ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ - ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ - ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΣΤΟ Χ.Α. - ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ 

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΑΣ ΣΤΗΝ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΚΑΛΥΠΤΕΙ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΦΑΣΜΑ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΤΕ ΤΗΝ ΦΟΡΜΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΕΔΩ - ΜΗΝ ΞΕΧΝΑΤΕ ΠΩΣ ΛΑΜΒΑΝΕΤΕ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΣΤΑ 1800 (προς το παρον) ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ

ΑΠΟ ΤΟΝ WWW.KWDIKAS.GR

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

ΜΑΘΕΤΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΔΩ


Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρ. αποφ. 24/693/22.9.2014
Μεταβατικές διατάξεις για των υπολογισμό των Ιδίων Κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 και λοιπές διατάξεις

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 2715/13-10-2014)

ΑΠΟΦΑΣΗ
24/693/22.9.2014
του Διοικητικού Συμβουλίου
______________________
Θέμα: Μεταβατικές διατάξεις για των υπολογισμό των Ιδίων Κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα βάσει του Κανονισμού 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 και λοιπές διατάξεις.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

1. τις παραγράφους 6 και 12-16 του άρθρου 4, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 166 και το άρθρο 190 του ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α/107/5.5.2014) «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.»,

2. τον Κανονισμό 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012 EE L 176 (27.6.2013), και ειδικότερα τα άρθρα 24 ως 99 και τα άρθρα 465 ως 491 αυτού,

3. την Οδηγία 2013/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «Σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» ( ΕΕ L 176), και ειδικότερα τα άρθρα 4 και 143 αυτής,

4. την απόφαση 1/459/27.12.2007 (ΦΕΚ Β/2455/31.12.2007) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Πλαίσιο υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών»,

5. την απόφαση 2/459/27.12.2007 (ΦΕΚ Β/2457/31.12.2007) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Ορισμός των Ιδίων Κεφαλαίων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα»

6. την απόφαση 3/459/27.12.2007 (ΦΕΚ Β/2463/31.12.2007) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Υπολογισμός Κεφαλαιακών Απαιτήσεων έναντι του Πιστωτικού Κινδύνου των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σύμφωνα με την Τυποποιημένη Προσέγγιση»

7. την απόφαση 4/459/27.12.2007 (ΦΕΚ Β/2453/31.12.2007) «Υπολογισμός κεφαλαιακών απαιτήσεων των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών για τον κίνδυνο αγοράς»

8. Την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

9. Το άρθρο 90 του «Κώδικα της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/22.4.2005)

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ


Άρθρο 1
Απαιτήσεις Ιδίων Κεφαλαίων


Κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 465 του Κανονισμού ΕΕ 575/2013 οι Επιχειρήσεις Επενδύσεων που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα, κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014, πρέπει να πληρούν, κατ’ ελάχιστο, συντελεστή 4% για τον δείκτη κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (CET1) και 5,5% για τον δείκτη κεφαλαίου της κατηγορίας 1 (Tier1) σε ατομική και ενοποιημένη βάση.

Ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου ορίζεται , σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 του ανωτέρω Κανονισμού, σε 8% τουλάχιστον, σε ατομική και ενοποιημένη βάση.

Άρθρο 2
Μη πραγματοποιηθέντα κέρδη και ζημιές από αποτίμηση στην εύλογη αξία


1. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 467 του Κανονισμού, και για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου αυτού, οι μη πραγματοποιηθείσες ζημιές από αποτίμηση στην εύλογη αξία στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αναγνωρίζονται στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε ποσοστό 100%, για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2014 έως 31 Δεκεμβρίου 2017.

2. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 σε συνδυασμό με την παράγραφο 2 του άρθρου 468 του Κανονισμού, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη από αποτίμηση στην εύλογη αξία στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού, όπως αυτά αναφέρονται και προσδιορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, αφαιρούνται 100% από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι και 31η Δεκεμβρίου 2014, με εξαίρεση τις μετά από αναβαλλόμενους φόρους διαφορές αναπροσαρμογής στην εύλογη αξία των μετοχικών και ομολογιακών τίτλων και δανείων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο των διαθεσίμων προς πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες θα συνεχίσουν να αναγνωρίζονται στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σε ποσοστό 100%.

3. Από την 1η Ιανουαρίου 2015, τα ιδρύματα θα συμπεριλαμβάνουν στον υπολογισμό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το 100% των μη πραγματοποιηθέντων κερδών από αποτίμηση των στοιχείων της παραγράφου 1 του άρθρου 468 του Κανονισμού στην εύλογη αξία τους.

Άρθρο 3
Αφαιρετικά στοιχεία


Κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 478 του Κανονισμού, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου αυτού και της παρ. 4 του άρθρου 468 του Κανονισμού, υιοθετούνται τα ακόλουθα ποσοστά αφαίρεσης:

α) για το στοιχείο (γ) της παρ. 1 του άρθρου 33 και για τις μεμονωμένες αφαιρέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με τα στοιχεία (β) έως (ε) και του στοιχείου (η) της παραγράφου 1 του άρθρου 36, θα εφαρμόζονται, , τα παρακάτω ποσοστά αφαίρεσης από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ανά έτος:
- 20 % από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 40 % από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 60 % από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 και
- 80 % από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017.

β) για τις μεμονωμένες αφαιρέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με τα στοιχεία (α), (στ) και (ζ) της παραγράφου 1 του άρθρου 36, θα εφαρμόζεται από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017, ποσοστό αφαίρεσης από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ίσο με 100%.

γ) για το στοιχείο (γ) της παρ. 1 του άρθρου 36 και το στοιχείο (θ) της παρ. 1 του άρθρου 36, το οποίο πρέπει να αφαιρείται βάσει του άρθρου 48, θα εφαρμόζονται, τα παρακάτω ποσοστά αφαίρεσης από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ανά έτος:
- 20 % από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 40 % από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 60 % από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016,
- 80 % από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω ποσοστών, για το ποσό των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές και υπήρχαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2014, βάσει του άρθρου 478 (2), εφαρμόζονται τα ακόλουθα ποσοστά αφαίρεσης:

- 0 %κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2014 έως 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 10 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2015 έως 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 20 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2016 έως 31η Δεκεμβρίου 2016,
- 30 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2017 έως 31η Δεκεμβρίου 2017,
- 40 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2018 έως 31η Δεκεμβρίου 2018,
- 50 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2019 έως 31η Δεκεμβρίου 2019,
- 60 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2020 έως 31η Δεκεμβρίου 2020,
- 70 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2021 έως 31η Δεκεμβρίου 2021,
- 80 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2022 έως 31η Δεκεμβρίου 2022,
- 90 % κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31η Δεκεμβρίου 2023,

δ) για τα αφαιρετικά στοιχεία από τα πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 του άρθρου 56 και τα αφαιρετικά στοιχεία από τα στοιχεία της Κατηγορίας 2 του άρθρου 66, βάσει του άρθρου 478 (1) εφαρμόζεται ποσοστό αφαίρεσης 100% από 1/1/2014.

Άρθρο 4
Δικαιώματα μειοψηφίας και πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2 που εκδίδονται από θυγατρικές


1. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 479 του Κανονισμού, σε συνδυασμό με την παρ. 3 και για τους σκοπούς της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, τα ποσοστά που εφαρμόζονται ανά έτος καθορίζονται ως εξής:
- 80 % από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 60 % από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 40 % από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016,
- 20 % από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017.

2. Κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 480 του Κανονισμού, σε συνδυασμό με την παρ. 2 για τους σκοπούς της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, οι συντελεστές που εφαρμόζονται ανά έτος είναι οι εξής:
- 0,2 από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 0,4 από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 0,6 από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016 και
- 0,8 από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Άρθρο 5
Πρόσθετες Προσαρμογές και Αφαιρέσεις


Κατ’ εφαρμογή της παρ. 5 του άρθρου 481 του Κανονισμού, σε συνδυασμό με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, για την σταδιακή εξάλειψη των προσαρμογών και αφαιρέσεων που απαιτούνταν δυνάμει των μέτρων μεταφοράς στην εθνική νομοθεσία των άρθρων 57, 61, 63, 63α, 64 και 66 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και των άρθρων 13 και 16 της οδηγίας 2006/49/ΕΚ και που δεν απαιτούνται σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα εξακολουθήσουν να κάνουν τις ανωτέρω προσαρμογές/αφαιρέσεις στις αντίστοιχες κατηγορίες κεφαλαίου, με τα ακόλουθα ποσοστά ανά έτος:
- 80 % από 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 60 % από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 40 % από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016,
- 20 % από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017.

Άρθρο 6
Όρια για την αποδοχή του προϋφιστάμενου καθεστώτος για στοιχεία κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 και στοιχεία της κατηγορίας 2


Κατ’ εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 486 του Κανονισμού, τα ποσοστά που εφαρμόζονται ανά έτος σύμφωνα με την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου είναι τα εξής:
- 80 % από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2014,
- 70 % από την 1η Ιανουαρίου 2015 έως την 31η Δεκεμβρίου 2015,
- 60 % από την 1η Ιανουαρίου 2016 έως την 31η Δεκεμβρίου 2016,
- 50 % από την 1η Ιανουαρίου 2017 έως την 31η Δεκεμβρίου 2017,
- 40 % από την 1η Ιανουαρίου 2018 έως την 31η Δεκεμβρίου 2018,
- 30 % από την 1η Ιανουαρίου 2019 έως την 31η Δεκεμβρίου 2019,
- 20 % από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020,
- 10 % από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως την 31η Δεκεμβρίου 2021.

Άρθρο 7
Στάθμιση κινδύνου ειδικών συμμετοχών


Κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 89 του Κανονισμού, στις ειδικές συμμετοχές επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου εφαρμόζεται το στοιχείο α) της παρ. 3 του άρθρου αυτού.

Άρθρο 8

1. Η παρούσα απόφαση ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 190 του ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α/107/5.5.2014).

2. Από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, οι διατάξεις της απόφασης 2/459/27.12.2007 δεν έχουν εφαρμογή ως προς τις επιχειρήσεις επενδύσεων όπως ορίζονται στο σημείο 2 της παρ. 1 άρθρου 4 του Κανονισμού 575/2013 και στο σημείο 3 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του Ν. 4261/2014 εξαιρουμένων των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 31 του Ν. 4261/2014, που παρέχουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες του στοιχείου (β) και (δ) του άρθρου 4 του ν. 3606/2007.

3. Η απόφαση αυτή να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).

4. Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Σωκράτης Λαζαρίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
Ευτυχία Μιχαηλίδου
Δημήτριος Αυγητίδης

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αριθμ. απόφ. 9/687/3.7.2014
Κατανομή και προσδιορισμός της τελικής τιμής διάθεσης μετοχών που διατίθενται με δημόσια προσφορά

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

Αριθμ. απόφ. 9/687/3.7.2014

(ΦΕΚ Β' 1944/18-07-2014)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

(Απόφαση 9/687/3.7.2014 του Διοικητικού Συμβουλίου)

Έχοντας υπόψη:

1. Την παράγραφο 2 του άρθρου 8 του ν. 3401/2005 (ΦΕΚ Α/257/17.10.2005) «Ενημερωτικό δελτίο κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους για διαπραγμάτευση»,

2. Την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2166/1993 (ΦΕΚ Α΄ 137) «Κίνητρα ανάπτυξης επιχειρήσεων, διαρρυθμίσεις στην έμμεση και άμεση φορολογία και άλλες διατάξεις», όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α΄ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α΄ 146).

3. Το άρθρο 90 του «Κώδικα της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/22.4.2005),

αποφασίζει ομόφωνα:

Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής


1. Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται στις περιπτώσεις:

(α) δημόσιας προσφοράς μετοχών με εισαγωγή σε οργανωμένη αγορά, εξαιρουμένης της περίπτωσης δημόσιας προσφοράς και εισαγωγής μετοχών που προέρχονται από αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με παροχή δικαιώματος προτίμησης υπέρ των, κατά την εποχή της έκδοσης, μετόχων,

(β) δημόσιας προσφοράς ήδη εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά μετοχών και

(γ) δημόσιας προσφοράς μετοχών χωρίς εισαγωγή σε οργανωμένη αγορά.

2. Ως «Ανάδοχος» νοείται το πιστωτικό ίδρυμα ή η ΕΠΕΥ που έχει την άδεια παροχής της υπηρεσίας της αναδοχής χρηματοπιστωτικών μέσων ή της τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης σύμφωνα την περίπτωση (στ) της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.3606/2007 ή την υπηρεσία της τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων χωρίς δέσμευση ανάληψης σύμφωνα την περίπτωση (ζ) της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007.

Άρθρο 2
Τρόποι κατανομής μετοχών

1. Η κατανομή των μετοχών από τον εκδότη ή τον προσφέροντα μέτοχο γίνεται ελεύθερα. 

2. Η κατανομή των μετοχών στις περιπτώσεις (α) και (β) του άρθρου 1, στις οποίες μεσολαβεί Ανάδοχος, γίνεται με τη διαδικασία βιβλίου προσφορών (book building), όπως περιγράφεται στην απόφαση αυτή. Προκειμένου για μετοχές που πρόκειται να εισαχθούν στην αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών η κατανομή μπορεί να γίνει με τη διαδικασία ηλεκτρονικού βιβλίου προσφορών μέσω του Συστήματος Συναλλαγών του Χρηματιστηρίου Αθηνών (Υπηρεσία ΗΒΙΠ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κανονισμό του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Άρθρο 3
Κατηγορίες επενδυτών


1. Οι μετοχές που διατίθενται με τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών χωρίζονται στο τμήμα των ειδικών επενδυτών και στο τμήμα των ιδιωτών επενδυτών.

2. Το τμήμα των ειδικών επενδυτών διατίθεται για την ικανοποίηση των εγγραφών φυσικών ή νομικών προσώπων τα οποία περιγράφονται στοάρθρο 6 του ν. 3606/2007, και φυσικών ή νομικών προσώπων που αντιμετωπίζονται, κατόπιν αιτήσεως τους, ως επαγγελματίες πελάτες, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου, ή αναγνωρίζονται ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι σύμφωνα με το άρθρο 30 του ίδιου νόμου, εκτός εάν έχουν ζητήσει να αντιμετωπίζονται ως ιδιώτες πελάτες.

3. Το τμήμα των ιδιωτών επενδυτών διατίθεται για την ικανοποίηση των εγγραφών όλων των φυσικών και νομικών προσώπων και οντοτήτων που δεν εμπίπτουν στο τμήμα των ειδικών επενδυτών.

4. Ο Ανάδοχος ευθύνεται για την ορθή υπαγωγή των επενδυτών στην κατηγορία των ειδικών επενδυτών. Ο Ανάδοχος προσκομίζει αμέσως μόλις ζητηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγορά τα έγγραφα βάσει των οποίων προέβη στην κατάταξη των επενδυτών στην κατηγορία των ειδικών επενδυτών.

Άρθρο 4
Κατανομή μετοχών κατά τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών


1. Το ποσοστό των μετοχών που διατίθενται με δημόσια προσφορά για την κατηγορία των ιδιωτών επενδυτών, δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 30% του συνόλου των προσφερόμενων μετοχών. Ο Ανάδοχος και εφόσον δεν υφίσταται, ο εκδότης ή ο προσφέρων μέτοχος τηρεί στοιχεία και ενημερώνει σχετικά τους επενδυτές και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για τον τρόπο διαμόρφωσης της ποσοστιαίας κατανομής των μετοχών ανά κατηγορία επενδυτών.

2. Για να συμμετάσχουν οι επενδυτές στη δημόσια προσφορά μετοχών με εισαγωγή σε οργανωμένη αγορά ή σε δημόσια προσφορά ήδη εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά μετοχών, πρέπει να διατηρούν Μερίδα Επενδυτή και Λογαριασμό Αξιών στο Σύστημα Αϋλων Τίτλων (ΣΑΤ). Οι αριθμοί της Μερίδας Επενδυτή και του Λογαριασμού Αξιών πρέπει να σημειώνονται στην αίτηση συμμετοχής στη δημόσια προσφορά.

3. Αιτήσεις συμμετοχής για απόκτηση μετοχών από ιδιώτες επενδυτές γίνονται δεκτές εφόσον είτε έχει καταβληθεί στον Ανάδοχο και εφόσον δεν υφίσταται, στον εκδότη ή στον προσφέροντα μέτοχο, σε μετρητά ή με τραπεζική επιταγή το ισόποσο της συμμετοχής, είτε έχει δεσμευθεί το ισόποσο της συμμετοχής σε πάσης φύσεως τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων του επενδυτή ή σε λογαριασμούς του άϋλων τίτλων ομολόγων ή εντόκων γραμματίων κεντρικών κυβερνήσεων χωρών της Ζώνης Α όπως αυτή ορίζεται στην ΠΔ/ΤΕ/2524/23.7.2003 (εφεξής «Ζώνη Α»), είτε, τέλος, έχει δεσμευθεί το προϊόν συμφωνίας επαναγοράς φυσικών τίτλων (Reverse Repo) κεντρικών κυβερνήσεων της Ζώνης Α. Η συμμετοχή στη δημόσια προσφορά δεν μπορεί να γίνει με προσωπική επιταγή, ή με τη δέσμευση άλλων αξιογράφων ή αξιών, όπως μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων ή με την παροχή οποιασδήποτε άλλης μορφής εξασφάλισης όπως εγγυητικών επιστολών, ενεχύρου επί αξιογράφων, εκχώρησης απαιτήσεων κ.λπ. Οι αιτήσεις θα γίνονται δεκτές μόνο εφόσον οι ιδιώτες επενδυτές είναι δικαιούχοι ή συνδικαιούχοι των λογαριασμών βάσει των οποίων εγγράφονται.

4 Το ανώτατο όριο εγγραφής ανά επενδυτή δε μπορεί να υπερβαίνει την αξία του συνολικού αριθμού των μετοχών που διατίθενται με δημόσια προσφορά.

5. Η χρονική διάρκεια των δημοσίων προσφορών και τήρησης του βιβλίου προσφορών ορίζεται σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες.

6. Εφόσον οι μετοχές πρόκειται να εισαχθούν σε οργανωμένη αγορά, κατανέμεται στους επενδυτές αριθμός μετοχών που αντιστοιχεί σε ακέραιο αριθμό μονάδων διαπραγμάτευσης και τηρούνται οι ισχύουσες διατάξεις του κανονισμού του οικείου χρηματιστηρίου περί διασποράς μετοχών στο ευρύ κοινό.

Άρθρο 5
Διαδικασία κατανομής μετοχών σε ειδικούς επενδυτές κατά τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών


1. Ο Ανάδοχος τηρεί το βιβλίο προσφορών και κατανέμει τις μετοχές στους ειδικούς επενδυτές. Η κατανομή των μετοχών στους ειδικούς επενδυτές που συμμετέχουν στο βιβλίο προσφορών γίνεται από τον Ανάδοχο ο οποίος ορίζει και το χρόνο καταβολής των κεφαλαίων που δεν μπορεί να ξεπερνάει την ημερομηνία αποστολής του οριστικού αρχείου κατανομής στην οργανωμένη αγορά.

2. Ο Ανάδοχος οφείλει να τηρεί εμπιστευτικά τα στοιχεία που περιέχονται στο βιβλίο προσφορών, μέχρι την ολοκλήρωση της κατανομής των μετοχών. Για το σκοπό αυτό, προκαθορίζει περιορισμένο αριθμό προσώπων τα οποία έχουν πρόσβαση στα στοιχεία του βιβλίου προσφορών της δημόσιας προσφοράς και γνωστοποιεί τα στοιχεία των προσώπων αυτών στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το αργότερο την προηγούμενη ημέρα του ανοίγματος του βιβλίου προσφορών.

3. Κατά την περίοδο που προηγείται της διαδικασίας του βιβλίου προσφορών (pre−marketing period), ο Ανάδοχος οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να είναι σε θέση να προσδιορίσει σύμφωνα με επαγγελματικά κριτήρια, την τιμή που θα ανταποκρίνεται καλύτερα στις συνθήκες ζήτησης της αγοράς.

4. Ο Ανάδοχος προκαθορίζει τα κριτήρια, με βάση τα οποία θα κατανείμει τις μετοχές και τα οποία μπορεί να είναι ποσοτικού και ποιοτικού χαρακτήρα. Τα κριτήρια κατανομής της συγκεκριμένης προσφοράς πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια στο ενημερωτικό δελτίο. Ο Ανάδοχος πρέπει να είναι σε θέση να παράσχει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο εφάρμοσε τα προαναγγελθέντα κριτήρια προκειμένου να κατανείμει τις μετοχές στους ειδικούς επενδυτές.

5. Ο Ανάδοχος τηρεί και θέτει στη διάθεση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι οι εγγραφόμενοι ως ειδικοί επενδυτές, οι οποίοι είναι κάτοικοι ή εδρεύουν σε τρίτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρες, πληρούν προϋποθέσεις αντίστοιχες με αυτές που διέπουν τους ειδικούς επενδυτές, οι οποίοι είναι κάτοικοι ή εδρεύουν σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 6
Διαδικασία κατανομής μετοχών σε ιδιώτες επενδυτές κατά τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών


1. Για το τμήμα των μετοχών που διατίθενται για την ικανοποίηση των εγγραφών των ιδιωτών επενδυτών, διενεργούνται εγγραφές κατά την ίδια χρονική περίοδο που τηρείται το βιβλίο προσφορών.

2. Για την κατανομή των μετοχών που προσφέρονται σε ιδιώτες επενδυτές, ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία:

(α) O συνολικός αριθμός των προσφερόμενων μετοχών στην κατηγορία αυτή των επενδυτών διαιρείται ως εξής:

(αα) με τον αριθμό 1.000 στην περίπτωση που τα συνολικά έσοδα της προσφοράς ανέρχονται έως τα 5.000.000 ευρώ,

(ββ) με τον αριθμό 2.000 στην περίπτωση που τα συνολικά έσοδα της προσφοράς ανέρχονται μεταξύ 5.000.000 και 15.000.000 ευρώ,

(γγ) με τον αριθμό 5.000 στην περίπτωση που τα συνολικά έσοδα της προσφοράς ανέρχονται μεταξύ 15.000.000 και 60.000.000 ευρώ και

(δδ) με τον αριθμό 5.000 ή με μεγαλύτερο αριθμό που καθορίζεται από τον Ανάδοχο στην περίπτωση που τα συνολικά έσοδα της προσφοράς υπερβαίνουν τα 60.000.000 ευρώ.

(εε) Τα συνολικά έσοδα της προσφοράς υπολογίζονται με βάση το κατώτατο όριο του εύρους τιμής.

(β) Το πηλίκο της διαίρεσης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο ακέραιο πολλαπλάσιο της μονάδας διαπραγμάτευσης.

(γ) Ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα οι εγγραφές για αριθμό μετοχών μέχρι το πηλίκο της παραπάνω διαίρεσης, μετά την στρογγυλοποίηση.

(δ) Εάν οι διαθέσιμες μετοχές δεν επαρκούν για την ικανοποίηση κατά προτεραιότητα όλων των εγγραφών σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό (γ) οι μετοχές κατανέμονται από τον Ανάδοχο με μέθοδο που περιγράφεται στο Ενημερωτικό Δελτίο και εξασφαλίζει τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση των επενδυτών (όπως ενδεικτικά, αναλογική ικανοποίηση ή μείωση του ανά επενδυτή κατανεμόμενου αριθμού μετοχών, διενέργεια κλήρωσης, συνδυασμός των ανωτέρω κ.λπ.).

(ε) Εάν μετά την ικανοποίηση κατά προτεραιότητα των εγγραφών σύμφωνα με τα οριζόμενα υπό (γ) παραμένουν αδιάθετες μετοχές, αυτές κατανέμονται στους επενδυτές που ενεγράφησαν για αριθμό μετοχών μεγαλύτερο του πηλίκου της διαίρεσης (μετά τη στρογγυλοποίηση), αναλογικά, με βάση το μη ικανοποιηθέν τμήμα της εγγραφής τους.

Άρθρο 7
Δικαίωμα μεταφοράς μετοχών κατά τη διαδικασία του βιβλίου προσφορών


Εάν η ζήτηση σε μία από τις δύο κατηγορίες επενδυτών (ειδικών επενδυτών και ιδιωτών επενδυτών) υπολείπεται της αντίστοιχης προσφοράς και δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως η ζήτηση στην άλλη κατηγορία, οι πλεονάζουσες μετοχές μεταφέρονται στην κατηγορία με τη ζήτηση που δεν έχει ικανοποιηθεί πλήρως.

Η κατανομή των μετοχών μεταξύ των επενδυτών της κατηγορίας αυτής πραγματοποιείται σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση για κάθε κατηγορία επενδυτών.

Άρθρο 8
Προσδιορισμός τελικής τιμής διάθεσης μετοχών


1. Ο Ανάδοχος και εφόσον δεν υφίσταται, ο εκδότης ή ο προσφέρων μέτοχος, καθορίζει το εύρος τιμής διάθεσης των μετοχών, πριν από την έναρξη της δημόσιας προσφοράς και το αναγράφει στο ενημερωτικό δελτίο ή το δημοσιεύει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του ν.3401/2005, το αργότερο την προτεραία της έναρξης της δημόσιας προσφοράς. Η ανώτατη τιμή του εύρους τιμής δεν μπορεί να υπερβαίνει την κατώτατη κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 20%.

2. Ο Ανάδοχος και εφόσον δεν υφίσταται, ο εκδότης ή ο προσφέρων μέτοχος, καθορίζει την τελική τιμή διάθεσης, εντός του ανακοινωθέντος εύρους τιμής, την γνωστοποιεί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και τη δημοσιεύει, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του ν. 3401/2005, το αργότερο την επομένη εργάσιμη ημέρα μετά την ολοκλήρωση της δημόσιας προσφοράς.

3. Η τελική τιμή διάθεσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί σε ύψος στο οποίο δεν καλύπτεται πλήρως η προσφορά, εκτός αν πρόκειται για το κατώτατο όριο του εύρους τιμής.

4. Εάν ακολουθείται η διαδικασία του βιβλίου προσφορών (book building), η τιμή διάθεσης δεν μπορεί να υπερβαίνει την ανακοινωθείσα τελική τιμή διάθεσης για τους συμμετέχοντες στη διαδικασία του βιβλίου προσφορών. Εάν ακολουθείται η διαδικασία ηλεκτρονικού βιβλίου προσφορών, η τιμή διάθεσης καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στον Κανονισμό του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Άρθρο 9
Παρεκκλίσεις


Στις περιπτώσεις προσφοράς μετοχών αποκρατικοποιούμενων επιχειρήσεων, ή εταιριών με σύνολο ενεργητικού μεγαλύτερο των 500.000.000 ευρώ, ή ταυτόχρονων συνδυασμένων προσφορών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ή προσφοράς για την οποία η Ελλάδα είναι κράτος μέλος υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 περίπτωση (ιε) του ν. 3401/2005 μπορεί, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Αναδόχου και εφόσον δεν υφίσταται, του εκδότη ή του προσφέροντος μετόχου, να εγκρίνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατανομή κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 και του άρθρου 8 της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 9

1. Η απόφαση αυτή ισχύει από την έκδοσή της (3 Ιουλίου 2014).

2. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας απόφασης καταργείται η απόφαση 2/460/10.1.2008 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β΄ 97/25−1−2008).

3. Από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη εις βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 3 Ιουλίου 2014

Ο Πρόεδρος
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αριθμ. απόφ. 686/26.5.2014
Άσκηση διακριτικών ευχερειών της παραγράφου 4 του άρθρου 6 και της παραγράφου 2 του άρθρου 95 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

Aριθμ. απόφ. 686/26.5.2014

(ΦΕΚ Β' 1990/22-07-2014)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

α) τις παραγράφους 6 και 12−16 του άρθρου 4, τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 166 και το άρθρο 190 του ν. 4261/2014 (ΦΕΚ Α/107/5.5.2014) «Πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων (ενσωμάτωση της οδηγίας 2013/36/ΕΕ), κατάργηση του ν. 3601/2007 και άλλες διατάξεις.»

β) την παράγραφο 4 του άρθρου 6, τα άρθρα 411−428 και το άρθρο 508 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (ΕΕ L 176) σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.

γ) την παράγραφο 2 του άρθρου 95 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 648/2012.

δ) την απόφαση 1/459/27.12.2007 (ΦΕΚ Β/ 2453/31.12.2007) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Πλαίσιο υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών».

ε) την Οδηγία 2013/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 «Σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» (ΕΕ L 176).

στ) Το άρθρο 90 του «Κώδικα της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/22.4.2005).

ζ) Την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α΄ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α΄ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α΄ 146).

η) το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναλάβει να εκπονήσει έκθεση, συνοδευόμενη από νομοθετική πρόταση αν κριθεί απαραίτητο, σχετικά με την απαίτηση κάλυψης της ρευστότητας που αναφέρεται στο έκτο μέρος (άρθρα 411−428 )του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015.

θ) το γεγονός ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εν αναμονή της παραπάνω έκθεσης δύναται να απαλλάσσει από την υποχρέωση συμμόρφωσης με το ως άνω έκτο μέρος του Κανονισμού επιχειρήσεις επενδύσεων, λαμβάνοντας υπόψη την φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

ι) το γεγονός ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να ορίσει ως απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις επιχειρήσεις του άρθρου 31 του ν. 4261/2014αυτές που θα ήταν δεσμευτικές γι' αυτές σύμφωνα με τα ισχύοντα την 31η Δεκεμβρίου 2013 μέτρα σύμφωνα με το νόμο 3601/2007,

αποφασίζει ομόφωνα:


Άρθρο 1


Οι επιχειρήσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014 απαλλάσσονται από τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις σε ατομική βάση που προβλέπονται στο έκτο μέρος (άρθρα 411−428 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013(ΕΕ L 176) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015.

Άρθρο 2

1. Οι επιχειρήσεις του άρθρου 31 του ν. 4261/2014 υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με όσα προβλέπονται γι’ αυτές στην απόφαση 1/459/27.12.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

2. Η παράγραφος 5 του άρθρου 3 της απόφασης 1/459/27.12.2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Πλαίσιο υπολογισμού κεφαλαιακών απαιτήσεων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών» καταργείται.

Άρθρο 3

1. Η παρούσα απόφαση ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 2014, σύμφωνα με το άρθρο 190 του ν. 4261/2014.

2. Από τις διατάξεις της παρούσας Απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Ο Πρόεδρος κ.α.α.

Η Α΄ Αντιπρόεδρος
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΖΑΡΑΚΟΥ

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αριθμ. 6/675/27.2.2014
Παροχή πίστωσης από Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών

Κατηγορία: Κεφαλαιαγορά - Χρηματιστήριο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
ΝΠΔΔ

Α Π Ο Φ Α Σ Η
6/675/27.2.2014
του Διοικητικού Συμβουλίου

(ΦΕΚ Β' 1220/14-05-2014)
_____________________

Θέμα: Παροχή πίστωσης από Ανώνυμες Εταιρίες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

1. Το άρθρο 6 παρ. 4 του ν. 4141/2013 «Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις».

2. Την απόφαση 2/363/30.11.2005 (ΦΕΚ Β΄1755/14.12.2005) του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Παροχή πιστώσεων από μέλη του Χρηματιστηρίου Αθηνών και λοιπές ρυθμίσεις ως προς την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακών συναλλαγών».

3. Την απόφαση 90/1/1.10.2013 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τραπέζης της Ελλάδος.

4. Το άρθρο 90 του «Κώδικα της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/22.4.2005)

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ


Άρθρο 1
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής


Με την παρούσα απόφαση ρυθμίζονται ζητήματα για τα οποία έχει παρασχεθεί εξουσιοδότηση στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σχετικά με την παροχή πίστωσης (στο εξής: η «Πίστωση») από Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (στο εξής: η «ΑΕΠΕΥ») προς εντολέα της (στο εξής: «ο Πελάτης»), για την αγορά κινητών αξιών, όπως αυτές ορίζονται στην περίπτωση α του άρθρου 5 του ν. 4141/2013.

Άρθρο 2
Χαρτοφυλάκιο ασφαλείας


1. Η ΑΕΠΕΥ διασφαλίζει επαρκή βαθμό διαφοροποίησης του χαρτοφυλακίου ασφαλείας με γνώμονα τη διασπορά κινδύνου μεταξύ των στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, λαμβάνοντας υπόψη κάθε πρόσφορο κριτήριο. Σε κάθε περίπτωση, το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας απαρτίζεται από κινητές αξίες τουλάχιστον τριών εκδοτών και η αξία οποιουδήποτε στοιχείου που περιλαμβάνεται σε αυτό δεν υπερβαίνει σε ποσοστό το 40% της τρέχουσας αξίας αυτού. Η παρούσα υποχρέωση δεν ισχύει όταν:

i. Στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας περιλαμβάνονται μερίδια ή μετοχές ΟΣΕΚΑ του ν. 4099/2012 και μερίδια ΑΚΕΣ του ν. 2992/2002 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ), η συνολική αξία των οποίων ανέρχεται τουλάχιστον στο 60% του συνόλου του.

ii. Στη σύμβαση πίστωσης έχει συνομολογηθεί μεταξύ ΑΕΠΕΥ και Πελάτη της, ότι η εξόφληση της Πίστωσης γίνεται εντός της προθεσμίας εκκαθάρισης των συναλλαγών.

2. Δεν μπορούν να περιληφθούν στο χαρτοφυλάκιο ασφάλειας κινητές αξίες που τελούν υπό αναστολή διαπραγμάτευσης.

3. Σε περίπτωση αναστολής διαπραγμάτευσης κινητών αξιών οι οποίες περιλαμβάνονται ήδη στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, η ΑΕΠΕΥ οφείλει να αξιολογεί τους λόγους της αναστολής, προκειμένου να συμμορφωθεί άμεσα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.

4. Τα στοιχεία του χαρτοφυλακίου ασφάλειας είναι της αποκλειστικής κυριότητας του Πελάτη, ελεύθερα από κάθε βάρος και εν γένει οποιοδήποτε δικαίωμα τρίτου.

5. Η δέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας προϋποθέτει εντολή του Πελάτη, εκτός από την περίπτωση κινητών αξιών που αγοράζονται με Πίστωση. 

Αποδέσμευση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας, επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται ότι δεν δημιουργείται έλλειμμα περιθωρίου ή δεν αυξάνεται τυχόν υφιστάμενο έλλειμμα περιθωρίου.

Άρθρο 3
Αποτίμηση του χαρτοφυλακίου ασφαλείας


1. Οι κινητές αξίες και τα μερίδια ΑΚΕΣ που αποτελούν το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας αποτιμούνται στη λήξη κάθε εργάσιμης ημέρας, με βάση την πιο πρόσφατη τιμή κλεισίματος της οργανωμένης αγοράς ή του Πολυμερούς Μηχανισμού Διαπραγμάτευσης που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Τα μερίδια ΟΣΕΚΑ αποτιμώνται στην καθαρή τιμή της προηγούμενης εργάσιμης ημέρας.

2. Η σύμβαση Πίστωσης μπορεί να προβλέπει ειδικότερες ρυθμίσεις σχετικά με την αποτίμηση κινητών αξιών ως στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας στην περίπτωση:

(α) που αποφασίζεται από την εκδότρια εταιρία συνένωση κινητών αξιών ή έκδοση δωρεάν νέων κινητών αξιών για οποιοδήποτε λόγο,

(β) εταιρικού μετασχηματισμού ή δημόσιας πρότασης απόκτησης ή ανταλλαγής κινητών αξιών.

Άρθρο 4
Σύμβαση Πίστωσης


1. Η έγγραφη σύμβαση που ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4141/2013, πρέπει να καθορίζει κατ' ελάχιστο τα εξής:

(α) Τη διάρκεια της σύμβασης και τον τρόπο λύσης της.

(β) Αναλυτικά τις επιβαρύνσεις του Πελάτη για την παροχή Πίστωσης με ειδική αναφορά στο επιτόκιο, στην περίοδο εκτοκισμού και σε τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ της εταιρίας ή τρίτων.

(γ) Τη βασική λειτουργία του μηχανισμού παροχής Πιστώσεων, κατά τρόπο κατανοητό.

(δ) Τα στοιχεία που δύνανται να απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας.

(ε) Τα οριζόμενα από την ΑΕΠΕΥ ποσοστά αρχικού περιθωρίου και διατηρητέου περιθωρίου.

(στ) Τη διαδικασία τροποποίησης ή λύσης της σύμβασης η οποία θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να διενεργείται εγγράφως.

(ζ) Τη σειρά εκποίησης των στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας στην οποία θα προβαίνει η ΑΕΠΕΥ σε περίπτωση μη προσήκουσας κάλυψης περιθωρίων.

(η) Τη διαδικασία και τους όρους δέσμευσης και αποδέσμευσης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας.

(θ) Δήλωση του Πελάτη ότι είναι ενημερωμένος για τον κίνδυνο που ενέχει η διενέργεια συναλλαγών με Πίστωση και για την υποχρέωση κάλυψης των περιθωρίων και των συνεπειών από τη μείωση του περιθωρίου κάτω από το απαιτούμενο διατηρητέο περιθώριο και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, του χρόνου και των διαδικασιών εκποίησης στοιχείων του χαρτοφυλακίου Ασφαλείας.

2. Η σύμβαση μπορεί να προβλέπει την παροχή Πιστώσεων υπό όρους αυστηρότερους από τους όρους που καθορίζονται από την παρούσα Απόφαση ή το νόμο.

Άρθρο 5
Πίστωση εντός της προθεσμίας εκκαθάρισης των συναλλαγών


Δεν συνιστά εμπρόθεσμη εξόφληση του τιμήματος αγοράς κινητών αξιών, η πληρωμή του τιμήματος με το προϊόν της πώλησης των κινητών αξιών που αγοράστηκαν ή με το προϊόν της πώλησης άλλων κινητών αξιών αν δεν έχει συμφωνηθεί Πίστωση σύμφωνα με τα άρθρα 5 έως 10 του ν.4141/2013, εάν η εκκαθάριση της χρηματιστηριακής συναλλαγής πώλησης γίνεται σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής αγοράς.

Άρθρο 6
Αρχικό και διατηρητέο περιθώριο


1. Το ποσοστό του αρχικού περιθωρίου ορίζεται σε τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας.

2. Το ποσοστό του διατηρητέου περιθωρίου ορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας.

3. Η παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 4141/2013, αναφέρεται στην έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

4. Μέχρι την εκπλήρωση της υποχρέωσης κάλυψης του διατηρητέου περιθωρίου, η ΑΕΠΕΥ δεν θα προβαίνει για λογαριασμό του Πελάτη σε καμία άλλη αγορά κινητών αξιών με Πίστωση.

Άρθρο 7
Πληροφόρηση Πελατών


Η ΑΕΠΕΥ τηρεί διαδικασίες έτσι ώστε να διασφαλίζει ότι οι Πελάτες στους οποίους παρέχει την παρεπόμενη υπηρεσία της πίστωσης λαμβάνουν επαρκή πληροφόρηση, ώστε να είναι σε θέση να κατανοούν τους κινδύνους που ενέχει η συγκεκριμένη παρεπόμενη υπηρεσία.

Άρθρο 8
Ενημέρωση Πελάτη

Επιπλέον των επιβαλλόμενων από την κείμενη νομοθεσία υποχρεώσεων ενημέρωσης, η ΑΕΠΕΥ μέσω σταθερού μέσου (όπως ορίζεται στην παρ. 11 του άρθρου 2 της απόφασης 1/452/2007 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς) τουλάχιστον μία φορά το μήνα ενημερώνει τον Πελάτη:

(α) αναλυτικά για τις συναλλαγές του και την κίνηση του λογαριασμού του σε χρήματα και σε στοιχεία του χαρτοφυλακίου ασφαλείας κατά τον προηγούμενο μήνα και

(β) για την αποτίμηση του χαρτοφυλακίου ασφαλείας και το ύψος της Πίστωσης κατά την τελευταία ημέρα της περιόδου στην οποία αναφέρεται η ενημέρωση.

Άρθρο 9
Τήρηση αρχείων


1. Η ΑΕΠΕΥ τηρεί σε καθημερινή βάση τα εξής στοιχεία:

(α) Συνολικά υπόλοιπα ως προς τις συναλλαγές για τις οποίες δεν παρέχεται Πίστωση (χρεωστικά και πιστωτικά υπόλοιπα) με ιδιαίτερη αναφορά τυχόν εκπρόθεσμων χρεωστικών υπολοίπων.

(β) Συνολικά υπόλοιπα ως προς τις συναλλαγές για τις οποίες παρέχεται Πίστωση (χρεωστικά υπόλοιπα και συνολική τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου ασφαλείας των πελατών αυτών) με ιδιαίτερη αναφορά τυχόν εκπρόθεσμων χρεωστικών υπολοίπων.

(γ) Τον συνολικό αριθμό των ενεργών συμβάσεων Πίστωσης.

2. Η ΑΕΠΕΥ τηρεί ιδιαίτερο λογαριασμό στα βιβλία της για κάθε Πελάτη, στον οποίο καταχωρεί τις χρεοπιστώσεις και κάθε άλλο στοιχείο που αφορά την παροχή Πιστώσεων σύμφωνα με την παρούσα Απόφαση.

Άρθρο 10
Υποβολή στοιχείων


Η ΑΕΠΕΥ υποβάλλει μηνιαίως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Τράπεζα της Ελλάδος τα στοιχεία της παραγράφου 1 του άρθρου 9 της παρούσας απόφασης, με ημερομηνία αναφοράς την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία αναφοράς.

Άρθρο 11
Τελικές διατάξεις


1. Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως εκτός από την διάταξη του άρθρου 2 της παρούσης, η ισχύς του οποίου αρχίζει τριάντα ημέρες μετά τη δημοσίευση της απόφασης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο καταργείται η απόφαση 2/363/30.11.2005 (ΦΕΚ Β΄1755/14.12.2005).

3. Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

4. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).


Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης

 

ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ - ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ - ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΕΙΣΗΓΜΕΝΕΣ ΣΤΟ Χ.Α. - ΝΟΜΟΘΕΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ 

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

ΑΠΟ ΤΟΝ WWW.KWDIKAS.GR

ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΠΑΝΤΑ (ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ - ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

ΜΑΘΕΤΕ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΔΩ

Αρ. πρωτ.: 4237/19.11.2013
Υιοθέτηση από τις εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών του ΔΠΧΑ 13 «Επιμέτρηση Εύλογης Αξίας» και των τροποποιήσεων στο ΔΛΠ 19 «Παροχές σε Εργαζόμενους». στο ΔΛΠ 1 «Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων», στο ΔΛΠ 12 «Φόροι Εισοδήματος και ΔΠΧΑ 7 «Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις»

Αθήνα, 19 Νοεμβρίου 2013
Αρ. Πρωτ.: 4237

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΕΙΣΗΓΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΙΩΝ
Τμήμα Περιοδικής Πληροφόρησης

Θέμα: Υιοθέτηση από τις εταιρείες με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών του ΔΠΧΑ 13 «Επιμέτρηση Εύλογης Αξίας» και των τροποποιήσεων στο ΔΛΠ 19 «Παροχές σε Εργαζόμενους». στο ΔΛΠ 1 «Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων», στο ΔΛΠ 12 «Φόροι Εισοδήματος και ΔΠΧΑ 7 «Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις».

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνοντας υπόψη ότι από επισκόπηση των οικονομικών καταστάσεων των εταιρειών με μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αθηνών διαπιστώθηκαν περιπτώσεις εταιρειών:

(α) που δεν είχαν υιοθετήσει τις αλλαγές στα ΔΑΠ/ΔΠΧΑ που τέθηκαν σε ισχύ με τους υπ' αριθ. 475/5.6.2012, 1255/11.12.2012 και 1256/13.12.2012 Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορούν τις τροποποιήσεις στο ΔΑΠ 1 «Παρουσίαση των Οικονομικών Καταστάσεων», στο ΔΛΠ 19 «Παροχές σε εργαζόμενους», στο ΔΠΧΑ 7 «Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις», ΔΛΠ 12 «Φόροι Εισοδήματος» και την εφαρμογή του νέου ΔΠΧΑ 13 «Επιμέτρηση εύλογης αξίας».

(β) που επέλεξαν την πρόωρη εφαρμογή των ΔΠΧΑ 10 «Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις», ΔΠΧΑ 11 «Σχήματα υπό κοινό έλεγχο» και ΔΠΧΑ 12 «Γνωστοποίηση συμμετοχών σε άλλες οντότητες» χωρίς να γνωστοποιούν το σύνολο των πληροφοριών που ορίζονται από τα πρότυπα αυτά, εφιστά την προσοχή στην ορθή εφαρμογή των ανωτέρω προτύπων.
 

 
 
Για την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
Ιλιάννα Κούρκαφα
Προϊσταμένη Διεύθυνσης

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 2/652/11.7.2013
Άρση της απαγόρευσης των ανοικτών πωλήσεων μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 1813/25-07-2013)

ΑΠΟΦΑΣΗ
2/652/11.7.2013
του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα: Άρση της απαγόρευσης των ανοικτών πωλήσεων μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Αφού έλαβε υπόψη:

1. Την περίπτωση (ζ) της παραγράφου 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ Α’ 167).

2. Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2012 και τη διαδικασία που αυτός προβλέπει.

3. Την
 παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

4. Το άρθρο 90 του «Κώδικα νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (π.δ. 63/2005, ΦΕΚ Α’ 98).

5. Την απόφαση
 1/645/30.4.2013 του Διοικητικού Συμβουλίου της με θέμα ¨Απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεων μετοχών εισηγμένων στην αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Άρθρο 1
Περιεχόμενο άρσης απαγόρευσης


1. Άρση της ισχύουσας απαγόρευσης των ανοικτών πωλήσεων, που είχε επιβληθεί δυνάμει της απόφασης
 1/645/30.4.2013 του Διοικητικού Συμβουλίου, των μετοχών εισηγμένων στην αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο στο Χρηματιστήριο Αθηνών και συγκεκριμένα τις μετοχές των παρακάτω πιστωτικών ιδρυμάτων:

ALPHA ΒΑΝΚ
ATTICA BANK Α.Τ.Ε.
CYPRUS POPULAR BANK

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS

Η άρση της απαγόρευσης καταλαμβάνει και τις συναλλαγές επί των παραστατικών τίτλων μετοχών (ADRs ή GDRs) και επί παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσης μετοχών (
warrants) που αντιπροσωπεύουν Μετοχές.

Άρθρο 2
Ισχύς


1. Η απόφαση αυτή τίθεται σε ισχύ από την 15η Ιουλίου 2013 (ώρα 00:00:01).

2. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού.

3. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β).


Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
 
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
 
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
 
Σωκράτης Λαζαρίδης

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρ. 1/645/30.4.2013
Απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά
 αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 1106/08-05-2013)

Α Π Ο Φ Α Σ Η
1/645/30.4.2013
του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα: Απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά
 αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Αφού έλαβε υπόψη:

1. Την περίπτωση (ζ) της παραγράφου 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ Α’ 167).

2. Την
 παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν. 2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

3. Το άρθρο 90 του «Κώδικα νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (π.δ. 63/2005, ΦΕΚ Α’ 98/22.4.2005).

4. Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2012 και τη διαδικασία που αυτός προβλέπει.

5. Το γεγονός ότι η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων βρίσκεται σε εξέλιξη και οποιαδήποτε πρόσθετη πίεση στις εισηγμένες μετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων θα είχε επιπτώσεις σε αυτή την τόσο σημαντική διαδικασία για το σύνολο της σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Άρθρο 1
Περιεχόμενο απαγόρευσης


1. Απαγορεύονται οι ανοικτές πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά
 αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο στο Χρηματιστήριο Αθηνών (εφεξής Μετοχές) και συγκεκριμένα τις μετοχές των παρακάτω πιστωτικών ιδρυμάτων:

ALPHA ΒΑΝΚ
ATTICA BANK
 
Α.Τ.Ε.
CYPRUS POPULAR BANK

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS

ανεξαρτήτως του τόπου κατάρτισης των συναλλαγών (οργανωμένη
 αγορά
, Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης- ΠΜΔ ή εξωχρηματιστηριακά).

2. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 καταλαμβάνει και τις πωλήσεις Μετοχών που πρόκειται να εκκαθαριστούν με
 αγορά
 εντός της ίδιας ημέρας (ενδοσυνεδριακά).

3. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 καταλαμβάνει τις συναλλαγές επί των παραστατικών τίτλων μετοχών (ADRs ή GDRs) και επί παραστατικών τίτλων δικαιωμάτων κτήσης μετοχών (
warrants) που αντιπροσωπεύουν Μετοχές.

4. Η απαγόρευση του άρθρου αυτού δεν καταλαμβάνει τους Ειδικούς Διαπραγματευτές που πραγματοποιούν ειδική διαπραγμάτευση:

α. Στις μετοχές που συνιστούν τον τραπεζικό κλάδο στο Χρηματιστήριο Αθηνών,

β. Στα παράγωγα των παραπάνω μετοχών,

γ. Στα παραστατικά τίτλων δικαιωμάτων κτήσης μετοχών (warrants) των παραπάνω μετοχών,

δ. Στα μερίδια Διαπραγματεύσιμων Αμοιβαίων Κεφαλαίων- ΔΑΚ και στα παράγωγα επί των δεικτών των οποίων οι παραπάνω μετοχές αποτελούν μέρος της σύνθεσής τους.

Η εξαίρεση αυτή αφορά συναλλαγές που σκοπό έχουν την κάλυψη ή την αντιστάθμιση κινδύνου συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της άσκησής των υποχρεώσεων των ειδικών διαπραγματευτών.

Άρθρο 2
Διάρκεια- Ισχύς


1. Η απόφαση αυτή τίθεται σε ισχύ από την 1η Μαΐου 2013 (ώρα 00:00:01) και ισχύει έως και την 31η Ιουλίου 2013 (ώρα 24:00:00).

2. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού.

3. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β).


Η Γραμματέας
Παρασκευή
 Γαλατά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
Δημήτριος Αυγητίδης

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 3/645/30.4.2013
Μέτρηση κινδύνων και υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου των ΟΣΕΚΑ και των ΑΕΕΧ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ 
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 1647/03-07-2013)

ΑΠΟΦΑΣΗ
 3/645/30.4.2013 του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα: Μέτρηση κινδύνων και υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου των ΟΣΕΚΑ και των ΑΕΕΧ.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη:

1. Την
 παράγραφο 5 του άρθρου 30 και την παράγραφο 11 του άρθρου 31 του ν. 3371/2005 «Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/178/14.7.2005),

2. Τις
 παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 60 του ν. 4099/2012 περί Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες και Ανωνύμων Εταιρειών Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων κ.λπ. (ΦΕΚ Α/250/20.12.2012),

3. Τα άρθρα 40, 41, 42, 43, 44 και 45 της απόφασης
 15/633/20.12.2012 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Οργανωτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των ΑΕΔΑΚ, σύγκρουση συμφερόντων, κανονισμός συμπεριφοράς, διαχείριση κινδύνων και περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ θεματοφύλακα και εταιρείας διαχείρισης» (ΦΕΚ Β/12/10.1.2013),

4. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 28ης Ιουλίου 2010 (CESR/10-788) «Μέτρηση κινδύνου και υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους ΟΣΕΚΑ»,

5. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 14ης Απριλίου 2011 (ESMA/2011/112) «Μέτρηση κινδύνου και υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο για συγκεκριμένες κατηγορίες σύνθετων ΟΣΕΚΑ»,

6. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 4ης Δεκεμβρίου 2012 (ESMA/2012/722) «Συμφωνίες επαναγοράς και αντίστροφες συμφωνίες επαναγοράς»,

7. Τις Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 18ης Δεκεμβρίου 2012 (ESMA/2012/832) «Διαπραγματεύσιμα επενδυτικά κεφάλαια και άλλες διατάξεις για τους ΟΣΕΚΑ»,

8. Το άρθρο 90 του «Κώδικα της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» που κυρώθηκε με το άρθρο Πρώτο του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/22.4.2005).

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
 
Σκοπός, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Αρθρο 1
 
Σκοπός και πεδίο εφαρμογής


1. Η παρούσα απόφαση καθορίζει τις αποδεκτές μεθοδολογίες για τη μέτρηση των κινδύνων και τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και τις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου (ΑΕΕΧ).

2. Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται στις ΑΕΕΧ, στις ΑΕΕΜΚ, για κάθε επενδυτικό τους τμήμα, και στις εταιρείες διαχείρισης, για κάθε ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται. Η ΑΕΕΧ, η εταιρεία διαχείρισης για κάθε ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζεται και ο ίδιος ο ΟΣΕΚΑ, εφόσον έχει τη μορφή ΑΕΕΜΚ που ασκεί η ίδια τη διαχείρισή της, αναφέρονται στην παρούσα απόφαση ως η «Εταιρεία».

Άρθρο 2
 
Ορισμοί


Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί, πλέον των ορισμών του ν.
 4099/2012 και της απόφασης15/633/20.12.2012 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:

1. Ως «τίτλος επιλογής» ορίζεται το χρηματοπιστωτικό μέσο που εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα ή ΑΕΠΕΥ ή εισηγμένη σε οργανωμένη αγορά εταιρεία και παρέχει στον κάτοχό του το δικαίωμα να αποκτήσει ή να εκχωρήσει συγκεκριμένο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο σε καθορισμένη τιμή μέχρι και την ημερομηνία λήξεώς του. Ο διακανονισμός γίνεται είτε με μετρητά είτε με την παράδοση του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου του τίτλου επιλογής.

2. Ως «μη τυποποιημένα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα» ορίζονται τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα των οποίων η αποτίμηση δεν βρίσκεται σε γραμμική σχέση με την αποτίμηση της θέσης στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο ή δύναται να αυξήσει σημαντικά το ποσό του κέρδους ή της ζημίας σε σύγκριση με το εισπραχθέν ή το καταβληθέν τίμημα της αρχικής επένδυσης και τα οποία δεν έχουν τα χαρακτηριστικά των απλών (τυποποιημένων) δικαιωμάτων προαίρεσης.

3. Ως «συμβόλαιο διαφορών» ορίζεται το συμβόλαιο μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων (αγοραστή και πωλητή), το οποίο προβλέπει ότι ο πωλητής θα καταβάλλει στον αγοραστή τη διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας περιουσιακού στοιχείου και της τιμής του κατά την ημερομηνία σύναψης του συμβολαίου. Το συμβόλαιο διαφορών αποτελεί παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο που επιτρέπει στους επενδυτές να λαμβάνουν θετική ή αρνητική θέση στο υποκείμενο χρηματοπιστωτικό μέσο, χωρίς ταυτόχρονα να απαιτεί την αγορά ή πώληση του χρηματοπιστωτικού μέσου, παρά μόνο τη συμφωνία για την καταβολή (ή λήψη αντίθετα) της διαφοράς στην τιμή του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου.

4. Ως «απλή συμφωνία ανταλλαγής συνολικής απόδοσης» ορίζεται η συμφωνία μεταξύ δύο αντισυμβαλλομένων (αγοραστή και πωλητή), η οποία προβλέπει ότι ο πωλητής καταβάλλει στον αγοραστή τη συνολική απόδοση ενός περιουσιακού στοιχείου αναφοράς έναντι τιμήματος που καταβάλλεται από τον αγοραστή, το οποίο συνήθως είναι κυμαινόμενο και ορίζεται ως προς κάποιο δείκτη αναφοράς (Euribor κλπ) προσαυξημένο κατά το περιθώριο κέρδους.

5. Ως «σύνθετη συμφωνία ανταλλαγής συνολικής απόδοσης» ορίζεται η συμφωνία στην οποία το τίμημα που καταβάλλει ο αγοραστής είτε είναι σταθερό, είτε ισούται με τη συνολική απόδοση έτερου περιουσιακού στοιχείου αναφοράς.

Άρθρο 3
 
Συνολική έκθεση σε κίνδυνο


1. Η Εταιρεία υπολογίζει τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο σε καθημερινή βάση και τηρεί τα όρια για τη συνολική έκθεση σε διαρκή βάση. Ανάλογα με την επενδυτική στρατηγική που ακολουθείται, η Εταιρεία διενεργεί, όπου είναι αναγκαίο, υπολογισμούς και κατά τη διάρκεια της ημέρας.

2. Η Εταιρεία επιλέγει την κατάλληλη μεθοδολογία για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο, μετά από αξιολόγηση των χαρακτηριστικών κινδύνου που απορρέουν από την επενδυτική πολιτική, ιδίως όταν γίνεται χρήση παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων.

3. Η Εταιρεία χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο προηγμένη μεθοδολογία μέτρησης κινδύνων, όπως η μέθοδος υπολογισμού της δυνητικής ζημίας (Value-at-Risk, VaR), διενεργώντας παράλληλα ελέγχους προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests), όταν:

(α) χρησιμοποιεί πολύπλοκες επενδυτικές στρατηγικές σε βαθμό που δεν αποτελούν αμελητέο τμήμα της επενδυτικής πολιτικής,

(β) έχει έκθεση σε μη τυποποιημένα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα (exotic derivatives) σε βαθμό που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αμελητέα,
 

(γ) η προσέγγιση βάσει των υποχρεώσεων (Commitment Approach) δεν καλύπτει επαρκώς τον κίνδυνο αγοράς του χαρτοφυλακίου.

4. Η χρήση οποιασδήποτε μεθοδολογίας μέτρησης κινδύνων και υπολογισμού της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο δεν απαλλάσσει την Εταιρεία από την υποχρέωσή της να θεσπίσει όρια διαχείρισης κινδύνων και κατάλληλα μέτρα για την τήρησή τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο με τη μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων

Άρθρο 4

1. Η μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων (Commitment Approach) αποτιμά τα τυποποιημένα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα στην αγοραία αξία της ισοδύναμης θέσης στο υποκείμενο περιουσιακό στοιχείο. Η αξία αυτή δύναται να αντικατασταθεί από την ονομαστική αξία ή την τιμή του συμβολαίου μελλοντικής εκπλήρωσης, στην περίπτωση που αυτές είναι πιο συντηρητικές. Για μη τυποποιημένα παράγωγα, για τα οποία δεν είναι δυνατή η μετατροπή τους στην αγοραία αξία ή στην ονομαστική αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου, δύναται να χρησιμοποιηθεί άλλη, εναλλακτική προσέγγιση, υπό την προϋπόθεση ότι η συνολική αξία των εν λόγω παραγώγων αντιπροσωπεύει αμελητέο τμήμα του χαρτοφυλακίου.

2. Κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο με τη μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων διενεργούνται τα ακόλουθα:

(α) Υπολογίζεται η υποχρέωση, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 1, κάθε παραγώγου (συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων παραγώγων και της μόχλευσης που συνδέεται με τεχνικές αποτελεσματικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου).
 

(β) Πραγματοποιείται συμψηφισμός (netting) και αντιστάθμιση κινδύνου (hedging) των θέσεων που έχουν ληφθεί. Για κάθε διακανονισμό συμψηφισμού ή αντιστάθμισης κινδύνου, υπολογίζεται η καθαρή υποχρέωση (net commitment) του παραγώγου ως εξής:

(i) Η ακαθάριστη υποχρέωση (gross commitment) ισούται με το άθροισμα των υποχρεώσεων των επιμέρους παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων (συμπεριλαμβανομένων των ενσωματωμένων παραγώγων), αφού έχει προηγηθεί ο συμψηφισμός των θέσεων.

(ii) Αν ο διακανονισμός συμψηφισμού ή αντιστάθμισης κινδύνου περιλαμβάνει θέσεις σε κινητές αξίες, η αγοραία αξία των κινητών αξιών δύναται να απομειώσει την ως άνω ορισθείσα ακαθάριστη υποχρέωση.

(iii) Η απόλυτη τιμή των ως άνω υπολογισμών συνιστά την καθαρή υποχρέωση σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

(γ) Η συνολική έκθεση σε κίνδυνο ισούται με το άθροισμα:

(i) της απόλυτης τιμής της υποχρέωσης κάθε παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου, το οποίο δεν έχει περιληφθεί σε διακανονισμό συμψηφισμού ή αντιστάθμισης κινδύνου,

(ii) της απόλυτης τιμής της καθαρής υποχρέωσης κάθε παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου, η οποία προκύπτει μετά το διακανονισμό συμψηφισμού ή αντιστάθμισης κινδύνου που περιγράφηκε ανωτέρω, και

(iii) του αθροίσματος των απόλυτων τιμών των υποχρεώσεων που συνδέονται με τεχνικές αποτελεσματικής διαχείρισης χαρτοφυλακίου.

3. Ο υπολογισμός της ακαθάριστης και της καθαρής υποχρέωσης βασίζεται στην ακριβή μετατροπή της θέσης του παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου στην αγοραία αξία της ισοδύναμης θέσης του υποκείμενου τίτλου του παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου.

4. Η υποχρέωση κάθε παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου μετατρέπεται στο νόμισμα αναφοράς της Εταιρείας βάσει της τρέχουσας συναλλαγματικής ισοτιμίας (spot rate).

5. Σε περίπτωση που παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο με υποκείμενη αξία σε νόμισμα έχει δύο (2) σκέλη (legs) που δεν είναι στο νόμισμα αναφοράς της Εταιρείας, για τον υπολογισμό της υποχρέωσης λαμβάνονται υπόψη και τα δύο σκέλη.

Άρθρο 5
Αποτίμηση τυποποιημένων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων


Τα ακόλουθα τυποποιημένα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτιμώνται ως εξής:

1. Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (Futures)
 

α) Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία Ομολογία Bond Future)
Αριθμός συμβολαίων * ονομαστική αξία συμβολαίου * τιμή αγοράς της φθηνότερης προς παράδοση υποκείμενης ομολογίας

β) Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία επιτόκιο (
Interest Rate Future)
Αριθμός συμβoλαίων * ονομαστική αξία συμβολαίου

γ) Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία νόμισμα (Currency Future)
Αριθμός συμβoλαίων * ονομαστική αξία συμβολαίου

δ) Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία μετοχή (Equity Future) Αριθμός συμβoλαίων * ονομαστική αξία συμβολαίου * αγοραία τιμή της υποκείμενης μετοχής

ε) Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης με υποκείμενη αξία δείκτη (
Index Futures) Αριθμός συμβoλαίων * ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής) * επίπεδο του δείκτη

2. Απλά (τυποποιημένα) δικαιώματα προαίρεσης (Plain Vanilla Options, αγορασθέντα/πωληθέντα δικαιώματα αγοράς/πώλησης)

α) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία Ομολογία (Plain Vanilla Bond Option Ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής) * αγοραία αξία της υποκείμενης ομολογίας * συντελεστής δέλτα

β) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία μετοχές (Plain Vanilla
 Equity Option) Αριθμός συμβολαίων * Ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής) * αγοραία αξία της υποκείμενης μετοχής * δέλτα

γ) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία επιτόκιο (Plain Vanilla Interest Rate Option)
Ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής)* δέλτα

δ) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία νόμισμα (Plain Vanilla
 Currency Option)
Ονομαστική αξία συμβολαίων νομισμάτων (πολλαπλασιαστής) * δέλτα
 

ε) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία Δείκτη
Αριθμός συμβολαίων * Ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής) * επίπεδο του δείκτη * δέλτα

στ) Δικαίωμα Προαίρεσης με υποκείμενη αξία Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (Plain Vanilla
 Options on Futures)
Αριθμός συμβολαίων * Ονομαστική αξία συμβολαίου (πολλαπλασιαστής) * αγοραία αξία του υποκείμενου τίτλου * δέλτα

ζ) Δικαιώματα Προαίρεσης επί συμβολαίων ανταλλαγής (Plain Vanilla Swaptions) Η προς ανταλλαγή αξία (βλέπε κατωτέρω) * δέλτα

3. Τίτλοι Επιλογής και Δικαιώματα (Rights)
Αριθμός μετοχών /ομολογιών * αγοραία αξία των υποκείμενων αξιών * δέλτα.

4. Πράξεις Ανταλλαγής (Swaps)

α) Πράξεις ανταλλαγής σταθερού/κυμαινόμενου επιτοκίου και επί του δείκτη πληθωρισμού (Plain Vanilla Fixed/Floating
 Rate Interest Rate and Inflation Swaps)
Αγοραία αξία των υποκείμενων αξιών (ή εναλλακτικά η ονομαστική αξία του σταθερού τμήματος της ανταλλαγής)

β) Πράξεις Ανταλλαγής Νομισμάτων (Currency Swap)
Ονομαστική αξία του νομίσματος αναφοράς

γ) Πράξεις Ανταλλαγής Επιτοκίων σε διαφορετικά νομίσματα (Cross currency Interest Rate Swaps)
Ονομαστική αξία του νομίσματος αναφοράς

δ) Απλή Συμφωνία Ανταλλαγής Συνολικής Απόδοσης (Basic Total Return Swap) Η αγοραία αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου αναφοράς
 

ε) Σύνθετη Συμφωνία Ανταλλαγής Συνολικής Απόδοσης (Non-Basic Total Return Swap)
Αθροιστική αγοραία αξία του υποκείμενου τίτλου και των δύο σκελών της συμφωνίας ανταλλαγής

στ) Συμφωνία ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης (Single Name Credit Default Swap) Πωλητής: Το υψηλότερο της αγοραίας αξίας του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου ή της ονομαστικής αξίας της συμφωνίας ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης Αγοραστής: Αγοραία αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου

5. Συμβόλαια Διαφορών (Contract for Differences):
Αριθμός μετοχών/ομολογιών * αγοραία αξία των υποκείμενων τίτλων

6. Προθεσμιακά Συμβόλαια

α) Προθεσμιακά Συμβόλαια συναλλάγματος (FX Forwards) Ονομαστική αξία όλων των σκελών νομισμάτων του συμβολαίου.
 

β) Προθεσμιακά Συμβόλαια Τιμών (Forward Rate Agreement): Ονομαστική αξία

7. Mόχλευση σε δείκτες ή δείκτες με ενσωματωμένη μόχλευση (Leveraged exposure to indices or indices with embedded leverage)
Σε ένα παράγωγο που παρέχει μόχλευση σε υποκείμενο δείκτη ή δείκτες που ενσωματώνουν μόχλευση του χαρτοφυλακίου τους, εφαρμόζεται η μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων επί των επιμέρους αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων.

8. Μετατρέψιμες Ομολογίες (Convertible Bonds)
Αριθμός μετοχών αναφοράς * αγοραία αξία των υποκείμενων μετοχών αναφοράς * δέλτα

9. Βραχυπρόθεσμοι πιστωτικοί τίτλοι (Credit Linked Notes): Αγοραία αξία του υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου αναφοράς

10. Μερικώς Εξοφλημένες Κινητές Αξίες (Partly Paid Securities) Αριθμός μετοχών/ομολογιών * αγοραία αξία των υποκείμενων αξιών

Άρθρο 6
Αποτίμηση μη τυποποιημένων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων

Τα ακόλουθα μη τυποποιημένα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτιμώνται ως εξής:

1. Πράξεις Ανταλλαγής Διακύμανσης (Variance Swaps)

(α) Οι πράξεις ανταλλαγής διακύμανσης είναι συμβόλαια που επιτρέπουν στους επενδυτές να αποκτούν έκθεση στον κίνδυνο της διακύμανσης ενός υποκείμενου περιουσιακού στοιχείου και ειδικότερα, να ανταλλάσσουν την ιστορική ή τη μεταβλητότητα που θα καταγραφεί στο μέλλον με την τρέχουσα θεωρητική μεταβλητότητα (implied volatility). Κατά πάγια πρακτική, η συμφωνημένη τιμή (strike) και η ονομαστική (notional) διακύμανση εκφράζονται σε όρους μεταβλητότητας (volatility).

(β) H ονομαστική διακύμανση (variance notional) υπολογίζεται ως εξής:

variance notional=vega notional/2x strike

Ο αριθμητής «συντελεστής vega (vega notional)» μετρά το κέρδος ή τη ζημία που προκύπτει από τη μεταβολή της μεταβλητότητας κατά 1%.

(β) Δεδομένου ότι η μεταβλητότητα δεν μπορεί να είναι μικρότερη του μηδενός, με την αγορά μιας θέσης επί πράξεως ανταλλαγής (long swap) είναι γνωστή η μέγιστη πιθανή ζημία. Η μέγιστη πιθανή ζημία στην περίπτωση πώλησης θέσης επί πράξεως ανταλλαγής (short swap) συχνά περιορίζεται με την εισαγωγή ανώτατου ορίου (cap) στη μεταβλητότητα. Ωστόσο, χωρίς την ύπαρξη ανώτατου ορίου (cap) στην υπολογιζόμενη μεταβλητότητα, η πιθανή απώλεια στην περίπτωση πώλησης θέσης επί πράξεως ανταλλαγής (short swap) είναι απεριόριστη.

(γ) Η μεθοδολογία μετατροπής που χρησιμοποιείται για συγκεκριμένο συμβόλαιο τη χρονική στιγμή t είναι:

Ονομαστική Διακύμανση (Variance Notional) * Τρέχουσα Διακύμανσηt (current Variancet) - (Χωρίς όριο (cap) μεταβλητότητας)

Ονομαστική Διακύμανση (Variance Notional) * Ελάχιστο μεταξύ της Τρέχουσας Διακύμανσυt και του τετραγώνου του ορίου της μεταβλητότητας - (Με όριο (cap) μεταβλητότητας)

όπου, η τρέχουσα διακύμανσηt (current Variancet) αποτελεί συνάρτηση του τετραγώνου της πραγματοποιηθείσας και της θεωρητικής μεταβλητότητας και ειδικότερα:

Τρέχουσα Διακύμανσηt (current Variancet) = t/T *Καταγεγραμμένη (realized) μεταβλητότητα (0,t)2
 + T-1/T *θεωρητική (implied) μεταβλητότητα (t,T)2

2. Πράξεις ανταλλαγής μεταβλητότητας (Volatility Swaps)

Κατ' αναλογία με τις πράξεις ανταλλαγής διακύμανσης (Variance Swaps), οι ακόλουθοι τύποι μετατροπής εφαρμόζονται σε πράξεις ανταλλαγής μεταβλητότητας:
 

(α) Συντελεστής Vega (Vega Notional) * (τρέχουσα) Μεταβλητότηταt - (Χωρίς όριο (cap) μεταβλητότητας)

(β) Συντελεστής Vega (Vega Notional) * Ελάχιστο μεταξύ της Τρέχουσας Μεταβλητότηταςt και του ορίου μεταβλητότητας - (Με όριο (cap) μεταβλητότητας) όπου, η (τρέχουσα) Μεταβλητότηταt αποτελεί συνάρτηση της πραγματοποιηθείσας και της θεωρητικής μεταβλητότητας.

Άρθρο 7
 
Εξαιρέσεις


1. Κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο με τη μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων, ένα παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο δεν λαμβάνεται υπόψη εάν πληροί όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(α) ανταλλάσει την απόδοση των χρηματοπιστωτικών μέσων που κατέχει η Εταιρεία με την απόδοση άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων,

(β) αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς των υπό ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Εταιρεία στο χαρτοφυλάκιό της, έτσι ώστε η απόδοσή της να μην εξαρτάται από την απόδοση των υπό ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων, και
 

(γ) δεν περιλαμβάνει πρόσθετα προαιρετικά χαρακτηριστικά, ρήτρες μόχλευσης, καθώς και άλλους πρόσθετους κινδύνους σε σύγκριση με τα άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα.

2. Ένα παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο, εάν ικανοποιεί και τις δύο από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

(α) η παράλληλη επένδυση σε παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο επί συγκεκριμένης υποκείμενης αξίας και σε μετρητά που είναι επενδυμένα σε περιουσιακά στοιχεία χωρίς κίνδυνο ισοδυναμεί με διακράτηση άμεσα ρευστοποιήσιμης θέσης στη συγκεκριμένη υποκείμενη αξία, και

(β) το παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο δεν θεωρείται ότι παράγει πρόσθετη έκθεση σε κίνδυνο και μόχλευση ή κίνδυνο αγοράς.

Άρθρο 8
Συμψηφισμός και Αντιστάθμιση Κινδύνου
 

1. Κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο με τη μεθοδολογία της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων, οι διακανονισμοί συμψηφισμού (netting) και αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) δύναται να ληφθούν υπόψη για τη μείωση της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

2. Οι διακανονισμοί συμψηφισμού ορίζονται ως συνδυασμοί των συναλλαγών σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και των θέσεων σε κινητές αξίες που αναφέρονται στην ίδια υποκείμενη αξία, ανεξαρτήτως - στην περίπτωση των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων – της ημερομηνίας λήξης τους και όπου οι συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και οι θέσεις σε κινητές αξίες συνάπτονται με αποκλειστικό σκοπό την εξάλειψη των κινδύνων που συνδέονται με τις θέσεις που λαμβάνονται μέσω άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων ή/ και θέσεων σε κινητές αξίες.

3. Οι διακανονισμοί αντιστάθμισης κινδύνου ορίζονται ως συνδυασμοί των συναλλαγών σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και των θέσεων σε κινητές αξίες που δεν αναφέρονται κατά ανάγκη στην ίδια υποκείμενη αξία, και όπου οι συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα ή/και οι θέσεις σε κινητές αξίες συνάπτονται με αποκλειστικό σκοπό την αντιστάθμιση των κινδύνων που συνδέονται με τις θέσεις που λαμβάνονται μέσω άλλων παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων ή/ και θέσεων σε κινητές αξίες.

4. Εάν η Εταιρεία πραγματοποιεί συντηρητικό υπολογισμό και δεν υπολογίζει με ακρίβεια την υποχρέωση για κάθε παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο, οι διακανονισμοί αντιστάθμισης κινδύνου και συμψηφισμού δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη προκειμένου να υπολογιστεί μειωμένη θέση επί των παραγώγων στα οποία επενδύει, εάν αυτό καταλήγει στην υποεκτίμηση της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

Άρθρο 9
 
Συμψηφισμός


1. Η Εταιρεία δύναται να συμψηφίζει θέσεις:

α) μεταξύ παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, εφόσον αναφέρονται στην ίδια υποκείμενη αξία, ακόμη και αν η ημερομηνία λήξης των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων είναι διαφορετική,

β) μεταξύ ενός παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου, του οποίου ο υποκείμενος τίτλος αποτελεί κινητή αξία, μέσο χρηματαγοράς ή οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, και του ίδιου υποκείμενου τίτλου.

2. Εταιρεία που επενδύει κυρίως σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα επιτοκίου, δύναται να κάνει χρήση ειδικών κανόνων συμψηφισμού διάρκειας (duration- netting), προκειμένου να ληφθεί υπόψη η συσχέτιση μεταξύ των διαστημάτων ωρίμανσης-ληκτότητας (maturity segments) της καμπύλης των επιτοκίων (interest rate curve).

3. Οι κανόνες συμψηφισμού διάρκειας δεν χρησιμοποιούνται, εάν οδηγούν σε εσφαλμένη εκτίμηση των χαρακτηριστικών κινδύνου της Εταιρείας. Εταιρεία που κάνει χρήση αυτών των κανόνων συμψηφισμού δεν περιλαμβάνει και άλλες πηγές κινδύνου (π.χ. μεταβλητότητα) στη στρατηγική των επιτοκίων της. Σε στρατηγικές arbitrage επιτοκίων δεν εφαρμόζονται οι εν λόγω κανόνες συμψηφισμού.

4. Η χρήση των κανόνων συμψηφισμού διάρκειας δεν επιτρέπεται να δημιουργήσει οποιοδήποτε αδικαιολόγητο επίπεδο μόχλευσης εξαιτίας επένδυσης σε βραχυπρόθεσμες θέσεις. Βραχείας διάρκειας παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο επί επιτοκίου δεν μπορεί να αποτελεί την κύρια πηγή απόδοσης Εταιρείας μέσης διάρκειας, εάν η Εταιρεία χρησιμοποιεί τους εν λόγω κανόνες συμψηφισμού διάρκειας.

5. Ένα παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο επιτοκίου μετατρέπεται στην ισοδύναμη θέση της υποκείμενης αξίας του με βάση την ακόλουθη μεθοδολογία:

α) Αντιστοιχίζεται κάθε παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο επιτοκίου στο ανάλογο κλιμάκιο της ακόλουθης κλίμακας με βάση κριτήρια ωρίμανσης (maturity):

Κλιμάκιο

Εύρος Ωρίμανσης

1

0-2 έτη

2

2-7 έτη

3

7-15 έτη

4

>15 έτη



β) Υπολογίζεται η ισοδύναμη θέση στην υποκείμενη αξία του κάθε παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου επί επιτοκίου ως ο λόγος της διάρκειάς του προς την επιδιωκόμενη διάρκεια επί την αγοραία αξία του υποκείμενου τίτλου:
 

Ισοδύναμη θέση στην υποκείμενη αξία=DurationFDI/Durationtarget X MtMUnderlying

όπου:

- Duration FDI είναι η διάρκεια (ευαισθησία στις μεταβολές του επιτοκίου) του παράγωγου χρηματοπιστωτικού μέσου επί επιτοκίου,
 
- DurationTarget είναι η διάρκεια η οποία συμφωνεί με την επενδυτική στρατηγική, τις γενικές επενδυτικές θέσεις και το αναμενόμενο επίπεδο κινδύνου ανά πάσα στιγμή και κανονικοποιείται (regularized). Επίσης συμφωνεί και με τη διάρκεια του χαρτοφυλακίου υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.
- MtMunderlying η αγοραία αποτίμηση της υποκείμενης αξίας όπως περιγράφεται στις παραγράφους 1 έως και 9 του άρθρου 4.

γ) Συμψηφίζονται οι αντίστοιχες θέσεις αγοράς και πώλησης της υποκείμενης αξίας κάθε κλιμακίου. Η συνολική θέση αγοράς συμψηφίζεται με την συνολική θέση πώλησης και προκύπτει η συνολική συμφηφισθείσα θέση κάθε κλιμακίου.
 

δ) Συμψηφίζεται το υπόλοιπο της θέσης αγοράς (πώλησης) που δεν έχει συμψηφισθεί του κλιμακίου (i) με το υπόλοιπο της θέσης αγοράς (πώλησης) που δεν έχει συμψηφισθεί του κλιμακίου (i+1).

ε) Συμψηφίζεται η θέση αγοράς (πώλησης) που δεν έχει συμψηφισθεί του κλιμακίου (i) με τη θέση αγοράς (πώλησης) που δεν έχει συμψηφισθεί του κλιμακίου (i+2).
 

στ) Υπολογίζεται ο συμψηφισμός της θέσης αγοράς (πώλησης) που δεν έχει συμψηφισθεί των δύο ακραίων κλιμακίων.

6. Η Εταιρεία υπολογίζει τη συνολική της έκθεση σε κίνδυνο ως εξής:
 

(α) 0% της θέσης που έχει συμψηφιστεί για κάθε κλιμάκιο,
(β) 40% της θέσης που έχει συμψηφιστεί μεταξύ των δύο γειτνιαζόντων κλιμακίων (i) και (i+1),
(γ) 75% της θέσης που έχει συμψηφιστεί μεταξύ των δύο κλιμακίων (i) και (i+2), (δ) 100% της θέσης που έχει συμψηφιστεί μεταξύ των δύο ακραίων κλιμακίων, και
 
(ε) 100% της θέσης των υπολειπόμενων θέσεων που δεν έχουν συμψηφιστεί.

7. Εταιρεία που χρησιμοποιεί τους κανόνες συμψηφισμού διάρκειας, οι οποίοι είναι προαιρετικοί, δύναται επίσης να εφαρμόσει και το πλαίσιο αντιστάθμισης κινδύνου που αναλύεται στο άρθρο 10. Μόνο τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα επί επιτοκίου που δεν περιλαμβάνονται στους διακανονισμούς αντιστάθμισης κινδύνου μπορούν να χρησιμοποιούν κανόνες συμψηφισμού διάρκειας.

Άρθρο 10
 
Αντιστάθμιση κινδύνου


1. Οι διακανονισμοί αντιστάθμισης κινδύνου λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο, μόνον εάν αντισταθμίζουν τον κίνδυνο που προέρχεται από συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού, και ειδικότερα μόνον εάν πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) επενδυτικές στρατηγικές οι οποίες αποσκοπούν στη δημιουργία απόδοσης, δεν θεωρούνται ως διακανονισμοί αντιστάθμισης κινδύνου,

(β) οδηγούν σε μείωση του κινδύνου της Εταιρείας, η οποία δύναται να επαληθευθεί,

(γ) οι κίνδυνοι που συνδέονται με τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα (γενικοί και ειδικοί, εφόσον υφίστανται) αντισταθμίζονται,

(δ) σχετίζονται με ίδιας κατηγορίας στοιχεία ενεργητικού, και

(ε) είναι αποτελεσματικοί σε ακραίες συνθήκες της αγοράς.

2. Με την επιφύλαξη των ανωτέρω κριτηρίων, παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που χρησιμοποιούνται για αντιστάθμιση κινδύνου νομισμάτων, τα οποία δεν προσθέτουν επιπλέον κίνδυνο, μόχλευση ή/και κίνδυνο αγοράς, μπορούν να συμψηφιστούν κατά τη διαδικασία υπολογισμού της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο της Εταιρείας.

3. Οι επενδυτικές στρατηγικές αγοράς/πώλησης (long/short) και ουδετερότητας ως προς την αγορά (market neutral) δεν πληρούν τα ως άνω κριτήρια.

Άρθρο 11
Τεχνικές Αποτελεσματικής Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου


1. Συναλλαγές επαναγοράς ή συναλλαγές δανεισμού κινητών αξιών που διενεργούνται με σκοπό τη δημιουργία πρόσθετης μόχλευσης μέσω της επανεπένδυσης των εγγυήσεων που λαμβάνονται από την Εταιρεία, λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

2. Εταιρείες που επανεπενδύουν τις εγγυήσεις που έχουν λάβει σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που έχουν απόδοση μεγαλύτερη της απόδοσης χωρίς κίνδυνο (risk free return), περιλαμβάνουν στον υπολογισμό της συνολικής έκθεσής τους σε κίνδυνο:
• το ποσό που εισπράχθηκε, εφόσον πρόκειται για εγγύηση σε μετρητά, και
• την αγοραία αξία του χρηματοπιστωτικού μέσου που αφορά, εφόσον πρόκειται για εγγύηση που δεν είναι σε μετρητά.

3. Οποιαδήποτε παραγόμενη συνολική έκθεση σε κίνδυνο, προστίθεται στη συνολική έκθεση σε κίνδυνο που δημιουργείται από τη χρήση παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων, και το σύνολό τους δεν υπερβαίνει το εκατό τοις εκατό (100%) της αξίας του καθαρού ενεργητικού της Εταιρείας.

4. Οποιαδήποτε περαιτέρω χρήση των εγγυήσεων που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο συναλλαγών επαναγοράς ή δανεισμού τίτλων, αντιμετωπίζεται κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα και συμπεριλαμβάνεται στον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

5. Εταιρεία που συμβάλλεται σε αντίστροφο σύμφωνο πώλησης με επαναγορά (Reverse Repo) διασφαλίζει ότι δύναται ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει το συνολικό χρηματικό ποσό που αφορά το σύμφωνο ή να προκαλέσει την άμεση λήξη του, είτε στη βάση συσσωρευμένης (accrued) είτε καθημερινής αποτίμησης. Στην περίπτωση που το χρηματικό ποσό είναι ανακλήσιμο ανά πάσα στιγμή στη βάση καθημερινής αποτίμησης, το καθαρό ενεργητικό της Εταιρείας υπολογίζεται με βάση την καθημερινή αποτίμηση του αντίστροφου συμφώνου πώλησης με επαναγορά.

6. Εταιρεία που συμβάλλεται σε σύμφωνο πώλησης με επαναγορά (Repo) διασφαλίζει ότι δύναται ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσει την κινητή αξία που αφορά το σύμφωνο ή να προκαλέσει την άμεση λήξη του.

7. Σύμφωνα πώλησης με επαναγορά (Repo) ή αντίστροφα σύμφωνα πώλησης με επαναγορά (Reverse Repo), η διάρκεια των οποίων δεν υπερβαίνει τις επτά (7) ημέρες, αντιμετωπίζονται ως διακανονισμοί που επιτρέπουν στην Εταιρεία την ανάκληση των κινητών αξιών ανά πάσα στιγμή.

8. Η αξία των συμφώνων πώλησης με επαναγορά (Repo) επί κινητών αξιών δεν υπερβαίνει το εβδομήντα τοις εκατό (70%) των τοποθετήσεων της Εταιρείας επί της συγκεκριμένης κινητής αξίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο με τη μεθοδολογία της προσέγγισης της δυνητικής ζημίας

Άρθρο 12
Γενικές Αρχές - Σχετική δυνητική ζημία (Relative VaR) και Απόλυτη δυνητική ζημία (Absolute VaR)


1. Ο υπολογισμός της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο χρησιμοποιώντας την προσέγγιση της δυνητικής ζημίας (VaR) λαμβάνει υπόψη όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας.

2. Η Εταιρεία ορίζει το μέγιστο όριο δυνητικής ζημίας (VaR) σύμφωνα με το οριζόμενο προφίλ του κινδύνου.

3. Για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο η Εταιρεία χρησιμοποιεί είτε την προσέγγιση της σχετικής δυνητικής ζημίας (Relative VaR), είτε την προσέγγιση της απόλυτης δυνητικής ζημίας (Absolute VaR), όπως ορίζεται κατωτέρω.

4. Η Εταιρεία επιλέγει την πλέον κατάλληλη από τις αναφερόμενες στην παράγραφο 3 μεθοδολογία λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ κινδύνου και την επενδυτική της στρατηγική.

5. Η Εταιρεία αποδεικνύει ότι η προσέγγιση δυνητικής ζημίας που χρησιμοποιεί είναι κατάλληλη, τεκμηριώνοντας πλήρως την απόφασή της και τις βασικές παραδοχές στις οποίες έχει προβεί.

6. Η Εταιρεία χρησιμοποιεί με συνέπεια την προσέγγιση της δυνητικής ζημίας που έχει επιλέξει για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

Άρθρο 13
Προσέγγιση της σχετικής δυνητικής ζημίας


1. Σύμφωνα με την προσέγγιση της σχετικής δυνητικής ζημίας, η συνολική έκθεση σε κίνδυνο της Εταιρείας υπολογίζεται ως εξής:

(α) Υπολογίζεται η δυνητική ζημία του τρέχοντος χαρτοφυλακίου της Εταιρείας (συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων)

(β) Υπολογίζεται η δυνητική ζημία του χαρτοφυλακίου αναφοράς,

(γ) Ελέγχεται ότι η δυνητική ζημία του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας δεν υπερβαίνει το διπλάσιο της δυνητικής ζημίας του χαρτοφυλακίου αναφοράς, προκειμένου να διασφαλιστεί ο περιορισμός του συνολικού δείκτη μόχλευσης της Εταιρείας σε 2.
 

Το εν λόγω όριο υπολογίζεται ως εξής:

(VaR Εταιρείας —VaR Χαρτοφυλακίου Αναφοράς)/VaR Χαρτοφυλακίου Αναφοράς * 100<100%

2. Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς και οι σχετικές διαδικασίες πληρούν τα ακόλουθα κριτήρια:

(α) Το χαρτοφυλάκιο αναφοράς δεν έχει μόχλευση και δεν περιλαμβάνει κανένα παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο ή ενσωματωμένο παράγωγο, εκτός από την περίπτωση όπου η Εταιρεία:

(i) συμμετέχει σε στρατηγική αγοράς/πώλησης (long/short). Στην εν λόγω περίπτωση, η Εταιρεία δύναται να επιλέξει ένα χαρτοφυλάκιο αναφοράς που
χρησιμοποιεί παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα για να επιτύχει την έκθεση αναφορικά με το τμήμα της πώλησης (short).

(ii) προτίθεται να αντισταθμίσει την έκθεσή της σε νομισματικό κίνδυνο (currency hedged). Στην εν λόγω περίπτωση, η Εταιρεία δύναται να επιλέξει ένα δείκτη αντισταθμισμένο ως προς το νομισματικό κίνδυνο ως χαρτοφυλάκιο αναφοράς.

(β) Το προφίλ κινδύνου του χαρτοφυλακίου αναφοράς είναι συνεπές με τους επενδυτικούς σκοπούς, πολιτικές και τα επενδυτικά όρια του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας.

(γ) Εάν το προφίλ κινδύνου / απόδοσης της Εταιρείας αλλάζει συχνά ή αν ο ορισμός του χαρτοφυλακίου αναφοράς δεν είναι δυνατός, τότε δεν πρέπει να χρησιμοποιείται η μέθοδος της σχετικής δυνητικής ζημίας.

(δ) Η διαδικασία σχετικά με τον καθορισμό και τη συνεχή διατήρηση του χαρτοφυλακίου αναφοράς ενσωματώνεται στη διαδικασία διαχείρισης κινδύνων και υποστηρίζεται από επαρκείς διαδικασίες. Επίσης, διαμορφώνονται κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου αναφοράς. Επιπλέον, η πραγματική σύνθεση του χαρτοφυλακίου αναφοράς και τυχόν αλλαγές του τεκμηριώνονται πλήρως.

Άρθρο 14
Προσέγγιση της απόλυτης δυνητικής ζημίας


1. H προσέγγιση της απόλυτης δυνητικής ζημίας περιορίζει τη μέγιστη τιμή της δυνητικής ζημίας ως προς την αξία του καθαρού ενεργητικού της Εταιρείας.

2. Κατά την αξιολόγηση της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο μέσω της προσέγγισης της σχετικής ή απόλυτης δυνητικής ζημίας, η Εταιρεία συμμορφώνεται προς τις ελάχιστες ποσοτικές και ποιοτικές προϋποθέσεις που καθορίζονται παρακάτω.

3. Η απόλυτη δυνητική ζημία της Εταιρείας δεν δύναται να υπερβεί το είκοσι τοις εκατό (20%) της αξίας του καθαρού ενεργητικού της.

4. Ο υπολογισμός της απόλυτης και σχετικής δυνητικής ζημίας πραγματοποιείται λαμβάνοντας υπόψη τις ακόλουθες παραμέτρους:

(α) διάστημα εμπιστοσύνης ενενήντα εννέα τοις εκατό (99%) μιας ουράς (one- tailed),
 

(β) περίοδος διακράτησης ισοδύναμη με ένα (1) μήνα (είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες),
 

(γ) πραγματική περίοδος παρατηρήσεων των παραγόντων κινδύνου τουλάχιστον ενός (1) έτους (διακόσιες πενήντα (250) εργάσιμες ημέρες), εκτός και αν μικρότερη περίοδος παρατήρησης δικαιολογείται λόγω σημαντικής αύξησης της μεταβλητότητας της τιμής (για παράδειγμα όταν υφίστανται ακραίες συνθήκες στην αγορά),

(δ) τριμηνιαία ενημέρωση των δεδομένων, ή και συχνότερα όταν οι τιμές της αγοράς υπόκεινται σε σημαντικές αλλαγές,

(ε) καθημερινός τουλάχιστον υπολογισμός.

5. Η Εταιρεία δύναται να χρησιμοποιήσει διαφορετικό διάστημα εμπιστοσύνης και/ή περίοδο διακράτησης, από τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α) και β) της παραγράφου 4, υπό την προϋπόθεση ότι το διάστημα εμπιστοσύνης δεν είναι κάτω από ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) και η περίοδος διακράτησης δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα (είκοσι (20) ημέρες).

6. Για τις Εταιρείες που χρησιμοποιούν την προσέγγιση της απόλυτης δυνητικής ζημίας, η χρήση άλλων παραμέτρων υπολογισμού συνεπάγεται τον επανυπολογισμό του ορίου του είκοσι τοις εκατό (20%) της παραγράφου 3 για τη συγκεκριμένη περίοδο διακράτησης ή/και διάστημα εμπιστοσύνης. Ο επανυπολογισμός πραγματοποιείται μόνο με την υπόθεση της κανονικής κατανομής και μιας ταυτόσημης και ανεξάρτητης κατανομής της απόδοσης του συντελεστή επικινδυνότητας με αναφορά στα εκατοστημόρια της κανονικής κατανομής και στην τετραγωνική ρίζα του χρόνου διακράτησης.

Άρθρο 15
Κάλυψη των κινδύνων - Πληρότητα και ακρίβεια της εκτίμησης των κινδύνων


1. Το υπόδειγμα της δυνητικής ζημίας που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο λαμβάνει κατ' ελάχιστον υπόψη το γενικό κίνδυνο αγοράς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον ιδιοσυγκρασιακό κίνδυνο (idiosyncratic risk). Οι πιστωτικοί κίνδυνοι στους οποίους είναι εκτεθειμένη η Εταιρεία λόγω των επενδύσεών της, λαμβάνονται κατ' ελάχιστον υπόψη στο πλαίσιο του προγράμματος ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (
stress testing program). Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να απαιτεί αυστηρότερα μέτρα στην περίπτωση που το προτεινόμενο πλαίσιο μέτρησης των κινδύνων αποδειχθεί ανεπαρκές.
2. Η Εταιρεία επιλέγει το κατάλληλο υπόδειγμα δυνητικής ζημίας, λαμβάνοντας υπόψη την επενδυτική στρατηγική που ακολουθείται και τα είδη και την πολυπλοκότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων στα οποία επενδύει.

3. Το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας διασφαλίζει την πληρότητα και αξιολογεί τους κινδύνους με υψηλό επίπεδο ακρίβειας. Ειδικότερα:

(α) Όλες οι θέσεις του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας περιλαμβάνονται στον υπολογισμό της δυνητικής ζημίας.

(β) Το υπόδειγμα καλύπτει επαρκώς όλους τους ουσιαστικούς κινδύνους της αγοράς που συνδέονται με τις θέσεις του χαρτοφυλακίου και, ιδίως, τους ειδικούς κίνδυνους που συνδέονται με τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα. Το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας καλύπτει όλους τους παράγοντες κινδύνου που έχουν στατιστικά σημαντική επίδραση στη διακύμανση της αξίας του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας.
 

(γ) Τα ποσοτικά υποδείγματα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του υπολογισμού της δυνητικής ζημίας (εργαλεία τιμολόγησης, εκτίμηση της μεταβλητότητας και συσχετίσεων, κλπ) παρέχουν υψηλό επίπεδο ακρίβειας.

(δ) Όλα τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο του υπολογισμού της δυνητικής ζημίας διασφαλίζουν τη συνέπεια, τη συνέχεια και την αξιοπιστία.

Άρθρο 16
 
Αναδρομικός έλεγχος (
Back Testing)

1. Η Εταιρεία παρακολουθεί την ακρίβεια και την απόδοση του υποδείγματος δυνητικής ζημίας που χρησιμοποιεί (π.χ. ικανότητα πρόβλεψης των εκτιμήσεων κινδύνου), εφαρμόζοντας πρόγραμμα αναδρομικών ελέγχων.

2. Το πρόγραμμα αναδρομικών ελέγχων (Back Testing) παρέχει για κάθε εργάσιμη ημέρα, σύγκριση της ημερήσιας δυνητικής ζημίας που υπολογίζεται από το υπόδειγμα που χρησιμοποιεί η Εταιρεία για τη θέση στο τέλος της ημέρας, με την ημερήσια μεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας στο τέλος της επόμενης εργάσιμης ημέρας.

3. Η Εταιρεία πραγματοποιεί το πρόγραμμα αναδρομικών ελέγχων σε μηνιαία βάση τουλάχιστον, υπό τον όρο ότι διενεργεί αναδρομικά τη σύγκριση για κάθε εργάσιμη ημέρα, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 2.

4. Η Εταιρεία καθορίζει και παρακολουθεί τις «υπερβάσεις», στο πλαίσιο του προγράμματος αναδρομικών ελέγχων, όπου ως «υπέρβαση» νοείται η περίπτωση κατά την οποία η πραγματική μεταβολή στην ημερήσια αξία του χαρτοφυλακίου της
Εταιρείας υπερβαίνει την αντίστοιχη ημερήσια δυνητική ζημία που υπολογίσθηκε από το σχετικό υπόδειγμα.

5. Εάν από τα αποτελέσματα του προγράμματος αναδρομικών ελέγχων προκύπτει υψηλό ποσοστό «υπερβάσεων», η Εταιρεία επανεξετάζει το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας και πραγματοποιεί τις κατάλληλες προσαρμογές.

6. Στην περίπτωση που ο αριθμός των υπερβάσεων για τις αμέσως προηγούμενες διακόσιες πενήντα (250) εργάσιμες ημέρες υπερβαίνει τις τέσσερις (4), με διάστημα εμπιστοσύνης 99%, η διοίκηση της Εταιρείας ενημερώνεται σε τριμηνιαία τουλάχιστον βάση και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε εξαμηνιαία βάση. Η ως άνω ενημέρωση περιλαμβάνει ανάλυση και εξήγηση των αιτίων της «υπέρβασης», καθώς και δήλωση των μέτρων που τυχόν λήφθηκαν για τη βελτίωση της ακρίβειας του υποδείγματος. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λάβει μέτρα και να εφαρμόσει αυστηρότερα κριτήρια σχετικά με τη χρήση του υποδείγματος δυνητικής ζημίας, στην περίπτωση που ο αριθμός των υπερβάσεων δεν είναι αποδεκτός.

Άρθρο 17
Έλεγχος Προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (Stress testing)
 
Γενικές Διατάξεις - Ποσοτικές και ποιοτικές απαιτήσεις


Εταιρεία που χρησιμοποιεί την προσέγγιση της δυνητικής ζημίας (VaR) διενεργεί αυστηρό, ολοκληρωμένο και με επαρκή κριτήρια υπολογισμού του κινδύνου, πρόγραμμα ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress testing), το οποίο πληροί τις ακόλουθες ποιοτικές και ποσοτικές απαιτήσεις:

(α) Το εν λόγω πρόγραμμα ελέγχων μετρά οποιαδήποτε πιθανή σημαντική υποτίμηση της αξίας του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας ως αποτέλεσμα μη αναμενόμενων μεταβολών στις σχετικές παραμέτρους της αγοράς και στους συντελεστές συσχέτισης. Αντιστρόφως, και ανάλογα με την περίπτωση, το εν λόγω πρόγραμμα μετρά τις αλλαγές στις σχετικές παραμέτρους της αγοράς και στους συντελεστές συσχέτισης, οι οποίες ενδέχεται να οδηγήσουν σε σημαντική υποτίμηση της αξίας του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας.

(β) Το πρόγραμμα ελέγχου είναι επαρκώς ενσωματωμένο στις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων της Εταιρείας και τα αποτελέσματά του λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.

(γ) Το πρόγραμμα ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων καλύπτει το σύνολο των κινδύνων που επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό την αξία ή τις διακυμάνσεις στην αξία της Εταιρείας και ιδίως τους κινδύνους που δεν καλύπτονται πλήρως από το υπόδειγμα της δυνητικής ζημίας που χρησιμοποιείται.
 

(δ) Οι έλεγχοι προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων είναι κατάλληλοι για την ανάλυση των καταστάσεων κατά τις οποίες η χρήση σημαντικού επιπέδου μόχλευσης θα εξέθετε την Εταιρεία σε σημαντικό κίνδυνο μείωσης της αξίας της και θα μπορούσαν δυνητικά να την οδηγήσουν σε πιστωτική αθέτηση (δηλαδή, αρνητική καθαρή αξία ενεργητικού).

(ε) Οι έλεγχοι κόπωσης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων επικεντρώνονται σε εκείνους τους κινδύνους οι οποίοι, παρότι δεν είναι σημαντικοί σε κανονικές περιστάσεις, είναι πιθανό να είναι σημαντικοί σε ακραίες καταστάσεις, όπως ο κίνδυνος των ασυνήθιστων αλλαγών στο συντελεστή συσχέτισης, η έλλειψη ρευστότητας στις αγορές σε ακραίες (stressed) καταστάσεις ή η συμπεριφορά του σύνθετων - δομημένων προϊόντων (complex structured products) υπό ακραίες συνθήκες ρευστότητας.

(στ) Οι έλεγχοι προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα, τουλάχιστον μία φορά το μήνα. Επιπροσθέτως, διεξάγονται κάθε φορά που η μεταβολή της αξίας ή της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας ή μια αλλαγή στις συνθήκες της αγοράς καθιστά πιθανό τα αποτελέσματα των ελέγχων να διαφέρουν σημαντικά.

(ζ) Ο σχεδιασμός των ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων προσαρμόζεται ως προς τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου της Εταιρείας και τις συνθήκες της αγοράς που σχετίζονται με αυτήν.

(η) Η Εταιρεία εφαρμόζει σαφείς διαδικασίες σχετικά με το σχεδιασμό και τη σε συνεχή βάση προσαρμογή των ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων κατάλληλων για αυτές. Ολοκληρωμένοι έλεγχοι προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων με τα αποτελέσματά τους τεκμηριώνονται πλήρως. Η Εταιρεία αιτιολογεί κάθε σκοπούμενη απόκλιση από το πρόγραμμα ελέγχων.

Άρθρο 18
Προσέγγιση Δυνητικής Ζημίας - Ποιοτικές απαιτήσεις


1. Η λειτουργία Διαχείρισης Κινδύνων είναι υπεύθυνη για τα εξής:

(α) Τροφοδοτεί, δοκιμάζει, διατηρεί και χρησιμοποιεί το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας σε καθημερινή βάση.

(β) Εποπτεύει τη διαδικασία καθορισμού του χαρτοφυλακίου αναφοράς, στην περίπτωση που η Εταιρεία επιλέξει τη μέθοδο της σχετικής δυνητικής ζημίας.

(γ) Εξασφαλίζει ότι το υπόδειγμα της δυνητικής ζημίας είναι ανά πάσα στιγμή προσαρμοσμένο στο χαρτοφυλάκιο της Εταιρείας.

(δ) Επιβεβαιώνει συνεχώς το υπόδειγμα που χρησιμοποιείται.

(ε) Επιβεβαιώνει και εφαρμόζει τεκμηριωμένο σύστημα οριοθέτησης της δυνητικής ζημίας, που είναι σύμφωνο με τα χαρακτηριστικά κινδύνου, το οποίο εγκρίνεται από το ανώτερα διευθυντικά στελέχη και το διοικητικό συμβούλιο της Εταιρείας.

(στ) Παρακολουθεί και ελέγχει τα όρια της δυνητικής ζημίας.

(ζ) Παρακολουθεί σε τακτική βάση το επίπεδο της μόχλευσης της Εταιρείας.

(η) Ενημερώνει τακτικά τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη αναφορικά με το επίπεδο της δυνητικής ζημίας (συμπεριλαμβανομένων των αναδρομικών ελέγχων και των ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων), υποβάλλοντας σχετικές εκθέσεις.

2. Το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας και τα σχετικά αποτελέσματα που παράγει αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των καθημερινών διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων και ενσωματώνονται στις τακτικές διαδικασίες επένδυσης που εφαρμόζουν οι διαχειριστές ως τμήμα του προγράμματος διαχείρισης κινδύνου, έτσι ώστε τα χαρακτηριστικά κινδύνου της Εταιρείας να είναι υπό έλεγχο και να συνάδουν με την επενδυτική της πολιτική.

3. Μετά την αρχική ανάπτυξή του, το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας επικυρώνεται από τρίτον που δεν συμμετείχε στη δημιουργία του, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι είναι θεωρητικά ορθό και καλύπτει επαρκώς όλους τους σημαντικούς κινδύνους. Η ανωτέρω διαδικασία επικύρωσης λαμβάνει χώρα μετά από κάθε σημαντική αλλαγή του υποδείγματος. Η σημαντική αλλαγή δύναται να αφορά τη χρησιμοποίηση νέου προϊόντος από την Εταιρεία, την ανάγκη για βελτίωση του υποδείγματος λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των αναδρομικών ελέγχων ή την απόφαση της Εταιρείας να αλλάξει σημαντικά το υπόδειγμα.

4. Η λειτουργία διαχείρισης κινδύνων επικυρώνει το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας σε διαρκή βάση - συμπεριλαμβανομένων και των αναδρομικών ελέγχων - ώστε να εξασφαλίσει την ακρίβεια των αποτελεσμάτων του. Η επικύρωση τεκμηριώνεται και όπου κρίνεται ως αναγκαίο προσαρμόζεται το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας.

5. Η Εταιρεία τεκμηριώνει επαρκώς το υπόδειγμα δυνητικής ζημίας και τις σχετικές διαδικασίες και τεχνικές, οι οποίες καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
 

(α) Τους κινδύνους τους οποίους λαμβάνει υπόψη το υπόδειγμα.
(β) Τη μεθοδολογία του υποδείγματος.
(γ) Τη μαθηματική βάση και τις υποθέσεις που πραγματοποιήθηκαν.
(δ) Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν.
(ε) Την ακρίβεια και πληρότητα της εκτίμησης του κινδύνου.
(στ) Τη μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε για την επιβεβαίωση του υποδείγματος.
(ζ) Τη διαδικασία αναδρομικών ελέγχων.
(η) Τη διαδικασία ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων.
 
(θ) Το εύρος εγκυρότητας του υποδείγματος.
 
(ι) Τη λειτουργική εφαρμογή.

6. Οι Εταιρείες που υπολογίζουν τη συνολική τους έκθεση σε κίνδυνο χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της δυνητικής ζημίας, παρακολουθούν τακτικά τη μόχλευσή τους.

7. Οι Εταιρείες συμπληρώνουν το πλαίσιο της δυνητικής ζημίας και των ελέγχων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων και με άλλες μεθόδους μέτρησης του κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη κατά περίπτωση τα χαρακτηριστικά κινδύνου και την επενδυτική στρατηγική που ακολουθείται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
 
Γνωστοποιήσεις

Άρθρο 19
 
Ενημερωτικό Δελτίο ΟΣΕΚΑ


1. Ο ΟΣΕΚΑ αναφέρει στο ενημερωτικό του δελτίο τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό της συνολικής του έκθεσης σε κίνδυνο (μέθοδος της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων, σχετική ή απόλυτη δυνητική ζημία).

2. Οι ΟΣΕΚΑ που χρησιμοποιούν τη μέθοδο της δυνητικής ζημίας αναφέρουν το αναμενόμενο επίπεδο μόχλευσης και την πιθανότητα υψηλότερου από το αναμενόμενο επίπεδο μόχλευσης.

3. Η μόχλευση υπολογίζεται ως το άθροισμα της ονομαστικής αξίας των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων που χρησιμοποιεί ο ΟΣΕΚΑ.

4. Όταν χρησιμοποιείται η μέθοδος της σχετικής δυνητικής ζημίας, παρατίθενται πληροφορίες σχετικά με το χαρτοφυλάκιο αναφοράς.

Άρθρο 20
Ετήσιες εκθέσεις ΟΣΕΚΑ και ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ΑΕΕΧ


1. Η Εταιρεία αναφέρει τη μέθοδο υπολογισμού της συνολικής της έκθεσης σε κίνδυνο (μέθοδος της προσέγγισης βάσει των υποχρεώσεων, σχετική ή απόλυτη δυνητική ζημία).

2. Όταν η Εταιρεία χρησιμοποιεί τη μέθοδο της σχετικής δυνητικής ζημίας, παραθέτει πληροφορίες σχετικά με το χαρτοφυλάκιο αναφοράς.

3. Τα αριθμητικά δεδομένα της δυνητικής ζημίας (ποσοστό επί του χαρτοφυλακίου αναφοράς ή του καθαρού ενεργητικού, αντίστοιχα) αναφέρονται στην ετήσια έκθεση ΟΣΕΚΑ και στην ετήσια οικονομική κατάσταση ΑΕΕΧ και περιλαμβάνουν, κατ' ελάχιστον, το χαμηλότερο και υψηλότερο όριο καθώς και τη μέση τιμή της δυνητικής ζημίας που υπολογίστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους. Επίσης, αναφέρεται το υπόδειγμα και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για τον υπολογισμό του (υπόδειγμα υπολογισμού, διάστημα εμπιστοσύνης, περίοδος διακράτησης, εύρος των ιστορικών δεδομένων).

4. Οι Εταιρείες που χρησιμοποιούν μεθόδους δυνητικής ζημίας αναφέρουν το επίπεδο μόχλευσης που είχαν κατά τη διάρκεια της αναφερόμενης περιόδου.

5. Η μόχλευση υπολογίζεται ως το άθροισμα της ονομαστικής αξίας των παραγώγων χρηματοπιστωτικών μέσων που χρησιμοποιεί η Εταιρεία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
 
Κίνδυνος Αντισυμβαλλόμενου από έκθεση σε Εξωχρηματιστηριακά Παράγωγα (OTC).

Άρθρο 21
 
Εγγυήσεις (Collateral)


1. Ο κίνδυνος αντισυμβαλλόμενου μπορεί να μειωθεί με τη χρήση εγγυήσεων (collateral), εφόσον οι τελευταίες πληρούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
 

(α) Οι εγγυήσεις χαρακτηρίζονται από επαρκή ρευστότητα ώστε να μπορούν να πωληθούν γρήγορα και σε τιμή που να είναι κοντά στην τιμή αποτίμησης που προηγείται της πώλησης. Οι εγγυήσεις πρέπει να διαπραγματεύονται κανονικά σε αγορές υψηλής ρευστότητας με διαφανή τιμολόγηση. Επιπλέον, εγγυήσεις με βραχύ κύκλο διακανονισμού προτιμώνται έναντι αυτών με μακρύ κύκλο διακανονισμού καθώς οι εν λόγω αξίες μπορούν να ρευστοποιηθούν ταχύτερα.
 

(β) Οι εγγυήσεις αποτιμώνται σε ημερήσια τουλάχιστον βάση, χωρίς να μπορούν να χρησιμοποιηθούν «σταθερές» τιμές (ήτοι, παλαιές τιμές που δεν έχουν μεταβληθεί). Αδυναμία αποτίμησης των εγγυήσεων με ανεξάρτητες μεθόδους δύναται να θέσει την Εταιρεία σε κίνδυνο, γεγονός το οποίο ισχύει και στις περιπτώσεις αποτίμησής τους μέσω χρηματοοικονομικού μοντέλου (mark to model) καθώς και αποτίμησης περιουσιακών στοιχείων με χαμηλή εμπορευσιμότητα.

(γ) Η πιστοληπτική ικανότητα του εκδότη των εγγυήσεων είναι σημαντική. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται μείωση της αξίας τους (haircut) σε περίπτωση που η πιστοληπτική διαβάθμιση του εκδότη είναι χαμηλότερη της υψηλότερης δυνατής. Περιουσιακά στοιχεία με υψηλή μεταβλητότητα της τιμής τους, γίνονται δεκτά ως εγγύηση μετά τη μείωση της τιμής τους (haircut).

(δ) Αποφεύγεται η συσχέτιση μεταξύ του αντισυμβαλλόμενου των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και των παρεχόμενων εγγυήσεων.
 

(ε) Οι εγγυήσεις είναι επαρκώς διαφοροποιημένες και δεν παρουσιάζουν υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε μια έκδοση ή επιχειρηματικό τομέα.

(στ) Υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί, λειτουργικές δυνατότητες και νομική εξειδίκευση, ώστε να αποφεύγονται λειτουργικοί και νομικοί κίνδυνοι.

(ζ) Οι εγγυήσεις φυλάσσονται από τον θεματοφύλακα, ο οποίος είναι είτε ανεξάρτητος από τον πάροχο της εγγύησης ή νομικά εξασφαλισμένος από τις συνέπειες τις χρεοκοπίας των σχετιζόμενων μερών.

(η) Οι εγγυήσεις ενεργοποιούνται από την Εταιρεία οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς αναφορά στον ή έγκριση από τον αντισυμβαλλόμενο.

(θ) Μη χρηματικές εγγυήσεις δεν μπορούν να πωλούνται, επανεπενδύονται ή να δεσμεύονται με οποιονδήποτε τρόπο.

(ι) Χρηματικές εγγυήσεις μπορούν να επενδύονται μόνο σε περιουσιακά στοιχεία χωρίς κίνδυνο.

2. Η Εταιρεία δύναται να παραβλέπει τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των εγγυήσεων, που αποτιμάται σε τιμές αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη σχετικές μειώσεις, υπερβαίνει την αξία του κινδύνου στην οποία είναι εκτεθειμένη σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή.

3. Στην περίπτωση που οι αποτιμήσεις των εγγυήσεων παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις, η Εταιρεία εφαρμόζει εύλογα προεξοφλητικά επιτόκια.

Άρθρο 22
Βαθμός συγκέντρωσης αντισυμβαλλόμενων/εκδοτών


1. Η έκθεση σε κίνδυνο αντισυμβαλλόμενου από επένδυση της Εταιρείας σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, δεν πρέπει να υπερβαίνει το πέντε τοις εκατό (5%) της αξίας του χαρτοφυλακίου. Το όριο αυτό αυξάνεται σε δέκα τοις εκατό (10%) σε περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος είναι πιστωτικό ίδρυμα. Στην εν λόγω έκθεση σε κίνδυνο, συνυπολογίζεται και το αρχικό περιθώριο ασφάλισης που καταβάλλεται καθώς και το μεταβλητό περιθώριο ασφάλισης που παρακρατείται από τους χρηματιστές (Brokers) που σχετίζονται με παράγωγα που διαπραγματεύονται σε οργανωμένη αγορά και εξωχρηματιστηριακά παράγωγα για τα οποία η Εταιρεία δεν εξασφαλίζεται από κανένα διακανονισμό σε περίπτωση αφερεγγυότητας του χρηματιστή (broker).

2. Κατά τον υπολογισμό του ορίου του είκοσι τοις εκατό (20%) της
 παραγράφου 5 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 και της παραγράφου 3 του άρθρου 31 του ν. 3371/2005 για τους ΟΣΕΚΑ και τις ΑΕΕΧ αντίστοιχα, αναφορικά με την έκθεση σε κίνδυνο της Εταιρείας από το βαθμό συγκέντρωσης στον ίδιο εκδότη, λαμβάνεται επίσης υπόψη και η καθαρή έκθεση σε αντισυμβαλλόμενο που προέρχεται από δανεισμό μετοχών (stock-lending) ή σύμβαση επαναγοράς (repurchase agreement). Ως καθαρή έκθεση σε κίνδυνο νοείται η διαφορά του εισπρακτέου ποσού από την Εταιρεία μειωμένου κατά την αξία των εγγυήσεων που παρέχονται στην Εταιρεία. Η έκθεση σε κίνδυνο που δημιουργείται από την επανεπένδυση των εγγυήσεων λαμβάνεται επίσης υπόψη στον υπολογισμό της έκθεσης στον ίδιο αντισυμβαλλόμενο/εκδότη.

3. Η Εταιρεία τεκμηριώνει εάν η έκθεσή της αφορά σε αντισυμβαλλόμενο εξωχρηματιστηριακού παραγώγου, χρηματιστή (broker) ή εκκαθαριστή (clearing house).

4. Κατά τον υπολογισμό της έκθεσης σε κίνδυνο από τη συγκέντρωση στον ίδιο εκδότη, λαμβάνονται υπόψη και τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα (συμπεριλαμβανομένων και των ενσωματωμένων παραγώγων). Η έκθεση σε κίνδυνο συγκέντρωσης υπολογίζεται χρησιμοποιώντας, σε κάθε περίπτωση, την προσέγγιση των υποχρεώσεων. Η εν λόγω έκθεση σε κίνδυνο υπολογίζεται από όλες τις Εταιρείες ανεξάρτητα από το εάν χρησιμοποιούν την προσέγγιση της δυνητικής ζημίας για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.

Άρθρο 23
Κανόνες που διέπουν τις συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα


1. Οι Εταιρείες οφείλουν σε κάθε δεδομένη στιγμή να μπορούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την πληρωμή και την παράδοση οι οποίες προκύπτουν από συναλλαγές σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα.

2. Η παρακολούθηση των συναλλαγών σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα αποτελεί τμήμα των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνων που εφαρμόζουν οι Εταιρείες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
 
Σύνθετοι ΟΣΕΚΑ (Structured UCITS)

Άρθρο 24


1. Οι σύνθετοι ΟΣΕΚΑ του άρθρου 7 της απόφασης
 6/587/2.6.2011 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β/1428/16.6.2011) υπολογίζουν τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο χρησιμοποιώντας την προσέγγιση βάσει των υποχρεώσεων με τον τρόπο που περιγράφεται στα άρθρα 4 έως και 11 με τις ακόλουθες προσαρμογές:

α) Ο μαθηματικός τύπος στον οποίο βασίζεται η στρατηγική επένδυσης για κάθε προκαθορισμένη απόδοση αναλύεται σε επιμέρους σενάρια απόδοσης.
 
β) Τα παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα που εμπεριέχονται σε κάθε σενάριο αξιολογούνται προκειμένου να εκτιμηθεί αν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο.
γ) Ο ΟΣΕΚΑ υπολογίζει τη συνολική έκθεση σε κίνδυνο των επιμέρους σεναρίων απόδοσης προκειμένου να εκτιμήσει τη συμμόρφωση με τον περιορισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο στο εκατό τοις εκατό (100%) της αξίας του καθαρού ενεργητικού του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Ενημέρωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και Τελικές Διατάξεις

Άρθρο 25
Ενημέρωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς


1. Οι εταιρείες διαχείρισης, για κάθε ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται, και οι ΑΕΕΧ ενημερώνουν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εντός μηνός από την έναρξη ισχύος της παρούσας, για τη μέθοδο που επιλέγουν για τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσης σε κίνδυνο. Σε περίπτωση επιλογής της μεθοδολογίας της δυνητικής ζημίας (σχετικής ή απόλυτης), η Εταιρεία παραθέτει αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τις πληροφορίες της παραγράφου 5 του άρθρου 18.
2. Οι Εταιρείες υποβάλλουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εντός δέκα (10) εργασίμων ημερών από τη λήξη κάθε ημερολογιακού τριμήνου, αναλυτική κατάσταση με τις ημερήσιες τοποθετήσεις τους σε παράγωγα κατά το προηγούμενο τρίμηνο, στην οποία αναγράφονται τα ακόλουθα στοιχεία:

(α) η ονομαστική αξία αναφοράς ή η δυνητική ζημία, αντίστοιχα, ανά παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο, και σε περίπτωση χρήσης εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, τον αντισυμβαλλόμενό τους και τη διαδικασία αποτίμησής τους,

(β) το ποσοστό που αντιπροσωπεύουν οι τοποθετήσεις ανά παράγωγο χρηματοπιστωτικό μέσο σε σχέση με το καθαρό ενεργητικό της Εταιρείας,

(γ) τη δυνητική ζημία της Εταιρείας και του χαρτοφυλακίου αναφοράς της (εφόσον υφίσταται),

(δ) τα κέρδη ή τις ζημίες που προκύπτουν από τις τοποθετήσεις σε παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα,

(ε) περιγραφή των συμφωνιών επαναγοράς και αντίστροφων συμφωνιών επαναγοράς στις οποίες έχουν προβεί, και

(στ) αναλυτική περιγραφή των εγγυήσεων που τυχόν έχουν ληφθεί, με αναφορά στην αποτίμησή τους και στην τυχόν μείωση της αξίας τους (haircut) που έχει πραγματοποιηθεί.

Άρθρο 26
Έναρξη ισχύος και καταργούμενες διατάξεις


1. Η απόφαση αυτή ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης καταργείται η απόφαση 3/378/14.4.2006 του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

3. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

4. Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
 

Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
 
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α' Αντιπρόεδρος
 
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β' Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
 
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
 
Δημήτριος Αυγητίδης

 

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 1/644/22.4.2013
Άσκηση δικαιώματος εξαγοράς μετά την υποβολή δημόσιας πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 3461/2006

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 982/23-04-2013)

AΠΟΦΑΣΗ
1/644/22.4.2013
του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα: Άσκηση δικαιώματος εξαγοράς μετά την υποβολή δημόσιας πρότασης σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν.
 3461/2006.

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Το
 άρθρο 27 παρ. 5 του ν. 3461/2006 (ΦΕΚ Α/106/2006) «Ενσωμάτωση στο Εθνικό Δίκαιο της Οδηγίας 2004/25/ΕΚ σχετικά με τις δημόσιες προτάσεις»

2. Την
 παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

3. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ Α/98/2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Άρθρο 1


Με την παρούσα απόφαση ορίζονται οι διαδικασίες καταβολής και βεβαίωσης καταβολής του ανταλλάγματος και οι διαδικασίες μεταβίβασης των κινητών αξιών (εφεξής οι «κινητές αξίες») σε περίπτωση άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς όπως αυτό προβλέπεται από τις διατάξεις τουάρθρου 27
 του ν. 3461/2006.

Άρθρο 2
Απόφαση Άσκησης Δικαιώματος Εξαγοράς


1. Η απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την άσκηση από τον προτείνοντα του δικαιώματος εξαγοράς, που προβλέπεται στην
 παράγραφο 5 του άρθρου 27 του ν. 3461/2006, ορίζει την ημέρα παύσης (αναστολής) της διαπραγμάτευσης των κινητών αξιών που αφορά το δικαίωμα εξαγοράς. Η απόφαση αυτή κοινοποιείται στην Ε.Χ.Α.Ε. και δημοσιεύεται από τον προτείνοντα την επόμενη εργάσιμη ημέρα σύμφωνα με τηνπαράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 3461/2006.

2. Η ημερομηνία παύσης της διαπραγμάτευσης των κινητών αξιών απέχει τουλάχιστον δέκα (10) εργάσιμες ημέρες από την λήψη της απόφασης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η καταβολή του ανταλλάγματος γίνεται αμελλητί μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης των συναλλαγών που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 3
Ενημέρωση Χειριστών από ΕΧΑΕ - Υποχρεώσεις Χειριστών-Ενέργεις ΕΧΑΕ


1. Η Ε.Χ.Α.Ε. ενημερώνει τους Χειριστές για την απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την άσκηση του δικαιώματος εξαγοράς από τον προτείνοντα την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήψη της.

2. Οι Χειριστές των Λογαριασμών ΣΑΤ στους οποίους είναι καταχωρημένες οι κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας:

(α) ενημερώνουν άμεσα κάθε έναν από τους πελάτες τους, που είναι κάτοχοι κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας για την άσκηση από τον Προτείνοντα του δικαιώματος εξαγοράς,

(β) μεριμνούν για τη λήψη ειδικής εξουσιοδότησης από τους πελάτες τους, που είναι κάτοχοι των κινητών αξιών, προκειμένου να προβούν στις απαραίτητες για τη λήψη του ανταλλάγματος της εξαγοράς για λογαριασμό τους και σε περίπτωση που το τίμημα/αντάλλαγμα για την απόκτηση των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας συνίσταται ή περιλαμβάνει κινητές αξίες, ενημερώνουν τους πελάτες τους για την εναλλακτική δυνατότητα να επιλέξουν την καταβολή μετρητών, σύμφωνα με την
 παρ. 3 του άρθρου 27 του ν. 3461/2006,

γ) γνωστοποιούν στην ΕΧΑΕ., το αργότερο την επόμενη ημέρα από την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης των συναλλαγών που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης, τις «εντολές συμμετοχής» στη διαδικασία της εξαγοράς για όλους τους πελάτες και για όλες τις υπό εξαγορά κινητές αξίες που βρίσκονται υπό τον χειρισμό τους, σύμφωνα με τη διαδικασία που ακολουθεί η ΕΧΑΕ, προκειμένου, η ΕΧΑΕ να προβεί σε μεταφορά του συνόλου των παραπάνω υπό εξαγορά κινητών αξιών στον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των πελατών τους στο ΣΑΤ. Οι «εντολές συμμετοχής» που γνωστοποιούνται στην ΕΧΑΕ σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση περιλαμβάνουν πληροφορίες ιδίως για:

(i) τον συνολικό αριθμό κινητών αξιών, που είναι ελεύθερες βαρών, δικαιωμάτων τρίτων ή κατασχέσεως, και των οποίων οι κάτοχοι, τούς έχουν εξουσιοδοτήσει ειδικά για να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για τη λήψη του ανταλλάγματος, καθώς και ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία αυτών και τον αριθμό των κινητών αξιών που κατέχουν, σε περίπτωση που το αντάλλαγμα συνίσταται ή περιλαμβάνει κινητές αξίες,

(ii) τον συνολικό αριθμό κινητών αξιών, που είναι ελεύθερες βαρών, δικαιωμάτων τρίτων ή κατασχέσεως, για τις οποίες δεν έχουν λάβει ειδική εξουσιοδότηση λήψης του ανταλλάγματος, καθώς και ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία αυτών και τον αριθμό των κινητών αξιών που κατέχουν.

Στις περιπτώσεις κινητών αξιών που βρίσκονται ήδη στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του πελάτη (ιδίως κινητές αξίες για τις οποίες έχει συσταθεί ενέχυρο, επικαρπία ή έχουν κατασχεθεί), ή που βρίσκονται σε Λογαριασμό Χειριστή υπό ειδική εκκαθάριση, η προηγούμενη «εντολή συμμετοχής» του Χειριστή ή η δήλωση εξουσιοδότησης δεν απαιτούνται για την πραγματοποίηση από την ΕΧΑΕ των απαιτούμενων ενεργειών.

(δ) αποστέλλουν στην Ε.Χ.Α.Ε., το αργότερο την επόμενη ημέρα από την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης των συναλλαγών που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης, έγγραφη δήλωση που αναφέρει τον συνολικό αριθμό κινητών αξίων επί των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο, επικαρπία ή έχουν κατασχεθεί, καθώς και ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία των δικαιούχων οιωνδήποτε δικαιωμάτων επί των κινητών αξιών που αφορά το δικαίωμα εξαγοράς και επί των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο, επικαρπία ή έχουν κατασχεθεί.

Άρθρο 4
Υποχρεώσεις Ε.Χ.Α.Ε. σε περίπτωση δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα μετρητά


Η Ε.Χ.Α.Ε. γνωστοποιεί στον προτείνοντα, εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ημέρα ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης των συναλλαγών που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης, τον αριθμό των κινητών αξιών που έχουν μεταφερθεί ελεύθερες βαρών, δικαιωμάτων τρίτων ή κατασχέσεως, στον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των δικαιούχων στο ΣΑΤ, και τον ενημερώνει ως προς τα ακόλουθα:

(i) ως προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας που έχουν εξουσιοδοτήσει Χειριστή να εισπράξει για λογαριασμό τους το αντάλλαγμα, προκειμένου ο προτείνων να προβεί σε κατάθεση του συνολικού ποσού που αναλογεί σε κάθε δικαιούχο στην ΕΧΑΕ και στη συνέχεια η ΕΧΑΕ στους λογαριασμούς χρηματικής εκκαθάρισης των χειριστών.

(ii) ως προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας που δεν έχουν εξουσιοδοτήσει Χειριστή να εισπράξει για λογαριασμό τους το αντάλλαγμα, καθώς τους κατόχους κινητών αξιών που βρίσκονται σε Λογαριασμό Χειριστή υπό ειδική εκκαθάριση, προσκομίζοντας παράλληλα ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία των δικαιούχων των κινητών αξιών και τον αριθμό των κινητών αξιών που κατέχουν, προκειμένου ο προτείνων να προβεί σε κατάθεση του συνολικού ποσού που αναλογεί σε κάθε δικαιούχο στο Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων (Τ.Π.Δ).

(iii) ως προς τα στοιχεία των δικαιούχων οιωνδήποτε δικαιωμάτων επί των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας επί των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο, επικαρπία ή έχουν κατασχεθεί, προκειμένου ο προτείνων να προβεί σε κατάθεση του συνολικού ποσού που αναλογεί σε κάθε δικαιούχο στο Ταμείο Παρακαταθηκών & Δανείων (Τ.Π.Δ) σύμφωνα με το
 αρ. 27α του ν. 3461/2006.

Άρθρο 5
Καταβολή ανταλλάγματος σε περίπτωση δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα μετρητά


1. Ο προτείνων την επόμενη εργάσιμη ημέρα από την γνωστοποίηση του άρθρου 4 της παρούσας:

(α) καταβάλει στην Ε.Χ.Α.Ε. το ποσό που αναλογεί στις κινητές αξίες της περίπτωσης (i) του άρθρου 4 της παρούσας, προκειμένου η Ε.Χ.Α.Ε. να πιστώσει αντίστοιχα άμεσα τους Λογαριασμούς χρηματικής εκκαθάρισης των Χειριστών που τηρούνται στην
 Τράπεζα Διακανονισμού,

(β) καταθέτει στο Τ.Π.Δ. το ποσό που αναλογεί στις κινητές αξίες των περιπτώσεων (ii) και (iii) του άρθρου 4 της παρούσας, υπέρ των δικαιούχων, οι οποίοι αναφέρονται στην ονομαστική κατάσταση, που του έχει χορηγήσει η Ε.Χ.Α.Ε., και προσκομίζει στην Ε.Χ.Α.Ε. το αποδεικτικό της κατάθεσης,

(γ) καταβάλλει στην Ε.Χ.Α.Ε. και στο Τ.Π.Δ. τυχόν έξοδα για τις ενέργειες, στις οποίες προέβησαν σε συμμόρφωση με την απόφαση αυτή.

2. Με την ολοκλήρωση της καταβολής του ανταλλάγματος και την προσκόμιση του αποδεικτικού κατάθεσης στο Τ.Π.Δ., η Ε.Χ.Α.Ε. μεταφέρει τις κινητές αξίες που αφορά το δικαίωμα εξαγοράς από τον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των δικαιούχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας στο ΣΑΤ στη Μερίδα του προτείνοντος.

3. Προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα της Ε.Χ.Α.Ε. και του Τ.Π.Δ. και τυχόν φόροι και τέλη επί των συναλλαγών, κατά τη διενέργεια των μεταβιβάσεων που περιγράφονται ανωτέρω, καταβάλλονται από τον προτείνοντα.

Άρθρο 6
Υποχρεώσεις Ε.Χ.Α.Ε. σε περίπτωση δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα που συνίσταται ή περιλαμβάνει κινητές αξίες

Η Ε.Χ.Α.Ε. εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ημέρα ολοκλήρωσης της εκκαθάρισης των συναλλαγών που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία ημέρα διαπραγμάτευσης, γνωστοποιεί στον προτείνοντα τον αριθμό των κινητών αξιών που έχουν μεταφερθεί ελεύθερες βαρών, δικαιωμάτων τρίτων ή κατασχέσεως, στον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των δικαιούχων στο ΣΑΤ, και τον ενημερώνει ως προς τα ακόλουθα:

(i) ως προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, που έχουν προβεί σε επιλογή ανταλλάγματος σε μετρητά, σύμφωνα με την
 παρ. 3 του αρ. 27 του ν. 3461/2006, οπότε ακολουθείται η διαδικασία που περιγράφεται στα άρθρα 4 και 5 της παρούσας.

(ii) ως προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, που έχουν εξουσιοδοτήσει Χειριστές ή τυχόν άλλο πρόσωπο, να λάβουν το αντάλλαγμα σε κινητές αξίες για λογαριασμό τους, και στην περίπτωση αυτή του γνωστοποιεί παράλληλα ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία των δικαιούχων των κινητών αξιών, αναφέροντας τον αριθμό των κινητών αξιών που κατέχουν, προκειμένου ο προτείνων να προβεί κατά περίπτωση στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 της παρούσας.

(iii) ως προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, που δεν έχουν εξουσιοδοτήσει Χειριστές ή τυχόν άλλο πρόσωπο, να λάβουν το αντάλλαγμα σε κινητές αξίες για λογαριασμό τους, καθώς τους κατόχους κινητών αξιών που βρίσκονται σε Λογαριασμό Χειριστή υπό ειδική εκκαθάριση προσκομίζοντας παράλληλα ονομαστική κατάσταση με τα στοιχεία των δικαιούχων των κινητών αξιών και τον αριθμό των κινητών αξιών που κατέχουν, προκειμένου ο προτείνων να προβεί κατά περίπτωση στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 της παρούσας.

(iv) ως προς τα στοιχεία των δικαιούχων οιωνδήποτε δικαιωμάτων επί των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας επί των οποίων έχει συσταθεί ενέχυρο, επικαρπία ή έχουν κατασχεθεί, προκειμένου ο προτείνων να προβεί σε κατάθεση του συνολικού ανταλλάγματος που αναλογεί σε κάθε δικαιούχο στο Τ.Π.Δ σύμφωνα με το
 αρ. 27α του ν. 3461/2006 και κατά περίπτωση στις ενέργειες που προβλέπονται στα άρθρα 7 και 8 της παρούσας.

Άρθρο 7
Καταβολή ανταλλάγματος σε περίπτωση δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα που συνίσταται ή περιλαμβάνει κινητές αξίες εισηγμένες στο Χ.Α.


1. Ο προτείνων οφείλει το αργότερο εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την γνωστοποίηση του άρθρου 6 της παρούσας:

(α) να προβεί στην καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας της περ. (i) του άρθρου 6 της παρούσας σύμφωνα με την διαδικασία που περιγράφεται ανωτέρω στο άρθρο 5 της παρούσας.

(β) να επιστρέψει στην Ε.Χ.Α.Ε. τις ονομαστικές καταστάσεις των περ. (ii), (iii) και (iv) του άρθρου 6 της παρούσας με συμπληρωμένο τον αριθμό των κινητών αξιών, που προσφέρονταν ως αντάλλαγμα στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς, οι οποίες αναλογούν σε κάθε δικαιούχο και

(γ) να έχει διαθέσιμο στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του τον συνολικό αριθμό των κινητών αξιών που συνιστούν το αντάλλαγμα και αναλογούν στους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρίας, σε περίπτωση που το αντάλλαγμα συνίσταται σε υφιστάμενες κινητές αξίες.

(δ) σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα συνίσταται σε κινητές αξίες που θα προκύψουν μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του Προτείνοντος με εισφορά σε είδος (των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας), ο Προτείνων χορηγεί στην ΕΧΑΕ, βεβαίωση επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος -μέλος, ότι ο προτείνων έχει λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή του ανταλλάγματος του Δικαιώματος Εξαγοράς, η οποία συνυπογράφεται από το σύμβουλο του προτείνοντος (αρ. 12
 ν. 3461/2006), ο οποίος εκθέτει επ’ αυτής την άποψή του για τη διασφάλιση και την αξιοπιστία της περιγραφόμενης διαδικασίας.

2. Στη συνέχεια η Ε.Χ.Α.Ε.:

(α) στην περίπτωση (α) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου διαπιστώνει την καταβολή του ανταλλάγματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 της παρούσας, και στη συνέχεια μεταφέρει τις κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας από τον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των κατόχων τους στο ΣΑΤ στη Μερίδα του προτείνοντος,

(β) στην περίπτωση (γ) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβαίνει στη μεταφορά των κινητών αξίων, που προσφέρονται ως αντάλλαγμα:

(i) στην περ. (ii) του αρ. 6 της παρούσας, στους λογαριασμούς των Χειριστών ή τυχόν άλλου προσώπου, που έχει εξουσιοδοτηθεί να λάβει το αντάλλαγμα σε κινητές αξίες για λογαριασμό των κατόχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας, προκειμένου να τις μεταφέρουν άμεσα στις Μερίδες των πελατών τους, δικαιούχων του ανταλλάγματος του δικαιώματος εξαγοράς,

(ii) στην περ. (iii) του αρ. 6 της παρούσας στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας Παρακαταθήκης που τηρεί το Τ.Π.Δ. στην ΕΧΑΕ, υπέρ των δικαιούχων, οι οποίοι αναφέρονται στην αντίστοιχη ονομαστική κατάσταση της περ. (β) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου.

(iii) στην περ. (iv) του αρ. 6 της παρούσας στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας Παρακαταθήκης που τηρεί το Τ.Π.Δ. στην ΕΧΑΕ, υπέρ των δικαιούχων, οι οποίοι αναφέρονται στην αντίστοιχη ονομαστική κατάσταση της περ. (β) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το
 αρ. 27ατου ν. 3461/2006, και στην συνέχεια προβαίνει στη μεταφορά των κινητών αξίων της υπό εξαγορά εταιρίας από τους Ειδικούς Λογαριασμούς των Μερίδων των κατόχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας στη Μερίδα του Προτείνοντος.

(γ) στην περίπτωση (δ) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβαίνει στη μεταφορά των κινητών αξίων της υπό εξαγορά εταιρίας, από τους Ειδικούς Λογαριασμούς των Μερίδων των κατόχων τους, στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του Προτείνοντος με αποκλειστικό σκοπό την υλοποίηση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του Προτείνοντα και την έκδοση των νέων κινητών αξιών που συνιστούν το αντάλλαγμα η ΕΧΑΕ μεριμνά για την άμεση μεταφορά τους στους αντίστοιχους λογαριασμούς των περιπτώσεων (i), (ii) και (iii) της περ. (β) της παρούσας παραγράφου. Στη συνέχεια η ΕΧΑΕ, ύστερα από αίτηση του Προτείνοντος, μπορεί να μεταφέρει τις κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρίας από τον Ειδικό Λογαριασμό του Προτείνοντος σε Λογαριασμό Χειριστή της Μερίδας του που θα υποδείξει στην ΕΧΑΕ. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία δεν καταβληθεί το αντάλλαγμα στους δικαιούχους, σύμφωνα με όσα ανωτέρω ορίζονται, η ΕΧΑΕ προβαίνει στην μεταφορά των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας από τον Ειδικό Λογαριασμό του Προτείνοντος στους Ειδικούς Λογαριασμούς των Μερίδων των κατόχων τους.

3. Στο πλαίσιο υλοποίησης της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 περ. γ του παρόντος άρθρου η Ε.Χ.Α.Ε. ή/και ο ειδικά εξουσιοδοτημένος προς τούτο αντιπρόσωπος ή θεματοφύλακάς της ή/και η εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή το πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρονται στην περίπτωση (δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δύνανται να προβαίνουν σε όλες τις τυχόν απαιτούμενες ενέργειες πράξεις και δικαιοπραξίες, ενεργούντες, κατά περίπτωση, στο όνομα και για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό των κατόχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας και δικαιούχων των κινητών αξιών που προσφέρονται ως αντάλλαγμα.

4. Προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα της Ε.Χ.Α.Ε. και του Τ.Π.Δ. και τυχόν φόροι και τέλη επί των συναλλαγών, κατά τη διενέργεια των μεταβιβάσεων της προηγούμενης παραγράφου, καταβάλλονται από τον προτείνοντα.

Άρθρο 8
Καταβολή ανταλλάγματος σε περίπτωση δημόσιας πρότασης με αντάλλαγμα που συνίσταται ή περιλαμβάνει κινητές αξίες μη εισηγμένες στο Χ.Α.


1. Ο προτείνων οφείλει το αργότερο εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την γνωστοποίηση του άρθρου 6 της παρούσας:

(α) να προβεί στην καταβολή του ανταλλάγματος σε μετρητά προς τους κατόχους των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας της περ. (i) του άρθρου 6 της παρούσας σύμφωνα με την διαδικασία που περιγράφεται ανωτέρω στο άρθρο 5 της παρούσας.

(β) να επιστρέψει στην Ε.Χ.Α.Ε. τις ονομαστικές καταστάσεις των περ. (ii), (iii) και (iv) του άρθρου 6 της παρούσας με συμπληρωμένο τον αριθμό των κινητών αξιών, που προσφέρονταν ως αντάλλαγμα στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς, οι οποίες αναλογούν σε κάθε δικαιούχο και

(γ) σε περίπτωση που το αντάλλαγμα συνίσταται σε υφιστάμενες κινητές αξίες, προβαίνει:

(i) στη μεταβίβαση των κινητών αξίων, που προσφέρονται ως αντάλλαγμα στους δικαιούχους του ανταλλάγματος του δικαιώματος εξαγοράς ή τυχόν άλλο πρόσωπο, που έχει εξουσιοδότηση να λάβει το αντάλλαγμα σε κινητές αξίες για λογαριασμό των εν λόγω δικαιούχων, στην περ. (ii) του αρ. 6 της παρούσας,

(ii) στην περ. (iii) του αρ. 6 της παρούσας, σε παρακατάθεση των κινητών αξίων, που προσφέρονται ως αντάλλαγμα, στο Τ.Π.Δ., υπέρ των δικαιούχων που αναφέρονται στην αντίστοιχη ονομαστική κατάσταση της προηγούμενης περ. (β) του παρόντος άρθρου.

(iii) στην περ. (iv) του αρ. 6 της παρούσας σε παρακατάθεση των κινητών αξίων, που προσφέρονται ως αντάλλαγμα, στο Τ.Π.Δ. υπέρ των δικαιούχων που αναφέρονται στην αντίστοιχη ονομαστική κατάσταση της προηγούμενης περ. (β) του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το
 αρ. 27ατου ν. 3461/2006.

(δ) σε περίπτωση που το προσφερόμενο αντάλλαγμα συνίσταται σε κινητές αξίες που θα προκύψουν μετά από αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου του Προτείνοντος με εισφορά σε είδος (των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας), ο Προτείνων χορηγεί στην ΕΧΑΕ, βεβαίωση επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή πιστωτικού ιδρύματος, που είναι εγκατεστημένο στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος -μέλος, ότι ο προτείνων έχει λάβει κάθε πρόσφορο μέτρο προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή του ανταλλάγματος του Δικαιώματος Εξαγοράς, η οποία συνυπογράφεται από το σύμβουλο του προτείνοντος (αρ. 12
 ν. 3461/2006), ο οποίος εκθέτει επ’ αυτής την άποψή του για τη διασφάλιση και την αξιοπιστία της περιγραφόμενης διαδικασίας.

2. Στη συνέχεια η Ε.Χ.Α.Ε.:

(α) στην περίπτωση (α) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου διαπιστώνει την καταβολή του ανταλλάγματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 της παρούσας, και στη συνέχεια μεταφέρει τις κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας από τον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των κατόχων τους στο ΣΑΤ στη Μερίδα του προτείνοντος,

(β) στην περίπτωση (γ) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου διαπιστώνει την καταβολή του ανταλλάγματος, σύμφωνα με τις περιγραφόμενες σε αυτή διαδικασίες και στη συνέχεια μεταφέρει τις κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρείας από τον Ειδικό Λογαριασμό των Μερίδων των κατόχων τους στο ΣΑΤ στη Μερίδα του προτείνοντος,

(γ) στην περίπτωση (δ) της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου προβαίνει στη μεταφορά των κινητών αξίων της υπό εξαγορά εταιρίας, από τους Ειδικούς Λογαριασμούς των Μερίδων των κατόχων τους, στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του Προτείνοντος, με αποκλειστικό σκοπό την υλοποίηση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του. Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου του Προτείνοντος και την έκδοση των νέων κινητών αξιών που συνιστούν το αντάλλαγμα ο Προτείνων μεριμνά για την παράδοση τους στους δικαιούχους του ανταλλάγματος, σύμφωνα με την περ. (γ) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, και στη συνέχεια προσκομίζει τα σχετικά παραστατικά στην ΕΧΑΕ προκειμένου ύστερα από αίτησή του, η ΕΧΑΕ να μεταφέρει τις κινητές αξίες της υπό εξαγορά εταιρίας από τον Ειδικό Λογαριασμό του Προτείνοντος σε Λογαριασμό Χειριστή της Μερίδας του που θα υποδείξει. Σε περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία δεν καταβληθεί το αντάλλαγμα στους δικαιούχους, σύμφωνα με όσα ανωτέρω ορίζονται, η ΕΧΑΕ προβαίνει στη μεταφορά των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας από τον Ειδικό Λογαριασμό του Προτείνοντος στους Ειδικούς Λογαριασμούς των Μερίδων των κατόχων τους.

3. Στο πλαίσιο υλοποίησης της διαδικασίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 περ. γ του παρόντος άρθρου η Ε.Χ.Α.Ε. ή/και ο ειδικά εξουσιοδοτημένος προς τούτο αντιπρόσωπος ή θεματοφύλακάς της ή/και η εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή το πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρονται στην περίπτωση (δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, δύνανται να προβαίνουν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες και τυχόν δικαιοπραξίες, ενεργούντες, κατά περίπτωση, στο όνομα και για λογαριασμό τους ή για λογαριασμό των κατόχων των κινητών αξιών της υπό εξαγορά εταιρείας και δικαιούχων των κινητών αξιών που προσφέρονται ως αντάλλαγμα.

4. Προμήθειες, δικαιώματα και έξοδα της Ε.Χ.Α.Ε. και του Τ.Π.Δ. και τυχόν φόροι και τέλη επί των συναλλαγών, κατά τη διενέργεια των μεταβιβάσεων των προηγούμενων παραγράφων, καταβάλλονται από τον προτείνοντα.

Άρθρο 9
Έναρξη Ισχύος


1. Από την έναρξη ισχύος καταργείται η υπ΄αριθμ. 4/403/8.11.2006 (ΦΕΚ Β/1738/29.11.2006) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

2. Η παρούσα απόφαση τίθεται σε ισχύ από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

3. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

4. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως

Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης
Δημήτριος Αυγητίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 7/644/22.4.2013
Αναστολή εξαγοράς μεριδίων ΟΣΕΚΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 982/23-04-2013)

ΑΠΟΦΑΣΗ
7/644/22.4.2013
του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα : Αναστολή εξαγοράς μεριδίων ΟΣΕΚΑ.

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Αφού έλαβε υπόψη :

1. Την
 παράγραφο 5 του άρθρου 8 του ν. 4099/2012 «Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, Οδηγία 2009/65/ΕΚ. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις των Οδηγιών 2010/78/ ΕΕ, 2010/73/ΕΕ, 2011/96/ΕΕ, 2009/133/ΕΚ, 2004/ 113/ΕΚ Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία. Μέτρα εφαρμογής των Κανονισμών (ΕΚ) 1338/2001 και (ΕΕ) 1210/2010 περί προστασίας του ευρώ και άλλες διατάξεις». (ΦΕΚ Α΄250/20.12.2012).

2. Την
 παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

3. Το γεγονός ότι η 1η Μαΐου 2013 θα είναι ημέρα ειδικής αργίας διατραπεζικών συναλλαγών και συναλλαγών στις οργανωμένες αγορές.

4. To από 15.4.2013 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-
mail) της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών.

5. Την ανάγκη διαφύλαξης των συμφερόντων των μεριδιούχων ΟΣΕΚΑ και της ομαλότητας της αγοράς ΟΣΕΚΑ.

6. Την από 19.4.2013 εισήγηση της Διεύθυνσης Φορέων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

7. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ Α/98/2005), όπως ισχύει.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Την αναστολή της εξαγοράς μεριδίων ΟΣΕΚΑ κατά την
 1η Μαΐου 2013.

Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη λήψη της.

Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης
Δημήτριος Αυγητίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 1/643/15.4.2013
Τροποποίηση της απόφασης 3/304/10.6.2004 (ΦΕΚ 901Β/16.6.2004) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Κανονισμός Λειτουργίας του Συστήματος Άυλων Τίτλων»

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

(ΦΕΚ Β' 982/23-04-2013)

ΑΠΟΦΑΣΗ
1/643/15.4.2013
του Διοικητικού Συμβουλίου

Θέμα: Τροποποίηση της απόφασης
 3/304/10.6.2004 (ΦΕΚ 901Β/16.6.2004) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Κανονισμός Λειτουργίας του Συστήματος Άυλων Τίτλων».

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Έχοντας υπόψη:

1. Τα άρθρα 1 έως 7 του ν.
 3756/2009 (ΦΕΚ 53 Α/31.3.2009) «Σύστημα Άυλων Τίτλων, διατάξεις για την Κεφαλαιαγορά, φορολογικά θέματα και λοιπές διατάξεις».

2. Τα άρθρα 39 έως 49, 51 έως 55 και 57 έως 58 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α/30.4.1996) για τις «Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, επάρκεια ιδίων κεφαλαίων των επιχειρήσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των πιστωτικών ιδρυμάτων και άυλες μετοχές» καθώς και το άρθρο 58 του ν. 2533/1997 (ΦΕΚ 137 Α/11.11.1997) «Χρηματιστηριακή
 αγορά παραγώγων και άλλες διατάξεις».

3. Την με αριθμό πρωτ. 1676/12-4-2013 (αρ. πρωτ. Ε.Κ. 5220/12-4-2013) επιστολή της εταιρίας «Ελληνικά Χρηματιστήρια Α.Ε.».

4. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α/22.4.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Την τροποποίηση της απόφασης υπ’ αριθμ.
 3/304/10.6.2004 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Κανονισμός Λειτουργίας του Συστήματος Άυλων Τίτλων», όπως ισχύει, (εφεξής ο «Κανονισμός») ως εξής:

Άρθρο 1

Το άρθρο 1 του Κανονισμού τροποποιείται ως εξής:
α) Ο ορισμός αριθ. 9 τροποποιείται ως εξής:
« 9. Ως Εκδότρια νοείται το νομικό πρόσωπο του οποίου οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί ή έχουν ενταχθεί προς διαπραγμάτευση πρωτογενώς σε
 Αγορά και του οποίου οι κινητές αξίες καταχωρούνται στο Σ.Α.Τ. Για τις ανάγκες εφαρμογής του παρόντος Κανονισμού, στην περίπτωση Τίτλων Παραστατικών Δικαιώματος προς Κτήση Κινητών Αξιών που εκδίδονται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) σύμφωνα με τον ν.3864/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές αποφάσεις, η εκδότρια των παριστώμενων κινητών αξιών έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Εκδότριας .»

β) Προστίθεται ορισμός αριθ. 19 και αναριθμούνται οι επόμενοι ως εξής:
« 19. Ως Μερίδα Κατάθεσης Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων (Μερίδα Κατάθεσης ΤΠΔ) νοείται η Μερίδα του στην οποία κατατίθενται άυλοι τίτλοι που αποτελούν το αντάλλαγμα του δικαιώματος εξαγοράς, σύμφωνα με τα
 άρθρα 27, 27α του ν. 3461/2006.
…»

γ) Το στοιχείο (β) του ορισμού αριθ. 24 τροποποιείται ως εξής:
« (β) Πιστωτικό ίδρυμα ή ΕΠΕΥ που δικαιούται να παρέχει την υπηρεσία της φύλαξης και διακίνησης τίτλων και λειτουργεί ως θεματοφύλακας του Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. κατά την έννοια του
 άρθρου 5 του ν.3756/2009

Άρθρο 2

Η παράγραφος 1 του άρθρου 3 τροποποιείται ως εξής:
« 1. Στο Σ.Α.Τ. δημιουργούνται Μερίδες Επενδυτή, Εκδότριας, Μέλους, Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή, Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων, Ειδικού Διαπραγματευτή Μεριδίων Δ.Α.Κ., Ειδικού Διαπραγματευτή Σ.Χ.Π., Διαχειριστή Συστήματος, Χειριστή, Παρόχου, Διαχειριστή Σ.Α.Τ. και Μερίδα Κατάθεσης Ταμείου Παρακαταθηκών & Δανείων (Μερίδα Κατάθεσης ΤΠΔ). Σε καθεμιά από τις παραπάνω μερίδες τηρούνται οι παρακάτω Λογαριασμοί μέσω των οποίων γίνεται η κίνηση των αξιών και η παρακολούθησή τους με λογιστικές εγγραφές:
α. Στη Μερίδα Επενδυτή τηρείται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση μη εμφανισθέντος μετόχου σύμφωνα με το άρθρο 56 στη Μερίδα Επενδυτή τηρείται μόνο Ειδικός Λογαριασμός.
β. Στη Μερίδα Εκδότριας τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών, Ειδικός Λογαριασμός και Μεταβατικός Λογαριασμός.
γ. Στη Μερίδα Μέλους τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
δ. Στη Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
ε. Στη Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
στ. Στη Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Δ.Α.Κ. τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
ζ. Στη Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Σ.Χ.Π. τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
η. Στη Μερίδα Παρόχου τηρείται Τεχνικός
 Λογαριασμός.
θ. Στη Μερίδα του Διαχειριστή Σ.Α.Τ. τηρούνται Τεχνικός
 Λογαριασμός και Μεταβατικός Λογαριασμός.
ι. Στη μερίδα Διαχειριστή Συστήματος τηρούνται
 Λογαριασμός Αξιών και Ειδικός Λογαριασμός.
ια. Στη μερίδα Χειριστή τηρείται Μεταβατικός
 Λογαριασμός.
Ιβ, Στη μερίδα Κατάθεσης ΤΠΔ τηρείται Ειδικός
 Λογαριασμός

Άρθρο 3

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:
« Άρθρο 10
Μερίδα Μέλους, Μερίδα Χειριστή, Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή, Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων, Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Δ.Α.Κ. Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Σ.Χ.Π και Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Παραστατικών Τίτλων
1. Για κάθε Μέλος τηρείται στο Σ.Α.Τ., πέραν της Μερίδας που αυτό τηρεί ως επενδυτής, μία ακόμη Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Μέλους και δημιουργείται για τις ανάγκες εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται μέσω Συστήματος. Η Μερίδα Μέλους δημιουργείται αποκλειστικά από τον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. μετά από αίτημα του Μέλους, εφόσον προσκομισθούν στον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 4 του παρόντος Κανονισμού και διαπιστωθεί από αυτόν η ιδιότητα του Μέλους. Ο
 Λογαριασμός Αξιών της Μερίδας Μέλους περιλαμβάνει έναν μόνο Λογαριασμό Χειριστή, ο οποίος είναι προσβάσιμος και τελεί υπό την αποκλειστική διαχείριση του ιδίου του Μέλους. Το Μέλος οφείλει, ως μοναδικός Χειριστής της ως άνω Μερίδας, να δηλώνει αμελλητί στον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. τους κωδικούς συναλλαγών που διατηρεί για τη διενέργεια συναλλαγών σε Αγορά, κατά τη δημιουργία του Λογαριασμού Χειριστή, καθώς και κάθε μεταβολή των στοιχείων των κωδικών αυτών.
2. Το Μέλος που έχει την ιδιότητα του Ειδικού Διαπραγματευτή διατηρεί στο Σ.Α.Τ. μία επιπλέον Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή. Η Μερίδα αυτή δημιουργείται αποκλειστικά από την Ε.Χ.Α.Ε., υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων, αφού το Μέλος προσκομίσει σε αυτό την έγγραφη άδεια του Χ.Α. για την άσκηση ειδικής διαπραγμάτευσης επί της συγκεκριμένης κινητής αξίας.
3. Ο
 Λογαριασμός Αξιών της Μερίδας Ειδικού Διαπραγματευτή περιλαμβάνει έναν μόνο Λογαριασμό Χειριστή, ο οποίος είναι προσβάσιμος και τελεί υπό την αποκλειστική διαχείριση του συγκεκριμένου Μέλους υπό την ιδιότητά του ως Ειδικού Διαπραγματευτή. Ο Λογαριασμός Χειριστή της Μερίδας Ειδικού Διαπραγματευτή συνδέεται με συγκεκριμένο Κωδικό ΟΑΣΗΣ, που το Μέλος έχει αποδώσει στον εαυτό του για τις ανάγκες της ειδικής διαπραγμάτευσης των αξιών όλων των Εκδοτριών, για τις οποίες αυτό έχει οριστεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής. Κατ’ εξαίρεση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, στον παραπάνω Λογαριασμό Αξιών δύναται να δημιουργηθεί και δεύτερος Λογαριασμός Χειριστή, ο οποίος, με ευθύνη του Ειδικού Διαπραγματευτή, χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις μεταφορές αξιών που προκύπτουν από την εκκαθάριση των συναλλαγών του άρθρου 29 του Κανονισμού Εκκαθάρισης και Διακανονισμού Χρηματιστηριακών Συναλλαγών επί ΄Αυλων Αξιών που το Μέλος διενεργεί υπό την ιδιότητά του ως Ειδικός Διαπραγματευτής.
4. Στο Λογαριασμό της Μερίδας Ειδικού Διαπραγματευτή, καταχωρούνται με ευθύνη του Μέλους αποκλειστικά αξίες για τις οποίες αυτό έχει οριστεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής. Ο ορισμός Ειδικού Διαπραγματευτή από Εκδότρια γνωστοποιείται στον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. από το Χ.Α. Αξίες για τις οποίες το Μέλος ενεργεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής δεν δύνανται, με ευθύνη του, να είναι καταχωρημένες σε άλλο Λογαριασμό Μερίδας του, εκτός από το Λογαριασμό Χειριστή της Μερίδας Ειδικού Διαπραγματευτή, που το Μέλος τηρεί και κινεί αποκλειστικά για τις ανάγκες ειδικής διαπραγμάτευσης στην
 αγορά αξιών του Χ.Α.
5. Ο Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων πέραν της μερίδας επενδυτή διατηρεί στο Σ.Α.Τ. Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων, και δημιουργείται αποκλειστικά από την Ε.Χ.Α.Ε., υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων, αφού ο Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων προσκομίσει σε αυτό βεβαίωση του Χ.Α. από την οποία να προκύπτει η ιδιότητά του ως Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων. Στη Μερίδα αυτή ο Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων καταχωρεί, με ευθύνη του, αποκλειστικά αξίες που προκύπτουν:
α. από την εκκαθάριση συναλλαγών που διενεργεί στην
 Αγορά Παραγώγων του Χ.Α. υπό την ιδιότητά του αυτή και
β. από την εκκαθάριση συναλλαγών σε αξίες που διενεργεί για την κάλυψη κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του αυτή. Ως τέτοιες αξίες νοούνται αξίες που αποτελούν υποκείμενη αξία παραγώγων προϊόντων ή που συμμετέχουν σε δείκτη που αποτελεί υποκείμενη αξία παραγώγων προϊόντων ως προς τα οποία ο Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων έχει αναλάβει υποχρεώσεις ειδικής διαπραγμάτευσης τύπου Β στην
 Αγορά Παραγώγων του Χ.Α.
6. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, Μέλος που ενεργεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων επί αξιών για τις οποίες έχει την ιδιότητα του Ειδικού Διαπραγματευτή ή επί δείκτη στον οποίο συμμετέχουν οι εν λόγω αξίες, καταχωρεί υποχρεωτικά και τηρεί με ευθύνη του αξίες τέτοιες στη Μερίδα που τηρεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής Παραγώγων της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτές δεν έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο της ειδικής διαπραγμάτευσης στην
 αγορά αξιών του Χ.Α.
7. Ο Ειδικός Διαπραγματευτής Δ.Α.Κ. πέραν της μερίδας επενδυτή διατηρεί στο Σ.Α.Τ. Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Δ.Α.Κ. και δημιουργείται αποκλειστικά από την Ε.Χ.Α.Ε. υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων αφού το Μέλος προσκομίσει σε αυτή την έγγραφη άδεια του Χ.Α. για την άσκηση ειδικής διαπραγμάτευσης επί του συγκεκριμένου μεριδίου Δ.Α.Κ. Στη Μερίδα αυτή ο Ειδικός Διαπραγματευτής Δ.Α.Κ. καταχωρεί, με ευθύνη του, αποκλειστικά αξίες που προκύπτουν:
α. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί Μεριδίων Δ.Α.Κ. που διενεργεί στην
 Αγορά Αξιών του Χ.Α. υπό την ιδιότητά του αυτή και
β. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί των υποκείμενων αξιών του Δείκτη που παρακολουθούν τα ανωτέρω Δ.Α.Κ. που διενεργεί για την κάλυψη κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του αυτή ή για τη δημιουργία/εξαγορά Μεριδίων.
8. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, όταν ο Ειδικός Διαπραγματευτής Δ.Α.Κ. είναι συγχρόνως και Ειδικός Διαπραγματευτής επί των υποκείμενων αξιών του Δείκτη που παρακολουθεί το Δ.Α.Κ., καταχωρεί υποχρεωτικά και τηρεί με ευθύνη του τις εν λόγω υποκείμενες αξίες στη Μερίδα που τηρεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής Δ.Α.Κ. της παραγράφου 7 του παρόντος άρθρου, εφόσον αυτές έχουν αποκτηθεί στα πλαίσια της κάλυψης κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του ως Ειδικός Διαπραγματευτής επί των μεριδίων Δ.Α.Κ. ή στα πλαίσια της δημιουργίας/εξαγοράς Μεριδίων Δ.Α.Κ.
9. Ο Ειδικός Διαπραγματευτής Σ.Χ.Π πέραν της μερίδας επενδυτή διατηρεί στο Σ.Α.Τ. Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Σ.Χ.Π. και δημιουργείται αποκλειστικά από την Ε.Χ.Α.Ε. υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων αφού το Μέλος προσκομίσει σε αυτή την έγγραφη άδεια του Χ.Α. για την άσκηση ειδικής διαπραγμάτευσης επί του συγκεκριμένου Σ.Χ.Π. Στη Μερίδα αυτή ο Ειδικός Διαπραγματευτής Σ.Χ.Π. καταχωρεί, με ευθύνη του, αποκλειστικά αξίες που προκύπτουν:
α. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί Σ.Χ.Π. που διενεργεί στην
 Αγορά Αξιών του Χ.Α. υπό την ιδιότητά του αυτή και
β. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί των υποκείμενων αξιών των ανωτέρω Σ.Χ.Π. που διενεργεί για την κάλυψη κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του αυτή.
10. Ο Ειδικός Διαπραγματευτής Τίτλων Παραστατικών Δικαιώματος προς Κτήση Κινητών Αξιών (Ειδικός Διαπραγματευτής Παραστατικών Τίτλων) που εκδίδονται από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Τ.Χ.Σ.) σύμφωνα με το ν. 3864/2007 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές αποφάσεις, πέραν της μερίδας επενδυτή, διατηρεί στο Σ.Α.Τ. Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Ειδικού Διαπραγματευτή Παραστατικών Τίτλων και δημιουργείται αποκλειστικά από την Ε.Χ.Α.Ε. υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας του Συστήματος Άυλων Τίτλων, αφού το Μέλος προσκομίσει σε αυτή την έγγραφη άδεια του Χ.Α. για την άσκηση ειδικής διαπραγμάτευσης επί του συγκεκριμένου Παραστατικού Τίτλου. Στη Μερίδα αυτή ο Ειδικός Διαπραγματευτής Παραστατικών Τίτλων καταχωρεί, με ευθύνη του, αποκλειστικά αξίες που προκύπτουν:
α. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί Παραστατικών Τίτλων που διενεργεί στην
 Αγορά Αξιών του Χ.Α. υπό την ιδιότητά του αυτή και
β. από την εκκαθάριση συναλλαγών επί των υποκείμενων αξιών των ανωτέρω Παραστατικών Τίτλων που διενεργεί για την κάλυψη κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του αυτή.
11. Κατά παρέκκλιση των οριζομένων στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, όταν ο Ειδικός Διαπραγματευτής Σ.Χ.Π. ή Παραστατικών Τίτλων είναι συγχρόνως και Ειδικός Διαπραγματευτής επί των υποκείμενων του Σ.Χ.Π., ή του Παραστατικού Τίτλου, καταχωρεί υποχρεωτικά και τηρεί με ευθύνη του τις εν λόγω υποκείμενες αξίες στη Μερίδα που τηρεί ως Ειδικός Διαπραγματευτής Σ.Χ.Π. ή Παραστατικού Τίτλου της παραγράφου 9 ή 10 του παρόντος άρθρου, αντίστοιχα, εφόσον αυτές έχουν αποκτηθεί στα πλαίσια της κάλυψης κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει υπό την ιδιότητά του ως Ειδικός Διαπραγματευτής επί των Σ.Χ.Π. ή των Παραστατικών Τίτλων.
12. Οι Λογαριασμοί της Μερίδας Μέλους, της Μερίδας Ειδικού Διαπραγματευτή, Ειδικού Διαπραγματευτή Παραγώγων, Ειδικού Διαπραγματευτή Δ.Α.Κ., Ειδικού Διαπραγματευτή Σ.Χ.Π. και Ειδικού Διαπραγματευτή Παραστατικών Τίτλων θεωρούνται λογαριασμοί διακανονισμού σε αξίες και μπορούν να χρησιμοποιούνται από την Ε.Χ.Α.Ε. υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων για τους σκοπούς της εκκαθάρισης των χρηματιστηριακών συναλλαγών.
13. Για κάθε Χειριστή τηρείται στο Σ.Α.Τ., πέραν της Μερίδας που αυτός τηρεί ως επενδυτής, μία ακόμη Μερίδα, η οποία ονομάζεται Μερίδα Χειριστή και δημιουργείται από την Ε.Χ.Α.Ε. υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια του Συστήματος Άυλων Τίτλων για τις ανάγκες εκτέλεσης των εντολών διακανονισμού που προβλέπονται από τo άρθρο 91. Ο Μεταβατικός
 Λογαριασμός της Μερίδας αυτής χρησιμοποιείται για την προσωρινή καταχώρηση αξιών μέχρι της οριστικής παράδοσής τους είτε σε Λογαριασμούς Αξιών των δικαιούχων επενδυτών που διαχειρίζεται ο Χειριστής εντός των προθεσμιών χρόνου που προσδιορίζεται στο άρθρο 9, είτε σε Πάροχο προς εκτέλεση των σχετικών εντολών διακανονισμού.»

Άρθρο 4

Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 15 τροποποιούνται ως εξής:
« Άρθρο 15
Ειδικός
 Λογαριασμός
1. Ειδικός
 Λογαριασμός είναι ο λογαριασμός που περιλαμβάνεται σε Μερίδα και στον οποίο καταχωρούνται αξίες, τον χειρισμό των οποίων ο επενδυτής, η Εκδότρια, ο Χειριστής ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (ΤΠΔ) αναθέτει στον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ., για τις ενέργειες που προβλέπονται στο νόμο και στον παρόντα Κανονισμό.
2. Ο Ειδικός
 Λογαριασμός δημιουργείται ταυτόχρονα με τη δημιουργία Μερίδας στο Σ.Α.Τ., είναι μοναδικός ανά Μερίδα και ο χειρισμός του γίνεται αποκλειστικά από τον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. Στον Ειδικό Λογαριασμό μετά από αίτημα του επενδυτή ή του ΤΠΔ, ο διαχειριστής του Σ.Α.Τ. δύναται να καταχωρεί αριθμό τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο θα γίνονται χρηματικές καταβολές για αξίες καταχωρημένες στον Ειδικό Λογαριασμό.
3. Καταχώρηση στον Ειδικό Λογαριασμό γίνεται υποχρεωτικά στις περιπτώσεις:
α. δήλωσης πρόθεσης μεταβίβασης ή σύστασης βάρους
β. μεταβίβασης κατ’ εντολή επενδυτών.
γ. μεταβίβασης αξιών με κληρονομική διαδοχή.
δ. σύστασης ενεχύρου ή επικαρπίας επί αξιών.
ε. μετατροπής αξιών αλλοδαπής Εκδότριας εταιρείας σύμφωνα με την παρ. 17 του άρθρου 33 του ν. 1806/88 όπως ισχύει, στη μορφή, με την οποία αυτές διαπραγματεύονται σε αλλοδαπό Χρηματιστήριο Αξιών, στο οποίο οι αξίες της αλλοδαπής Εκδότριας εταιρείας έχουν προηγουμένως εισαχθεί.
στ. διόρθωσης εσφαλμένων καταχωρήσεων σύμφωνα με τη διαδικασία της περ. β της παραγράφου 3 του άρθρου 36 του παρόντος Κανονισμού.
ζ. δέσμευσης αξιών εισηγμένων στη ΝΕ.Χ.Α. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 ν. 2733/99 και στις οικείες αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και του Χ.Α.
η. μεταφοράς αξιών μεταξύ μερίδων σύμφωνα με τα οριζόμενα στις περ. β και ια της παραγράφου 1 του άρθρου 21 του παρόντος Κανονισμού.
θ. δέσμευσης μετοχών Διϋπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.) σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση ε του άρθρου 5 του Ν.3049/2002 και στο άρθρο 32 του παρόντος Κανονισμού.
ι. εισφοράς κινητών αξιών ή και μετρητών για τη δημιουργία νέων μεριδίων Δ.Α.Κ. ή μεταβίβασης μεριδίων Δ.Α.Κ. προς εξαγορά τους.
ια. μεταφοράς αξιών σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 20α του παρόντος Κανονισμού.
ιβ. κατάθεσης αξιών στο ΤΠΔ σύμφωνα με τα
 άρθρα 27 και 27α του ν. 3461/2006.
ιγ. άσκησης δικαιώματος εξαγοράς μετά την υποβολή δημόσιας πρότασης σύμφωνα με τα
 άρθρα 27 και 27α του ν. 3461/2006

Άρθρο 5

Η παράγραφος 2 του άρθρου 17 τροποποιείται ως εξής:
« 2. Οι Μερίδες Εκδότριας, Μέλους, Χειριστή, Ειδικού Διαπραγματευτή, Παρόχου, Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. Διαχειριστή Συστήματος και ΤΠΔ ενεργοποιούνται από τον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. αμέσως μετά τη δημιουργία τους.»

Άρθρο 6

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:
« Άρθρο 21
Μεταφορές αξιών μεταξύ διαφορετικών Μερίδων
1. Οι μεταφορές αξιών μεταξύ διαφορετικών μερίδων πραγματοποιούνται από το διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ως εξής:
(α) Αυτόματα, λόγω διακανονισμού κατ’ εντολή Διαχειριστή Συστήματος σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 Α του παρόντος Κανονισμού.
(β) Κατόπιν εντολής εκδοτριών λόγω επέλευσης εταιρικών γεγονότων ή για λόγους διόρθωσης εσφαλμένων καταχωρήσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 36 του παρόντος Κανονισμού.
(γ) Κατόπιν εντολής επενδυτών.
(δ) Κατόπιν εντολής του ΤΠΔ για μεταφορά αξιών από και προς τη Μερίδα του ΤΠΔ.
(ε) Κατόπιν εντολής Χειριστών για τη μεταφορά αξιών μεταξύ των μερίδων που ο Χειριστής διατηρεί στο Σ.Α.Τ. σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κανονισμού, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, καθώς και μεταξύ της μερίδας που το Μέλος τηρεί ως επενδυτής και εκείνης που τηρεί ως μέλος.
(στ) Κατόπιν εντολής Γενικών Χειριστών σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21Β του παρόντος Κανονισμού.
(ζ) Κατόπιν εντολής Χειριστών για το διακανονισμό συναλλαγών επί αλλοδαπών αξιών που διαβιβάζεται σε Πάροχο μέσω του Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. και εκτελείται εκτός του Σ.Α.Τ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 91 του παρόντος Κανονισμού Κανονισμό και τις σχετικές τεχνικές αποφάσεις που εκδίδονται από το Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. σε εφαρμογή του παρόντος Κανονισμού.
(η) Κατόπιν εντολής Χειριστών για το διακανονισμό συναλλαγών επί αλλοδαπών αξιών που εκτελείται στο Σ.Α.Τ. σύμφωνα με τα οριζόμενα στον παρόντα Κανονισμό και τις σχετικές τεχνικές αποφάσεις που εκδίδονται από το Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. σε εφαρμογή του παρόντος.
(θ) Κατόπιν εντολής Γενικού Χειριστή για τη μεταφορά κινητών αξιών του ιδίου δικαιούχου λόγω αλλαγής θεματοφύλακα (reregistration)
2. Οι μεταφορές αξιών ως και οι χρηματικοί διακανονισμοί που διενεργούνται έναντι αυτών σύμφωνα με τον παρόντα Κανονισμό διέπονται από τις περί αμετακλήτου διατάξεις του
 άρθρου 79 του ν. 3606/2007 και των άρθρων 1επ. του ν. 2789/2000.
3. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 1, οι μεταφορές από Κοινή Επενδυτική Μερίδα στην ατομική Μερίδα συνδικαιούχου της Κοινής Επενδυτικής Μερίδας και το αντίστροφο μπορούν να πραγματοποιούνται από τους Χειριστές.
4. Η μεταφορά αξιών από άλλες μερίδες που ο Χειριστής διατηρεί στο Σ.Α.Τ. προς τη μερίδα που διατηρεί υπό την ιδιότητα του Ειδικού Διαπραγματευτή ή του Ειδικού Διαπραγματευτή Δ.Α.Κ. και το αντίστροφο, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στις περιπτώσεις έναρξης ή λήξης διενέργειας ειδικής διαπραγμάτευσης, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Μέλους που θα συνοδεύεται από την απόφαση της Αγοράς για την έναρξη ή την παύση της ειδικής διαπραγμάτευσης.
5. Η μεταφορά αξιών μεταξύ διαφορετικών μερίδων γίνεται εφόσον οι προς μεταφορά αξίες δεν υπόκεινται σε καμία δέσμευση ή βάρος κατά τους όρους του παρόντος Κανονισμού. Κατ’ εξαίρεση βεβαρυμένες ή δεσμευμένες αξίες επιτρέπεται να μεταφέρονται από Ειδικό Λογαριασμό Μερίδας δικαιούχου στον Ειδικό Λογαριασμό της Μερίδας του διαδόχου του με την προϋπόθεση ότι διατηρούνται τα ίδια βάρη και δεσμεύσεις.
6. Η μεταφορά αξιών από και προς τη Μερίδα ΤΠΔ γίνεται από τον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. κατόπιν εντολής του ΤΠΔ, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται από τον Διαχειριστή του Σ.Α.Τ.»

Άρθρο 7

Το άρθρο 96 τροποποιείται ως εξής:
« Άρθρο 96
Αρχείο Προσδιορισμού Δικαιούχων αλλοδαπών κινητών αξιών
Το Αρχείο Προσδιορισμού Δικαιούχων αλλοδαπών κινητών αξιών δημιουργείται από το Διαχειριστή του Σ.Α.Τ. ή, προκειμένου για την αρχική εισαγωγή τους σε
 Αγορά σύμφωνα με το άρθρο 105 του παρόντος Κανονισμού, την Εκδότρια αλλοδαπών αξιών, κάθε φορά που για την εκτέλεση εταιρικής πράξης απαιτείται η καταγραφή των δικαιούχων και τα δικαιωμάτων που τους αναλογούν, όπως ενδεικτικά στις περιπτώσεις:
α. Διανομής νέων αλλοδαπών αξιών
β. Κλασματικών υπολοίπων αξιών
γ. Δικαιωμάτων προτίμησης
δ. Μερίσματος και λοιπών χρηματικών καταβολών»

Άρθρο 8

Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του προϋπολογισμού.
Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη λήψη της.
Η παρούσα απόφαση να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
Δημήτριος Αυγητίδης

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εγκ. 51/13.3.2013
Διευκρινίσεις αναφορικά με την ενσωμάτωση στην εποπτική πρακτική της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 6.7.2012 (ESMA/2012/388), ορισμένα θέματα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με σκοπό την ενιαία και συνεπή εφαρμογή του άρθρου 12 του ν. 3606/2007, του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ. 2/452/1.11.2007 και άλλων σχετικών ρυθμίσεων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

Εγκύκλιος υπ’ αριθμ. 51

Θέμα : Διευκρινίσεις αναφορικά με την ενσωμάτωση στην εποπτική πρακτική της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 6.7.2012 (ESMA/2012/388), ορισμένα θέματα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με σκοπό την ενιαία και συνεπή εφαρμογή του άρθρου 12 του ν.
 3606/2007, του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ. 2/452/1.11.2007 και άλλων σχετικών ρυθμίσεων.

Ι. ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ


Η παρούσα Εγκύκλιος εφαρμόζεται κατά την παροχή των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών τουάρθρου 4
 του ν. 3606/2007 και απευθύνεται:

α) στις Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών του ν.
 3606/2007, και

β) στις Ανώνυμες Εταιρίες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν τις υπηρεσίες της διαχείρισης και των συμβουλών σε ιδιώτες επενδυτές, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.

Σκοπός της Εγκυκλίου είναι να αποσαφηνιστούν, με την ενσωμάτωση στην εποπτική πρακτική της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) της 6.7.2012 (ESMA/2012/388), ορισμένα θέματα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με σκοπό την ενιαία και συνεπή εφαρμογή του άρθρου 12 του ν.
 3606/2007, του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ. 2/452/1.11.2007 και άλλων σχετικών ρυθμίσεων.

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην Εγκύκλιο έχουν την ίδια έννοια με τους αντίστοιχους όρους που χρησιμοποιούνται στο ν.
 3606/2007 και στις κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις. Επιπλέον:

α) ως «Εταιρία» νοείται κάθε νομικό πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται η παρούσα Εγκύκλιος.

β) ως «λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης» νοείται η λειτουργία που αφορά στον προσδιορισμό, στην αξιολόγηση, στην παροχή συμβουλών, στην παρακολούθηση και στην υποβολή εκθέσεων σχετικά με τον κίνδυνο κανονιστικής συμμόρφωσης.

γ) ως «κίνδυνος κανονιστικής συμμόρφωσης» νοείται ο κίνδυνος που ενδέχεται να προκύψει από τη μη συμμόρφωση της Εταιρίας με τις διατάξεις του ν.
 3606/2007 και τις κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσες κανονιστικές αποφάσεις, καθώς και με τις σχετικές εγκυκλίους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών.

Κατά την εφαρμογή της Εγκυκλίου λαμβάνεται υπόψη η αρχή της αναλογικότητας της παρ. 1 του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007, ήτοι η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των Εταιριών, καθώς και η φύση και το φάσμα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν στο πλαίσιο αυτών των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

ΙΙ. ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ

Α. ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

1. Αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης


Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης υιοθετεί μία προσέγγιση βασισμένη στον κίνδυνο για την αποτελεσματική κατανομή των πόρων της. Για τον καθορισμό του σκοπού της παρακολούθησης και της παροχής συμβουλών στο πλαίσιο της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης, θα πρέπει να διενεργείται αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης.
 

Η αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διενεργείται τακτικά, ώστε να διασφαλίζεται ότι η παρακολούθηση και η παροχή συμβουλών ανταποκρίνονται στις εκάστοτε συνθήκες.

Ειδικότερα:

Η Εταιρία θεσπίζει, να εφαρμόζει και να διατηρεί κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό κάθε κινδύνου από τη μη συμμόρφωσή της προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το ν.
 3606/2007. Στο πλαίσιο αυτό, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να προσδιορίζει το επίπεδο του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης που αντιμετωπίζει η Εταιρία, λαμβάνοντας υπόψη τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που παρέχει ή ασκεί η Εταιρία, καθώς και τα είδη των χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και διάθεσης.

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις της Εταιρίας που απορρέουν από το ν.
 3606/2007 και από τις κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθείσες αποφάσεις, καθώς και από τις πολιτικές, τις διαδικασίες, τα συστήματα και τους ελέγχους που εφαρμόζει η Εταιρία κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και την άσκηση δραστηριοτήτων. Η αξιολόγηση θα πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη τα αποτελέσματα από την παρακολούθηση που διενεργείται στο πλαίσιο της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης και κάθε σχετικό πόρισμα εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου.

Οι στόχοι και το πρόγραμμα εργασίας της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να καθορίζονται βάσει της ως άνω αξιολόγησης του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης. Για να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται υπόψη όλοι οι πιθανοί κίνδυνοι θα πρέπει οι καθορισμένοι κίνδυνοι να επανεξετάζονται τακτικά, αλλά και κατά περίπτωση, όταν κρίνεται απαραίτητο, ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη τυχόν αναδυόμενοι κίνδυνοι (για παράδειγμα, κίνδυνοι από νέους επιχειρηματικούς τομείς ή από άλλες αλλαγές στη δομή της Εταιρίας)..

2. Πρόγραμμα παρακολούθησης από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης


Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης έχει καταρτίσει ένα πρόγραμμα παρακολούθησης, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη όλοι οι τομείς των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών που παρέχει ή ασκεί η Εταιρία. Στο πρόγραμμα παρακολούθησης θα πρέπει να τίθενται προτεραιότητες με βάση την αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο κίνδυνος αυτός παρακολουθείται επαρκώς.

Ειδικότερα:

Στόχος του προγράμματος παρακολούθησης είναι η αξιολόγηση του κατά πόσον η επιχειρηματική δραστηριότητα της Εταιρίας διεξάγεται σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ν.
 3606/2007 και τις κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού κανονιστικές αποφάσεις και του κατά πόσον οι εσωτερικές κατευθυντήριες γραμμές, η οργάνωση και τα μέτρα ελέγχου της Εταιρίας παραμένουν αποτελεσματικά και κατάλληλα.

Σε περίπτωση ομίλου, την ευθύνη για τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης εκάστης Εταιρίας έχει ξεχωριστά κάθε Εταιρία του ομίλου. Επομένως, κάθε Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης που διαθέτει είναι διαρκώς υπεύθυνη για την παρακολούθηση του δικού της κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης, ακόμη και όταν η Εταιρία έχει αναθέσει σε άλλη εταιρία του ομίλου την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης. Ωστόσο, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης σε κάθε Εταιρία θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η Εταιρία ανήκει σε όμιλο: για παράδειγμα, θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με το αρμόδιο προσωπικό για ελεγκτικά και νομικά θέματα και για θέματα κανονιστικής συμμόρφωσης σε άλλα τμήματα του ομίλου.

Η αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να αποτελεί τη βάση για τον καθορισμό των κατάλληλων εργαλείων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, καθώς και της έκτασης του προγράμματος παρακολούθησης και της συχνότητας παρακολούθησης, είτε ανά τακτά διαστήματα, είτε κατά περίπτωση, είτε σε μόνιμη βάση. Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διασφαλίζει επίσης ότι η παρακολούθηση δεν έχει μόνον θεωρητικό χαρακτήρα, αλλά επίσης επαληθεύει με ποιον τρόπο εφαρμόζονται στην πράξη οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες, για παράδειγμα μέσω επιτόπιων ελέγχων στις λειτουργικές μονάδες της Εταιρίας. Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να εξετάζει επίσης την ανάγκη διενέργειας επαναξιολογήσεων και το εύρος αυτών.

Κατάλληλα εργαλεία και κατάλληλες μέθοδοι για τις δραστηριότητες παρακολούθησης είναι ενδεικτικά τα εξής:

α) μετρήσεις συνολικού κινδύνου (για παράδειγμα, δείκτες κινδύνου),

β) εκθέσεις, οι οποίες τίθενται υπόψη του Διοικητικού Συμβουλίου και των ανώτερων διευθυντικών στελεχών και οι οποίες αποτυπώνουν τις ουσιώδεις αποκλίσεις μεταξύ πραγματικών γεγονότων και προσδοκιών(έκθεση αποκλίσεων ) ή τα προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν (κατάλογος προβλημάτων),

γ) στοχευμένη εποπτεία συναλλαγών, παρακολούθηση διαδικασιών, έλεγχοι βάσει εγγράφων ή/και συνεντεύξεις με αρμοδίους υπαλλήλους.

Στο πρόγραμμα παρακολούθησης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στο προφίλ κινδύνου της Εταιρίας, οι οποίες μπορεί να οφείλονται, για παράδειγμα, σε σημαντικά γεγονότα, όπως εταιρικές εξαγορές, αλλαγές στα συστήματα πληροφορικής ή αναδιοργάνωση. Στο πρόγραμμα θα πρέπει επίσης να ρυθμίζεται η εφαρμογή και ο έλεγχος της αποτελεσματικότητας τυχόν διορθωτικών μέτρων, τα οποία λαμβάνει η Εταιρία μετά τη διαπίστωση παράβασης διατάξεων του ν.
 3606/2007 και των κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού κανονιστικών αποφάσεων.

Κατά την παρακολούθηση θα πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη τα εξής:

α) η υποχρέωση κάθε τμήματος της Εταιρίας να συμμορφώνεται προς τις κανονιστικές διατάξεις,

β) οι έλεγχοι πρώτου επιπέδου στα τμήματα της Εταιρίας, δηλαδή οι έλεγχοι από τις επιμέρους λειτουργικές μονάδες, εν αντιθέσει προς τους ελέγχους δεύτερου επιπέδου, οι οποίοι διενεργούνται από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, και

γ) οι έλεγχοι αναφορικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της Εταιρίας που διενεργούνται από τη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων, τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου ή από άλλες ελεγκτικές λειτουργίες της Εταιρίας.

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι οι έλεγχοι που διενεργούνται από άλλες ελεγκτικές λειτουργίες της θα πρέπει να συντονίζονται με την παρακολούθηση που διενεργεί η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, λαμβανομένης σε κάθε περίπτωση υπόψη της ανεξαρτησίας και του αντικειμένου των διαφόρων λειτουργιών.

Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διαδραματίζει εποπτικό ρόλο στη διαδικασία χειρισμού των καταγγελιών πελατών και να θεωρεί τις καταγγελίες πηγή πληροφοριών που ενδέχεται να είναι χρήσιμες για την παρακολούθηση. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης πρέπει να συμμετέχει στο χειρισμό των καταγγελιών. Με βάση τα ανωτέρω, η Εταιρία θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης έχει πρόσβαση σε όλες τις υποβληθείσες στην Εταιρία καταγγελίες πελατών.

3. Υποβολή εκθέσεων από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι οι τακτικές έγγραφες εκθέσεις κανονιστικής συμμόρφωσης υποβάλλονται στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη και στο Διοικητικό Συμβούλιο. Οι εκθέσεις θα πρέπει να περιέχουν περιγραφή της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του ελέγχου για τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, καθώς και σύνοψη των κινδύνων που εντοπίστηκαν και των διορθωτικών μέτρων που λήφθηκαν ή πρόκειται να ληφθούν. Οι εκθέσεις πρέπει να εκπονούνται ανά κατάλληλα χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Πλέον των ανωτέρω τακτικών εκθέσεων, όποτε η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης καταλήγει σε σημαντικά πορίσματα, ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να τα γνωστοποιεί χωρίς καθυστέρηση στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη.

Οι εκθέσεις κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να αφορούν όλα τα τμήματα της Εταιρίας, τα οποία εμπλέκονται στην παροχή ή στην άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και παρεπόμενων υπηρεσιών. Εάν οι εκθέσεις δεν καλύπτουν όλες τις ανωτέρω δραστηριότητες, θα πρέπει να αναφέρουν ρητά τους λόγους.

Τα θέματα που θα πρέπει να εξετάζονται στις εκθέσεις κανονιστικής συμμόρφωσης είναι κατά περίπτωση τα εξής:

α) περιγραφή της εφαρμογής και της αποτελεσματικότητας του ελέγχου για τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες,

β) σύνοψη των σημαντικών πορισμάτων της αξιολόγησης των πολιτικών και των διαδικασιών,

γ) σύνοψη των ευρημάτων από επιτόπιους ελέγχους ή από ελέγχους βάσει εγγράφων που διενήργησε η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων των παραβάσεων και των ανεπαρκειών που εντοπίσθηκαν στην οργάνωση και στις διαδικασίες κανονιστικής συμμόρφωσης της Εταιρίας και των κατάλληλων μέτρων που λήφθηκαν για την αντιμετώπισή τους,

δ) κίνδυνοι οι οποίοι εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή του προγράμματος παρακολούθησης,

ε) τροποποιήσεις στις κανονιστικές διατάξεις κατά την περίοδο που καλύπτουν οι εκθέσεις και μέτρα που λήφθηκαν ή πρέπει να ληφθούν, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις νέες διατάξεις, εφόσον τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη δεν έχουν ήδη ενημερωθεί με άλλο τρόπο για τις τροποποιήσεις,

στ) άλλα σημαντικά ζητήματα κανονιστικής συμμόρφωσης, τα οποία προέκυψαν μετά την τελευταία έκθεση, και

ζ) σημαντική αλληλογραφία με τις εποπτεύουσες αρχές, εφόσον τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη δεν έχουν ήδη ενημερωθεί με άλλο τρόπο.

Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης αναφέρει στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, εγκαίρως και ανά περίπτωση, τα σημαντικά θέματα κανονιστικής συμμόρφωσης που εντοπίζει, όπως σημαντικές παραβάσεις διατάξεων του ν.
 3606/2007 και των κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων. Στην αναφορά αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνονται επίσης συστάσεις για τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα.

Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, σε περίπτωση ομίλου, εξετάζει την αναγκαιότητα υποβολής αναφορών σε άλλη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης του ομίλου.

4. Παροχή συμβουλών από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης εκπληρώνει το συμβουλευτικό της ρόλο, υποστηρίζοντας την κατάρτιση του προσωπικού, συνδράμοντας καθημερινά το προσωπικό και συμμετέχοντας στη θέσπιση νέων πολιτικών και διαδικασιών εντός της Εταιρίας.

Ειδικότερα:

Η Εταιρία προωθεί και ενθαρρύνει την ανάπτυξη «κουλτούρας κανονιστικής συμμόρφωσης» σε ολόκληρη την Εταιρία, με σκοπό όχι μόνο τη δημιουργία του κατάλληλου περιβάλλοντος για την αντιμετώπιση των θεμάτων κανονιστικής συμμόρφωσης, αλλά και την ενεργό δέσμευση του προσωπικού της στην αρχή της προστασίας των επενδυτών.

Η Εταιρία διασφαλίζει την επαρκή κατάρτιση του προσωπικού της. Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να υποστηρίζει τα τμήματα της Εταιρίας που συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στην παροχή ή στην άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων κατά την εκπαίδευσή του προσωπικού τους. Η εκπαίδευση και κάθε άλλη υποστήριξη του προσωπικού θα πρέπει να επικεντρώνονται ειδικότερα, αλλά όχι αποκλειστικά στα ακόλουθα σημεία:

α) στις εσωτερικές πολιτικές και διαδικασίες της Εταιρίας και στην οργανωτική της δομή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, και

β) στις διατάξεις του ν.
 3606/2007 και των κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθεισών κανονιστικών αποφάσεων, στις εγκυκλίους της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και στις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, σε συναφείς διατάξεις της λοιπής εθνικής νομοθεσίας, καθώς και σε τυχόν τροποποιήσεις των ανωτέρω.

Η εκπαίδευση θα πρέπει να διενεργείται σε τακτική βάση και, όταν απαιτείται, θα πρέπει να παρέχεται με βάση τις εκάστοτε ανάγκες και ιδιαιτερότητες. Η εκπαίδευση θα πρέπει να διενεργείται με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, για παράδειγμα στο σύνολο του προσωπικού της Εταιρίας ή σε ορισμένα τμήματα της Εταιρίας ή ακόμη και εξατομικευμένα.

Η εκπαίδευση θα πρέπει να είναι διαρκής, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι σχετικές αλλαγές, όπως νέα νομοθεσία, νέες εγκύκλιοι της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και νέες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών ή αλλαγές στον επιχειρηματικό προσανατολισμό της Εταιρίας.

Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να αξιολογεί τακτικά κατά πόσον το προσωπικό στους τομείς των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων διαθέτει το αναγκαίο επίπεδο γνώσεων και εφαρμόζει ορθά τις πολιτικές και τις διαδικασίες της Εταιρίας.

Το προσωπικό της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει επίσης να συνδράμει το προσωπικό των λειτουργικών μονάδων της Εταιρίας στις καθημερινές εργασίες του και να είναι διαθέσιμο για να απαντά σε ερωτήσεις που ανακύπτουν στο πλαίσιο της καθημερινής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης συμμετέχει στην ανάπτυξη των σχετικών πολιτικών και διαδικασιών στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να μπορεί, για παράδειγμα, να παρέχει εξειδικευμένη γνώση και συμβουλές στα διάφορα τμήματα της Εταιρίας σχετικά με τις στρατηγικές αποφάσεις ή το νέο επιχειρηματικό προσανατολισμό ή τη δρομολόγηση μιας νέας διαφημιστικής στρατηγικής στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων. Εάν η συμβουλή της δεν εφαρμόζεται, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να καταγράφει το γεγονός αυτό και να το αναφέρει στις εκθέσεις κανονιστικής συμμόρφωσης που υποβάλλει.

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης συμμετέχει σε κάθε σημαντική αλλαγή στην οργάνωση της Εταιρίας στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που αποφασίζεται η δραστηριοποίηση της Εταιρίας σε νέους τομείς επιχειρηματικής δραστηριότητας ή σε νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Στο πλαίσιο αυτό, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να δικαιούται να συμμετέχει στη διαδικασία έγκρισης των νέων χρηματοπιστωτικών μέσων και τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα διάφορα τμήματα της Εταιρίας να συμβουλεύονται τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης συμμετέχει σε κάθε σημαντική επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές στον τομέα της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων.

Β. ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ

1. Αποτελεσματικότητα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης


Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης διαθέτει το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό και τους κατάλληλους πόρους, λαμβάνοντας υπόψη την κλίμακα και τη φύση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών που ασκεί ή παρέχει. Παρέχει, επίσης, στους υπαλλήλους κανονιστικής συμμόρφωσης την απαραίτητη εξουσία για να ασκούν τα καθήκοντά τους αποτελεσματικά, καθώς και πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία η οποία αφορά τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες καθώς και τις παρεπόμενες υπηρεσίες.

Ειδικότερα:

Ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διαθέτει ευρεία γνώση, εμπειρία και επαρκή εξειδίκευση, ώστε να μπορεί να αναλάβει την ευθύνη της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης στο σύνολό της και να διασφαλίζει την αποτελεσματικότητά της.

Ο αριθμός των υπαλλήλων που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φύση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών και των λοιπών υπηρεσιών που παρέχει η Εταιρία. Εάν οι δραστηριότητες ενός τμήματος της Εταιρίας επεκταθούν σημαντικά, η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης επεκτείνεται αντίστοιχα, λαμβανομένων υπόψη των αλλαγών που η επέκταση αυτή συνεπάγεται για τον κίνδυνο κανονιστικής συμμόρφωσης της Εταιρίας. Τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη ή το Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση θα πρέπει να παρακολουθούν τακτικά, κατά πόσον ο αριθμός των υπαλλήλων παραμένει επαρκής για την εκτέλεση των καθηκόντων της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης.

Πλέον του ανθρώπινου δυναμικού, η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διαθέτει επαρκή μηχανοργάνωση.
Εάν η Εταιρία καταρτίζει προϋπολογισμό για επιμέρους λειτουργίες ή τμήματα, ο προϋπολογισμός για τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να είναι αντίστοιχος με το επίπεδο του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης στο οποίο εκτίθεται η Εταιρία.
 

Πριν από την κατάρτιση του προϋπολογισμού, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη του υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης. Κάθε απόφαση που αφορά σημαντικές περικοπές στον προϋπολογισμό θα πρέπει να τεκμηριώνεται αναλυτικά και εγγράφως.

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι το προσωπικό κανονιστικής συμμόρφωσης έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του και σε κάθε σχετική βάση δεδομένων. Προκειμένου να εποπτεύει σε μόνιμη βάση τους τομείς της Εταιρίας στους οποίους ενδέχεται να προκύψουν ευαίσθητες ή συναφείς πληροφορίες, ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να έχει πρόσβαση σε κάθε σύστημα πληροφοριών της Εταιρίας, καθώς και σε κάθε έκθεση εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου ή σε άλλη έκθεση που υποβάλλεται στα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, ή στο Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση. Όταν συντρέχει περίπτωση, ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει, επίσης, να μπορεί να παρίσταται σε συνεδριάσεις ανώτερων διευθυντικών στελεχών ή του Διοικητικού Συμβουλίου κατά περίπτωση. Εάν δεν έχει το σχετικό δικαίωμα, αυτό θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να εξηγείται εγγράφως. Ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διαθέτει σε βάθος γνώση της οργάνωσης της Εταιρίας, της εταιρικής φιλοσοφίας και των διαδικασιών λήψης εταιρικών αποφάσεων, ώστε να μπορεί να προσδιορίζει τις συνεδριάσεις στις οποίες είναι απαραίτητο να παρίσταται.

Τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη της Εταιρίας ή το Διοικητικό της Συμβούλιο κατά περίπτωση θα πρέπει να υποστηρίζουν το προσωπικό της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης στην άσκηση των καθηκόντων του, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το προσωπικό διαθέτει την απαραίτητη εξουσία κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δηλαδή διαθέτει επαρκή εξειδίκευση και συναφείς προσωπικές ικανότητες. Η εξουσία αυτή θα μπορούσε να ενισχύεται με τη ρητή αναγνώρισή της στην πολιτική κανονιστικής συμμόρφωσης της Εταιρίας.

Κάθε υπάλληλος της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να έχει γνώση τουλάχιστον των διατάξεων του ν.
 3606/2007 και των κατ΄ εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων, των εγκυκλίων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών, στο βαθμό που είναι συναφείς με την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το προσωπικό κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να εκπαιδεύεται τακτικά, ώστε να διατηρεί το απαιτούμενο επίπεδο γνώσεων. Υψηλότερο επίπεδο εξειδίκευσης απαιτείται για τον υπεύθυνο κανονιστικής συμμόρφωσης.

Ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διαθέτει επαρκή επαγγελματική εμπειρία, για να μπορεί να αξιολογεί τους κινδύνους κανονιστικής συμμόρφωσης και τις συγκρούσεις συμφερόντων που ενδέχεται να προκύψουν κατά την άσκηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας. Η απαιτούμενη επαγγελματική εμπειρία θα μπορούσε να έχει αποκτηθεί, μεταξύ άλλων, σε θέσεις επιχειρησιακής ευθύνης ή σε άλλες ελεγκτικές ή κανονιστικές λειτουργίες της Εταιρίας.

Ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να γνωρίζει σε βάθος τις διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες της Εταιρίας.
 

Η απαιτούμενη σε κάθε περίπτωση εξειδικευμένη γνώση μπορεί να διαφέρει μεταξύ Εταιριών, ανάλογα με τη φύση των σημαντικών κινδύνων κανονιστικής συμμόρφωσης που αντιμετωπίζει κάθε Εταιρία. Με βάση τα ανωτέρω, στην περίπτωση ενός νεοπροσληφθέντος υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης, κατά την εφαρμογή του στοιχείου (δ) της παρ. 1 του άρθρου 3 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007 μπορεί να θεωρηθεί ότι απαιτούνται πρόσθετες εξειδικευμένες γνώσεις στο συγκεκριμένο επιχειρηματικό τομέα που δραστηριοποιείται η Εταιρία, ακόμη και εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει στο παρελθόν απασχοληθεί ως υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης σε άλλη Εταιρία.

2. Μονιμότητα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης εκτελεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές της σε μόνιμη βάση. Για το σκοπό αυτό, η Εταιρία θεσπίζει εγγράφως κατάλληλες διαδικασίες, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρμοδιότητες του υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης ασκούνται ακόμη και κατά την απουσία του, καθώς και κατάλληλες διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται ότι οι αρμοδιότητες της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης ασκούνται σε συνεχή βάση.

Οι υποχρεώσεις, οι αρμοδιότητες, καθώς και η εξουσία του προσωπικού της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να καθορίζονται σε μια «πολιτική κανονιστικής συμμόρφωσης» ή σε άλλες γενικές πολιτικές ή εσωτερικούς κανόνες, στους οποίους θα λαμβάνεται υπόψη το αντικείμενο και η φύση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της Εταιρίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να ορίζονται λεπτομέρειες για το πρόγραμμα παρακολούθησης και τη διαδικασία υποβολής εκθέσεων από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, καθώς και για την αξιολόγηση του κινδύνου κανονιστικής συμμόρφωσης. Οι ανωτέρω πολιτικές/κανόνες θα πρέπει να αναπροσαρμόζονται άμεσα σε περίπτωση τροποποίησης των σχετικών κανονιστικών διατάξεων.

Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές της σε μόνιμη βάση και όχι μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Η επίτευξη του στόχου αυτού προϋποθέτει τακτική παρακολούθηση βάσει σχετικού προγράμματος. Οι δραστηριότητες παρακολούθησης θα πρέπει να καλύπτουν σε τακτική βάση όλους τους βασικούς τομείς επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, λαμβάνοντας υπόψη τον κίνδυνο κανονιστικής συμμόρφωσης που σχετίζεται με κάθε επιχειρηματικό τομέα. Η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση σε απρόβλεπτα γεγονότα, μεταβάλλοντας, αν είναι απαραίτητο, το κέντρο βάρους των δραστηριοτήτων της σε σύντομο χρονικό διάστημα.

3. Ανεξαρτησία της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης

Η οργανωτική δομή της Εταιρίας διασφαλίζει ότι η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης κατέχει στην οργανωτική δομή της Εταιρίας θέση η οποία διασφαλίζει ότι ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης και το λοιπό προσωπικό της λειτουργίας ενεργούν ανεξάρτητα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διορίζεται και να αντικαθίσταται από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Ειδικότερα:

Παρότι τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη ή το Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση είναι υπεύθυνα για τη θέσπιση της κατάλληλης οργάνωσης της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης και για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς της, εντούτοις τα καθήκοντα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να διεκπεραιώνονται ανεξάρτητα από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη, το Διοικητικό Συμβούλιο και από άλλες μονάδες της Εταιρίας. Ειδικότερα, η οργάνωση της Εταιρίας θα πρέπει να διασφαλίζει ότι άλλα τμήματα της Εταιρίας δεν θα μπορούν να εκδίδουν οδηγίες ή να επηρεάζουν με άλλο τρόπο το προσωπικό της κανονιστικής συμμόρφωσης και τις δραστηριότητές του.

Εάν τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη παρεκκλίνουν από σημαντικές συστάσεις ή αξιολογήσεις που εκδίδονται από τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης, ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει να καταγράφει το γεγονός αυτό και να το αναφέρει στις εκθέσεις κανονιστικής συμμόρφωσης.

4. Εξαιρέσεις

Εάν μια Εταιρία θεωρεί ότι η συμμόρφωσή της με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στα στοιχεία γ) και δ) της παρ. 3 του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007 δεν είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, αξιολογεί κατά πόσον η μη συμμόρφωσή της στις ανωτέρω υποχρεώσεις ενδέχεται να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να επανεξετάζεται τακτικά.

Ειδικότερα:

Η Εταιρία προσδιορίζει τα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των οργανωτικών μέτρων και των καταλληλότερων διαθέσιμων πόρων, που διασφαλίζουν με τον καλύτερο τρόπο την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες. Για το σκοπό αυτό, η Εταιρία λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων τα ακόλουθα κριτήρια:

α) τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και τις παρεπόμενες υπηρεσίες, καθώς και τις λοιπές επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκεί η Εταιρία,

β) την αλληλεπίδραση μεταξύ των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και παρεπόμενων υπηρεσιών και των λοιπών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της Εταιρίας,

γ) το αντικείμενο και την έκταση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών (σε απόλυτη βάση και σε σχέση με άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες), το σύνολο του ισολογισμού, τα έσοδα της Εταιρίας από προμήθειες και αμοιβές και λοιπά έσοδα από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και παρεπόμενων υπηρεσιών,

δ) τα είδη των χρηματοπιστωτικών μέσων που προσφέρονται στους πελάτες,

ε) τις κατηγορίες πελατών στους οποίους απευθύνεται η Εταιρία (επαγγελματίες, ιδιώτες, επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι),

στ) τον αριθμό των υπαλλήλων,

ζ) εάν η Εταιρία ανήκει σε όμιλο κατά την έννοια του
 άρθρου 42 παρ. 5 στοιχ. α) του ν. 2190/1920,

η) τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω εμπορικού δικτύου, όπως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι ή υποκαταστήματα,

θ) τις διασυνοριακές δραστηριότητες της Εταιρίας,

ι) την οργάνωση και το επίπεδο των συστημάτων πληροφορικής.

Με βάση τα ανωτέρω, θα μπορούσε για παράδειγμα να θεωρηθεί ότι μία Εταιρία εξαιρείται από την εφαρμογή του άρθρου 6 παράγραφος 3 στοιχεία γ) ή δ) της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007, εάν η εκτέλεση των απαραίτητων καθηκόντων κανονιστικής συμμόρφωσης δεν απαιτεί μια θέση πλήρους απασχόλησης λόγω της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και των παρεπόμενων υπηρεσιών και γενικά της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Εταιρίας.

Παρότι ο διορισμός υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης είναι υποχρεωτικός, ενδέχεται να είναι δυσανάλογο για μια μικρότερη Εταιρία με πολύ περιορισμένο πεδίο δραστηριοτήτων να διορίσει ως υπεύθυνο κανονιστικής συμμόρφωσης πρόσωπο που να ασκεί αποκλειστικά τα καθήκοντα κανονιστικής συμμόρφωσης. Εάν μια Εταιρία θεωρεί ότι εμπίπτει στην εξαίρεση της παρ. 4 του άρθρου 6 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007, θα πρέπει να ελαχιστοποιεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις συγκρούσεις συμφερόντων που ενδέχεται να προκύψουν λόγω της άσκησης από το ίδιο πρόσωπο καθηκόντων κανονιστικής συμμόρφωσης και καθηκόντων που αφορούν άλλες λειτουργίες της Εταιρίας.

Η Εταιρία που δεν υποχρεούται να συμμορφωθεί προς όλες τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 στοιχεία γ) ή δ) της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς υπ΄ αριθ.
 2/452/1.11.2007 με βάση την αρχή της αναλογικότητας, θα μπορούσε να επιτρέπει την άσκηση καθηκόντων κανονιστικής συμμόρφωσης και νομικών καθηκόντων από το ίδιο πρόσωπο, εκτός εάν με τον τρόπο αυτό ενδέχεται να υπονομεύεται η ανεξαρτησία της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης λόγω της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων ή του μεγέθους της Εταιρίας.

Εάν η Εταιρία κάνει χρήση της ανωτέρω εξαίρεσης, θα πρέπει να αιτιολογήσει εγγράφως την απόφασή της αυτή, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει τους επικαλούμενους λόγους.

5. Συνδυασμός της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με άλλες εσωτερικές ελεγκτικές λειτουργίες

Η Εταιρία δεν θα πρέπει γενικά να συνδυάζει τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου. Ο συνδυασμός της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με άλλες ελεγκτικές λειτουργίες θα μπορούσε να είναι αποδεκτός, εάν δεν θίγει την αποτελεσματικότητα και την ανεξαρτησία της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης. Εάν η Εταιρία αποφασίσει τον ανωτέρω συνδυασμό, θα πρέπει να αιτιολογεί εγγράφως την απόφασή της με συγκεκριμένη αναφορά των λόγων που επέβαλαν τη σχετική απόφαση, ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να αξιολογεί κατά πόσον ο συνδυασμός λειτουργιών ενδείκνυται υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.

Ειδικότερα:

Το προσωπικό της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης δεν θα πρέπει γενικά να συμμετέχει σε δραστηριότητες τις οποίες παρακολουθεί. Ωστόσο, ο συνδυασμός της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με άλλες ελεγκτικές μονάδες στο ίδιο επίπεδο, όπως η πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, θα μπορούσε να είναι αποδεκτός, εάν δεν συνεπάγεται συγκρούσεις συμφερόντων, ούτε θίγει την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης.

Ο συνδυασμός της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης με τη λειτουργία εσωτερικού ελέγχου θα πρέπει γενικά να αποφεύγεται, καθώς το γεγονός ότι η λειτουργία εσωτερικού ελέγχου είναι επιφορτισμένη με την εποπτεία της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης, είναι πιθανό να υπονομεύσει την ανεξαρτησία της τελευταίας. Ωστόσο, για πρακτικούς λόγους (για παράδειγμα, λήψη αποφάσεων) και σε ειδικές περιπτώσεις, μπορεί να ενδείκνυται το ίδιο πρόσωπο να είναι υπεύθυνο και για τις δύο λειτουργίες. Στο πλαίσιο αυτό, η Εταιρία θα πρέπει να εξετάζει το ενδεχόμενο να ζητά την άποψη της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Επιπλέον, όταν υιοθετείται ο συνδυασμός αυτός, η Εταιρία πρέπει οπωσδήποτε να διασφαλίζει ότι οι αρμοδιότητες κάθε λειτουργίας εκτελούνται ορθά (δηλαδή με αξιόπιστο, έντιμο και επαγγελματικό τρόπο).

Το κατά πόσον υπάλληλοι άλλων ελεγκτικών λειτουργιών εκτελούν επίσης καθήκοντα κανονιστικής συμμόρφωσης θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του αριθμού των υπαλλήλων που απαιτούνται για τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης.

Ανεξάρτητα από το εάν η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης συνδυάζεται με άλλες ελεγκτικές λειτουργίες, θα πρέπει να συντονίζει τις δραστηριότητές της με τις ελεγκτικές δραστηριότητες δεύτερου επιπέδου άλλων μονάδων της Εταιρίας.

6. Εξωτερική ανάθεση της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης

Η Εταιρία διασφαλίζει ότι σε περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης του συνόλου ή μέρους της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης πληρούνται όλες οι απαιτήσεις που προβλέπονται για τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης.

Ειδικότερα:

Οι ρυθμίσεις του ν.
 3606/2007 που αφορούν την εξωτερική ανάθεση κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών εφαρμόζονται πλήρως στην περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης.

Οι απαιτήσεις για τη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης είναι ίδιες και στην περίπτωση εξωτερικής ανάθεσης είτε του συνόλου είτε μέρους της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης, διότι τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη της ίδιας της Εταιρίας ή το Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση είναι υπεύθυνα για την εκπλήρωση των εν λόγω απαιτήσεων.

Για την επιλογή του τρίτου παρόχου υπηρεσιών στον οποίο θα αναθέσει το σύνολο ή μέρος της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης, η Εταιρία θα πρέπει να έχει προηγουμένως διενεργήσει έλεγχο δέουσας επιμέλειας, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 6 και 14 της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
 2/452/1.11.2007. Η Εταιρία διασφαλίζει ότι ο τρίτος πάροχος υπηρεσιών διαθέτει την απαραίτητη εξουσία, τους πόρους, την εξειδίκευση και την πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης που θα του ανατεθούν. Η έκταση του ελέγχου δέουσας επιμέλειας εξαρτάται από τη φύση, την κλίμακα, την πολυπλοκότητα και τον κίνδυνο τον οποίο ενέχουν τα καθήκοντα και οι διαδικασίες που αποτελούν αντικείμενο εξωτερικής ανάθεσης.

Η Εταιρία διασφαλίζει επίσης ότι, ακόμη και όταν ανατίθεται εν όλω ή εν μέρει σε τρίτο πάροχο η λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης διατηρεί τον μόνιμο χαρακτήρα της, ότι δηλαδή ο τρίτος πάροχος της υπηρεσίας μπορεί να εκτελεί τη λειτουργία αδιαλείπτως και όχι μόνον σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Η Εταιρία παρακολουθεί κατά πόσον ο τρίτος πάροχος της υπηρεσίας εκτελεί τα καθήκοντά του κατάλληλα, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης της ποιότητας και της ποσότητας των παρεχομένων υπηρεσιών. Τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη ή το Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση είναι υπεύθυνα να εποπτεύουν και να παρακολουθούν τη λειτουργία που έχει ανατεθεί σε τρίτο πάροχο σε συνεχή βάση και θα πρέπει να διαθέτουν τους απαραίτητους πόρους και την εξειδικευμένη γνώση ώστε να μπορούν να φέρουν εις πέρας τη συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη ή το Διοικητικό Συμβούλιο κατά περίπτωση μπορούν να διορίζουν ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο θα εποπτεύει και θα παρακολουθεί για λογαριασμό τους τη λειτουργία που αποτελεί αντικείμενο εξωτερικής ανάθεσης.

Η εξωτερική ανάθεση της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης στο πλαίσιο ομίλου εταιριών δεν συνεπάγεται υποβάθμιση του επιπέδου ευθύνης των ανώτερων διευθυντικών στελεχών ή των Διοικητικών Συμβουλίων κατά περίπτωση των επιμέρους εταιριών του ομίλου. Ωστόσο, μια κεντρική λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης σε επίπεδο ομίλου μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να παρέχει στον υπεύθυνο κανονιστικής συμμόρφωσης καλύτερη πρόσβαση σε πληροφορίες και να συνεπάγεται μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της λειτουργίας, ιδίως εάν οι εταιρίες συστεγάζονται.

Εάν η Εταιρία δεν μπορεί, λόγω της φύσης, του μεγέθους και του αντικειμένου των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία των υπαλλήλων κανονιστικής συμμόρφωσης από τις υπηρεσίες που παρακολουθούν, είναι πιθανό να ενδείκνυται η εξωτερική ανάθεση της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης.



Αθήνα, 13 Μαρτίου 2013

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αρ. αποφ. 17/638/11.2.2013
Έγκριση προγράμματος εκπαίδευσης προσώπων που ασχολούνται με τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η
 
17/638/11.2.2013
 
τoυ Διοικητικού Συμβουλίου
──────────────────

Θέμα: Έγκριση προγράμματος εκπαίδευσης προσώπων που ασχολούνται με τη διάθεση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.


Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Λαμβάνοντας υπόψη :

1. Την παρ. 2 του άρθρου 2 της απόφασης
 2/462/7.2.2008 (ΦΕΚ Β/297/25.02.2008) της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Οργάνωση δικτύου διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων».

2. Το άρθρο 90 του π.δ. 63/2005 (ΦΕΚ 98 Α/22.4.2005) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».

3. Την με αρ.πρωτ. 8648/29.1.2013 (αρ. πρωτ. ΕΚ 1339/29.1.2013) επιστολή της Ένωσης Θεσμικών Επενδυτών.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Άρθρο 1


Την έγκριση της ύλης για την εκπαίδευση προσώπων που ασχολούνται με τη διάθεση μεριδίων Αμοιβαίων Κεφαλαίων, ως εξής:

I. ΥΛΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ

A. Θεσμικό πλαίσιο κεφαλαιαγοράς


1. Ν.
 3606/2007 «Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α/195/17.8.2007)

2. Απόφαση
 2/462/7.2.2008 (ΦΕΚ Β’ 297/25.02.2008) του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Οργάνωση δικτύου διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων»

3. Απόφαση 1/438/2007 (ΦΕΚ Β’ 1904/14.09.2007) του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Εισφορά κινητών αξιών για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων»

4. Απόφαση 3/378/14.4.2006 (ΦΕΚ Β’ 608/16.5.2006) του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Xρήση παράγωγων χρηματοοικονομικών μέσων και τίτλων επιλογής από αμοιβαία κεφάλαια και ανώνυμες εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και διαχείριση κινδύνων χαρτοφυλακίου»

5. Απόφαση 21/530/19.11.2009 (ΦΕΚ Β΄2459/17.12.2009)του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Διάθεση μεριδίων μετοχών ΟΣΕ που δεν υπόκεινται στην Οδηγία 85/611/ΕΟΚ »

6. Απόφαση
 1/506/8.4.2009 (ΦΕΚ Β΄843/6.5.2009) του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»

7.
 ΠΟΛ.1127/31.8.2010: διευκρίνηση ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και λοιπές διατάξεις”, όπως ισχύει, και παροχή σχετικών οδηγιών για την εφαρμογή του»

8. Απόφαση ΕΚ
 2/578/24.2.2011 (ΦΕΚ Β’ 493/31.3.2011), Αναφορικά με την τροποποίηση της Απόφασης 2/317/11.11.2004(ΦΕΚ Β/1746/26.11.2004) της ΕΚ, «Τριμηνιαίοι πίνακες επενδύσεων αμοιβαίων κεφαλαίων του ν.3283/2004»

9. Απόφαση ΕΚ
 3/578/24.2.2011 (ΦΕΚ Β’ 493/31.3.2011), Αναφορικά με την τροποποίηση της Απόφασης 3/378/14.4.2006 (ΦΕΚ Β/608/16.5.2006) της ΕΚ, «Χρήση παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων και τίτλων επιλογής από αμοιβαία κεφάλαια και ανώνυμες εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και διαχείριση κινδύνων χαρτοφυλακίου».

10. Ν.
 3932/2011 Σύσταση Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης (ΦΕΚ Α/49/10.3.2011)

11. Επιστολή ΕΚ 1362/16.3.2011, Συνεργασία με συνδεδεμένους αντιπροσώπους.

12. Επιστολή ΕΚ 1365/16.3.2011, Επιλογή συνεργαζόμενων ΑΕΕΔ.

13. Επιστολή ΕΚ 1968/20.4.2011, Σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης
 2/462/7.2.2008 της ΕΚ «Οργάνωση δικτύου διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων».

14. Απόφαση ΕΚ 34/586/26.5.2011 (ΦΕΚ Β’ 1428/16.6.2011), Εφαρμογή μέτρων δέουσας επιμέλειας σε περιπτώσεις εξωτερικής ανάθεσης ή αντιπροσώπευσης.

15. Απόφαση ΕΚ 35/586/26.5.2011 (ΦΕΚ Β’ 1428/16.6.2011), Αναφορικά με την τροποποίηση της Απόφασης
 1/506/8.4.2009 (ΦΕΚ Β/834/6.5.2009) της ΕΚ, «Πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»

16. Απόφαση ΕΚ
 6/587/2.6.2011 (ΦΕΚ Β’ 1428/16.6.2011) «Κατηγοριοποίηση αμοιβαίων κεφαλαίων»

17. Ν.
 4099/2012 «Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες και Ανώνυμες Εταιρίες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, Οδηγία 2009/65/Ε.Κ.» (ΦΕΚ Α’ 250/20.12.2012)

18. Απόφαση Ε.Κ.
 15/633/20.12.2012 (ΦΕΚ Β’/12/10.1.2013) «Οργανωτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία των Α.Ε.Δ.Α.Κ, σύγκρουση συμφερόντων, κανονισμός συμπεριφοράς, διαχείριση κινδύνων και περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ θεματοφύλακα και εταιρίας διαχείρισης»

19. Απόφαση Ε.Κ.
 16/633/20.12.2012 (ΦΕΚ Β’/12/10.1.2013) «Συγχώνευση ΟΣΕΚΑ – Δομή κυρίου και τροφοδοτικού ΟΣΕΚΑ – Κοινοποίηση της διάθεσης μεριδίων ΟΣΕΚΑ σε άλλο κράτος μέλος»

20. Απόφαση Ε.Κ.
 17/633/20.12.2012 (ΦΕΚ Β’/12/10.1.2013) «Ενημερωτικό δελτίο, ετήσια και εξαμηνιαία ΟΣΕΚΑ»

21. Κανονισμός Ε.Ε. 583/2010. Για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/65/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές και ειδικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρούνται, όταν οι βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές ή το ενημερωτικό δελτίο διατίθενται σε άλλο σταθερό μέσο πλήν του χαρτιού και μέσω δικτυακού τόπου.

22. Κανονισμός Ε.Ε. 584/2010. Σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2009/65/Ε.Κ. του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τη μορφή και το περιεχόμενο της τυποποιημένης επιστολής κοινοποίησης και τη βεβαίωση ΟΣΕΚΑ, τη χρήση ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών για τους σκοπούς της κοινοποίησης και τις διαδικασίες για την εκτέλεση επιτόπιων εξακριβώσεων και ερευνών, και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών.

23. Απόφαση Ε.Κ 12/638/11.2.2013 «Βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές: Δομή και περιεχόμενο - Συνθετικός δείκτης κινδύνου και απόδοσης - Τρόπος υπολογισμού των τρεχουσών επιβαρύνσεων - Σενάρια απόδοσης για σύνθετους ΟΣΕΚΑ»

B. Εγκύκλιος
 41/8.4.2009 του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς «Ενδεικτική τυπολογία ύποπτων συναλλαγών/δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες» Ειδικά θέματα κεφαλαιαγοράς
1. Χρηματοπιστωτικό σύστημα και συναλλαγές σε κινητές άξιες
1.1 Χρηματοπιστωτικό σύστημα (χαρακτηριστικά αγορών χρήματος και κεφαλαίου)
1.2 Αποτελεσματικότητα και διαφάνεια αγορών κεφαλαίου
1.3 Βασικές στατιστικές έννοιες (υπολογισμός χρηματοοικονομικού κινδύνου και απόδοσης)
1.4 Είδη κινδύνου (αγοράς, επιτοκίου, λειτουργικός, αντισυμβαλλομένου, συστημικός)
1.5 Σχέση κινδύνου και απόδοσης
1.6 Χαρακτηριστικά αγορών κεφαλαίου
1.6.1 Δείκτες απόδοσης (απόδοση στη λήξη)
1.6.2 Πληροφόρηση, ρευστότητα, κόστος συναλλαγών
1.6.3 Κεφαλαιοποίηση, βάθος και εύρος αγοράς
1.7 Δομή και οργάνωση αγορών κεφαλαίου
1.7.1 Οργανωμένες-OTC αγορές, ιδιωτικές αγορές, αγορές δημοπρασίας
1.7.2 Πρωτογενείς-δευτερογενείς αγορές, τρίτες αγορές
1.8 Διαδικασία και μηχανισμοί συναλλαγών στις αγορές κεφαλαίου
1.7.1 Λήψη-διαβίβαση-εκτέλεση εντολών πελατών
1.7.2 Εκκαθάριση και διακανονισμός συναλλαγών πελατών
1.7.3 Καταχώρηση ιδιοκτησίας τίτλων, θεματοφυλακή τίτλων
1.9 Χρηματιστηριακοί δείκτες (ΓΔ/ΧΑ, FTSE-20, FTSE-40, κλπ)
2. Χρηματοπιστωτικά μέσα (επενδύσεις)
2.1 Μετοχικοί τίτλοι (βασικά χαρακτηριστικά, δικαιώματα και υποχρεώσεις)
2.1.1 Κοινές μετοχές
2.1.2 Προνομιούχες μετοχές
2.2 Τίτλοι
 σταθερού εισοδήματος (βασικά χαρακτηριστικά, δικαιώματα και υποχρεώσεις)
2.2.1 Εταιρικά ομόλογα
2.2.2 Κρατικά ομόλογα
2.3 Τίτλοι ΟΣΕΚΑ (βασικά χαρακτηριστικά, δικαιώματα και υποχρεώσεις)
2.3.1 Μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων
2.3.2 Μετοχές εταιριών επενδύσεων χαρτοφυλακίου
2.3.3. Μετοχές διαπραγματευόμενων μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων (ΔΑΚ)
2.4. Παράγωγα χρηματοπιστωτικά μέσα (βασικά χαρακτηριστικά)
2.4.1 Προθεσμιακά συμβόλαια (
forwards- FRAs)
2.4.2 Συμβόλαια Μελλοντικής Εκπλήρωσης (
futures)
2.4.3 Δικαιώματα προαίρεσης (options)
2.4.3 Συμβάσεις ανταλλαγής (swaps)
3 Χαρακτηριστικά συλλογικών επενδύσεων
3.1 Ο ρόλος των συλλογικών επενδύσεων (ΟΣΕΚΑ) ως εναλλακτική επένδυση
3.2 Χαρακτηριστικά συλλογικών επενδύσεων (ΑΕΔΑΚ, αμοιβαίο κεφάλαιο, ΑΕΕΧ)
3.3 Ενεργητικό Α/Κ, μεριδιούχοι Α/Κ
3.4 Αποτίμηση μεριδίων Α/Κ και μετοχών ΑΕΕΧ
3.5 Απόδοση συλλογικών επενδύσεων, μέρισμα, premium/
discount μετοχών ΑΕΕΧ
3.6 Κόστος εισόδου/εξόδου, φορολογία, καθαρή απόδοση
3.7 Διαδικασίες αγοράς και πώλησης μεριδίων Α/Κ
3.8 Διαφήμιση και προώθηση ΟΣΕΚΑ
3.9 Κατηγοριοποίηση και ονοματολογία ΟΣΕΚΑ
3.10 Προφίλ κινδύνου επενδυτών και κατηγοριοποίηση ΟΣΕΚΑ
3.11 ΟΣΕΚΑ στην Ελλάδα και Ένωση Θεσμικών Επενδυτών

II. Η διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος ανέρχεται σε 30 τουλάχιστον διδακτικές ώρες, οι οποίες δύνανται να μειώνονται σε 20 τουλάχιστον διδακτικές ώρες για εκπαιδευόμενους που κατέχουν τίτλο σπουδών ΑΕΙ ή ΤΕΙ οικονομικής κατεύθυνσης ή έχουν τουλάχιστο τριετή αποδεδειγμένη προϋπηρεσία πλήρους απασχόλησης σε εταιρείες του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας.

III. Στους εκπαιδευόμενους παραδίδεται εγχειρίδιο που καλύπτει επαρκώς τα αντικείμενα του προγράμματος εκπαίδευσης.

IV. Με το πέρας της εκπαίδευσης, προκειμένου να χορηγηθεί το προβλεπόμενο πιστοποιητικό συνεργασίας και εκπαίδευσης, οι εκπαιδευόμενοι υποβάλλονται σε γραπτή εξέταση δίωρης τουλάχιστο διάρκειας.

Άρθρο 2

Από τις διατάξεις της παρούσας απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Η παρούσα απόφαση ισχύει από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η παρούσα απόφαση να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β΄).

Η Γραμματέας
Χριστίνα Νικολιά

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
Δημήτριος Αυγητίδης

 

 

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφ. 1/637/28.1.2013
Απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεων μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον FTSE XA Τραπεζικό Δείκτη

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
Ν.Π.Δ.Δ.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

1/637/28.1.2013 του Διοικητικού Συμβουλίου

(ΦΕΚ Β' 165/31-01-2013)

Θέμα : Απαγόρευση των ανοικτών πωλήσεων μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον FTSE XA Τραπεζικό Δείκτη

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ

Αφού έλαβε υπόψη:

1. Την περίπτωση (ζ) της παραγράφου 1 του άρθρου 78 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ Α’ 167).

2. Την
 παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2166/1993 (ΦΕΚ Α’ 137), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2198/1994 (ΦΕΚ Α’ 43) και αντικαταστάθηκε από την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 2324/1995 (ΦΕΚ Α’ 146).

3. Το άρθρο 90 του «Κώδικα νομοθεσίας για την κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα» (π.δ. 63/2005, ΦΕΚ Α’ 98/22.4.2005).

4. Τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 2012 και τη διαδικασία που αυτός προβλέπει.

5. Το γεγονός ότι, λόγω των πρόσφατων μακροοικονομικών εξελίξεων, δεν φαίνεται να υφίσταται απειλή για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα η οποία θα απαιτούσε την συνέχιση της γενικής απαγόρευσης των ανοικτών πωλήσεων.

6. Το γεγονός, ωστόσο, ότι η διαδικασία ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων βρίσκεται σε εξέλιξη χωρίς να έχουν ξεκαθαρίσει όλοι οι ειδικότεροι όροι αυτής και, κατά συνέπεια, οποιαδήποτε πρόσθετη πίεση στις εισηγμένες μετοχές των πιστωτικών ιδρυμάτων θα είχε επιπτώσεις σε αυτή την τόσο σημαντική διαδικασία για το σύνολο της σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΟΜΟΦΩΝΑ

Άρθρο 1
Περιεχόμενο απαγόρευσης


1. Απαγορεύονται μόνο οι ανοικτές πωλήσεις μετοχών εισηγμένων στην
 αγορά αξιών του Χρηματιστηρίου Αθηνών που συνιστούν τον FTSE XA Τραπεζικό Δείκτη (εφεξής Μετοχές) και συγκεκριμένα τις μετοχές των παρακάτω πιστωτικών ιδρυμάτων:

ALPHA ΒΑΝΚ
ATTICA BANK Α.Τ.Ε.
CYPRUS POPULAR BANK
ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΚΥΠΡΟΥ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΤΡΑΠΕΖΑ
ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS

ανεξαρτήτως του τόπου κατάρτισης των συναλλαγών (οργανωμένη
 αγορά, Πολυμερής Μηχανισμός Διαπραγμάτευσης- ΠΜΔ ή εξωχρηματιστηριακά).

2. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 καταλαμβάνει και τις πωλήσεις Μετοχών που πρόκειται να εκκαθαριστούν με
 αγορά εντός της ίδιας ημέρας (ενδοσυνεδριακά).

3. Η απαγόρευση της παραγράφου 1 καταλαμβάνει και τις συναλλαγές επί των παραστατικών τίτλων μετοχών (ADRs ή GDRs) που αντιπροσωπεύουν Μετοχές.

4. Η απαγόρευση του άρθρου αυτού δεν καταλαμβάνει τους Ειδικούς Διαπραγματευτές που πραγματοποιούν ειδική διαπραγμάτευση:

α. Στις μετοχές που συνιστούν τον FTSE XA Τραπεζικό Δείκτη,

β. Στα παράγωγα των παραπάνω μετοχών,

γ. Στα μερίδια Διαπραγματεύσιμων Αμοιβαίων Κεφαλαίων- ΔΑΚ και στα παράγωγα επί των δεικτών των οποίων οι παραπάνω μετοχές αποτελούν μέρος της σύνθεσής τους.

Η εξαίρεση αυτή αφορά συναλλαγές που σκοπό έχουν την κάλυψη ή την αντιστάθμιση κινδύνου συναλλαγών που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της άσκησής των υποχρεώσεων των ειδικών διαπραγματευτών.

Άρθρο 2
Διάρκεια- Ισχύς


1. Η απόφαση αυτή τίθεται σε ισχύ από την 1 Φεβρουαρίου 2013 και ισχύει έως και την 30 Απριλίου 2013.

2. Από τις διατάξεις της παρούσας δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Προϋπολογισμού.

3. Η παρούσα απόφαση να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β).



Η Γραμματέας
Γερασιμίνα Φίλιππα

Ο Πρόεδρος
Κωνσταντίνος Μποτόπουλος

Η Α’ Αντιπρόεδρος
Βασιλική Λαζαράκου

Ο Β΄ Αντιπρόεδρος
Ξενοφών Αυλωνίτης

Τα μέλη
Γεώργιος Μούζουλας
Σωκράτης Λαζαρίδης
Ιωάννα Σεληνιωτάκη
Δημήτριος Αυγητίδης

 

 

Aριθμ. 2/92959/0023/Α/28.12.2012
Βασικοί Διαπραγματευτές Αγοράς έτους 2013

Aριθμ. 2/92959/0023/Α

 

(ΦΕΚ Β' 3562/31-12-2012)

 

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ − Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 

Έχοντας υπόψη:

 

1. Τις διατάξεις του άρθρου 26, του ν. 2515/1997 «Περί Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς» (ΦΕΚ 154 Α/1997), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 31 του ν. 2733/1999/ΦΕΚ 155 Α/1999.

 

2. Τις διατάξεις του ν. 2628/1998 «Σύσταση Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους (Ο.Δ.ΔΗ.Χ.) και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 151 Α /1998), όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3965/2011 (ΦΕΚ 113 Α/2011).

 

3. Την υπ’ αριθμ. 465/21.5.2009 Πράξη Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος «Έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας της Ηλεκτρονικής Δευτερογενούς Αγοράς Τίτλων (ΗΔΑΤ)», όπως ισχύει κάθε φορά.

 

4. Την υπ’ αριθμ. 2/80010/0023Α/21.11.2000 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος «Κανονισμός Λειτουργίας των Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς», όπως τροποποιήθηκε από τις όμοιες 2/75304/0023Α/20.12.2001, 2/75515/0023Α/20.12.2002, 2/73093/0023Α/31.12.2003, 2/72511/0023 Α/29.12.2004, 2/70563/0023Α/27−12−2005, 2/75193/0023 Α/28−12−2006, 2/85247/0023 Α/27.12.2007, 2/95173/0023/Α/31.12.2009 και την 2/28492/0023Α/3.5.2010 όπως τροποποιήθηκε από την 2/91001/0023Α/29−12−2010 (ΦΕΚ 2241 Β/2010).

 

5. Την υπ’ αριθμ. 2023976/2848/0023/98 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος «Συγκρότηση Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου για την πρώτη εφαρμογή του θεσμού των Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς», όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με τις όμοιες 2/70200/0023/6.10.1999, 2/63981/0023/14.4.2000, 2/65793/0023 Α/12.11.2002, 2/76255/0023 Α/31.12.2002, 2/9450/0023 Α/18.02.2005, 2/30283/0023 Α/07.06.2005, 2/12023/0023 Α/21.02.2007, 2/46077/0023Α/25.06.2009, 2/19336/0023Α/29.03.2010 και την 2/13899/023Α/10−2−2011.

 

6. Το Π.Δ. 185/2009 «Ανασύσταση Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ 213 Α/2009).

 

7. Το Π.Δ. 189/2009 «Καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των Υπουργείων» (ΦΕΚ 221 Α/2009).

 

8. Το Π.Δ. 90/2012 «Διορισμός Υπουργού και Υφυπουργών» (ΦΕΚ 144 A/2012).

 

9. Τις διατάξεις του ν. 3861/2010 «Ενίσχυση της διαφάνειας με την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων των κυβερνητικών, διοικητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο 'Πρόγραμμα Διαύγεια' και άλλες διατάξεις.» (ΦΕΚ 112 Α/2010).

 

10. Την από 19.12.2012 σχετική εισήγηση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου των Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς προς τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

 

11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκύπτει δαπάνη εις βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, 

 

αποφασίζουμε:

 

Ανανεώνουμε την θητεία των παρακάτω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (με αλφαβητική σειρά) στην ομάδα των Βασικών Διαπραγματευτών Αγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου από την 1.1.2013 για περίοδο ενός ημερολογιακού έτους:

 

1. «ALPHA BANK SA»

2. «BANCA IMI SPA»

3. «BARCLAYS BANK PLC»

4. «BNP PARIBAS SA»

5. «CITIGROUP GLOBAL MARKETS LTD»

6. «CREDIT SUISSE SECURITIES (EUROPE) LTD»

7. «DEUTSCHE BANK AG»

8. «EUROBANK ERGASIAS AE»

9. «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ»

10. «ΕΜΠΟΡΙΚΗΤΡΑΠΕΖΑ»

11. «GOLDMAN SACHS INTERNATIONAL BANK»

12. «HSBC BANK PLC»

13. «INGBANKNV»

14. «JP MORGAN SECURITIES LTD»

15. «MERRILL LYNCH INTERNATIONAL»

16. «MORGAN STANLEY & Co. INTERNATIONAL PLC»

17. «NOMURA INTERNATIONAL PLC»

18. «ROYAL BANK OF SCOTLAND PLC»

19. «SOCIETE GENERALE»

20. «ΤΡΑΠΕΖΑΠΕΙΡΑΙΩΣΑΕ»

21. «UBS LTD»

22. «UNICREDIT BANK AG (MILAN)»

 

Ισχύουν οι συμβάσεις προσχώρησης που είχαν υπογραφεί κατά το 2011.

 

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Αθήνα, 28 Δεκεμβρίου 2012

 

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ

 

Ο ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΣ