ΙΣΟΤΗΤΑ ΦΥΛΩΝ-ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ ΦΥΛΑΞΗΣ-ΑΡΧΗ ΙΣΟΤΗΤΑΣ-ΘΕΜΙΤΗ Η ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ – ΤΙ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Ο ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΔΥΟ ΦΥΛΩΝ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ Ή ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΕ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι παρατιθέμενες στην σκέψη 3. (τρία) διατάξεις, τόσο αυτές του Συντάγματος, όσο και αυτές της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, που είναι άμεσα εφαρμοστέες και διέπουν και την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, θεσπίζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκησή τους. Απόκλιση από την αρχή αυτή, πέρα από εκείνη που συνίσταται στην λήψη θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, τα οποία αποβλέπουν στην επίσπευση της αποκατάστασης μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι θεμιτή μόνον εφόσον προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου και συνάγεται από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφισή του σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θεσπίσθηκε με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η απόκλιση δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους και είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού.Η απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, την οποία θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης με τον περιορισμό ή και με τον αποκλεισμό της πρόσβασης των γυναικών σε ορισμένες θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου, δεν αντιβαίνει στις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, ούτε σε άλλες διατάξεις ή αρχές του συνταγματικού ή του κοινοτικού και γενικότερα του διεθνούς δικαίου, εφ’ όσον προκύπτει ότι ο παράγοντας φύλο διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση των καθηκόντων που συνεπάγεται ο διορισμός στις εν λόγω θέσεις, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις άσκησης καθηκόντων δίωξης του κοινού εγκλήματος, αντιμετώπισης πράξεων βίας και τρομοκρατίας, καταστολής βιαιοτήτων σε δημόσιες συγκεντρώσεις, επιτήρησης μεταγομένων κρατουμένων κ.ο.κ. (πρβ. ΣτΕ 1917/1998 Ολομ.).

 

Αριθμός 622/2004

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Γ'

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2003, με την εξής σύνθεση : Γ. Σταυρόπουλος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Γ' Τμήματος, Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Ν. Μαρκουλάκης, Σύμβουλοι, Π. Καρλή, Κ. Πισπιρίγκος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Μουζάκη, Γραμματέας του Γ’ Τμήματος. Για να δικάσει την από 15 Ιουλίου 2002 έφεση :

της Α. Α. του Ι., κατοίκου Σερρών, οδός Κ. Σ. αρ. *, η οποία παρέστη με το δικηγόρο Εμμ. Αγγελάκη (Α.Μ. 2146) που τον διόρισε με πληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Δικαιοσύνης, ο οποίος παρέστη με την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά της υπ’ αριθμ. 1897/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Κ. Πισπιρίγκου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της εκκαλούσας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την κρινόμενη έφεση κατεβλήθη το παράβολο (υπ’ αριθμ. Α. 83274, 139565/2002 ειδικά γραμμάτια παραβόλου).

2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αριθμ. 1897/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε η αίτηση ακυρώσεως της εκκαλούσας, που είχε υποβάλει υποψηφιότητα για να διορισθεί σε μία από τις συσταθείσες με το Ν. 2721/1999 θέσεις Κλάδου ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, κατά α) του από 12.6.2000 σχετικού πίνακα επιλογής υποψηφίων, που συντάχθηκε για την πλήρωση των εν λόγω θέσεων χωριστά για άνδρες και γυναίκες και β) της παραλείψεως της Διοικήσεως να συντάξει τον πίνακα αυτό χωρίς διάκριση του φύλου των υποψηφίων, κατά φθίνουσα βαθμολογική σειρά βάσει των μορίων που συγκέντρωσε κάθε υποψήφιος.

3. Επειδή, στο άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» (παρ. 1) και ότι «Έλληνες και Ελληνίδες έχουν ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις» (παρ. 2). Περαιτέρω, στο άρθρο 116 παρ. 2 του Συντάγματος, ως είχε προ της αναθεωρήσεώς του με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι «Αποκλίσεις από τους ορισμούς της παραγράφου 2 του άρθρου 4 επιτρέπονται μόνο για σοβαρούς λόγους, στις περιπτώσεις που ορίζει ειδικά ο νόμος». Εξ άλλου, η Οδηγία 76/207/ΕΟΚ «Περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας» (Ε.Ε. αριθ. Ν39/40 της 14.2.1976) ορίζει, μεταξύ άλλων, στην παρ. 1 του άρθρου 2 ότι « . . . η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα . . . » και στην παρ. 1 του άρθρου 3 ότι «η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο, όσον αφορά τους όρους, συμπεριλαμβανομένων και των κριτηρίων επιλογής, προσβάσεως σε απασχολήσεις, σε θέσεις εργασίας, ανεξάρτητα από τομέα ή κλάδο δραστηριότητος, και για όλες τις βαθμίδες της επαγγελματικής ιεραρχίας». Τέλος, στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 2 της ίδιας οδηγίας ορίζεται ότι «η παρούσα Οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα Κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της τις επαγγελματικές δραστηριότητες και, ενδεχομένως, την εκπαίδευση που απαιτείται για την πρόσβαση σ’ αυτές, εφ’ όσον λόγω της φύσεως ή των συνθηκών ασκήσεώς τους το φύλο συνιστά παράγοντα αποφασιστικής σημασίας» (παρ. 2) και ότι «η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα» (παρ. 3).

4. Επειδή, όπως έχει κριθεί, οι παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, τόσο αυτές του Συντάγματος, όσο και αυτές της Οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, που είναι άμεσα εφαρμοστέες και διέπουν και την πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, θεσπίζουν την αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα και στην εκπαίδευση που είναι απαραίτητη για την άσκησή τους. Απόκλιση από την αρχή αυτή, πέρα από εκείνη που συνίσταται στην λήψη θετικών μέτρων υπέρ των γυναικών, τα οποία αποβλέπουν στην επίσπευση της αποκατάστασης μιας πραγματικής ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών, είναι θεμιτή μόνον εφ’ όσον προβλέπεται από ειδική διάταξη νόμου και συνάγεται από τον νόμο αυτό ή τις προπαρασκευαστικές εργασίες για την ψήφισή του σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θεσπίσθηκε με βάση συγκεκριμένα και πρόσφορα κριτήρια, τα οποία επιτρέπουν στους ενδιαφερόμενους πολίτες και στα δικαστήρια να ελέγχουν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν η απόκλιση δικαιολογείται από αποχρώντες λόγους και είναι αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Ειδικότερα, η απόκλιση από την αρχή της ισότητας των δύο φύλων, την οποία θεσπίζει ο κοινός νομοθέτης με τον περιορισμό ή και με τον αποκλεισμό της πρόσβασης των γυναικών σε ορισμένες θέσεις υπηρεσιών του Δημοσίου, δεν αντιβαίνει στις παρατιθέμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, ούτε σε άλλες διατάξεις ή αρχές του συνταγματικού ή του κοινοτικού και γενικότερα του διεθνούς δικαίου, εφ’ όσον προκύπτει ότι ο παράγοντας φύλο διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην άσκηση των καθηκόντων που συνεπάγεται ο διορισμός στις εν λόγω θέσεις, όπως συμβαίνει σε περιπτώσεις άσκησης καθηκόντων δίωξης του κοινού εγκλήματος, αντιμετώπισης πράξεων βίας και τρομοκρατίας, καταστολής βιαιοτήτων σε δημόσιες συγκεντρώσεις, επιτήρησης μεταγομένων κρατουμένων κ.ο.κ. (πρβ. ΣτΕ 1917/1998 Ολομ.).

5. Επειδή, στις διατάξεις των άρθρων 48, 49, 50 και 51 του Ν. 2721/1999 (Α’ 112) ορίζονται τα εξής : «’ρθρο 48. 1. Συνιστάται ειδική υπηρεσία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με τίτλο «Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης». Σκοπός και αποστολή της υπηρεσίας αυτής είναι η εξωτερική φρούρηση των Καταστημάτων Κράτησης, η φρούρηση των νοσηλευομένων σε οποιοδήποτε θεραπευτήριο καταδίκων και υποδίκων και η συνοδεία αυτών προς ανάκριση, εμφάνιση σε δικαστήριο, ιατρική εξέταση, εκτέλεση έκτακτης άδειας ή άλλου έργου. 2. Ως «εξωτερική φρούρηση» νοείται η μέριμνα για την αντιμετώπιση και αποτροπή οποιασδήποτε μεμονωμένης ή ομαδικής απόδρασης ή απόπειρας απόδρασης κρατουμένων από τα ως άνω Καταστήματα ή κατά τη διάρκεια μεταγωγής τους, η καταδίωξη κρατουμένων που έχουν δραπετεύσει μέχρις ότου επιληφθεί η αρμόδια αστυνομική αρχή, ως και η προστασία των καταστημάτων τούτων από οποιαδήποτε εκτός αυτών προερχόμενη προσβολή με σκοπό τη διευκόλυνση απόδρασης κρατουμένων ή την άσκηση βίας κατά προσώπων ή τη ρήψη απαγορευμένων αντικειμένων εντός του χώρου αυτών.

3. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη σύσταση της οικείας Υπηρεσιακής Μονάδας, την οργάνωση και στελέχωσή της, τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητές της, τα προσόντα και τα καθήκοντα του Προσωπικού, την εκπαίδευση και επιμόρφωσή του, τη στολή, τον οπλισμό και τον τρόπο παραλαβής, φύλαξης, συντήρησης και χρήσης αυτού, τη σύνθεση των φρουρών των επί μέρους Καταστημάτων, την πραγματοποίηση των μεταγωγών και εκτέλεση των αδειών, τη σχέση των Υπηρεσιών Εξωτερικής Φρούρησης με την Ελληνική Αστυνομία και τη μεταφορά ευθύνης ασκήσεως των έργων της προηγούμενης παραγράφου από την Ελληνική Αστυνομία στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Με τα εν λόγω προεδρικά διατάγματα επιτρέπεται να παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον κατά περίπτωση αρμόδιο Υπουργό να καθορίζουν με αποφάσεις τους τις αναγκαίες για την υλοποίηση των προεδρικών διαταγμάτων λεπτομέρειες. 4. Το Προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης έχει τις ίδιες αρμοδιότητες, εξουσίες, καθήκοντα και υποχρεώσεις με το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας στην άσκηση των ανατιθέμενων σε αυτό δια του παρόντος καθηκόντων του. ’ρθρο 49. 1. Στους κλάδους του Προσωπικού Καταστημάτων Κράτησης που προβλέπονται στο άρθρο 20 του π.δ. 278/1988 προστίθεται νέος κλάδος ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης. 2. Για τη στελέχωση του κλάδου αυτού συνιστώνται 1.300 θέσεις. Τα θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης, της εκπαίδευσης, των αποδοχών και της ασφάλισης του προσωπικού αυτού και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις και ρυθμίσεις που αφορούν το φυλακτικό προσωπικό των Καταστημάτων Κράτησης. 3. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης γίνεται η κατανομή κατά Καταστήματα των θέσεων της προηγούμενης παραγράφου. 4. Για την κάλυψη των ανωτέρω θέσεων φυλάκων προσλαμβάνονται, με σύστημα αντικειμενικών κριτηρίων (μόρια), Έλληνες πολίτες, 1.270 άνδρες από τους οποίους σαράντα (40) απόφοιτοι Γυμνασίου και οι υπόλοιποι απόφοιτοι Λυκείου ή ισότιμης σχολής του εσωτερικού ή του εξωτερικού οι οποίοι έχουν εκπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις και δεν έχουν υπερβεί το 30ό έτος, και τριάντα (30) γυναίκες, για την Κλειστή Κεντρική Φυλακή Γυναικών Κορυδαλλού, που δεν έχουν υπερβεί το 28ο έτος της ηλικίας τους. Οι αριθμοί αυτοί, κατά φύλο, είναι δυνατόν να αυξομειώνονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Κριτήρια πρόσληψης αποτελούν ο βαθμός του απολυτηρίου τίτλου σπουδών και η εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων κατά προτίμηση ως εφέδρων αξιωματικών ή σε ειδικές δυνάμεις των Ενόπλων Δυνάμεων ή ως εθελοντών πενταετούς υπηρεσίας. Ο αριθμός των μορίων κατά κριτήριο, τα λοιπά απαιτούμενα προσόντα και ο τρόπος διαπίστωσης αυτών, η προκήρυξη των θέσεων, η διαδικασία πρόσληψης, τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά, οι αθλητικές δοκιμασίες και οι υγειονομικές εξετάσεις των υποψηφίων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. 5. Για την πρόσληψη των υποψηφίων συγκροτείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, τριμελής επιτροπή που αποτελείται από έναν Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, οριζόμενο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, έναν εκπρόσωπο του Α.Σ.Ε.Π. οριζόμενο από τον Πρόεδρό του, και το Γενικό Διευθυντή Σωφρονιστικής Πολιτικής του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Οι συνεδριάσεις της επιτροπής γίνονται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ως Γραμματέας ορίζεται υπάλληλος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με βαθμό Α’. 6. Οι προσλαμβανόμενοι φύλακες υφίστανται κατάλληλη βασική εκπαίδευση για διάστημα τουλάχιστον τριών (3) μηνών. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται ο τόπος, ο χρόνος και το είδος της εκπαίδευσης. Ως εκπαιδευτικό προσωπικό των φυλάκων Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης δύναται να χρησιμοποιείται και αστυνομικό προσωπικό, το οποίο διατίθεται για το σκοπό αυτόν κατόπιν αποφάσεως του Υπουργού Δημόσιας Τάξης. 7. Οι φύλακες Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης φέρουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους στολή (και κατάλληλο οπλισμό) που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. Μετάταξη υπαλλήλων από και προς τις θέσεις αυτές δεν επιτρέπεται. Το προσωπικό αυτό διέπεται για όλα τα λοιπά υπηρεσιακά θέματα που δεν ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, από τις διατάξεις που εφαρμόζονται για το μόνιμο προσωπικό εσωτερικής φύλαξης των ως άνω χώρων. ’ρθρο 50. Οπλοφορία και οπλοχρησία. 1. Το Προσωπικό της Εξωτερικής Φρούρησης κατά την άσκηση των καθηκόντων φέρει όπλα και μπορεί να κάνει χρήση αυτών πέραν των περιπτώσεων νομίμου αμύνης κατά τον Ποινικό Κώδικα, στις ακόλουθες περιπτώσεις χωρίς να ευθύνεται για τις συνέπειες : α) Όταν κρατούμενοι αποπειρώνται να αποδράσουν με βία που στρέφεται κατά προσώπων ή πραγμάτων, ή όταν για τον ίδιο σκοπό αναρριχώνται στον εξωτερικό τοίχο του Καταστήματος. β) Όταν κρατούμενοι εξέλθουν του εξωτερικού μανδρότοιχου του Καταστήματος ή βρεθούν στην εξωτερική ζώνη αυτού ή εκτός των ορίων του Καταστήματος και δεν σταθούν στη σχετική πρόσκληση του φρουρού δια των λέξεων «Αλτ» ή «Πυροβολώ». γ) Όταν ενεργείται κατά του Προσωπικού επίθεση από τον εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο του Καταστήματος, με όπλα ή άλλα αντικείμενα, δυνάμενα να επιφέρουν σε αυτό σοβαρή σωματική βλάβη. δ) Όταν το Προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης δεν μπορεί να υπερασπίσει άλλως τη θέση που κατέχει ή τα άτομα τα οποία παραδίδονται σε αυτό προς φύλαξη. ε) Όταν τρίτα πρόσωπα επιχειρούν με χρήση βίας να ελευθερώσουν κρατούμενο σε οποιαδήποτε περίπτωση. στ) Όταν επιχειρείται επέμβαση για απελευθέρωση ομήρων μετά την άρνηση των κρατουμένων σε νόμιμη πρόσκληση να απελευθερώσουν αυτούς. ζ) Όταν καλείται νομίμως ένοπλο άτομο να παραδώσει ή εγκαταλείψει το όπλο του. 2. Όπλα θεωρούνται τα αναφερόμενα στη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2168/1993 όπως εκάστοτε ισχύει. 3. Προ πάσης δραστικής χρήσεως των όπλων, προηγούνται τα ήπια μέσα προς αποτροπή της απόδρασης. Ως ήπια μέσα θεωρούνται ιδίως : α) η παροχή συμβουλών ή παραινέσεων ή εκτόξευση απειλών προς τον ή τους αποπειραμένους να δραπετεύσουν ή να δράσουν κατά τα ανωτέρω, ως «Αλτ» ή «Πυροβολώ», β) η εκτόξευση νερού υπό πίεση, γ) η χρήση χημικών μέσων που παρέχονται από την Υπηρεσία και δ) η ρίψη προειδοποιητικών πυροβολισμών στον αέρα. ’ρθρο 51. 1. Οι αρμοδιότητες που αναφέρονται στο άρθρο 48 παρ. 1 του παρόντος εξακολουθούν να ασκούνται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας μέχρι 30.6.2000. 2. Μετά από την ημερομηνία αυτή η ευθύνη της φύλαξης περιέρχεται στην Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία θα υποβοηθείται στο έργο της μέχρι 30.6.2001 από την Υπηρεσία Εξωτερικής Φρούρησης Φυλακών της Ελληνικής Αστυνομίας με το ήμισυ της δύναμης που μέχρι σήμερα διαθέτει».

6. Επειδή, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου, για την πλήρωση όλων των συσταθεισών με τον Ν. 2721/1999 θέσεων Κλάδου ΔΕ Προσωπικού Εξωτερικής Φρούρησης Καταστημάτων Κράτησης εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.

111804/23.11.1999 προκήρυξη του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β’ 91). Ακολούθησε η έκδοση του από 12.6.2000 πίνακα επιλογής υποψηφίων, που συντάχθηκε χωριστά για άνδρες και γυναίκες υποψηφίους, προκειμένου να διορισθούν στις εν λόγω θέσεις χίλιοι διακόσιοι εβδομήντα (1270) άνδρες και τριάντα (30) γυναίκες βάσει των διατάξεων του άρθρου 49 παρ. 4 του ως άνω νόμου και, τέλος, οι επιλεγέντες υποψήφιοι διορίσθηκαν με τις αποφάσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης υπ’ αριθμ. 94243/17.7.2000, 97821/18.7.2000, 99329/24.7.2000, 102700/31.7.2000, 104600/1.8.2000, 105920/9.8.2000 και 142955/23.10.2000 (ΦΕΚ, αντιστοίχως, υπ’ αριθμ. 211, 213, 215, 229, 238 και 301/2000, τεύχος Γ’).

7. Επειδή, όπως συνάγεται από τις παρατιθέμενες στην πέμπτη σκέψη διατάξεις του Ν. 2721/1999, το Προσωπικό Εξωτερικής Φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης στελεχώνει ειδική ένοπλη υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και δεν εκτελεί άλλα καθήκοντα πλην αυτών που συνίστανται στην μέριμνα για την αποτροπή αποδράσεων κρατουμένων, στην καταδίωξή τους σε περίπτωση αποδράσεων, στη συνοδεία και την επιτήρησή τους κατά τις μεταβάσεις τους σε δικαστήρια, ανακριτικά γραφεία, θεραπευτήρια κ.ο.κ. Πρόκειται, συνεπώς, περί καθηκόντων για την άσκηση των οποίων ο παράγοντας φύλο διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο, όταν μάλιστα τα καθήκοντα αυτά ασκούνται στα Καταστήματα όπου κρατούνται αποκλειστικώς άνδρες ή άνδρες και γυναίκες σε ιδιαίτερα τμήματα (βλ. άρθρο 13 του Σωφρονιστικού Κώδικα, που κυρώθηκε με τον Ν. 2776/1996, Α’ 291). Δηλαδή, πρόκειται περί καθηκόντων, για την άσκηση των οποίων απαιτείται αυξημένο επίπεδο μυϊκής δύναμης, ταχύτητας και αντοχής και, γενικότερα, η συνδρομή σωματικών δυνατοτήτων που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, διαθέτουν κατά κανόνα σε μεγαλύτερο βαθμό οι άνδρες. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης περιόρισε κατά τρόπο διαφανή και θεμιτό τον αριθμό των γυναικών που διορίζονται στις συσταθείσες θέσεις του προσωπικού εξωτερικής φρούρησης των Καταστημάτων Κράτησης σε τριάντα (30), προκειμένου δι’ αυτών να καλυφθούν μόνον οι ανάγκες της Κλειστής Φυλακής του Συγκροτήματος Φυλακών Κορυδαλλού, όπου κρατούνται αποκλειστικώς γυναίκες και η άσκηση των καθηκόντων εξωτερικής φρούρησης είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ευχερέστερη. Συνεπώς, νομίμως συντάχθηκε ο από 12.6.2000 πίνακας επιλογής υποψηφίων χωριστά για άνδρες και γυναίκες, ώστε να διορισθούν βάσει αυτού χίλιοι διακόσιοι εβδομήντα (1270) άνδρες και τριάντα (30) γυναίκες σύμφωνα με το άρθρο 49 παρ. 4 του Ν. 2721/1999 και δεν έσφαλε η εκκαλουμένη απόφαση που έκρινε ομοίως, τα δε περί του εναντίου προβαλλόμενα με το δικόγραφο της εφέσεως είναι αβάσιμα.

8. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η εκκαλούσα πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 του Π.Δ/τος 18/1989, Α’ 8).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την έφεση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου. Και

Απαλλάσσει την εκκαλούσα από την δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2003 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Μαρτίου 2004.