ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 156/2013

 

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ-ΑΤΙΜΩΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΣΕ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ

 

Πρόεδρος:Βασίλειος Λυκούδης

Δικηγόροι:Δημήτριος Μπαλέρμπας

Εισηγητές:Νικόλαος Λεοντής

 

 

(...)

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 757/8-7-2009 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 383/29-1-2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής, το οποίο αναφέρεται στην 47029/2880/30-3-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά την απεύθυνσή της κατά των ήδη αναιρεσειόντων, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο της υποθέσεως, με την 47029/2880/30-3-2005 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη η δι' αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη από τις αποδιδόμενες στους εναγομένους και ήδη αναιρεσείοντες άδικες και υπαίτιες, από πρόθεση, πράξεις, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της εξυβρίσεως, με τις οποίες προσέβαλαν την προσωπικότητά της. Επί της εν εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 6249/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 36/3-1-2008 και (ii) 108/4-1-2007 εφέσεις των διαδίκων με τους με ιδιαίτερο, 124/2007, δικόγραφο πρόσθετους λόγους της τελευταίας, η 383/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της με στοιχ. (ii) εφέσεως των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, δέχθηκε την αγωγή κατά την κατεύθυνσή της κατά των ήδη αναιρεσειόντων για το ποσό των 7000,00 ευρώ για έκαστο των αναιρεσειόντων αντί εκείνου των 5000,00 ευρώ της πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Κατά του κεφαλαίου αυτού της προσβαλλόμενης αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες - εφεσίβλητοι - εναγόμενοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο κατά παράβαση δικονομικής διατάξεως. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1,2 και 496 ΚΠολΔ το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την κατάθεση δε αυτή συντάσσεται έκθεση στο ειδικό βιβλίο, την οποία υπογράφει ο καταθέτων, ενώ στο δικόγραφο που κατατίθεται σημειώνεται ο αριθμός της έκθεσης και η χρονολογία της και βεβαιώνεται με την υπογραφή εκείνου που συντάσσει την έκθεση. Αν η έφεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, το δικαστήριο την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΚΠολΔ 532). Περαιτέρω, μεταξύ των διαδικαστικών προϋποθέσεων που πρέπει να συντρέχουν για την έγκυρη γένεση και διεξαγωγή της δίκης, περιλαμβάνεται και η ικανότητα προς το δικολογείν, περί της οποίας προβλέπει το άρθρο 94 ΚΠολΔ. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης, με εξαίρεση τις αναφερόμενες περιπτώσεις, οι διάδικοι στα πολιτικά δικαστήρια έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος απαιτείται να έχει την ικανότητα προς επιχείρηση της συγκεκριμένης διαδικαστικής πράξης, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ.3026/1954). Αν επομένως ασκηθεί ένδικο μέσο από διάδικο κατ' αποφάσεως με δικηγόρο, που έχει παραιτηθεί, με απώλεια εντεύθεν του δικαιώματός του προς άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, άσχετα από την κατά το άρθρο 32 του ν.δ/τος 3026/1954 διαγραφή του από το μητρώο (άρθρο 27), και της κατά το άρθρο 94 ΚΠολΔ ικανότητάς του προς το δικολογείν, το ένδικο αυτό μέσο είναι απαράδεκτο. Στην περίπτωση αυτή η νομότυπη επανάσκηση της εφέσεως δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 514 ΚΠολΔ, κατά τους ορισμούς του οποίου δεύτερη έφεση από τον ίδιο διάδικο κατά της αυτής αποφάσεως ως προς το ίδιο ή άλλο κεφάλαιο δεν επιτρέπεται, δοθέντος ότι η πρώτη έφεση, λόγω μη καταθέσεως και υπογραφής της σχετικής εκθέσεως από δικηγόρο, είναι δικονομικώς ανυπόστατη. Κατά τις ενδιαφέρουσες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως η προηγούμενη 817/26-1-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 6249/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατατέθηκε από τον Π. Π., από τον οποίο και υπογράφεται η σχετική έκθεση, χρόνο κατά τον οποίο δεν διέθετε την ικανότητα προς το δικαιολογείν, λόγω παραιτήσεώς του από το δικηγορικό λειτούργημα από 1-9-1998. Σε συνέπεια με τις παραδοχές της αυτές, κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 514 ΚΠολΔ, αξιολόγησε, μετά την απόρριψη της 817/26-1-2007 εφέσεως ως απαράδεκτης, ως νομότυπη και τυπικά παραδεκτή την επανάσκησή της με το 36/3-1-2008 δικόγραφο. Επομένως, η προβαλλόμενη με τον έβδομο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια της κατά παράβαση του άρθρου 514 ΚΠολΔ παραλείψεως του δικαστηρίου της ουσίας να απορρίψει ως απαράδεκτη την εν λόγω, 36/3-1-2008, έφεση, ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ.1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών(ΑΚ 914). Προσβολή της προσωπικότητας πραγματώνεται με την προβλεπόμενη από τα άρθρα 362 και 363 ΠΚ αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως. Το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως προϋποθέτει, είτε ισχυρισμό ενώπιον τρίτου ψευδού γεγονότος, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου, είτε διάδοση σε τρίτον γεγονότος, το οποίο ανακοινώθηκε προηγουμένως στον υπαίτιο από άλλον. Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος απαιτείται δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διαδόσεως ενώπιον τρίτου του ψευδούς γεγονότος, εν γνώσει του ότι αυτό είναι ψευδές και δύναται να βλάψει την τιμή και υπόληψη του άλλου. Κατά το άρθρο όμως 367 ΠΚ δεν αποτελούν άδικη πράξη (α) οι δυσμενείς κρίσεις, (γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον η (δ) σε ανάλογες περιπτώσεις, (§1). Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται (α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξεως του άρθρου 363, καθώς και (β) όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως (§2). Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 367§1 ΠΚ επί συκοφαντικής δυσφημήσεως και δεν αίρεται ο άδικος αυτός χαρακτήρας και όταν η δι' αυτής προσβολή της προσωπικότητας έγινε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Με το δικόγραφο της αγωγής η δι'αυτής ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υποστήριξε, ιδία, (α)ότι ο πρώτος των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων με τις από 23-11-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προτάσεις του και την από 26-11-2004 προσθήκη τους και ο δεύτερος τούτων με την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών 167/5-1-2005 ένορκη βεβαίωσή του ψευδώς ισχυρίσθηκαν, τελούντες σε γνώση της αναληθείας τους, ότι ο τελευταίος κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 κατέβαλε το συνολικό ποσό των 435.000 δρχ, ως προκαταβολή τιμήματος για την αγορά του μισθίου καταστήματος και ότι η ιδία, μετά την ματαίωση της συμβάσεως πωλήσεως, εξέδωσε τις ισόποσης συνολικής αξίας από 15-12-2000 και 19-12-2000 αποδείξεις, ποσού 100.000 και 335.000 δρχ., αντίστοιχα, αναγράφοντας ως αιτία αυτών την καταβολή μισθωμάτων, ισχυρισμό τον οποίο επαναδιατύπωσε ο πρώτος τούτων με την από 19-2-2004 εξώδικη δήλωσή του και (β)ότι η προβολή του ισχυρισμού αυτού, με τον οποίο εμφανίζεται να καταρτίζει και να εκδίδει εκ των υστέρων αποδείξεις, αναγράφοντας ψευδώς ως αιτία την καταβολή μισθωμάτων, με αναληθή μνεία για αύξηση του μισθώματος σε 70.000 δρχ, έβλαψε την τιμή και υπόληψή της και επαγγελματική της αξία ως δικηγόρου και προσέβαλε την προσωπικότητά της. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ'ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειούμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου αξιολόγηση της αγωγής ως ορισμένης και νόμιμης κατά την φερόμενη δι'αυτής προς διάγνωση αξίωση της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στους αναιρεσείοντες άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της αξιόποινης πράξεως της συκοφαντικής δυσφημήσεως, στοιχεία της οποίας δεν αποτελούν (γ) ο χρονικός προσδιορισμός των οφειλομένων μισθωμάτων και το ύψος αυτών και (δ)ότι κατά την καταβολή ο δεύτερος των αναιρεσειόντων ενεργούσε ως αντιπρόσωπος του πρώτου, αξιολογούμενα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων για τον έλεγχο της βασιμότητας του θεμελιωτικού της αγωγής ισχυρισμού για το αληθές της αιτίας εκδόσεως των αποδείξεων, έννοια με την οποία παραδεκτώς λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά συνέπεια ο δεύτερος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή ως νομικά αόριστη, λόγω μη προσδιορισμού των με στοιχ. (γ) και (δ) πραγματικών περιστάσεων, ελέγχεται, ερειδόμενη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογούνται οι διατυπούμενες με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου, τον πέμπτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια της λήψεως υπόψη των μη προταθέντων με στοιχ. (γ) και (δ) ισχυρισμών και μη απορρίψεως εντεύθεν της αγωγής λόγω της ποσοτικής από την αιτία αυτή αοριστίας της.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου σε έρευνα για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση για τη συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Τότε μόνον η κρίση αυτή δεν υπόκειται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, όταν στηρίχθηκε σε άλλα, μη διαδικαστικά έγγραφα και αποδεικτικά εν γένει μέσα, εφόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για μη δυνάμενη να ελεγχθεί αναιρετικώς εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της αποφάσεως και όχι από εκείνο της κριθείσης αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξήντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου απορρέοντος από την τελεσίδικη 4633/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απορριπτική διεκδικητικής αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του πρώτου των αναιρεσειόντων, με την οποία κρίθηκε η ακυρότητα της διατυπούμενης στο .../2000 συμβόλαιο της συμ/φου Αθηνών .... συμβάσεως πωλήσεως του μισθίου ακινήτου προς την αναιρεσίβλητη και η μη υπεισέλευσή της στη μισθωτική σχέση, μη διατηρούσα εντεύθεν αξίωση κατά του πρώτου των αναιρεσειόντων από οφειλόμενα μισθώματα. Ο ισχυρισμός αυτός, παραδεκτά προτάθηκε από τους αναιρεσείοντες το πρώτον με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και ήδη προσκομιζόμενες προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσαν με την δικονομική ιδιότητα των εφεσιβλήτων στην με στοιχ. (i) έφεση της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 527 περ.1), πλην το απορρέον από την εν λόγω τελεσίδικη δικαστική απόφαση δεδικασμένο δεν καλύπτει και το αληθές του προβληθέντος από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμού ότι η καταβολή κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 του ποσού των 435.000 δρχ. αποτελούσε προκαταβολή του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως του ακινήτου προς τον δεύτερο των αναιρεσειόντων και το ψευδές του αγωγικού ισχυρισμού ότι κάλυπτε οφειλόμενα μισθώματα. Και τούτο δοθέντος ότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσίβλητη και ο πρώτος των αναιρεσειόντων θεωρούσαν ότι συνεδέοντο με σύμβαση μισθώσεως, περί πραγμάτων κρίση της την οποία στήριξε, κατά τις αιτιολογίες της, σε δικαστική ομολογία του τελευταίου, κατά την διάρκεια δικών με αντικείμενο την εν λόγω σύμβαση μισθώσεως, διαλαμβάνοντας επιπρόσθετα ότι ο πρώτος των αναιρεσειόντων για αρκετό χρονικό διάστημα δεν αμφισβητούσε την ύπαρξη ενεργού μισθώσεως και την ιδιότητα της αναιρεσίβλητης ως εκμισθώτριας, στην οποία μάλιστα με την από 12-5-2002 εξώδικη δήλωσή του πρόσφερε και τα μισθώματα. Το πραγματικό περιστατικό της αιτίας καταβολής του ποσού των 435.000 δρχ. κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2000 δεν καλύπτεται από το επικαλούμενο δεδικασμένο, κατά το περιεχόμενο του οποίου εκ των υστέρων κρίθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση. Επομένως η εν λόγω αναιρετική αιτίαση ελέγχεται ως αβάσιμη. Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη από την προσβαλλόμενη του περί δεδικασμένου ισχυρισμού των αναιρεσειόντων, προεχόντως για τον λόγο ότι, ως μη νόμιμος, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρχει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου. Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου, ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός, όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος, διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας των λόγων αυτών αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων και εγγράφων, τα οποία αφορούν οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ. 11γ) και αν παραμορφώθηκε το περιεχόμενο αυτών (ΚΠολΔ 559 αρ. 20). Με τους τρίτο και πέμπτο κατά σειρά λόγους προβάλλονται κατ' επικουρική σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.11γ και 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη δι' αυτών απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος (α) δεν έλαβε υπόψη (αα) τις από 12-5-1998, 21-9-1998, 30-12-1995 και 18-12-1995 αποδείξεις του εκκαθαριστή, προς τον οποίο ο πρώτος των αναιρεσειόντων κατέβαλε το ποσό των 600.000 δρχ. προς εξόφληση των μισθωμάτων των μηνών Απριλίου 1998 - Μαρτίου 1999, (ββ) την από 15-2-2010 εξώδικη προσφορά, με την οποία ο αυτός αναιρεσείων κατέβαλε το ποσό των 541.310 δρχ. για τα μισθώματα των μηνών Απριλίου 1989 - Φεβρουαρίου 2000, (γγ) το 43177/2000 γραμμάτιο του ΤΠΔ καταβολής στον εκκαθαριστή του ποσού των 196.840 δρχ. για εξόφληση των μηνών Μαρτίου 2000 - Ιουνίου 2000, (δδ) την από 6-7-1999 απόδειξη καταβολής ποσού 500.000 δρχ., ως προκαταβολή για την αρχική συμφωνία πωλήσεως του μισθίου καταστήματος, μετά την ματαίωση της οποίας συμψηφίσθηκε στα μελλοντικά μισθώματα των μηνών Ιουλίου 2000 - Απριλίου 2001, τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς (αντ)απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού τους ότι τα ποσά των 100.000 και 335.000 δρχ, που καταβλήθηκαν στις 15-12-2000 και 19-12-2000, δεν αφορούσαν οφειλόμενα μισθώματα, αλλά προκαταβολή για τη συνομολογηθείσα σύμβαση πωλήσεως του μισθίου καταστήματος, (β) έγγραφα των οποίων, ως και των (εε) από 15-12-2000 και 19-12-2000 αποδείξεων ποσού 100.000 και 335.000 δρχ., αντίστοιχα, το περιεχόμενο των οποίων παραμόρφωσε, (3ος λόγος), ως και (γ) τις από 15-12-2004, 10-3-2004, 11-4-2001, 9-10-2000 αγωγές και από 12-2-2000 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης (5ος λόγος). Οι αναιρεσείοντες ανταποκρίνονται ήδη στην δικονομική τους υποχρέωση προσκομίσεως των εν λόγω εγγράφων. Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι για τον σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος στηρίχθηκε, πλην άλλων, και σε όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη παράλληλα προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν και τα εν λόγω έγγραφα, καταλήγοντας, μετά από ορθή ανάγνωσή τους, σε συναγωγή διαφορετικού πορίσματος από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες αναφορικά με το επίμαχο θέμα της αιτίας εκδόσεως των με στοιχ.(εε) αποδείξεων, μετά από αξιολόγηση μάλιστα και του λοιπού υπάρχοντος στην διάθεση του δικαστηρίου της ουσίας αποδεικτικού υλικού, με άμεση δικονομική συνέπεια οι ερευνώμενοι λόγοι αναιρέσεως να ελέγχονται κατά τούτο ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, στο πραγματικό της αναιρετικής αυτής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ εμπίπτουν τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ έγγραφα και με την έννοια αυτή δεν προσήκει στα 6249/2006 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αναφορικά με τις περιεχόμενες εις αυτά μαρτυρικές καταθέσεις, και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής της ένδικης υποθέσεως, στα οποία παράλληλα και σε συνδυασμό αποδίδεται με τον αυτό λόγο παραμόρφωση του περιεχομένου της, η οποία εντεύθεν ελέγχεται κατά τούτο ως απαράδεκτη.

V. Κατά το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 432, 443, 445, 447 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα διαθέτουν την πλήρη αποδεικτική δύναμη ότι η βούληση, δικαιοπρακτική ή μαρτυρίας, προέρχεται από τον εκδότη του και υπέρ αυτού μόνον όταν προσκομίζεται από τον αντίδικό του. Η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στην πλήρη αποδεικτική δύναμη του ιδιωτικού εγγράφου, κατά της οποίας επιτρέπεται ανταπόδειξη, χωρίς σε αντίθετη περίπτωση να αναιρείται το υποστατό και η εγκυρότητά του ως αποδεικτικού μέσου, το οποίο επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με ελεύθερη εκτίμησή του, ανεξάρτητα από την παρεχόμενη από την διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ.2 ΚΠολΔ δικονομική δυνατότητα στο δικαστήριο να λάβει υπόψη συμπληρωματικά και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Επομένως η διατυπούμενη με το πρώτο σκέλος του έκτου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη τις από 15-12-2010 και 19-12-2010 αποδείξεις εκδόσεως της αναιρεσίβλητης, τις οποίες προσκόμισε η ίδια, ελέγχεται ως αβάσιμη, εφόσον, κατά τις αιτιολογίες της, την περί πραγμάτων κρίση της ότι αφορούν καταβολές οφειλομένων μισθωμάτων δεν στήριξε σε πλήρη περί τούτου αποδεικτική τους δύναμη, αλλά σε ελεύθερη αυτών εκτίμηση και σε συνδυασμό προς το λοιπό αποδεικτικό υλικό, και ιδία από την διατυπούμενη στην αίτηση αναστολής του πρώτου των αναιρεσειόντων περί τούτου εξώδικη ομολογία του, κατά το περιεχόμενο της οποίας, κατά τις παραδοχές πάντοτε της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "Στη συνέχεια, όπως και η αντίδικος συνομολογεί, εισέπραξε από το γιο μου για λογαριασμό μου δρχ. 100.000 μετρητά και δρχ.335.000 με επιταγή και συνολικά το ποσό των 435.000 δρχ, το οποίο καλύπτει τα μισθώματα μέχρι και τον Ιανουάριο 2002".

VI. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δίκαιου κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της, (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι ιστορούμενοι με στοιχ. ΙΙ της παρούσης ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων ήταν ψευδείς και ότι η προβολή τους από τους αναιρεσείοντες, τελούντες σε γνώση της αναληθείας τους, ήταν πρόσφοροι να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και υπόληψη της αναιρεσίβλητης, δικηγόρου, εμφανίζοντας την τελευταία να καταρτίζει και να εκδίδει εκ των υστέρων αποδείξεις, αναγράφοντας ψευδώς ως αιτία την καταβολή μισθωμάτων, με αναληθή μνεία για αύξηση του μισθώματος σε 70.000 δρχ, την προσωπικότητα της οποίας με τον τρόπο αυτό προσέβαλαν. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την κατ'ορθή εφαρμογή των σημειούμενων με στοιχ. ΙΙ της παρούσης διατάξεων παραδοχή της κατά των αναιρεσειόντων απευθυνομένης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους απομένοντας προς έρευνα λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με την οποία επιπροσθέτως ανεπιτρέπτως πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2700,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183).

VII. Κατά το άρθρο 206 ΚΠολΔ ο δικαστής μπορεί, ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις. Με τη διάταξη αυτή, με την οποία επιδιώκεται η διασφάλιση της ευπρέπειας κατά τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο, μετά από αίτηση κάποιου διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, χωρίς χρονικό περιορισμό, να διατάσσει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις, οι οποίες, χωρίς να είναι αναγκαίες για την προσήκουσα υπεράσπιση των συμφερόντων των διαδίκων, αποβλέπουν σε ονειδισμό και περιφρόνηση του αντιδίκου ή του δικαστηρίου. Συναφής είναι και η διάταξη του άρθ. 48 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κωδικός των Δικηγόρων", κατά την οποία "ο δικηγόρος υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τε τας προφορικάς και τας εγγράφους αυτού εκθέσεις, ιδιαίτατα δε εις τας μετά των συναδέλφων του κατ' αντιδικίαν συζητήσεις, οφείλει δε να επιδεικνύει έναντι αυτών αλληλεγγύην και αβρότητα". Οι αναιρεσείοντες στα δικόγραφα (α) της αιτήσεως αναιρέσεως (β) των προτάσεων τους και (γ) την προσθήκη τους διατυπώνουν τις ακόλουθες φράσεις και ειδικότερα: α (1) "Η πρωτόδικη απόφαση, μεροληπτικά φερόμενη προς την αντίδικο" (σελ.2 στ. 6-7) (2) "Το σκεπτικό αυτό της απόφασης, δεν είναι προϊόν αμερόληπτης δικαστικής κρίσης" (σελ.27 στ. 18-20), (3) "Άρα έχουμε μία απόφαση, η οποία παρεξέκλινε από το δρόμο της αμερόληπτης δικαστικής κρίσης" (σελ.28 στ.22-23), (4) "και κυρίως της μεροληπτικής συμπεριφοράς του ως άνω δικαστηρίου προς την αντίδικο" (σελ.32 στ.17-19), (5) "Ήθελε δε η ως άνω απόφαση, να βοηθήσει τόσο σθεναρά την αντίδικο" (σελ.33 στ.5-6), (6) "Εδώ, διαφαίνεται η προσπάθεια της προσβαλλομένης απόφασης, να ανοίξει πόρτα σωτηρίας για την αντίδικο (σελ.36 στ.21-23), (7) "που φανερώνει μία συμπάθεια προς την αντίδικο μας" (σελ.39 στ.19-20), (8) "Η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδηλώνοντας την μεροληπτική της διαγωγή προς την αντίδικο" (σελ.44 στ.14-16), (9) "Τελικά ύστερα από ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις του κ. Εισηγητή δικαστή του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε" (σελ.50 στ.10-13), (10) "Η προσβαλλόμενη απόφαση - αναζήτησε σανίδα σωτηρίας σε κάποιους ισχυρισμούς του πρώτου από εμάς σε προηγούμενες δίκες" (σελ.51 στ.18, 20-21), (11) "Συνεπώς, η ως άνω απόφαση βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου και ανεπιτυχώς προσπαθεί να προστατεύσει την αντίδικο εμφανίζοντάς της ως μισθώτρια" (σελ.56 στ.2-4) (12) "Η προσβαλλόμενη απόφαση έχουσα επίγνωση ότι όσα εμείς ισχυριστήκαμε ανωτέρω είναι αληθή και όσα η ίδια δέχεται, δεν είναι αληθή" (σελ.62 στ. 3-5), (13) "αυτό κατά την άποψη μας, το έπραξε, για να βοηθήσει την άλλη πλευρά" (σελ.124 στ.21-23), (14) "Η παραδοχή αυτή της απόφασης μαρτυρεί τη μεροληπτική της συμπεριφορά προς την αντίδικο" (σελ.12 στ.6-7), (15) "τι είδους εκδήλωση είναι αυτή η παραδοχή" (σελ.127 στ.12). β. (1) "Αναφέρει - Δέχεται ανακριβώς, εν γνώσει του κ.Εισηγητή Δικαστή" (σελ.28 στ.3, 5), (2) "η απόφαση επέδειξε ένα είδος ασυνήθιστης επιείκειας προς την αντίδικο" (σελ.44 στ.23), (3) "Δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται περί λάθους (της αποφάσεως)" (σελ.48 στ.10-11), (4) "Το σκεπτικό αυτό της απόφασης μας βάζει σε δυσάρεστες σκέψεις ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά" (σελ.62 στ.15-16), (5) "Αυτό το έπραξαν λόγω της δεδομένης αδυναμίας τους, να δώσουν λύση ευνοϊκή προς την άλλη πλευρά" (σελ.81 στ.9-11), (6) "Οι δύο αυτές αναφορές της απόφασης καταδεικνύουν και τη μεροληπτική της διάθεση προς την πλευρά της αντιδίκου" (σελ.88 στ.13-15). γ. (1) "Βρέθηκαν αμφότερες (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια απόφαση) σε δύσκολη πράγματι θέση, κατά ποιόν τρόπο, θα έκαναν δεκτή την αγωγή της, αφού αυτή ήταν ψευδής (σελ.4 στ.10-12), (2) "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν θέλησε να απονείμει το δίκαιο και έδειξε ανεξήγητη επιείκεια προς την αντίδικο που στην ουσία συνιστά ακραία μεροληπτική συμπεριφορά" (σελ.5 στ.29-31, σελ.6 στ.1), (3) "Κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη σύνθεση του Δικαστηρίου και ίδια με τον κ. Εισηγητή Δικαστή" (σελ.6 στ.30-31, σελ.7 στ.1), (4) "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, θέλουσα να καταλήξει σε ευνοϊκό πόρισμα υπέρ της αντιδίκου - για να μπερδέψει τα πράγματα, δημιούργησε τα ποσά των δήθεν οφειλών και των δήθεν καταβολών" (σελ.7 στ.23-24, 28-30), (5) "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαπράττει ένα σημαντικό σφάλμα; Θελημένο κατά την γνώμη μας" (σελ.8 στ.11-12), (6) "να εφαρμόσει αντιδικονομικές μεθόδους, για να υποστηρίξει την αντίδικο" (σελ.9 στ.1), (7) "διαπιστώσασα ότι ο ισχυρισμός της αντιδίκου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα - σαν οι δικαστές που την έκδωσαν να λησμόνησαν την δικαστική τους ιδιότητα" (σελ.9 στ.28, 29, 10 στ.1), (8) "Ο εισηγητής της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης φανέρωσε μια ιδιαίτερη συμπάθεια και φροντίδα προς την αντίδικο" (σελ.12 στ.15-17). Κατ' επιτρεπτή αυτεπάγγελτη έρευνα οι φράσεις αυτές στα εν λόγω δικόγραφα των αναιρεσειόντων αξιολογούνται ως ιδιαίτερα ατιμωτικές για τα μέλη της συνθέσεως του πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και ιδία τους εισηγητές αυτών, στους οποίους προσάπτεται η ενέχουσα πρόθεση μεροληπτική υπέρ της αναιρεσίβλητης κρίση. Πρέπει, επομένως, να διαταχθεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 206 ΚΠολΔ, η διαγραφή τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 757/8-7-2009 αίτηση για αναίρεση της 383/29-1-2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ. Και

Διατάσσει την διαγραφή από τα δικόγραφα (α) της 7578-7-2009 αιτήσεως αναιρέσεως, (β) των από 17-3-2011 προτάσεων και (γ) της από 10-1-2013 προσθήκης τους των αναιρεσειόντων των ακόλουθων φράσεων και ειδικότερα: α (1) "Η πρωτόδικη απόφαση, μεροληπτικά φερόμενη προς την αντίδικο" (σελ.2 στ. 6-7) (2) "Το σκεπτικό αυτό της απόφασης, δεν είναι προϊόν αμερόληπτης δικαστικής κρίσης" (σελ.27 στ. 18-20), (3) "Άρα έχουμε μία απόφαση, η οποία παρεξέκλινε από το δρόμο της αμερόληπτης δικαστικής κρίσης" (σελ.28 στ.22-23), (4) "και κυρίως της μεροληπτικής συμπεριφοράς του ως άνω δικαστηρίου προς την αντίδικο" (σελ.32 στ.17-19), (5) "Ήθελε δε η ως άνω απόφαση, να βοηθήσει τόσο σθεναρά την αντίδικο" (σελ.33 στ.5-6), (6) "Εδώ, διαφαίνεται η προσπάθεια της προσβαλλομένης απόφασης, να ανοίξει πόρτα σωτηρίας για την αντίδικο (σελ.36 στ.21-23), (7) "που φανερώνει μία συμπάθεια προς την αντίδικο μας" (σελ.39 στ.19-20), (8) "Η προσβαλλόμενη απόφαση, εκδηλώνοντας την μεροληπτική της διαγωγή προς την αντίδικο" (σελ.44 στ.14-16), (9) "Τελικά ύστερα από ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις του κ. Εισηγητή δικαστή του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατέθεσε" (σελ.50 στ.10-13), (10) "Η προσβαλλόμενη απόφαση - αναζήτησε σανίδα σωτηρίας σε κάποιους ισχυρισμούς του πρώτου από εμάς σε προηγούμενες δίκες" (σελ.51 στ.18, 20-21), (11) "Συνεπώς, η ως άνω απόφαση βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου και ανεπιτυχώς προσπαθεί να προστατεύσει την αντίδικο εμφανίζοντάς της ως μισθώτρια" (σελ.56 στ.2-4) (12) "Η προσβαλλόμενη απόφαση έχουσα επίγνωση ότι όσα εμείς ισχυριστήκαμε ανωτέρω είναι αληθή και όσα η ίδια δέχεται, δεν είναι αληθή" (σελ.62 στ. 3-5), (13) "αυτό κατά την άποψη μας, το έπραξε, για να βοηθήσει την άλλη πλευρά" (σελ.124 στ.21-23), (14) "Η παραδοχή αυτή της απόφασης μαρτυρεί τη μεροληπτική της συμπεριφορά προς την αντίδικο" (σελ.12 στ.6-7), (15) "τι είδους εκδήλωση είναι αυτή η παραδοχή" (σελ.127 στ.12). β. (1) "Αναφέρει - Δέχεται ανακριβώς, εν γνώσει του κ.Εισηγητή Δικαστή" (σελ.28 στ.3, 5), (2) "η απόφαση επέδειξε ένα είδος ασυνήθιστης επιείκειας προς την αντίδικο" (σελ.44 στ.23), (3) "Δεν μπορούμε να πιστεύουμε ότι πρόκειται περί λάθους (της αποφάσεως)" (σελ.48 στ.10-11), (4) "Το σκεπτικό αυτό της απόφασης μας βάζει σε δυσάρεστες σκέψεις ότι κάτι δεν πηγαίνει καλά" (σελ.62 στ.15-16), (5) "Αυτό το έπραξαν λόγω της δεδομένης αδυναμίας τους, να δώσουν λύση ευνοϊκή προς την άλλη πλευρά" (σελ.81 στ.9-11), (6) "Οι δύο αυτές αναφορές της απόφασης καταδεικνύουν και τη μεροληπτική της διάθεση προς την πλευρά της αντιδίκου" (σελ.88 στ.13-15). γ. (1) "Βρέθηκαν αμφότερες (πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια απόφαση) σε δύσκολη πράγματι θέση, κατά ποιόν τρόπο, θα έκαναν δεκτή την αγωγή της, αφού αυτή ήταν ψευδής (σελ.4 στ.10-12), (2) "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν θέλησε να απονείμει το δίκαιο και έδειξε ανεξήγητη επιείκεια προς την αντίδικο που στην ουσία συνιστά ακραία μεροληπτική συμπεριφορά" (σελ.5 στ.29-31, σελ.6 στ.1), (3) "Κάτι δεν πάει καλά με τη συγκεκριμένη σύνθεση του Δικαστηρίου και ίδια με τον κ. Εισηγητή Δικαστή" (σελ.6 στ.30-31, σελ.7 στ.1), (4) "Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, θέλουσα να καταλήξει σε ευνοϊκό πόρισμα υπέρ της αντιδίκου - για να μπερδέψει τα πράγματα, δημιούργησε τα ποσά των δήθεν οφειλών και των δήθεν καταβολών" (σελ.7 στ.23-24, 28-30), (5) "η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαπράττει ένα σημαντικό σφάλμα; Θελημένο κατά την γνώμη μας" (σελ.8 στ.11-12), (6) "να εφαρμόσει αντιδικονομικές μεθόδους, για να υποστηρίξει την αντίδικο" (σελ.9 στ.1), (7) "διαπιστώσασα ότι ο ισχυρισμός της αντιδίκου δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα - σαν οι δικαστές που την έκδωσαν να λησμόνησαν την δικαστική τους ιδιότητα" (σελ.9 στ.28, 29, 10 στ.1), (8) "Ο εισηγητής της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης φανέρωσε μια ιδιαίτερη συμπάθεια και φροντίδα προς την αντίδικο" (σελ.12 στ.15-17).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

PRchecker.info
Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ