματική διάταξη, γ) οι διατάξεις του πιο πάνω νόμου εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της τυχόν εφαρμογής του μηχανογραφικού συστήματος ασφάλισης οικοδόμων, τροποποιώντας ή καταργώντας αναλόγως τις σχετικές διατάξεις του συστήματος αυτού, όχι μόνο για εργασίες που εκτελούνται μετά την 1.1.1993, αλλά και για εργασίες που έχουν πραγματοποιηθεί έως τις 31.12.1992 και δεν έχουν βεβαιωθεί οι αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, δ) δεν απαιτείται η αναγραφή των ονομάτων των οικοδόμων που έχουν απασχοληθεί στις πράξεις επιβολής εισφορών, αφού η καταβολή των εισφορών δεν συναρτάται με την απασχόληση συγκεκριμένου προσώπου και ε) ανεξαρτήτως αν ο καταλογισμός των ασφαλιστικών εισφορών γίνεται για ημέρες εργασίας που έχουν προσδιορισθεί τεκμαρτώς, είναι νόμιμη η επιβολή των εισφορών υπέρ του ειδικού λογαριασμού δώρου οικοδόμων και της πρόσθετης επιβάρυνσης εισφορών, λόγω του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα. Με τα δεδομένα αυτά, το διοικητικό εφετείο αποφάνθηκε ότι οι ένδικες καταλογιστικές πράξεις είχαν καταρχήν νομίμως εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 38 έως 40 του Κανονισμού Ασφαλίσεως του Ι.Κ.Α., όπως οι διατάξεις αυτές είχαν αντικατασταθεί με τη Φ. 21/2930/10.11.1992 απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης, το διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη ότι δεν υφίστατο κανόνας δικαίου ο οποίος να ρυθμίζει το ύψος των αποδοχών των τεκμαιρομένων, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 του Κανονισμού Ασφαλίσεως, ημερών εργασίας σε ιδιωτικά έργα, και έκρινε ότι για τον υπολογισμό των επίδικων εισφορών ορθά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχε ληφθεί υπόψη η σύνθεση του αριθμού των κατ’ ελάχιστα απαιτουμένων ημερών εργασίας, που είναι περίπου δύο ημερομίσθια τεχνίτη για κάθε ένα ημερομίσθιο εργάτη, και ως ημερομίσθιο, για κάθε κατηγορία οικοδόμων, το βασικό ημερομίσθιο, προσαυξανόμενο κατά το μέσο όρο των προβλεπόμενων από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας επιδομάτων γάμου και τριετιών, δηλαδή τρεις τριετίες για τον έγγαμο και μία τουλάχιστον τριετία για τον άγαμο (εγκύκλιος Ι.Κ.Α. 7/1993). Με τις σκέψεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο Πάτρας απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας.
6. Επειδή, ενόψει της έκδοσης των προσβληθεισών με την προσφυγή πράξεων πριν από τη δημοσίευση του ν. 2434/1996, εφαρμοστέα στην κρινόμενη περίπτωση ήταν η Φ.21/2930/10.11.1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και όχι το άρθρο 23 του ν.2434/1996, όπως εσφαλμένως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, μη νομίμως, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην σκέψη 3, κρίθηκε από το διοικητικό εφετείο ότι οι πράξεις που προσβλήθηκαν με την προσφυγή είχαν εκδοθεί νομίμως. Για το λόγο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης. Η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο δικάσαν διοικητικό εφετείο για νέα κρίση.


*Αναιρεί την υπ’αρίθ. 360/2000 απόφαση
του Διοικητικού Εφετείου Πατρών