ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΕΘΝΙΚΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΛΗΜΜΑΤΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ - ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ - ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ - ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1990 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ - Εθνική Νομολογία - Εθνική Νομοθεσία - Διεθνής Νομοθεσία, Συμβάσεις, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Νομολογία 

ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ ΠΡΟΤΟΥ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΤΕ ΣΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ

ΝΟΜΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟΝ

ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΜΑΣ ΕΔΩ

 

  • Α

ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ

ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ-ΑΓΡΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΓΡΟΤΟΥΡΙΣΜΟΣ

ΑΓΩΓΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

ΑΓΩΓΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ

ΑΓΩΓΗ ΔΟΙΚΗΤΙΚΗ ΑΙΤΗΜΑ

ΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΔΟΣΙΑΣ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΑΔΕΙΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ - ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ (γενικά)

ΑΙΓΙΑΛΟΣ (παραλία)

ΑΙΡΕΣΕΙΣ (Αναβλητική Αίρεση)

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΑΚΥΡΩΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΑΜΕΛΕΙΑ ΜΗ ΣΥΝΗΔΗΤΗ

ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΕΝΟΧΗΣ

ΑΝΑΠΗΡΙΑ (Συνταξιούχοι)

ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΑΣΕΛΓΕΙΑ

ΑΠΑΤΗ

ΑΣΕΛΓΕΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ (ΠΤΩΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ)

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ

ΑΤΕΛΗΣ ΕΝΟΧΗ

ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΚΤΙΣΜΑ

 

  • Γ

ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ

ΓΟΚ

ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ

  • Δ

ΔΗΜΟΣΙΟΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ (Αγωγή για αποδοχές)

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ

ΔΙΑΘΗΚΗ ΑΚΥΡΩΣΗ

ΔΙΑΘΗΚΗ ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ ΥΠΟ ΚΡΑΤΟΣ ΑΠΕΙΛΗΣ

ΔΙΑΤΡΟΦΗ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΔΟΜΗΣΗ (ΓΕΝΙΚΑ)

ΔΟΜΗΣΗ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ

ΔΟΜΗΣΗ ΠΑΡΑΛΙΑΣ - ΑΙΓΙΑΛΟΥ

ΔΟΜΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

ΔΟΜΗΣΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΔΟΣΙΛΟΓΟΣ

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ

ΔΟΛΟΣ

ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ ΣΥΝΟΦΑΝΤΙΚΗ

ΔΩΡΕΑ

ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ

  • Ε

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΕΠΙ ΔΗΛΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΥΠΑΛΛΑΚΤΙΚΩΣ ΜΕΙΚΤΟ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

ΕΓΚΛΗΣΗ

ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΕΚΒΙΑΣΗ - ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

ΕΝΟΧΕΣ - ΕΝΟΧΗ

ΕΝΟΧΗ ΑΤΕΛΗΣ

ΕΝΟΧΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ

ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΥΠΗΡΕΣΙΑ (ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ - ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

ΕΠΕ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ

ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ

ΕΠΙΤΑΓΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗ

ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΥΜΒΑΣΗ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ

 

  • Ι

ΙΣΤΙΝΤΟΥΤΑ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ

 

  • Κ

 

ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ

ΚΤΗΡΙΟ ΠΤΩΣΗ

ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

ΚΤΙΣΜΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ

ΚΤΙΣΜΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΣΕ ΑΙΓΙΑΛΟ

ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΨΙΛΗ

ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

 

  • Λ

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

ΛΟΓΟΔΟΣΙΑ

 

  • Μ

ΜΕΣΙΤΕΙΑ

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ

 

 

  • Ν

ΝΑΡΚΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΝΟΜΕΑΣ - ΝΟΜΗ

 

  • Ο

ΟΔΗΓΗΣΗ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΗΡΕΙΑ ΑΛΚΟΟΛ

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ

ΟΡΙΑ ΑΙΓΙΑΛΟΥ

 

 

  • Π

ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ (ΚΒΣ)

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ

ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΛΗΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ

ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

ΠΤΩΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ

ΠΤΩΧΕΥΣΗ (Αίτηση Κήρυξης πτώχευσης)

ΠΤΩΧΕΥΣΗ - ΣΥΝΔΙΚΟΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ

ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟ ΣΩΜΑ

 

  • Ρ

ΡΗΤΡΑ

  • Σ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ 2014

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΣΥΝΔΙΚΟΣ ΠΤΩΧΕΥΣΗΣ

ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΣΥΝΤΑΞΗ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΝΑΤ (Κ.Ε.Α.Ν.)

ΣΩΚΙΝΕΙΟΣ ΡΗΤΡΑ

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ

  • Τ

ΤΑΜΕΙΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΑ

ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ

ΤΟΚΟΙ

ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ-ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ

ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ

 

  • Υ

ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ (ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ)

ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

 

  • Χ

ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟ

 

  • Φ 

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

ΦΟΡΟΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

 

  • Ψ

ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ

  • Ω

ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ

*************

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΜΑΣ ΤΙΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ

 

 ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΣΤΟΝ WWW.KWDIKAS.GR

 

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΚΕΙΜΕΝΑ ΠΕΡΙΛΗΨΕΩΝ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

 ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ

 

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ON LINE ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ - ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΜΟΡΦΗΣ

 

ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ 

 ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

 

ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ

ΣΤΗΝ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ  ΝΟΜΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΓΙΑ ΟΛΑ ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ - ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΡΤΕΛΕΣ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

 

www.kwdikas.gr

 

ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ - ΣΤΟ ΠΛΕΥΡΟ ΤΟΥ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ - ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥ - ΤΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΛΟΓΙΣΤΗ - ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ - ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ

 

ΑΠΟ ΤΟ 1967

 

ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ Η ΥΛΗ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ

ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΤΩΡΑ - ΕΤΟΣ 2014

 

ΓΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ - ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΑ - ΕΓΓΡΑΦΗ

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΟΡΟΦΟΥ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ

– ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ –

ΑΚΥΡΩΤΗΤΑ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

Κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει και όταν είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως ιδρύεται όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της αποφάσεως στο σύνολό της, ήτοι όχι μόνο από το διατακτικό της αλλά και από τις αιτιολογίες της (Ολ.Α.Π.13/1995, Α.Π.1441/2000). Χρηστά ήθη κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως είναι οι κανόνες που εκφράζουν τις αντιλήψεις του μέσου, εμφρόνως και χρηστώς σκεπτόμενου, κοινωνικού ανθρώπου και κρατούν ως ρυθμιστικοί κανόνες κοινωνικής συμβιώσεως Α.Π.1441/2000. Εξάλλου κατά την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 897 αριθ.6 Κ.Πολ.Δ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί…………………………….

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ – ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΠΩΛΗΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΩΝ

Δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν τη δυνατότητα να υπερυψώσουν έναν όροφο εμβαδού 764,58 τετραγωνικών μέτρων στο επίμαχο κτίριο πάνω από την οροφή του δώματος του ... και ότι η δυνατότητα τους αυτή αποκλείσθηκε με τις προσθήκες στις οποίες προέβη η πρώτη εναγομένη. Έτσι δεν υπέστησαν τις αναφερόμενες

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟΣ – ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ – ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΥΕΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ – ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ

Η νέα ρύθμιση δεν καταλύει το δεδικασμένο που απορρέει από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, βασιζόμενη στην προηγούμενη ρύθμιση και μπορεί έτσι να επιχειρηθεί κατ' αρχήν η εκτέλεσή της, όμως η εκτέλεση αυτή ή ανάλογα η εκτέλεση της διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε επίσης υπό το καθεστώς της παλαιάς ρύθμισης και απέκτησε στη συνέχεια κατά το άρθρ. 633§2 ΚΠολΔ δύναμη δεδικασμένου (ΟλΑΠ 6/1996), θα συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, που αποτελεί ουσιαστικό ελάττωμα του τίτλου και συνεπώς θα μπορεί να προσβληθεί με την ανακοπή του άρθρ. 933 ΚΠολΔ μέσα στην προθεσμία του άρθρ. 934………………………………

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΠΩΛΗΤΗ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ

Κατά την έννοια του άρθρου 904 Α.Κ., υποχρέωση απόδοσης της ωφελείας από εκείνον που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία ή με ζημία άλλου, αναγνωρίζεται όχι μόνον στις ενδεικτικώς αναφερόμενες σε αυτό περιπτώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού, δηλαδή της αχρεώστητης παροχής και της παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία. Τέτοια αιτία που να δικαιολογεί τη διατήρηση……………………

 

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΟ ΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΝΟΜΙΚΟΥ ΟΡΟΥ

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΑΥΤΟΣ Ο ΙΣΤΟΤΟΠΟΣ ΕΔΩ

Δημιουργούμε γρήγορα γρήγορα ένα πλούσιο Αλφαβητικό Ευρετήριο Νομικών Όρων στην

online Νομική Βιβλιοθήκη Ηλεκτρονική μορφής

Μέσω της οποία θα μπορείτε να βρείτε Νομολογία Δικαστηριακών Αποφάσεων από

Το ΑΕΔ –Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, από το Δικαστήριο Του ΑΠ - Αρείου Πάγου και Από το Συμβούλιο της επικρατείας ΣτΕ. Ελεγκτικό Συνέδριο και Εφετεία

Επίσης ‘μέσα’ σε κάθε Λήμμα που επιλέγετε, θα μπορείτε να βρείτε και

Κωδικοποιημένη Νομοθεσία, σχετική με κάθε Δικαστική Απόφαση που διαβάζετε, η οποία πάντα περιλαμβάνει την περίληψή της.

Τα πάντα Συντάσσονται υπό την Επιτροπή Ειδικών Επιστημόνων – Δικηγόροι – Συμβολαιογράφοι και Ορκωτοί Λογιστές

Όλη την Νομολογία που θα βρείτε στα ακόλουθα λήμματα, μπορείτε να την βρείτε και εντός του κάθε Νομικού Περιοδικού μας

Σε κάθε δίμηνο

Σε κάθε κεφάλαιο (εντός του διμήνου).

Πλήρης Ανάλυση Νομικών Όρων γύρω από όλα τα αντικείμενα της Νομικής Επιστήμης – Αλφαβητικό Ευρετήριο Νομολογίας Τελεσίδικων Δικαστηριακών Αποφάσεων

ΑΠΑΝΤΑΜΕ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΥ ΦΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ 

Το οποίο μπορείτε να δείτε και εντός των Ηλεκτρονικών Νομικών Περιοδικών μας.

Μην ξεχνάτε ποτέ τα Πάσης Φύσεως Υποδείγματα Δικογράφων τα οποία υποδείγματα συνοδεύουμε πάντα από Νομολογία Καθώς και Κωδικοποιημένη Νομοθεσία

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΟΡΟΙ – ΛΗΜΜΑΤΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΟΡΩΝ – ΝΟΜΙΚΗ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ –

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ – ΝΟΜΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ – ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΡΤΕΛΕΣ –

ΤΜΗΜΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ 

 

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΟΛΑ  ΣΤΗΝ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

(Ηλεκτρονικά Νομικά online Περιοδικά, Λοιπές Καρτέλες και Υποδείγματα Δικογράφων, Υποδείγματα πάσης φύσεως,

 (Μία Πλήρης Νομική βιβλιοθήκη Για Το Επάγγελμα του Νομικού και όχι μόνον)

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΤΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ - ΡΩΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ

 

ΔΕΙΤΕ ΟΛΕΣ ΜΑΣ ΤΙΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ


ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ – ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ - ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966 "περί κωδικοποιήσεως κ.λπ. της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας" και 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων εργατικών τινών νόμων κ.λπ." και εκείνων των υπ' αριθμ. 8900/1946 και 25825/1951 κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας προκύπτει, ότι ο εργατοτεχνίτης που εργάζεται με ημερομίσθιο και προσφέρει εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, της……………………

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΑΓΟΡΑΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ – ΙΑΤΡΟΣΗΜΟ ΓΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΙΔΙΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ – ΑΙΤΗΣΗ ΑΡΣΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΩΣ – ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΤΣΑΥ

Επειδή, κατά το άρθρο 48 & 1 του Κώδικα Α.Ε.Δ., το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, σε περίπτωση εκδόσεως, ως προς την έννοια τυπικού νόμου, αντιθέτων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αίρει την αμφισβήτηση ύστερα από αίτηση…..β) καθενός που έχει έννομο συμφέρον. Τέτοιο έννομο συμφέρον υπάρχει και όταν ο αιτών υπήρξε διάδικος στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε εκείνη από τις συγκρουόμενες αποφάσεις που έκρινε αντίθετα προς τις απόψεις του……………………….

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΝΠΔΔ – ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ – ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή ΅ε ζη΅ία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, όπως και επί των νο΅ικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί. Και αυτό διότι, σύμφωνα…………………….

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ – ΕΝΝΟΜΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ – ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΝΟΧΗΣ

που δεν προτάθηκαν, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους πρώτον και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων απέρριψε την ένσταση εξοφλήσεως των ένδικων δανείων που είχε προβάλει ο αναιρεσείων, δεχόμενο ότι ο τελευταίος δεν είχε αποδώσει στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερθέντα ποσά που είχε λάβει ως δάνειο………………………….

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ – ΕΝΝΟΜΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ – ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΝΟΧΗΣ

τείο, που, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως καταρτισθείσα τη σύμβαση, των ως άνω δανείων (και τη στηριζόμενη σ' αυτήν αγωγή του αναιρεσιβλήτου), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή λήψεως υπόψη ουσιωδών πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, και τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τους πρώτον και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την …………………………………..

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρο 559 αρ.18 του Κ.Πολ.Δικ. με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση", θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, ως κύρωση της παραβάσεως της αρχής της ιεραρχίας, με την παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με την αναιρετική απόφαση σχετικά με κριθέν από αυτή ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 επομ., 62, 63, 94, 118 αριθ. 4, 216 παρ. 1, β, 322 παρ. 1, 324, 331 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο, αυτοτελές αντικείμενο της δίκης και για το …………………………………

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ – ΩΡΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ – ΜΗ ΕΓΚΥΡΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ – ΠΡΟΣΛΗΩΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΗ ΩΡΟΜΙΣΘΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

 

ακυρότητας σύμβασης εργασίας με το Δημόσιο είναι τούτο υποχρεωμένο να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία από την εργασία που του παρασχέθηκε, η οποία (ωφέλεια) συνίσταται στην αμοιβή που εξοικονόμησε και την οποία θα κατέβαλε σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και το οποίο θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνον που παρέσχε την εργασία. Η απόδοση όμως της ωφέλειας κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε εκείνον που εργάστηκε με άκυρη σύμβαση εργασίας αποκλείεται, όταν δεν υπήρχε για τον εργοδότη νομική δυνατότητα για σύναψη έγκυρης σύμβασης εργασίας, διότι στην περίπτωση…………………………….

 

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ – ΠΟΤΕ ΝΟΕΙΤΑΙ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΟΣ -

Ως πλουτισμός δε νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του εναγομένου, δηλαδή, είτε θετική επαύξηση της περιουσίας του, είτε αποθετική (αποφυγή ελαττώσεως της περιουσίας). Τέτοιο δε πλουτισμό συνιστά, στην περίπτωση αφανούς εταιρίας με σκοπό την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου (ακινήτου), η χρηματική συνεισφορά του αφανούς εταίρου προς τον εμφανή διαχειριστή εταίρο, ο οποίος αποκτά, υπό την ιδιότητα αυτή, το ακίνητο στο όνομά του, χωρίς στη συνέχεια να μεταβιβάζει αυτό κατά κυριότητα στον αφανή εταίρο κατά το λόγο της εταιρικής του μερίδας, ώστε να καταστεί κι αυτός κοινωνός του κτηθέντος πράγματος, με αποτέλεσμα να επωφελείται

 

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ -  ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ – ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ΑΠΟ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

 

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ` αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο ……………………………

 

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

 

Το μεν άρθρ. 1047§1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρ. 11 του ως άνω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει γενικότερα την απαγγελία προσωπικής κράτησης για υποχρεώσεις από σύμβαση, επομένως και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη πληρωμή οφείλεται αποκλειστικά σε αντίστοιχη οικονομική αδυναμία, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρείται ανέπαφη η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για απαιτήσεις από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 23/ 2005, ΑΠ 889/2010, 33/2011, 272/2011). Επανάληψη της ρύθμισης του άρθρ. 11 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα αποτελεί η διάταξη του άρθρ……………………..

 

ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΕΚΔΟΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 79 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 5960/1933

 

Για να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας κατά του εκδότη επιταγής που δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, δεν αρκεί να συντρέχουν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαπιστώνεται και η επέλευση ζημίας, αφού η αξίωση εκ του άρθρου 914 του ΑΚ ιδρύεται μόνο αν συντρέχουν οι όροι της αστικής και όχι μόνο της ποινικής………………………

 

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΑΚΥΡΗ ΑΠΟΛΥΣΗ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΔΙΔΑΓΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ

 

Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 ιδίου Κώδικα, που εφαρμόζονταιαναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεωςκαι αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτεικαι αυτεπαγγέλτως, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή ηκατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο τηςαναιρέσεως και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή ή ματαίωση της………………………………………….

 

ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΑΜΕΣΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ –

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ

 

Περαιτέρω, από το άρθρο 11 του ίδιου ως άνω νόμου συνάγεται ότι επιταγή μπορεί να εκδοθεί μέσω τρίτου προσώπου,ως αμέσου αντιπροσώπου, ο οποίος με τη θέση της δικής του υπογραφής εγκύρως δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο,στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί (άμεση αντιπροσώπευση), εφόσον γίνεται μνεία επί του σώματοςτης επιταγής ότι ο τρίτος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου και εφόσον η ενέργεια τουαντιπροσώπου στηρίζεται σε εγγράφως παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα. Με την έννοια αυτή, το αδίκημα της εκδόσεωςακάλυπτης επιταγής διαπράττεται μόνο από τον εκδίδοντα και δη τον υπογράφοντα την επιταγή. Επί εκδόσεωςακάλυπτης επιταγής με αντιπρόσωπο………………………………

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΒΑΘΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Καταδίκη κατηγορουμένου για απάτη σε βαθμό κακουργήματος. Παρουσιάστηκε στον Εγκαλούντα ως έμπειρος χρηματιστής, με οικονομική ευρωστία και ότι μπορεί να του εξασφαλίσει αποδοτική επένδυση των χρημάτων………………….

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 …………………………….

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΑΕ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως, στην έκθεση, ώστε να αποτελεί με αυτή ενιαίο όλο……………..

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΡΘΡΟ 79 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ Ν.5960/1933

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο

τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της

έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος………………………….

.

ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΑΓΩΓΗΣ – ΔΙΩΞΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ' αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ' αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο εν γνώσει…………………………….

 

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΩΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκηση της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του αρθρ. 1164 ΑΚ, που δεν αφορά πάντως την παρούσα υπόθεση. Κατά την έννοια αυτή η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με τη μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των αρθρ. 1022 επ. ΚΠολΔ. Σε κατάσχεση όμως υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας……………………………..

 

ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ – ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1094, 1192 ΑΚ, 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο………………………….

 

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΡΗΤΡΑΣ –

ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚ 409

Κατά την διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, "με την σύμβαση μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και την λειτουργία της συμβάσεως αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο, ενώ είναι έγκυρος και η εκμίσθωση αλλοτρίου πράγματος, κινητού ή ακινήτου. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσεως έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνον στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και τον μισθωτή………………….

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΕΠΙ ΔΗΛΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ – ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 1142, 1800, 1813 , 1820, 1825, 1827, 1829 ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ – ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ – ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ – ΣΟΚΙΝΕΙΟΣ ΡΗΤΡΑ – ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ - ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

Από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με αυτή σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί στοιχείου της κληρονομίας που καθορίζεται ειδικά, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη να καταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο εκείνου επί του δήλου πράγματος………………………………………

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΔΩΡΕΑ – ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΩΤΗΣ – ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΩΡΕΑΣ ΛΟΓΩ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρήτης έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγό ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή το στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του…………………………………………………

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΠΟΤΕ ΑΠΟΣΒΗΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΨΙΛΟ ΚΥΡΙΟ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει, ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο……………………………………………

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΔΩΡΕΑ ΨΙΛΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ – ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΩΡΗΤΗ – ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΞΙΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ – ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΔΩΡΕΟΔΟΧΟΥ – ΑΞΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΗΣ

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 § 2 και 1833 ΑΚ, όπως αυτά ίσχυαν πριν από τον Ν.1329/1983 (και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 88 του νέου νόμου), συνάγεται ότι για να προστεθεί (λογιστικώς) στην κληρονομία και να υπολογισθεί στη νόμιμη μοίρα η παροχή που έγινε σε μεριδιούχο…………………….

 

 ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

κατ' αυτού από κοινού σχετικής περί αποζημιώσεως αγωγής, τελούντες μεταξύ τους σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, και μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της εφαρμοζόμενης επί αδιαιρέτου παροχής διάταξης του άρθρου 495 ΑΚ, κατά την οποία εκάτερος εξ αυτών νομιμοποιείται μόνος του στην άσκηση της περί αποζημιώσεως αγωγής, ζητώντας την καταβολή της παροχής προς όλους, εκτός αν μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή έχει συμφωνηθεί διαφορετικά και δή ότι το δικαίωμα της είσπραξης της αποζημίωσης ……………………………….

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ - ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ (ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ) – ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1142,1800,1813 παρ.1, 1820 παρ. 1, 1825, 1827 και 1829 ΑΚ, η εγκατάσταση αναγκαίου κληρονόμου (μεριδούχου), όπως είναι και το γνήσιο τέκνο, σε μόνη την ψιλή κυριότητα ορισμένου κληρονομιαίου ακινήτου, ενώ η επικαρπία αυτού καταλείφθηκε σε άλλους, αποτελεί περιορισμό αυτού, ο οποίος θεωρείται σαν να μη έχει γραφεί όσο βαρύνει………………….

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΚΟΙΝΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΝΟΧΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ – ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 1142, 1171, 1172, 1179 και 1180 ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση καταστροφής ξένου πράγματος με υπαίτια και παράνομη πράξη τρίτου, επί του οποίου άλλος έχει δικαίωμα επικαρπίας, η επικαρπία δεν αποσβήνεται αλλά εκτείνεται στο ποσό της οφειλόμενης από τον υπαίτιο………………….

 

 

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ -  ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ – ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ΑΠΟ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

 

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο……………………………………….

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

 

Το μεν άρθρ. 1047§1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, το δε άρθρ. 11 του ως άνω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει γενικότερα την απαγγελία προσωπικής κράτησης για υποχρεώσεις από σύμβαση, επομένως και κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη πληρωμή οφείλεται αποκλειστικά σε αντίστοιχη οικονομική αδυναμία, ενώ σε κάθε περίπτωση διατηρείται ανέπαφη η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης………………..

 

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ – ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ΑΠΟ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να την εμφανίσει προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), (άρθρ. 1255 ΑΚ). Αν, η επιταγή δεν πληρωθεί και την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, εκείνος που ζημιώνεται και πάλι από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι ο τελευταίος. Επομένως, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών………………………………….

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, με το άρθρ. 5§1περ.β της οποίας ορίζεται σχετικά ότι επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, και όταν το πρόσωπο υποβλήθηκε σε κανονική σύλληψη και κράτηση "εις εγγύησιν εκτελέσεως υποχρεώσεως οριζομένης υπό του νόμου". Η δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης στις παραπάνω περιπτώσεις δεν προσκρούει στις επιταγές των άρθρ. 2§1, 5§§1-4, 7§2 και 25§1 του Συντάγματος, εφόσον η επερχόμενη μ' αυτή στέρηση της προσωπικής ελευθερίας προβλέπεται με νόμο…………………………

 

ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΕΚΔΟΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 79 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 5960/1933

 

Για να γεννηθεί αξίωση αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας κατά του εκδότη επιταγής που δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα,δεν αρκεί να συντρέχουν τα στοιχεία της νομοτυπικής μορφής του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να διαπιστώνεται και η επέλευση ζημίας…………………

 

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΑΚΥΡΗ ΑΠΟΛΥΣΗ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΔΙΔΑΓΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστήαναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέαςυποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους………………………………

 

ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΑΜΕΣΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ –

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ

 

δράστης (αυτουργός) του εν λόγω εγκλήματος είναι ο αντιπρόσωπος, ενώ ο

αντιπροσωπευόμενος τρίτος, για λογαριασμό του οποίου εκδίδεται αυτή μπορεί να είναι ποινικά υπεύθυνος ως ηθικός

αυτουργός ή ως συνεργός. Επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής με αντιπρόσωπο, δράστης (αυτουργός) του εν λόγω

εγκλήματος είναι ο αντιπρόσωπος, ενώ ο αντιπροσωπευόμενος τρίτος, για λογαριασμό του οποίου εκδίδεται αυτή,

μπορεί να είναι ποινικά……………………..

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΒΑΘΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

 Ο οποίος με τη θέση της δικής του υπογραφής εγκύρως δεσμεύει τον αντιπροσωπευόμενο,

στο όνομα και για λογαριασμό του οποίου ενεργεί (άμεση αντιπροσώπευση), εφόσον γίνεται μνεία επί του σώματος

της επιταγής ότι ο τρίτος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου και εφόσον η ενέργεια του

αντιπροσώπου στηρίζεται σε εγγράφως παρασχεθείσα πληρεξουσιότητα. ……………………….

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.ΑΠ 23/2007,Ολ.Α.Π. 30/2003). …………………………………

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΑΕ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.2 και 474 παρ.1 του ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι το ένδικο μέσο της αναιρέσεως ασκείται με δήλωση του δικαιούμενου διαδίκου, για την οποία συντάσσεται έκθεση ως συστατικός τύπος, ενώπιον των οριζόμενων από τις παραπάνω διατάξεις αρμοδίων οργάνων. Στα όργανα αυτά, περιλαμβάνεται και ο Γραμματέας του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, συντρέχει η προϋπόθεση του άρθρου 474 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, που ορίζει ότι στην έκθεση ασκήσεως του ενδίκου μέσου πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται, και συνεπώς είναι παραδεκτή η αναίρεση, όταν στο κύριο σώμα της εκθέσεως αυτής που φέρει την υπογραφή του αρμόδιου γραμματέα, μνημονεύεται μόνο η προσβαλλόμενη απόφαση (ή βούλευμα), χωρίς να αναφέρεται κανένας λόγος, επισυνάπτεται, όμως………………………..

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

 Είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο την εξέδωσε είτε υπό την ιδιότητα του καταστατικού οργάνου του νομικού προσώπου, είτε έχοντας τη σχετική εξουσία αντιπροσωπεύσεως του, είτε εμφανιζόμενο ότι έχει την ανωτέρω ιδιότητα ή εξουσία. Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί……………………….

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΑΕ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ – ΤΡΟΠΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

Η εν λόγω αναίρεση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έχει ασκηθεί νομοτύπως και είναι τυπικά παραδεκτή, αφού το παραπάνω συρραμμένο δικόγραφο που περιέχει τους λόγους αναιρέσεως, με τα αναφερθέντα τυπικά στοιχεία, αποτελεί ενιαίο σύνολο και συνέχεια της αντίστοιχης εκθέσεως αναιρέσεως, που περιέχει τη δήλωση του αναιρεσείοντος για άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω οι λόγοι αναιρέσεως. Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 και 2 περ. α' του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση………………………………..

 

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΡΘΡΟ 79 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ Ν.5960/1933

Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν.5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο

τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της

έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής. Από τη ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημοσίου..................................

 

ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΑΓΩΓΗΣ – ΔΙΩΞΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Για την πληρότητα δε του δικογράφου της αγωγής, με την οποία διώκεται η κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις αποζημίωση του κομιστή μη πληρωθείσας, αν και νομοτύπως και εμπροθέσμως εμφανισθείσας, επιταγής απαιτείται κατ' αρθ. 216 ΚΠολΔ να διαλαμβάνεται σ' αυτό 1) η έκδοση της επιταγής από τον εναγόμενο……της μη πληρωμής της επιταγής με διαμαρτυρικό ή με έγγραφη δήλωση του πληρωτού, γραφόμενη επί του τίτλου, ή με δήλωση γραφείου συμψηφισμού, πράγμα που επιβάλλεται, με βάση το άρθρο 40 του Ν. 5960/1933, για την εξ επιταγής αγωγή……………………

 

 

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ – ΕΓΓΡΑΦΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ – ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ – ΙΤΑΛΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ – ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΕΤΙΑ – ΝΟΜΗ ΣΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

Ο συννομεύς ή οι συννομείς αν κατέχουν ολόκληρο το κοινό, θεωρούνται κατέχοντες τούτο και επ' ονόματι των λοιπών και δεν μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητα τούτων δια χρησικτησίας και κατά το ανήκον στους λοιπούς κοινωνούς ποσοστό πριν ή καταστήσουν σ' εκείνους γνωστό ότι νέμονται ολόκληρο το κοινό πράγμα ήτοι και κατά το ανήκον σ' εκείνους ποσοστό ώστε της αποφάσεώς του αυτής να λάβουν γνώση καθ' οιονδήποτε τρόπο οι λοιποί κοινωνοί. Τέτοια γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού συννομείς, εξεδήλωσαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τη βούληση να μην είναι νομείς (συννομείς) πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί εκουσίας αποξενώσεως των από το κοινό…………………………

 

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ – ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΔΑΣΗ -  Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ

Τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη, κατά τη διαδικασία του διατάγματος αυτού, προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του εν λόγω διατάγματος ……ύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του νόμου ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος"΄………………

 

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΥΚΛΑΔΩΝ ΝΗΣΩΝ

Στην περιφέρεια των Κυκλάδων νήσων, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 εδ. β' και 74 του Ν. 998/1979, συνάγοντας τεκμήριο κυριότητας του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, και β) το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης δεχόμενο παρανόμως το πιο πάνω τεκμήριο. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος……………………………..

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ – ΑΜΝΗΜΟΝΕΥΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες………………………………..

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΜΕΤΟΧΙΑ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ – ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΗΜΕΔΑΠΟ ΔΙΚΑΙΟ

οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως. Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος, για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο……………….προσβάλλεται η κυριότητα ή η νομή επί των μετοχίων, οι Ιερές Μονές στις οποίες αυτά ανήκουν, μπορούν, ως κύριοι και νομείς τους, να ασκήσουν για την άρση της προσβολής τις αγωγές κυριότητας και νομής. Οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν και προτού ακόμη πάψει ο προορισμός των μετοχίων για την εκπλήρωση θρησκευτικού σκοπού, προτού δηλαδή………………………

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ – ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ – ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΥΛΙΚΕΙΟΥ

πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, μεταξύ άλλων, και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα κοιμητήρια (νεκροταφεία), τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στους ιδρύσαντες αυτά δήμους και κοινότητες, που έχουν τη διοίκηση και διαχείρισή τους, αποτελούν δε δημόσια περιουσία και δεν………………. στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου [άρθρο 13 εδάφ. α' της Υ.Α. Α5/1210 της 19.4/10.5.1978 (Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών) "περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων"]…………………………….

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ – ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ

Το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικ. Λυκούρη. Με τα παραπάνω δεδομένα τόσο το αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο όσο και το υπ' αριθ. ../////. δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Νικ. Ζωγράφου είναι άκυρα κατά το μέρος που αφορούν τη διάθεση (μεταβίβαση) του Ι. Ναού των Αγ. Αποστολών, δηλαδή παροχή απαγορευμένη από το νόμο, αφού ο ναός αυτός………………δηλαδή στην ενσωματωμένη στη σύμβαση της πωλήσεως μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση, η δωρεά του ναού, ως σύμβαση που καταρτίσθηκε………………

 

ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ – ΤΕΛΕΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΙ ΤΟΚΟΙ – ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑΣ – ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ – ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ

το έγκλημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, εάν δε ο δράστης συνομολογήσει και λάβει τέτοια ωφελήματα δεν τελεί δύο εγκλήματα αλλά ένα και μόνο. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου όπως αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β ν. 2721/99, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη ……………..συνήθεια τελέσεως τοκογλυφικών πράξεων η οποία ετιμωρείτο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστο 6 μηνών και χρηματική ποινή και η οποία εδιώκετο αυτεπαγγέλτως………………… παρέθεσε στο προσβαλλόμενο βούλευμα με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά διέλαβε σ΄αυτό την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των αρ. 98, 404 παρ. 2 και 3 ΠΚ που εφάρμοσε αφού, με βάση τα περιστατικά που εκτέθηκαν, ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των περιστατικών αυτών στη διάταξη που εφαρμόσθηκε είναι εφικτός όσον αφορά τις επί μέρους τοκογλυφικές πράξεις του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι αναφέρονται αναλυτικά τα ποσά των χορηγηθέντων δανείων, η χρονική διάρκεια αυτών και τα ποσά των ληφθέντων αντιστοίχων ποσών τόκων και έτσι είναι δυνατός ο υπολογισμός του ποσοστού τόκου που ζήτησε και έλαβε ο αναιρεσείων……………………………………………

 

ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟ - ΛΗΞΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ - ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ – ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ ΓΙΑ ΤΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

(διεκδικητική αγωγή) δικαιούται να ασκήσει, τόσο κατά του αντισυμβαλλόμενου (χρησάμενου), όσο και κατά του τρίτου (εκτός συμβάσεως χρησιδανείου), προς τον οποίο έχει παραχωρηθεί περαιτέρω (από το χρησάμενο) η χρήση του πράγματος, εφόσον βέβαια εκάτερος τούτων, είναι και νομέας ή κάτοχος αυτού, ενώ τη δεύτερη, μόνο κατά του αντισυμβαλλόμενου. Και σε περίπτωση μεν επιλογής ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής, για το ορισμένο……… της παραχώρησης της χρήσεως του αναφερόμενου διαμερίσματος λόγω χρησιδανείου, στον πρώτο αναιρεσείοντα, παρά του οποίου παραχωρήθηκε περαιτέρω στο δεύτερο, φιλανθρωπικό σωματείο (και λειτούργησε ως γηροκομείο), της κατεδάφισης της εσωτερικής κλίμακας που συνέδεε το διαμέρισμα αυτό του πρώτου ορόφου, με το διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου, ιδιοκτησίας επίσης της ενάγουσας και της ασκήσεως της αγωγής το Δεκέμβριο του έτους 1990, δηλαδή μετά τριετία από την καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου και της εκ πάντων τούτων μη δημιουργίας ευλόγου πεποιθήσεως των εκπροσώπων του σωματείου, ότι το ακίνητο δεν πρόκειται να αναζητηθεί, η άσκηση του δικαιώματος της αγωγής, δεν είναι πράγματι αντίθετη με την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος…………………………………….

 

ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟ – ΕΥΘΥΝΕΣ ΝΟΜΕΑ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ – ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ ΝΟΜΕΑ-ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ

ο έβδομος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 19 και 20 του Κ.Πολ.Δ., για ''ανέλεγκτο'' και κατά ''παραμόρφωση των εγγράφων'' για τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, καθορισμό από το δικαστήριο της μισθωτικής αξίας του αναφερόμενου διαμερίσματος, είναι απαράδεκτος, κατά το πρώτο μέρος του γιατί υπό την επίκληση πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και κατά το δεύτερο, γιατί δεν αναφέρονται συγκεκριμένα έγγραφα, των οποίων το περιεχόμενο, φέρεται ότι παραμορφώθηκε……………………………………….

 

ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ ΚΑΤ’ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ,ΤΕΛΕΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑΣ,ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΙ ΤΟΚΟΙ,ΩΛΕΛΗΜΑΤΑ

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (αρ. 13 εδ. στ ΠΚ) επανειλημμένη τέλεση συντρέχει και επί τελέσεως του εγκλήματος κατ' εξακολούθηση αφού πρόκειται για μορφή πραγματικής ομοειδούς συρροής. Προηγούμενη καταδίκη του δράστη για το έγκλημα αυτό δεν απαιτείται. Ακολούθως, κατά το άρθρο 98 ΠΚ «αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή. Για την επιμέτρησή της το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων». Από τη διάταξη αυτή, που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς…….. πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό…….. Η τοκογλυφία προ της ισχύος του ν. 2721/3.6.99 διώκετο κατ' έγκληση (άρ. 404 παρ. 5 ΠΚ) , πλην της περιπτώσεως συνδρομής των όρων της παραγράφου 3 δηλαδή της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως τοκογλυφικών πράξεων η οποία ετιμωρείτο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστο 6 μηνών και χρηματική ποινή και η οποία εδιώκετο αυτεπαγγέλτως. Με το άρθρο 14 ν.2721/99 καταργήθηκε η κατ' έγκληση δίωξη της πλημμεληματικής τοκογλυφίας και σήμερα  όλες οι μορφές της διώκονται αυτεπαγγέλτως………………………………………….

 

ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ ΓΙΑ ΤΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ - ΛΗΞΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ - ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του Α.Κ. για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο, δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου……………….επιλογής ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής, για το ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., του δικογράφου αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία της κυριότητας και η κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο………………………………………

 

ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΔΟΜΗΣΗ – ΚΤΙΣΜΑΤΑ – ΚΑΤΑΔΑΦΗΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ

Τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή άλλως πως χρησιμοποιούνται . Προς τούτο ο προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει………….
 Οι διατάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και του θαλασσίου χώρου και επιβάλλουν την αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει αλλοιωθεί με την χωρίς άδεια ανέγερση πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος. Η εκτέλεση, εξ άλλου, τεχνικών έργων επί του αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 12 ή του άρθρου 14 του Ν. 2971/2001, αναλόγως της φύσεως του έργου, και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι όροι προστασίας της ακτής, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος…………………………

 

Η Έννοια του άρθρου 897 του κώδικα πολιτικής δικονομίας,

 

Τα κωδικοποιημένα άρθρα του Νόμου Και όλη η σχετική Νομολογία που αφορά στην συγκεκριμένη περίπτωση του αδικαιολόγητου Πλουτισμού για ανέγερση ορόφου πολυκατοικίας χωρίς άδεια

 

Αδικαιολόγητος πλουτισμός 1990 -2014 Με Νομολογία και Νομοθεσία – Όλα τα άρθρα του Νόμου

 

Η Έννοια του άρθρου 904 του Αστικού Κώδικα για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η υποχρέωση απόδοσης ωφελείας του ανθρώπου που έγινε πλουσιότερος

 

Η Νομολογία που αφορά στα άρθρα 904 του Αστικού κώδικα

 

Σε ποιες περιπτώσεις του Νόμου Ισχύει ο Αδικαιολόγητος πλουτισμός, όλη η σχετική Νομολογία του Αρείου πάγου όπως έχει αποφασιστεί από το Δικαστήριο Α.Π. – ΑΠ από το 1990 μέχρι και τώρα 2014

 

Νομολογία Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, Κώδικας ΑΕΔ άρθρο 48 ΚΑΙ ΆΡΘΡΟ 1 ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ Α.Ε.Δ

 

Αντίθετες δικαστικές αποφάσεις Αρείου Πάγου – Συμβουλίου της επικρατείας και Ελεγκτικού Συνεδρίου

 

Δεδικασμένο Διαδικαστικών Προϋποθέσεων

 

Κανόνας Ουσιαστικού Δικαίου

 

Η Έννομη συνέπεια του πραγματικού και απόσβεση ενοχής

 

Σύμβαση Δανείου και Εξόφληση Δανείου νομολογία και νομοθεσια

 

Σύμβαση Δανείου και Αδικαιολόγητος Πλουτισμός

 

Φαρμακευτικά Ιδιοσκευάσματα

 

Έννοια Αγορανομικής διάταξης,Αίτηση άρσης αμφισβητήσεως,

 

Ιατρόσημο για Φαρμακευτικά Ιδιοσκευάσματα

 

Άρθρο 897 αριθμός 6 του κπολδ

 

Ακύρωση Διαιτητικής Απόφασης

 

Διαιτητική απόφαση αντίθετη προς τις διατάξεις της Δημόσιας Τάξης

 

Παράβαση Κανόνων ουσιαστικού δικαίου

 

Εργολήπτρια Εταιρία – Εταιρεία

 

Εσφαλμένη Εφαρμογή του άρθρου 897 παράγραφος 6 του κΠολΔ

 

Δαπάνες με τις οποίες θα επιβαρυνόταν η εναγομένη ως εργολήπτρια εταιρεία για να αποπερατώσει το έργο που είχε αναλάβει να εκτελέσει

 

Κατάθεση στον γραμματέα του διαιτητικού δικαστηρίου, τις δαπάνες στις οποίες προήλθαν για υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και για χρωματισμούς και λοιπό ηλεκτρολογικό εξοπλισμό, καθώς και για θερμαντικά σώματα και εξαρτήματα θυρών στο περιερχόμενο στη δεύτερη από τους ήδη ενάγοντες διαμέρισμα

 

Αρμόδιες Πολεοδομικές Αρχές

 

Κατά παράβαση του Γ.Ο.Κ. και των λοιπών πολεοδομικών διατάξεων

 

Διαφυγόντα κέρδη πωλητών οριζόντιων ιδιοκτησιών

 

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ.α' Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το Δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέου ή παράλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιον κανόνα εσφαλμένα

 

Διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5, 8 παρ. 1, 9 και 13 του Ν. 3741/1929, 1002, 1108 και 1117 του Α.Κ. προκύπτει ότι με τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας επιτρέπεται να επιφυλαχθεί υπέρ ενός ή περισσότερων ιδιοκτητών οριζόντιας ιδιοκτησίας το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω, προς τα κάτω και προς τα πλάγια

 

 

Το δικαίωμα αυτό της επέκτασης, που είναι μεταβιβαστό και σε τρίτον μη οροφοκτήτη, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο των ήδη υφισταμένων, οριζοντίων ιδιοκτησιών.

 

Συντελεστές Δόμησης – Επέκταση Οικοδομής – Ανέγερση Ορόφου

 

Η Δύναμη του Δεδικασμένου – Ρύθμιση που δεν καταλύει το Δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση

 

Διαταγή Πληρωμής Νομολογία και Κωδικοποιημένη Νομοθεσία – Δικαστικές Αποφάσεις Διαταγής Πληρωμής και κωδικοποιημένη Νομοθεσία μαζί

 

Καταχρηστική επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης (Δικαστηριακή Νομολογία και Κωδικοποιημένη Νομοθεσία, Όλα τα κωδικοποιημένα άρθρα του Νόμου) ανεξάρτητα από την ρύθμιση του άρθρου 940 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ΚΠολΔ

 

Αποζημίωση Λόγω Αδικοπραξίας Δικαστική απόφαση και Νομοθεσία – άρθρα του κώδικα κωδικοποιημένα και μη – αδικοπραξία

 

Πλουτισμό συνιστά κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του λήπτη που μπορεί να εμφανίζεται είτε ως αύξηση του ενεργητικού ή μείωση του παθητικού της περιουσίας του είτε αντιστρόφως ως αποφυγή αύξησης του παθητικού της ή μείωσης του ενεργητικού της (ΟλΑΠ 6/1994-Νομολογία και Νομοθεσία –Δικαστηριακή Απόφαση για το τι συνιστά Πλουτισμό), η οποία διαφορετικά θα συνέβαινε και τέτοια είναι προπάντων η περίπτωση αποφυγής δαπανών, στις οποίες ο υπόχρεος ήταν για πραγματικούς λόγους αναγκασμένος να προβεί ή όφειλε από το νόμο ή τη σύμβαση να έχει προβεί (ΑΠ 1057/2011)

 

Η Έννοια Του Αδικαιολόγητου Πλουτισμού Μέσα Από την Νομολογία καθώς και όλα τα άρθρα του Νόμου - Αχρεώστητη παροχή και παροχή για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη, αλλά σε κάθε περίπτωση κατά την οποία από την παροχή του δότη γίνεται πλουσιότερος ο λήπτης χωρίς νόμιμη αιτία

 

Παροχή σε εκτέλεση άκυρης σύμβασης, ναι μεν δικαιούται να αναζητήσει από τον λήπτη που έγινε πλουσιότερος από την περιουσία του αδικαιολόγητα αυτό που έδωσε πλην όμως πρέπει να ισχυρισθεί και αποδείξει κατά τα άρθρα 216 παρ.1,335 και 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τη δόση ορισμένης παροχής τη συγκεκριμένη αιτία της παροχής και το λόγο για τον οποίο είναι μη νόμιμη η αιτία

 

Πότε επιτρέπεται αναίρεση κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ.

 

Οι Διατάξεις των άρθρων 1, 2, 7 και 10 παρ. 1 του Β.Δ. 748/1966 "περί κωδικοποιήσεως κ.λπ. της κειμένης νομοθεσίας περί εβδομαδιαίας και Κυριακής αναπαύσεως και ημερών αργίας" και 2 παρ. 1 του Ν. 435/1976 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων εργατικών τινών νόμων κ.λπ." 

 

Εργατικοί Νόμοι – Νομοθεσία Εργατικών Θεμάτων – Τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των Διατάξεων Εργατικών Νόμων και Θεμάτων Εργασιακών

 

Διατάξεις και Νομολογία Εργατικού Δικαίου και Ασφαλιστικού Δικαίου – Διατάξεις και Κωδικοποιημένη Νομοθεσία Δημοσίου Ασφαλιστικού Δικαίου – Επιθεώρηση Νομολογίας Εργατικού Κοινωνικού Και Ασφαλιστικού Δικαίου

 

Ερμηνεία Κωδικοποιημένων Άρθρων του Αστικού Κώδικα – Ερμηνεία του Αστικού Κώδικα Σύμφωνα με τα άρθρα του ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ – ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

 

Σύγχρονες συναλλαγές ενοχικού δικαίου, συμβάσεις Αστικού Δικαίου της Ανάλυσης των ενοχών- Χρηματοδοτική Μίσθωση (λιζινγ – leasing), Επιχειρήσεις και Δικαιόχρηση – Νομικές Έννοιες – Νομική Συμβουλή – Νομικές λύσεις – Νομικά Περιοδικά

 

Αγωγές και Αιτήσεις στο Αστικό Δίκαιο και όλα τα σχετικά με αυτά τα θέματα Υποδείγματα Δικογράφων, Αιτήσεις Αστικού Δικαίου και Υπόδειγμα δικογράφου για κάθε μία από αυτές

 

Η αγωγή στο Αστικό Δίκαιο και όλα τα υποδείγματα δικογράφων μαζί με Νομολογία και Κωδικοποιημένη Νομοθεσία

 

Ανάλυση των ζητημάτων του Αστικού δικαίου (Νομολογία και Νομοθεσία) και σε θέματα γενικότερης σημασίας και ευρήτερης έννοιας, σε ανάλυση των κανόνων δικαίου, πλήρης ανάλυση, όπως και σε κάθε νομικό περιοδικό,Έννομη σχέση και ανάλυση Των κανόνων της έννομης σχέσης ιδιωτικού Δικαίου νομολογία και νομοθεσία μαζί

 

Δικαιοπραξίες Νομολογία και Νομοθεσία Κωδικοποιημένα Νομοθετικά Διατάγματα και μη

 

Αδικοπραξίες Νομολογία και Νομοθεσία

 

Δικαιοπρακτική Ικανότητα – Δικαιοπρακτική Ανικανότητα

 


ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΟΜΙΚΟ ΟΡΟ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΟΛΗ Η ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΟΠΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΗΜΕΡΑ

ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΕΚΤΑΣΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣ

ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΠΩΛΗΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΩΝ

ΠΩΛΗΤΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ KAI ΚΕΡΔΗ ΠΩΛΗΤΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ

ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΑ ΚΕΡΔΗ ΠΩΛΗΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ

ΟΛΗ Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΤΟΚΙΣΜΟ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ

ΡΥΘΜΙΣΗ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΥΕΙ ΤΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΣΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΓΟΡΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ –

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΠΩΛΗΤΗ

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΣΤΟ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΜΑΚΡΟΧΡΟΝΙΑ ΑΔΡΑΝΕΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΕΡΓΑΤΟΤΕΧΝΙΤΕΣ – ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ – ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ – ΕΝΝΟΙΑ ΑΓΟΡΑΝΟΜΙΚΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ – ΙΑΤΡΟΣΗΜΟ ΓΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΙΔΙΟΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ – ΑΙΤΗΣΗ ΑΡΣΗΣ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕΩΣ – ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΤΣΑΥ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΝΠΔΔ  

ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ

ΣΥΜΒΑΣΗ - ΣΥΝΑΨΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ

 ΕΝΝΟΜΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΝΟΧΗΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΦΛΗΣΗ

ΕΝΝΟΜΗ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ

ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΝΟΧΗΣ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ

ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΤΙΜΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΕΚΤΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΩΡΟΜΙΣΘΙΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ

ΩΡΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

ΜΗ ΕΓΚΥΡΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΠΡΟΣΛΗΨΗ ΚΑΙ ΑΜΟΙΒΗ ΩΡΟΜΙΣΘΙΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ

ΠΟΤΕ ΝΟΕΙΤΑΙ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΟΣ 

 

ΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

 

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

 

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ

 

ΚΟΜΙΣΤΕΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

 

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ ΑΠΟ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΛΟΓΩ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΣ ΚΑΤΑ ΕΚΔΟΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

Η ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 79 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 5960/1933

ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΑΚΥΡΗ ΑΠΟΛΥΣΗ

ΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΔΙΔΑΓΜΑΤΩΝ ΚΟΙΝΗΣ ΠΕΙΡΑΣ

ΕΚΔΟΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΑΜΕΣΟ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟ

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΜΕΝΗ

 

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΑΠΑΤΗ ΣΕ ΒΑΘΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΟΣ

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΠΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΕΥΘΥΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΑΞΙΩΣΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΟ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟ ΑΕ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

ΤΡΟΠΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ ΜΕ ΔΗΛΩΣΗ

ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΑΡΑΝΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΑΡΘΡΟ 79 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΤΟΥ Ν.5960/1933

ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΑΓΩΓΗΣ

ΔΙΩΞΗ ΚΑΤΑ ΤΙΣ ΠΕΡΙ ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΩΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ

ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ

ΝΟΜΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ

ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

 

ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΡΗΤΡΑΣ

 

ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΑΚ 409

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΕΠΙ ΔΗΛΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 1142, 1800, 1813 , 1820, 1825, 1827, 1829 ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

 ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ

ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ

ΣΟΚΙΝΕΙΟΣ ΡΗΤΡΑ

ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΩΡΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ

ΕΠΙΚΑΡΠΩΤΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΩΡΕΑΣ ΛΟΓΩ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

ΠΟΤΕ ΑΠΟΣΒΗΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΨΙΛΟ ΚΥΡΙΟ

ΔΩΡΕΑ ΨΙΛΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΩΡΗΤΗ

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΞΙΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ

ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΔΩΡΕΟΔΟΧΟΥ

ΑΞΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΗΣ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ

ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΚΟΙΝΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΝΟΧΗ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ

ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΑΙΤΗΣΗ

 

ΚΟΙΝΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΝΟΧΗ

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΤΑΓΗΣ ΛΟΓΩ ΕΝΕΧΥΡΟΥ

ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑΑΠΟΑΚΑΛΥΠΤΗΕΠΙΤΑΓΗ

ΕΚΔΟΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ – ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΡΑΤΗΣΗ

 

  • Α

ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ

ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ

ΑΔΕΙΕΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ

ΑΚΑΛΥΠΤΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΑΜΕΛΕΙΑ ΜΗ ΣΥΝΗΔΗΤΗ

ΑΝΑΠΗΡΙΑ (Συνταξιούχοι)

ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΑΣΕΛΓΕΙΑ

ΑΠΑΤΗ

ΑΣΕΛΓΕΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥ

ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ

ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ ΚΤΙΣΜΑ

 

  • Γ

ΓΕΝΙΚΟΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ

ΓΟΚ

ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ

  • Δ

ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΔΟΜΗΣΗ ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ

ΔΟΜΗΣΗΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ

ΔΟΜΗΣΗΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ

ΔΟΛΟΣ

ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ ΣΥΝΟΦΑΝΤΙΚΗ

ΔΩΡΕΑ

ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ

  • Ε

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΕΠΙ ΔΗΛΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΕΚΔΟΣΗΣ ΑΚΑΛΥΠΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΤ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΕΣΟΔΩΝ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΕΛΟΥΜΕΝΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΥΠΑΛΛΑΚΤΙΚΩΣ ΜΕΙΚΤΟ

ΕΓΚΛΗΜΑ ΨΕΥΔΟΥΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ

ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

ΕΓΚΛΗΣΗ

ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΣΟΔΩΝ

ΕΚΒΙΑΣΗ - ΕΚΒΙΑΣΜΟΣ

ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

ΕΠΕ

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ ΣΥΝΤΑΞΗ

ΕΠΙΤΑΓΗ ΑΚΑΛΥΠΤΗ

ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΑΛΛΟΔΑΠΕΣ

 

  • Κ

ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑ

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΚΤΙΡΙΟΥ

ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ

ΚΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΠΙΣΜΑ

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ

ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

ΚΤΙΣΜΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟ

ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΨΙΛΗ

ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΤΕΚΜΗΡΙΟ

ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

 

  • Λ

ΛΑΘΡΕΜΠΟΡΙΑ

 

  • Μ

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ

 

 

  • Ν

ΝΑΡΚΩΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ

ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ

ΝΟΜΕΑΣ - ΝΟΜΗ

 

  • Ο

ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ

 

  • Π

ΠΑΡΑΒΑΣΕΙΣ (ΚΒΣ)

ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ

ΠΕΡΑΙΩΣΗ ΕΚΚΡΕΜΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ

ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΛΗΣΤΗΡΙΑΣΜΟΙ

ΠΛΟΥΤΙΣΜΟΣ ΑΔΙΚΑΙΟΛΟΓΗΤΟΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

 

  • Ρ

ΡΗΤΡΑ

  • Σ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ 2014

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ

ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

ΣΥΝΤΑΞΗ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ

ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΝΑΤ (Κ.Ε.Α.Ν.)

ΣΩΚΙΝΕΙΟΣ ΡΗΤΡΑ

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΛΑΒΗ ΜΕ ΣΚΟΠΟ

  • Τ

ΤΑΜΕΙΟ ΝΑΥΤΙΚΩΝ

ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

ΤΕΛΩΝΕΙΑΚΑ

ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ

ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ

ΤΟΚΟΙ

 

  • Υ

ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ

ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

 

  • Χ

ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟ

 

  • Φ 

 

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΧΑΡΤΟΣΗΜΟΥ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΙ ΕΛΕΓΧΟΙ

ΦΟΡΟΣ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ

ΦΟΡΟΣ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ

 

  • Ψ

ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ

  • Ω

ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ

 

 

ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 1ο Μέρος -ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ-ΑΓΟΡΑΝΟΜΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΒΙΒΛΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΥ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΗΜΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ-ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΕΡΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ ΚΑΙ ΠΟΤΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΟΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΝΟΜΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ-ΠΤΩΧΕΥΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ-ΚΩΔΙΚΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ 2ο Μέρος (Αστικό Δίκαιο) 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Άρθρο 127

Δικαιοπρακτική Ικανότητα  έχει όποιος έχει συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του, είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία

Άρθρο 128

Ανικανότητα Για Δικαιοπραξία – Ανίκανοι για Δικαιοπραξία

Δικαιοπρακτική  Ανικανότητα  Ανίκανοι  για δικαιοπραξία είναι:

 1. όποιοι δεν  έχουν συμπληρώσει το δέκατο έτος, 2. όποιοι  βρίσκονται σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση.

Άρθρο 129

Περιορισμένα Ικανοί Για Δικαιοπραξία – Περιορισμένη Ικανότητα για Δικαιοπραξία έχουν:

1. οι ανήλικοι που συμπλήρωσαν το δέκατο έτος

2. όποιοι βρίσκονται σε μερική στερητική δικαστική συμπαράσταση

3. όποιοι βρίσκονται σε επικουρική δικαστική συμπαράσταση.

Άρθρο 130

Δήλωση  βούλησης από ανίκανο

Δήλωση Βούλησης Δικαιοπρακτική Ανικανότητα Δηλώσαντος

Η δήλωση βούλησης από ανίκανο για δικαιοπραξία είναι άκυρη.

 Άρθρο 131

Δήλωση Βούλησης Δικαιοπρακτική Ανικανότητα (Δικαιοπραξία)

Η δήλωση της βούλησης είναι άκυρη αν, κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Οι κληρονόμοι μπορούν, μέσα σε μια πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για έναν από τους λόγους της προηγούμενης παραγράφου τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες που έγιναν από τον κληρονομούμενο ή προς αυτόν τότε μόνο:

1. αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία

2. αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας

3. αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται".

 Άρθρο  132

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

 

Αν η δήλωση απευθυνόταν σε άλλον, που αγνούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου με το οποίο συναλλάχθηκε, μπορεί το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί κατά τις περιστάσεις να ανορθώσει τη ζημία που επήλθε από την ακυρότητα, εφόσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού.

Άρθρο 133

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΑΝΙΚΑΤΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ
Δικαιοπραξίες του περιορισμένα ικανού


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΑ ΙΚΑΝΟΙ

 

Πρόσωπα με περιορισμένη ικανότητα είναι ικανά να επιχειρήσουν δικαιοπραξία μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος ή μόνο με τους όρους που τάσσει ο νόμος.

 

Άρθρο 141

ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ

Πλάνη ουσιώδης

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ

 

 

 

 

1.       Η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Άρθρο 138

ΆΚΥΡΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Εικονική δήλωση


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ,ΑΚΥΡΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

 

1.Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη.

2.Αλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.

Άρθρο 139

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΕΙΚΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ,ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ

 

Η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την.

 

Άρθρο 140

Δήλωση από πλάνη


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ ,ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

1.Αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας.

 

Άρθρο 142

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ

Η πλάνη που αναφέρεται σε ιδιότητες του προσώπου ή του πράγματος θεωρείται ουσιώδης, αν κατά τη συμφωνία των μερών ή με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, οι ιδιότητες αυτές είναι τόσο σπουδαίες για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

 

 

 

Άρθρο 143

ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΠΛΑΝΗΣ

Πλάνη ως προς τα παραγωγικά αίτια


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ

     

 

Εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, πλάνη που αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης δεν είναι ουσιώδης.

 

Άρθρο 144

Πότε αποκλείται η ακύρωση λόγω πλάνη

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ,ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

     

 

Η δικαιοπραξία δεν ακυρώνεται λόγω πλάνης: 1. αν ο άλλος δέχεται τη δήλωση της βούλησης όπως την εννοεί ο πλανώμενος 2. αν η ακύρωση αντιβαίνει στην καλή πίστη.

 

Άρθρο 145

Αποζημίωση λόγω της ακύρωσης


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΠΛΑΝΗ ,ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

Οποιος αξιώνει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία επειδή πλανήθηκε έχει υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία που επέρχεται από την ακύρωση στο μέτρο που δεν υπερβαίνει το διαφέρον από την έγκυρη δικαιοπραξία. Η υποχρέωση για αποζημίωση αποκλείεται, αν αυτός που ζημιώθηκε γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την πλάνη.

Άρθρο 146


Εσφαλμένη διαβίβαση δήλωσης


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ

         

 

Αν δήλωση βούλησης διαβιβάστηκε λανθασμένα, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την πλάνη.

Άρθρο 147

Δήλωση ως συνέπεια απάτης


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΑΠΑΤΗ ,ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

     

 

Οποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.

Άρθρο 148


ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΑΠΑΤΗ ,ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΠΛΑΝΗΣ

     

 

Αν η πλάνη που προκλήθηκε από την απάτη δεν είναι ουσιώδης και το άλλο μέρος αποδέχεται τη δήλωση της βούλησης όπως τη θέλησε αυτός που απατήθηκε, το δικαστήριο μπορεί να μην ακυρώσει τη δικαιοπραξία.

Άρθρο 149

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΑΠΑΤΗ ,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

 

Εκείνος που απατήθηκε έχει δικαίωμα, παράλληλα με την ακύρωση της δικαιοπραξίας, να ζητήσει και την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Εχει επίσης δικαίωμα να αποδεχτεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο να ανορθωθεί η ζημία.

Άρθρο 150

 

 

 

 

ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΛΟΓΩ ΑΠΕΙΛΗΣ

Δήλωση ως συνέπεια απειλής

ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΕΣ ,ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΗΣ ,ΑΠΕΙΛΗ ,ΑΚΥΡΩΣΙΜΗ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ

 

Όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλον ή από τρίτο έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία.

 

 

Λήπτης Περιορισμένα Ικανός  Δήλωση της βούλησης προς πρόσωπο που δεν έχει συνείδηση των πράξεών του ή που βρίσκεται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, η οποία περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, είναι άκυρη. Αν αυτός που δήλωσε αγνοούσε ανυπαίτια την κατάσταση του προσώπου, μπορεί κατά τις περιστάσεις το πρόσωπο αυτό να υποχρεωθεί να ανορθώσει τη ζημία του από την ακυρότητα, εφόσον δεν μπορεί να καλυφθεί από αλλού.

Άρθρο 11

Τύπος Δικαιοπραξίας (Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο)

Η δικαιοπραξία είναι έγκυρη ως προς τον τύπο αν είναι σύμφωνη είτε με το δίκαιο που διέπει το περιεχόμενό της είτε με το δίκαιο του τόπου όπου επιχειρείται είτε με το δίκαιο της ιθαγένειας όλων των μερών.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΩΣ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 1166 ΑΚ η επικαρπία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη, η άσκηση της όμως μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του αρθρ. 1164 ΑΚ, που δεν αφορά πάντως την παρούσα υπόθεση. Κατά την έννοια αυτή η άσκηση της επικαρπίας, ως αυτοτελές ενοχικό δικαίωμα, υπόκειται με τη μορφή του ειδικού περιουσιακού στοιχείου σε κατάσχεση κατά τις διατάξεις των αρθρ. 1022 επ. ΚΠολΔ. Σε κατάσχεση όμως υπόκειται και η ίδια η επικαρπία ως εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας, έστω και αν πρόκειται για αμεταβίβαστη επικαρπία, όπως αυτό συνάγεται από το αρθρ. 992 ΚΠολΔ, που δεν περιορίζει τα δυνάμενα να κατασχεθούν εμπράγματα δικαιώματα σε ακίνητο, σε συνδυασμό με το αρθρ. 1259 ΑΚ, που ορίζει ότι η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν, καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο αυτή διαρκεί. Εφόσον δηλαδή η επικαρπία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης, άρα και αναγκαστικής εκποίησης υπέρ του ενυπόθηκου δανειστή, αποτελεί για την ταυτότητα του νομικού λόγου αντικείμενο κατάσχεσης από όλους τους δανειστές του επικαρπωτή και όχι μόνον από τους ενυπόθηκους. Έτσι ο χαρακτήρας της επικαρπίας ως αμεταβίβαστου κατ' αρχήν δικαιώματος, δεν εμποδίζει την ανεξάρτητη από τη θέληση του επικαρπωτή αναγκαστική μεταβίβαση της επικαρπίας, που επέρχεται με τον πλειστηριασμό της κατά το αρθρ. 1005 § 1 ΚΠολΔ, στην έκταση βέβαια και για το χρόνο που θα μπορούσε να διατηρηθεί και στο πρόσωπο του αρχικού επικαρπωτή, αφού με τον πλειστηριασμό ο υπερθεματιστής δεν μπορεί να αποκτήσει περισσότερα δικαιώματα από εκείνα του δικαιοπαρόχου του. Συνεπώς εφόσον κατά το αρθρ. 1167 ΑΚ η επικαρπία, αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και ο ψιλός κύριος αποκτά πλήρη την κυριότητα, αποσβήνεται έκτοτε η επικαρπία και για αυτόν που την απέκτησε με τη διαδικασία του αναγκαστικού πλειστηριασμού.

 

ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ – ΝΟΜΙΚΗ ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ – ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

 

Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1094, 1192 ΑΚ, 216 παρ. 1α' ΚΠολΔ. προκύπτει, ότι, για την πληρότητα της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, του οποίου η κυριότητα αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο, πρέπει ο ενάγων να αναφέρει, εκτός των άλλων, και ότι κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο άμεσος δικαιοπάροχός του ήταν κύριος του πράγματος που μεταβίβασε. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι στοιχείο της αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε να αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης στον πρώτο βαθμό, συζήτησης της αγωγής την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για τη θεμελίωσή της - αγωγής - κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης επίσης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142, 1144, 1166 ΑΚ συνάγονται τα ακόλουθα: Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διακρατώντας όμως ακέραιη την ουσία του. Παρέπεται ότι περιεχόμενο της επικαρπίας είναι, εφόσον από τη συστατική του πράξη δεν προκύπτει κάτι άλλο, η πλήρης, δηλαδή η καθολική άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία, σημειωτέον, εφεξής γίνεται ψιλή. Η επικαρπία συνιστάται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι αντίστοιχες για την κτήση της κυριότητας διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως. Ο κύριος ακινήτου μπορεί, μεταβιβάζοντάς το, για νόμιμη αιτία σε άλλον με συμβόλαιο μεταγεγραμμένο, να παρακρατήσει την επ' αυτού επικαρπία υπέρ του εαυτού του ή υπέρ τρίτου ή υπέρ του εαυτού του και του τρίτου. Στην περίπτωση αυτή δεν καταρτίζεται μία μοναδική δικαιοπραξία (με περιεχόμενο ότι ο κύριος παραχωρεί τη ψιλή κυριότητα και παρακρατεί υπέρ αυτού την επικαρπία) αλλά δύο δικαιοπραξίες: αφενός η μεταβίβαση της κυριότητας στον αποκτώντα, αφετέρου η σύσταση από τον αποκτώντα επικαρπίας υπέρ του μεταβιβάσαντος. Οι δικαιοπραξίες αυτές μπορούν να συντελεσθούν σε ενιαία εξωτερική πράξη, αν πρόκειται για ακίνητο και να ενσωματωθούν στο ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο. Κατά συνέπεια μπορεί να προσκομισθεί για μεταγραφή και το μοναδικό αυτό συμβολαιογραφικό έγγραφο.

 

ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΣΕΩΣ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΠΤΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΡΗΤΡΑΣ –

ΥΠΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΑΚ 409

 

Κατά την διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, "με την σύμβαση μισθώσεως πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή την χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και την λειτουργία της συμβάσεως αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο, ενώ είναι έγκυρος και η εκμίσθωση αλλοτρίου πράγματος, κινητού ή ακινήτου. Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσεως έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνον στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και τον μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται, αντιστοίχως, στις σχετικές δίκες με βάση αυτή. Εκ τούτου παρέπεται, ότι δεν αποτελεί στοιχείο, για το ορισμένο της αγωγής του εκμισθωτού, με την οποία ζητείται η απόδοση της χρήσεως του μισθίου ή η καταβολή καθυστερουμένων μισθωμάτων ή η αναγνώριση άλλης απαιτήσεως, που προέρχεται από την σύμβαση της μισθώσεως, η κυριότητα ή η νομή του ενάγοντος εκμισθωτού επί του επιδίκου μισθίου και η επίκληση του τρόπου κτήσεως της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, όπως η επικαρπία. Εξ άλλου, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, συντελείται, όταν λάβει χώρα ψευδής ερμηνεία, που συνιστά η απόδοση στον εφαρμοστέο κανόνα εννοίας διαφορετικής από την αληθινή, ή η μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με την μη εφαρμογή κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή με την εφαρμογή κανόνα, που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, ή με την εσφαλμένη εφαρμογή του. Η αοριστία της αγωγής που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για την κρίση του, περί της νομικής βασιμότητος της αγωγής, αξίωσε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Στην παρούσα περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατ' εκτίμηση αυτού, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η οποία, κατόπιν ασκηθεισών αντιθέτων εφέσεων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, έκρινε επί των ενδίκων αγωγών (3) του ήδη αναιρεσιβλήτου, περί καταβολής των εις αυτές ληξιπροθέσμων μισθωμάτων, αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου ακινήτου και αναγνωρίσεως της καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας, που είχε συνομολογηθεί με την σύμβαση μισθώσεως, (και αποτελούσε αντικείμενο της τρίτης αγωγής), η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 574, 597 του ΑΚ.

 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ ΕΠΙ ΔΗΛΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ – ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 1142, 1800, 1813 , 1820, 1825, 1827, 1829 ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ – ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ – ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ – ΣΟΚΙΝΕΙΟΣ ΡΗΤΡΑ – ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ

 

Από τη διάταξη του άρθρου 1714 ΑΚ προκύπτει ότι η με αυτή σύσταση της κληροδοσίας, έχει την έννοια ότι ο διαθέτης αφήνει σε κάποιον ορισμένο αντικείμενο της κληρονομιαίας περιουσίας του, χωρίς ωστόσο να τον θέλει καθολικό διάδοχο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί στοιχείου της κληρονομίας που καθορίζεται ειδικά, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη να καταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο εκείνου επί του δήλου πράγματος, δηλαδή ως καθολικό διάδοχο σε όλη την κληρονομία του, ενεργητική και παθητική, ή σε ποσοστό αυτής. Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, αν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμώμενου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλο πράγμα θεωρείται κληροδόχος (ΑΠ 768/2008, ΑΠ 970/2005). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1142, 1800, 1813 παρ.1, 1820 παρ. 1, 1825, 1827 και 1829 ΑΚ, η εγκατάσταση αναγκαίου κληρονόμου (μεριδούχου), όπως είναι και το γνήσιο τέκνο, σε μόνη την επικαρπία ή σε μόνη την ψιλή κυριότητα ορισμένου κληρονομιαίου ακινήτου, ενώ η ψιλή κυριότητα ή η επικαρπία αυτού αντίστοιχα καταλείφθηκε σε άλλους, αποτελεί περιορισμό αυτού, ο οποίος θεωρείται σα να μη έχει γραφεί όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα. Συνεπώς ο μεριδούχος θα λάβει το καταλειφθέν ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, το οποίο είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, το αυτό δε ποσοστό θα λάβει και σε κάθε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο, επί πλέον δε και την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα αντίστοιχα του ως άνω ακινήτου, στην οποία εγκαταστάθηκε, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη (σοκίνειος ρήτρα) στη διαθήκη του διαθέτη. Αφού δε ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό από κάθε κληρονομιαίο στοιχείο δεν παρίσταται ανάγκη εκτίμησης και σύγκρισης της αξίας της όλης κληρονομίας και του καταλειφθέντος (ΑΠ 1231/2009, ΑΠ 948/2008, ΑΠ 1820/1988). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1800 παρ. 2 ΑΚ, αν έχουν αφεθεί μόνο ειδικά αντικείμενα στον τιμώμενο, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται κληροδόχος, ακόμη και αν ονομάστηκε κληρονόμος. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 1710 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι ισχυρή η εγκατάσταση κληρονόμου επί δήλου πράγματος, δηλαδή επί στοιχείου της κληρονομίας που καθορίζεται ειδικά, η οποία υπάρχει αν συνάγεται από τη διαθήκη θέληση του διαθέτη να καταστήσει τον τιμώμενο ως κληρονόμο εκείνου επί του δήλου πράγματος, δηλαδή ως καθολικό διάδοχο σε όλη την κληρονομία του, ενεργητική και παθητική, ή σε ποσοστό αυτής. Μόνο σε περίπτωση αμφιβολίας, αν δηλαδή δεν προκύπτει θέληση του διαθέτη για εγκατάσταση του τιμώμενου ως κληρονόμου, αυτός που τιμήθηκε με το δήλο πράγμα θεωρείται κληροδόχος (ΑΠ 768/2008, ΑΠ 970/2005).

 

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΔΩΡΕΑ – ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΩΤΗΣ – ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΩΡΕΑΣ ΛΟΓΩ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑΣ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

Κατά το άρθρο 1509 εδ. 1 ΑΚ, η παροχή περιουσίας στο τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επιτηδεύματος, αποτελεί δωρεά μόνον ως προς το ποσόν που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Το "μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις" αποτελεί αόριστη νομική έννοια εξειδικευόμενη από το δικαστή, ως "περιστάσεις" δε, προς τις οποίες πρέπει να είναι ανάλογο το ποσό της γονικής παροχής, μπορούν να θεωρηθούν η οικονομική κατάσταση του γονέα, οι άλλες υποχρεώσεις του που συναρτώνται με την οικογενειακή του κατάσταση και η ανάγκη του τέκνου προς το οποίο γίνεται η παροχή. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1142, 496 και 497 ΑΚ προκύπτει ότι η, δια συμφωνίας μεταξύ του ψιλού κυρίου ακινήτου και του επικαρπωτή αυτού, επέκταση του δικαιώματος επικαρπίας του τελευταίου επί αυτοτελών διαιρετών χώρων μελλούσης να ανεγερθεί επ' αυτού οικοδομής, περιληφθείσας στο νομίμως μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα, η παραίτηση εκ του οποίου υπέρ του ψιλού κυρίου, χωρίς αντάλλαγμα, μπορεί να αποτελέσει δωρέα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρήτης έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή ή στο σύζυγό ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή. Ως αχαριστία κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, δικαιολογούσα την ανάκληση της δωρεάς, νοείται η έλλειψη στο δωρεοδόχο συναισθήματος ευγνωμοσύνης προς το δωρητή, που εκδηλώνεται με βαριά, υπαίτια και δυνάμενη να καταλογισθεί αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου προς τον δωρητή ή τον σύζυγο ή το στενό συγγενή του, αντιβαίνουσα σε κανόνες δικαίου ή σε κρατούσες στην κοινωνία αντιλήψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος, για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και, λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό υπαιτιότητας του δωρεοδόχου, καθώς και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ' αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά και στην κρινόμενη από αυτόν συγκεκριμένη υπόθεση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση δε αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ πταίσμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς το αν τα περιστατικά αυτά, ενόψει του χαρακτήρος των συγκεκριμένων διαδίκων, του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία (αφού και στις δύο αυτές περιπτώσεις πρόκειται περί εκτιμήσεως πραγμάτων), αλλά, ως προς το αν τα εν λόγω περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικά των εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικώς την εφαρμογή του άρθρου 505 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση του το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση

1248/2009

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΙΑΔΙΚΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΕΤΑΚΛΗΤΗ ΠΕΡΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΠΟΤΕ ΑΠΟΣΒΗΝΕΤΑΙ Η ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΨΙΛΟ ΚΥΡΙΟ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ. α' και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατ' άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην κατ' αναίρεση διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 ΑΚ, προκύπτει, ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει οριστεί διαφορετικά αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο (ΑΠ 1641/2006, ΑΠ 320/1980). Με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλήρης κύριος. Από δε το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 ΑΚ και 62 εδ. α', 73, 159 παρ. 2, 160, 558 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αποβιώσεως κάποιου διαδίκου πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, το κατά της αποφάσεως αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος ασκούμενο ένδικο μέσο της αναιρέσεως απευθυνόμενο κατά του τελευταίου είναι άκυρο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναιρέσεώς του είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του. Στην περίπτωση δε που ο αποβιώσας είναι επικαρπωτής του επίδικου ακινήτου, οπότε με το θάνατό του η επικαρπία αποσβήνεται και επιστρέφει στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο και με την ένωση αυτή ο ψιλός κύριος καθίσταται πλέον πλήρης κύριος, η κατ' αυτού απευθυνόμενη αναίρεση, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους ψιλούς κυρίους του ακινήτου.

 

Αριθμός 1630/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΔΩΡΕΑ ΨΙΛΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ – ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΩΡΗΤΗ – ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΞΙΑΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ – ΑΠΟΣΒΕΣΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΔΩΡΕΟΔΟΧΟΥ – ΑΞΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΑΥΤΗΣ

 

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1831 § 2 και 1833 ΑΚ, όπως αυτά ίσχυαν πριν από τον Ν.1329/1983 (και έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση κατά το άρθρο 88 του νέου νόμου), συνάγεται ότι για να προστεθεί (λογιστικώς) στην κληρονομία και να υπολογισθεί στη νόμιμη μοίρα η παροχή που έγινε σε μεριδούχο από τον κληρονομούμενο σε χρόνο μεγαλύτερο της δεκαετίας προ του θανάτου του (και πάντως πριν από την ισχύ του Ν1329/1983), πρέπει η παροχή να έγινε με τον όρο του καταλογισμού της στη νόμιμη μοίρα. Εξάλλου, από τα άρθρα 1167§1 και 1168 ΑΚ προκύπτει ότι η επικαρπία, εφόσον δεν έχει ορισθεί διαφορετικά, αποσβήνεται με τον θάνατο του επικαρπωτού και μετάγεται στον ψιλό κύριο εξ ιδίου δικαίου και όχι ως κληρονόμο. Εκ τούτου συνάγεται περαιτέρω ότι, αν δωρήθηκε η ψιλή κυριότητα πράγματος και παρακρατήθηκε η επικαρπία από τον δωρητή κληρονομούμενο εφόρου ζωής αυτού ή τρίτου, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομίας λαμβάνεται υπ' όψιν μόνον η αξία της ψιλής κυριότητας κατά τον χρόνο της δωρεάς, ακόμη και αν η επικαρπία απεσβέσθη αργότερα προς όφελος του δωρεοδόχου ψιλού κυρίου.

Αριθμός 1854/2009

 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2 Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ - ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΥ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ (ΜΕΡΙΔΙΟΥΧΟΥ) – ΝΟΜΙΜΗ ΜΟΙΡΑ

 

Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1142,1800,1813 παρ.1, 1820 παρ. 1, 1825, 1827 και 1829 ΑΚ, η εγκατάσταση αναγκαίου κληρονόμου (μεριδούχου), όπως είναι και το γνήσιο τέκνο, σε μόνη την ψιλή κυριότητα ορισμένου κληρονομιαίου ακινήτου, ενώ η επικαρπία αυτού καταλείφθηκε σε άλλους, αποτελεί περιορισμό αυτού, ο οποίος θεωρείται σαν να μη έχει γραφεί όσο βαρύνει τη νόμιμη μοίρα. Συνεπώς ο μεριδούχος θα λάβει το καταλειφθέν ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του, το οποίο είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, το αυτό δε ποσοστό θα λάβει και σε κάθε άλλο κληρονομιαίο στοιχείο, επί πλέον δε και την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου, στην οποία εγκαταστάθηκε, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη (σοκίνειος ρήτρα) στη διαθήκη του διαθέτη. Αφού δε ο μεριδούχος λαμβάνει ποσοστό από κάθε κληρονομιαίο στοιχείο δεν παρίσταται ανάγκη εκτίμησης και σύγκρισης της αξίας της όλης κληρονομίας και του καταλειφθέντος.

 

Αριθμός 948/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΚΟΙΝΗ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΕΝΟΧΗ – ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ – ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΣ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 1142, 1171, 1172, 1179 και 1180 ΑΚ προκύπτει, ότι στην περίπτωση καταστροφής ξένου πράγματος με υπαίτια και παράνομη πράξη τρίτου, επί του οποίου άλλος έχει δικαίωμα επικαρπίας, η επικαρπία δεν αποσβήνεται αλλά εκτείνεται στο ποσό της οφειλόμενης από τον υπαίτιο αποζημίωσης για την αξία του καταστραφέντος πράγματος, μετατρεπομένης έτσι, της επικαρπίας πράγματος σε επικαρπία χρηματικής απαίτησης, δημιουργούμενης από το νόμο (άρθρο 1189 ΑΚ) κοινής ενεργητικής ενοχής, υποχρεουμένου του δανειστή (ψιλού κυρίου) και του επικαρπωτή να συμπράξουν από κοινού για την είσπραξη του κεφαλαίου της απαίτησης εις βάρος του υπαιτίου, με την άσκηση κατ' αυτού από κοινού σχετικής περί αποζημιώσεως αγωγής, τελούντες μεταξύ τους σε σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ.1 ΚΠολΔ, και μη εφαρμοζομένης στην περίπτωση αυτή της εφαρμοζόμενης επί αδιαιρέτου παροχής διάταξης του άρθρου 495 ΑΚ, κατά την οποία εκάτερος εξ αυτών νομιμοποιείται μόνος του στην άσκηση της περί αποζημιώσεως αγωγής, ζητώντας την καταβολή της παροχής προς όλους, εκτός αν μεταξύ του ψιλού κυρίου και του επικαρπωτή έχει συμφωνηθεί διαφορετικά και δή ότι το δικαίωμα της είσπραξης της αποζημίωσης ανήκει σε έναν εξ αυτών, ισχυρισμό τον οποίο πρέπει να επικαλείται αυτός με την αγωγή του εναντίον του υπαιτίου με την οποία ζητείται η καταβολή της αποζημίωσης.

 

Αριθμός 1824/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ – ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΠΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤ’ ΕΓΓΚΛΗΣΗ ΥΠΟ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ

 

 

Κατά τη διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 του ΠΚ, όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε ή για ένα από τους συμμετόχους της. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση επί εγκλήματος κατ΄έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει, να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος σε έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέσθηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε. Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ.1 ΠΚ, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικός μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος που περιέχει τη γνώση ότι ορισμένος δανειστής του δράστη έχει αξίωση κατ΄αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού, ολικώς ή μερικώς, από τα περιουσιακά του στοιχεία, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή, ολικώς ή μερικώς, με μία από τις ρητώς και περιοριστικώς οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Η ματαίωση ικανοποίησης του δανειστή επέρχεται όταν τα εναπομείναντα στον οφειλέτη μετά την απαλλοτρίωση, περιουσιακά στοιχεία δεν επαρκούν λόγω της αξίας τους για την ολοσχερή ικανοποίηση των απαιτήσεων του δανειστή. Τέτοιο περιουσιακό στοιχείο αποτελεί για τον οφειλέτη και η ψιλή κυριότητα επί του μεταβιβαζομένου κατ΄επικαρπία πράγματος η οποία υπόκειται σε κατάσχεση καθώς και η επικαρπία επί του μεταβιβαζόμενου κατά ψιλή κυριότητα πράγματος, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 1166 ΑΚ είναι μεν, εφόσον δεν συμφωνείται διαφορετικά, αμεταβίβαστη, όμως το δικαίωμα ενάσκησής της είναι μεταβιβαστό και υπόκειται σε κατάσχεση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρο 46 παρ.1 περίπτ. β' του ΠΚ άμεσος συνεργός είναι εκείνος που με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και κατά την εκτέλεση αυτής. Στο έγκλημα της καταδολίευσης δανειστών μπορεί να υπάρξει άμεση συνέργεια. Προϋπόθεση όμως για τη θεμελίωση της ευθύνης του άμεσου συνεργού είναι να τελεί αυτός εν γνώσει κατά το χρόνο που παρέχει τη βοήθειά του στον αυτουργό, ότι αυτός ενεργεί καταδολιευτικά για να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαιτήσεως του δανειστή και ότι δεν έχει άλλη περιουσία για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τούτου. Περαιτέρω, αν δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος δεν υφίσταται και συνέργεια σ'αυτό. Τέλος, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 πα.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν περιέχονται σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

 

Αριθμός 645/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΙΣΟΒΙΑ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ - ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΠΙΚΑΡΠΩΤΗ – ΨΙΛΟΣ ΚΥΡΙΟΣ – ΨΙΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ -

Από τις διατάξεις των άρθρων 1142-1144 και 1167-1168 ΑΚ προκύπτει, ότι η επικαρπία παύει να υπάρχει με τον θάνατο του επικαρπωτή και έκτοτε ο ψιλός κύριος, αποκτά την πλήρη κυριότητα του πράγματος, εφόσον στην συστατική πράξη της δικαιοπραξίας, δεν έχει οριστεί διαφορετικά. Επίσης κατά το άρθρο 961 ΑΚ «Καρποί του πράγματος είναι τα προϊόντα του καθώς και κάθε τι που αποκτά ο κατέχων το πράγμα και καρποί δικαιώματος, οι πρόσοδοι που παρέχει το δικαίωμα, και στις δύο περιπτώσεις, σύμφωνα με τον προορισμό του». Να τονιστεί η ,εξ αρχής, αποδοχή από μέρους των αναιρεσειόντων, ότι απέκτησαν, μόνο, τη ψιλή κυριότητα του ακινήτου , επειδή η επικαρπία είχε οριστεί να περιέλθει και περιήλθε, μετά το θάνατο του ενός στον έτερο των συζύγων. Παρακράτηση ισόβιας επικαρπίας. Συμβολαιογραφική αποδοχή δεν απαιτείται, αφού αυτή είχε συμβληθεί στην αρχική σύμβαση με την ιδιότητα της συγκυρίας του ακινήτου.

Αριθμός 57/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΔΙΑΔΟΧΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ – ΨΥΛΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ – ΙΣΧΥΡΗ ΚΛΗΡΟΔΟΣΙΑ

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1800 παρ.2, 1801, 1923, 1929, 1930 και 1935 ΑΚ, αν ο διαθέτης εγκατέστησε κάποιον στην επικαρπία ολόκληρης της περιουσίας του, τούτο αποτελεί κατάλειψη ειδικού αντικειμένου, δηλαδή δήλου πράγματος, διότι, την έννοια αυτή έχει η πρόσκαιρη κάρπωση όλων των περιουσιακών στοιχείων του διαθέτη, σε σχέση με το πλήρες δικαίωμα κυριότητας σ' όλη την περιουσία του. Τότε είναι ζήτημα ερμηνείας, κατά το άρθρο 173 ΑΚ, της διαθήκης, κατά πόσον ο διαθέτης ήθελε με τη μνεία μόνο της επικαρπίας, να συντρέξει και εξ αδιαθέτου διαδοχή ως προς την ψιλή κυριότητα ή αν σκοπούσε εγκατάσταση μεν του τετιμημένου ως μοναδικού κληρονόμου, βεβαρημένου όμως με καθολικό καταπίστευμα υπέρ εκείνου χάριν του οποίου έγινε ο περιορισμός του τετιμημένου στην επικαρπία. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1967 επ. και 1984 παρ.1 ΑΚ, προκύπτει ότι, στη περίπτωση που ο κληρονομούμενος (διαθέτης) κληροδοτεί ένα αντικείμενο, το οποίο μόνο εν μέρει ανήκει σ' αυτόν, η κληροδοσία είναι ισχυρή μόνο ως προς την προσπόριση της μερίδας του διαθέτη.

Αριθμός 16/2003

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΕΙΔΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ


Από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού δεν εκτίθενται με σαφήνεια τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη δυνατότητα ή μη της ματαίωσης εν μέρει της απαίτησης της εγκαλούσας Τράπεζας, και συγκεκριμένα δεν διευκρινίζεται αν η επικαρπία επί των ακινήτων, που μεταβιβάστηκαν, ανήκε στην αναιρεσείουσα και αν την παρακράτησε η ίδια, ούτε προσδιορίζεται ποια είναι η αξία της επικαρπίας τούτων, την οποία ως αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο μπορούσε να κατάσχει η εγκαλούσα Τράπεζα και να ικανοποιηθεί από την εκποίηση αναγκαστικώς αυτής. Προσέτι δε στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η αναιρεσείουσα μεταβίβασε με την ως άνω γονική παροχή την ψιλή κυριότητα και των τεσσάρων ακινήτων που αναφέρονται στο διατακτικό, όπου όμως γίνεται μνεία για τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας μόνο των δύο ακινήτων, ενώ ως προς τα δύο άλλα ακίνητα η μεταβίβασή τους έγινε κατά πλήρη κυριότητα.

Αριθμός

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΜΙΣΘΩΤΗ ΣΕ ΤΡΙΤΟ – ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΔΙΚΗ – ΛΗΞΗ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ – ΙΣΧΥΣ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ

Κατά το άρθρο 1169 Α.Κ. η επικαρπία αποσβαίνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον κύριο, ότι παραιτείται αυτής. Για τα ακίνητα η δήλωση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που κοινοποιείται στον κύριο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τις διατάξεις αυτές του νόμου συνάγεται ότι η μεταβίβαση του επιδίκου δικαιώματος μετά την επέλευση της εκκρεμοδικίας δεν επιφέρει αυτοδικαίως μεταβολή στους διαδίκους της εκκρεμούς δίκης, η οποία συνεχίζεται μεταξύ των αρχικών διαδίκων. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως της μισθωτικής σχέσεως από τον εκμισθωτή σε τρίτο κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς δίκης, ούτος υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση ως διάδοχος του μεταβιβάσαντος και ούτω έναντι αυτού ισχύει το δεδικασμένο. Και με τη λήξη της επικαρπίας δια της νομοτύπου δηλώσεως του επικαρπωτή περί παραιτήσεώς του και της υποστροφής της επικαρπίας στον κατά το χρόνο της αποσβέσεως ψιλό κύριο, αυτός υπεισέρχεται στη μισθωτική σχέση, από τη σύμβαση που είχε συνάψει ο επικαρπωτής με τρίτο πρόσωπο. Ούτως ο μέχρι τότε ψιλός κύριος αποκτά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, του εκμισθωτή, από τη σύμβαση της μισθώσεως του ακινήτου. Εφόσον η τοιαύτη υπεισέλευση έλαβε χώραν κατά τη διάρκεια της εκκρεμούς δίκης μεταξύ του εκμισθωτή, που είχε την επικαρπία και του τρίτου μισθωτή, το εκ της εκδιδομένης επί της υποθέσεως δικαστικής αποφάσεως δεδικασμένο ισχύει έναντι του υπεισερχομένου στη σύμβαση μισθώσεως.

Αριθμός 1574/1995

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολ. Τμήμα

 

 

ΕΠΙΚΑΡΠΙΑ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΡΠΙΑΣ – ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ ΕΝ ΖΩΗ -  ΟΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΛΥΤΙΚΗ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1033, 1142 και 1143 ΑΚ συνάγεται ότι η σύσταση του εμπραγμάτου δικαιώματος της προσωπικής δουλείας της επικαρπίας σε ακίνητο μπορεί να γίνει και με δικαιοπραξία εν ζωή, η οποία, ως ενέχουσα διάθεση εμπραγμάτου δικαιώματος, απαιτείται να έχει νόμιμη αιτία όπως είναι και η πώληση και να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου.Ακόμη από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 513, 287 και 1161 ΑΚ συνάγεται ότι η σύμβαση πώλησης και όταν αντικείμενο έχει τη σύσταση του εμπραγμάτου δικαιώματος της προσωπικής δουλείας της επικαρπίας σε ακίνητο, της οποίας είναι νόμιμη αιτία, ως προς τον πωλητή δημιουργεί ενοχή εκπλήρωσης στιγμιαίας παροχής προς τον αγοραστή υπέρ το οποίου η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος, η οποία (παροχή) συνίσταται στην παράδοση της οιονεί νομής του ακινήτου στον αγοραστή, ώστε,κατά το περιεχόμενο της σύμβασης σύστασης του δικαιώματος επικαρπίας του, να μπορεί να ασκεί τις απ' αυτό εξουσίες του χρήσης και κάρπωσης του ακινήτου. Επίσης και αν με την δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται προσωπική δουλεία επικαρπίας σε ακίνητο με αιτία την πώληση, τεθεί κατά το άρθρο 210 ΑΚ ορισμένη διαλυτική προθεσμία με την παρέλευση της οποίας. κατά το άρθρο 202 ΑΚ. παύουν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας αυτής, με συνέπεια την απόσβεση της με αιτία την πώληση υπέρ του αγοραστή του δικαιώματος προσωπικής δουλείας της επικαρπίας του ακινήτου,η από την ενοχική σύμβαση της πώλησης από τον κύριο του ακινήτου ενοχή του αφορά την εκπλήρωση στιγμιαίας παροχής. που συντελείται με την παράδοση της οιονεί νομής του ακινήτου στον πιο πάνω αγοραστή, ώστε να μπορεί να ασκεί τις κατά το περιεχόμενο του δικαιώματος επικαρπίας εξουσίες του.

 

ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ – ΑΟΡΙΣΤΙΑ ΑΓΩΓΗΣ – ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΠΙΜΕΛΗΤΕΣ

 

Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Διαφορετικά, η αγωγή είναι αόριστη. Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την αγωγή, αν και το δικόγραφό της σε ό, τι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ. να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1330/2002), και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της αγωγής, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 571/2004).Η πρώτη των αγωγών (από 4.6.2003) είναι απαράδεκτη ως αόριστη ως προς τα κονδύλια της συνολικού ποσού 400, 36 - με επιμέρους κονδύλια (88, 04, 88, 04, 79, 24, 88, 04 και 57) - που αφορούν σε ποσά που κατέβαλε κατά τους ισχυρισμούς του ο αναιρεσείων σε δικαστικούς επιμελητές διότι δεν γίνεται εξειδίκευση της αιτίας καταβολής εκάστου των κονδυλίων, ήτοι αν πρόκειται για έξοδα εκτελέσεως ή επιδόσεως δικογράφων, ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο η ευχέρεια κρίσης της νομιμότητας των κονδυλίων, ήτοι εάν πρόκειται για έξοδα αποδοτέα κατά τις διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, τα οποία δεν μπορούν να αναζητηθούν στα πλαίσια της ένδικης δίκης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν ή για έξοδα εκτέλεσης. Τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την, κατά τον συνήθη πορεία των πραγμάτων, πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί δηλαδή η αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλ' απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής κατά περίπτωση, μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών και των προπαρασκευαστικών μέτρων που είχαν ληφθεί, που προκειμένου για μελλοντικές οικοδομικές εργασίες είναι και η έκδοση της αναγκαίας οικοδομικής αδείας, που επιτρέπει τη διενέργειά τους, και που καθιστούσαν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια αυτών (Ολ. ΑΠ 20/92, ΑΠ 1147/2003).

 

Αριθμός 1495/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ – ΕΥΘΥΝΗ ΝΟΜΕΑ ΓΙΑ ΤΑ ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ – ΛΗΞΗ ΣΥΒΜΑΣΗΣ ΧΡΗΣΙΔΑΝΕΙΟΥ – ΔΙΕΚΔΙΚΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του Α.Κ. για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι, ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο, δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοσή του (του πράγματος), τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την αγωγή εκ του χρησιδανείου. Tην πρώτη (διεκδικητική αγωγή) δικαιούται να ασκήσει, τόσο κατά του αντισυμβαλλόμενου (χρησάμενου), όσο και κατά του τρίτου (εκτός συμβάσεως χρησιδανείου), προς τον οποίο έχει παραχωρηθεί περαιτέρω (από το χρησάμενο) η χρήση του πράγματος, εφόσον βέβαια εκάτερος τούτων, είναι και νομέας ή κάτοχος αυτού, ενώ τη δεύτερη, μόνο κατά του αντισυμβαλλόμενου. Και σε περίπτωση μεν επιλογής ασκήσεως της διεκδικητικής αγωγής, για το ορισμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δ., του δικογράφου αυτής, πρέπει να αναφέρονται τα στοιχεία της κυριότητας και η κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο, στον τελευταίο δ' εναπόκειται να επικαλεσθεί κατ' ένσταση, εκ του άρθρου 1095 του Α.Κ., την ύπαρξη ενεργής σύμβασης χρησιδανείου.

 

Αριθμός 958/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A' Πολιτικό Τμήμα

 

 

ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΕ ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΞΙΑ – ΣΥΣΤΑΣΗ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΤΑΚΤΙΚΗ ‘Η ΕΚΤΑΚΤΗ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ – ΔΟΥΛΕΙΑ ΟΔΟΥ – ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ – ΑΜΝΗΜΟΝΕΥΤΟΥ ΧΡΟΟΥ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ –

 

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται οι πλατείες και οι οδοί αδιακρίτως. Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος, για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 Πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22. 3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου (νetustas), με την οποία κυρούνταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης. Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία. Εκείνος που ισχυρίζεται, ότι κάποιο ακίνητο ή οδός είναι κοινόχρηστος χώρος, πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να καθορίσει το νόμιμο τρόπο, με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας. Έτσι, δεν αρκεί η αναφορά στο σχετικό ισχυρισμό της ιδιότητας του πράγματος ως κοινοχρήστου και της κτήσης της εν λόγω ιδιότητας με την κοινή χρήση του πράγματος από δύο κατά συνέχεια γενεές (αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα), αλλά απαιτείται, επίσης, να αναφέρεται σ' αυτόν, ότι η αρχαιότητα στην κοινή χρήση είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο εισαγωγής του ΑΚ, δηλαδή στις 23-2-1946. Τέλος, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής ή της ένστασης στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα, που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή ή την ένσταση.

Αριθμός 611/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΜΕΤΟΧΙΑ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ – ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΙΕΡΩΝ ΜΟΝΩΝ – ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΗΜΕΔΑΠΟ ΔΙΚΑΙΟ

Κατά το άρθρο 966 ΑΚ, πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, εκτός των άλλων, και τα προορισμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών. Τέτοια πράγματα είναι και τα μετόχια των Ιερών Μονών, δηλαδή οι ακίνητες ιδιοκτησίες τους, οι οποίες, κείμενες μακριά από την έδρα τους, διαθέτουν ναϊδριο ή τουλάχιστον κάποιο άλλο κτίσμα. Η κυριότητα, στην οποία υπάγονται τα μετόχια αυτά, που αποτελούν παραρτήματα των Ιερών Μονών, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου. Ο χαρακτήρας τους ως πραγμάτων προορισμένων στην εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών δεν είναι ασυμβίβαστη προς την έννοια της ιδιοκτησίας και της νομής, αφού η διάθεσή τους για την εκπλήρωση θρησκευτικών σκοπών αποτελεί είδος χρήσεως, η οποία κατ' ουσία συνιστά νομή. Ενόψει αυτών, αν προσβάλλεται η κυριότητα ή η νομή επί των μετοχίων, οι Ιερές Μονές στις οποίες αυτά ανήκουν, μπορούν, ως κύριοι και νομείς τους, να ασκήσουν για την άρση της προσβολής τις αγωγές κυριότητας και νομής. Οι αγωγές αυτές μπορούν να ασκηθούν και προτού ακόμη πάψει ο προορισμός των μετοχίων για την εκπλήρωση θρησκευτικού σκοπού, προτού δηλαδή πάψουν να είναι πράγματα εκτός συναλλαγής (άρθρο 971 ΑΚ). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 27 ΑΚ, η νομή και τα εμπράγματα δικαιώματα σε κινητά ή ακίνητα πράγματα ρυθμίζονται από το δίκαιο της πολιτείας, όπου βρίσκονται. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων για την προστασία της νομής μετοχίων, που μολονότι ανήκουν σε Ιερές Μονές, που εδρεύουν στην αλλοδαπή, βρίσκονται στην Ελλάδα, κρίνεται κατά το ημεδαπό δίκαιο (άρθρα 974 επ. ΑΚ).

Αριθμός 930 /2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ – ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΑ – ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΥΛΙΚΕΙΟΥ

Σύμφωνα με το άρθρο 966 Α.Κ., πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, μεταξύ άλλων, και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημόσιων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και τα κοιμητήρια (νεκροταφεία), τα οποία ανήκουν κατά κυριότητα στους ιδρύσαντες αυτά δήμους και κοινότητες, που έχουν τη διοίκηση και διαχείρισή τους, αποτελούν δε δημόσια περιουσία και δεν είναι δεκτικά κατασχέσεως (άρθρο 2 § 2 Α.Ν. 582/1968 "περί δημοτικών και κοινοτικών κοιμητηρίων" -Ολ.Α.Π. 17-18/2002). Σε ιδιαίτερο χώρο του νεκροταφείου μπορεί να παραχωρηθεί με διοικητική σύμβαση από τον διοικούντα αυτό δήμο, κοινότητα ή σύνδεσμο δήμων προς τρίτο, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, χωριστό αυτοτελές δικαίωμα, προκειμένου να τον χρησιμοποιεί ή να τον εκμεταλλεύεται, κατά τους καθοριζόμενους από τον κανονισμό λειτουργίας του νεκροταφείου όρους, εφ' όσον με την παραχώρηση αυτή εξυπηρετείται και σε κάθε περίπτωση δεν αναιρείται η κοινή χρήση (άρθρο 970 Α.Κ.). Τέτοια παραχώρηση αποτελεί και αυτή προς τρίτο πρόσωπο για το σκοπό λειτουργίας κυλικείου, που θα εξυπηρετεί αποκλειστικά τους προσερχόμενους στις τελετουργικές εκδηλώσεις του κοιμητηρίου [άρθρο 13 εδάφ. α' της Υ.Α. Α5/1210 της 19.4/10.5.1978 (Εσωτερικών και Κοινωνικών Υπηρεσιών) "περί όρων για την ίδρυση κοιμητηρίων"].

Αριθμός 100/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ – ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙ – ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟΥ

Κανονισμός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 590/1977 "Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος", τα παρεκκλήσια και εξωκλήσια, που τελούσαν μέχρι την έκδοση του Κανονισμού αυτού υπό τη διοίκηση και διαχείριση του ΤΑΚΕ, παρέμειναν σ' αυτό, ενώ όλα τα υπόλοιπα, που είτε υπήρχαν, είτε ιδρύθηκαν έκτοτε ή πρόκειται να ιδρυθούν, υπάγονται ως προς τη διοίκηση και διαχείριση και ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθάριστων εσόδων τους στον ενοριακό ναό, στα όρια του οποίου βρίσκονται. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Αικ. Λυκούρη. Με τα παραπάνω δεδομένα τόσο το αγοραπωλητήριο αυτό συμβόλαιο όσο και το υπ' αριθ. ../////. δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αίγινας Νικ. Ζωγράφου είναι άκυρα κατά το μέρος που αφορούν τη διάθεση (μεταβίβαση) του Ι. Ναού των Αγ. Αποστολών, δηλαδή παροχή απαγορευμένη από το νόμο, αφού ο ναός αυτός είναι πράγμα εκτός συναλλαγής και ειδικότερα παρεκκλήσιο του δεύτερου των εφεσιβλήτων. Μάλιστα ενώ ως προς την πώληση του ναού η ακυρότητα περιορίζεται κατά τα προεκτεθέντα μόνο στην εκποιητική διάσταση της πωλήσεως, δηλαδή στην ενσωματωμένη στη σύμβαση της πωλήσεως μεταβιβαστική της κυριότητας σύμβαση, η δωρεά του ναού, ως σύμβαση που καταρτίσθηκε υπό το προϊσχύσαν δίκαιο, είναι άκυρη τόσο κατά την ενοχική όσο και κατά την εμπράγματη (εκποιητική) διάστασή της.

Αριθμός 1331/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΩΦΕΛΗΜΑΤΑ - ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑ ΚΑΤ’ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ – ΤΕΛΕΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΟΙ ΤΟΚΟΙ – ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑΣ – ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΗ

Το έγκλημα της κυρίως τοκογλυφίας, όπως συνάγεται από το αρ. 404 παρ.2 εδ. α ΠΚ μπορεί να πραγματωθεί με τη συνομολόγηση τοκογλυφικών ωφελημάτων με την λήψη τοιούτων (λήψη θα αποτελεί και η παραλαβή από τον δράστη αξιογράφων που ενσωματώνουν τοκογλυφικούς τόκους. Εξ αυτών προκύπτει ότι το έγκλημα αυτό θεωρείται ότι έχει πραγματωθεί με την συνομολόγηση της τοκογλυφικής συμβάσεως, γιατί το έγκλημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, εάν δε ο δράστης συνομολογήσει και λάβει τέτοια ωφελήματα δεν τελεί δύο εγκλήματα αλλά ένα και μόνο. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου όπως αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 14 παρ. 8 εδ. β ν. 2721/99, αν ο υπαίτιος επιχειρεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τοκογλυφικές πράξεις του είδους των παραγράφων 1 και 2 τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή. Η τοκογλυφία προ της ισχύος του ν. 2721/3.6.99 διώκετο κατ' έγκληση (άρ. 404 παρ. 5 ΠΚ) , πλην της περιπτώσεως συνδρομής των όρων της παραγράφου 3 δηλαδή της κατ' επάγγελμα και συνήθεια τελέσεως τοκογλυφικών πράξεων η οποία ετιμωρείτο με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστο 6 μηνών και χρηματική ποινή και η οποία εδιώκετο αυτεπαγγέλτως. Με το άρθρο 14 ν.2721/99 καταργήθηκε η κατ' έγκληση δίωξη της πλημμεληματικής τοκογλυφίας και σήμερα όλες οι μορφές της διώκονται αυτεπαγγέλτως.

Αριθμός 967/2004

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

 

 

 ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

 

 

ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΗΣ

ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΕΔΑΦΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

 

ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ' ΑΥΤΑ ΓΕΝΙΚΩΣ

Άρθρο 947

Έννοια

Πράγματα κατά την έννοια του νόμου είναι μόνο ενσώματα αντικείμενα.

Πράγματα λογίζονται και οι φυσικές δυνάμεις ή ενέργειες, ιδίως το ηλεκτρικό ρεύμα και η θερμότητα, εφόσον υπόκεινται σε εξουσίαση όταν περιορίζονται σε ορισμένο χώρο.

Άρθρο 948

Κινητά και ακίνητα

Ακίνητα πράγματα είναι το έδαφος και τα συστατικά του μέρη. Κινητά είναι όσα δεν είναι ακίνητα.

Άρθρο 949

Όπου στο νόμο ή σε δικαιοπραξία γίνεται διάκριση ανάμεσα στην ακίνητη περιουσία ενός προσώπου, ως σύνολο, και στην κινητή περιουσία του, στα ακίνητα περιλαμβάνεται και η επικαρπία ακινήτου, καθώς και οι πραγματικές δουλείες πάνω σε ακίνητα, ενώ στα κινητά περιλαμβάνονται και όλες οι απαιτήσεις.

Άρθρο 950

Αντικαταστατά

Αντικαταστατά πράγματα είναι τα κινητά που προσδιορίζονται συνήθως στις συναλλαγές με αριθμό, μέτρο ή σταθμά.

Άρθρο 951

Αναλωτά

Αναλωτά πράγματα είναι τα κινητά των οποίων η χρήση, σύμφωνα με τον προορισμό τους, συνίσταται στην κατανάλωση.

Άρθρο 952

Αναλωτά είναι και τα κινητά των οποίων η χρήση, σύμφωνα με τον προορισμό τους, συνίσταται στην εκποίηση. Τέτοια είναι ιδίως τα νομίσματα, τα τραπεζικά γραμμάτια, τα τοκομερίδια ή τα μερισματόγραφα που δεν λήξει, καθώς και τα κινητά τα οποία, αν και δεν είναι από τη φύση τους αναλωτά, αποτελούν μέρος εμπορικού καταστήματος ή ομάδας πραγμάτων και προορίζονται να εκποιηθούν χωριστά.

Άρθρο 953

Συστατικό

Συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενα κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος.

 

Άρθρο 954

Συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι: 1. τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα. 2. τα προϊόντα του ακινήτου εφόσον συνέχονται με το έδαφος. 3. το νερό κάτω από το έδαφος και η πηγή. 4. οι σπόροι μόλις σπαρθούν και τα φυτά μόλις φυτευτούν.

Συστατικά του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή του ή συναρμόστηκαν σ' αυτό.

Άρθρο 955

Πράγματα που έχουν συνδεθεί με το έδαφος για παροδικό μόνο σκοπό δεν θεωρούνται συστατικά του ακινήτου. Το ίδιο ισχύει και για τα οικοδομήματα ή κτίσματα γενικώς που ανεγέρθηκαν σε ξένο ακίνητο από αυτόν που έχει εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτό για την άσκηση αυτού του δικαιώματός του.

Κινητά πράγματα προσαρμοσμένα στο οικοδόμημα για παροδικό μόνο σκοπό δεν θεωρούνται συστατικά του οικοδομήματος.

Άρθρο 956

Παράρτημα

Παράρτημα είναι το κινητό πράγμα που, χωρίς να είναι συστατικό του κυρίου πράγματος, έχει προοριστεί να εξυπηρετεί διαρκώς τον οικονομικό του σκοπό και έχει τεθεί ήδη σε τοπική σχέση προς το κύριο πράγμα, αντίστοιχη προς αυτό το σκοπό.

Άρθρο 957

Δεν είναι παράρτημα το πράγμα που δεν θεωρείται τέτοιο στις συναλλαγές.

Πρόσκαιρος αποχωρισμός του παραρτήματος από το κύριο πράγμα δεν αίρει την ιδιότητά του αυτή.

Άρθρο 958

Δικαιοπραξία εμπράγματη για το κύριο πράγμα περιλαμβάνει σε περίπτωση αμφιβολίας και το παράρτημα.

Άρθρο 959

Σε περίπτωση οικοδομήματος που έχει κατασκευαστεί για διαρκή εξυπηρέτηση βιομηχανικής επιχείρησης, λογίζονται παραρτήματά του, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, τα μηχανήματα, τα σκεύη και τα εργαλεία που έχουν προοριστεί γι' αυτήν.

Άρθρο 960

Παραρτήματα αγροτικού ακινήτου λογίζονται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, τα σκεύη, τα εργαλεία και τα κτήνη που είναι προορισμένα για την οικονομική του εκμετάλλευση, καθώς και όσα γεωργικά προϊόντα είναι αναγκαία για τη συνέχιση της καλλιέργειας έως τη νέα εσοδεία, όπως επίσης και τα λιπάσματα που βρίσκονται στο ακίνητο και προέρχονται απ' αυτό.

Άρθρο 961

Καρποί

Καρποί του πράγματος είναι τα προϊόντα του, καθώς και καθετί που αποκτά κανείς από το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του.

Καρποί δικαιώματος είναι οι πρόσοδοι που παρέχει το δικαίωμα σύμφωνα με τον προορισμό του.

Καρποί είναι επίσης και οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα ή το δικαίωμα με βάση κάποια έννομη σχέση (πολιτικοί καρποί).

Άρθρο 962

Ωφελήματα

Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος.

Άρθρο 963

Όποιος έχει δικαίωμα να παίρνει τους φυσικούς καρπούς πράγματος ή δικαιώματος έως έναν ορισμένο χρόνο ή από έναν ορισμένο χρόνο παίρνει, εφόσον δεν ορίστηκε κάτι άλλο, μόνο εκείνους που αποχωρίστηκαν κατά τη διάρκεια του δικαιώματός του. Αν πρόκειται για πολιτικούς καρπούς, ιδίως μισθώματα, τόκους, μερίσματα, ή άλλες κανονικά επαναλαμβανόμενες προσόδους, ο δικαιούχος, εφόσον δεν ορίστηκε κάτι άλλο, παίρνει όσο μέρος αναλογεί στη διάρκεια του δικαιώματός του.

Άρθρο 964

Ο υπόχρεος από το νόμο σε απόδοση καρπών έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τις δαπάνες που καταβλήθηκαν για την παραγωγή των καρπών, εφόσον οι δαπάνες αυτές δεν υπερβαίνουν την αξία των καρπών.

Άρθρο 965

Βάρη του πράγματος

Όποιος φέρει τα βάρη του πράγματος έως έναν ορισμένο χρόνο ή από έναν ορισμένο χρόνο, αν τα βάρη αυτά είναι από τα περιοδικώς καταβαλλόμενα, ευθύνεται, εφόσον δεν ορίστηκε κάτι διαφορετικό, ανάλογα με τη διάρκεια της υποχρέωσής του. Όταν πρόκειται για άλλα βάρη, ευθύνεται για όσα έγιναν απαιτητά κατά τη διάρκεια της υποχρέωσής του.

Άρθρο 966

Πράγματα εκτός συναλλαγής

Πράγματα εκτός συναλλαγής είναι τα κοινά σε όλους, τα κοινόχρηστα και τα προορισμένα για την εξυπηρέτηση δημοσίων, δημοτικών, κοινοτικών ή θρησκευτικών σκοπών.

Άρθρο 967

Κοινόχρηστα

Πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.

Άρθρο 968

Κυριότητα σε κοινόχρηστα

Τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα, ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο.

Άρθρο 969

Αν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ περισσότερων δικαιουμένων να χρησιμοποιούν κοινόχρηστο νερό, προτιμάται κατά σειρά: 1. η σπουδαιότερη χρήση για την κοινή ωφέλεια. 2. η χρήση που προάγει περισσότερο την κοινωνική οικονομία. 3. η αρχαιότερη. 4. η χρήση για επιχείρηση που συνδέεται με ορισμένο τόπο. 5. η χρήση προς όφελος του παροχθίου.

 

 

Άρθρο 970

Σε κοινόχρηστα πράγματα μπορούν να αποκτηθούν με παραχώρηση της αρχής κατά τους όρους του νόμου ιδιαίτερα ιδιωτικά δικαιώματα εφόσον με τα δικαιώματα αυτά εξυπηρετείται ή δεν αναιρείται η κοινή χρήση.

Άρθρο 971

Τα πράγματα εκτός συναλλαγής αποβάλλουν την ιδιότητά τους αυτή από τότε που έπαψε ο προορισμός τους για την κοινή χρήση ή για δημόσιο, δημοτικό, κοινοτικό ή θρησκευτικό σκοπό.

Άρθρο 972

Αδέσποτα, έρημος κλήρος

Τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμο ανήκουν στο δημόσιο.

Άρθρο 973

Εμπράγματα δικαιώματα

Δικαιώματα που παρέχουν εξουσία άμεση και εναντίον όλων πάνω στο πράγμα (εμπράγματα δικαιώματα) είναι η κυριότητα, οι δουλείες, το ενέχυρο και η υποθήκη.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΝΟΜΗ

Άρθρο 974

Έννοια νομής και κατοχής

Όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Άρθρο 975

Νομή δικαιώματος ή οιονεί νομή

Στα δικαιώματα του ενεχύρου και των δουλειών ή νομή συνίσταται στην άσκηση αυτών των δικαιωμάτων με διάνοια δικαιούχου.

Άρθρο 976

Κτήση νομής

Σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία όμως του έως τώρα νομέα μ' εκείνον που αποκτά αρκεί για την κτήση της νομής, όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα.

Άρθρο 977

Παράδοση σ' εκείνον που αποκτά υπάρχει και όταν συμφωνηθεί ανάμεσα σ' αυτόν και στον έως τώρα νομέα να παραμείνει ο τελευταίος ή τρίτος στην κατοχή του πράγματος με βάση ορισμένη έννομη σχέση. Σ' αυτή την περίπτωση έναντι του τρίτου μεταβιβάζεται η νομή στον αποκτώντα αφότου γνωστοποιηθεί αυτό στον τρίτο από τον έως τώρα νομέα.

Άρθρο 978

Στα εμπορεύματα και γενικώς στα κινητά πράγματα που έχουν αποτεθεί σε αποθήκη ή έχουν παραληφθεί από μεταφορέα, αν έχει εκδοθεί γι' αυτά αποθετήριο έγγραφο ή φορτωτική, η μετάθεση της νομής γίνεται με μεταβίβαση του αποθετηρίου εγγράφου ή της φορτωτικής.

Άρθρο 979

Κτήση μέσω άλλου

Η νομή αποκτάται με αντιπρόσωπο, όταν αυτός αποκτήσει τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα με σκοπό να καταστήσει νομέα του τον αντιπροσωπευόμενο.

Άρθρο 980

Άσκηση μέσω άλλου

Η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Όποιος άρχισε να κατέχει στο όνομα άλλου, τεκμαίρεται, όσο διατηρεί την κατοχή, ότι κατέχει στο όνομα του άλλου.

Άρθρο 981

Απώλεια νομής

Η νομή χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα. Παροδικό από τη φύση του κώλυμα για την άσκηση της εξουσίας δεν επιφέρει απώλεια της νομής.

Άρθρο 982

Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα προτού λάβει γνώση της αντιποίησης.

Άρθρο 983

Η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα.

Άρθρο 984

Προσβολή της νομής

Η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέλησή του.

Η νομή που αποκτήθηκε με τέτοια αποβολή είναι επιλήψιμη. Το ελάττωμα αυτό της νομής αντιτάσσεται και κατά των κληρονόμων του νομέα. το ελάττωμα της νομής του προκατόχου αντιτάσσεται κατά του ειδικού διαδόχου μόνο αν αυτός το γνώριζε κατά την κτήση.

Άρθρο 985

Ο νομέας έχει δικαίωμα να αποκτούσε με τη βία κάθε διατάραξη ή απειλούμενη αποβολή από τη νομή.

Ο νομέας κινητού από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία από το δράστη που συλλαμβάνεται ή καταδιώκεται επ' αυτοφώρω.

Ο νομέας ακινήτου από τον οποίο αφαιρέθηκε αυτό παράνομα έχει δικαίωμα να το ξαναπάρει με τη βία αμέσως μετά την αποβολή.

Τα ίδια δικαιώματα έχει ο νομέας που προσβλήθηκε και κατά των διαδόχων κατά των οπαίων αντιτάσσεται το επιλήψιμο της νομής.

 

Άρθρο 986

Τα δικαιώματα του προηγούμενου άρθρου έχει αντί για το νομέα και εκείνος που ασκεί γι' αυτόν την εξουσία πάνω στο πράγμα, εφόσον βρίσκεται σε σχέση οικιακής ή υπηρεσιακής εξάρτησης από το νομέα και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς το πράγμα.

Άρθρο 987

Προστασία σε περίπτωση αποβολής

Ο νομέας που αποβλήθηκε παράνομα από τη νομή έχει δικαίωμα να αξιώσει την απόδοσή της απ' αυτόν που νέμεται επιληψία απέναντί του. Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Άρθρο 988

Η αγωγή αποβολής είναι απαράδεκτη, αν εκείνος που αποβλήθηκε είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι στον τωρινό νομέα ή στους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από την αποβολή του.

Άρθρο 989

Προστασία σε περίπτωση διατάραξης

Ο νομέας που διαταράχτηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Άρθρο 990

Η αγωγή διατάραξης είναι απαράδεκτη, αν εκείνος που διαταράχτηκε είχε αποκτήσει τη νομή επιλήψιμα απέναντι σ' αυτόν που τη διατάραξε ή τους δικαιοπαρόχους του μέσα στο τελευταίο έτος πριν από τη διατάραξή του.

Άρθρο 991

Ο εναγόμενος για διατάραξη ή αποβολή δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα που του παρέχει εξουσία πάνω στο πράγμα παρά μόνο αν το δικαίωμα έχει αναγνωριστεί τελεσίδικα σε δίκη ανάμεσα σ' αυτόν και τον ενάγοντα.

Άρθρο 992

Παραγραφή

Οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη.

Άρθρο 993

Νομέας μέρους πράγματος

Τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής έχει και εκείνος που νέμεται μέρος μόνο του πράγματος, ιδίως χωριστά διαμερίσματα κατοικιών ή άλλους χώρους.

Άρθρο 994

Νομή περισσοτέρων κατ' ιδανικά μέρη

Αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατ' ιδανικά μέρη, καθένας απ' αυτούς έχει κατά τρίτων τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα.

Άρθρο 995

Πράγμα που περιήλθε σε ξένο ακίνητο

Αν ξέφυγε κινητό πράγμα από την εξουσία του νομέα και περιήλθε σε ξένο ακίνητο, ο νομέας του ακινήτου έχει υποχρέωση να επιτρέψει την αναζήτηση και την ανάληψη έχει όμως αξίωση αποζημίωσης για τις ζημιές από την αναζήτηση.

Άρθρο 996

Προστασία οιονεί νομής

Ο νομέας δικαιώματος ενεχύρου ή δουλείας έχει σε περίπτωση παράνομης διατάραξης ή αποβολής τις αγωγές της νομής.

Άρθρο 997

Προστασία κατόχου

Σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής πράγματος ή δικαιώματος ή αποβολής απ' αυτήν έχει κατά τρίτων τις αγωγές της νομής και εκείνος που απέκτησε την κατοχή του πράγματος ή του δικαιώματος από το νομέα ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή με άλλη παρόμοια σχέση.

Άρθρο 998

Προστασία κατά κατόχου

Εναντίον εκείνου που κατέχει με βάση τη σχέση του προηγούμενου άρθρου ο νομέας έχει, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου, τις αγωγές για τη νομή.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Η ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ

Άρθρο 999

Αντικείμενο κυριότητας

Αντικείμενο κυριότητας είναι μόνο πράγματα ή όσα θεωρούνται πράγματα από το νόμο.

Άρθρο 1000

Περιεχόμενο κυριότητας

Ο κύριος του πράγματος μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ' αρέσκεια και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ' αυτό.

Άρθρο 1001

Η κυριότητα πάνω σε ακίνητο εκτείνεται, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος. Δεν μπορεί όμως ο κύριος να απαγορεύσει ενέργεια που επιχειρείται σε τέτοιο ύψος ή βάθος ώστε να μην εξαρτά κανένα συμφέρον από την απαγόρευση.

Άρθρο 1002

Ιδιοκτησία ορόφου

Κυριότητα χωριστή σε όροφο οικοδομής ή σε διαμέρισμα ορόφου μπορεί να συσταθεί μόνο με δικαιοπραξία του κυρίου του όλου ακινήτου. Όροφοι θεωρούνται και τα υπόγεια καθώς και τα δωμάτια κάτω από τη στέγη.

Άρθρο 1003

Περιορισμοί κυριότητας, εκπομπές

Ο κύριος ακινήτου έχει υποχρέωση να ανέχεται την εκπομπή καπνού, αιθάλης, αναθυμιάσεων, θερμότητας, θορύβου, δονήσεων ή άλλες παρόμοιες επενέργειες που προέρχονται από άλλο ακίνητο, εφόσον αυτές δεν παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του ή προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής του κτήματος από το οποίο προκαλείται η βλάβη.

Άρθρο 1004

Επιβλαβείς εγκαταστάσεις

Ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα να απαγορεύσει την κατασκευή ή τη διατήρηση εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο εφόσον από την ύπαρξη ή χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του.

Άρθρο 1005

Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου η εγκατάσταση επιχειρείται ύστερα από άδεια της αρχής που απαιτεί ο νόμος ή ύστερα από την τήρηση ειδικών όρων που τάσσει ο νόμος, άρση της εγκατάστασης μπορεί να απαιτηθεί μόνο αφότου επήλθαν πράγματι οι βλαπτικές επενέργειες απ' αυτήν πάνω στο ακίνητο.

Άρθρο 1006

Κίνδυνος πτώσης οικοδομής

Αν υπάρχει κίνδυνος να πέσει ολικά ή κατά ένα μέρος οικοδομή ή άλλο έργο και από την πτώση αυτή απειλείται βλάβη στο γειτονικό ακίνητο, ο κύριός του έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που θα ευθύνεται σε αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την αποτροπή του κινδύνου.

Άρθρο 1007

Ανόρυξη κοντά στα θεμέλια του γείτονα

Δεν επιτρέπεται να σκάβεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλο τρόπο.

Άρθρο 1008

Ρίζες ή κλαδιά του γειτονικού ακινήτου

Ο κύριος ακινήτου μπορεί να κόψει και να κρατήσει για τον εαυτό του τις ρίζες δέντρων του γειτονικού ακινήτου που εισχωρούν στο κτήμα του. Το ίδιο ισχύει και για τα κλαδιά των δέντρων του γειτονικού ακινήτου που εκτείνονται πάνω από το κτήμα του, εφόσον τάχθηκε προηγουμένως στο νομέα του γειτονικού ακινήτου εύλογη προθεσμία για να τα κόψει.

Το δικαίωμα αυτό δεν παρέχεται αν οι ρίζες ή τα κλαδιά δεν εμποδίζουν τη χρήση του ακινήτου.

Άρθρο 1009

Καρποί που πέφτουν σε γειτονικό ακίνητο

Καρποί που πέφτουν στο γειτονικό ακίνητο από κάποιο δένδρο λογίζονται καρποί του ακινήτου στο οποίο πέφτουν. Η διάταξη δεν ισχύει αν αυτό το ακίνητο είναι κοινόχρηστο.

 

 

Άρθρο 1010

Ανοικοδόμηση κατά ένα μέρος σε γειτονικό ακίνητο

Αν ο κύριος ακινήτου, ανεγείροντας πάνω σ' αυτό οικοδομή, την επεκτείνει καλόπιστα στο γειτονικό γήπεδο και ο κύριος του γηπέδου δεν διαμαρτυρήθηκε καθόλου πριν από την ανέγερση της οικοδομής κατά μεγάλο μέρος, το δικαστήριο μπορεί κατά εύλογη κρίση να επιδικάσει την κυριότητα του γηπέδου που καταλήφθηκε στον κύριο του ακινήτου που οικοδομήθηκε. η επιδίκαση γίνεται έναντι καταβολής της αξίας του γηπέδου κατά το χρόνο της κατάληψής του και αποκατάστασης κάθε άλλης ζημίας, ιδίως από την τυχόν μείωση της αξίας του υπολοίπου.

Άρθρο 1011

Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και όταν από την επέκταση της οικοδομής στο γειτονικό γήπεδο και την επιδίκαση βλάπτονται άλλοι που έχουν εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτό.

Άρθρο 1012

Υποχρέωση παροχής διόδου

Αν το ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης.

Άρθρο 1013

Η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Άρθρο 1014

Δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου.

Άρθρο 1015

Αν εξαιτίας της εκποίησης μέρους του ακινήτου αποκόπηκε η συγκοινωνία προς το δημόσιο δρόμο του μέρους που εκποιήθηκε ή του μέρους που απέμεινε, έχει υποχρέωση να παράσχει δίοδο ο κύριος του μέρους από όπου γινόταν έως τώρα η συγκοινωνία. Με την εκποίηση μέρους εξομοιώνεται και η εκποίηση ενός από περισσότερα ακίνητα που ανήκουν στον ίδιο κύριο.

Άρθρο 1016

Εκείνος που παρακωλύεται ή διαταράσσεται στη χρήση της διόδου προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις για την προστασία των πραγματικών δουλειών, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 1017

Αν ανοίχτηκε νέα δίοδος ή από άλλο λόγο έπαψε η ανάγκη εκείνης που είχε συσταθεί, ο κύριος του ακινήτου πάνω στο οποίο βρίσκεται έχει δικαίωμα να απαιτήσει την κατάργησή της αποδίδοντας την αποζημίωση που είχε καταβληθεί.

Άρθρο 1018

Ανοχή επισκευών

Αν απαιτείται για την επισκευή ή την ανακαίνιση κτηρίου η είσοδος και η κυκλοφορία του εργαζόμενου προσωπικού στο γειτονικό ακίνητο ή η παροδική τοποθέτηση σ' αυτό εγκαταστάσεων ή οικοδομικού υλικού, έχει υποχρέωση ο κύριος του γειτονικού ακινήτου, εφόσον δεν παρακωλύεται σοβαρά η χρήση του, να ανεχθεί αυτές τις ενέργειες έναντι αποζημίωσης ή παροχής ασφάλειας για την τυχόν ζημία.

 

Άρθρο 1019

Ορόσημα όμορων ακινήτων

Ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον κύριο του γειτονικού κτήματος να κατασκευάσουν από κοινού και με κοινή δαπάνη σταθερά ορόσημα ή να αποκαταστήσουν τα ορόσημα που μετακινήθηκαν ή έχουν φθαρεί.

Άρθρο 1020

Κανονισμός ορίων

Σε περίπτωση σύγχυσης των ορίων χωρεί κανονισμός τους από το δικαστήριο. Αν είναι ανέφικτη η εξακρίβωσή τους, προσδιορίζονται σύμφωνα με την υπάρχουσα κατάσταση της νομής. Αν δεν μπορεί και αυτή να εξακριβωθεί, κατανέμεται η αμφισβητούμενη έκταση κατά ίσο μέρος στο καθένα από τα ακίνητα.

Άρθρο 1021

Διαχώρισμα συνεχόμενων ακινήτων

Αν δύο ακίνητα χωρίζονται με μονοπάτι ή άλλη λωρίδα γης ή φράχτη ή τοίχο ή τάφρο ή άλλο κατασκεύασμα που εξυπηρετεί και τα δύο ακίνητα, τεκμαίρεται ότι οι κύριοί τους έχουν δικαίωμα κοινής χρήσης αυτών των διαχωρισμάτων εφόσον από τα εξωτερικά σημεία ή την τοπική συνήθεια δεν προκύπτει αποκλειστική χρήση του ενός απ' αυτούς.

Άρθρο 1022

Αν στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου η χρήση του κατασκευάσματος είναι κοινή για τους δύο γείτονες, καθένας απ' αυτούς έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί σύμφωνα με τον προορισμό του χωρίς να παρακωλύεται η χρήση του άλλου. Οι δαπάνες για τη συντήρηση βαρύνουν εξίσου και τους δύο. Εφόσον ο ένας απ' αυτούς έχει συμφέρον να διατηρηθεί το κατασκεύασμα, αυτό δεν μπορεί να καταργηθεί ή να μεταβληθεί χωρίς τη συναίνεσή του. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται στις μεταξύ τους σχέσεις οι διατάξεις για την κοινωνία.

Άρθρο 1023

Δέντρο στο όριο

Το δέντρο που βρίσκεται πάνω στα όρια είναι κοινό και των δύο γειτόνων.

Εφόσον δεν χρησιμεύει ως ορόσημο, έχει δικαίωμα καθένας από τους γείτονες να απαιτήσει την αποκοπή του.

Άρθρο 1024

Υποχρεώσεις από τη ροή των νερών

Τα αγροτικά ακίνητα που βρίσκονται χαμηλότερα δέχονται τα νερά που τρέχουν φυσικά και χωρίς χειροποίητο έργο απ' αυτά που βρίσκονται ψηλότερα. Στον κύριο του χαμηλότερου ή του ψηλότερου ακινήτου απαγορεύεται κατασκεύασμα που εμποδίζει ή μεταβάλλει τη φυσική ροή.

Άρθρο 1025

Ο κύριος του ακινήτου έχει υποχρέωση να ανέχεται την επισκευή ή την αποκατάσταση των κατασκευασμάτων που υπάρχουν σ' αυτό για τη περιστολή της φθοράς του νερού, εφόσον γίνεται χωρίς βλάβη του. Η δαπάνη βαρύνει εκείνους που ωφελούνται ανάλογα, με την ωφέλειά τους.

 

 

Άρθρο 1026

Βρόχινο νερό της στέγης

Ο κύριος οικοδομής έχει υποχρέωση να κατασκευάσει τη στέγη έτσι ώστε τα νερά της βροχής να μη φέρονται προς το κτήμα του γείτονα.

Άρθρο 1027

Νερό για τη χρήση χωριού

Ο κύριος του ακινήτου δεν μπορεί χρησιμοποιώντας το νερό της πηγής που υπάρχει στο ακίνητο ή ανοίγοντας πηγάδι σ' αυτό, να αποκόψει ή να μειώσει σημαντικά το νερό που χρησιμοποιείται ήδη από τους κατοίκους χωριού για τις ανάγκες τους.

Άρθρο 1028

Υποχρεώσεις αυτού που έχει πηγάδι ή πηγή

Ο κύριος ακινήτου στο οποίο υπάρχει πηγή ή πηγάδι έχει υποχρέωση, χωρίς δική του στέρηση, να χορηγεί έναντι αποζημίωσης στον κύριο του γειτονικού κτήματος το νερό το απαραίτητο για τις οικιακές του ανάγκες, εφόσον η προμήθεια νερού από αλλού είναι σ' αυτόν δυνατή μόνο με δυσανάλογη δαπάνη.

Άρθρο 1029

Διοχέτευση διαμέσου ξένου αγρού

Ο κύριος ακινήτου έχει δικαίωμα έναντι αποζημίωσης να απαιτήσει τη διοχέτευση νερού πηγής ή πηγαδιού ή ποταμού διαμέσου ξένου αγροτικού ακινήτου, εφόσον έχει δικαίωμα πάνω στο νερό αυτό. Η διοχέτευση γίνεται με τον περισσότερο πρόσφορο και λιγότερο επαχθή τρόπο για το ακίνητο που επιβαρύνεται.

Άρθρο 1030

Όποιος διοχετεύει νερό σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο διαμέσου ξένου ακινήτου έχει υποχρέωση κατασκευάσει ό,τι είναι αναγκαίο, ώστε από τη διοχέτευση αυτή να μην παρακωλύονται τρίτοι, κύριοι παρακείμενων ακινήτων, στην άσκηση των δικαιωμάτων τους.

Άρθρο 1031

Σωλήνες διαμέσου ξένου ακινήτου

Ο κύριος ακινήτου έχει υποχρέωση, αφού ληφθεί υπόψη και το δικό του συμφέρον, να επιτρέπει έναντι ανάλογης αποζημίωσης την εναέρια ή την υπόγεια διέλευση διαμέσου του ακινήτου σωλήνων νερού ή φωταερίου ή ηλεκτρικών καλωδίων για την εξυπηρέτηση άλλων ακινήτων. Η εγκατάσταση γίνεται με τον περισσότερο πρόσφορο και λιγότερο επαχθή τρόπο για το ακίνητο που επιβαρύνεται. Ο κύριος αυτού του ακινήτου έχει δικαίωμα να απαιτήσει τη μετατόπιση της εγκατάστασης σε άλλη θέση του ακινήτου με δαπάνες εκείνου που έχει δικαίωμα διέλευσης.

Άρθρο 1032

Παραγραφή περιορισμών

Οι αξιώσεις από τα άρθρα 1004 έως 1007, 1012, 1015, 1018, 1019, 1020, 1023 παρ. 2, 1029 και 1031 δεν υπόκεινται σε παραγραφή.

 

 

 

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 1033

Κτήση ακινήτου με σύμβαση

Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Άρθρο 1034

Κτήση κινητού με σύμβαση

Για τη μεταβίβαση της κυριότητας κινητού απαιτείται παράδοση της νομής του από τον κύριο σ' αυτόν που την αποκτά και συμφωνία των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα.

Άρθρο 1035

Αν το κινητό βρίσκεται στη νομή τρίτου, αρκεί για τη μεταβίβαση της κυριότητάς του η εκχώρηση της διεκδικητικής αγωγής κατά του τρίτου.

Άρθρο 1036

Κτήση κινητού από μη κύριο

Με την εκποίηση κινητού κατά το άρθρο 1034 εκείνος που αποκτά γίνεται κύριος και αν ακόμη η κυριότητα του πράγματος δεν ανήκει σ' αυτόν που εκποιεί, εκτός αν κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται ιδίως όταν η χωρίς δικαίωμα εκποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα επικαρπίας ή ενεχύρου πάνω στο πράγμα, ή από το μισθωτή ή το θεματοφύλακα, ή εκείνον που βρίσκεται σε άλλη παρόμοια σχέση με τον κύριο.

Άρθρο 1037

Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου εκείνος που αποκτά βρίσκεται σε κακή πίστη, αν γνωρίζει ή αγνοεί από βαριά αμέλεια ότι το κινητό πράγμα δεν ανήκει κατά κυριότητα σ' αυτόν που εκποιεί.

Άρθρο 1038

Πράγματα από κλοπή ή απώλεια

Η μεταβίβαση κινητού από μη κύριο σ' εκείνον που αποκτά καλόπιστα δεν επέρχεται, αν το μεταβιβαζόμενο έχει ξεφύγει από τη νομή του κυρίου με κλοπή ή με απώλεια.

Άρθρο 1039

Αν πρόκειται για χρήματα ή ανώνυμους τίτλους, η μεταβίβαση από μη κύριο σε εκείνον που αποκτά καλόπιστα επέρχεται και αν ακόμη αυτά είχαν ξεφύγει από τη νομή του κυρίου με κλοπή ή με απώλεια. Το ίδιο ισχύει και όταν πρόκειται για άλλα κινητά πράγματα που εκποιούνται σε δημόσιο πλειστηριασμό ή σε εμποροπανήγυρη ή αγορά.

Άρθρο 1040

Δικαιώματα τρίτων πάνω στο κινητό που μεταβιβάστηκε

Με τη μεταβίβαση του κινητού πράγματος στην κυριότητα εκείνου που το αποκτά, αποσβήνονται εμπράγματα δικαιώματα τρίτων, που τυχόν υπάρχουν πάνω σ' αυτό, εκτός αν εκείνος που αποκτά ήταν κακόπιστος ως προς το δικαίωμα του τρίτου κατά το χρόνο της παράδοσης της νομής.

Άρθρο 1041

Τακτική χρησικτησία

Εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).

Άρθρο 1042

Έννοια καλής πίστης

Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.

Άρθρο 1043

Νομιζόμενος τίτλος

Για την χρησικτησία αρκεί και ο νομιζόμενος τίτλος, εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα.

Στα ακίνητα δεν υπάρχει νομιζόμενος τίτλος χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται.

Άρθρο 1044

Μεταγενέστερη κακή πίστη

Η καλή πίστη πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της απόκτησης της νομής. Η μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει.

Άρθρο 1045

Έκτακτη χρησικτησία

Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).

Άρθρο 1046

Τεκμήριο νομής

Εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο.

Άρθρο 1047

Αναστολή χρησικτησίας

Η χρησικτησία δεν αρχίζει και, αν έχει αρχίσει, δεν συνεχίζεται κατά το διάστημα που αναστέλλεται η παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, ή εμποδίζεται σύμφωνα με το νόμο η συμπλήρωση της παραγραφής αυτής.

 

Άρθρο 1048

Διακοπή χρησικτησίας

Η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής. Η διακοπή λογίζεται ότι δεν επήλθε, αν αυτός που έχασε τη νομή την ανέκτησε μέσα σε ένα έτος, ή αργότερα αλλά με αγωγή που ασκήθηκε μέσα στο έτος.

Άρθρο 1049

 

Η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Η διακοπή επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος. Οι διατάξεις για τη διακοπή της παραγραφής με την έγερση της αγωγής εφαρμόζονται αναλόγως.

 

 

 

 

 

Άρθρο 1050

Αν η χρησικτησία διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τη διακοπή δεν υπολογίζεται. Νέα χρησικτησία μπορεί να αρχίσει μόνο μετά τη λήξη της διακοπής.

Άρθρο 1051

Προσαύξηση χρόνου

Εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου.

Άρθρο 1052

Ο χρόνος χρησικτησίας που διανύθηκε υπέρ του νομέα κληρονομίας υπολογίζεται υπέρ του πραγματικού κληρονόμου.

Άρθρο 1053

Ενέργεια χρησικτησίας κατά τρίτου

Όταν αποκτηθεί η κυριότητα του πράγματος με χρησικτησία, επέρχεται απόσβεση και των εμπράγματων δικαιωμάτων τρίτων που τυχόν υπάρχουν πάνω σ' αυτό, εκτός αν αυτός που χρησιδεσπόζει δεν βρισκόταν κατά την κτήση της νομής σε καλή πίστη ως προς το δικαίωμα του τρίτου. Ο χρόνος της χρησικτησίας πρέπει να περάσει και ως προς το δικαίωμα του τρίτου. Για τον υπολογισμό αυτού του χρόνου εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη χρησικτησία της κυριότητας του πράγματος.

Άρθρο 1054

Ανεπίδεκτα χρησικτησίας

Ανεπίδεκτα χρησικτησίας, τακτικής ή έκτακτης, είναι τα εκτός συναλλαγής πράγματα.

Άρθρο 1055

Πράγματα που εξαιρούνται από τη χρησικτησία

Εξαιρούνται από την τακτική ή έκτακτη χρησικτησία τα πράγματα που ανήκουν σε πρόσωπα, τα οποία τελούν υπό γονική μέριμνα, επιτροπεία ή δικαστική αντίληψη ενόσω διαρκούν αυτές οι καταστάσεις.

[Το αρχικό άρθρο 1055 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 του ν. 1329/1983.]

[Από τη χρησικτησία εξαιρούνται επίσης:

Α) Τα ακίνητα του δημοσίου 21 ν.δ. 22.4/16.5.1926, 4 ν.δ. 1539/1938.

Β) Τα ακίνητα των μονών (21 ν.δ. 22.4/16.5.1926).

Γ) Ο κλήρος (79 § 2 Αγροτ. Κώδ.).

Δ) Τα ουσιώδη συστατικά πράγματος πριν από τον αποχωρισμό τους (παρά το 993 εδώ η νομή ποτέ AD USUCAPIONEM). Υποστηρίζεται και το αντίθετο.

Άρθρο 1056

Κτήση με προσκύρωση κλπ.

Με επιδίκαση από το δικαστήριο ή με προσκύρωση από δημόσια αρχή αποκτάται ή κυριότητα μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

Άρθρο 1057

Κτήση με ένωση

Αν κινητό ενωθεί με ακίνητο έτσι, να γίνει συστατικό του, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό.

Άρθρο 1058

Συνάφεια

Αν κινητά που ανήκουν σε διαφορετικούς κυρίους ενωθούν έτσι, ώστε να γίνουν συστατικά ενιαίου πράγματος, οι έως τώρα κύριοί τους γίνονται συγκύριοι του πράγματος κατά μέρη που προσδιορίζονται από την αξία που έχουν τα πράγματα κατά το χρόνο της ένωσης.

Αν το ένα από τα πράγματα πρέπει να θεωρηθεί ως το κύριο, ο κύριος του πράγματος αυτού αποκτά κυριότητα στο όλο.

Άρθρο 1059

Σύμμιξη, σύγχυση

Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως και όταν κινητά αναμιχθούν έτσι, ώστε ο χωρισμός τους να αποβαίνει αδύνατος ή να απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες.

Άρθρο 1060

Εφόσον με την ένωση ή την ανάμιξη αποσβήνεται η κυριότητα πράγματος, αποσβήνονται και τα εμπράγματα δικαιώματα άλλων που υπάρχουν πάνω σ' αυτό.

Άρθρο 1061

Ειδοποιία

Εκείνος που παράγει με επεξεργασία ή μετάπλαση ξένης ύλης νέο κινητό πράγμα, αποκτά την κυριότητα πάνω σ' αυτό μόνο εφόσον η αξία της εργασίας που κατέβαλε είναι προφανώς ανώτερη από την αξία της ύλης. Ως επεξεργασία θεωρείται και η γραφή, η ζωγραφική, η ιχνογραφία, η φωτογραφία, η εκτύπωση, η χαρακτική, καθώς και κάθε άλλη παρόμοια επεξεργασία της επιφάνειας.

Εφόσον αποσβήνεται η κυριότητα πάνω στην ύλη, αποσβήνονται και τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων που υπάρχουν πάνω σ' αυτήν.

Άρθρο 1062

Αν εκείνος που παρήγαγε το νέο πράγμα δεν ήταν καλόπιστος, το δικαστήριο μπορεί κατά εύλογη κρίση να επιδικάσει την κυριότητα στον κύριο της ύλης.

 

Άρθρο 1063

Αποζημίωση για απόσβεση κυριότητας

Εκείνος που έχασε την κυριότητά του ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα εξαιτίας της ένωσης, της ανάμιξης, της επεξεργασίας, ή της μετάπλασης, έχει απαίτηση εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με επιφύλαξη του τυχόν δικαιώματός το για αποζημίωση από αδικοπραξία ή για απόδοση δαπανών ή για αφαίρεση κατασκευάσματος.

Αξίωση για επαναφορά της προηγούμενης κατάστασης αποκλείεται.

Άρθρο 1064

Κτήση καρπών

Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 1065 και 1066, η κυριότητα των προϊόντων ή άλλων συστατικών του πράγματος ανήκει και μετά τον αποχωρισμό στον κύριο του πράγματος.

Άρθρο 1065

Με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου, εκείνος που έχει δικαίωμα να αποκτήσει τα προϊόντα ή άλλα συστατικά πράγματος δυνάμει δικαιώματος πάνω στο ξένο πράγμα, τα αποκτά με τον αποχωρισμό.

Άρθρο 1066

Εκείνος που νέμεται το πράγμα με καλή πίστη αποκτά με τον αποχωρισμό την κυριότητα των καρπών ή άλλων προϊόντων που θεωρούνται ως καρποί, εφόσον κατά τον αποχωρισμό βρίσκεται σε καλή πίστη. Το ίδιο ισχύει και γι' αυτόν που έχει καλόπιστη νομή επικαρπίας πάνω στο πράγμα.

Άρθρο 1067

Εκείνος που έχει δικαίωμα από ενοχική σχέση με τον κύριο του πράγματος ή με άλλο δικαιούχο, να πάρει τα προϊόντα ή άλλα συστατικά του πράγματος, γίνεται κύριος όταν αποκτήσει τη νομή τους.

Άρθρο 1068

Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται και αν αυτός που παραχώρησε με ενοχική σχέση σε τρίτον το δικαίωμα να πάρει τα προϊόντα ή άλλα συστατικά, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, ο τρίτος όμως κατά το χρόνο που αποκτά τη νομή τους βρίσκεται σε καλή πίστη και εκείνος που παραχώρησε είναι νομέας του πράγματος.

Άρθρο 1069

Πρόσχωση

Το έδαφος που προστίθεται από τον ποταμό λίγο - λίγο και ανεπαίσθητα σε παραποτάμιο κτήμα, ανήκει στον κύριο του κτήματος.

Άρθρο 1070

Απόσπαση παραποτάμιου τμήματος

Αν από τη φορά του νερού του ποταμού αποσπάστηκε απότομα τμήμα γης ένα κτήμα και ενώθηκε σε άλλο κτήμα της ίδιας ή της άλλης όχθης, η κυριότητα δεν χάνεται, αν μέσα σε ένα έτος ο κύριος επανακτήσει τη νομή του τμήματος που αποσπάστηκε ή εγείρει γι' αυτό αγωγή.

Άρθρο 1071

Νησί σε ποταμό

Το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα, που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν από την άκρη της πλευράς του κάθε κτήματος.

Άρθρο 1072

Κοίτη που εγκαταλείφθηκε

Η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως.

Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη.

Άρθρο 1073

Αν ο βραχίονας ποταμού περιβάλει παραποτάμιο κτήμα ή τμήμα του, η κυριότητα πάνω σ' αυτό δεν χάνεται.

Άρθρο 1074

Κατάκλυση εδάφους

Η κυριότητα δεν χάνεται αν παροδικά κατακλυσθεί το έδαφος από τη ροή των νερών της βροχής ή από έκτακτο ξεχείλισμα ποταμού.

Άρθρο 1075

Κατάληψη αδεσπότων

Εκείνος που παίρνει στη νομή του αδέσποτο κινητό, γίνεται κύριός του.

Άρθρο 1076

Κινητό πράγμα γίνεται αδέσποτο, αν ο κύριος εγκαταλείψει τη νομή του με σκοπό να παραιτηθεί από την κυριότητα.

Άρθρο 1077

Άγρια ή τιθασευμένα ζώα

Τα άγρια ζώα είναι αδέσποτα, εφόσον βρίσκονται στη φυσική τους ελευθερία. Άγρια ζώα μέσα σε περίφρακτο χώρο και ψάρια μέσα σε ιχθυοτροφείο ή σε άλλα περίκλειστα ιδιόκτητα νερά δεν είναι αδέσποτα.

Άγριο ζώο που πιάστηκε γίνεται αδέσποτο αν ξαναποκτήσει την ελευθερία του και ο κύριός του δεν πάρει μέτρα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για την καταδίωξή του. Τιθασευμένο ζώο γίνεται αδέσποτο, αν χάσει τη συνήθεια της επιστροφής.

Άρθρο 1078

Σμήνος από μέλισσες

Σμήνος από μέλισσες που αποδήμησε γίνεται αδέσποτο, αν ο κύριός του δεν πάρει μέτρα, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, για την καταδίωξή του.

Άρθρο 1079

Ο κύριος του σμήνους έχει δικαίωμα να το καταδιώξει και να το συλλάβει μέσα σε ξένο ακίνητο, και αν ακόμη μπήκε σε ξένη άδεια κυψέλη έχει όμως υποχρέωση να επανορθώσει τη σχετική ζημία.

Άρθρο 1080

Αν τα σμήνη από μέλισσες περισσότερων κυρίων αποδήμησαν και αναμίχθηκαν, οι κύριοι που καταδίωξαν τα σμήνη τους γίνονται συγκύριοι του ενιαίου σμήνους που συνέλαβαν. Οι μερίδες τους ορίζονται από τον αριθμό των σμηνών που καταδιώχτηκαν.

Άρθρο 1081

Εύρεση απολωλότων

Όποιος βρήκε χαμένο πράγμα έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση εκείνον που το έχασε ή τον κύριο ή κάθε άλλο δικαιούχο. Αν είναι δύσκολη τέτοια ειδοποίηση, έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει την αστυνομική αρχή και να αναφέρει τα περιστατικά που γνωρίζει εφόσον συντελούν στην ανεύρεση του δικαιούχου. Ο ευρέτης δεν έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει, αν η αξία του αντικειμένου δεν ξεπερνά τις εκατό δραχμές.

Άρθρο 1082

Ο ευρέτης έχει υποχρέωση να φυλάξει και να συντηρήσει το πράγμα, εκτός αν προτιμά να το παραδώσει στην αστυνομική αρχή.

Αν το πράγμα υπόκειται σε φθορά ή η φύλαξή του απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, παραδίνεται στην αστυνομική αρχή που μπορεί να το εκποιήσει δημόσια. Αν είναι φανερό ότι το πράγμα δεν έχει αξία ή είναι πιθανό πως η εκποίησή του δεν μπορεί να αποδώσει αξιόλογο τίμημα, διατίθεται κατά την κρίση της αρχής.

Άρθρο 1083

Ο ευρέτης ευθύνεται μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια.

Άρθρο 1084

Η αστυνομική αρχή έχει δικαίωμα οποτεδήποτε να απαιτήσει να της παραδοθεί το πράγμα. Αφότου ο ευρέτης της το παραδώσει είτε αυθόρμητα είτε ύστερα από πρόσκλησή της, απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για μεταγενέστερα γεγονότα.

Με την απόδοση σε εκείνον που το έχασε, ο ευρέτης απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση απέναντι σε κάθε δικαιούχο, εκτός αν γνώριζε ότι αυτός που το έχασε είναι κλέφτης.

Άρθρο 1085

Δαπάνες του ευρέτη

Ο ευρέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει από το δικαιούχο κάθε δικαιολογημένη κατά τις περιστάσεις δαπάνη για τη φύλαξη και συντήρηση του πράγματος ή για την αναζήτηση του δικαιούχου.

Άρθρο 1086

Εύρετρα

Ο ευρέτης έχει δικαίωμα να απαιτήσει εύρετρα από το δικαιούχο. Αυτά συνίσταται σε δέκα τοις εκατό για την έως πεντακόσιες δραχμές αξία του πράγματος κατά το χρόνο της απόδοσης, σε πέντε τοις εκατό για την πέρα από τις πεντακόσιες και μέχρι τις δέκα χιλιάδες δραχμές αξία και σε δύο τοις εκατό για την επιπλέον αξία του πράγματος.

Αν το πράγμα έχει αξία μόνο για το δικαιούχο, τα εύρετρα ορίζονται κατά εύλογη κρίση.

Ο ευρέτης δεν έχει δικαίωμα να αξιώσει εύρετρα, αν παρέλειψε αδικαιολόγητα την ειδοποίηση ή απέκρυψε την εύρεση μολονότι προσκλήθηκε.

Άρθρο 1087

Στις αξιώσεις του ευρέτη για δαπάνες και εύρετρα εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις αξιώσεις λόγω δαπανών του νομέα κατά του κυρίου που διεκδικεί.

Άρθρο 1088

Κτήση από τον ευρέτη

Με την παρέλευση έτους από την ειδοποίηση της αστυνομικής αρχής ο ευρέτης αποκτά την κυριότητα του πράγματος από τη στιγμή της εύρεσης, εκτός αν στο μεταξύ ο δικαιούχος έγινε γνωστός στην αρχή ή στον ευρέτη. Με την απόκτηση της κυριότητας επέρχεται απόσβεση και κάθε εμπράγματου δικαιώματος τρίτου.

Άρθρο 1089

Αν ο δικαιούχος έγινε γνωστός πριν περάσει το έτος του προηγούμενου άρθρου, ο ευρέτης μπορεί να απαιτήσει τις δαπάνες και τα εύρετρα τάσσοντας γι' αυτό προθεσμία που δεν μπορεί να λήγει πριν από την παρέλευση του έτους.

Όταν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, ο ευρέτης αποκτά την κυριότητα του πράγματος.

Άρθρο 1090

Με την παράδοση του πράγματος στην αρχή δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα του ευρέτη.

Αν η αρχή προβεί σε εκποίηση, το πλειστηρίασμα υποκαθίσταται από πράγμα.

Απόδοση του πράγματος ή του πλειστηριάσματος στο δικαιούχο επιτρέπεται μόνο με τη συναίνεση του ευρέτη.

Άρθρο 1091

Κτήση από δήμο ή κοινότητα

Αν ο ευρέτης δεν παραλάβει το πράγμα που απέκτησε κατά κυριότητα μέσα στην προθεσμία που του τάχθηκε από την αστυνομική αρχή, η κυριότητα του πράγματος περιέχεται στο δήμο ή στην κοινότητα του τόπου όπου βρέθηκε.

Άρθρο 1092

Εύρεση μέσα σε οίκημα ή άλλο δημόσιο χώρο

Εκείνος που βρήκε ένα πράγμα σε κατοικημένο κτίριο ή μέσα σε χώρο προορισμένο για τη χρήση του κοινού, έχει υποχρέωση να το παραδώσει στον κύριο του κτηρίου ή στο μισθωτή ή σ' αυτόν που έχει την εποπτεία του χώρου. Στην περίπτωση αυτή λογίζεται ευρέτης εκείνος στον οποίο παραδόθηκε το πράγμα.

Άρθρο 1093

Κτήση θησαυρού

Εκείνος που βρήκε και πήρε στη νομή του κινητό πράγμα αξίας, κρυμμένο μέσα σε άλλο πράγμα, κινητό ή ακίνητο, τόσο καιρό ώστε να μην μπορεί να εξακριβωθεί ο κύριός του (θησαυρός) γίνεται κύριος του μισού θησαυρού. Ο άλλος μισός ανήκει στον κύριο του πράγματος όπου ήταν κρυμμένος ο θησαυρός.

 

ΠΕΜΠΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο 1094

Διεκδικητική αγωγή

Ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος.

Άρθρο 1095

Ο νομέας μπορεί να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος, αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα.

Άρθρο 1096

Ευθύνη ως προς τα ωφελήματα

Ο νομέας ενέχεται να αποδώσει τα ωφελήματα που έχουν εξαχθεί από το πράγμα μετά την επίδοση της αγωγής. Επιπλέον ευθύνεται και για τα ωφελήματα που δεν εισέπραξε από δική του υπαιτιότητα μετά την επίδοση της αγωγής, ενώ μπορούσε να τα εισπράξει σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης.

Άρθρο 1097

Ευθύνη ως προς το πράγμα

Ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου, αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε ή δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιον άλλο λόγο.

Άρθρο 1098

Κακόπιστος νομέας

Αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής. Δεν αποκλείεται περαιτέρω ευθύνη του από υπερημερία.

Άρθρο 1099

Αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Άρθρο 1100

Καλόπιστος νομέας

Αν ο νομέας πήρε και εξακολούθησε να έχει καλόπιστα τη νομή του πράγματος, δεν ευθύνεται για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα ούτε σε απόδοση των ωφελημάτων του πράγματος ούτε σε αποζημίωση για τη χειροτέρευση ή καταστροφή του πράγματος ή την αδυναμία απόδοσής του.

Άρθρο 1101

Αξίωση αναγκαίων δαπανών

Ο καλόπιστος νομέας έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον κύριο αποζημίωση για δαπάνες που έγιναν στο πράγμα, προκειμένου να διατηρηθεί κατάλληλο για τακτική εκμετάλλευση (αναγκαίες δαπάνες), καθώς και για την πληρωμή βαρών του πράγματος. Για συνηθισμένες όμως δαπάνες συντήρησης του πράγματος δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης, εφόσον του έμειναν τα ωφελήματα του πράγματος.

Άρθρο 1102

Ο κακόπιστος νομέας, και από την επίδοση της αγωγής κάθε νομέας, έχει δικαίωμα αποζημίωσης για τις αναγκαίες δαπάνες ή για τις δαπάνες εξαιτίας βαρών του πράγματος, μόνο κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων.

Άρθρο 1103

Επωφελείς δαπάνες

Για δαπάνες, από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος.

Άρθρο 1104

Δικαίωμα αφαίρεσης

Για το πράγμα που ενώθηκε με άλλο ως συστατικό του, ο νομέας έχει το δικαίωμα της αφαίρεσης.

Το δικαίωμα αποκλείεται: 1. αν πρόκειται για συνήθη δαπάνη συντήρησης, για την οποία ο νομέας δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης επειδή πήρε τα ωφελήματα. 2. αν ο νομέας δεν ωφελείται καθόλου από την αφαίρεση. 3. αν του καταβάλλεται η αξία που θα είχε το συστατικό μετά τον αποχωρισμό.

Άρθρο 1105

Ο νομέας έχει δικαίωμα αποζημίωσης ή αφαίρεσης για τις δαπάνες που έγιναν από το δικαιοπάροχό του με τους ίδιους όρους που και εκείνος θα είχε αυτό το δικαίωμα.

Η υποχρέωση του κυρίου εκτείνεται και στις δαπάνες που έγιναν πριν αποκτήσει την κυριότητα.

Άρθρο 1106

Δικαίωμα επίσχεσης

Ο νομέας έχει δικαίωμα επίσχεσης του πράγματος εωσότου ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται. Δεν έχει το δικαίωμα αυτό, αν απέκτησε το πράγμα με παράνομη πράξη που έγινε με πρόθεση.

Άρθρο 1107

Απόσβεση αξίωσης δαπανών

Η αξίωση αποζημίωσης ή αφαίρεσης που έχει ο νομέας εξαιτίας δαπανών αποσβήνεται, όταν από την απόδοση του πράγματος περάσει μήνας αν πρόκειται για κινητά, και έξι μήνες αν πρόκειται για ακίνητα.

Άρθρο 1108

Αρνητική αγωγή

Αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος.

Άρθρο 1109

Κινητό που περιήλθε σε ξένο ακίνητο

Ο κύριος κινητού πράγματος που περιήλθε σε ξένο ακίνητο έχει δικαίωμα να απαιτήσει από το νομέα του ακινήτου να του επιτρέψει την αναζήτηση και την ανάληψη, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για τη ζημία που προξενήθηκε από την αναζήτηση.

Άρθρο 1110

Τεκμήριο κυριότητας

Υπέρ του νομέα κινητού ισχύει το τεκμήριο ότι είναι κύριός του. Το τεκμήριο δεν αντιτάσσεται κατά του προηγούμενου νομέα, από τον οποίο το πράγμα ξέφυγε με κλοπή ή απώλεια. Προκειμένου όμως για χρήματα και ανώνυμους τίτλους το τεκμήριο αντιτάσσεται και εναντίον του.

Άρθρο 1111

Υπέρ του προηγούμενου νομέα κινητού ισχύει το τεκμήριο, ότι ήταν κύριός του κατά τη διάρκεια της νομής του.

Άρθρο 1112

Πουβλικιανή αγωγή

Εκείνος που απέκτησε τη νομή ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας δικαιούται, αν έχασε τη νομή πριν συμπληρωθεί ο χρόνος, να απαιτήσει από αυτόν που το νέμεται χωρίς έγκυρο ή νομιζόμενο τίτλο, την απόδοση του πράγματος κατά τις διατάξεις για τη διεκδικητική αγωγή που εφαρμόζονται αναλόγως.

Αν ο παραπάνω νομέας ακινήτου προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, έχει δικαίωμα επίσης να προστατευθεί όπως και ο κύριος.

ΕΚΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΣΥΓΚΥΡΙΟΤΗΤΑ

Άρθρο 1113

Κοινό πράγμα

Αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου κατ' ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία.

Άρθρο 1114

Πραγματική δουλεία σε βάρος ή υπέρ του κοινού ακινήτου

Στο κοινό ακίνητο μπορεί να συσταθεί πραγματική δουλεία υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου και αν ακόμη αυτός είναι συγκύριος του ακινήτου που βαρύνεται με τη δουλεία. Το ίδιο ισχύέι και για πραγματική δουλεία πάνω σε ακίνητο υπέρ των εκάστοτε κυρίων κοινού ακινήτου, αν κάποιος από αυτούς είναι κύριος του ακινήτου που βαρύνεται με τη δουλεία.

Άρθρο 1115

Πράξεις που ισχύουν κατά των διαδόχων

Οι διατάξεις των άρθρων 791 και 796, όταν πρόκειται για κοινό εμπράγματο δικαίωμα, εφαρμόζονται μόνο αν η συμφωνία ή η απόφαση των κοινωνών έχει υποβληθεί στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και σε μεταγραφή. Στην περίπτωση του άρθρου 791 μεταγραφή απαιτείται και για τη δικαστική απόφαση.

Άρθρο 1116

Κάθε συγκύριος έναντι τρίτων

Κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα έναντι τρίτων να ασκεί για ολόκληρο το πράγμα τις αξιώσεις από την κυριότητα. Όταν όμως διεκδικεί ολόκληρο το πράγμα, οφείλει να απαιτήσει την απόδοσή του σε όλους τους συγκύριους.

Άρθρο 1117

Αναγκαία συγκυριότητα σε περίπτωση ιδιοκτησίας ορόφου

Όταν πρόκειται για οικοδομή, ο κύριος ορόφου ή διαμερίσματός του είναι αυτοδικαίως συγκύριος εξ αδιαιρέτου κατ' ανάλογη μερίδα πάνω στα μέρη του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν στην κοινή και των λοιπών κυρίων χρήση, όπως είναι ιδίως το έδαφος, τα θεμέλια, οι πρωτότοιχοι, η στέγη, η αυλή.

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Άρθρο 1118

Έννοια

Πάνω σε ακίνητο μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια (πραγματική δουλεία).

Άρθρο 1119

Με την πραγματική δουλεία ο κύριος του δουλεύοντος φέρει το βάρος είτε να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του από τον κύριο του δεσπόζοντος είτε να παραλείπει ορισμένες πράξεις, τις οποίες θα είχε δικαίωμα να επιχειρεί ως κύριος.

Άρθρο 1120

Πραγματικές δουλείες κατά την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι ιδίως: η δουλεία οδού, η δουλεία διοχέτευσης ή αποχέτευσης ή άντλησης νερού ή ποτισμού θρεμμάτων του δεσπόζοντος, ή βοσκής ή ξύλευσης, η δουλεία εκπομπής στο δουλεύον του νερού της στέγης του δεσπόζοντος, δουλεία εξώστη ή προστέγου πάνω στο δουλεύον ή στήριξης της οικοδομής πάνω στο γειτονικό κτίριο, η δουλεία υπονόμου, η δουλεία μη ανέγερσης, μη παρεμπόδισης του φωτός ή της θέας του δεσπόζοντος.

Άρθρο 1121

Σύσταση

Οι πραγματικές δουλείες συνιστώνται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι διατάξεις για τη χρησικτησία ακινήτων και για τη μεταβίβασή τους με συμφωνία εφαρμόζονται αναλόγως και στη σύσταση των πραγματικών δουλειών.

Άρθρο 1122

Περισσότεροι κύριοι

Αν το δεσπόζον ή το δουλεύον ακίνητο ανήκει σε περισσότερους, για τη σύσταση δουλείας με δικαιοπραξία απαιτείται η συναίνεση όλων.

 

 

Άρθρο 1123

Χρησικτησία σε περίπτωση αρνητικής δουλείας

Αν η δουλεία συνίσταται στο να μη κάνει κανείς κάτι, η νομή για έκτακτη χρησικτησία αρχίζει από τότε που ο κύριος του δεσπόζοντος απαγόρευσε στον κύριο του δουλεύοντος την πράξη της οποίας η παράλειψη αποτελεί το περιεχόμενο της δουλείας.

Άρθρο 1124

Έκταση της δουλείας

Το δικαίωμα της δουλείας εκτείνεται μόνο έως την εξυπηρετούμενη ανάγκη του δεσπόζοντος. Νέες ανάγκες του, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν συνεπάγονται διαφορετική επιβάρυνση για τον κύριο του δουλεύοντος.

Άρθρο 1125

Στο δικαίωμα της δουλείας περιλαμβάνεται κάθε πράξη του δικαιοπαρόχου που είναι αναγκαία για την άσκησή της. Οφείλει όμως αυτός να ασκεί το δικαίωμά του με κάθε δυνατή φειδώ ως προς τα συμφέροντα του κυρίου του δουλεύοντος

Άρθρο 1126

Διατήρηση κατασκευάσματος στο δουλεύον

Αν για την άσκηση της δουλείας διατηρείται στο δουλεύον ακίνητο κάποιο κατασκεύασμα, ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να το διατηρεί σε κανονική κατάσταση, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον του κυρίου του δουλεύοντος. Αν το κατασκεύασμα εξυπηρετεί και το συμφέρον του κυρίου του δουλεύοντος, την υποχρέωση για συντήρηση έχουν και οι δύο ανάλογα με το συμφέρον του καθενός, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά.

Άρθρο 1127

Αν η δουλεία συνίσταται σε δικαίωμα να διατηρεί ο δικαιούχος οικοδομικό κατασκεύασμα πάνω σε οικοδομικό κατασκεύασμα του δουλεύοντος ακινήτου, ο κύριος του δουλεύοντος, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, έχει υποχρέωση να συντηρεί το δικό του κατασκεύασμα, εφόσον αυτό απαιτεί το συμφέρον του δικαιούχου.

Άρθρο 1128

Μεταβολή του τρόπου άσκησης της δουλείας

Ο κύριος του δουλεύοντος δικαιούται να απαιτήσει, έναντι προκαταβολής της απαιτούμενης δαπάνης, να μεταβληθεί ο τρόπος που ασκείται η δουλεία, αν ο οικονομικός της σκοπός πραγματοποιείται εξίσου με αυτή τη μεταβολή και ο έως τώρα τρόπος της άσκησής της είναι γι' αυτόν ιδιαίτερα επαχθής.

Το ίδιο ισχύει και για τη μεταβολή της θέσης, στην οποία ασκείται έως τώρα στο ακίνητο η δουλεία.

Άρθρο 1129

Χρήση του δουλεύοντος από τον κύριο

Η ύπαρξη της δουλείας δεν στερεί τον κύριο του δουλεύοντος από το δικαίωμα να το χρησιμοποιεί για τον εαυτό του με όμοιο τρόπο, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ή αν το δουλεύον δεν επαρκεί για τέτοια χρήση.

 

 

 

Άρθρο 1130

Διαίρεση του δεσπόζοντος

Αν διαιρεθεί το δεσπόζον ακίνητο, η δουλεία εξακολουθεί να υπάρχει υπέρ του κάθε μέρους, η άσκησή της όμως δεν μπορεί να είναι επαχθέστερη για τον κύριο του δουλεύοντος. Για κάθε μέρος του πράγματος στο οποίο η δουλεία δεν παρέχει χρησιμότητα επέρχεται απόσβεσή της.

Άρθρο 1131

Διαίρεση του δουλεύοντος

Αν διαιρεθεί το δουλεύον, η δουλεία εξακολουθεί να υπάρχει πάνω στο καθένα από τα μέρη στα οποία διαιρέθηκε. Επέρχεται όμως απόσβεση για το κάθε μέρος ως προς το οποίο από τη φύση της δουλείας ή από τη σύμβαση έπαψε η άσκησή της.

Άρθρο 1132

Προστασία της δουλείας

Αυτός που έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας και, όταν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, ο καθένας από αυτούς, έχει δικαίωμα σε περίπτωση προσβολής να απαιτήσει από τον προσβολέα την αναγνώριση της δουλείας και την άρση της προσβολής, καθώς και την παράλειψή της στο μέλλον. Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες.

Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου δεν παρέχεται, αν εκείνος που έκανε την προσβολή ενέργησε δυνάμει δικαιώματος.

Άρθρο 1133

Την προστασία του προηγούμενου άρθρου έχει αυτός που απέκτησε τη νομή της δουλείας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας εναντίον εκείνου που νέμεται το δουλεύον χωρίς έγκυρο ή νομιζόμενο τίτλο, αν πριν συμπληρωθεί ο χρόνος της χρησικτησίας προσβάλλεται στην άσκησή της.

Άρθρο 1134

Απόσβεση της δουλείας

Η δουλεία αποσβήνεται με μονομερή δήλωση παραίτησης του δικαιούχου, η οποία γίνεται είτε με διάταξη της τελευταίας βούλησης είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Αν τρίτος έχει πάνω στο δεσπόζον εμπράγματο δικαίωμα, είναι απαραίτητη και η συναίνεσή του, εφόσον από την παραίτηση παραβλάπτεται το δικαίωμά του.

Άρθρο 1135

Η ολική καταστροφή του δεσπόζοντος ή του δουλεύοντος ακινήτου επιφέρει απόσβεση της δουλείας.

Άρθρο 1136

Η δουλεία αποσβήνεται εφόσον από λόγους πραγματικούς ή νομικούς η άσκησή της γίνεται αδύνατη.

Άρθρο 1137

Η δουλεία αποσβήνεται, αν η κυριότητα του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος περιέλθει στο ίδιο πρόσωπο.

Άρθρο 1138

Η δουλεία αποσβήνεται με εικοσαετή αχρησία. Αν υπάρχουν περισσότεροι δικαιούχοι, αρκεί η άσκηση της δουλείας από έναν.

Άρθρο 1139

Στις δουλείες που ασκούνται κατά διαλείμματα η εικοσαετία αρχίζει από την τελευταία άσκηση. Στις δουλείες των οποίων το περιεχόμενο συνίσταται σε συνεχή άσκηση, η εικοσαετία αρχίζει αφότου στο δουλεύον έγινε κατασκεύασμα που εμποδίζει την άσκηση της δουλείας.

Η αχρησία διακόπτεται με την έγερση αγωγής από το δικαιούχο.

Άρθρο 1140

Η απόσβεση της δουλείας λόγω αχρησίας δεν εμποδίζεται όταν η δουλεία ασκείται κατά τρόπο ή χρόνο διαφορετικό από εκείνον που αρμόζει στη δουλεία.

Άρθρο 1141

Η αχρησία δεν αρχίζει και όταν αρχίσει δεν συνεχίζεται κατά το διάστημα που αναστέλλεται η παραγραφή της αγωγής για την προστασία της δουλείας, ή εμποδίζεται κατά το νόμο η συμπλήρωση της παραγραφής της.

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΟΥΛΕΙΕΣ

Άρθρο 1142

Έννοια της επικαρπίας

Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του.

Άρθρο 1143

Σύσταση

Η επικαρπία συνίσταται με δικαιοπραξία ή με χρησικτησία. Οι διατάξεις για τη χρησικτησία κινητών ή ακίνητων και για την μεταβίβαση της κυριότητάς τους με συμφωνία εφαρμόζονται αναλόγως και για τη σύσταση επικαρπίας πάνω σ' αυτά.

Άρθρο 1144

Επικαρπία μπορεί να συσταθεί και σε ιδανικό μέρος του πράγματος.

Άρθρο 1145

Βεβαίωση της κατάστασης του πράγματος

Ο επικαρπωτής πράγματος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να βεβαιωθεί με έξοδά του η κατάσταση του πράγματος από πραγματογνώμονες που διορίζει το δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα έχει και ο κύριος.

Άρθρο 1146

Απογραφή ομάδας πραγμάτων

Αν αντικείμενο της επικαρπίας είναι ομάδα πραγμάτων, ο επικαρπωτής και ο κύριος έχουν αμοιβαία την υποχρέωση να συμπράξουν για τη σύνταξη απογραφής τους. Τη δαπάνη φέρει αυτός που ζητεί την απογραφή.

Άρθρο 1147

Ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα να νέμεται το πράγμα.

Άρθρο 1148

Υποχρεώσεις του επικαρπωτή

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση κατά την άσκηση της επικαρπίας να διατηρεί τον έως τώρα οικονομικό προορισμό του πράγματος και να το μεταχειρίζεται με επιμέλεια και σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης. Δεν έχει δικαίωμα να επιφέρει ουσιώδεις μεταβολές.

Άρθρο 1149

Σε περίπτωση επικαρπίας δάσους ή μεταλλείου ή ορυχείου ο επικαρπωτής ή ο κύριος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να καθοριστεί η εκμετάλλευση βάσει σχεδίου με δαπάνη και των δύο.

Άρθρο 1150

Έκτακτη καρποφορία

Καρποί που συνέλεξε ο επικαρπωτής καθ' υπέρβαση της τακτικής εκμετάλλευσης ή εξαιτίας έκτακτων περιστατικών περιέχονται κατά το πλεόνασμα στον κύριο.

Άρθρο 1151

Ο επικαρπωτής ως προς το θησαυρό

Αν βρεθεί στο πράγμα θησαυρός, το δικαίωμα του επικαρπωτή δεν εκτείνεται και στο μέρος του θησαυρού που ανήκει στον κύριο.

Άρθρο 1152

Επισκευές του πράγματος

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση να φροντίζει για την επισκευή ή την ανακαίνιση του πράγματος. βαρύνεται με τις σχετικές δαπάνες μόνο εφόσον αυτές ανάγονται στη συνήθη συντήρηση του πράγματος.

Άρθρο 1153

Υποχρέωση ειδοποίησης του κυρίου

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση να ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον κύριο για κάθε βλάβη του πράγματος ή για την ανάγκη έκτακτης επισκευής του ή για προφυλακτικό μέτρο που επιβάλλεται εναντίον κινδύνου που δεν είχε προβλεφθεί. Το ίδιο ισχύει και όταν τρίτος αντιποιείται κάποιο δικαίωμα πάνω στο πράγμα.

Αν ο κύριος αμελεί ή αρνείται να λάβει μέτρα για να αποτρέψει τη βλάβη ή τον κίνδυνο, ο επικαρπωτής παίρνει τα μέτρα αυτά με δαπάνη του κυρίου.

Άρθρο 1154

Υποχρέωση για ασφάλιση

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση να ασφαλίζει με έξοδά του το πράγμα υπέρ του κυρίου κατά της φωτιάς ή άλλων κινδύνων για το χρόνο της επικαρπίας, εφόσον η ασφάλιση επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής εκμετάλλευσης. Αν παρέλαβε το πράγμα ασφαλισμένο, έχει υποχρέωση με τους ίδιους όρους να καταβάλλει τα ασφάλιστρα του χρόνου της επικαρπίας.

 

 

 

Άρθρο 1155

Υποχρέωση για τα βάρη

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση έναντι του κυρίου να φέρει κατά τη διάρκεια της επικαρπίας τα δημόσια βάρη του πράγματος, εκτός από τα έκτακτα. Αν κατά τη σύσταση της επικαρπίας υπάρχει υποθήκη πάνω στο πράγμα, ο επικαρπωτής έχει επίσης υποχρέωση έναντι του κυρίου να καταβάλλει τους κατά τη διάρκεια της επικαρπίας τόκους του χρέους ή μέρος των τόκων κατ' αναλογία και προς τις τυχόν άλλες υποθήκες που ασφαλίζουν το χρέος.

Άρθρο 1156

Ο επικαρπωτής ολόκληρης περιουσίας ή ποσοστού μέρους της έχει υποχρέωση να καταβάλει τον τόκο ή το αντίστοιχο μέρος του για τα χρέη του κυρίου που υπάρχουν κατά τη σύσταση της επικαρπίας.

Υποχρεούται επίσης να καταβάλει τις περιοδικές παροχές διατροφής που πηγάζουν από υποχρέωση του κυρίου που είχε ήδη γεννηθεί κατά τη σύσταση της επικαρπίας.

Άρθρο 1157

Δαπάνες που δεν βαρύνουν τον επικαρπωτή

Για δαπάνες του επικαρπωτή για τις οποίες αυτός δεν έχει υποχρέωση ενέχεται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων εκείνος που ήταν κύριος του πράγματος όταν έγιναν. Ο επικαρπωτής έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει το κατασκεύασμα που ο ίδιος έκανε πάνω στο πράγμα.

Άρθρο 1158

Χειροτέρευση από κανονική κάρπωση

Ο επικαρπωτής δεν ευθύνεται για τη μεταβολή ή τη χειροτέρευση του πράγματος που προξενήθηκε από την κανονική άσκηση της επικαρπίας.

Άρθρο 1159

Υποχρέωση του επικαρπωτή για ασφάλεια

Ο κύριος του πράγματος, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, δικαιούται να απαιτήσει από τον επικαρπωτή ασφάλεια, αν η επικαρπία ασκείται με τρόπο που απειλεί σοβαρά τα δικαιώματα του κυρίου. Από την ασφάλεια απαλλάσσεται ο δωρητής που έχει παρακρατήσει για τον εαυτό του την επικαρπία.

Άρθρο 1160

Αν ο επικαρπωτής δεν δίνει ή αδυνατεί να δώσει την ασφάλεια που διατάχθηκε ή αν προσβάλλει σοβαρά τα δικαιώματα του κυρίου, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του κυρίου, διατάζει την εκμίσθωση του πράγματος ή αναθέτει την άσκηση της επικαρπίας σε διαχειριστή για λογαριασμό του επικαρπωτή. Διαχειριστής μπορεί να οριστεί και ο κύριος. Η διαχείριση αίρεται αν δοθεί ασφάλεια ή εκλείψει η αιτία που την προκάλεσε.

Άρθρο 1161

Απόδοση του πράγματος κατά τη λήξη της επικαρπίας

Ο επικαρπωτής έχει υποχρέωση μετά τη λήξη της επικαρπίας να αποδώσει το πράγμα στον κύριο. Στη σχέση ανάμεσα στον επικαρπωτή και στον κύριο του πράγματος αυτός που παραχώρησε την επικαρπία λογίζεται υπέρ του επικαρπωτή ως κύριος, εκτός αν ο επικαρπωτής γνωρίζει ότι δεν είναι κύριος.

Άρθρο 1162

Ο επικαρπωτής αγροτικού κτήματος δεν έχει κατά τη λήξη της επικαρπίας δικαίωμα στους καρπούς που δεν έχουν ακόμη αποχωριστεί. Μπορεί όμως να απαιτήσει τις δαπάνες για την παραγωγή τους, εφόσον δεν ξεπερνούν την αξία των καρπών.

Άρθρο 1163

Ο επικαρπωτής αγροτικού κτήματος έχει υποχρέωση κατά τη λήξη της επικαρπίας να αφήσει από τα προϊόντα του κτήματος, ιδίως από το σπόρο, το χόρτο και το λίπασμα, όση ποσότητα απαιτείται για τακτική καλλιέργεια του κτήματος έως τη νέα εσοδεία. Έχει όμως αξίωση αποζημίωσης γι' αυτά από τον κύριο, εφόσον δεν παρέλαβε τέτοια προϊόντα όταν μπήκε στο κτήμα.

Άρθρο 1164

Τύχη εκμίσθωσης κατά τη λήξη της επικαρπίας

Αν η επικαρπία ακινήτου λήξει κατά τη διάρκεια της εκμίσθωσης του ακινήτου που έγινε από τον επικαρπωτή, εφαρμόζονται αναλόγως ως προς την εξακολούθηση της μίσθωσης καθώς και ως προς την προκαταβολή ή την εκχώρηση ή την κατάσχεση μισθωμάτων της, οι διατάξεις για την εκποίηση του μισθίου ακινήτου κατά τη διάρκεια της μίσθωσης.

Άρθρο 1165

Παραγραφή

Οι αξιώσεις του κυρίου κατά του επικαρπωτή εξαιτίας μεταβολής ή χειροτέρευσης του πράγματος, καθώς και οι αξιώσεις του επικαρπωτή για δαπάνες ή για την αφαίρεση κατασκευάσματος, παραγράφονται μετά την παρέλευση έξι μηνών από την απόδοση του πράγματος.

Άρθρο 1166

Η επικαρπία είναι αμεταβίβαστη

Η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη. Η άσκησή της μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλον για χρόνο που δεν υπερβαίνει τη διάρκεια της επικαρπίας, με την επιφύλαξη της διάταξης του άρθρου 1164.

Άρθρο 1167

Απόσβεση της επικαρπίας

Η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή. Επικαρπία υπέρ νομικού προσώπου εκλείπει μαζί μ' αυτό.

Άρθρο 1168

Η επικαρπία αποσβήνεται μόλις ενωθεί με την κυριότητα στο ίδιο πρόσωπο.

Άρθρο 1169

Η επικαρπία αποσβήνεται με μονομερή δήλωση του δικαιούχου προς τον κύριο, ότι παραιτείται. Για τα ακίνητα η δήλωση γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που κοινοποιείται στον κύριο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Άρθρο 1170

Οι λόγοι απόσβεσης των πραγματικών δουλειών εξαιτίας της καταστροφής του δουλεύοντος πράγματος, της αδυναμίας άσκησης και της αχρησίας, εφαρμόζονται αναλόγως και στην επικαρπία πράγματος. Η εικοσαετία για την αχρησία αρχίζει από την τελευταία άσκηση της επικαρπίας.

Άρθρο 1171

Καταστροφή ή αναγκαστική απαλλοτρίωση του πράγματος

Η επικαρπία του πράγματος εκτείνεται και στο αντάλλαγμα ή στο ποσόν αποζημίωσης που οφείλεται γι' αυτό, ιδίως εξαιτίας καταστροφής ή ασφαλιστικής σύμβασης ή αναγκαστικής απαλλοτρίωσής του.

Άρθρο 1172

Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου ο κύριος ή ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει να δαπανηθεί το ποσόν που εισπράχθηκε για την αποκατάσταση ή την αντικατάσταση του πράγματος στους κανόνες τακτικής εκμετάλλευσης.

Άρθρο 1173

Προστασία του επικαρπωτή

Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του επικαρπωτή, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την προστασία της κυριότητας.

Άρθρο 1174

Επικαρπία αναλωτών

Αν το αντικείμενο της επικαρπίας είναι πράγματα αναλωτά, ο επικαρπωτής, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, γίνεται κύριος των πραγμάτων και έχει την υποχρέωση στο τέλος της επικαρπίας να αποδώσει, κατ' επιλογήν εκείνου που παραχώρησε την επικαρπία, είτε την αξία που είχαν τα πράγματα αυτά κατά το χρόνο της σύστασης της επικαρπίας είτε με άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας.

Άρθρο 1175

Σε περίπτωση αναλωτών πραγμάτων ο επικαρπωτής, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, έχει υποχρέωση να δώσει ασφάλεια πριν από την παράδοσή τους. Ο επικαρπωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής ασφάλειας: 1. σε περίπτωση χρημάτων, αν κατατεθούν σε ασφαλή τράπεζα ή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα με την επιφύλαξη του δικαιώματος επικαρπίας. 2. αν είναι ο δωρητής που παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία.

Άρθρο 1176

Επικαρπία ανώνυμων τίτλων

Στην επικαρπία ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για την επικαρπία πράγματος. Ο επικαρπωτής πριν από την παράδοση, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, έχει υποχρέωση να δώσει ασφάλεια. Από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσεται: 1. αν οι τίτλοι κατατεθούν σε ασφαλή τράπεζα ή σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα με την επιφύλαξη του δικαιώματος επικαρπίας. 2. αν ο επικαρπωτής είναι ο δωρητής που παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία.

Ο επικαρπωτής έχει δικαίωμα να νέμεται τα προσαρτημένα τοκομερίδια ή μερισματόγραφα χωρίς παροχή ασφάλειας.

Άρθρο 1177

Σε περίπτωση επικαρπίας μετοχών εταιρίας ο επικαρπωτής, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, έχει δικαίωμα να μετέχει στις συνελεύσεις των μετόχων της εταιρίας.

Άρθρο 1178

Επικαρπία δικαιώματος

Επικαρπία μπορεί να συσταθεί και πάνω σε δικαίωμα. Η σύστασή της γίνεται με τον τρόπο που γίνεται η μεταβίβαση του δικαιώματος. Δικαιώματα που δεν μπορούν να μεταβιβαστούν δεν είναι δεκτικά επικαρπίας.

Άρθρο 1179

Ιδίως επικαρπία απαίτησης

Ο επικαρπωτής απαίτησης έχει δικαίωμα στην κάρπωσή της.

Αν η απαίτηση δεν είναι χρηματική, έχει δικαίωμα και να την εισπράξει. Από την είσπραξή της είναι επικαρπωτής πράγματος.

Άρθρο 1180

Αν η απαίτηση, που βαρύνεται με επικαρπία είναι χρηματική, ο δανειστής και ο επικαρπωτής έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να συμπράξουν για την είσπραξη του κεφαλαίου από κοινού. Αντί για την είσπραξη ή μετά την είσπραξη ο καθένας απ' αυτούς έχει δικαίωμα να απαιτήσει την ασφαλή και έντοκη τοποθέτηση του κεφαλαίου, με επιφύλαξη του δικαιώματος του επικαρπωτή. Αυτός προσδιορίζει το είδος της τοποθέτησης.

Άρθρο 1181

Ο επικαρπωτής ισόβιας προσόδου έχει δικαίωμα να εισπράττει τις περιοδικές παροχές που αρμόζουν στο δικαίωμα που βαρύνεται με την επικαρπία.

Άρθρο 1182

Στην επικαρπία δικαιώματος εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις για την επικαρπία πραγμάτων, εφόσον δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από το νόμο ή από τη φύση της επικαρπίας δικαιώματος.

Άρθρο 1183

Οίκηση

Η προσωπική δουλεία της οίκησης συνίσταται στο εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμά της.

Άρθρο 1184

Όποιος έχει την οίκηση, έχει δικαίωμα να κατοικεί στην οικοδομή με την οικογένειά του και το ανάλογο προς την κοινωνική θέση υπηρετικό προσωπικό

Άρθρο 1185

Η οίκηση είναι αμεταβίβαστη και αποσβήνεται με το θάνατο του δικαιούχου.

Άρθρο 1186

Στην οίκηση δεν υπάρχει αξίωση για παροχή ασφάλειας. Ο δικαιούχος δεν έχει υποχρέωση να ασφαλίσει την οικοδομή.

Άρθρο 1187

Στην οίκηση εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως οι γενικές διατάξεις για την επικαρπία ακινήτων, εφόσον συμβιβάζονται και με τη φύση της οίκησης.

Άρθρο 1188

Άλλες προσωπικές δουλείες

Πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας που να παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα υπέρ ορισμένου προσώπου (περιορισμένες προσωπικές δουλείες).

Οι δουλείες αυτές μπορούν συνίστανται και σε οτιδήποτε αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας.

Άρθρο 1189

Η έκταση της περιορισμένης προσωπικής δουλείας προσδιορίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, από τις προσωπικές ανάγκες του δικαιούχου.

Άρθρο 1190

Η περιορισμένη προσωπική δουλεία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, είναι αμεταβίβαστη και αποσβήνεται με το θάνατο του δικαιούχου ή όταν εκλείψει το νομικό πρόσωπο υπέρ του οποίου είχε συσταθεί.

Άρθρο 1191

Στις περιορισμένες προσωπικές δουλείες εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι διατάξεις για τις πραγματικές δουλείες, εφόσον συμβιβάζονται και με τη φύση των προσωπικών δουλειών.

Ένατο κεφάλαιο

Μεταγραφή

Άρθρο 1192

Πράξεις που μεταγράφονται

Μεταγράφονται στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου: 1. οι εν ζωή δικαιοπραξίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αιτία θανάτου δωρεές, με τις οποίες συνιστάται, μετατίθεται, καταργείται εμπράγματο δικαίωμα (εμπράγματες δικαιοπραξίες) πάνω σε ακίνητα. 2. οι επιδικάσεις ή οι προσκυρώσεις που γίνονται από την αρχή ή οι κατακυρώσεις κυριότητας ή εμπράγματου δικαιώματος πάνω σε ακίνητο. 3. οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου. 4. οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που περιέχουν καταδίκη σε δήλωση βούλησης για εμπράγματη δικαιοπραξία πάνω σε ακίνητο.

Άρθρο 1193

Αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας

Μεταγράφεται επίσης στο γραφείο μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου κάθε αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, εφόσον μ' αυτήν περιέχεται στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο ακίνητο της κληρονομίας ή εμπράγματο δικαίωμα πάνω σ' αυτό ή εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ξένο ακίνητο ή καταργείται τέτοιο δικαίωμα. Για τη μεταγραφή απαιτείται να βεβαιωθεί ο θάνατος του κληρονομουμένου.

Άρθρο 1194

Πώς γίνεται η μεταγραφή

Η μεταγραφή συνίσταται στην καταχώριση περίληψης της μεταγραπτέας πράξης στο βιβλίο μεταγραφών, κατά χρονολογική σειρά προσαγωγής. Η περίληψη περιέχει τα κύριο γνωρίσματα της πράξης. Η καταχώριση βεβαιώνεται και στο έγγραφο που μεταγράφεται, το οποίο και φυλάγεται στο γραφείο μεταγραφών.

Τη μεταγραφή μπορεί να ζητήσει οποιοσδήποτε δικαιολογεί έννομο συμφέρον.

Άρθρο 1195

Η μεταγραπτέα αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας πρέπει να προκύπτει από δημόσιο έγγραφο. Αντί για την αποδοχή της κληρονομίας μπορεί να μεταγραφεί το κληρονομητήριο.

Άρθρο 1196

Έλλειψη ως προς την ταυτότητα του ακινήτου

Η μεταγραφή είναι άκυρη αν δεν προκύπτει από την πράξη που μεταγράφεται η ταυτότητα του ακινήτου.

 

 

Άρθρο 1197

Αν από την πράξη αποδοχής της κληρονομίας ή κληροδοσίας δεν προκύπτει η ταυτότητα του ακινήτου και το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά η αποδοχή, εκείνος που ζητεί τη μεταγραφή πρέπει να παραδώσει στο γραφείο των μεταγραφών έκθεση που υπογράφεται απ' αυτόν και περιέχει και τα στοιχεία αυτά.

Άρθρο 1198

Παράλειψη μεταγραφής

Χωρίς μεταγραφή, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται κατά τα άρθρα 1192 και 1193, δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπράγματου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο.

Άρθρο 1199

Κυριότητα κληρονόμου ή κληροδόχου

Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση η προθεσμία.

Άρθρο 1200

Δημοσιότητα των βιβλίων μεταγραφής

Τα βιβλία των μεταγραφών είναι δημόσια και προσιτά στον καθένα που θέλει να τα συμβουλευτεί τηρούνται όμως οι όροι που απαιτούνται για την καλή διατήρησή τους.

Άρθρο 1201

Ο φύλακας των βιβλίων μεταγραφών οφείλει να δίνει σε όσους υποβάλλουν αίτηση αντίγραφα, πιστοποιήσεις ή περιλήψεις του περιεχομένου τους.

Άρθρο 1202

Απόφαση σχετική με την ακυρότητα δικαιοπραξίας που έχει μεταγραφεί

Αν κηρύχθηκε άκυρη με τελεσίδικη δικαστική απόφαση με δικαιοπραξία που έχει μεταγραφεί, αυτό σημειώνεται, με επιμέλεια του διαδίκου που πέτυχε την αναγνώριση της ακυρότητας, στο περιθώριο της δικαιοπραξίας που μεταγράφηκε. Ο διάδικος αυτός ενέχεται έναντι εκείνου που ζημιώθηκε για κάθε ζημία από την παράλειψη.

Άρθρο 1203

Ακύρωση μεταγραμμένης σύμβασης που αφορά ακίνητο

Αν μεταγραμμένη σύμβαση που αφορά ακίνητο είχε συναφθεί από πλάνη ή με απάτη ή απειλή και, αφού προσβλήθηκε, ακυρώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, τα αποτελέσματα της ακύρωσης που αναφέρονται στο άρθρο 184 επέρχονται αφότου η απόφαση αυτή σημειώθηκε στο περιθώριο της μεταγραμμένης σύμβασης.

Άρθρο 1204

Με την ακύρωση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, της σύμβασης για ακίνητο, η οποία είχε συναφθεί από πλάνη ή με απάτη ή απειλή και είχε μεταγραφεί, δεν αναιρούνται τα εμπράγματα δικαιώματα που τρίτοι απέκτησαν απ' αυτήν.

 

 

Άρθρο 1205

Συρροή πολλών μεταγραφών

Αν συμπέσει συρροή πολλών μεταγραφών και ο φύλακας δεν μπορέσει να τις μεταγράψει όλες μέσα στην ίδια ημέρα, συντάσσει έκθεση γι' αυτές που δεν καταχωρίστηκαν, σημειώνοντάς τις κατά την τάξη της προσαγωγής. Η καταχώρισή τους στο βιβλίο των μεταγραφών γίνεται κατά την τάξη που γράφτηκαν στην έκθεση ο φύλακας δεν μπορεί προτού τις μεταγράψει να κάνει άλλες μεταγραφές. Οι μεταγραφές αυτές λογίζονται ότι έγιναν από την ημέρα που συντάχθηκε η έκθεση.

Άρθρο 1206

Μεταγραφή της ίδιας ημέρας

Μεταξύ πολλών μεταγραφών που έγιναν την ίδια ημέρα σχετικά με δικαιώματα πάνω στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται εκείνη που στηρίζεται στον έστω και κατ' ελάχιστο χρόνο αρχαιότερο τίτλο.

Άρθρο 1207

Μεταγραφή και εγγραφή υποθήκης την ίδια ημέρα

Αν συμπέσει την ίδια ημέρα μεταγραφή και εγγραφή υποθήκης πάνω στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται εκείνη που καταχωρίστηκε νωρίτερα, έστω και κατ' ελάχιστο χρόνο.

Άρθρο 1208

Μεταγραφή μισθώσεων

Μεταγράφονται στο γραφείο των μεταγραφών της περιφέρειας του ακινήτου οι μισθώσεις του ακινήτου για διάστημα μακρότερο από εννέα χρόνια.

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΕΝΕΧΥΡΟ

Άρθρο 1209

Έννοια

Σε ξένο κινητό πράγμα μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα ενεχύρου για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα.

Άρθρο 1210

Ύπαρξη απαίτησης

Το ενέχυρο αποτελεί παρεπόμενο δικαίωμα συνιστάται και υπέρ απαίτησης μελλοντικής ή υπό αίρεση.

Άρθρο 1211

Σύσταση

Για τη σύσταση ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον κύριο στο δανειστή και συμφωνία των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία και να προσδιορίζει την απαίτηση, καθώς επίσης να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σ' αυτό ιδιαίτερος κατάλογος.

 

 

Άρθρο 1212

Παράδοση σε τρίτο

Η παράδοση σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο μπορεί να γίνει και σε τρίτον με κοινή συναίνεση δανειστή και ενεχυραστή.

Άρθρο 1213

Παράδοση με αντιφώνηση

Συμφωνία μεταξύ δανειστή και ενεχυραστή να παραμένει αυτός στην κατοχή του πράγματος βάσει ορισμένης έννομης σχέσης δεν ισχύει ως παράδοση.

Άρθρο 1214

Σύσταση με καταχώριση

Με μόνη τη συμφωνία συνιστάται ενέχυρο χωρίς παράδοση, αν η συμφωνία αυτή καταχωριστεί σε δημόσιο βιβλίο που καθορίζεται για το σκοπό αυτό από το νόμο.

Άρθρο 1215

Έλλειψη κυριότητας του ενεχυραστή

Αν το πράγμα δεν ανήκει στον ενεχυραστή, ενέχυρο αποκτάται κατά τους όρους που αποκτάται η κυριότητα κινητού από μη κύριο. Οι σχετικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 1216

Ενέχυρο σε ιδανικό μέρος

Ενέχυρο συνιστάται και σε ιδανικό μέρος κινητού πράγματος. Αλλά το πράγμα δεν επιτρέπεται να παραμείνει ολόκληρο ή κατά ιδανικό μέρος στην κατοχή του ενεχυραστή.

Άρθρο 1217

Χρόνος από τον οποίο υπάρχει το προνόμιο

 

Το προνόμιο από το ενέχυρο υπάρχει από τη σύστασή του και αν ακόμη συστήθηκε για απαίτηση μελλοντική ή υπό αίρεση.

Άρθρο 1218

Ασφαλιζόμενο χρέος

Το ενέχυρο ασφαλίζει την απαίτηση σε όλη της την έκταση, ιδίως τους τόκους, την ποινική ρήτρα, τις αξιώσεις του δανειστή εξαιτίας δαπανών που έκανε στο πράγμα, τα δικαστικά έξοδα, καθώς και τα έξοδα για την εκποίηση του ενεχύρου.

Αν το ενέχυρο έχει συσταθεί για εξασφάλιση ξένης οφειλής, δικαιοπραξία οφειλέτη και δανειστή που γίνεται μετά την ενεχύραση δεν μπορεί να καταστήσει επαχθέστερη τη θέση του ενεχυραστή.

Άρθρο 1219

Ενστάσεις του ενεχυραστή

Ο ενεχυραστής, εφόσον στο νόμο δεν ορίζεται διαφορετικά, έχει δικαίωμα να προτείνει απέναντί στο δανειστή τις ενστάσεις που έχει ο οφειλέτης κατά της απαίτησης και αν ακόμη αυτός παραιτηθεί από τις ενστάσεις αυτές.

Άρθρο 1220

Καρποί του πράγματος

Το δικαίωμα του ενεχύρου, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, δεν εκτείνεται και στους καρπούς του πράγματος που αποχωρίστηκαν απ' αυτό.

Άρθρο 1221

Επιτρέπεται να συμφωνηθεί να παίρνει ο δανειστής τα ωφελήματα του πράγματος. Αν το πράγμα είναι από τη φύση του καρποφόρο, σε περίπτωση αμφιβολίας ο δανειστής θεωρείται ότι έχει αυτό το δικαίωμα.

Άρθρο 1222

Αν ο δανειστής έχει δικαίωμα να παίρνει τα ωφελήματα, οφείλει επιμέλεια για την παραγωγή και την είσπραξή τους, καθώς και λογοδοσία. Το καθαρό υπόλοιπο, εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, διατίθεται πρώτα για την απόσβεση των εξόδων, έπειτα των τόκων και τέλος του κεφαλαίου της απαίτησης.

Άρθρο 1223

Καταστροφή ή αναγκαστική απαλλοτρίωση του πράγματος

Το ενέχυρο εκτείνεται και στο οφειλόμενο για το πράγμα αντάλλαγμα ή ποσόν αποζημίωσης ιδίως σε περίπτωση καταστροφής ή ασφαλιστικής σύμβασης ή αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Άρθρο 1224

Υποχρεώσεις του δανειστή

Ο δανειστής έχει υποχρέωση να φυλάει το πράγμα. Χωρίς τη συναίνεση του ενεχυραστή δεν έχει δικαίωμα να το χρησιμοποιεί ή να το μετενεχυράζει.

Άρθρο 1225

Δαπάνες για το πράγμα

Οι δαπάνες που έκανε ο δανειστής για το πράγμα αναζητούνται κατά τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων. Ο δανειστής έχει δικαίωμα να αφαιρέσει το κατασκεύασμα που πρόσθεσε στο πράγμα.

Άρθρο 1226

Παράβαση υποχρεώσεων από το δανειστή

Αν ο δανειστής προσβάλλει τα δικαιώματα του ενεχυραστή, αυτός μπορεί να απαιτήσει την παράδοση του πράγματος σε μεσεγγυούχο που διορίζεται από το δικαστήριο, ή τη δημόσια κατάθεση του πράγματος, αν είναι δεκτικό κατάθεσης. Τη δαπάνη φέρει ο δανειστής.

Άρθρο 1227

Αντί για τη μεσεγγύηση ή την κατάθεση που προβλέπονται στο προηγούμενο άρθρο, ο ενεχυραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει την απόδοση του πράγματος εξοφλώντας το δανειστή. Αν η απαίτηση είναι άτοκη και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη, εκπίπτονται οι τόκοι για το χρονικό διάστημα από την πληρωμή ως τη λήξη του χρέους.

 

 

 

Άρθρο 1228

Κίνδυνος των συμφερόντων του δανειστή

Αν κινδυνεύει η ασφάλεια του δανειστή επειδή απειλείται καταστροφή ή ουσιώδης μείωση της αξίας του πράγματος, έχει αυτός το δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, εκτός αν ο ενεχυραστής συμπληρώσει την ασφάλεια μέσα σε εύλογη προθεσμία που του τάσσεται. Ο πλειστηριασμός γίνεται όπως ο πλειστηριασμός κινητού που έχει κατασχεθεί. Το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα και κατατίθεται δημόσια.

Η πώληση των πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς.

Άρθρο 1229

Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου έχει δικαίωμα με τους ίδιους όρους και ο ενεχυραστής να προκαλέσει δικαστική άδεια για την πώληση του πράγματος ή να απαιτήσει την απόδοσή του παρέχοντας άλλη ασφάλεια. Παροχή ασφάλειας με εγγυητή αποκλείεται.

Άρθρο 1230

Ευκαιρία για επωφελή πώληση

Ο ενεχυραστής και πριν από τη λήξη του χρέους έχει δικαίωμα, αν του παρουσιαστεί ευκαιρία για επωφελή πώληση του πράγματος, να ζητήσει από το δικαστήριο την άδεια να το πουλήσει. Το δικαστήριο ορίζει τους όρους της πώλησης και την κατάθεση του τιμήματος.

Άρθρο 1231

Αδιαίρετο του ενεχύρου

Το ενέχυρο είναι αδιαίρετο. Αν υπάρχει πάνω σε περισσότερα πράγματα, καθένα απ' αυτά ασφαλίζει την όλη απαίτηση.

Άρθρο 1232

Απόδοση του πράγματος κατά τη λήξη

Ο δανειστής έχει την υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα, όταν αποσβεστεί το ενέχυρο.

Άρθρο 1233

Με άδεια του δικαστηρίου έχει δικαίωμα ο δανειστής και μετά την απόσβεση της απαίτησής του να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος στον οφειλέτη, αν έχει εναντίον του άλλη απαίτηση που συνομολογήθηκε μετά τη σύσταση του ενεχύρου και έγινε απαιτητή πριν από τη λήξη της απαίτησης που ασφαλίζεται με το ενέχυρο. Το ίδιο δικαίωμα έχει ο δανειστής και κατά του τρίτου ενεχυραστή, αν έχει εναντίον του απαίτηση με τους ίδιους όρους.

Άρθρο 1234

Ο ενεχυραστής τρίτος έχει δικαίωμα, όταν γίνει απαιτητή η οφειλή, να την καταβάλει και να αναλάβει το πράγμα. Με την καταβολή υποκαθίσταται στα δικαιώματα του δανειστή.

Άρθρο 1235

Παραγραφή

Παραγράφονται μετά έξι μήνες από την απόσβεση του ενεχύρου: 1. οι αξιώσεις του ενεχυραστή κατά του δανειστή από βλάβη ή μείωση της αξίας του πράγματος. 2. οι αξιώσεις του δανειστή για δαπάνες ή για την αφαίρεση κατασκευάσματος που έχει προσθέσει.

 

Άρθρο 1236

Προστασία δικαιώματος ενεχύρου

Σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του ενεχύρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την προστασία της κυριότητας.

Άρθρο 1237

Δικαίωμα του δανειστή να πουλήσει το ενέχυρο

Ο δανειστής από τη στιγμή που η απαίτησή του έγινε απαιτητή έχει δικαίωμα να πουλήσει το πράγμα με πλειστηριασμό, αν έχει εκτελεστό τίτλο, ή να προκαλέσει δικαστική απόφαση για την πώλησή του με πλειστηριασμό. Η πώληση γίνεται όπως η πώληση κινητού που έχει κατασχεθεί.

Η πώληση πραγμάτων που έχουν χρηματιστηριακή αξία γίνεται χρηματιστηριακώς.

Άρθρο 1238

Αν περισσότερα πράγματα βαρύνονται με ενέχυρο, ο δανειστής έχει δικαίωμα να εκποιήσει τόσα μόνο όσα απαιτούνται για την ικανοποίησή του.

Άρθρο 1239

Απαγορευμένες συμφωνίες

Είναι άκυρη η συμφωνία που γίνεται προτού καταστεί απαιτητό το ασφαλιζόμενο χρέος, σύμφωνα με την οποία αν ο δανειστής δεν ικανοποιηθεί εμπρόθεσμα, η κυριότητα του πράγματος περιέχεται ή πρέπει να μεταβιβαστεί σ' αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τη συμφωνία, με την οποία ο δανειστής απαλλάσσεται εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος από τις διατυπώσεις για την εκποίηση του πράγματος.

Άρθρο 1240

Δικαιώματα του υπερθεματιστή

Με τον πλειστηριασμό και την κατακύρωση κατά τους όρους του νόμου ο αγοραστής αποκτά την κυριότητα του πράγματος ελεύθερη από βάρη. Δεν επέρχεται όμως απόσβεση της τυχόν επικαρπίας που υπάρχει πάνω στο πράγμα πριν από τη σύσταση του ενεχύρου.

Άρθρο 1241

Η απόσβεση του χρέους από το εκπλειστηρίασμα

Κατά το ποσόν που το εκπλειστηρίασμα περιέχεται στο δανειστή για την ικανοποίηση της απαίτησής του, η απαίτηση θεωρείται ότι εξοφλήθηκε από τον ενεχυραστή. Κατά το υπόλοιπο το εκπλειστηρίασμα υποκαθίσταται στο πράγμα.

Άρθρο 1242

Κατά την πώληση του πράγματος από το δανειστή ο ενεχυραστής λογίζεται υπέρ του δανειστή ως κύριος, εκτός αν ο δανειστής γνωρίζει ότι δεν είναι κύριος.

Άρθρο 1243

Απόσβεση του ενεχύρου

Απόσβεση του ενεχύρου επέρχεται ιδίως: 1. με την απόσβεση της απαίτησης για χάρη της οποίας έχει συσταθεί. 2. με την απόδοση του πράγματος από το δανειστή στον ενεχυραστή ή στον κύριο. 3. με την μονομερή δήλωση του δανειστή προς τον ενεχυραστή ή τον κύριο ότι παραιτείται από το ενέχυρο. 4. με την ένωση στο ίδιο πρόσωπο της κυριότητας και του δικαιώματος του ενεχύρου.

Άρθρο 1244

Ενέχυρο σε ανώνυμους τίτλους

Στο ενέχυρο ανώνυμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις για το ενέχυρο κινητών. Αν οι τίτλοι αυτοί παραδόθηκαν στον ενεχυρούχο δανειστή, το ενέχυρο εκτείνεται και στα προσαρτημένα τοκομερίδια και μερισματόγραφα.

Άρθρο 1245

Στο ενέχυρο μετοχών εταιρίας, αν δεν ορίστηκε διαφορετικά, ο ενεχυραστής έχει δικαίωμα και κατά τη διάρκεια, του ενεχύρου να μετέχει στις συνελεύσεις των μετόχων.

Άρθρο 1246

Νόμιμο ενέχυρο

Οι διατάξεις για το συμβατικό ενέχυρο εφαρμόζονται αναλόγως και στο νόμιμο ενέχυρο.

Άρθρο 1247

Ενέχυρο σε δικαίωμα

Ενέχυρο μπορεί να συσταθεί και σε δικαίωμα, εφόσον αυτό είναι μεταβιβάσιμο. Η σύσταση γίνεται κατά τον τρόπο που γίνεται και η μεταβίβαση του δικαιώματος. Η σύμβαση για τη σύσταση του ενεχύρου απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία.

Άρθρο 1248

Ιδίως ενέχυρο απαίτησης

Αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι απαίτηση, απαιτείται επιπλέον ο ενεχυραστής να γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την ενεχύραση.

Άρθρο 1249

Το ενέχυρο απαίτησης εκτείνεται και στους τόκους που γίνονται απαιτητοί μετά τη σύσταση του ενεχύρου.

Άρθρο 1250

Αν στην ίδια απαίτηση έχουν συσταθεί περισσότερα ενέχυρα, η σειρά προτεραιότητας κανονίζεται από το χρόνο σύστασης κάθε δικαιώματος.

Άρθρο 1251

Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή

Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία.

Άρθρο 1252

Είσπραξη της απαίτησης που έχει ενεχυρασθεί

Εφόσον το ασφαλιζόμενο χρέος δεν έληξε, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος την ενεχυρασμένη απαίτηση, αν δεν είναι χρηματική. Από την είσπραξη ο δανειστής έχει ενέχυρο σε πράγμα του ενεχυραστή.

 

Άρθρο 1253

Στην περίπτωση του προηγούμενου άρθρου, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση είναι χρηματική, την είσπραξη έχουν δικαίωμα και υποχρέωση να κάνουν από κοινού ο ενεχυρούχος δανειστής και ο ενεχυραστής. Αντί για είσπραξη ή μετά από αυτήν έχει δικαίωμα καθένας απ' αυτούς να απαιτήσει την ασφαλή και έντοκη τοποθέτηση των χρημάτων με την επιφύλαξη του δικαιώματος του ενεχύρου. Το είδος της τοποθέτησης ορίζει ο ενεχυραστής.

Άρθρο 1254

Όταν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος, αν η ενεχυρασμένη απαίτηση δεν είναι χρηματική, ο ενεχυρούχος δανειστής την εισπράττει μόνος και επέρχονται οι συνέπειες της ενεχύρασης πράγματος του ενεχυραστή. Αν η ενεχυρασμένη απαίτηση είναι χρηματική, έχει δικαίωμα επίσης ο δανειστής να την εισπράξει αλλά μόνο κατά το ποσόν που απαιτείται για την ικανοποίησή του. Αντί για τέτοια είσπραξη έχει δικαίωμα να απαιτήσει να του εκχωρηθεί η απαίτηση αντί καταβολής. Δεν δικαιούται σε άλλη διάθεση της ενεχυρασμένης απαίτησης.

Άρθρο 1255

Ενεχύραση τίτλου σε διαταγή κλπ.

Αν το αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος. Το ίδιο ισχύει και για τοκομερίδια ή μερισματόγραφα προσαρτημένα σε ανώνυμους τίτλους που ενεχυράστηκαν και παραδόθηκαν στο δανειστή.

Αν η είσπραξη έγινε πριν λήξει το ασφαλιζόμενο χρέος, ο ενεχυρούχος δανειστής έχει υποχρέωση να το τοποθετήσει ασφαλώς και έντοκα το ποσόν που εισέπραξε, με την επιφύλαξη του δικαιώματος του ενεχύρου.

Άρθρο 1256

Στην ενεχύραση δικαιώματος εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις για την ενεχύραση πράγματος.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΥΠΟΘΗΚΗ

Άρθρο 1257

Έννοια

Σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα.

Άρθρο 1258

Ύπαρξη απαίτησης

Η υποθήκη αποτελεί παρεπόμενο δικαίωμα. μπορεί να αποκτηθεί και υπέρ απαίτησης μελλοντικής ή υπό αίρεση.

Άρθρο 1259

Δεκτικά υποθήκης

Η υποθήκη αποκτάται μόνο σε ακίνητα που μπορούν να εκποιηθούν καθώς και στην επικαρπία τέτοιων ακινήτων, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή.

 

Άρθρο 1260

Όροι για την απόκτηση υποθήκης

Για την απόκτηση υποθήκης απαιτείται τίτλος που χορηγεί δικαίωμα υποθήκης και εγγραφή στο βιβλίο υποθηκών.

Άρθρο 1261

Τίτλοι

Τίτλοι που χορηγούν δικαίωμα για την απόκτηση υποθήκης είναι ο νόμος, η δικαστική απόφαση και η ιδιωτική βούληση.

Άρθρο 1262

Τίτλος από το νόμο

Τίτλο από το νόμο για την απόκτηση υποθήκης έχουν: 1. το δημόσιο, στα ακίνητα των οφειλετών του, για απαιτήσεις από καθυστερούμενους φόρους. 2. το δημόσιο, οι δήμοι, οι κοινότητες, τα θρησκευτικά ή τα κοινής ωφέλειας ιδρύματα και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα ακίνητα των διαχειριστών ή των εγγυητών τους, για τις απαιτήσεις που πηγάζουν από τη διαχείριση. 3. εκείνοι που τελούν υπό γονική μέριμνα ή επιτροπεία, στα ακίνητα των γονέων ή του επιτρόπου, για την περιουσία τους που αυτή τη διαχειρίζονται και για τις απαιτήσεις τους από αυτή τη διαχείριση. 4. ο κάθε σύζυγος για την απαίτησή του από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου κατά το άρθρο 1400. 5. οι κληροδόχοι, στα ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις τους. 6 οι κληρονόμοι στα ακίνητα της κληρονομίας, για τις απαιτήσεις προς εξίσωση των μερίδων τους ή λόγω νομικών ελαττωμάτων των αντικειμένων της κληρονομίας που τους έλαχαν. 7. ο ενυπόθηκος δανειστής, στο ενυπόθηκο ακίνητο, για τους καθυστερούμενους τόκους της απαίτησης και για τη δαπάνη της εγγραφής της υποθήκης ή τη δικαστική δαπάνη, εφόσον το ενυπόθηκο ακίνητο δεν μεταβιβάστηκε σε άλλον.

[το αρχικό άρθρο 1262 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1329/1983.]

Άρθρο 1263

Τίτλος από δικαστική απόφαση

Τίτλο για την απόκτηση υποθήκης παρέχουν, εφόσον επιδικάζουν χρηματική ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή, οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών ή άλλων ειδικών δικαστηρίων καθώς και οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητών ή αλλοδαπών δικαστηρίων.

Άρθρο 1264

Ακίνητα στα οποία εκτείνεται ο τίτλος

Το δικαίωμα για εγγραφή υποθήκης με βάση τίτλο από το νόμο ή από δικαστική απόφαση εκτείνεται σε όλα τα ακίνητα του οφειλέτη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Η εγγραφή όμως γίνεται μόνο για ορισμένη ποσότητα και σε ορισμένα ακίνητα.

Άρθρο 1265

Ποιος παραχωρεί υποθήκη

Δικαίωμα για εγγραφή υποθήκης παρέχεται από τον οφειλέτη ή από τρίτον υπέρ του οφειλέτη. Αυτός που παραχωρεί υποθήκη απαιτείται να είναι κύριος του ακινήτου.

Άρθρο 1266

Το δικαίωμα εγγραφής υποθήκης κατά το προηγούμενο άρθρο παραχωρείται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, στην οποία πρέπει να προσδιορίζεται το ακίνητο που υποθηκεύεται.

 

Άρθρο 1267

Όποιος παραχωρεί υποθήκη σε ακίνητο που γνωρίζει ότι είναι ξένο ή αποσιωπά από το δανειστή τους περιορισμούς και τα βάρη της κυριότητάς του έχει υποχρέωση να παραχωρήσει άλλη ανάλογη υποθήκη. Περαιτέρω ευθύνη του δεν αποκλείεται.

Άρθρο 1268

Από πότε υπάρχει η υποθήκη

Η υποθήκη υπάρχει από τη στιγμή που γίνεται κανονική εγγραφή της στο βιβλίο υποθηκών της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο.

Άρθρο 1269

Εγγράφεται μόνο για ορισμένη χρηματική ποσότητα

Η εγγραφή της υποθήκης πάντοτε για ορισμένη χρηματική ποσότητα. Αν στον τίτλο δεν περιέχεται ορισμένη ποσότητα, αυτός που ζητεί την εγγραφή πρέπει να την ορίσει κατά προσέγγιση. Ο οφειλέτης όμως έχει δικαίωμα να απαιτήσει τη μείωση του ποσού στο μέτρο που αρμόζει.

Άρθρο 1270

Περιορισμός εγγραφής

Η υποθήκη που εγγράφεται βάσει τίτλου από το νόμο ή από δικαστική απόφαση σε περισσότερα ακίνητα του οφειλέτη, μπορεί με αίτησή του να περιοριστεί σε τόσα μόνο ακίνητα όσων η αξία ασφαλίζει αρκετά την απαίτηση.

Άρθρο 1271

Έλλειψη κυριότητας εκείνου που παραχώρησε

Είναι άκυρη η εγγραφή υποθήκης από ιδιωτική βούλησης εφόσον το ακίνητο δεν ανήκει ήδη κατά το χρόνο της εγγραφής σ' εκείνον που παραχώρησε την υποθήκη. Η εγγραφή δεν ισχυροποιείται με έγκριση ή επίκτηση μεταγενέστερη από την εγγραφή.

Άρθρο 1272

Τάξη υποθηκών

Η ημέρα της εγγραφής κανονίζει την προτίμηση των υποθηκών.

Όλες οι υποθήκες που γράφηκαν την ίδια ημέρα έχουν την ίδια τάξη.

Άρθρο 1273

Η εγγραφή διακόπτει την παραγραφή

Η εγγραφή της υποθήκης διακόπτει την παραγραφή της απαίτησης υπέρ εκείνου για τα δικαιώματα του οποίου έγινε. Αν η υποθήκη εξαλειφθεί, η παραγραφή λογίζεται σαν να μη διακόπηκε.

Άρθρο 1274

Προσημείωση

Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης γίνεται μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση.

[Το αρχικό άρθρο 1274 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 § 1 ΕισΝΚΠολΔ.]

Άρθρο 1275

[Καταργήθηκε με το άρθρο 53 ΕισΝΠολΔ. Βλ. ήδη ΚΠολΔ 696 επ.]

Άρθρο 1276

Η προσημείωση εγγράφεται όπως η υποθήκη, με τη μνεία όμως ότι προσημειώνεται.

Άρθρο 1277

Τροπή της προσημείωσης

Η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικαστεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης.

Άρθρο 1278

Η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη δεν εμποδίζεται από το ότι το ακίνητο περιήλθε στην κυριότητα άλλου.

Άρθρο 1279

Αν πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση στο ακίνητο, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί η προσημείωση, κατατάσσεται τυχαία και το ακίνητο περιέχεται στον αγοραστή ελεύθερο.

Άρθρο 1280

Διακόπτει την παραγραφή

Η προσημείωση διακόπτει την παραγραφή της απαίτησης υπέρ εκείνου για τα δικαιώματα του οποίου έγινε. Αν η προσημείωση εξαλειφθεί, η παραγραφή λογίζεται σαν να μη διακόπηκε.

Άρθρο 1281

Αδιαίρετο της υποθήκης

Η υποθήκη είναι δικαίωμα αδιαίρετο.

Άρθρο 1282

Έκταση της υποθήκης

Η υποθήκη εκτείνεται σε ολόκληρο το ενυπόθηκο κτήμα καθώς και στα συστατικά και στα παραρτήματά του.

Άρθρο 1283

Αν κινητό που αποτελεί συστατικό ή παράρτημα του ενυπόθηκου αποχωρίστηκε από αυτό και μεταβιβάστηκε σε τρίτον, ο ενυπόθηκος δανειστής δεν δικαιούται να το απαιτήσει κατά του τρίτου.

Άρθρο 1284

Χειροτέρευση του ενυπόθηκου

Αν από υπαιτιότητα του οφειλέτη κινδυνεύει να χειροτερέψει το ενυπόθηκο ή να ελαττωθεί η αξία του, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να απαιτήσει είτε την παράλειψη ή άρση των επιβλαβών πράξεων είτε την άμεση εξόφληση του χρέους είτε τέλος την παραχώρηση άλλης ανάλογης υποθήκης. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Άρθρο 1285

Ασφάλιση του ενυπόθηκου

Αν το ενυπόθηκο είναι οικοδομή, ο δανειστής έχει δικαίωμα να την ασφαλίζει κατά της φωτιάς ή άλλου κινδύνου με δαπάνες του οφειλέτη. Αν αυτός δεν καταβάλλει τα ασφάλιστρα, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει την άμεση καταβολή του χρέους.

Άρθρο 1286

Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται και για την ασφάλιση κάθε ενυπόθηκου ακινήτου, αν η ασφάλιση κατά του κινδύνου επιβάλλεται από τους κανόνες της τακτικής διαχείρισής του.

Άρθρο 1287

Όταν το ενυπόθηκο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσόν της αποζημίωσης δημόσια για να γίνει η διαδικασία της κατάταξης. Αν όμως το ενυπόθηκο είναι οικοδομή, ο οφειλέτης έχει δικαίωμα, μέσα σε έξι μήνες από τότε που επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να απαιτήσει να διατεθεί το ποσόν της αποζημίωσης για την αποκατάσταση της οικοδομής. Αν η αποκατάσταση αυτή δεν πραγματοποιηθεί μέσα σε ένα χρόνο από την καταβολή της αποζημίωσης, το ποσόν κατατίθεται δημόσια και γίνεται η διαδικασία της κατάταξης.

Άρθρο 1288

Αναγκαστική απαλλοτρίωση

Αν το ενυπόθηκο ακίνητο απαλλοτριωθεί αναγκαστικά, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται στην αποζημίωση. Αυτή κατατίθεται δημόσια και γίνεται η διαδικασία της κατάταξης.

Άρθρο 1289

Εγγραφή κεφαλαίου ως τοκοφόρου

Αν το κεφάλαιο της απαίτησης που ασφαλίζεται με υποθήκη γράφηκε ως τοκοφόρο, η υποθήκη, σε οποιουδήποτε την κυριότητα και αν βρίσκεται το ακίνητο, ασφαλίζει κατά την ίδια τάξη εγγραφής και τους καθυστερούμενους τόκους ενός έτους πριν από την κατάσχεση, από οποιονδήποτε και αν ενεργήθηκε αυτή, καθώς και τους τόκους μετά την κατάσχεση ως την πληρωμή του χρέους, ή εωσότου γίνει αμετάκλητος ο πίνακας της κατάταξης.

Άρθρο 1290

Παραχώρηση και άλλης υποθήκης

Η εγγραφή της υποθήκης δεν αφαιρεί από τον κύριο το δικαίωμα να παραχωρήσει και σε άλλον υποθήκη στο ίδιο ακίνητο. Αντίθετη συμφωνία ισχύει μόνο έναντι αυτών που αποκτούν υποθήκη από ιδιωτική βούληση και μόνο αν η συμφωνία έχει εγγραφεί στο βιβλίο υποθηκών.

Άρθρο 1291

Δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή

Ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει από τον οφειλέτη την εξόφληση του χρέους ασκώντας κατ' εκλογή είτε την ενοχική είτε την εμπράγματη αγωγή. Η άσκηση της ενοχικής δεν αποκλείει την εμπράγματη αγωγή.

Άρθρο 1292

Με την εμπράγματη αγωγή ο δανειστής μπορεί να επιδιώξει την εξόφληση του χρέους με την αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου κτήματος, μόλις το χρέος γίνει απαιτητό.

 

Άρθρο 1293

Αν η απαίτηση του δανειστή δεν ικανοποιηθεί στο σύνολο ή κατά ένα μέρος από το ενυπόθηκο κτήμα, ο δανειστής έχει το δικαίωμα να στραφεί με την ενοχική αγωγή κατά οποιουδήποτε υπόχρεου.

Άρθρο 1294

Τρίτος κύριος ή νομέας

Ο τρίτος κύριος που παραχώρησε την υποθήκη καθώς και κάθε τρίτος που νέμεται με νόμιμο τίτλο το ενυπόθηκο, υπόκειται στην εμπράγματη αγωγή του δανειστή με την αναγκαστική εκτέλεση πάνω στο κτήμα, αν δεν προτιμά να εξοφλήσει όλες τις ενυπόθηκες απαιτήσεις στην έκταση που ασφαλίζονται με την υποθήκη.

Άρθρο 1295

Η εκτέλεση κατά του τρίτου κυρίου ή νομέα γίνεται κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. η επιταγή για την πληρωμή κοινοποιείται και σ' αυτόν. Το ίδιο περίσσευμα του εκπλειστηριάσματος αποδίδεται στον τρίτο.

Άρθρο 1296

Έκταση υποχρέωσης του τρίτου

Η υποχρέωση του τρίτου κυρίου ή νομέα για τις υποθήκες δεν εκτείνεται περισσότερο από την αξία του ενυπόθηκου κτήματος, εφόσον αυτός δεν ενέχεται προσωπικά.

Άρθρο 1297

Αν δοθεί υποθήκη για εξασφάλιση εγγύησης, ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος έχει δικαίωμα να απαιτήσει να εναχθεί πρώτα ο πρωτοφειλέτης. Εξαιρείται η περίπτωση που ο εγγυητής είναι και πρωτοφειλέτης.

Άρθρο 1298

Υποκατάσταση του τρίτου

Αν ο τρίτος κύριος ή νομέας του ενυπόθηκου κτήματος καταβάλει το ενυπόθηκο χρέος ή αποβληθεί από το ακίνητο με τον πλειστηριασμό του, υποκαθίσταται στα δικαιώματα του ενυπόθηκου δανειστή.

Άρθρο 1299

Χειροτέρευση από υπαιτιότητα του τρίτου

Αν από υπαιτιότητα του τρίτου κυρίου ή νομέα κινδυνεύει το ενυπόθηκο κτήμα να χειροτερέψει ή να ελαττωθεί η αξία του, ο δανειστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την παράλειψη ή άρση των επιβλαβών πράξεων είτε την άμεση εξόφληση του χρέους. Αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.

Άρθρο 1300

Τάξη προτεραιότητας ενυπόθηκων

Η προτεραιότητα μεταξύ των ενυπόθηκων δανειστών κανονίζεται κατά τη χρονολογική τάξη της εγγραφής της υποθήκης τους.

Άρθρο 1301

Δανειστές των οποίων οι υποθήκες γράφηκαν την ίδια ημέρα ικανοποιούνται σύμμετρα.

 

Άρθρο 1302

Ποιος ζητεί την εγγραφή

Οποιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει την εγγραφή υποθήκης για τον εαυτό του ή για άλλον.

Άρθρο 1303

Έχουν ιδίως δικαίωμα να ζητήσουν την εγγραφή υποθήκης υπέρ άλλου: 1. οι δανειστές του οφειλέτη, αν ο ίδιος αμελεί να εγγράψει την υποθήκη, για την οποία έχει τίτλο. 2. ο εγγυητής, αν ο δανειστής αμελεί να εγγράψει την υποθήκη, για την οποία έχει τίτλο προς εξασφάλιση της απαίτησής του κατά του πρωτοφειλέτη. 3. ο επίτροπος, ο παρεπίτροπος, ή κάθε συγγενής, για την εγγραφή υποθήκης υπέρ του επιτροπευομένου στα ακίνητα του επιτρόπου.

[Το αρχικό άρθρο 1303 αντικαταστάθηκε με το ν. 1329/1983.]

Άρθρο 1304

Συμφωνία συζύγων για μη εγγραφή υποθήκης

Είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ των συζύγων για τη μη εγγραφή της υποθήκης που προβλέπεται στο άρθρο 1262 αριθμ. 4.

[Το αρχικό άρθρο 1304 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1329/1983.]

Άρθρο 1305

Δικαιολογητικά αίτησης εγγραφής

Εκείνος που ζητεί την εγγραφή υποθήκης προσάγει τον τίτλο και δύο περιλήψεις, από τις οποίες η μία μπορεί να γραφεί πάνω στο αντίγραφο του τίτλου.

Άρθρο 1306

Οι περιλήψεις του προηγούμενου άρθρου περιέχουν: 1. το όνομα, επώνυμο, κατοικία και επάγγελμα του δανειστή και του οφειλέτη. 2. τη χρονολογία και το είδος του τίτλου. 3. το οφειλόμενο ποσόν. 4. το χρόνο της λήξης του χρέους. 5. την περιγραφή του ακινήτου κατά είδος, θέση και όρια.

Άρθρο 1037

Εκείνος που ζητεί την εγγραφή υποθήκης οφείλει να επισυνάψει στις περιλήψεις τα έγγραφα ή αποδείξεις που δικαιολογούν την αίτηση ή την εγγραφή.

Άρθρο 1308

Κοινοποίηση περίληψης

Ο δανειστής μέσα σε οκτώ ημέρες από την εγγραφή οφείλει να κοινοποιήσει στον οφειλέτη, εφόσον αυτός δεν συνέπραξε στην εγγραφή, το αντίγραφο της περίληψης που βρίσκεται στα χέρια του.

Άρθρο 1309

Εγγραφή σε βάρος προσώπου που έχει πεθάνει

Σε ακίνητα προσώπου που έχει πεθάνει η εγγραφή μπορεί να γίνει στο όνομά του χωρίς να αναφέρονται οι κληρονόμοι.

Άρθρο 1310

[Καταργήθηκε με το άρθρο 53 ΕισΝΚΠολΔ.]

Άρθρο 1311

Συρροή αιτήσεων εγγραφών

Αν συμπέσει μεγάλη συρροή υποθηκών και προσημειώσεων που πρέπει να εγγραφούν και ο υποθηκοφύλακας δεν μπορέσει να τις καταχωρίσει όλες στο βιβλίο την ίδια ημέρα, οφείλει να συντάξει έκθεση για όσες δεν καταχωρίστηκαν και να τις σημειώσει κατά την τάξη της προσαγωγής τους. Η εγγραφή αυτών των υποθηκών στο βιβλίο γίνεται κατά την τάξη που γράφηκαν στην έκθεση.

Άρθρο 1312

Εκχώρηση ή ενεχύραση ενυπόθηκης απαίτησης

Αν εκχωρηθεί ή ενεχυρασθεί ενυπόθηκη απαίτηση, γίνεται μνεία της εκχώρησης ή της ενεχύρασης στην κατάλληλη στήλη του βιβλίου υποθηκών, με φροντίδα του εκδοχέα ή του ενεχυρούχου δανειστή. Αυτοί ενέχονται για κάθε ζημία από την παράλειψη.

Άρθρο 1313

Άλλες σημειώσεις στο βιβλίο

Με αίτηση των μερών μπορούν να καταχωριστούν στο βιβλίο υποθηκών απέναντι από την αντίστοιχη εγγραφή διάφορες σημειώσεις που περιέχουν ιδίως: 1. διορθώσεις ελλείψεων και λαθών των μερών ή του υποθηκοφύλακα σχετικά με την εγγραφή. 2. αλλαγή κατοικίας ή διαμονής. 3. ελαττώσεις του ποσού της ασφαλιζόμενης απαίτησης ή απαλλαγή μέρους των ενυπόθηκων κτημάτων. 4. μεταβολή των όρων της ενυπόθηκης απαίτησης.

Η ελάττωση του ποσού ή η απαλλαγή μέρους των ενυπόθηκων κτημάτων καθώς και η μεταβολή των όρων του χρέους σημειώνονται μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση ή από συγκατάθεση των μερών που παρέχεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Άρθρο 1314

Διορθώσεις λαθών και ελλείψεων

Λάθη ή ελλείψεις σχετικά με την εγγραφή, που προέρχονται από υπαιτιότητα των μερών, διορθώνονται μόνο με βάση έγγραφα όμοια με εκείνα που απαιτούνται για την πρώτη εγγραφή.

Οι διορθώσεις ισχύουν από την ημέρα που έγιναν.

Άρθρο 1315

Χρονολογία εγγραφών κλπ.

Κάθε εγγραφή υποθήκης, προσημείωση ή σημείωση στο βιβλίο υποθηκών και κάθε αντίγραφο ή περίληψη από το βιβλίο πρέπει να φέρουν τη χρονολογία κατά την οποία έγιναν.

Άρθρο 1316

Ποιον βαρύνουν τα έξοδα

Τα έξοδα της εγγραφής της υποθήκης, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, βαρύνουν τον οφειλέτη αλλά προκαταβάλλονται από αυτόν που ζητεί την εγγραφή. Το ίδιο ισχύει και για τα έξοδα της προσημείωσης, αν έγινε τροπή σε υποθήκη.

Άρθρο 1317

Απόσβεση υποθήκης

Η απόσβεση της απαίτησης με οποιονδήποτε τρόπο επιφέρει την απόσβεση της υποθήκης.

Άρθρο 1318

Απόσβεση της υποθήκης επέρχεται επίσης: 1. με την ολοσχερή εξαφάνιση του ενυπόθηκου κτήματος. 2. με την παραίτηση του δανειστή. 3. με τον πλειστηριασμό του ενυπόθηκου κτήματος και την καταβολή του εκπλειστηριάσματος. 4. με την παρέλευση της προθεσμίας με την οποία είχε παραχωρηθεί η υποθήκη.

Άρθρο 1319

Παραίτηση από την υποθήκη

Η παραίτηση από το δικαίωμα της υποθήκης γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση.

Η παραίτηση αυτή δεν αναιρεί την ενοχική αγωγή εναντίον κάθε υπόχρεου.

Άρθρο 1320

Παραγραφή απαίτησης

Με την παραγραφή απαίτησης επέρχεται απόσβεση της υποθήκης.

Άρθρο 1321

Σύγχυση

Η υποθήκη αποσβήνεται, όταν ενωθούν στο ίδιο πρόσωπο η κυριότητα και το δικαίωμα της υποθήκης.

Άρθρο 1322

Αλλοίωση ενυπόθηκου κτήματος

Η αλλοίωση του ενυπόθηκου κτήματος ή η μεταβολή του σχήματος ή του είδους του δεν βλάπτει το δικαίωμα της υποθήκης.

Άρθρο 1323

Απόσβεση προσημείωσης

Απόσβεση της προσημείωσης επέρχεται από τους λόγους που ισχύον και για την υποθήκη, καθώς και: 1. με την ανάκληση της απόφασης που διέταξε την προσημείωση. 2. αν μέσα σε ενενήντα ημέρες από την τελεσίδικη απόφαση που επιδικάζει την απαίτηση δεν τράπηκε σε υποθήκη.

[Το αρχικό άρθρο 1323 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 § 2 ΕισΝΚΠολΔ.]

Άρθρο 1324

Εξάλειψη υποθήκης

Οι υποθήκες που έχουν εγγραφεί εξαλείφονται από το βιβλίο υποθηκών είτε με τη συναίνεση του δανειστή είτε με τελεσίδικη απόφαση.

[Η απόφαση πρέπει να είναι αμετάκλητη.

Άρθρο 1325

Η συναίνεση του δανειστή για την εξάλειψη γίνεται με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση.

Άρθρο 1326

[Καταργήθηκε με το άρθρο 11 του ν. 1329/1983.]

Άρθρο 1327

Απόφαση για την εξάλειψη

Αν ο δανειστής δεν συναινεί στην εξάλειψη, τη διατάζει το δικαστήριο ύστερα από αγωγή όποιου έχει συμφέρον.

Άρθρο 1328

Το δικαστήριο διατάζει την εξάλειψη, αν η υποθήκη έχει αποσβεστεί ή αν η εγγραφή της είναι άκυρη.

Άρθρο 1329

Ακυρότητα της εγγραφής της υποθήκης

Η εγγραφή είναι άκυρη: 1. αν από αυτή προκύπτει αβεβαιότητα για το πρόσωπο του δανειστή ή του οφειλέτη ή για το ενυπόθηκο ακίνητο ή για το ποσόν της ασφαλιζόμενης απαίτησης. 2. αν δεν έχει χρονολογία. 3. αν έγινε με βάση άκυρο τίτλο.

Άρθρο 1330

Εξάλειψη της προσημείωσης

Η προσημείωση εξαλείφεται: 1. με συναίνεση του δανειστή, που παρέχεται όπως και για την εξάλειψη της υποθήκης. 2. αν προσαχθεί απόφαση που ανακαλεί την απόφαση που είχε διατάξει την εγγραφή της ή απόφαση που διατάζει την εξάλειψή της. 3. αν από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης πέρασαν ενενήντα ημέρες χωρίς η προσημείωση να τραπεί σε υποθήκη.

[Το αρχικό άρθρο 1330 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 56 § 3 ΕισΝΚΠολΔ.]

Άρθρο 1331

Συνέπειες της εξάλειψης

Αν εξαλειφθεί η υποθήκη, την τάξη της παίρνει η αμέσως επόμενη κατά το χρόνο της εγγραφής.

Άρθρο 1332

Η υποθήκη δεν αναβιώνει χωρίς εγγραφή

Η υποθήκη μετά την απόσβεσή της δεν αναβιώνει αν εγγραφεί και πάλι, ισχύει από το χρόνο της νέας εγγραφής.