ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 249/2013

 

ΕΠΙΔΟΜΑ ΕΞΟΜΑΛΥΝΣΗΣ ΕΠΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΠΔΔ ΜΕ ΠΑΓΙΑ ΑΝΤΙΜΙΣΘΙΑ

-ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΞΟΜΟΙΟΥΜΕΝΟΙ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΠΔΔ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΕ ΕΜΜΙΣΘΗ ΕΝΤΟΛΗ (Τμ.Β2 Πολιτικό)

 

Πρόεδρος:Δημήτριος Πατινίδης

 

 

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 63, 92, 92Α και 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων προκύπτει ότι είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του δικηγόρου η άσκηση έμμισθης υπηρεσίας σε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, κατ' εξαίρεση όμως μπορεί να παρέχει καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή. Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εργασίας, δεν εφαρμόζονται επ' αυτής οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, παρά μόνον εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις διατάξεις του Κώδικα περί δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), ρυθμίζεται δε από τις διατάξεις αυτού του Κώδικα και συμπληρωματικά από εκείνες των περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών (Ολ.ΑΠ 45/2002). Με το άρθρο 2 του Ν. 1093/1980 είχε προστεθεί το άρθρο 92 Α στο Ν.Δ. 3026/1954, το οποίο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του ν. 1816/1988 και στο οποίο (άρθρο 92Α) ορίζεται ότι: 1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες απ' αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α ) Για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο το 15° μισθολογικό κλιμάκιο, β) Για δικηγόρο στο Εφετείο το 8° μισθολογικό κλιμάκιο και γ) Για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο το 1° μισθολογικό κλιμάκιο. 2. Τα κατώτατα όρια αμοιβής της παραπάνω παραγράφου προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες, γι' αυτούς διατάξεις. Επακολούθησε ο ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", με το άρθρο 24 του οποίου παρασχέθηκε στους Υπουργούς Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου (υπουργού),εξουσιοδότηση για επέκταση, εν όλω ή εν μέρει των διατάξεων του νόμου αυτού, εκτός των άλλων και στο προσωπικό των ΝΠΔΔ που έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία προς τους μόνιμους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ, καθώς και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Σε εκτέλεση αυτής της διατάξεως εκδόθηκε η ΥΑ 2022210/2776/002 (Εσωτερικών-Οικονομικών - Δικαιοσύνης) της 3/21-4-1997 (ΦΕΚ Β'319) με την οποία ορίστηκαν τα εξής: "1.Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 1816 /1988, κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια χωρίς περαιτέρω εξέλιξη: α)..., β)..., γ)... Δικηγόροι στον Άρειο Πάγο στο 1° μισθολογικό κλιμάκιο. 2. ... 3. ... Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 1816 /1988. 4 Η απόφαση αυτή ισχύει από 1/1/1997".(το άρθρο 24 καταργήθηκε από 1/1/2004 με το άρθρο 28 του νόμου 3205/2003) Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι προσλαμβανόμενοι με σχέση έμμισθης εντολής από ΝΠΔΔ, όπως είναι το αναιρεσίβλητο, αντί πάγιας περιοδικής αμοιβής .δικηγόροι, δικαιούνται μηνιαίας αντιμισθίας, η οποία είναι ίση με τα καθοριζόμενα κατώτατα όρια αμοιβής, τα οποία προσδιορίζονται κατ' αντιστοιχία προς τα μισθολογικά κλιμάκια των δημοσίων υπαλλήλων (Ολ.ΑΠ 11/2002), η οποία προσαυξάνεται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και καθιερώνει όχι μόνο ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει και τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων. Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει τη δυσμενή αυτή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, που θεσπίζεται από τα άρθρα 1, 26,73 επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται, σύμφωνα με τα άρθρα 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντάγματος, να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση την αρχή αυτή να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως που εισάγει τη δυσμενή διάκριση, χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμεινε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη (Ολ.ΑΠ 28/1992). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2738/1999, η συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση των όρων και των συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν υπάγονται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι, ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμισθούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας νομοθετικής εξουσιοδότησης είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης. Στο άρθρο 14 του ν. 3016/2002, "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής "1.Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών .Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπογράφηκαν κατά το έτος 2001.2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ολικά ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176 ) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά στο προσωπικό των ΟΤΑ και στο προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ) καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβανομένου υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών του συνολικού ποσού των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση της ... Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1 IV 2002". Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με ορισμένους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω ειδική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το από 1/1/2002 κι' εντεύθεν διάστημα και 176 ευρώ για το από 1/7/2002, κι εντεύθεν διάστημα σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470 /1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ανεξάρτητα από το αν οι κλάδοι των υπαλλήλων αυτών είχαν εκπροσωπηθεί ή όχι στις προηγηθείσες συλλογικές διαπραγματεύσεις .Κατόπιν αυτού, έγινε δεκτό ότι η ως άνω ειδική, χρηματική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. Ενώ δηλαδή, η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 είχε προβλεφθεί προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λάμβαναν πρόσθετες παροχές, με τις προαναφερόμενες υπουργικές αποφάσεις επεκτάθηκε η χορήγηση της ειδικής παροχής χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η μη λήψη πρόσθετων μισθολογικών παροχών. Έτσι, με τη χορήγηση τις ειδικής παροχής σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την εν λόγω προϋπόθεση και αφετέρου απασχολούνταν με τελείως διαφορετικές συνθήκες από κλάδο σε κλάδο, αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αμοιβής που προσαυξάνει το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, οι οποίοι αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (Α.Π. 946/2010, Α.Π.754/2010, Α.Π. 574/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε, ότι είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και συνδέεται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, ότι η αμοιβή του καθορίζεται σύμφωνα με το μισθολογικό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων, του Ν. 2470/1997 και ότι το εναγόμενο δεν του καταβάλει τη μισθολογική παροχή 88 ευρώ από 1/1/2002 και 176 ευρώ από 1/7/2002, του νόμου 3016 / 2002 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού (άρθρο 14) εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, την οποία λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι του δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του Ν. 2470/1997, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, ζητούσε δε μ' αυτή (αγωγή) να του καταβληθεί η παροχή αυτή για το χρονικό διάστημα από 1/1/2002 έως 31/12/2007. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατόπιν ασκήσεως από το εναγόμενο το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση την απέρριψε ως μη νόμιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 Α του Κώδικα περί Δικηγόρων, 14 του Ν. 3016/2002, του Ν. 2470/1997 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην κρινόμενη περίπτωση, αφού η μοναδική προϋπόθεση που τάσσεται για την απόληψη της ειδικής παροχής των 176 ευρώ είναι, να αμείβεται ο αξιώνων αυτή σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, την οποία πληροί ο αναιρεσείων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Η δικονομική δυνατότητα παραπομπής στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ με το άρθρο 113 του Ν. 4055/2012, στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "... ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές" όπως από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει, που είναι η δίκαιη δίκη και η εύλογη διάρκεια της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2717/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 16/2013
ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ-ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣTΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ


ΣΧΟΛΙΟ

Η αμοιβή δικηγόρου σε τέτοιες περιπτώσεις υπολογίζεται βάσει του αντικειμένου της αγωγής


(…)ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων άρθρων. Το ελάχιστο αυτό όριο αυξάνεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υπόθεσης, που διεκπεραιώθηκε, τον αναλωθέντα χρόνο και τη σπουδαιότητα της υπόθεσης, τις ιδιάζουσες σ' αυτή περιστάσεις και γενικώς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που καταβλήθηκαν από μέρους του δικηγόρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1, 2 του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 100 παρ. 1, 102 και 107 του αυτού ως άνω ν.δ. 3026/1934 "περί του κώδικος των δικηγόρων" σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός αν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του κώδικα δικηγόρων, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζήτησής της και όχι κατά το χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο. Και τούτο, διότι κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοδικείου συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα, ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμ. για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο, επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί σύνταξης προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα επί μεν της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για το δικηγόρο του ενάγοντος, επί μεν των επομένων συζητήσεων στο διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα, προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.Συνεπώς, η τυχόν μετά το χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης.Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Από το έτος 1980 ο ενάγων υπήρξε δικηγόρος της τότε Κοινότητας Διονύσου, η οποία του ανέθεσε τη διεκπεραίωση διαφόρων υποθέσεων. Μεταξύ αυτών ήταν και η διεκδίκηση εδαφικής έκτασης που κατείχετο από το Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης (Τ.Υ.Π.Ε.Τ.). Με την 47/10.5.1988 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της τότε Κοινότητας, δόθηκε εντολή στον ενάγοντα να ασκήσει σχετική αγωγή. Ο ενάγων άσκησε την, από 18.7.1988, αγωγή του, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδώσει στην ενάγουσα Κοινότητα έκταση 43.022,65 τ.μ. που ανήκε στην ιδιωτική της περιουσία και 2.383,80 τ.μ. κοινοχρήστων χώρων και συνολικά 45.406,45 τ.μ. και να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσό των 154.800.000 δραχμών, ως αποζημίωση για τη στέρηση προσόδων που θα της απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988. Στην από 18.7.1988 διεκδικητική αγωγή, που συνέταξε ο ενάγων Δικηγόρος, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000 δρχ. ανά στρέμμα, ήτοι 15.000 δρχ. ανά τ.μ., όπως υπολογίζεται και από το Κοινοτικό Συμβούλιο στην προαναφερθείσα απόφασή του. Στην ένδικη αγωγή του, ο ενάγων υπολογίζει την, κατά τ.μ., αξία των οικοπέδων της περιοχής σε 25.000 δρχ., κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής.Στην προκειμένη περίπτωση, η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυς του ενάγοντος Δικηγόρου, Κ. Β. αναφέρει ότι η αξία της έκτασης ανά τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανερχόταν σε 35.000 έως 36.000 δρχ., ενώ ο μάρτυς του εναγομένου Δήμου καταθέτει ότι δεν μπορεί να προσδιορισθεί η αξία της επίδικης έκτασης, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, γιατί δεν υπήρχαν αντικειμενικές αξίες. Από το έγγραφο 9450/18.5.2007 της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στέφανου, προκύπτει ότι η αξία της επίδικης έκτασης ανέρχεται σε 25 ευρώ το τ.μ. (8.519 δρχ.), κατά το χρόνο αυτό (18.5.2007). Ενόψει αυτών και του γεγονότος ότι πρόκειται για ενιαία οικοδομική έκταση μη οικοδομήσιμη, κατάλληλη μόνο για κατασκηνώσεις, camping και παρεμφερείς χρήσεις, η αξία του τ.μ., κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, ανερχόταν σε 4 ευρώ (1.363 δρχ.), κατά την κρίση του Δικαστηρίου και συνολικά για ολόκληρη την επίδικη έκταση σε 181.625,80 ευρώ ή 61.888.991 δρχ. Περαιτέρω, ο ενάγων στη διεκδικητική αγωγή σωρεύει και αίτη΅α αποζημίωσης για την στέρηση προσόδων που θα απέφερε η επίδικη έκταση, κατά τα έτη 1979 έως και 1988, την οποία υπολογίζει συνολικά σε 154.800.000 δρχ. και ειδικότερα για τα έτη 1979, 1980 και 1981 συνολικά σε 30.960.000 δρχ., για τα έτη 1982, 1983, 1984, 1985 συνολικά 61.920.000 δρχ. και για τα έτη 1986, 1987 και 1888 συνολικά 61.920.00 δρχ. Ενόψει του χαρακτήρα της εδαφικής έκτασης, που είναι κατάλληλη ΅όνο για κατασκηνώσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι ετήσιες πρόσοδοι που θα απέφερε η εκμετάλλευση της έκτασης στην Κοινότητα, ανέρχονταν σε 100.000 δρχ. για το 1979, 130.000 δρχ. για το 1980, 150.000 δρχ. για το 1981, 170.000 δρχ. για το 1982, 200.000 δρχ. για το έτος 1983, 220.000 δρχ. για το έτος 1984, 230.000 δρχ. για το έτος 1985, 240.000 δρχ. για το έτος 1986, 250.000 δρχ. για το έτος 1987, και 260.000 δρχ. για το έτος 1988 και συνολικά 1.950.000 δρχ. ή 5.722,67 ευρώ. Ήτοι, συνολικά κατ' άρθρο 101 Κωδ. Δ., το αντικείμενο της δίκης ανερχόταν σε 61.888.991 + 1.950.000 δρχ.= 63.838.991 δρχ. ή 187.348,47 ευρώ. Σημειωτέον, ότι για τον υπολογισ΅ό της ποσοστιαίας α΅οιβής του Δικηγόρου επί του αντικειμένου της αγωγής, λα΅βάνεται υπ' όψιν ο χρόνος της πρώτης συζήτησης αυτής. Η α΅οιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη της αγωγής ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 100 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι: 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779,80 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Στις 12.5.1989 συζητήθηκε η αγωγή στο Πολυ΅ελές Πρωτοδικείο Αθηνών και η α΅οιβή του ενάγοντος για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ανέρχεται στο ή΅ισυ της α΅οιβής για τη σύνταξη της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.), ήτοι 63.838.991 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ (63.838,991 δρχ. Χ 1%), ενώ η α΅οιβή του για την παράσταση στο ακροατήριο, σύ΅φωνα ΅ε το άρθρο 109 του Κωδ. Δ. : 40 δρχ. Χ 140 ΅ονάδες (συντελεστής υπολογισ΅ού των δικηγορικών α΅οιβών, βάσει της ΥΑ 12398/9.2.1989, Φ.Ε.Κ. 131/Β/ 21.2.1989) = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ΅ε την υπ' αριθ. 5569/1989 οριστική του απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη. Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 16.11.1990 έφεση. Η α΅οιβή του για τη σύνταξη της έφεσης ανέρχεται, κατ' άρθρο 125 παρ. 2 Κωδ. Δ. σε 40 δρχ. Χ 140 = 5.600 δρχ. ή 16,43 ευρώ. Η έφεση συζητήθηκε στις 5.3.1991 και εκδόθηκε η απόφαση 8136/1991 του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση, προκειμένου να προσκομισθεί έγκριση του Κοινοτικού Συμβουλίου για την άσκηση της έφεσης. Με κλήση του ενάγοντος προσδιορίσθηκε η συζήτηση για τις 10.3.1992 και εκδόθηκε η απόφαση 3254/1992 του Εφετείου, η οποία έκρινε ορισμένη την αγωγή και την παρέπεμψε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για κατ' ουσίαν κρίση. Η αμοιβή του ενάγοντος για δύο παραστάσεις στο Εφετείο (άρθρο 111 Κωδ. Δ.), ανέρχεται σε 50 δρχ. Χ 2 Χ 140 = 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ. Για τη σύνταξη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 110 Κωδ. Δ.) η αμοιβή του ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 2% = 1.276.779 δρχ. ή 3.746,96 ευρώ. Με κλήση του ενάγοντος συζητήθηκε η υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στις 4.6.1993, το οποίο εξέδωσε την 5287/1993 προδικαστική του απόφαση. Η αμοιβή του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 1 Κωδ. Δ.) ήτοι 63.838.991 δρχ. Χ 1% = 638.389 δρχ. ή 1.873,48 ευρώ. Μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων, η υπόθεση συζητήθηκε, μετ' απόδειξιν, στις 3.3.1995. Για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων, κατά τη συζήτηση αυτή, η α΅οιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 1% επί του αντικειμένου της αγωγής (άρθρο 107 παρ. 2 Κωδ. Δ.), ήτοι 1.873,48 ευρώ, ως ανωτέρω. Εν τέλει, εκδόθηκε η υπ' αριθ΅όν 7454/1995 οριστική απόφαση του Πολυ΅ελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ΅ε την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ως προς τα αιτή΅ατα περί αναγνώρισης κυριότητας και περί απόδοσης στην ενάγουσα των επίδικων εδαφικών τ΅η΅άτων, ενώ απορρίφθηκε ως αβάσι΅ο κατ' ουσίαν το αίτη΅α περί αποζη΅ιώσεως. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν εφέσεις το εναγό΅ενο Τ.Υ.Π.Ε.Τ. και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ που είχε ασκήσει πρόσθετη παρέ΅βαση υπέρ του εναγο΅ένου. Οι εφέσεις συζητήθηκαν στο Εφετείο Αθηνών στις 13.1.1998. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ., ο ενάγων δικαιούται α΅οιβής, κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ., ίσης ΅ε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ. Σημειωτέον ότι αντικείμενο της δίκης στο Εφετείο ήταν ΅όνο η διεκδικητική αγωγή και όχι και η αποζημίωση. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της έφεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, η α΅οιβή του ενάγοντος ανέρχεται σε 80 δρχ. Χ 140 = 11.200 δρχ. ή 32,86 ευρώ (άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ.). Επίσης, για την παράστασή του στις δύο εφέσεις δικαιούται το ποσό των 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (50 δρχ. Χ 2 Χ 140, άρθρο 111 Κωδ. Δ.). Επί των άνω εφέσεων εκδόθηκε η 1370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε αυτές. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν αναιρέσεις τόσο το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. όσο και η Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, οι οποίες συζητήθηκαν στις 19.3.2003 ενώπιον του Αρείου Πάγου. Για τη σύνταξη προτάσεων επί των άνω αναιρέσεων, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 του Κωδ. Δ.: 2 Χ 250 δρχ. Χ 140= 70.000 δρχ. ή 205,42 ευρώ, ενώ για δύο παραστάσεις ενώπιον του Αρείου Πάγου δικαιούται, κατ' άρθρο 113 Κωδ. Δ., το ποσό των 28.000 δρχ. ή 82,17 ευρώ (2 Χ 100 δρχ. Χ 140, άρθρο 113 Κωδ. Δ). Επί της αναίρεσης του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. εκδόθηκε η απόφαση 790/2003 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση 1370/1998 του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, ενώ επί της αναίρεσης της Α.Ε. ΔΙΟΝΥΣΟΣ, εκδόθηκε η απόφαση 937/2003 που απέρριψε την αναίρεση. Ο ενάγων με την από 14.7.2003 κλήση του, επανέφερε προς συζήτηση στο Εφετείο Αθηνών την από 15.4.1997 έφεση του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. κατά της οριστικής απόφασης 7454/1995 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η έφεση συζητήθηκε στις 16.9.2003 και εκδόθηκε η 8421/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Για τη σύνταξη προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, ο ενάγων δικαιούται κατ' άρθρο 110 παρ. 1 Κωδ. Δ. αμοιβής ίσης προς το 2% επί του αντικειμένου της δίκης, ήτοι 61.888.991 δρχ. Χ 2% = 1.237.779 δρχ. ή 3.632,51 ευρώ, ενώ για την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρο 111 Κωδ. Δ.) δικαιούται 50 δρχ. Χ 140 = 7.000 δρχ. ή 20,54 ευρώ. Κατά της απόφασης 8421/2003 του Εφετείου Αθηνών, το Τ.Υ.Π.Ε.Τ. άσκησε αναίρεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου στις 5.10.2005. Για τη σύνταξη προτάσεων επί της αναίρεσης, ο ενάγων δικαιούται αμοιβής, σύμφωνα με το άρθρο 112 Κωδ. Δ.: 250 δρχ. Χ 140 = 35.000 δρχ. ή 102,71 ευρώ, ενώ για την παράστασή του, σύμφωνα με το άρθρο 113 Κωδ. Δ., 14.000 δρχ. ή 41,08 ευρώ (δρχ. 100 Χ 140). Επί της αναίρεσης εκδόθηκε η 69/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση και περατώθηκε πλέον αμετάκλητα η υπόθεση. Για όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες του ενάγοντος εκδόθηκαν σχετικές αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου της τότε Κοινότητας Διονύσου, που έδιδαν σ' αυτόν την αντίστοιχη εντολή, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του 47/10.5.1988, 98/11.9.1991, 140/25.5.1997, 133/14.9.2005. Σύνολο αμοιβής του ενάγοντος: 20.979,18 ευρώ (3.746, 96 + 1.873,48 + 16,43 + 16,43 + 41,08 + 3.746,96 + 1.873,48 + 1.873,48 + 3.632,51 + 32,86 + 41,08 + 205,42 + 82,17 + 3.632,51 + 20,54 + 102,71 + 41,08). Για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του ενάγοντος ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικασίμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ.Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού, που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Με βάση τα παραπάνω, δεχθέν τον προβληθέντα παραδεκτά ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, ότι το αίτημα της αγωγής ήταν εξογκωμένο, έκρινε, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 300.000 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο, όπως βάσιμα υποστηρίζει με τους σχετικούς λόγους της έφεσής του ο Δήμος Διονύσου. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την 6/2008 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι όφειλε το Εφετείο να εφαρμόσει τη διάταξη της δεύτερης περιόδου του άρθρου 102, που εισάγει εξαίρεση από τη διάταξη που αναφέρεται στο προφανώς εξογκωμένο αίτημα, είναι απαράδεκτη, ελλείψει νομίμου προϋποθέσεως, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι, ενώπιον του Εφετείου, πρότεινε, παραδεκτά, τον αυτοτελή και καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, ότι δια τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής, συνεμορφώθη προς έγγραφον εντολήν του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του. Κατά συνέπεια, οι πρώτος, έβδομος και όγδοος (κατά το πρώτο μέρος του) λόγοι της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ακόμη, το Εφετείο, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο, διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προεκτιθεμένων διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος, για τη σύνταξη της αγωγής, έφεσης, προτάσεων κ.λπ. επί της άνω αγωγής, με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όχι το προφανώς εξογκωμένο αίτημα, που αναφέρεται στην αγωγή. Επομένως και ο ένατος λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.Για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν προέβη στην ερμηνεία του περιεχομένου του ή το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, έγγραφο νοείται το αποδεικτικό έγγραφο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 442 ΚΠολΔ. Τέτοιο είναι και το διαδικαστικό έγγραφο της αγωγής, επί άλλης δίκης, κατά το μέτρο που προσκομίζεται, προς απόδειξη γεγονότων, περί των οποίων έχει κατά το νόμο, δεσμευτική αποδεικτική δύναμη.Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους δεύτερο, πέμπτο και όγδοο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους της αναίρεσής του, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην παραδοχή ότι το αίτημα της ένδικης αγωγής ήταν προφανώς εξογκωμένο και στην πραγματική αξία του ακινήτου, παραμόρφωσε, αντίστοιχα, 1) το περιεχόμενο της, από 18-7-1988, αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία ο ίδιος είχε συντάξει, με το να δεχθεί, μεταξύ των άλλων, ότι ο ίδιος, με αυτήν, υπολογίζει την αξία των επιδίκων ακινήτων σε 15.000.000. δρχ. και 2) της 9450/18-5-2007 βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ. Αγίου Στεφάνου, με το να δεχθεί ότι το έγγραφο αυτό καθορίζει την αντικειμενική αξία του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 25 ευρώ ανά τ.μ. Όμως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραπάνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, δίχως απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Με τον τρίτο, από τους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο είχε μειωμένη αξία, έλαβε υπόψη του "απλή προβολή αντίστοιχου επιχειρήματος, που δεν στηριζόταν σε κανένα πραγματικό στοιχείο, ούτε σε διατάξεις νόμων, ότι δήθεν το επίδικο ακίνητο έχει μειωμένη αξία διότι δήθεν σε αυτό δεν κτίζονται κατοικίες", δίχως, δηλαδή, τη νομότυπη προβολή σχετικού ισχυρισμού και την ύπαρξη αποδεικτικών στοιχείων. Όμως τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλείται, δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, επιχείρημα. Περαιτέρω, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση, ως προς την πραγματική αξία του επιδίκου, κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής, από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτήν. Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 8 είναι απαράδεκτος και από τον αρ. 10 είναι αβάσιμος. Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, είναι απαράδεκτος και ο, από τον αρ. 8, όγδοος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος αναίρεσης.Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, για την αξία του επιδίκου ακινήτου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τις 1) από 25-9-2006 (αρ. κατ. 1477/2006) και 24-9-2008 (αρ. κατ. 1163/2008) αιτήσεις του Δήμου Διονύσου κατά του Τ.Υ.Π.Ε.Τ. στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος του προσκυρωτέου ακινήτου, το οποίο απετέλεσε το αντικείμενο της δίκης για το οποίο ζητείται η αμοιβή του και 2) αντίγραφα περιοδικών και εφημερίδων. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω έγγραφα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 9 α, β ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, κατά παράβαση της καθιερούμενης με το άρθρο 106 KΠολΔ αρχής της διάθεσης, επιδίκασε αξίωση που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, με την έννοια, ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση καθορίστηκε η αξία του επιδίκου στα 25 ευρώ το τ.μ. την 18-5-2007 και κατά το χρόνο άσκησης της διεκδικητικής αγωγής στο ποσό των 4 ευρώ, αν και 1) το αίτημα του αναιρεσίβλητου ήταν να μην οριστεί τιμή μεγαλύτερη της αντικειμενικής των 466 ευρώ και 2) δεν ισχυρίστηκε ότι το ποσό της χρηματικής απαιτήσεως είναι υπερβολικό. Με το περιεχόμενο αυτό ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, από τις, με χρονολογία 29-5-2007, προτάσεις της εναγομένης, (στη θέση της οποίας υπεισήλθε ο αναιρεσίβλητος), που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή προέβαλε, παραδεκτά, τον ισχυρισμό, ότι το αίτημα της αγωγής είναι υπερβολικά εξογκωμένο και ζήτησε να προσδιοριστεί η αξία του στην πραγματική, με τη διεξαγωγή μάλιστα έγγραφης πραγματογνωμοσύνης, τον ισχυρισμό δε αυτό και το αντίστοιχο αίτημα, επανέφερε και ενώπιον του εφετείου, με την έφεσή της, με την οποία και πάλι ζήτησε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, την οποία, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο δεν διέταξε, διότι καθόρισε την πραγματική αξία του επιδίκου αντικειμένου στα πλαίσια της ελεύθερης εκτίμησης του αντικειμένου της διαφοράς (άρθ. 8 του ΚΠολΔ).Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 98 του Κώδικος δικηγόρων η επιδίκαση από το δικαστήριο στο δικηγόρο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζόμενη στα άρθρα 100 και επ. του ίδιου κώδικα αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της υπόθεσης που διεκπεραιώθηκε, του χρόνου που καταναλώθηκε, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και εν γένει των δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών που έλαβαν χώρα, απόκειται στη ρητώς στη διάταξη αυτή αναφερόμενη κρίση τούτου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα προς το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι απορρέει από τη συνδρομή και εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που προσδιορίζουν το βαθμό σπουδαιότητας της επιστημονικής εργασίας που παρασχέθηκε, την αξία και το είδος της υπόθεσης και τις λοιπές με αυτήν σχετιζόμενες εν γένει περιστάσεις και ενέργειες. Κατά την ανέλεγκτη δε εκτίμηση των ανωτέρω όρων και προϋποθέσεων μπορεί το δικαστήριο να επιδικάσει και τα για κάθε περίπτωση καθοριζόμενα κατώτατα όρια δικηγορικής αμοιβής, εφόσον ήθελε κρίνει ότι δεν δικαιολογείται ο προσδιορισμός τέτοιας αυξημένης αμοιβής.Εν προκειμένω, όπως ρητώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιδικάστηκαν στον αναιρεσείοντα για τις αναφερόμενες σ' αυτήν δικηγορικές ενέργειες τούτου τα κατώτατα όρια της νόμιμης αμοιβής του, για τη σύνταξη προτάσεων και τις παραστάσεις του, ενώπιον του Εφετείου και του Αρείου Πάγου, κατά τις δικάσιμους της 19.3.2003, 16.9.2003 και 5.10.2005, για τις οποίες ζητεί εύλογη αμοιβή, κατ' άρθρο 98 Κωδ. Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού που να δικαιολογεί την αύξηση των ελαχίστων ορίων αμοιβής του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος ήταν άριστος γνώστης της υπόθεσης, την οποία χειριζόταν επί πολλά έτη και δεν συνέτρεξαν ιδιάζουσες περιστάσεις που να δυσχεράνουν την επιστημονική του εργασία. Επομένως προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη για το γενόμενο κατά τον ως άνω τρόπο προσδιορισμό της αμοιβής οι διαλαμβανόμενοι στο άρθρο 98 του δικηγορικό κώδικα προσδιοριστικοί όροι. Ενόψει τούτων ο δέκατος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, κατά μεν το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης της διάταξης του άρθρου 98 του Κωδ. Δικηγόρων και του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/99, είναι αβάσιμος και κατά το δεύτερο, δηλαδή, της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), σε σχέση με τη μη επιδίκαση περαιτέρω αυξημένης αμοιβής για τις γενόμενες ενέργειές του, είναι απαράδεκτος, αφού η κρίση αυτή είναι ανέλεγκτη. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ και 281 του ν. 3463/2006 (Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την, από 4-5-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 5700/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚαιΚαταδικάζει τον αναιρεσείοντα σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2012. ΚαιΔημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ 17/2013
ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΑΚΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ-ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΜΕ ΤΠΔΥ-Η ΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

ΣΧΟΛΙΟ

Ποια η νομική θέση του δικηγόρου του εν λόγω ταμειου μετά τη συγχώνευση του με το ΤΠΔΥ
(…)ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. (A) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999, 32/1996). Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 721/2011). Τέλος, κατά τον αριθμό 8 του αυτού ως άνω άρθ. 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1703/2008), ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996). (Β) Από τις διατάξεις του άρθ.63§§3, 4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι (1) είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (2) κατ' εξαίρεση επιτρέπεται από δικηγόρο η με πάγια αντιμισθία, ετήσια ή μηνιαία, παροχή καθαρά νομικών υπηρεσιών, είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου, ενώ απαγορεύεται η συμφωνία για την παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή με προθεσμία, τέτοια δε με προθεσμία σύμβαση θεωρείται ως αορίστου χρόνου (3) η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με την μορφή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου (4) η σύμβαση έργου ως και η συμφωνία παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για ορισμένο χρόνο αποτελούν απαγορευμένες μορφές συμβατικής απασχόλησης του δικηγόρου, τυχόν δε συναπτόμενες θεωρούνται εξ υπαρχής, από την κατάρτισή τους, ως συμβάσεις με το παραπάνω αναγκαστικό περιεχόμενο, δηλ. ως συμβάσεις έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία για αόριστο χρόνο. Εξάλλου, από την διάταξη του άρθ. 11§1 ν. 1649/1986 "Τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις" προκύπτει, ότι η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή η συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθ. 9 ν. 1232/1982 και στο άρθ. 1§6 ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερ' από προκήρυξη, η διάταξη, όμως, αυτή δεν εφαρμόζεται για την πρόσληψη του προϊσταμένου νομικής ή δικαστικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου των παραπάνω νομικών προσώπων και η σχετική σύμβαση καταρτίζεται αποκλειστικά με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον, βέβαια, η ειδική νομοθεσία που διέπει το νομικό πρόσωπο δεν προβλέπει ότι προηγείται της πρόσληψης ανάλογη διοικητική διαδικασία (ΑΠ 1619/2011, ΣτΕ 1568/2010). Περαιτέρω, με τον 69/1994 Κανονισμό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α' 86) καταρτίσθηκε και εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 42§§2 και 4 ν. 590/1977 ο "Οργανισμός Διοικήσεως Ταμείου Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", που έχει επομένως ισχύ ουσιαστικού νόμου, με τον οποίο ορίσθηκε (1) με το άρθ. 7 ότι στις αρμοδιότητες του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών περιλαμβάνεται η επιμέλεια της παρακολούθησης των παραπεμπομένων από το ΔΣ ή άλλο αρμόδιο όργανο του Ταμείου δικαστικών, νομικών και φορολογικών θεμάτων, η μέριμνα για την παρακολούθηση και διεκπεραίωση των πάσης φύσεως δικών του Ταμείου ενώπιον παντός αρμοδίου δικαστηρίου, καθώς και η υποστήριξη και προάσπιση των συμφερόντων του Ταμείου ενώπιον των δικαστικών, διοικητικών ή άλλων αρχών, η γνωμοδότηση ή εισήγηση για κάθε νομικό θέμα και ιδίως για θέματα αναγόμενα σε ερμηνεία και εφαρμογή των νόμων, του καταστατικού και του Οργανισμού, τα οποία παραπέμπονται από το ΔΣ ή άλλο όργανο του Ταμείου, η παροχή νομικής φύσης οδηγιών προς τις υπηρεσίας του Ταμείου, η γνωμοδότηση σε περιπτώσεις συμβιβασμού και παραίτησης από δικαιώματα, αξιώσεις, αγωγές και ένδικα μέσα, η ευθύνη επεξεργασίας των πάσης φύσεως συμβάσεων και άλλων δικαιοπραξιών του Ταμείου κ.λπ. (2) με το άρθ. 8 ότι στο τακτικό προσωπικό του Ταμείου στην κατηγορία ΠΕ υπάγεται ο κλάδος προσωπικού έμμισθης εντολής με προβλεπομένη μία θέση δικηγόρου - νομικού συμβούλου, με άδεια άσκησης της δικηγορίας ενώπιον του Αρείου Πάγου και (3) με το άρθ. 10 ότι στο Τμήμα της Νομικής Υπηρεσίας προϊστάμενος είναι ο νομικός σύμβουλος. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για το ως άνω Ταμείο προβλεπόταν Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών με τις προπεριγραφείσες αρμοδιότητες, αποτελούμενο από έναν δικηγόρο - νομικό σύμβουλο, συγχρόνως και Προϊστάμενο του Τμήματος, ο οποίος ήταν δικηγόρος και νομικός σύμβουλος του Ταμείου, χωρίς διάκριση μεταξύ των δύο αυτών ιδιοτήτων, και επομένως στα καθήκοντά του περιλαμβανόταν τόσο η παροχή γνωμοδοτήσεων, νομικών συμβουλών κ.λπ., όσο και η ενώπιον των δικαστηρίων παράστασή του για την υπεράσπιση και διεκπεραίωση των υποθέσεων του Ταμείου χωρίς περιορισμό, αφού αυτό ανήκε στις αρμοδιότητες του Νομικού Τμήματος, το οποίο στελεχωνόταν, όπως προαναφέρθηκε, από έναν δικηγόρο -νομικό σύμβουλο, δηλ. από μέλος του προσωπικού ΠΕ με διπλή ιδιότητα, που ήταν και προϊστάμενος του Τμήματος αυτού. Με το δέκατο έβδομο άρθρο του ν. 3607/2007 ορίσθηκε ότι "§1. Το Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος ... καταργείται από την πρώτη του τετάρτου μήνα από την δημοσίευση του παρόντος νόμου.§. Στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) συνιστάται από την ίδια παραπάνω ημερομηνία Κλάδος με την ονομασία "Κλάδος Προνοίας ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", ο οποίος στο εξής θα αποκαλείται "Κλάδος", στον οποίο υπάγονται υποχρεωτικά α) οι ασφαλισμένοι του καταργούμενου Ταμείου β) οι εφεξής διοριζόμενοι με την ιδιότητα με την οποία θα ασφαλίζονταν υποχρεωτικά στο καταργούμενο Ταμείο. Ο Κλάδος αυτός έχει πλήρη οικονομική και λογιστική αυτοτέλεια ... §15. Όλες οι υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό του και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ) από την ημερομηνία κατάργησής του. Η υπηρεσία του προσωπικού αυτού θεωρείται για κάθε συνέπεια ότι διανύθηκε στη νέα του θέση". Από τις διατάξεις αυτές και δη της§15, και παρά την κάπως ατελή διατύπωσή της, συνάγεται ότι στο ΤΠΔΥ (αναιρεσείον) μεταφέρθηκε και ο δικηγόρος - νομικός σύμβουλος του καταργηθέντος Ταμείου και Προϊστάμενος του Τμήματος Νομικών Υπηρεσιών αυτού, παρά το γεγονός ότι στην παραπάνω διάταξη γίνεται λόγος μόνο για δικηγόρο, αφού στο καταργηθέν Ταμείο προβλεπόταν μόνο μία θέση δικηγόρου - νομικού συμβούλου, χωρίς διάκριση των ιδιοτήτων αυτών, που στελέχωνε το Τμήμα Νομικών Υπηρεσιών αυτού, όντας συγχρόνως και Προϊστάμενος αυτού. Επειδή μάλιστα πρόκειται για μεταφορά, και όχι πρόσληψη σε ΝΠΔΔ ανήκον στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και δη Προϊσταμένου Νομικής Υπηρεσίας αλλά και νομικού συμβούλου αυτού, δεν απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 11 ν. 1649/1986, ούτε του άρθ. 103§7 του Συντάγματος, αλλά ούτε και υφίσταται απαγόρευση από το άρθ. 1 της ΠΥΣ 33/2006 περί αναστολής έως 31-12-2007 (η οποία παρατάθηκε επανειλημμένα) του διορισμού και της πρόσληψης του πάσης φύσεως προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΟΤΑ κ.λπ., εάν η κατά τον ανωτέρω τρόπο τοποθέτηση (με την εκ του νόμου μεταφορά προσωπικού του καταργηθέντος Ταμείου στο ΤΠΔΥ) λάμβανε χώρα μέσα στα χρονικά όρια ισχύος της απαγόρευσης αυτής.Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί αγωγών του ήδη αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" (ΤΠΔΥ), με αντικείμενο αξιώσεις του από άκυρη καταγγελία της σύμβασης κ.λπ., με την οποία είχε προσληφθεί ως νομικός σύμβουλος - προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος", από το οποίο και λόγω της ως άνω κατάργησής του μεταφέρθηκε στο αναιρεσείον, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι με την 51/9-8-2007 απόφαση του ΔΣ του Ταμείου Προνοίας Ορθόδοξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (Τ.Π.Ο.Ε.Κ.Ε.), ΝΠΔΔ, εγκρίθηκε η πρόσληψη του ενάγοντος ως νομικού συμβούλου - προϊσταμένου της Νομικής Υπηρεσίας του ως άνω Ταμείου, θέση η οποία είναι νομοθετημένη και προβλέπεται από το άρθ. 8 του 69/1994 Κανονισμού της Ι. Συνόδου περί Οργανισμού Διοίκησης και ανήκει στο προσωπικό του Ταμείου, είναι δε αυτός ασφαλισμένος στο Ταμείο και απολαμβάνει όλων των δικαιωμάτων του τακτικού προσωπικού, ενώ στο άρθ. 10 του κανονισμού ορίζεται ότι Προϊστάμενος του Τμήματος Νομικής Υπηρεσίας είναι ο νομικός σύμβουλος, ότι με το με αριθ. πρωτ. 8309/20-12-2007 πρωτόκολλο εμφάνισης και ανάληψης υπηρεσίας μεταξύ του Γενικού Διευθυντή του Ταμείου και του ενάγοντος ο τελευταίος ανέλαβε υπηρεσία, ενώ ο Γενικός Διευθυντής του Ταμείου με το 8308/20-12-2007 έγγραφό του ανήγγειλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, σύμφωνα με τον Κώδικα των Δικηγόρων, την τοποθέτηση του ενάγοντος ως νομικού συμβούλου στο Ταμείο, ο οποίος έκτοτε ασκούσε καθημερινά τα καθήκοντά του στο Ταμείο, όπως αυτά διαγράφονται στον ως άνω Οργανισμό, ότι με το δέκατο έβδομο άρθρο του ν. 3607/2007 συστάθηκε Κλάδος Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (ΚΠΟΕΚΕ) στο εναγόμενο Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΠΔΥ), ενώ ταυτόχρονα καταργήθηκε το Ταμείο Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος (ΤΠΟΕΚΕ) και ορίσθηκε ότι όλες οι υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό του και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο ΤΠΔΥ από την ημερομηνία κατάργησής του, ότι με τον τρόπο αυτόν από 1-2-2008 την διοίκηση και διαχείριση του ΚΠΟΕΚΕ, δηλ. του πρώην ΤΠΟΕΚΕ, ασκεί το ΔΣ του ΤΠΔΥ (εναγομένου), ο δε ενάγων και υπό τη νέα διοίκηση του Ταμείου συνέχισε να προσφέρει ουσιαστικά τις υπηρεσίες του, όπως στο ΤΠΟΕΚΕ, και όπως διαγράφονται στον Κανονισμό του, π.χ. έδωσε πολλές γνωμοδοτήσεις που του ζητήθηκαν από τη νέα Διεύθυνση του Ταμείου, άσκησε αγωγή κατά οφειλετών αυτού στο Αίγιο, επιμελήθηκε όλων των σε εκκρεμότητα δικαστικών και νομικών υποθέσεων, ενώ γενικά το νέο Ταμείο αποδέχθηκε τις υπηρεσίες του, ότι με την 11/12-3-2008 απόφαση του ΔΣ αυτού το εναγόμενο ΤΠΔΥ γνωστοποίησε στον ενάγοντα ότι ο διορισμός του δεν είναι νόμιμος και τον κάλεσε να παύσει να παρέχει τις υπηρεσίες του με την αιτιολογία ειδικότερα ότι (α) η πρόσληψή του είχε γίνει χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις του ν. 1649/1986 (β) η σχετική απόφαση του ΤΠΟΕΚΕ λήφθηκε πριν από την κένωση της υπάρχουσας θέσης (γ) δεν υπάρχει πρακτικό ορκωμοσίας (δ) δεν έχει δημοσιευθεί ο διορισμός του στην ΕτΚ, ότι κατά τα προδιαληφθέντα ο ενάγων προσελήφθη ως νομικός σύμβουλος - προϊστάμενος της νομικής υπηρεσίας του ΤΠΟΕΚΕ και γι' αυτό δεν ήταν απαραίτητη η τήρηση της διαδικασίας του άρθ. 11 ν. 1649/1986 και κατά συνέπεια νόμιμα το ΔΣ του ΤΠΟΕΚΕ αποφάσισε την ως άνω πρόσληψή του, ενώ όλες οι προβλεπόμενες και υφιστάμενες κατά την κατάργηση του Ταμείου θέσεις και το υπηρετούν προσωπικό και ο δικηγόρος αυτού μεταφέρονται στο ΤΠΔΥ από την ημερομηνία κατάργησής του, έγινε επομένως μεταφορά της θεσμοθετημένης θέσης του νομικού συμβούλου, ενώ δεν είναι απαραίτητη η ορκωμοσία του, η δε πρόσληψή του με έμμισθη εντολή δεν προκύπτει από κάποια διάταξη νόμου ότι έπρεπε να δημοσιευθεί σε ΦΕΚ, αφού μόνη υποχρέωση του εντολέως είναι η αναγγελία στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, όπως και έγινε, ως εκ τούτου δε, εφόσον η πρόσληψη του ενάγοντος ήταν νόμιμη, η ως άνω 11/2008 απόφαση του εναγομένου ΤΠΔΥ ενσωματώνει πραγματική καταγγελία, η οποία, όμως, είναι άκυρη, διότι μπορούσε να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο, ότι κατά συνέπεια η καταγγελία της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντος είναι άκυρη και το εναγόμενο, που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος, είναι υπερήμερο και υποχρεούται να του καταβάλλει τις αποδοχές του, ειδικότερα δε ο ενάγων για το επίμαχο χρονικό διάστημα από 20-12-2007 έως 31-12-2008 δικαιούται τα αναλυτικά αναφερόμενα εκεί ποσά, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου, με την οποία είχαν γίνει εν μέρει δεκτές οι αγωγές του ενάγοντος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε συναφώς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων (α) 7 και 8 του Οργανισμού Διοίκησης ΤΠΟΕΚΕ και δεκάτου εβδόμου παράγραφος 15 ν. 3607/2007 και επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι αναίρεσης πρώτος κύριος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, τρίτος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 της πιο πάνω διάταξης και τέταρτος κύριος από τους αριθ. 1 και 19 αυτής, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν (β) ουδόλως παραβίασεν ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 103§7 του Συντάγματος, 11 ν. 1649/1986 και 1 και 4 της ΠΥΣ 33/2008 με την μη εφαρμογή τους (για εκ πλαγίου παράβαση δεν μπορεί, ακριβώς εξαιτίας της μη εφαρμογής τους να γίνει λόγος), αφού αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, ως εκ τούτου δε είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι αναίρεσης πρώτος κύριος κατά το σχετικό μέρος του, δεύτερος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του από τον αριθ. 1 της ως άνω διάταξης, τέταρτος κύριος και μοναδικός πρόσθετος από τους αριθ. 1 και 19 του αυτού άρθ. 559 ΚΠολΔ (γ) έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλομένη απόφασή του αιτιολογίες αντίθετες προς αυτούς, τους λόγους έφεσης του εναγομένου ότι (1) η πρόσληψη του ενάγοντος είναι άκυρη, εφόσον έγινε χωρίς την τήρηση διαδικασίας επιλογής, αντικείμενη στην διάταξη του άρθ. 103§7 του Συντάγματος (2) κατά την διάταξη του δεκάτου εβδόμου άρθρου παράγραφος 15 ν. 3607/2007 δεν μεταφέρθηκε στο εναγόμενο η θέση του δικηγόρου, αλλά ο τότε υπηρετών ο δικηγόρος Ευάγγ. Μπίκας, ο οποίος έσπευσε να παραιτηθεί την 20-12-2007 μετά την δημοσίευση του νόμου υπέρ του ενάγοντος, και επομένως είναι αβάσιμοι και γι' αυτό απορριπτέοι οι λόγοι αναίρεσης από τον αριθ. 8 του ως άνω άρθρου δεύτερος κύριος κατά το σχετικό σκέλος του και τρίτος κύριος.Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 19-12-2011 αίτηση και τον από 22-10-2012 πρόσθετο λόγο του ΝΠΔΔ "Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων" για αναίρεση της 5056/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. ΚαιΚαταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2012. ΚαιΔημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2013.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
    

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ
ΑΡΘΡΟ 161


Όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 § 10 του ν. 3919/2011
«1. Για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία, όπως ορίζει το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 92…………………………..
4. Μέχρι την έκδοση κοινής υπουργικής αποφάσεως κατά το πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, το «ποσοστό αναφοράς» επί του οποίου υπολογίζεται ποσοστιαίως το ποσό που ο δικηγόρος υποχρεούται να προκαταβάλλει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο σύμφωνα με την παράγραφο 2, ορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας ως εξής:
α) για το ποσό μέχρι 44.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 1%
β) για το ποσό από 44.001 ευρώ και μέχρι 1.467.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,5%
γ) για το ποσό από 1.467.001 ευρώ μέχρι 2.935.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,4%
δ) για το ποσό από 2.935.001 ευρώ μέχρι 5.810.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,3%
ε) για το ποσό από 5.810.001 ευρώ μέχρι 14.673.500 «ποσοστό αναφοράς» 0,2%
στ) για το ποσό από 14.673.501 ευρώ μέχρι 29.347.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς»  0,1%
ζ) για το ποσό από 29.347.001 μέχρι 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,05%
η) για το ποσό πέραν των 58.694.000 ευρώ, «ποσοστό αναφοράς» 0,01%
θ) για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι περιοδικές παροχές ή πρόσοδοι απροσδιορίστου χρόνου, το «ποσοστό αναφοράς» προσδιορίζεται σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια, βάσει του διπλασίου της ετήσιας παροχής ή προσόδου.
5. ……. Για δικαιοπραξία της οποίας το αντικείμενο είναι από τη φύση του απροσδιόριστης αξίας, ληπτέο υπόψη ως «ποσό αναφοράς», είναι το ποσό των 100 ευρώ».

 

 

 

 

Πίνακας Τόκων Υπερημερίας


 
 ΑΠΟ:               ΕΩΣ:    ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΟ    ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΥΠΕΡΗΜΕΡΙΑΣ (%)

                                    ΕΠΙΤΟΚΙΟ (%)          
21/8/1946     31/8/1979     10                                     12       
1/9/1979     10/10/1979     19                                     21       
11/10/1979     29/10/1990     23                                  25       
30/10/1990     17/9/1992     32                                    34       
18/9/1992     20/10/1992     42                                   44       
21/10/1992     15/6/1993     37                                    39       
16/6/1993     30/9/1993     31                                    33       
1/10/1993     25/10/1993     34                                   36       
26/10/1993     15/5/1994     32                                  34       
16/5/1994     27/9/1994     35                                   37       
28/9/1994     30/3/1995     32                                      34       
31/3/1995     19/4/1995     30                                    32       
20/4/1995     30/7/1995     28                                   30       
31/7/1995     21/4/1996     27                                   29       
22/4/1996     22/8/1996     26                                   28       
23/8/1996     16/2/1997     23                                   25       
17/2/1997     12/5/1997     22                                  24       
13/5/1997     8/1/1998     21                                   23       
9/1/1998     30/3/1998     25                                   27       
31/3/1998     30/7/1998     21                                 23       
31/7/1998     13/1/1999     21                                 23       
14/1/1999     16/1/2000     19                                  21       
17/1/2000     26/1/2000     16,5                             18,5       
27/1/2000     8/3/2000     16                                   18       
9/3/2000     19/4/2000     15,25                            17,25       
20/4/2000     28/6/2000     14,5                             16,5       
29/6/2000     5/9/2000     14                                    16       
6/9/2000     14/11/2000     13,25                            15,25       
15/11/2000     28/11/2000     12,75                        14,75       
29/11/2000     12/12/2000     12,25                         14,25       
13/12/2000     26/12/2000     11,5                          13,5       
27/12/2000     10/5/2001     10,75                          12,75       
11/5/2001     30/8/2001     10,5                              12,5       
31/8/2001     17/9/2001     10,25                          12,25       
18/9/2001     8/11/2001     9,75                              11,75       
9/11/2001     5/12/2002     9,25                              11,25       
6/12/2002     6/3/2003     8,75                               10,75       
7/3/2003     6/6/2003     8,5                                  10,5       
7/6/2003     5/12/2005     8                                    10       
6/12/2005     7/3/2006     8,25                             10,25       
8/3/2006     14/6/2006     8,5                                10,5       
15/6/2006     8/8/2006     8,75                              10,75       
9/8/2006     10/10/2006     9                                  11       
11/10/2006     12/12/2006     9,25                        11,25      
13/12/2006    13/3/2007    9,5                            11,5      
14/3/2007    12/6/2007    9,75                               11,75      
13/6/2007    8/7/2008    10                                     12      
9/7/2008    7/10/2008    10,25                                 12,25     
 
8/10/2008    8/10/2008    9,75                                11,75      
9/10/2008    11/11/2008    9,25                               11,25      
12/11/2008    9/12/2008    8,75                              10,75     
 
10/12/2008    10/3/2009    8                                    10     
 
11/3/2009    7/4/2009    7,5                                    9,5     
 
8/4/2009    12/5/2009    7,25                                 9,25      
13/5/2009    12/4/2011    6,75                                 8,75     
 
13/4/2011    12/7/2011    7                                              9     
 
 
13/7/2011    8/11/2011    7,25                                    9,25     
               
 
9/11/2011    13/12/2011    7                                            9           
14/12/2011    10/7/2012    6,75                                  8,75           
11/7/2012    7/5/2013    6,5                                        8,5           
8/5/2013    31/12/2013    6                                          8           
                




                                          ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΝΤΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ
Διοικητικές πράξεις – Δικαστές – Δικηγόροι -. Μετά την 1.1.2002 κατά παράβαση του Συντάγματος εκδίδονται πράξεις από διοικητικά όργανα στα οποία μετέχει δικαστικός λειτουργός. Ακυρωτέα η απόφαση διοικητή νοσοκομείου για την πλήρωση θέσης δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και με σχέση έμμισθης εντολής, διότι στην επιτροπή επιλογής συμμετείχε δικαστικός λειτουργός.-ΣτΕ 353/2013(Τμ.γ)

 

(...)

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ειδικά γραμμάτια παραβόλου Α΄1787995, 1787996, 1787997/2004).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση α) της 416/9.1.2003 αποφάσεως (πρακτικού) της Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/1986, όπως ισχύει, με την οποία επελέγη για πρόσληψη σε θέση δικηγόρου του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αθήνας «ΑΤΤΙΚΟΝ», με πάγια αντιμισθία και σχέση έμμισθης εντολής, ο Νικόλαος Παστελάκος, κατά παράλειψη του αιτούντος, και β) της 4623/18.4.2003 αποφάσεως του Διοικητή του εν λόγω Νοσοκομείου (ΦΕΚ 161/8.7.2003, τ. Ν.Π.Δ.Δ.), με την οποία ο Νικόλαος Παστελάκος προσελήφθη στην ανωτέρω θέση κατόπιν της ως άνω αποφάσεως της Επιτροπής Επιλογής.

3. Επειδή, το καθ’ ου Νοσοκομείο, από την έναρξη της ισχύος του ν. 2889/2001 (Α΄ 37), είχε καταστεί αποκεντρωμένη υπηρεσία του Γ΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής (Πε.Σ.Υ.Π. μετά το ν. 3106/2003, Α΄ 30) με οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και με ικανότητα διεξαγωγής των δικών που το αφορούν, ήδη δε με το ν. 3329/2005 (Α΄ 81) έχει καταστεί ν.π.δ.δ. Συνεπώς, εφόσον η κρινόμενη αίτηση στρέφεται και κατά της ως άνω 4623/18.4.2003 αποφάσεως του Διοικητή του καθ’ ου Νοσοκομείου, τούτο νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1591/2004). Εξ άλλου, απαραδέκτως στρέφεται η κρινόμενη αίτηση κατά του Γ΄ Πε.Σ.Υ.Π. Αττικής, αφού δεν προσβάλλεται πράξη του, και, επομένως, δεν νομιμοποιείται παθητικώς η Γ΄ Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής, η οποία, βάσει του ανωτέρω ν. 3329/2005, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες του εν λόγω Πε.Σ.Υ.Π., καταργηθέντος με το νόμο αυτό. Τέλος, νομιμοποιείται παθητικώς ο Υπουργός Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, εφόσον προσβάλλεται και απόφαση της Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/1986, η οποία αποτελεί συλλογικό όργανο της Διοικήσεως υπαγόμενο στον Υπουργό που εποπτεύει το οικείο νομικό πρόσωπο (εν προκειμένω, το καθ’ ου Νοσοκομείο).

4. Επειδή, όπως προκύπτει από τις οικείες εκθέσεις επιδόσεως, αντίγραφα της κρινομένης αιτήσεως και της πράξεως του Προέδρου του Γ΄ Τμήματος περί ορισμού δικασίμου και εισηγητή κοινοποποιήθηκαν, νομοτύπως και εμπροθέσμως, στο Γενικό Νοσοκομείο Δυτικής Αθήνας «ΑΤΤΙΚΟΝ» και στον Υπουργό Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Συνεπώς, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση απολιπομένων των διαδίκων αυτών, οι οποίοι νομιμοποιούνται παθητικώς σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη.

5. Επειδή, μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί η ως άνω 4623/18.4.2003 απόφαση του Διοικητή του καθ’ ου Νοσοκομείου, με την οποία προσελήφθη ο ... στην επίδικη θέση, δεδομένου ότι ενσωματώθηκε σ’ αυτήν η συμπροσβαλλόμενη πράξη της Επιτροπής Επιλογής του άρθρου 11 παρ. 2 του ν. 1649/1986, η οποία μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως απώλεσε τον εκτελεστό της χαρακτήρα και προσβάλλεται απαραδέκτως (βλ. Σ.τ.Ε. 1882/2007, 3744/2005 κ.ά.).

6. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους της παραδεκτώς προσβαλλομένη πράξεως ο ως άνω προσληφθείς ..., παρά το ότι δεν προσκομίσθηκε αποδεικτικό επιδόσεως της παρεμβάσεως προς τον αιτούντα, εφόσον ο τελευταίος παρέστη και δεν αντέλεξε (άρθρα 49 παρ. 3 και 21 παρ. 6 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8).

7. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 89 παρ. 3 του ισχύοντος Συντάγματος, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πρόσφατη αναθεώρησή του (Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ΦΕΚ Α΄ 841/17.4.2001), ορίζεται ότι: «3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς», στη δε διάταξη της παραγράφου 2 εδ. δεύτερο του ίδιου άρθρου 89 ορίζεται ότι: «… Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βουλήσεως ιδιώτη εν ζωή ή αιτία θανάτου…». Τέλος, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «4. Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1.1.2002».

8. Επειδή, από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός νομοθέτης προκειμένου να ενισχύσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών απαγόρευσε την ανάθεση σ’ αυτούς διοικητικών καθηκόντων, με μόνες εξαιρέσεις αυτές που ο ίδιος ρητά προέβλεψε. Η σχετική απαγόρευση, όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης του άρθρου 118 παρ. 4 του Συντάγματος, ισχύει το αργότερο από 1.1.2002. Συνεπώς, μετά από την ημερομηνία αυτή, κατά παράβαση του Συντάγματος εκδίδονται πράξεις από διοικητικά όργανα στα οποία μετέχει δικαστικός λειτουργός (ΣτΕ 989/2007, 2321/2006, 3744/2005).

9. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 «Τροποποίηση του Κώδικα των Δικηγόρων και άλλες διατάξεις» (Α΄ 149), ορίζονται τα σχετικά με την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία, μεταξύ άλλων, από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα. Στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από την παράγραφο 1 του άρθρου 18 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230), ορίζεται η σύνθεση της πενταμελούς επιτροπής η οποία κάνει την σχετική επιλογή. Ειδικότερα, η επιλογή γίνεται από πενταμελή επιτροπή που αποτελείται από: «α) έναν πρόεδρο πρωτοδικών του πρωτοδικείου της έδρας του δικηγορικού συλλόγου, β) Τρεις δικηγόρους, από τους οποίους ο ένας με 15ετή τουλάχιστον δικηγορική υπηρεσία, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο, του οικείου δικηγορικού συλλόγου, γ) έναν εκπρόσωπο του ενδιαφερομένου νομικού προσώπου. Πρόεδρος της Επιτροπής είναι ο πρόεδρος πρωτοδικών, καθήκοντα δε γραμματέα αυτής ασκεί υπάλληλος του νομικού προσώπου.

10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 2367/Φ.190/2.8.2002 προκήρυξη του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αθήνας «ΑΤΤΙΚΟΝ» προκηρύχθηκε η πλήρωση μιάς θέσεως δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και με σχέση έμμισθης εντολής, κατά τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Για την επιλογή του καταλληλοτέρου μεταξύ των υποψηφίων συγκροτήθηκε η Επιτροπή Επιλογής της παρ. 2 του ως άνω άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 18 του ν. 1868/1989, με πρόεδρο αυτής τον Πρόεδρο Πρωτοδικών Ανδρέα Παπαδημητρίου. Η Επιτροπή αυτή συνήλθε σε τρεις συνεδριάσεις (στις 25.11.2002, στις 12.12.2002 και στις 9.1.2003) και τελικώς επέλεξε ως καταλληλότερο, μεταξύ των υποψηφίων για την πλήρωση της θέσεως, τον παρεμβαίνοντα, με πρώτο αναπληρωματικό τον αιτούντα. Τέλος, με βάση τη σχετική (416/9.1.2003) απόφαση της Επιτροπής, εκδόθηκε η 4623/18.4.2003 απόφαση του Διοικητή του ανωτέρω Νοσοκομείου περί προσλήψεως του παρεμβαίνοντος, η οποία προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση.

11. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση προσλήψεως του παρεμβαίνοντος ερείδεται σε σχετική απόφαση επιλογής του που ελήφθη μετά την 1.1.2002 από διοικητικό όργανο στο οποίο προήδρευσε δικαστικός λειτουργός κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος. Για το λόγο αυτό, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως (Σ.τ.Ε. 989/2007 κ.ά.), πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη, να απορριφθεί η παρέμβαση και να αναπεμφθεί η υπόθεση στην Διοίκηση, προκειμένου να επαναληφθεί η σύνθετη διοικητική ενέργεια της προσλήψεως από το στάδιο επιλογής του καταλληλοτέρου μεταξύ των υποψηφίων, που θα γίνει από διοικητικό όργανο με νόμιμη συγκρότηση, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Απορρίπτει την παρέμβαση.

Ακυρώνει την 4623/18.4.2003 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Δυτικής Αθήνας «ΑΤΤΙΚΟΝ» (ΦΕΚ 161/8.7.2003, τ. Ν.Π.Δ.Δ.).

Αναπέμπει την υπόθεση στην Διοίκηση, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο αιτιολογικό. Επιβάλλει συμμέτρως στο Δημόσιο, το Γενικό Νοσοκομείο Δυτικής Αθήνας «ΑΤΤΙΚΟΝ» και τον παρεμβαίνοντα την δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2009

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος    Η Γραμματέας

       

 

                                                                                         ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ-ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Κατά το άρθρο 18§4 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της κατά το άρθρο 18§4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§ 1,1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι η διάταξη της §7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το νδ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων.-Άρειος Πάγος 693 /2012 (Τμ. Β1 Πολιτικό)

 

Πρόεδρος: Γιαννακάκης Ηλ.

 

(...)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και αν παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18§4 του ν.2882/2001 (ΚΑΑΑ), η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8§1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της κατά το άρθρο 18§4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίστηκε δικαστικώς καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Τέλος, με τις διατάξεις του άρθρου 9§§ 1,1 α και 6 του ν. 1093/1980 ορίσθηκε ότι η διάταξη της §7 του άρθρου 161 του κυρωθέντος με το νδ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις κατά την ειδική διαδικασία προσδιορισμού τιμής μονάδας και αναγνωρίσεως δικαιούχων.
Ειδικότερα, το άρθρο 161 του ως άνω Κώδικα ορίζει στις παραγράφους 1 έως 5 αυτού το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου κάθε μέρους για την σύνταξη των ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων για κάθε είδους δικαιοπραξίες, στην παράγραφο 6 ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο και στην προαναφερθείσα παράγραφο 7 αυτού ότι από την προκαταβαλλόμενη ως άνω αμοιβή μπορεί ο Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από απόφαση του ΔΣ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου κλπ, καθώς και ότι με την αυτή ή άλλη υπουργική απόφαση καθορίζονται τα σχετικά με τη σύσταση ίδιου λογαριασμού για τη συγκέντρωση των παρακρατούμενων ποσοστών και τη διανομή αυτών στα μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που καθορίζεται σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω διάταξη του άρθρου 9§1 του ν.1093/1980, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου στον οποίον ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του και στην περίπτωση που ο δικαιούχος της αποζημιώσεως εκπροσωπήθηκε στη δίκη και από δικηγόρο μέλος Δικηγορικού Συλλόγου διαφορετικής περιφέρειας εκείνης του δικάσαντος δικαστηρίου, κατ' άρθρο 54 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οφείλει να καταθέσει και υπέρ του δικού του Δικηγορικού Συλλόγου την αναλογούσα αμοιβή αυτού και 2) ότι η κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων γίνεται υπέρ του κατά τα άνω Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου αυτός να παρακρατήσει τα προβλεπόμενα ποσοστά, που αποτελούν έσοδα αυτού προς εξυπηρέτηση του διανεμητικού λογαριασμού, χάριν, δηλαδή, των κοινωνικά, επαγγελματικά και οικονομικά ασθενέστερων μελών του (ΟλΑΠ 27/2008 ). Κατ' ακολουθίαν, στην περίπτωση παραλείψεως καταθέσεως από τον υπόχρεο προς αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, που παρέστη στη δίκη για τον καθορισμό της τιμής μονάδας, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλος, αυτός δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει ευθεία αγωγή προς τούτο, αφού τέτοιο δικαίωμα έχει ο άνω Δικηγορικός Σύλλογος υπέρ του οποίου γίνεται και η κατάθεση. Έχει όμως δικαίωμα να εγείρει πλαγιαστικά τα δικαιώματα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, υπό την ιδιότητά του ως δικηγόρου παραστάντος στη δίκη περί καθορισμού της αποζημιώσεως, δικαιουμένου σε απόληψη ποσοστού του ποσού που θα κατατεθεί έναντι του Δικηγορικού Συλλόγου, που παραλείπει να προβεί σε έγερση ευθείας αγωγής (βλ. σχ. Ο ΑΠ 15/1989).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες), με την από 3-7-2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 318/2008 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεταν ότι με την υπ' αριθ. 8412/2-6-2005 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Πελοποννήσου, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 668Δ/22-6-2005, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημοσίας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Κορίνθου-Πατρών, εκτάσεως 71.109,90 τμ., που βρίσκεται στους νομούς Κορίνθου και Αχαΐας και ειδικότερα στις κτηματικές περιφέρειες των Δήμων Ευρωστίνης και Αιγείρας, αντίστοιχα, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέθεσε κατά των εικαζομένων δικαιούχων, που αναφέρονταν στον κτηματολογικό πίνακα, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου αίτηση για καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, ότι οι ενάγοντες, πληρεξούσιοι δικηγόροι της φερομένης κατά τον κτηματολογικό πίνακα ιδιοκτήτριας της αναφερομένης στην αγωγή ιδιοκτησίας κατέθεσαν την ενώπιον του προαναφερομένου δικαστηρίου παρέμβαση-ανταίτηση, αιτούμενοι τον καθορισμό μεγαλύτερης προσωρινής τιμής μονάδας αποζημιώσεως από αυτή που ζητείτο με την αίτηση, ότι κατά την συζήτηση των άνω αιτήσεως και ανταιτήσεως οι ενάγοντες, εκπροσωπώντας την ανταιτούσα Π. Σ., παρέστησαν επιτρεπτώς, αφού νομιμοποιήθηκαν από το δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κορίνθου Κωνσταντίνο Ριζόγιαννη, ότι το ως άνω δικαστήριο επί των προαναφερομένων αιτήσεως και ανταιτήσεως εξέδωσε την υπ' αριθ. 54/2007 απόφαση του, με την οποία καθόρισε την προσωρινή τιμή αποζημιώσεως για τα απαλλοτριούμενα και τα επικείμενά τους καθώς και τη δικαστική δαπάνη των παραστάντων ως άνω δικηγόρων στο ποσό των 120 € και τη δικηγορική αμοιβή σε ποσοστό 3% επί της αποζημιώσεως που δικαιούται η άνω ιδιοκτήτρια της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, ότι η αμοιβή τους ανέρχεται στο ποσό των 18.405 € και η δικαστική δαπάνη στο ποσό των 120 € και ότι η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη), ως υπόχρεος σε αποζημίωση, δεν παρακατέθεσε τα άνω ποσά στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη και ζήτησαν να υποχρεωθεί αυτή με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να παρακαταθέσει τα προαναφερόμενα ποσά υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, του οποίου αυτοί είναι μέλη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, επειδή φορέας του επιδίκου δικαιώματος είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται να ασκήσουν πλαγιαστικά τα δικαιώματα αυτού, πλην όμως η αγωγή τους, έχοντας το χαρακτήρα της πλαγιαστικής αγωγής του άρθρου 72 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό το απαραίτητο για το ορισμένο αυτής στοιχείο της αδράνειας του άνω Δικηγορικού Συλλόγου, για την άσκηση του δικαιώματός του και επίσης ότι (δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι) η υπ' αριθ. 54/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημιώσεως καθώς και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, έγινε αποδεκτή από τους διαδίκους ή ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της §2 του άρθρου 20 του ΚΑΑΑ, ώστε να αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο σε βάρος της εναγομένης, υπόχρεου σε αποζημίωση και αν μπορεί να ζητηθεί η κατάθεσή της κατά τα άνω. Οι εκκαλούντες με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς τους παραπονούνται κατά της παραπάνω αποφάσεως και προβάλλουν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι δικαιούχοι της αμοιβής είναι αυτοί και ότι αυτοί νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκηση της αγωγής με αίτημα την αποστολή αυτής στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για την παρακράτηση του δικαιουμένου ποσοστού και την ενίσχυση του διανεμητικού λογαριασμού. Με βάση όμως τα παραπάνω, καταλήγει το Εφετείο, αυτοί δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά να εγείρουν ευθεία καταψηφιστική ή και αναγνωριστική αγωγή για την κατάθεση της δικαστικής δαπάνης και της δικηγορικής αμοιβής, που καθορίσθηκε με την απόφαση καθορισμού τιμής μονάδας αποζημιώσεως, υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου του οποίου είναι μέλη, παρά μόνο πλαγιαστικά. Με τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή και ειδικότερα ότι παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 20 του Συντάγματος,68,70 του ΚΠολΔ, 91, 100, 107, 110 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 του Ν. 3130/2003, και 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ και παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο Όμως το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και στη συνέχεια, ορθά, απέρριψε την έφεση. Και τούτο διότι, καθόσον αφορά, ειδικότερα, τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν 2882/2001 ΚΑΑΑ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση από το άρθρο 31 του ν 3130/2003, με το οποίο έγιναν προσθήκες και στο άρθρο 7 του ΚΑΑΑ και σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις για να συντελεστεί η απαλλοτρίωση ο υπόχρεος προς αποζημίωση καταθέτει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη στο Τ.Π.&Δ. υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, νομιμοποιώντας έτσι αυτόν να αξιώσει αυτήν.
Συνεπώς ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας των (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 10-12-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 5139/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Απριλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

                                                                                                   ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΟΤΑ ΜΕ ΠΑΓΙΑ ΑΝΤΙΜΙΣΘΙΑ
Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας(...)".-Άρειος Πάγος 587/2011

 

 

(...)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", δεσμεύει το νομοθέτη και τον υποχρεώνει, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μη κάνει διακρίσεις συνεπαγόμενες διαφορετική μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών, που τελούν κάτω από τις ίδιες συνθήκες ή ανήκουν στην ίδια κατηγορία, εκτός εάν οι διακρίσεις ή η διαφορετική μεταχείριση επιβάλλονται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Η συνδρομή των λόγων αυτών, σε συγκεκριμένη περίπτωση, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων και η κατάφασή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη.Συνεπώς, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων, ενώ αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη, δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επέβαλε την ειδική μεταχείριση, επέρχεται παραβίαση της αρχής της ισότητας. Όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς υπάλληλο ή, γενικά, μισθωτό του Δημοσίου ή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια, για την αποκατάσταση της ισότητας, είναι υποχρεωμένα να επιδικάσουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρέθηκαν, με διεύρυνση της εφαρμογής του νόμου που περιέχει την ευμενέστερη ρύθμιση (ΟλΑΠ 12/1992). Περαιτέρω, προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής της ισότητας επί των αμοιβών είναι η παροχή εργασίας ίσης αξίας (άρθρο 22 παρ.2 του Συντάγματος). Για την κατάφαση της προϋπόθεσης αυτής δεν αρκεί μόνο το να είναι η εργασία του συγκρινόμενου υπαλλήλου ή μισθωτού ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία εκείνου που ευνοήθηκε, αλλά απαιτείται να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (ΟλΑΠ 13/2003). Με το άρθρο 23 παρ.2 του ν. 3274/2004 αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία... (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους. Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή (...). (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών (...)". Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 "κώδικας προσωπικού ΟΤΑ" ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά, από τις εκάστοτε ισχύουσες γι` αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας(...)". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, κατά πρώτο λόγο, ότι στους δικηγόρους των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή ιδρυμάτων, που ανήκουν σε δήμους, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής, η οποία προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του κώδικα περί των δικηγόρων ή άλλων νόμων για τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με πάγια αντιμισθία. Η προσαύξηση αυτή κλιμακώνεται ανάλογα προς τον πληθυσμό του δήμου, στον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους (ο οποίος, άλλωστε, επηρεάζει και τον αριθμό των οργανικών θέσεων που συνιστώνται για το σκοπό αυτό). Εξ αυτού έπεται ότι για την παροχή της προσαύξησης και τον προσδιορισμό του ύψους αυτής λήφθηκε υπ' όψη η επιβάρυνση, την οποία υφίστανται οι δικηγόροι των δήμων σε συνάρτηση με το συνολικό αριθμό των δημοτών. Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι στους δικηγόρους των δήμων επιβλήθηκε η υποχρέωση αφ' ενός να καλύπτουν χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων ή ιδρυμάτων του οικείου δήμου και αφ' ετέρου, εφ' όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, να απασχολούνται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών και ανάλογα προς αυτές, τις οποίες δεν δικαιούνται να διεκπεραιώνουν στο προσωπικό γραφείο, που, παράλληλα, διατηρούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Η τήρηση της υποχρέωσης αυτής έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης, επαγγελματικής τους δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων. Με τον τρόπο αυτό, παρά το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ρητώς στο νόμο, η προαναφερθείσα, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας ορίσθηκε ως αντιστάθμισμα των ως άνω, πρόσθετων υποχρεώσεων των δικηγόρων της εν λόγω κατηγορίας. Κατά συνέπεια, η προς εφαρμογή της αρχής της ισότητας επέκταση της ρύθμισης του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως ισχύει μετά την ως άνω αντικατάστασή του, και σε άλλη κατηγορία δικηγόρων, όπως αυτή των παρεχόντων τις νομικές τους υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία σε άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μη ανήκοντα σε δήμους, όπως τα κρατικά νοσοκομεία, προϋποθέτει τη διαπίστωση του ότι η προσφορά της εργασίας τους προς το νομικό πρόσωπο του νοσοκομείου και προς τα άλλα νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετούν, είναι ίση ποιοτικά και ποσοτικά προς την εργασία των δικηγόρων των δήμων και παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες με εκείνους συνθήκες. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 58/2010 απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως του ενδίκου μέσου της εφέσεως κατ' αυτής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) δικηγόρος, την 2-6-1998, προσλήφθηκε από το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) κρατικό νοσοκομείο, που είναι ΝΠΔΔ, για να προσφέρει σ' αυτό τις νομικές του υπηρεσίες με σχέση εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Από την 1-1-2004, ο ενάγων αμείβεται ως έχων βαθμολογική και μισθολογική αντιστοιχία με τους μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ. Το εναγόμενο είναι ένα από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία των Αθηνών, με μεγάλο αριθμό διοικητικού, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Ο ενάγων έχει τα ίδια ουσιαστικά προσόντα διορισμού και εκτελεί τα ίδια κατά περιεχόμενο καθήκοντα, παρέχοντας τις ίδιες ή συναφείς υπηρεσίες με τους δικηγόρους που υπηρετούν με την ίδια σχέση στους ΟΤΑ (συμμετοχή σε διοικητικά συμβούλια, σύνταξη γνωμοδοτήσεων, εκπροσώπηση του εναγομένου σε όλων των βαθμίδων και των δικαιοδοσιών δικαστήρια). Ειδικότερα, ο ενάγων, ως δικηγόρος του εναγομένου, ασκεί καθήκοντα και έχει αρμοδιότητες ουσιωδώς όμοιες με αυτές ενός δικηγόρου ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων και, επί πλέον, έχει τουλάχιστον την ίδια ποσοτική απόδοση με αυτόν. Παρά ταύτα, ο ενάγων δεν λαμβάνει την προσαύξηση που χορηγήθηκε στους δικηγόρους των ΟΤΑ με τη διάταξη του άρθρου 246 του ν. 1188/1981. Η εν λόγω διαφορετική μισθολογική αντιμετώπιση των δικηγόρων των ΟΤΑ από τους συναδέλφους αυτών, που υπηρετούν στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, δεν τελεί σε συνάφεια με ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες ως προς την τέλεση των καθηκόντων τους ούτε επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι εισάγεται αδικαιολόγητη διάκριση σε βάρος του αναιρεσίβλητου και, προς αποκατάσταση της αρχής της ισότητας, πρέπει η ευμενέστερη ρύθμιση του άρθρου 246 του ν. 1188/1981 να εφαρμοσθεί και ως προς αυτόν. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αναγνώρισε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προσαύξηση 30% επί της παγίας αντιμισθίας που λαμβάνει και υποχρέωσε το αναιρεσείον να καταβάλει προς αυτόν τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές (κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτών), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό, ήτοι από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα απασχόλησης, για τις αντίστοιχες διαφορές. Κρίνοντας έτσι, το Μονομελές Πρωτοδικείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος και 245, 246 του ν. 1188/1981, στις οποίες στήριξε τη δικαιοδοτική του κρίση. Πράγματι, για την επέκταση της εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 246 στοιχείο (β) στον αναιρεσίβλητο, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διαλαμβάνει στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες ως προς το αν η προσφορά της εργασίας του αναιρεσίβλητου γίνεται προς πλείονα του ενός νομικά πρόσωπα ή ιδρύματα, που ανήκουν στο νοσοκομείο όπου υπηρετεί, το αν αυτός δεν λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την επί πλέον προσφορά και το αν απασχολείται εντός των εγκαταστάσεων του νοσοκομείου, με ανάλογο περιορισμό της άσκησης του ελευθέρου επαγγέλματος, που παραλλήλως ασκεί. Και, ακόμη, αιτιολογεί ελλιπώς την κρίση περί του ότι η εργασία, που αυτός παρείχε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ουσιωδώς όμοια με αυτήν ενός συναδέλφου του που προσφέρει υπηρεσίες σε δήμο με πληθυσμό άνω των 100.000 κατοίκων, διότι ουδέν αναφέρει περί του αριθμού και του είδους των υποθέσεων, τις οποίες εντός του εν λόγω χρονικού διαστήματος όφειλε να διεκπεραιώνει ή να χειρίζεται αφ' ενός ένας δικηγόρος δήμου με τον εν λόγω πληθυσμό και αφ' ετέρου ο προς αυτόν συγκρινόμενος αναιρεσίβλητος. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο κατ' ορθή υπαγωγή προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώθηκε από τον εισηγητή αρεοπαγίτη (ΚΠολΔ 562 παρ.4), είναι βάσιμος και κατά παραδοχή αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑΝΑΙΡΕΙ την 58/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.- ΚαιΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο να πληρώσει στο αναιρεσείον δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 21η Φεβρουαρίου 2011. -ΚαιΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 14η Απριλίου 2011.

 

 

                                                                                                          ΠΑΡΟΧΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΜΕ ΠΑΓΙΑ ΑΜΟΙΒΗ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς και περί εντολής κανόνες του ΑΚ, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής. Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος.-Άρειος Πάγος 558/2011

 

(...)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

 

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς και περί εντολής κανόνες του ΑΚ, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής. Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά αν προσαρμόζονται προς τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος. Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Ν. 2112 /1920, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου", ενώ με τη δεύτερη τα της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως, έχουν ανάλογη εφαρμογή, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες προς τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, στη σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου - εντολέα. Η μεταβολή του προσώπου του εντολέα συνεπάγεται αυτοδίκαιη υποκατάσταση του στην υφιστάμενη σχέση της έμμισθης εντολής, ακόμη και χωρίς τη συναίνεση του εντολοδόχου. Τότε θεωρείται ότι συνεχίζεται με τους ίδιους όρους και συνθήκες η σύμβαση αυτή, με το περιεχόμενο που είχε κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως, χωρίς καμία μεταβολή των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.Συνεπώς, στα μεταβιβαζόμενα δικαιώματα περιλαμβάνονται και αυτά που συνδέονται με την αρχαιότητα και την υπηρεσιακή εξέλιξη και διατηρούνται, βαρύνοντα στην ίδια έκταση και το διάδοχο. Έτσι ο "νέος εντολέας" οφείλει να προσμετρήσει το χρόνο προϋπηρεσίας στον προηγούμενο όχι μόνο για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας, αλλά σε κάθε περίπτωση που η γένεση ή η έκταση των δικαιωμάτων του "εργαζόμενου" (εντολοδόχου) εξαρτάται από τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου απασχολήσεως. Αν οι όροι εργασίας και αμοιβής των εργαζομένων που ανήκαν στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ρυθμίζονται με Κανονισμό, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α ο νέος εντολέας δεσμεύεται από τις πηγές αυτές στην έκταση που δεσμευόταν και ο παλιός εντολέας. Στην περίπτωση δε που απασχολούσε ήδη δικό του προσωπικό πριν τη μεταβίβαση, οι κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ και Δ Α που ρυθμίζουν τους όρους εργασίας και αμοιβής του προσωπικού αυτού δεν επεκτείνονται αυτοδικαίως και στο προσωπικό της επιχειρήσεως που μεταβιβάστηκε και πολύ περισσότερο οι εν λόγω διατάξεις δεν καθίστανται, χωρίς ρητή συμβατική παραπομπή σ' αυτές, όροι της ατομικής συμβάσεως της έμμισθης εντολής. Ωστόσο οι όροι της έμμισθης εντολής των εντολοδόχων που ανήκαν στη μεταβιβασθείσα επιχείρηση, είτε αυτοί θεμελιώνονται στην ατομική σύμβαση του καθενός, είτε σε Κανονισμό, είτε σε Σ.Σ.Ε ή Δ.Α μπορούν να τροποποιηθούν, μετά τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως ακόμη και επί το δυσμενέστερο, με την κατάρτιση νέων ατομικών συμβάσεων ή την τροποποίηση των υφισταμένων αλλά και με την κατάρτιση νέων Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. Εξάλλου, για την εφαρμογή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, η οποία ισχύει και επί έμμισθης εντολής, κατά τη συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσεως και ατομικής συμβάσεως και γενικότερα κατά τη συσχέτιση των διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού, εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης, δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου τμήματος από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όρων των πηγών αυτών ως προς την ενότητα των αποδοχών. Περαιτέρω, σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σχέσης της έμμισθης εντολής, που επιχειρείται από τον εντολέα, εκτός από το δικαίωμα της καταγγελίας (άρθρο 7 Ν. 2112 /1920) ο εντολοδόχος δικηγόρος μπορεί να εμμείνει στην ως άνω σχέση της έμμισθης εντολής και να ζητήσει από τον εντολέα του την τήρηση των συμφωνημένων. Ως μονομερής βλαπτική μεταβολή θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων της συμβάσεως έμμισθης εντολής από τον εντολέα, χωρίς να έχει δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση, κατά τρόπο που να επέρχεται στον εντολοδόχο δικηγόρο άμεσα ή έμμεσα υλική ζημία ή ηθική αυτού βλάβη ή όταν η σύμβαση ή ο νόμος παρέχουν στον εργοδότη εντολέα δικαίωμα ανάθεσης στο δικηγόρο άλλων καθηκόντων, υποδεέστερων από αυτά που ασκούσε προηγουμένως, αλλά η ανάθεση αυτή γίνεται κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος και συνεπάγονται για το δικηγόρο άμεση ή έμμεση υλική ζημία ή ηθική βλάβη. Εξάλλου, με το άρθρο δεύτερο παρ. 11 του Ν. 2593/1998, "Αναδιοργάνωση Δ.Ε.Π." ορίζεται ότι, "Από την έναρξη ισχύος των συγχωνεύσεων αυτών επέρχονται αυτοδίκαια χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι τρίτων, τα ακόλουθα αποτελέσματα: α. Οι απορροφούσες εταιρείες υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφουμένων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή". Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία θεμελιώνει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, συντελείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζει τέτοιο κανόνα μολονότι κατά τις παραδοχές της αποφάσεως του, δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτό δεν εφαρμόζει τέτοιο κανόνα, αν και σύμφωνα με τις παραδοχές του, υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις της εφαρμογής του, η παραβίαση δε αυτή εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, κρίνοντας ύστερα από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, μετά την απόρριψη της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την οποία αυτός, επικαλούμενος, ότι την 1-4-1994 καταρτίσθηκε σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ αυτού, ως δικηγόρου και της ΕΛΔΑ - ΑΕ, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία ως Διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας και να λαμβάνει αμοιβή ίση με εκείνη του υψηλότερου αμειβόμενου διευθυντικού στελέχους, ύψους 365.000 δρχ., που αυξήθηκε σε 650.000 δρχ. τον Ιούλιο του 1995, ότι μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της ΕΛΔΑ - ΑΕ από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΒΕΕ" στις 31-3-1998 και την εκ μέρους της τελευταίας οργάνωση της διευθυντικής της ιεραρχίας, η τελευταία εταιρεία δεν τον κατέταξε όπως προέβλεπε η πιο πάνω σύμβαση έμμισθης εντολής (με την ΕΛΔΑ - Ε) σε ένα από τα τέσσερα μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) Διευθυντών, ήτοι το ανώτατο 31 ή ΟΟ ή τα Μ.Κ. 30, 29, 28 αλλά τον τοποθέτησε ως δικηγόρο υπεύθυνο θεμάτων "ΕΛΔΑ-Ε" και στο Μ.Κ 27, και δεν τον κατέταξε στην ανώτατη μισθολογική κλίμακα (Μ.Κ. 31 ή 00), αυξάνοντας το μισθό του της 31-3-1998 από 895.192 δρχ. σε 1.904.252 δρχ. και χορηγώντας του ετήσια αύξηση μισθού ίση με αυτή των ανωτάτων Διευθυντικών Στελεχών, αμοιβή παραγωγικότητας, το αναλογούν επίδομα άδειας, κ.λ.π., δεν του παραχώρησε προς χρήση αυτοκίνητο Ι.Χ.Ε 1600 cc, καταβάλλοντάς του τα έξοδα σταθμεύσεως και κίνησης αυτού, δεν του παραχώρησε κινητό τηλέφωνο χωρίς όριο μηνιαίου λογαριασμού χρήσης, δεν τον ασφάλισε στην ΑΛΙΚΟ καταβάλλοντος το ανάλογο ασφάλιστρο, δεν του κατέβαλε το 80% των δαπανών της κατ' οίκον φύλαξης των ανηλίκων τέκνων του, το 80% των δαπανών κατασκήνωσης των τέκνων του και 21.700 δρχ. το μήνα για την κάλυψη του 1/3 των εισφορών προς τα Ταμεία, τη δαπάνη για την ετήσια ανανέωση εγγραφής στο Δ.Σ.Α. και γενικά οτιδήποτε προβλέπει ο Εσωτερικός Κανονισμός Εργασίας της ΕΚΟ - ΕΛΔΑ για όλους τους εργαζόμενους και ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της από 1-4-1994 συμβάσεως έμμισθης εντολής και ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να τον τοποθετήσει ως Διευθυντή των Νομικών της Υπηρεσιών και να τον εντάξει μισθολογικά στο κλιμάκιο 31 ή 30 και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 517.784,60 ευρώ, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η από 1-4-1994 σύμβαση δεν την υποχρεώνει να τον αμείβει όπως το καλύτερα αμειβόμενο Διευθυντικό Στέλεχος, αλλά με το μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών των Διευθυντών κλιμακίου 31 ή 30, το ποσό των 416.417,23 ευρώ, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Με σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΔΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Α.Ε. και το διακριτικό τίτλο "ΕΛΔΑ Α.Ε." και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 1994, η πρώτη προσέλαβε τον τελευταίο ως Νομικό Σύμβουλο και Διευθυντή της Νομικής της Υπηρεσίας για να της παρέχει τις υπηρεσίες του, ως δικηγόρου με πάγια αντιμισθία. Μεταξύ των όρων της εν λόγω συμβάσεως περιλαμβάνονται και οι εξής: "... 3. η βασική πάγια αντιμισθία του εντολοδόχου θα ανέρχεται στο ποσό των δρχ. 365.000 μηνιαίως. Σ' αυτήν θα προσμετρώνται και θα προστίθενται λαμβανομένου κάθε φορά του παραπάνω ποσού ως βάσης υπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 3 του Ν. 1093/1980, όπως αυτό ισχύει, τα εκάστοτε προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων επιδόματα και προσαυξήσεις ... 5. Σε περίπτωση κατά την οποία, μετά την υπογραφή της παρούσας, θα χορηγηθούν πρόσθετες παροχές, επιδόματα, προσαυξήσεις κ.λ.π. στα Διευθυντικά στελέχη της εταιρείας, οι παροχές αυτές θα χορηγηθούν και στο δεύτερο των συμβαλλομένων ...7. Για τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής εκτός έδρας εφαρμόζονται οι διατάξεις του κανονισμού αποζημιώσεων εκτός έδρας του προσωπικού της εταιρείας, που ισχύουν για τα Διευθυντικά στελέχη της ...". Σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής ο ενάγων προσέφερε πράγματι στην παραπάνω εταιρεία τις υπηρεσίες του μέχρι την 1-4-1998, οπότε επήλθε μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και υπεισήλθε στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν και από την ως άνω σύμβαση η εναγομένη, η οποία αρχικά είχε την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" και στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε "ΕΚΟ Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Πετρελαιοειδών" με τον διακριτικό τίτλο "ΕΚΟ Α.Β.Ε.Ε". Συγκεκριμένα δυνάμει της υπ' αριθμ. .../27-3-1998 συμβάσεως ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Λιναρδάκη, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, διασπάστηκε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΚΑΥΣΙΜΑ - ΟΡΥΚΤΕΛΑΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία είχε συσταθεί από το έτος 1963 με την αρχική επωνυμία "ΕΣΣΟ ΠΑΠΠΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με απορρόφηση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΔΙΫΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" με βάση το Ν. 2593/1998. Ακολούθως και με βάση τον ίδιο νόμο καταρτίσθηκε η υπ' αριθμ. .../27-3-1998 σύμβαση ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου που δημοσιεύθηκε νόμιμα με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΔΑ- ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ Α.Ε." από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΚΟ - ΕΛΔΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ". Ετσι, από την 1-4-1998 η ως άνω συγχωνευθείσα εταιρεία (εναγομένη) με βάση και τη διάταξη του άρθρου 2 εδ. 11 του Ν. 2593/1998 "Αναδιοργάνωση της Δημόσιας Επιχείρησης Πετρελαίου και των θυγατρικών της εταιρειών, καταστατικό αυτής και άλλες διατάξεις", υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των απορροφούμενών εταιρειών. Δέχθηκε στη συνέχεια το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι μετά απ' αυτά η εναγομένη εταιρεία προέβη στην οργάνωση των υπηρεσιών της και στη δημιουργία διαφόρων διευθύνσεων, μία από τις οποίες είναι και αυτή των Νομικών Υπηρεσιών. Στη Διεύθυνση αυτή υπάγονται τέσσερις επί μέρους τομείς, ένας από τους οποίους ήταν και ο Τομέας Θεμάτων της ΕΛΔΑ-Ε" στον οποίο τοποθετήθηκε ως υπεύθυνος (προϊστάμενος) ο ενάγων, ενώ ως Διευθυντής της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών ορίστηκε ο δικηγόρος Π. Μ.. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την τοποθέτηση του αυτή και ζήτησε από την αντίδικο του εταιρεία να τον ορίσει Διευθυντή των Νομικών Υπηρεσιών της, ισχυριζόμενος, ότι η ανάθεση των καθηκόντων του Τομεάρχη συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως έμμισθης εντολής, που είχε συνάψει με την προαναφερόμενη εταιρεία. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε, ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού του ενάγοντος. Και τούτο διότι βασικό κριτήριο για την ένταξη (ενσωμάτωση του προσωπικού της εταιρείας ΕΛΔΑ-Ε στην οργανωτική, βαθμολογική και μισθολογική δομή της εναγομένης εταιρείας), ήταν η σχέση (σύγκριση) της πρώτης με την τελευταία εταιρεία από την άποψη της δομής, εμπειρίας και ουσιαστικών και τυπικών προσόντων του προσωπικού. Συγκεκριμένα ως προς τη σχέση των ως άνω εταιρειών προκύπτει ότι η ΕΛΔΑ-Ε είχε περίπου 50 εργαζόμενους και 274 πρατήρια υγρών καυσίμων, ενώ η εναγομένη 550 εργαζόμενους και 867 πρατήρια υγρών καυσίμων. Η ΕΛΔΑ - Ε δεν είχε δικές της εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών, ούτε σταθμούς ανεφοδιασμού αεροσκαφών, ούτε παραγωγή λιπαντικών, ενώ η εναγομένη εταιρεία είχε περίπου 10 εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, 20 σταθμούς ανεφοδιασμού αεροσκαφών καθώς και παραγωγή λιπαντικών. Επίσης ως προς τη σχέση της Νομικής Υπηρεσίας των ως άνω δύο εταιρειών προκύπτει ότι ο ενάγων το έτος 1998 υπηρετούσε ως Διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας στην ΕΛΔΑ-Ε με τετραετή υπηρεσία σε αυτήν άσκηση δικηγορίας από το έτος 1982 και δύο δικηγόρους υφισταμένους του (με μικρότερη προϋπηρεσία και λιγότερο χρόνο άσκησης δικηγορίας). Στην εναγομένη δε εταιρεία η Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών υποδιαιρειτο σε 4 τομείς. Διευθυντής ήταν ο Π. Μ. στο Μ.Κ. (μισθολογικό κλιμάκιο) 30 με προϋπηρεσία (σ' αυτήν και στην ΕΚΟ - ΑΒΕΕ) 22 έτη και 10 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1972. Προϊστάμενος του Α' τομέα ήταν ο Η. Μ. στο Μ.Κ. 27 με προϋπηρεσία σε αυτήν 19 έτη και 5 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1975, ενώ στον ίδιο Τομέα υπηρετούσαν και οι δικηγόροι Π. Κ. στο Μ.Κ. 26 με προϋπηρεσία σε αυτήν 16 έτη και 6 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1981, η Ε. Α. στο Μ.Κ. 23 και προϋπηρεσία σ' αυτήν 5 έτη και 4 μήνες. Προϊστάμενος του Β' Τομέα ήταν ο Σ. Μ. στο Μ.Κ. 28 με προϋπηρεσία σ' αυτήν 20 έτη και 6 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το 1975, ενώ στον ίδιο Τομέα υπηρετούσαν και οι Θ. Ζ. στο Μ.Κ. 23 με προϋπηρεσία σ' αυτήν 3,5 έτη και άσκηση δικηγορίας από το 1991 και η Π. Κ. στο Μ.Κ. 25 με προϋπηρεσία σ' αυτήν 3 έτη και 9 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1974. Προϊστάμενος του Γ' Τομέα ήταν ο Α. Ο. στο Μ.Κ. 27 με προϋπηρεσία σ' αυτήν 19 έτη κα ι άσκηση δικηγορίας από το έτος 1975, ενώ στον ίδιο Τομέα υπηρετούσαν και η Π. Α. στο Μ.Κ. 26 με προϋπηρεσία σ' αυτήν 16 έτη και 10 μήνες και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1975. Προϊστάμενος του Δ' Τομέα ήταν ο ενάγων με προϋπηρεσία σ' αυτήν 4 ετών και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1982, ενώ στον ίδιο Τομέα υπηρετούσε ως Δικηγόρος - Νομικός Σύμβουλος και η Κ. Α.. Από τα παραπάνω συνάγεται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ότι τα καθήκοντα της ως άνω θέσης του ενάγοντος στην ΕΛΔΑ-Ε ήσαν τουλάχιστον ισοδύναμα και δεν υπολείπονταν καθόλου κατά περιεχόμενο με τα καθήκοντα του Προϊσταμένου Τομέα της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών της εναγομένης, στην οποία εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του και μετά τη συγχώνευση των παραπάνω εταιρειών. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αφενός μεν οι άλλοι τρεις δικηγόροι της εναγομένης εταιρείας, που τοποθετήθηκαν ως Προϊστάμενοι Τομέων είχαν μεγαλύτερη προϋπηρεσία και περισσότερα έτη άσκησης δικηγορίας και ως εκ τούτου μεγαλύτερη εμπειρία, αφετέρου δε και δικηγόροι που δεν υπηρετούσαν ως Προϊστάμενοι Τομέα (Π. Κ., Π. Α.) είχαν μεγαλύτερη προϋπηρεσία και περισσότερα έτη άσκησης δικηγορίας. Επιπλέον η εναγομένη εταιρεία δεν έκανε καμία διάκριση σε βάρος του ενάγοντος και πρότεινε σ' αυτόν, όπως και σε όλο το προσωπικό και τους δικηγόρους της, που προέρχονταν από την ΕΛΔΑ-Ε, τροποποίηση της συμβάσεως τους, ώστε να ισχύσει και γι' αυτόν αποκλειστικά το μισθολογικό καθεστώς της ΕΚΟ ΑΒΕΕ και οι παροχές που προβλέπονταν στον Κανονισμό της τελευταίας. Η πιο πάνω πρόταση της εναγομένης ήταν συνολικά κατά πολύ ευνοϊκότερη για τον ενάγοντα, αφού οι ισχύουσες παροχές θα ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες, πλην όμως ο τελευταίος δεν τη δέχθηκε, επιδιώκοντας τη μη προβλεπόμενη συνδυαστική εφαρμογή των ρυθμίσεων της συμβάσεως του με την ΕΛΔΑ-Ε (π.χ. να ασχολείται συστηματικά με τις προσωπικές δικηγορικές του υποθέσεις κατά τη διάρκεια των εργασίμων ημερών, να δικαιούται ξεχωριστής αμοιβής σε ειδικές περιπτώσεις κ.λ.π.) και του μισθολογικού συστήματος της ΕΚΟ-ΑΒΕΕ. Επομένως, καταλήγει το Εφετείο, η τοποθέτηση του ενάγοντος στην ως άνω θέση δεν έγινε κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης εταιρείας και η συμπεριφορά της δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή αυτών, οι δε παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 648, 713 Α.Κ., 6 του Ν. 2120/1920, σε συνδ. με άρθρα 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του Ν.Δ. 3026/1954 και άρθρου δεύτερου παρ. 11 του Ν. 2593/1998) οι παραδοχές ότι, ο ενάγων, αν και του προτάθηκε δεν συναίνεσε να συνάψει νέα σύμβαση με την δικαιοδόχο της ΕΛΔΑ-Ε εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ΕΚΟ -ΑΒΕΕΕ, η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης, ώστε να ισχύσει και γι' αυτόν το μισθολογικό καθεστώς της ΕΚΟ ΑΒΕΕ και οι παροχές που προβλέπονται για τους εργαζομένους της, από τον Εσωτερικό Κανονισμό Εργασίας, εμμένοντας στην τήρηση των συμφωνημένων με την αρχική εντολέα του, επιδιώκοντας τη μη προβλεπόμενη συνδυαστική εφαρμογή των ρυθμίσεως της έμμισθης εντολής της 1-4-1994 με το μισθολογικό σύστημα της ΕΚΟ -ΑΒΕΕ και ότι δεν συνιστά μονομερή βλαπτική των όρων της έμμισθης εντολής η μετά την οργάνωση των υπηρεσιών της και τη δημιουργία διαφόρων διευθύνσεων, τοποθέτηση του ενάγοντος σε θέση ισοδύναμη με αυτή που κατείχε στην ΕΛΔΑ -Ε, με κριτήριο, την αναλυτικά αναφερόμενη σχέση (σύγκριση) της δομής των ως άνω εταιρειών καθώς και της εμπειρίας, των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του προσωπικού της, ενώ ως Διευθυντής των Νομικών Υπηρεσιών της, η οποία διαιρέθηκε σε 4 τομείς, τοποθετήθηκε δικηγόρος με προϋπηρεσία 22 ετών και πλέον και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1972, έναντι προϋπηρεσίας 4 ετών του ενάγοντος και άσκηση δικηγορίας από το έτος 1982, ενώ και οι λοιποί τρεις δικηγόροι που τοποθετήθηκαν προϊστάμενοι των Α', Β' και Γ' τομέων (ο ενάγων τοποθετήθηκε προϊστάμενος του Δ' τομέα) είχαν περισσότερα χρόνια προϋπηρεσίας και άσκηση δικηγορίας απ' αυτόν. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 11 α' του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, για το ορισμένο δε του λόγου αυτού πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπει ο νόμος, καθώς και την επίδραση αυτού στο διατακτικό της αποφάσεως, διότι ο λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως , παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστή ήταν αιτιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της αποφάσεως και ασκούσε αποφασιστική σημασία α' αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11α' του Κ.Πολ. Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια , ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την .../20-3-2006 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κανελλοπούλου, του Σ. Π., διευθύνοντος συμβούλου και νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, κατά το χρόνο που αυτός έδωσε την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, που αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε στη διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 677 Κ.Πολ.Δ.). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται τα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, ήτοι για την απόδειξη ποίου ισχυρισμού είχε προσκομισθεί η ένορκη βεβαίωση του ανωτέρω προσώπου, καθώς και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η λήψη υπόψη από το Εφετείο του αποδεικτικού αυτού μέσου.Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335,338 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, όταν καταλείπονται αμφιβολίες για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Δεν θεμελιώνει όμως το λόγο αυτό η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει ρητά στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα απ' αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση ορισμένων από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν συνεκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα. Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, α) το πρακτικό της υπ' αριθ. 277/26-7-1995 συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της δικαιοπαρόχου της εναγομένης ΕΛΔΑ-Ε, με ομόφωνη απόφαση του οποίου εξομοιώθηκε η μηνιαία πάγια αντιμισθία του στο επίπεδο των μηνιαίων αποδοχών των άλλων Διευθυντών της εταιρείας, κατ' εφαρμογή του σχετικού όρου 5 της από 1-4-1994 συμβάσεως έμμισθης εντολής, β) την μεταγενέστερη απόφαση του ίδιου συμβουλίου υπ' αριθμ. 289/3-11-1995, στην οποία η εναγομένη αναφέρθηκε, επικαλούμενη ως σχετικό της (με αριθμ. 13) το από 17-7-2002 υπηρεσιακό σημείωμα της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών προς τον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, γ) την από 1/4/1994 σύμβαση έμμισθης εντολής, δ) την υπ' αριθμ. 236/14-9-1994 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΛΔΑ - Ε και ε) τις υπ' αριθμ. .../16-3-2006, .../17-3-2006 και .../16-3-2006 ένορκες βεβαιώσεις. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα, γίνεται δε ειδική μνεία στην από 1-4-1994 σύμβαση έμμισθης εντολής και αναφέρεται το περιεχόμενο της κατά τα κύρια σημεία της. Επίσης ρητά μνημονεύονται οι ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθμ. .../16-3-2006, ..., ... - .../16-3-2006, των Β. Α., Ν. Α. και Α. Ν.. Επομένως οι από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί σωστό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008).Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τρίτο και έκτο λόγους αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο, α) της από 1-4-1994 συμβάσεως έμμισθης εντολής και β) της από 30-3-1998 ανακοινώσεως της αναιρεσίβλητης. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, ο έκτος από τους οποίους θεωρείται ότι ασκείται επικουρικώς, αφού είναι αντιφατικός με τον τρίτο (με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη την από 1-4-1994 σύμβαση έμμισθης εντολής) είναι αβάσιμοι, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά αφού τα ανέγνωσε σωστά τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 12-10-2009 αίτηση για αναίρεση της 6164/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2011.Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Απριλίου 2011.

 

 Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ





                                                                                                                 
                                                                                                      ΑΠΑΙΤΗΤΕΑ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Αποζημίωση Δικηγόρων.-Υπ.Δικ.-Διαφ./Αρ. πρωτ.: 283/17.1.2013


Αθήνα 17-1-2013
Αρ. Πρωτ.: 283
  
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ & ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ : ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ
ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ & ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ
ΤΜΗΜΑ : Οικονομικής Διαχ/σης & Προμηθειών
Ταχ. Δ/νση : Μεσογείων 96 - Τ.Κ. 11527
Πληροφορίες : Νικ. Κοντογιώργης
Τηλέφωνο : 210 77 67 579 - Fax: 210 77 67 373
Παρακαλούμε να ενημερώσετε τα μέλη του Συλλόγου σας, τα οποία μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2011 είχαν αποστείλει δικαιολογητικά αποζημίωσης στην Υπηρεσία μας λόγω αυτεπάγγελτου διορισμού ή παροχής νομικής βοήθειας και εκκρεμούν προς εκκαθάριση, να αποστείλουν βάσει της ΚΥΑ 67506/8.8.2012/ΦΕΚ 2333/2012 συμπληρωματικά στην Υπηρεσία μας το συντομότερο τα εξής:
1. Απόδειξη παροχής υπηρεσιών για κάθε υπόθεση, στην οποία θα αναγράφεται το ποσό της αποζημίωσης που καθορίζεται από τον πίνακα των ελαχίστων αμοιβών, πλέον Φ.Π.Α., η οποία θα εκδίδεται προς: Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ.), Ν.Π.Δ.Δ.- Α.Φ.Μ. 090016762-Δ.Ο.Υ. IB'Αθηνών - Μεσογείων 96, Αθήνα
2. Υπεύθυνη δήλωση με την οποία θα γνωστοποιούν την Τράπεζα και τον λογαριασμό σε μορφή ΙΒΑΝ, όπου θα γίνεται η κατάθεση της εκκαθάρισης και επιπλέον ότι: "...δεν έχω καταθέσει άλλα δικαιολογητικά πλην των ήδη κατατεθειμένων για την συγκεκριμένη υπόθεση.
Η Αν/τρια Προϊσταμένη της Γενικής Δ/νσης
Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΥ
Ακριβές αντίγραφο 
Ο Προϊστάμενος του τμήματος κ.α.α. 
Νικ. Κοντογιώργης

 

 

 

                                                                            ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΙΤΛΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ-ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑΣ ΛΟΓΩ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑΣ ΜΕΡΟΥΣ ΑΥΤΗΣ

Η νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου και την παροχή έκθεσης υπεύθυνης γνώμης για το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του ακινήτου αυτού, καθώς και τη σύνταξη στη συνέχεια με βάση τα δικά του σχέδια του  προσυμφώνου και πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα οποία η εργολήπτρια εταιρεία προέβη στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής α) των καταστημάτων, β) των αποθηκών και γ) των θέσεως στάθμευσής και των δύο κτιρίων ανέρχεται σε 195.882 (4.6221,5+ 40618, 5+ 31092 + 42069+ 35881) ευρώ. Από το ποσόν αυτό ο ενάγων παραιτείται του ποσού των 44.027 ευρώ (15.000.000 δραχμές) το οποίο έχει εισπράξει σύμφωνα με το από 20-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και το οποίο σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στο συμφωνητικό αφορά αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων. Επομένως ο ενάγων δικαιούται από την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 151.855 (195.882-44.027) ευρώ, θα του επιδικαστεί όμως το ποσόν των 144.086 ευρώ στο οποίο περιόρισε την απαίτηση του, ενώ η συνολική του απαίτηση ανέρχεται σε 145553,30 (144086 + 1467,3) ευρώ. Το ποσόν αυτό αποτελεί την ελάχιστη αμοιβή του ενάγοντα που προβλέπεται από τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς η από 20-9-1996 συμφωνία με την οποία ορίστηκε ως ελάχιστη αμοιβή το ποσόν των 30.000.000 δραχμών είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη καθόσον πρόκειται περί αμοιβής κατώτερης από την ελάχιστη που υπολογίστηκε όπως παραπάνω στον ποσόν 153.322. 3 ευρώ. Κατά το άρθρο 181 του ΑΚ, η ακυρότητα μέρους συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο, εάν ένα μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο, αυτή ισχύει κατά το υπόλοιπο μέρος της, εκτός εάν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επιχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος. Επομένως, ο ισχυριζόμενος ότι η δικαιοπραξία, συνεπεία της ακυρότητας ενός μέρους της, είναι εξ ολοκλήρου άκυρη, οφείλει να επικαλεσθεί τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι οι δικαιοπρακτούντες (και επί συμβάσεως αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι) απέδωσαν κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας τέτοια σπουδαιότητα στο άκυρο μέρος της, ώστε εάν γνώριζαν τότε την ακυρότητα του μέρους αυτού, δεν θα προέβαιναν στη σύναψη της σύμβασης. Και τούτο απαιτείται γιατί δεν πρόκειται περί ερμηνείας της πραγματικής βούλησης των μερών, οπότε αυτή εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά περί αποδείξεως της υποθετικής βούλησης, η οποία θα προκύψει από την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλείται ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας προς συναγωγή της υποθετικής βούλησης. Εάν ο προτείνων την ακυρότητα του όλου δεν επικαλείται τα πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της και κήρυξε μέρος μόνο της ένδικης συμβάσεως δικηγορικών υπηρεσιών ως άκυρο και δη: εκείνο το τμήμα της συμβάσεως με το οποίο ορίστηκε αμοιβή - του αναιρεσείοντος μικρότερη από την ελάχιστη που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις και όχι ολόκληρη την ένδικη σύμβαση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται κακή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 181 ΑΚ είναι απαράδεκτος, διότι δεν προεβλήθησαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα ως άνω ειδικότερα περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει και δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη.-Άρειος Πάγος 509/2012

 

 

(...)

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 91 § 1 του ΝΔ 3026/1954" περί κώδικας των Δικηγόρων", ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην των δαπανών και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη ενώ κατά την § 1 του άρθρου 92 του ίδιου κώδικα", τα της αμοιβής του δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλη διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμία δε περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται την εν άρθρων 98 και επομ. ελαχίστων ορίων αυτής". Σύμφωνα δε με το εδάφιο β της τελευταίας αυτής διατάξεως, που προστέθηκε με την § 3 του άρθρου 5 του ΝΔ/τος 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980 "πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς της". Από το συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζόμενου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους δικηγορικού λειτουργήματος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ρυθμίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέως του, με την οποία ο τελευταίος αναθέτει στο δικηγόρο το δικαστικό ή εξώδικο χειρισμό μίας μόνο κατ' ιδίαν πράξεως ή του συνόλου των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση και αναλαμβάνει την υποχρέωση να του καταβάλει για το σύνολο των ενεργειών του ορισμένη αμοιβή και αν δεν καταρτίστηκε συμφωνία για την αμοιβή, ο δικηγόρος δικαιούται ως αμοιβή τα ελάχιστα όρια αυτής, που ορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του δικηγορικού κώδικα, ενώ η συμφωνία για λήψη μικρότερης των ελαχίστων ορίων της καθορισμένης στα άρθρα 98 επ του ίδιου κώδικα, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς του ήτοι πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας και υπό οποιαδήποτε μορφή και αν συνάπτεται, όπως αφέσεως χρέους, κατ' άρθρο 454ΑΚ ή άλλης συμφωνίας, είναι άκυρη και κατ' άρθρο 180 ΑΚ, θεωρείται μη γενόμενη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 98 επ. και 160 του κώδικα περί Δικηγόρων, ο δικηγόρος στον οποίο ανατέθηκε η εντολή ελέγχου των τίτλων ιδιοκτησίας ακινήτου και συντάξεως σχετικής εκθέσεως, κατ' εντολή εκείνου που προτίθεται να καταρτίσει δικαιοπραξία αγοράς του ακινήτου, είτε κτήσεως άλλου εμπράγματου δικαιώματος, εάν επακολουθήσει η κατά το επόμενο άρθρο 161 σύνταξη σχεδίου δημοσίου εγγράφου, οφείλεται στο δικηγόρο αμοιβή, η οποία ορίζεται στο 1,5% του ποσού της αξίας του ακινήτου. Στην αμοιβή αυτή περιλαμβάνεται και εκείνη που προβλέπεται από το άνω άρθρο 161 του ίδιου κώδικα. Αν δεν επακολουθήσει σύνταξη εγγράφου ή σχεδίου, η οφειλόμενη αμοιβή στο δικηγόρο ορίζεται σε ποσοστό 1.3 που ορίζεται κατά τα ανωτέρω. Κατά δε το άρθρο 161 § 1 του άνω κώδικα όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 25 του Ν. 723/1977 " δια την σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων ιδιωτικών ή δημοσίων εγγράφων περί πάσης φύσεως δικαιοπραξιών, το ελάχιστο όριον αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται επί τη βάσει της αξίας του αντικειμένου αυτής: α) δια το μέχρι 5.000.001 δραχμών ποσόν, σε ποσοστό 1% και β) δια το από 5.000.001δραχμών, ποσόν σε ποσοστό 0,5%,"κατά δε την § 5 του ίδιου άρθρου "επί δικαιοπραξίας επί πλειόνων αντικειμένων, το όριο τούτο κανονίζεται κατά τα ανωτέρω, επί τη βάσει της αξίας που έχουν εν συνόλω τα αντικείμενα αυτά". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι προκειμένου περί εργολαβικής συμβάσεως που καταρτίστηκε με βάση σχέδιο του ενάγοντος δικηγόρου, με την οποία μεταβιβάζονται ποσοστά εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, έναντι της κατασκευής οικοδομής από ανεξάρτητες και αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, ορισμένες των οποίων συμφωνείται να περιέλθουν στον οικοπεδούχο και ορισμένες στο εργολάβο, η αμοιβή του συντάξαντος το σχέδιο του εργολαβικού δικηγόρου κατ' εντολή του εργολάβου, καθορίζεται από την αξία των ιδιοκτησιών (διαμερισμάτων, κτισμάτων) που περιέρχονται στον εντολέα του εργολάβο, η κατασκευή των οποίων αποτελεί το αντικείμενο του έργου και όχι από την αξία όλων των ιδιοκτησιών που ανεγέρθησαν βάσει τη εργολαβικής συμβάσεως. Ως αξία του ακινήτου επί του οποίου υπολογίζεται το ανωτέρω ποσοστό (1,5%) της δικηγορικής αμοιβής νοείται η πραγματική αγοραία αξία του.Σύμφωνα με το άρθρο 190 του κώδικα Δικηγόρων, οι απαιτήσεις των δικηγόρων για τις αμοιβές και τις δαπάνες τους παραγράφονται μετά από μία πενταετία, η οποία αρχίζει αν μεν πρόκειται για διοικητικές υποθέσεις ή εξώδικες πράξεις από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η σχετική πράξη αν δε πρόκειται για δίκες από το τέλος του έτους κατά το οποίο ενεργήθηκε η τελευταία διαδικαστική πράξη. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η αξίωση του δικηγόρου για την αμοιβή του γεννιέται και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της από το χρονικό σημείο, κατά το οποίο ενήργησε την εξώδικη πράξη ή την τελευταία διαδικαστική πράξη στη δίκη, ή έπαυσε από οποιοδήποτε λόγο να εκπροσωπείται τον εντολέα του, ο χρόνος δεν της παραγραφής αρχίζει από το τέλος του έτους στο οποίο εμπίπτει η κατά τα ανωτέρω γένεση της αξιώσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά στις ρυθμιζόμενες από το προαναφερόμενο άρθρο 190 κώδικα Δικηγόρων περιπτώσεις, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η δικαστική επιδίωξη της αξίωσης δεν είναι δυνατή και από νομικούς λόγους, εφόσον δηλαδή συντρέχουν νομικά κωλύματα που καθιστούν αυτή αδύνατη, είτε γιατί το ορίζουν ρητές ειδικές διατάξεις που την απαγορεύουν ευθέως, είτε διότι υφίσταται αναβλητική ένσταση του μη απαιτητού ή ληξιπρόθεσμου της αξιώσεως, εξαιτίας συμφωνημένης αναβλητικής αίρεσης ή προθεσμίας, η οποία έχει ως αναγκαίο κατά νόμο αποτέλεσμα τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως για ορισμένο χρόνο, δεδομένου ότι από το άρθρο 12 § 3 κώδικα Δικηγόρων, "επιτρέπεται συμφωνία εξαρτώσα την αμοιβή του δικηγόρου εξ οιασδήποτε αιρέσεως". Εξάλλου, με το λόγο αναιρέσεως του αριθμ.1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ελέγχεται το σφάλμα στη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), του νομικού συλλογισμού ή στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (πραγματικές παραδοχές) στην μείζονα, εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό. Αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση, ήτοι όταν η περιγραφή των περιστατικών είναι τόσο "ατελής", ή "ελλιπής" ή "αντιφατική", ώστε να μην μπορεί να διαγνωσθεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με τον λόγο του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: περί τα μέσα του έτους 1991, ο δεύτερος των εναγομένων και ήδη αναιρεσείων Χ. Β., ενδιαφερόμενος για την κατασκευή καταστημάτων σε οικόπεδο ... επί της οδού ..., ήλθε σε επικοινωνία με τον ενάγοντα δικηγόρο και ακολούθως του ανέθεσε ατομικά, δυνάμει της από 6-5-1992 έγγραφης συμβάσεως... την εντολή να ελέγξει τους τίτλους κυριότητας ακινήτου, που βρίσκεται στην περιοχή της Κηφισιάς και να συντάξει σχετική έκθεση αντί αμοιβής ποσού 15.000.000 δραχμών, την οποία και του κατέβαλε. Στη συνέχεια ο ως άνω Χ. Β., δυνάμει του από 15-7-1992 ιδιωτικού συμφωνητικού συστάσεως Ετερόρρυθμης Εμπορικής Τεχνικής Εταιρίας, συνέστησε ως μόνος ομόρρυθμος εταίρος, μαζί τους Κ. σύζυγο Χ. Β., Γ. Χ. Β., Ε. Κ., ως ετερορρύθμους εταίρους την ... εταιρεία με την επωνυμία "Χ. Β. και Σία ΕΕ", με σκοπό την ανέγερση, με το σύστημα της αντιπαροχής, συστήματος καταστημάτων με υπόγειους χώρους στάθμευσης στον προαναφερόμενο οικόπεδο, εκτάσεως 3886,36 τ.μ και αξίας ανά ... . Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι ο ενάγων κατόπιν εντολής της πρώτης εναγομένης, δια του νομίμου εκπροσώπου της, δεύτερου εναγομένου ανέλαβε να ελέγξει τους τίτλους και να παράσχει υπεύθυνη γνώμη περί του δικαιώματος ιδιοκτησίας επ' αυτού προς τον σκοπό να προβεί στη σύνταξη προσυμφώνου συμβολαίου και πράξεως σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας. Μετά δε τον έλεγχο τίτλων και τη σύνταξη έκθεσης για το ιδιοκτησιακό καθεστώς συνέταξε σχέδιο προσυμφώνου εργολαβικού και πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας με βάση δε τα σχέδια αυτά καταρτίστηκαν το υπ' αριθ. .../22-6-1994 προσύμφωνο συμβόλαιο εργολαβικού της συμβολαιογράφου Αθηνών ... και η υπ' αριθμ. .../1-12-1994 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας της αυτής συμβολαιογράφου, με την οποία ο ιδιοκτήτης του ως άνω οικοπέδου ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στην εργολήπτρια πρώτη εναγόμενη ποσοστό 775/1000 αδιαιρέτως του οικοπέδου ως αντάλλαγμα για τις δαπάνες ανεγέρσεως επ' αυτού του συγκροτήματος παρακρατώντας για τον εαυτό του ποσοστό 225/1000 αδιαιρέτως. Η αμοιβή του ενάγοντα, με βάση την αγοραία αξία των ιδιοκτησιών που περιήλθαν στην πρώτη εναγόμενη ... υπολογίζεται ως εξής: Οι θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων με τα σχέδια του αρχιτέκτονος μηχανικού Σ. Α. ανέρχονται σε 210. Η αξία εκάστης θέσεως...επωλείτο κατά μέσον όρο αντί 5.000.000 δραχμών εκάστη ήτοι 210 θέσεις x 5.000.000 δραχμές =1.050.000.000 δραχμές, άλλως 3.081.435 ευρώ. Επομένως ο ενάγων δικαιούται αμοιβή το ποσό των 46.221,5 ευρώ (3.081.435 X 1,5%). Επίσης το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων δικαιούται ως αμοιβή και τα ποσά : α) 40.618,5 ευρώ, β)31092 Ευρώ γ) 42069 και 35881 ευρώ για την προαναφερόμενη αιτία.Συνεπώς η νόμιμη αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων ιδιοκτησίας του άνω ακινήτου και την παροχή έκθεσης υπεύθυνης γνώμης για το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του ακινήτου αυτού, καθώς και τη σύνταξη στη συνέχεια με βάση τα δικά του σχέδια του ως άνω προσυμφώνου και πράξης οριζόντιας ιδιοκτησίας με τα οποία η εργολήπτρια εταιρεία προέβη στην ανοικοδόμηση του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής α) των καταστημάτων, β) των αποθηκών και γ) των θέσεως στάθμευσής και των δύο κτιρίων ανέρχεται σε 195.882 (4.6221,5+ 40618, 5+ 31092 + 42069+ 35881) ευρώ. Από το ποσόν αυτό ο ενάγων παραιτείται του ποσού των 44.027 ευρώ (15.000.000 δραχμές) το οποίο έχει εισπράξει σύμφωνα με το από 20-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό και το οποίο σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στο παραπάνω συμφωνητικό αφορά αμοιβή του για τον έλεγχο των τίτλων. Επομένως ο ενάγων δικαιούται από την παραπάνω αιτία το συνολικό ποσό των 151.855 (195.882-44.027) ευρώ, θα του επιδικαστεί όμως το ποσόν των 144.086 ευρώ στο οποίο περιόρισε την απαίτηση του, ενώ η συνολική του απαίτηση ανέρχεται σε 145553,30 (144086 + 1467,3) ευρώ. Το ποσόν αυτό αποτελεί την ελάχιστη αμοιβή τυ ενάγοντα που προβλέπεται από τις διατάξεις του κώδικα δικηγόρων που προαναφέρθηκαν και συνεπώς η από 20-9-1996 συμφωνία με την οποία ορίστηκε ως ελάχιστη αμοιβή το ποσόν των 30.000.000 δραχμών είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη καθόσον πρόκειται περί αμοιβής κατώτερης από την ελάχιστη που υπολογίστηκε όπως παραπάνω στον ποσόν 153.322. 3 ευρώ. Περαιτέρω δέχτηκε το Εφετείο ότι " αποδείχτηκε ότι με το άρθρο 2 του από 20-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι " ως αμοιβή του δεύτερου των συμβαλλομένων για τις αναφερθείσες εργασίες του συμφωνείται να καταβληθούν εις αυτόν παρά της ετερορρύθμου εταιρείας Χ. Β. και ΣΙΑ ΕΕ 30.000.000 δραχμές εις μετρητά και δη ως εξής: α) ... β) ... και γ) δραχμές 10.000.000 το αργότερον μέχρις ολοκληρώσεως όλων των θεμάτων της αντιπαροχής". Με τον όρο αυτόν του συμφωνητικού συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων αναβλητική αίρεση μη απαιτητού της ληξιπρόθεσμης αξίωσης του ενάγοντα (αμοιβής του) για ορισμένο χρόνο ήτοι μέχρι ολοκληρώσεως όλων των θεμάτων της αντιπαροχής, η οποία έχει ως αναγκαίο επακόλουθο τον αποκλεισμό της δικαστικής επιδίωξης της απαίτησής του, για το χρόνο αυτό. Έτσι ο ενάγων δεν μπορούσε να επιδιώξει δικαστικά την απαίτησή του μέχρι 5-12-2000 που με ιδιωτικό συμφωνητικό αποφασίστηκε η λύση της εταιρείας την 31-12-2000 και ολοκληρώθηκαν όλα τα θέματα της αντιπαροχής και η έναρξη της παραγραφής άρχισε από το τέλος του έτους που ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της δηλ. την 31-12-2000 και ολοκληρώθηκε την 31-12-2005. Η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε την 14-4-2004 και επιδόθηκε στους εναγόμενους την 24-4-2004 δηλ. προ της συμπληρώσεως του χρόνου παραγραφής. Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε εν μέρει τις ένδικες αξιώσεις και υποχρέωσε τους εναγομένους σε ολόκληρο τον καθένα να καταβάλλουν στον ενάγοντα το ποσό των 145.553.30 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, για τους ανωτέρω λόγους, κάνοντας δεκτή κατά ένα μέρος την έφεση των εναγομένων. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 91,92, 98 επ. 160, 161, 190 ΝΔ 3026/1954, 180, 201, 251 του ΑΚ. Επιπλέον διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τα ουσιώδη ζητήματα. "της συμφωνηθείσας δικηγορικής αμοιβής και της ακυρότητας αυτής, ως προς το μέρος που αφορά την αμοιβή, 2) του ύψους της νόμιμης ελάχιστης δικηγορικής αμοιβής που οφείλεται στον ενάγοντα, 3) της εν μέρει εξόφλησης αυτής από τους εναγόμενους, 4) της απόρριψης της ένστασης των εναγομένων περί παραγραφής των ανωτέρω ποσών που όφειλαν στον ενάγοντα και 5) την συμφωνία περί αναβλητικής αιρέσεως μη απαιτητού της ληξιπρόθεσμης αξίωσης του ενάγοντα για τον ανωτέρω χρόνο, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικών δικαίου διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Επομένως, τα περί αντιθέτου με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο κύριους και πρώτο πρόσθετο, λόγους αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ εκτιθέμενα είναι αβάσιμοι.Κατά το άρθρο 181 του ΑΚ, η ακυρότητα μέρους συνεπάγεται την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, αν συνάγεται ότι δεν θα επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος της. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο, εάν ένα μέρος της δικαιοπραξίας είναι άκυρο, αυτή ισχύει κατά το υπόλοιπο μέρος της, εκτός εάν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επιχειρείτο χωρίς το άκυρο μέρος. Επομένως, ο ισχυριζόμενος ότι η δικαιοπραξία, συνεπεία της ακυρότητας ενός μέρους της, είναι εξ ολοκλήρου άκυρη, οφείλει να επικαλεσθεί τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται ότι οι δικαιοπρακτούντες (και επί συμβάσεως αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι) απέδωσαν κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας τέτοια σπουδαιότητα στο άκυρο μέρος της, ώστε εάν γνώριζαν τότε την ακυρότητα του μέρους αυτού, δεν θα προέβαιναν στη σύναψη της σύμβασης. Και τούτο απαιτείται γιατί δεν πρόκειται περί ερμηνείας της πραγματικής βούλησης των μερών, οπότε αυτή εξευρίσκεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αλλά περί αποδείξεως της υποθετικής βούλησης, η οποία θα προκύψει από την απόδειξη των πραγματικών περιστατικών τα οποία επικαλείται ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα της όλης δικαιοπραξίας προς συναγωγή της υποθετικής βούλησης. Εάν ο προτείνων την ακυρότητα του όλου δεν επικαλείται τα πραγματικά περιστατικά, ο ισχυρισμός του είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ δια της μη εφαρμογής της και κήρυξε μέρος μόνο της ένδικης συμβάσεως δικηγορικών υπηρεσιών ως άκυρο και δη: εκείνο το τμήμα της συμβάσεως με το οποίο ορίστηκε αμοιβή - του αναιρεσείοντος μικρότερη από την ελάχιστη που προβλέπουν οι προαναφερόμενες διατάξεις και όχι ολόκληρη την ένδικη σύμβαση, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 181 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται κακή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 181 ΑΚ είναι απαράδεκτος, διότι δεν προεβλήθησαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας τα ως άνω ειδικότερα περιστατικά από τα οποία εξαρτάται η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε τη δυνατότητα να εφαρμόσει και δεν εφήρμοσε την εν λόγω διάταξη.Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη η μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότ δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά, απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην προκείμενη περίπτωση, κατά της ένδικης αγωγής ως προς την καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, οι αναιρεσείοντες πρότειναν παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος. Ειδικότερα, ισχυρίζονται: 1) ότι από το έτος 1994 δεν τους όχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο ούτε άφησε να ευνοηθεί ότι η αμοιβή του θα ανερχόταν σε 218.851 ευρώ. 2)ότι υπό τα ως άνω περιστατικά πλήρους παραπλανήσεώς τους και η μετά δέκα έτη έγερση της αγωγής έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να διέπουν τις συναλλαγές και προς τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος έτσι ώστε η άσκηση του να είναι καταχρηστική . Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμη την προβληθείσα ένσταση εκ του άρθρου 281 ΑΚ, καθόσον τα περιστατικά που επικαλούνται οι εναγόμενοι, όπως ότι ο ενάγων ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η αμοιβή του καθορίζεται από την αξία των ιδιοκτησιών που περιέρχονταν σ' αυτόν ως αμοιβή για την εργολαβική σύμβαση ποσοστό επί της αξίας του οικοπέδου και των κτισμάτων και ότι ουδέποτε τους όχλησε για την καταβολή της αμοιβής του και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, καθόσον μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση των δικαιωμάτων του από την παροχή υπηρεσιών του..... ή ότι τέτοιο δικαίωμα δεν θα ασκηθεί, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ δεύτερος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ ως πράγματα των οποίων η λήψη ή η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή αντενστάσεως και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του Δικαστηρίου. Επίσης ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται αν το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο κύριο λόγο αναιρέσεως κατά τον από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της συμφωνίας της 30-9-1996 ποσού 25.000.000 δρχ ή 73367,57 ευρώ που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον προστιθέμενο το ποσό αυτό σε εκείνα των συμφωνιών της 6-5-1996 και 20-9-1996 προσδίδει το ποσό των 205429.11 ευρώ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή του ενάγοντα, η οποία είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης προβλεπόμενης από τον κώδικα Δικηγόρων των 195.882 ευρώ και επομένως η κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι πρέπει να αμειφθεί με ποσοστό 1% της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων είναι εσφαλμένη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του ενάγοντος, πλην όμως δεν το εξέτασε γιατί το κεφάλαιο αυτό δεν είχε προσβληθεί με την έφεση του ενάγοντα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο κύριο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του το περιεχόμενο του από 20-9-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού, από το οποίο αποδεικνύεται ότι ποσό των 15.000.000 δρχ. δεν συμπεριλαμβάνεται σ'αυτό, αλλά σε εκείνο το συμφωνητικό της 6-5-1992 και ήδη είχε ενωρίτερον εξοφληθεί. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά αφού το διέγνωσε σωστά, το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣΑπορρίπτει την από 9-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 4022/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους από 30-11-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως. ΚαιΚαταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2012 καιΔημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012.Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

τζαμάς ιορδανίδης αργυρούπολη ελληνικό, νέα σμύρνη κρύσταλλα τζάμια, ηλιούπολη τζάμια κρύσταλλα, άλιμος τζάμια κρύσταλλα ιορδανίδης


6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB
PRchecker.info

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ