Τιμολογια νομολογια νομοθεσια - Εκδοση Διαταγης Πληρωμης από Τιμολογια Νομοθεσια Νομολογια - Οφειλες απο τιμολογια Νομολογια νομοθεσια

Τιμολογια – εκδοση διαταγης πληρωμης για τιμολογια – Διαταγη πληρωμης τιμολογια – Ποτε είναι δυνατη η εκδοση διαταγης πληρωμης με βαση τιμολογια – Υπογραφη οφειλετη κατά τροπο που καθιστα σαφηνεια στην αποδοχη οφειλης. – Αντιπροσωπος Υποχρεου μετα από εξουσιοδοτηση – Για την αποδειξη της εκδοσης διαταγης πληρωμης από δημοσιο ή ιδιωτικο εγγραφο.

 

Αποφαση1608/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΝΤΑΪΜΟΝΤΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάρι Καραμήτσιο.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΑΡΚΟ", που εδρεύει στο …, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ματθαίου .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2010 αναγνωριστική αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4185/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 670/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 27-3-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 2-1-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 670/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 6-9-2011 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 4185/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η από 20-4-2010 ανακοπή της αναιρεσίβλητης για ακύρωση της 744/2010 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και η σωρευόμενη σ' αυτήν αρνητική αναγνωριστική αγωγή. Το Εφετείο Πειραιώς εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής και της αρνητικής αγωγής δέχθηκε την ανακοπή και μερικώς την αγωγή, ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής και αναγνώρισε την ανυπαρξία οφειλής της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) προς την εναγομένη (αναιρεσείουσα) για ποσόν 365.194,65 ευρώ. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ. 1 εδ. α', 632 παρ. 1 και 633 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση. Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολομ. ΑΠ 10/1997). Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει υποχρεώσεις από το έγγραφο. Κατά το άρθρο δε 447 KΠολΔ το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί απόδειξη υπέρ του εκδότη μόνον αν το προσκόμισε ο αντίδικος ή αν πρόκειται για τα βιβλία που αναφέρονται στο άρθρο 444 ΚΠολΔ. 'Ετσι, είναι δυνατή η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση τιμολόγια μόνον εάν αυτά φέρουν την υπογραφή του οφειλέτου κατά τρόπο που να καθίσταται σαφές ότι αυτός αποδέχεται την οφειλή του. Στην περίπτωση δε κατά την οποία έχει υπογράφει επί των εγγράφων αυτών (τιμολογίων) κάτω από την δήλωση αποχής τους τρίτο πρόσωπο, ως αντιπρόσωπος του υποχρέου κατόπιν εντολής και εξουσιοδοτήσεως τούτου, απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής η εντολή και πληρεξουσιότητα αυτή να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται και από την αρχή της ασφάλειας των συναλλαγών, διότι διαφορετικά ο φερόμενος ως αντιπροσωπευόμενος οφειλέτης, δεσμεύεται υπέρμετρα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη καθαρή δήλωση της βούλησής του για αντιπροσωπευτική διάθεση (πρβλ. ΑΠ 1480/2007). Στην προκειμένη περίπτωση, κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας και με βάση το αναφερόμενο σ'αυτήν τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών που είχε εκδώσει η ίδια ως θαλάσσιος μεταφορέας στο όνομα της αναιρεσίβλητης ως ναυλώτριας, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 744/2010 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά σε βάρος της τελευταίας. Κατά την αίτηση και κατά τη διαταγή πληρωμής το τιμολόγιο είχε υπογράψει στη θέση του παραλήπτη, ως αντιπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, κατ' εντολή και για λογαριασμό της και κάτω από την εταιρική της σφραγίδα, η υπάλληλός Α. Δ.. Η αναιρεσίβλητη με την ένδικη ανακοπή της προέβαλε ότι δεν συνέτρεχε η διαδικαστική προϋπόθεση της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης της αναιρεσείουσας και του απαιτητού και ληξιπρόθεσμου αυτής (απαίτησης), δεδομένου ότι το εκδοθέν "επί πιστώσει" τιμολόγιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, δεν φέρει την υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, αλλά υπογραφή τρίτου, που δεν ενέργησε κατ' εντολή και για λογαριασμό της, αλλά για δικό του λογαριασμό. Το Εφετείο, ερευνώντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την ανακοπή, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Όπως προκύπτει από την επισκόπηση του κειμένου της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την εξέδωσε λαμβάνοντας υπόψη του, προς τούτο, (μόνο) το υπ' αριθμ. 546/31-1-2009 τιμολόγιο της ήδη εφεσίβλητης - αιτούσας (καθής η ανακοπή - εναγομένης) ποσού 321.950,01 ευρώ, καθαρής αξίας πλέον ΦΠΑ, πληρωτέο με πίστωση 15 ημερών από την ήδη εκκαλούσα - καθ'ης αυτή (ανακόπτουσα - ενάγουσα). Από το ίδιο το περιεχόμενο, όμως, του επίμαχου τιμολογίου δεν αποδεικνύεται ότι η Α. Δ., που το υπέγραψε, στη θέση του παραλήπτη και κάτω από την εταιρική σφραγίδα της ανακόπτουσας, της οποίας αυτή δεν ήταν, τότε, η νόμιμη εκπρόσωπος, είχε την προς τούτο εντολή και πληρεξουσιότητά της τελευταίας, που, σημειωτέον, αρνείται την ύπαρξή της (πληρεξουσιότητας). Επομένως, αφού, από το ρηθέν τιμολόγιο δεν αποδεικνύεται η παραπάνω πληρεξουσιότητα της καθ' ης η διαταγή πληρωμής - ανακόπτουσας, προς το ανωτέρω πρόσωπο, που το υπέγραψε ως παραλήπτης και, επιπλέον, δεν προσκομίσθηκε, πλην αυτού (τιμολογίου), για την έκδοσή της (ένδικης διαταγής), όπως τούτο προκύπτει από το κείμενό της, κανένα άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, αποδεικτικό της εν λόγω πληρεξουσιότητας ή εντολής, αυτή (διαταγή πληρωμής), σύμφωνα με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις, είναι άκυρη, ως εκδοθείσα παρά την έλλειψη της (απαιτούμενης) διαδικαστικής προϋποθέσεως της έγγραφης απόδειξης της απαίτησης και του ποσού, που διατάσσεται, μ' αυτή, να πληρώσει η καθ'ης - ανακόπτουσα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, δέχθηκε τον σχετικό λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, που είχε εκδώσει σε βάρος της ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί δεν κήρυξε ακυρότητα παρά το νόμο, δηλαδή προέβη σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου. Επομένως τυγχάνει αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, η από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτη την έκδοση της ένδικης διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, αντί να κρίνει ότι η απόδειξη της εντολής και πληρεξουσιότητας του τρίτου προσώπου που παρέλαβε το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών αποτελούσε ζήτημα ουσίας, που θα έπρεπε να αποδειχθεί κατά τη συζήτηση της ανακοπής και όχι διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα επικαλείται ότι το Εφετείο δέχθηκε πως το σχετικό τιμολόγιο, με βάση το οποίο εκδόθηκε η επίμαχη διαταγή πληρωμής, υπογράφτηκε μεν από την υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Α. Δ. κάτω από την εταιρική σφραγίδα, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι η εν λόγω υπάλληλος είχε την προς υπογραφή του τιμολογίου εντολή και πληρεξουσιότητα, αντί να δεχθεί ότι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η υπάλληλος της αναιρεσίβλητης, που ήταν εφοδιασμένη με την εταιρική σφραγίδα, δεν θα μπορούσε να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, την υπογραφή δηλαδή του τιμολογίου και τη θέση της εταιρικής σφραγίδας σ' αυτό, με το οποίο αποδεχόταν ένα τόσο μεγάλο χρέος ύφους 383.120,51 ευρώ κατά κεφάλαιο, χωρίς την ύπαρξη εντολής και συναινέσεως των νομίμων εκπροσώπων της τελευταίας γι' αυτή, της την ενέργεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, για το λόγο ότι το Εφετείο δεν εξέφερε τη δικαιοδοτική του κρίση με δεδομένη την έλλειψη εντολής και πληρεξουσιότητας της ως άνω υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης για την υπογραφή του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών. Ειδικότερα, το Εφετείο ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, για το λόγο ότι η εντολή αυτή και πληρεξουσιότητα, ως διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, δεν προαποδεικνυόταν από το επίμαχο τιμολόγιο. Εξάλλου, αναγνώρισε ότι δεν υφίσταται οφειλή της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα για εγγυημένες ποσότητες μεταφοράς μεταλλεύματος κατά μήνα, που αποτελούσαν το περιεχόμενο του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, με βάση την ερμηνεία στην οποία προέβη του σχετικού όρου του από 20-6-2006 συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας διαπιστώνεται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς την έννοια της βουλήσεως των μερών που δηλώθηκε. Παραβίαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων υπάρχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας, διαπιστώνοντας κενό στη δικαιοπραξία ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των μερών, προσέφυγε μεν σ' αυτούς, με την ερμηνεία όμως που έδωσε παραβίασε την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, υπό το πρίσμα των οποίων αναζητείται και η αληθινή βούληση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις. Κενό υφίσταται όταν τα μέρη άφησαν κάποιο σημείο αρρύθμιστο, το οποίο όμως πρέπει να ρυθμισθεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και γνωστικού ανθρώπου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένος στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο σταθμίζει τα συμφέροντα των μερών, και ιδίως εκείνου στην προστασία του οποίου αποβλέπει ο ερμηνευόμενος όρος, και λαμβάνει επίσης υπόψη τη φύση και τον σκοπό της δικαιοπραξίας, τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις της βουλήσεως των μερών, τις τοπικές και γλωσσικές συνήθειες, τις προηγούμενες συναλλαγές των μερών και την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί και πώς οι σχετικές δηλώσεις του ενός μέρους αναμένονταν να εκληφθούν από το άλλο. Για να συναγάγει το ερμηνευτικό πόρισμα το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεσθεί στο περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά μπορεί να αντλήσει στοιχεία και εκτός της συμβάσεως, που θα προταθούν από τους διαδίκους. Δεν αποκλείεται μάλιστα να λάβει υπόψη του και στοιχειά από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της συμβάσεως συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν προσδώσει στη σύμβαση τα μέρη γεγονός που υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 20- 6-2006 ιδιωτικού έγγραφου συμφωνητικού, που υπογράφηκε στην Αθήνα μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, διά των νομίμων εκπροσώπων τους, καταρτίστηκε σύμβαση αποθήκευσης, φόρτωσης και μεταφοράς μεταλλευμάτων της ενάγουσας - ανακόπτουσας με τρία φορτηγά, υπό ελληνική σημαία, πλοία, που εκμεταλλευόταν η εναγομένη - καθής και με την οποία (σύμβαση) η τελευταία τα ναύλωσε στην πρώτη, έναντι συμφωνημένου ναύλου, πλήρως επανδρωμένα, με το κατάλληλο πλήρωμα, πλήρως ... εξοπλισμένα με μέσα εκφόρτωσης και λοιπά βοηθητικά όργανα, κατάλληλα και έτοιμα από κάθε άποψη να δεχθούν και να μεταφέρουν πλήρες φορτίο μεταλλεύματος και λιγνίτη από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης στο λιμάνι Λάρυμνας Φθιώτιδας. Η διάρκεια της εν λόγω σύμβασης συμφωνήθηκε, με αναδρομική ισχύ, από τις 8-8-2005 μέχρι τις 31-12-2009, με δυνατότητα (μονομερώς) της ενάγουσας - ανακόπτουσας να την καταγγείλει αναίτια και αζημίως με επιστολή της προς την εναγόμενη πριν τρεις μήνες και για σπουδαίο λόγο πριν 15 ημέρες, τέλος δε με τη δυνατότητα αμφότερων των συμβληθέντων μερών να καταγγείλουν ή αναστείλουν τη σύμβαση αζημίως για ανωτέρα βία και δη: απρόβλεπτα περιστατικά όπως εργατικές κινητοποιήσεις, θεομηνίες, πυρκαγιές, εμπόλεμες καταστάσεις, επαναστάσεις, κυβερνητικές αποφάσεις (όροι 13, 14.1, 14.2, 14.3 αυτού). Επιπλέον, προβλέφθηκε η δυνατότητα της ενάγουσας - ανακόπτουσας να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη - καθ' ης για μη προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης, με κοινοποίηση στην τελευταία της σχετικής απόφασης του ΔΣ ή του νομίμου εκπροσώπου της, χωρίς καμία άλλη διατύπωση, και δη για την περίπτωση, κατά την οποία παρατηρηθούν προβλήματα στη μεταφορά του φορτίου λόγω αδυναμίας του αναδόχου (εναγομένης) να μεταφέρει τις απαιτούμενες ποσότητες και να εκπέσει (η ενάγουσα - εργοδότρια) υπέρ αυτής τη σχετική εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης (18ος όρος). Περαιτέρω, με τον 11°, κρίσιμο... για την ουσιαστική έρευνα της υπόψη διαφοράς, όρο της ένδικης σύμβασης, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των διαδίκων, τα εξής: "ΠΟΣΟΤΗΤΕΣ ΦΟΡΤΙΩΝ:

11.1 Οι προς μεταφορά ποσότητες φορτίων καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης θα ανέρχονται μηνιαίως σε περίπου 50.000 ΜΤ (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%) με την ακόλουθη ενδεικτική και όχι δεσμευτική σύνθεση: α) 30.000 ΜΤ Μεταλλεύματος Σιδηρονικελίου ανά μήνα (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%). β) 20.000 ΜΤ 25% Λιγνίτη ανά μήνα (με απόκλιση είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω της τάξεως του 25%) (Φαινόμενο ειδικό βάρος (υλικό χύδην)): α) Μεταλλεύματος 1,5 mt/m3, β) Λιγνίτη 1 mt/m3.

11.2 Η ελάχιστη μηνιαία ποσότητα για τον λατερίτη δεν θα είναι κατώτερη των 20.000 ΜΤ και του λιγνίτη κατώτερη των 10.000 ΜΤ. Τους χειμερινούς μήνες οι μεταφερόμενες μηνιαίες ποσότητες μπορούν να ελαττώνονται και τους θερινούς μήνες να αυξάνονται.

11.3 Οι ετήσιες ποσότητες προς μεταφορά θα κυμαίνονται από 250.000 ΜΤ ελάχιστη ποσότητα για το μετάλλευμα και μεγίστη 350.000 ΜΤ, ενώ για τον λιγνίτη από 150.000 ΜΤ ελάχιστη ποσότητα και μεγίστη 240.000 ΜΤ ετησίως. 11.4 Η Εταιρία υποχρεούται να κοινοποιεί το πρόγραμμά της για τη μηνιαία μεταφορά των πρώτων υλών δέκα (10) ημέρες πριν τη λήξη του εκάστοτε προηγούμενου μήνα. 11.5 Επιτρέπεται η μεταφορά μεγαλυτέρων ποσοτήτων, από τις προαναφερθείσες, κατόπιν εντολής της Εταιρείας.

Το μεταφερόμενο φορτίο μεταλλεύματος Σιδηρονικελίου και λιγνίτη είναι ασφαλισμένο μέσω της ΑΕΕΓΑ". Η ένδικη σύμβαση εκτελέστηκε, κανονικά και ομαλά μέχρι το τέλος του έτους 2008, οπότε ανεφύησαν προβλήματα συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2009 μέχρι τις 31-1-2009 η ενάγουσα - ανακόπτουσα, παρέδωσε στην εναγόμενη - καθ' ης προς μεταφορά, μία ποσότητα 1683,10 ΜΤ λιγνίτη, η οποία και εκτέλεσε, πράγματι, τη μεταφορά κατά τους όρους της σύμβασης, με το Φ/Γ πλοίο, εκμετάλλευσης της "Γ.", γεγονός που αποδεικνύεται από την εκδοθείσα με αριθμό 64/11- 1-2009 φορτωτική και το οποίο επιβεβαίωσαν οι μάρτυρες αμφοτέρων των διαδίκων. Περαιτέρω, η εναγομένη ερμηνεύοντας τον προαναφερθέντα 11° όρο της ένδικης συμφωνίας της με την ενάγουσα υπέρ αυτής, και συγκεκριμένα, προσδίδοντας σ' αυτόν την έννοια ότι η τελευταία (ενάγουσα) είχε αναλάβει την υποχρέωση να της αναθέτει, μηνιαίως, προς μεταφορά, κατ' ελάχιστο, "εγγυημένο", όριο, τις προβλεπόμενες σ' αυτό τον όρο ποσότητες μεταλλεύματος και να της καταβάλει το συμφωνημένο, γι' αυτές, ναύλο, έστω και αν της ανέθετε τη μεταφορά μικρότερης αυτών (ελαχίστων) ή και καμιάς ποσότητας, διότι έπρεπε, αυτή, να εξασφαλίσει ένα ελάχιστο "εγγυημένο" εισόδημα, ενόψει της προετοιμασίας και των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε για τη δημιουργία και διατήρηση κατάλληλης υποδομής προς εκτέλεση της ένδικης σύμβασης, αλλά και του χαμηλού ναύλου - αμοιβής που προσέφερε, εν προκειμένω, εξέδωσε το, επίμαχο, υπ' αριθμ. 546/31-1 -2009 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, συνολικού ποσού 383.120,51 ευρώ. Στο τιμολόγιο αυτό, πέραν της, συμφωνημένης, από 15.063,75 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, αμοιβής της - ναύλου για την, πραγματοποιηθείσα, μεταφορά των 1683,10 ΜΤ λιγνίτη, συμπεριέλαβε και τις ακόλουθες αξίες : α) 96.811,26 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, ως αμοιβή - ναύλο για συμφωνημένη ελάχιστη (εγγυημένη) μηνιαία ποσότητα 10.816,90 ΜΤ λιγνίτη που δεν μεταφέρθηκε (: 12.500 ΜΤ - 1683,10 ΜΤ=10.816,90 ΜΤ Χ 8,950 ευρώ/ΜΤ), β) 210.075 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 19%, προερχόμενη από αμοιβή - ναύλο για συμφωνημένη ελάχιστη (εγγυημένη) μηνιαία ποσότητα 25.000 ΜΤ λατερίτη που, επίσης, δεν μεταφέρθηκε (: (25.000 ΜΤ Χ 8,403 ευρώ/ΜΤ η συμφωνημένη κατά τον όρο 3 της σύμβασης αμοιβή - ναύλος) και, γ) 61.170,50 ευρώ, συνολικό, ΦΠΑ. Η ενάγουσα αρνείται την ως άνω οφειλή της, ισχυριζόμενη ότι ο προαναφερθείς όρος δεν ετέθη υπέρ της εναγομένης, αλλά, αντίθετα, (ετέθη) υπέρ αυτής, ώστε να εξασφαλισθεί, για λογαριασμό της, η μεταφορά ενός ελαχίστου, αναγκαίου για τη λειτουργία του εργοστασίου της, φορτίου μεταλλευμάτων. Ενόψει, λοιπόν, της προεκτεθείσης, εκ διαμέτρου, αντίθετης ερμηνείας του ρηθέντος, κρισίμου, για την τομή της ένδικης διαφοράς, (11ου) όρου της ένδικης σύμβασης από τις συμβληθείσες διαδίκους, αλλά και του γεγονότος ότι από το προεκτεθέν κείμενο αυτού (11ου όρου) δεν προκύπτει υπέρ ποίου συμβαλλομένου μέρους θέλησαν οι διάδικοι την εφαρμογή του, ενώ οι ένορκες καταθέσεις, στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των μαρτύρων των διαδίκων... επι του ζητήματος αυτού, επίσης, είναι, εκ διαμέτρου, αντίθετες, ανάλογα με το υπέρ ποίου, εκ των διαδίκων καταθέτει ο καθένας, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι, στην προκείμενη περίπτωση γεννάται αμφιβολία ως προς την αληθινή έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των διαδίκων, αναφορικά με τον προεκτεθέντα όρο της ένδικης σύμβασης και, επομένως, πρέπει να την αναζητήσει προσφεύγοντας στους ερμηνευτικούς κανόνες των προμνησθεισών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Ειδικότερα, από τον επίμαχο (11°) όρο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό προς : α) τον, με το προαναφερθέν περιεχόμενο, 18° όρο του ενδίκου, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνητικού, με βάση τον οποίον, ως ανεφέρθη, η ενάγουσα (εταιρεία) μπορούσε να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη (ανάδοχο) και να εκπέσει υπέρ αυτής τη σχετική εγγυητική επιστολή καλής εκτέλεσης, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της σε οποιονδήποτε όρο (όλων ορισθέντων ουσιωδών) του ενδίκου συμφωνητικού, πλέον συγκεκριμένα δε λόγω αδυναμίας της τελευταίας (εναγομένης - αναδόχου) να μεταφέρει "τις απαιτούμενες ποσότητες" μεταλλεύματος, και β) την έλλειψη οποιουδήποτε όρου στην ένδικη σύμβαση, που να προβλέπει αμοιβή της εναγομένης για μη πραγματοποιηθείσες, απ' αυτή, μεταφορές φορτίων, οφειλόμενες, ακόμη και σε πταίσμα της ενάγουσας, προκύπτει, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών (διαδίκων), όπως αυτή ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, ήταν να τεθεί και να εφαρμόζεται ο προαναφερθείς 11ος όρος της ένδικης σύμβασης υπέρ της ενάγουσας, ώστε να εξασφαλίζεται γι' αυτήν η μεταφορά των ελαχίστων φορτίων μεταλλεύματος, που ήσαν απόλυτα αναγκαία για την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου της, αφού αυτή (ενάγουσα), όπως αποδείχθηκε, εξαρτάτο, απόλυτα, από τις υπηρεσίες της εναγομένης, δεδομένου ότι της είχε αναθέσει, αποκλειστικά, το σύνολο της μεταφοράς των αναγκαίων, για την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου της και την απρόσκοπτη άσκηση της, εν γένει, βιομηχανικής της δραστηριότητας, ποσοτήτων μεταλλεύματος, και, άρα, συνεπεία της εξαρτήσεως της αυτής ήταν, εν προκειμένω, (η ενάγουσα) το "ασθενέστερο" από τα συμβληθέντα, στην ένδικη σύμβαση, μέρη. ’λλωστε, δεν προέκυψε ότι υπήρχε δικαιολογητικός λόγος να τεθεί ο όρος αυτός υπέρ της εναγομένης, αφού αυτή, όπως αποδείχτηκε, δραστηριοποιείτο, στην ελεύθερη αγορά, αναλαμβάνοντας την εκτέλεση μεταφορών, από διάφορους πελάτες της και όχι μόνο από την ενάγουσα, που σημειωτέον δεν ήταν ο μοναδικός ή ο κύριος πελάτης της και από την οποία, ως εκ τούτου, (η εναγομένη) δεν ήταν απόλυτα ή σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη, στην άσκηση της επιχειρηματικής (μεταφορικής) της δραστηριότητας, ώστε να τεθεί υπέρ αυτής ο ρηθείς όρος για να της εξασφαλίζεται ένα "εγγυημένο" ελάχιστο μηνιαίο εισόδημα. Πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί ότι η εναγομένη, για να ενισχύσει τον παραπάνω ισχυρισμό της, επικαλείται την εξόφληση, εκ μέρους της ενάγουσας, στα πλαίσια άλλων, μεταξύ τους υφισταμένων, συμβάσεων μεταφοράς μεταλλευμάτων (και δη της από 08- 12-2005, σχεδόν, ταυτόχρονης ισχύος, με την επίμαχη, την οποία και προσκομίζει), τιμολογίων της (εναγομένης), που είχαν εκδοθεί, για μη μεταφερθείσες "εγγυημένες" ποσότητες μεταλλευμάτων. Πράγματι, στον όρο 5 της επικαλουμένης και προσκομιζόμενης, ως άνω, από 08-12- 2005, σύμβασης, μεταξύ των διαδίκων, με αντικείμενο τη μεταφορά σκουριάς, από την εναγομένη, για την εξυπηρέτηση των βιομηχανικών αναγκών της ενάγουσας, αναγράφεται ότι "...η ποσότητα σκουριάς που θα μεταφέρεται και απορρίπτεται καθορίζεται σε 100.000 - 160.000 τόνους. Ως εγγυημένη ποσότητα ορίζεται αυτή των 100.000 τόνων μεταφερομένης και απορριπτόμενης σε δίμηνη βάση ήτοι ως μέσος όρος πρώτου, δευτέρου κοκ. διμήνου ακεραίως...". Πέραν, όμως, του ότι και από το, αμέσως, προεκτεθέν κείμενο δεν προκύπτει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η αληθής βούληση των συμβληθεισών σ' αυτήν (εδώ διαδίκων), αναφορικά με την εφαρμογή του ρηθέντος όρου, περί μεταφοράς ελάχιστου "εγγυημένοι)" φορτίου σκουριάς, υπέρ της μιας ή της άλλης αυτών, δεν αποδείχθηκε από τα τιμολόγια που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, προς επίρρωση του ως άνω ισχυρισμού της και τα οποία, ως δεν αμφισβητείται, εξοφλήθηκαν από την ενάγουσα, ότι τα ποσά, για τα οποία αυτά εκδόθηκαν, αφορούν αμοιβές της (εναγομένης) για, μη μεταφερθείσες και προβλεπόμενες ως ελάχιστες, προς μεταφορά, "εγγυημένες" ποσότητες σκουριάς, αφού σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο τους, εκδόθηκαν (τα τιμολόγια), "έναντι φορτίων απόρριψης κοκκοποιημένης σκουριάς με (φορτηγίδες) ΦΙ και Φ2", και όχι έναντι αμοιβών της "για ελάχιστες μηνιαίες εγγυημένες πληρωτέες ποσότητες...", όπως αναγράφεται στο επίμαχο, τιμολόγιο, ώστε να μπορεί, εντεύθεν, να εξαχθεί, με βάση τις προμνησθείσες διατάξεις (173, 200 του ΑΚ), η επικαλούμενη από αυτή (εναγομένη) ερμηνεία, του επίμαχου (11ου) όρου του ενδίκου συμφωνητικού. ’λλωστε, τόσο η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη, από την εναγομένη, προς επίρρωση του παραπάνω ισχυρισμού της, από 08-12- 2005, σύμβασή της με την ενάγουσα, όσο και τα εκδοθέντα, στα πλαίσια της εκτελέσεως της εν λόγω συμβάσεως, προαναφερθέντα, τιμολόγια, δεν ομοιάζουν, κατά το περιεχόμενο τους, με τα επίμαχα (σύμβαση και τιμολόγιο) ώστε ν' αποτελούν αυτά, ασφαλές, μέτρο σύγκρισης για την εξαγωγή του ως άνω επικαλουμένου από την εναγομένη συμπεράσματος, περί εφαρμογής, δηλαδή, του υπόψη όρου υπέρ αυτής και όχι υπέρ της ενάγουσας, όπως δέχεται το Δικαστήριο τούτο. Πρέπει να επισημανθεί ότι ενδεικτικό στοιχείο της ανομοιότητας των υπόψη συμβάσεων, και ενισχυτικό, της προαναφερθείσας κρίσεως του Δικαστηρίου τούτου, αποτελεί και το γεγονός ότι, σε αντιδιαστολή με την ένδικη σύμβαση, που παρέχει, με τον 18° όρο της, το δικαίωμα στην ενάγουσα να κηρύξει έκπτωτη την εναγομένη σε περίπτωση αδυναμίας της να μεταφέρει τις απαιτούμενες ποσότητες μεταλλεύματος, η εκ μέρους της εναγομένης επικαλούμενη, προς ενίσχυση του ανωτέρω ισχυρισμού της, από 08-12-2005 σύμβαση, δεν παρέχει στην ενάγουσα ανάλογο δικαίωμα για την περίπτωση αδυναμίας της εναγομένης προς μεταφορά των ελαχίστων συμφωνημένων φορτίων. Συμπερασματικά με βάση όλα τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο τούτο, καταλήγει στην κρίση ότι, ο ανωτέρω 11ος όρος του ενδίκου συμφωνητικού, κατά την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, με αυτό διαδίκων, όπως ερμηνεύεται σύμφωνα με την καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη, τέθηκε, απ' αυτές (διαδίκους), με σκοπό να εφαρμόζεται υπέρ της ενάγουσας, ώστε να έχει αυτή, σε κάθε περίπτωση, εξασφαλισμένη, καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του (ενδίκου συμφωνητικού), τη μεταφορά των ελαχίστων, απαιτουμένων μηνιαίως, για την, απρόσκοπτη και αποτελεσματική, λειτουργία του εργοστασίου της, μεταλλευμάτων και όχι υπέρ της εναγομένης, η οποία, επομένως, δεν δικαιούτο αμοιβής για μη, πράγματι, εκτελεσθείσες, απ' αυτή και για λογαριασμό της ενάγουσας, μεταφορές φορτίων μεταλλεύματος, για οποιοδήποτε λόγο, αναγόμενο ακόμη και σε πταίσμα της τελευταίας, αφού τούτο (αμοιβή για μη μεταφερθέντα, ελάχιστα, φορτία) δεν προβλέπεται, ρητώς, κατά τα προεκτεθέντα, στην ένδικη σύμβαση, ούτε και μπορεί να συναχθεί, ερμηνευτικώς, κατ' άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, ότι αποτελεί, εν προκειμένω, την αληθινή βούληση αυτών (συμβληθεισών διαδίκων). Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η ενάγουσα δεν οφείλει στην εναγομένη ως αμοιβή - ναύλο το ποσόν των 365.194,65 ευρώ, που αφορά τις αναφερόμενες στο επίμαχο τιμολόγιο χρεώσεις για τις ελάχιστες "εγγυημένες" ποσότητες λιγνίτη και λατερίτη, που δεν μεταφέρθηκαν, αφού, σύμφωνα με τον τρόπο που ερμήνευσε το σχετικό όρο του μεταξύ τους συμφωνητικού η τελευταία (εναγομένη) δεν είχε τέτοιο συμβατικό δικαίωμα, να λαμβάνει δηλαδή αμοιβή - ναύλο για τις αναγραφόμενες στη σύμβαση ελάχιστες μηνιαίες ποσότητες μεταλλεύματος, έστω και αν για οποιοδήποτε λόγο, αναγόμενο ακόμη και σε πταίσμα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), δεν ^πραγματοποιείτο η μεταφορά τους, και κατόπιν αυτού αναγνώρισε ότι η ενάγουσα της οφείλει μόνο το ποσό του ναύλου για τη μεταφορά που πραγματοποίησε στις 11-1-2009, δηλαδή 15.063,75 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 19%, και αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί αντιθέτως ως προς τον όρο αυτό του συμφωνητικού, κράτησε την υπόθεση και δέχθηκε μερικώς την αρνητική αναγνωριστική αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν οφείλει στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) ποσόν 365.194,65 ευρώ. Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των δικαιοπραξιών, αφού από τα παραπάνω καθίσταται πρόδηλο ότι διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και αμφίβολων σημείων, αναφορικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονται στο από 20-6-2006 συμφωνητικό ως προς τον 11° όρο αυτού, και ειδικότερα υπέρ ποίου συμβαλλόμενου μέρους θέλησαν οι διάδικοι την εφαρμογή του. Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι "ο όρος αυτός τέθηκε και εφαρμόζεται υπέρ της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), ώστε να εξασφαλίζεται γι' αυτήν η μεταφορά των ελαχίστων φορτίων μεταλλεύματος, που ήσαν απόλυτα αναγκαία για την απρόσκοπτη λειτουργία του εργοστασίου της, αφού αυτή εξαρτάτο απόλυτα από τις υπηρεσίες της εναγομένης (αναιρεσείουσας), δεδομένου ότι της είχε αναθέσει, αποκλειστικά το σύνολο της μεταφοράς των αναγκαίων για την ομαλή λειτουργία του εργοστασίου της ποσοτήτων μεταλλεύματος", προέβη ευθέως σε ερμηνεία του 11ου όρου του από 20-6-2006 συμφωνητικού, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβληθέντων προσώπων, με κριτήρια αντικειμενικά, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, αφού έλαβε υπόψη και στοιχεία κείμενα εκτός του πιο πάνω συμφωνητικού, και χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Κατόπιν όλων αυτών ο τρίτος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες ως προς την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, τυγχάνει αβάσιμος.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-3-2013 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία ΝΤΑΪΜΟΝΤΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ για αναίρεση της 670/2012 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Σχετικά άρθρα κπολδ 632 και αρθρο 443 κπολδ

 

Τιμολογια – Πωληση Εμπορευματων – Διαταγη πληρωμης για τιμολογια από πωληση εμπορευματων – Νομολογια τιμολογια – Λογοι ανακοπης κατά διαταγης πληρωμης και επαναφορα των λογων ανακοπης στο εφετειο – Δηλωση παραλαβης εμπορευματων από τριτο προσωπο για λογαριασμο του αγοραστη – Συνοπτικος προσδιοριμος του γενεσιουργου λογου της απαιτησης – Τοικοι ορισμενου κεφαλαιου – Ελεγχος νομιμοτητας και κυρους της διαταγης πληρωμης.

 

Αριθμός 1349/2013 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Κοκκίνη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουτσουπιά.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. & Α. Κ. Α. Ο.Ε", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Φωτεινόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Ιουλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4327/2003 εν μέρει οριστική και 2798/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 4920/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Φεβρουαρίου 2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 23 Ιανουαρίου 2013 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο δεύτερος και ο τρίτος των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4920/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να γίνει εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της και να αναιρεθεί αντίστοιχα η ως άνω απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με την καταβολή τόκων υπερημερίας για κάθε μερικότερο ποσό του συνολικού κεφαλαίου των 17.465,83 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4920/2011 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε από ουσιαστικής πλευράς την από 18.11.2009 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2798/2009 οριστικής απόφασης του ΜονΠρΑθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 17.7.2002 ανακοπή του με αίτημα την ακύρωση της υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγής πληρωμής της δικαστού του ΜονΠρΑθηνών, που εκδόθηκε με αίτηση της αντιδίκου του και τον υποχρέωσε να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 17.465,83 ευρώ. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

2. Κατά το άρθρ. 623 του ΚΠολΔ, μπορεί, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρ. 624 έως 634 του Κώδικα αυτού, να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Η απαίτηση, που μπορεί να αποδεικνύεται και από συνδυασμό περισσότερων τέτοιων εγγράφων, πρέπει κατά το άρθρ. 624§1 του ίδιου Κώδικα να μην εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και να είναι ορισμένο το οφειλόμενο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, κατά δε το άρθρ. 626§§2 & 3 του ίδιου επίσης Κώδικα, η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, που καταθέτει ο δικαιούχος της απαίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων στοιχείων, την απαίτηση και το ακριβές ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή, να επισυνάπτονται δε σ' αυτή και όλα τα έγγραφα από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της. Διαταγή πληρωμής μπορεί έτσι να εκδοθεί και με βάση τιμολόγια πώλησης εμπορευμάτων, εφόσον όμως σ' αυτά, που αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα, έχει τεθεί η υπογραφή και του αγοραστή κατά τρόπο που να υποδηλώνει αποδοχή της σχετικής οφειλής του, αφού τότε, αναλαμβάνοντας και ο ίδιος υποχρεώσεις από τα τιμολόγια, θεωρείται ως προς τις υποχρεώσεις του εκδότης των τιμολογίων και αυτά έχουν κατά το άρθρ. 443 ΚΠολΔ αποδεικτική δύναμη σε βάρος του. Μάλιστα αν στα τιμολόγια έχει υπογράψει τη δήλωση παραλαβής των εμπορευμάτων τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του αγοραστή, πρέπει για την έκδοση διαταγής πληρωμής να αποδεικνύεται από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο και η προς τον τρίτο σχετική εντολή ή πληρεξουσιότητα (ΑΠ 1480/2007). Εξ άλλου κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 630 (γ) & (δ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι αυτή, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός [άρθρ. 631 και 904§1(ε) ΚΠολΔ], δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν (ΑΠ 1389/2011, 330/2012). Η αναφορά ειδικότερα στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρ. 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση του τίτλου, αν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 1094/2006). Τέλος κατά το άρθρ. 628§(α) ΚΠολΔ, ο δικαστής οφείλει να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής και να απορρίψει τη σχετική αίτηση στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, εάν δε παρά την έλλειψη εκδώσει διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρ. 632 ή 633 ΚΠολΔ λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, δηλαδή ανεξάρτητα από την ύπαρξη της απαίτησης.

Συνεπώς αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής αυτής είναι ο έλεγχος μόνον της νομιμότητας και του κύρους της διαταγής πληρωμής και όχι η διάγνωση της ουσιαστικής αξίωσης, οπότε αν από τα έγγραφα, που προσκομίστηκαν για την έκδοσή της, δεν αποδεικνύεται η απαίτηση, δεν μπορεί το δικαστήριο της ανακοπής να διαγνώσει την ουσιαστική αξίωση και θα πρέπει, δεχόμενο την ανακοπή, να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής (ΑΠ 1347/2011).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ανακοπτόμενη υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του ΜονΠρΑθηνών εξεδόθη βάσει 145 τιμολογίων πώλησης-δελτίων αποστολής, με τα οποία η καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) ..., πώλησε και παρέδωσε στον ανακόπτοντα (αναιρεσείοντα) ..., κατά το διάστημα από 10.1.1998 έως και 13.11.2000, τα είδη και τις ποσότητες κρεάτων που αναγράφονται σ' αυτά, αντί συνολικού τιμήματος 17.465,83 ευρώ. Στη διαταγή πληρωμής, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, παρατίθενται, κατά αύξοντα αριθμό και χρονολογία εκδόσεως, ένα προς ένα, όλα τα παραπάνω τιμολόγια πώλησης-δελτία αποστολής, αναγράφεται το συνολικό τίμημα αυτών, ανερχόμενο στο ποσό των 5.951.483 δραχμών ή 17.465,83 ευρώ, γίνεται ρητή μνεία ότι, όπως από το περιεχόμενό τους προκύπτει, ο ανακόπτων-καθ' ου η διαταγή πληρωμής, παρέλαβε, δια της υπογραφής του, τα αναφερόμενα σ' αυτά εμπορεύματα και διατάσσεται αυτός να καταβάλει στην καθ' ης η ανακοπή το πιο πάνω συνολικό ποσό των 17.465,83 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επί του ποσού ενός εκάστου τιμολογίου από την επομένη της εκδόσεώς του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, η οποία περιέχει τόσο το ποσό της απαίτησης, που υποχρεούται ο αναιρεσείων να καταβάλει με τους νόμιμους τόκους στην αναιρεσίβλητη, όσο και την αιτία της απαίτησης, που είναι οι διαδοχικές πωλήσεις και παραδόσεις κρεάτων από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, όπως αυτές προκύπτουν από τα παρατιθέμενα στη διαταγή πληρωμής τιμολόγια-δελτία αποστολής και ότι συνεπώς δεν χρειαζόταν, για να είναι έγκυρη η διαταγή πληρωμής, να παρατίθενται σ' αυτή και τα μερικότερα ποσά κάθε τιμολογίου, απέρριψε ως αβάσιμο τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο αυτός παραπονέθηκε για την απόρριψη από την πρωτόδικη απόφαση του πρώτου λόγου της ένδικης ανακοπής του, σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, εφόσον σ' αυτή δεν παρατίθενται τα μερικότερα ποσά κάθε τιμολογίου. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ναι μεν η παράθεση στην ως άνω διαταγή πληρωμής του συνολικού μόνον ποσού των τιμολογίων που τη στηρίζουν είναι αρκετή για την εξατομίκευση της αντίστοιχης απαίτησης ως προς την αιτία και το κεφάλαιό της, αφού πρόκειται για διαδοχικές πωλήσεις κρεάτων από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα, που εξειδικεύονται χρονικά με βάση το χρόνο έκδοσης κάθε τιμολογίου και συνεπώς ως προς την αιτία και το κεφάλαιό της η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και μπορεί να επιχειρηθεί ως προς αυτή αναγκαστική εκτέλεση, όμως η παράλειψη εξειδίκευσης των μερικότερων ποσών κάθε τιμολογίου καθιστά αδύνατο τον υπολογισμό των τόκων επί των ποσών αυτών με βάση τη διαταγή πληρωμής, αφού αυτή όρισε ως αφετηρία για τον υπολογισμό των τόκων ως προς τα μερικότερα αυτά ποσά την επομένη της έκδοσης κάθε αντίστοιχου τιμολογίου, που αναγκαίως προϋποθέτει την εξειδίκευση των μερικότερων αυτών ποσών.

Συνεπώς ως προς την καταδίκη σε καταβολή τόκων είναι ακυρωτέα η παραπάνω διαταγή πληρωμής και έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτός ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής κατά μερική αντίστοιχη παραδοχή του πρώτου λόγου της έφεσης. Το Εφετείο λοιπόν που έκρινε, όπως και το Πρωτοδικείο, διαφορετικά, παρά το νόμο δεν ακύρωσε κατά το αντίστοιχο μέρος της τη διαταγή πληρωμής και είναι συνακόλουθα εν μέρει βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

3. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 520, 522, 525 και 527 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ή οι ενστάσεις του εναγομένου, που απορρίφθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση, επαναφέρονται παραδεκτά στο Εφετείο μόνο με λόγο της έφεσή τους κατά της απόφασης αυτής, αρχικό ή πρόσθετο, και όχι με τις προτάσεις κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, εκτός αν πρόκειται για υπόθεση δικαζόμενη κατά διαδικασία, στην οποία οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης επιτρέπεται να ασκηθούν και με τις προτάσεις, το ίδιο δε ισχύει και για ισχυρισμούς ή ενστάσεις του εκκαλούντος, των οποίων συγχωρείται κατά το άρθρ. 527 αριθ. 2 και 3 ΚΠολΔ η προβολή τους για πρώτη φορά στο Εφετείο (ΑΠ 101/2012).

Συνεπώς και οι λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που επέχουν γενικώς θέση ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 13/2010? 14/2010? 684/2013), εφόσον απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα ανακόπτοντα μόνο με λόγο της έφεσής του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ως παράπονο κατ' αυτής, και όχι με τις κατ' έφεση προτάσεις του.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που προτάθηκε με λόγο της ένδικης ανακοπής του και μετά την παράλειψη της εκκαλούμενης πρωτόδικης απόφασης να τον ερευνήσει επαναφέρθηκε στο Εφετείο με τις προτάσεις του, δηλαδή ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα, επειδή τα τιμολόγια, στα οποία βασίσθηκε η έκδοσή της, δεν αποδεικνύουν απαίτηση της αντιδίκου του εναντίον του, αφού δεν έχουν υπογραφεί απ' αυτόν ως παραλήπτη των εμπορευμάτων (κρεάτων) που αφορούν, αλλά από τρίτα πρόσωπα, που δεν ενήργησαν κατ' εντολή του για λογαριασμό του. Όμως εφόσον ο παραπάνω πρωτόδικος ισχυρισμός και λόγος της ένδικης ανακοπής του αναιρεσείοντος, με τον οποίο, όπως αυτός εκτίθεται στο αναιρετήριο, δεν προβάλλεται ένσταση πλαστότητας, αλλά απλή άρνηση της υπογραφής του αναιρεσείοντος στα κρίσιμα τιμολόγια, δεν επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του, αλλά με τις προτάσεις του, όπως ο ίδιος δέχεται, είναι απαράδεκτος κατά τις ως άνω νομικές σκέψεις και ορθώς δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο. Επομένως είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.

Αβάσιμος επίσης και απορριπτέος είναι και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό και πάλι 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έκρινε ακυρωτέα την ως άνω διαταγή πληρωμής, μολονότι τα τιμολόγια, στα οποία βασίσθηκε η έκδοσή της, δεν αποδεικνύουν τα ίδια απαίτηση της αντιδίκου του εναντίον του, γι' αυτό και το Εφετείο, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιας απαίτησης, κατέφυγε ανεπίτρεπτα σε άλλα αποδεικτικά μέσα και έγγραφα, που δεν είχαν επισυναφθεί στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής. Όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατέφυγε στο σύνολο του αποδεικτικού υλικού που τέθηκε υπόψη του, όχι βέβαια για να διαπιστώσει την ύπαρξη και το ύψος της σχετικής με τη διαταγή πληρωμής απαίτησης, που προκύπτει σαφώς από τα παρατιθέμενα σ' αυτή τιμολόγια, αλλά για να αποκρούσει την ένσταση εξόφλησης της απαίτησης αυτής που προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα. Συνακόλουθα κατά μερική παραδοχή μόνου του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης πρέπει η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση να αναιρεθεί αντίστοιχα κατά το μέρος μόνο που έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της ανακοπτόμενης υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με την καταβολή τόκων υπερημερίας για κάθε μερικότερο ποσό του συνολικού κεφαλαίου των 17.465,83 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να κρατηθεί και να δικασθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012, αφού δεν χρειάζεται άλλη επί της ουσίας διευκρίνιση, να γίνει δε δεκτή από τυπικής και ουσιαστικής πλευράς η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και να εξαφανισθεί εν μέρει η απόφαση αυτή ως προς το κεφάλαιο των επιδικαζόμενων με την υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τόκων, ως προς το οποίο πρέπει να γίνει αντίστοιχα δεκτή η ένδικη ανακοπή του και να ακυρωθεί εν μέρει ως προς τους τόκους αυτούς η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Τέλος τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με το μέγεθος της νίκης και της ήττας τους και να καταδικασθεί έτσι η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρ. 176 εδ.β, 178§1, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4920/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος μόνο που έκρινε ότι δεν συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της υπ' αριθ. 4640/2002 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση ειδικότερα με την καταβολή τόκων υπερημερίας για κάθε μερικότερο ποσό του συνολικού κεφαλαίου των 17.465,83 ευρώ, που επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη. Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την από 18.11.2009 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 2798/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει εν μέρει την απόφαση αυτή ως προς το κεφάλαιο των επιδικαζόμενων με την ως άνω διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τόκων.

Δέχεται εν μέρει ως προς το κεφάλαιο αυτό την ένδικη από 17.7.2002 ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά της αυτής διαταγής πληρωμής.

Ακυρώνει αντίστοιχα ως προς το ίδιο κεφάλαιο τη διαταγή πληρωμής, την οποία επικυρώνει κατά τα λοιπά, δηλαδή ως προς το επιδικαζόμενο ατόκως πλέον συνολικό κεφάλαιο των 17.465,83 ευρώ.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει συνολικά για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας σε δυο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Νομοθεσια και αρθρα νομοθετηματων σχετικα με τα τιμολογια – Τιμολογια Νομοθεσια Νομολογια

Σχετικα: Κωδικας πολιτικης δικονομιας – αρθρο 623 κπολδ, αρθρο 630 και 632 κπολδ, αρθρο 633 κπολδ,αρθρο 520 κπολδ

 


Τιμολογια Εικονικα – Ειδικη και εμπεριστατωμενη αιτιολογια εικονικα τιμολογια – Ποινικη διωξη για εικονικα τιμολογια – αμεση ασκηση ποινικης διωξης – Πορισματα φορολογικου ελεγχου και μηνυτηρια αναφορα ΔΟΥ – Μηνυτηρια αναφορα από το ΣΔΟΕ για εικονικα τιμολογια είναι εσφαλμενος ισχυρισμος.

 

Αριθμός 564/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αθανασίο Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κανάκη, για αναίρεση της με αριθμό 3891/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Μαΐου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1035/2007.

Αφ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 239 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης, πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Ως αυτοτελείς ισχυρισμοί θεωρούνται όσοι τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως, της ικανότητας προς καταλογισμό, τη μείωση της ικανότητας αυτής, την εξάλειψη του αξιοποίνου ή τη μείωση της ποινής. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι ορισμένοι, δηλαδή, κατά περίπτωση, να αναφέρονται κατά τρόπο αναλυτικό τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούντα κατά νόμο για τη συγκρότηση της νομικής έννοιας του συγκεκριμένου ισχυρισμού, έτσι ώστε να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολογήσεως και, σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των αορίστων αυτών ισχυρισμών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Τέλος, η μη ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, αφού περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το Δικαστήριο της ουσίας και κάθε σχετική αιτίαση ως προς την περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίση του Δικαστηρίου, βάσει των αποδεικτικών στοιχείων που εκτίμησε, είναι απαράδεκτη, γιατί ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα της αποφάσεως και δεν εισέρχεται στην ουσιαστική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αριθ. 3891/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε έπειτα από την υπ' αρ. 1761/2006 έφεση της κατηγορουμένης - αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 21770/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η τελευταία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) ετών, για άμεση συνέργεια σε έκδοση εικονικών φορολογικών στοιχείων κατ' εξακολούθηση, ήτοι για παράβαση των άρθρων 19 παρ. 1, 2, 3, 4, 21 Ν.2523/1997, 45, 46 παρ. 1β και 98 Π.Κ. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμνη απόφαση η αναιρεσείουσα, δια του συνηγόρου της, προέβαλε "την ένσταση παραγραφής", χωρίς να αναφέρει, κατά τρόπο αναλυτικό, τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωση της ένστασης παραγραφής της προαναφερθείσας αξιόποινης πράξης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός, ήταν αόριστος και το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει επ' αυτού, σημειουμένου πάντως του γεγονότος ότι, η προσβαλλομένη, παρόλα αυτά, απήντησε επί της ως άνω ενστάσεως. Όσον αφορά τον ισχυρισμό, ότι η προσβαλλομένη δεν έχει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την ειδικότερη αιτίαση ότι "προφανώς δεν αξιολόγησε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τις μαρτυρικές καταθέσεις (μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως) και τα επικληθέντα και κατατεθέντα ουσιώδη έγγραφα (αναγνωστέα) και ήχθη ούτω εις καταδικαστικήν απόφασιν", αυτός είναι απαράδεκτος, διότι προσβάλλει την ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Τέλος, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, προφανώς προς θεμελίωση αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Ε' Κ.Π.Δ., σύμφωνα με τον οποίο, κακώς δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη η ασκηθείσα ποινική δίωξη, διότι δεν υποβλήθηκε από την αρμόδια αρχή (Σ.Δ.Ο.Ε) μηνυτήρια αναφορά σε βάρος της, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, στην περίπτωση της παράβασης του άρθρου 19 του Ν.2523/1997, όπως εν προκειμένω, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα, με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τα μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), σύμφωνα με την παρ. 2 εδ. β' του άρθρου 21 του παραπάνω νόμου και όχι με μηνυτήρια αναφορά του Σ.Δ.Ο.Ε. Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, κατ' άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαΐου 2007 αίτηση της Χ1, για αναίρεση της υπ' αρ. 3891/23.3.2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2008. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Οφειλες από τιμολογια νομολογια – Οφειλη από τιμολογια νομολογια – Συμβασεις πωλησης τιμολογια – Προσωρινα εκτελεστη αποφαση – Ενσταση που εξεταζεται αυτεπαγγελτως – Επιτρεπτη η ομολογια

 

Αριθμός Απoφάσεως 1309/2013

(Αριθμός κατάθεσης αγωγής 42585/13.10.2010)


ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

(Τακτική Διαδικασία)

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αικατερίνη Λεμπιδάκη, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Ασημένια Τάτση.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2012, για να δικάσει την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 42585/13.10.2010 αγωγή, μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …, και το διακριτικό τίτλο …, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο δικαστήριο δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αναστασίας Γιάτση (ΑΜ 5975), που κατέθεσε προτάσεις. Συμπαραστάθηκε και η ασκούμενη δικηγόρος Ευανθία Τοσιάκα.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στον …, Πιερίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις της.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη με αριθμό …, έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κατερίνης …, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 07.10.2011, οπότε αναβλήθηκε η συζήτησή της στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και συνεπώς, ενόψει του ότι δεν απαιτείται νέα κλήτευση αυτού κατά την ανωτέρω, μετ΄ αναβολή, δικάσιμο, δεδομένου ότι η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ.4 εδ. γ΄ Κ.Πολ.Δ), για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρο 271 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 3994/2011).

Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, δυνάμει συμβάσεων πωλήσεως, που καταρτίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, από τις 04.08.2009 έως και τις 12.08.2009, μεταξύ αυτής ως πωλήτριας και της εναγομένης ως αγοράστριας, πώλησε και παρέδωσε στην τελευταία τα με λεπτομέρεια αναφερόμενα σ΄ αυτή (αγωγή) κατ΄ είδος, ποσότητα και αξία εμπορεύματα, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος συνολικής αξίας, συμπεριλαμβανομένου και του αναλογούντος Φ.Π.Α. των εκδοθέντων τιμολογίων, 26.072,20 ευρώ, το οποίο πιστώθηκε εξ ολοκλήρου και συμφωνήθηκε να καταβληθεί μετά την πάροδο τριάντα ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου. Ότι έναντι του ως άνω τιμήματος η εναγομένη της κατέβαλε το ποσό των 8.063,43 ευρώ και έτσι απέμεινε οφειλόμενο τίμημα εκ 18.008,77 (26.072,20 - 8.063,43 =) ευρώ, το οποίο όμως αρνείται να της καταβάλει. Με βάση αυτά τα πραγματικά περιστατικά, ζητεί να υποχρεωθεί η τελευταία, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει το ως άνω οφειλόμενο τίμημα των 18.008,77, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου τιμολογίου, ήτοι το ποσό των 2.755,07 ευρώ από τις 04.09.2009, το ποσό των 3.703,70 ευρώ από τις 12.09.2009 και το ποσό των 11.550,00 ευρώ από τις 12.09.2009 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και, τέλος, να καταδικαστεί αυτή στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας καταβλήθηκε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων νόμιμες προσαυξήσεις (βλ. τα υπ΄ αριθμ. …, γραμμάτιο είσπραξης της ΕΤΕ και …, διπλότυπο είσπραξης τύπου Β΄), παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ΄ ύλην και κατά τόπο αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρ. 14 παρ.2 και 33 Κ.Πολ.Δ), κατά την τακτική διαδικασία. Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513 επ., 341, 345, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ.1 και 176 Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ΄ ουσίαν.

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της επιτρέπεται η ομολογία. Πρέπει συνεπώς, η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, διότι, εφόσον η εναγομένη ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι πραγματικοί ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφό της, δεδομένου ότι θεωρούνται ως ομολογημένοι εκ μέρους της ερημοδικαζομένης εναγομένης (άρθρο 271 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ, καθόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η επιβράδυνση στη εκτέλεση μπορεί να προξενήσει στην ενάγουσα σημαντική ζημία (άρθρ. 907 και 908 παρ.1 Κ.Πολ.Δ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας επιβάλλονται σε βάρος της εναγομένης, όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και λόγω της ερημοδικίας της εναγομένης, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας απόφασης, όπως επίσης ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 501,502 παρ.1, 505 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.

ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων οκτώ ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (18.008,77) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της συμφωνηθείσας δήλης ημέρας καταβολής του τιμήματος της εκάστοτε σύμβασης πώλησης ήτοι το ποσό των 2.755,07 ευρώ από τις 04.09.2009, το ποσό των 3.703,70 ευρώ από τις 12.09.2009 και το ποσό των 11.550,00 ευρώ από τις 12.09.2009 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10. 000,00) ευρώ.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 21 Iανουαρίου 2013, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, σε δημόσια και έκτακτη συνεδρίαση, με απόντες τους διαδίκους και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Αστικος κωδικας αρθρο 513

Κωδικας Πολιτικης Δικονομιας αρθρο 33

 

   
   
   

Οφειλη από τιμολογια – Επιδοση σε νομικα προσωπα – Επιδοση σε εταιρια υπο εκκαθαριση – Αδικαιολογητος Πλουτισμος – Αδικοπραξια – Αρθρο 135 παρ. 1 ΚπολΔ – Επιδοση σε διαδικο αγνωστης διαμονης – Προϋποθεσεις για την γενεση αξιωσης αδικαιολογητου πλουτισμου – Παροχη και ανυπαρξια της αιτιας.

Αριθμός απόφασης: 27870/2011

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΉ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ευαγγελία Μπάλλα, Πρωτοδίκη, που ορίστηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Μαρία Μωραϊτου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 6 Μαΐου 2011, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της καλούσας-ενάγουσας : Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ελένης Σαρπασίδου (ΑΜ 3436). Συμπαραστάθηκε και η ασκούμενη δικηγόρος Ελένη Iορδανίδου.

Της καθών η κλήση- εναγομένων : 1) Της …, Εμπορική Μεταφορική Δομικών Υλικών Τεχνική εταιρία, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε, 2) Της Κοινοπραξίας με την επωνυμία …, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε, 3) …, που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξανδρου Λιούτα ( ΑΜ 2530).

Η ενάγουσα εταιρία άσκησε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου την από 21-7-2009 αγωγή της (αρ.έκθ.κατάθ 445418/2-11-2009). Της αγωγής αυτής με πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού ορίσθηκε δικάσιμος η 28η-5-2010, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση της λόγω της μη λειτουργίας των υπηρεσιών των Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης. Με την από 7-6-2010 κλήση της ενάγουσας (αρ.εκθ.κατ. 28765/6-7-2010) φέρεται προς συζήτηση η ως άνω αγωγή για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η ημερομηνία συνεδρίασης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου της, παραστάθηκαν οι διάδικοι όπως παραπάνω αναφέρεται, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7-6-2010 κλήση της ενάγουσας (αρ.εκθ.κατ. 28765/6-7-2010) νόμιμα φέρεται προς συζήτηση από 21-7-2009 και με αρ.έκθ.κατάθ 445418/2-11-2009 αγωγή η συζήτηση της οποίας είχε αρχικά ορισθεί να τη δικάσιμο της 28ης -5-2010, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω της μη λειτουργίας των υπηρεσιών των Δικαστηρίων Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με το άρθρον 229 ΠολΔ αντίγραφο της αγωγής μαζί με την κάτω από αυτήν πράξη για τον προσδιορισμό δικασίμου και κλήση προς συζήτηση στην ορισμένη δικάσιμο επιδίδεται στον εναγόμενο με την επιμέλεια του ενάγοντα. Εξάλλου κατά το άρθρο 111 παρ. 2 ΠολΔ καμμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Η αίτηση που έχει εισαχθεί χωρίς προδικασία απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως. Εξ άλλου, η απόδειξη της κλητεύσεως γίνεται αποκλειστικώς με την προσκομιδή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 117 και 139 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συντασσομένης από τον επιδίδοντα δικαστικό επιμελητή εκθέσεως επιδόσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση και εν συνεχεία συζήτηση της υποθέσεως, παραστάθηκε η επισπεύδουσα τη συζήτηση ενάγουσα και η Τρίτη εναγόμενη ενώ η πρώτη και δεύτερη των εναγομένων δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Από τις υπ` αριθ. …, και …, εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών, …, που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης αγωγής, με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για να παραστεί στην συζήτησή της για την δικάσιμο της 28ης -5-2010, κατά την οποία ματαιώθηκε, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, αντίστοιχα. Περαιτέρω, όμως η ενάγουσα, δεν επικαλείται ούτε και προσκομίζει εκθέσεις επίδοσης της από 7-6-2010 κλήσεως της, προς απόδειξη της κλητεύσεως της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων εταιριών. Αντ΄ αυτών, προσκομίζει δύο βεβαιώσεις του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή Αθηνών, σύμφωνα με τις οποίες δεν προέβη σε επίδοση της από 7-6-2010 κλήσης προς συζήτηση στην μεν πρώτη εναγόμενη διότι όπως διαπίστωσε κατόπιν έρευνα του, η πρώτη εναγόμενη εταιρία έχει αποχωρήσει από την αναγραφόμενη στο δικόγραφο της κλήσεως διεύθυνση σε άγνωστη διεύθυνση μετά από έξωση της, στην δε δεύτερη εναγόμενη διότι όταν μετέβη στην έδρα της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας για να προβεί σε επίδοση της από 7-6-2010 κλήσης βρήκε την δικηγόρο της …, η οποία εδήλωσε ότι η εν λόγω εταιρία έχει λυθεί, ακόμη και φορολογικά και δεν υφίσταται πλέον, οπότε και δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί η επίδοση, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει ότι η παραπάνω κλήση περιήλθε με οποιοδήποτε τρόπο σε γνώση της πρώτης και της τρίτης των εναγομένων. Οι βεβαιώσεις όμως αυτές δεν καταργούν την υποχρέωση της ενάγουσας να ενεργήσει έγκυρες κοινοποιήσεις, βάσει των προβλεπομένων από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας διατάξεων, κλητεύοντας τις εναγόμενες εταιρίες, την μεν πρώτη ως αγνώστου διαμονής αφού η διάταξη του άρθρου 135 παρ. 1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στις επιδόσεις σε διάδικο άγνωστης διαμονής, σύμφωνα με την οποία αν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση εκείνου προς τον οποίο πρέπει να γίνει η επίδοση, το έγγραφο επιδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη (άρθρο 134 παρ. 1), έχει εφαρμογή και στα νομικά πρόσωπα, όταν είναι άγνωστος ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση διαμονής του κατά το νόμο ή το καταστατικό εκπροσώπου τους, καθώς και ο τόπος ή η ακριβής διεύθυνση του καταστήματος, γραφείου ή εργαστηρίου του νομικού προσώπου, την δε δεύτερη εναγόμενη κοινοπραξία, η οποία έχει λυθεί και επομένως τελεί αυτοδικαίως υπό εκκαθάριση, με επίδοση αντιγράφου της κλήσης στον νόμιμο εκκαθαριστής της, ως κατά το νόμο και το καταστατικό εκπρόσωπο στο γραφείο ή το κατάστημα της εταιρίας, στο οποίο ενεργείται η εκκαθάριση από τον εκκαθαριστή, ενώ, αν δεν υπάρχει γραφείο ή κατάστημα της εταιρίας, η επίδοση γίνεται στην οικία του εκκαθαριστή (ΕΑ 6399/2006 ΕλλΔνη 2008.551), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. γ`, 127 παρ. 1 και 139 ΚΠολΔ.. Λόγω της παράλειψης της ενάγουσας να ενεργήσει έγκυρες κοινοποιήσεις πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτές λόγω έλλειψης προδικασίας (111 Κ.Πολ.Δ.)

Με την κρινόμενη αγωγή της, η ενάγουσα εκθέτει ότι η κοινοπραξία …, (εφεξής Ανάδοχος Κοινοπραξία) συνήψε την από 07-04-2006, με αριθμό CON 06/004 σύμβαση με την …,. (εφεξής Κύριος του Έργου») για την κατασκευή του Έργου «ΜΕΛΕΤΗ, ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ». Ότι δυνάμει της από 26-05-2006 σύμβασης εισφοράς τμήματος του Έργου, η «Ανάδοχος Κοινοπραξία» εισέφερε στην «Κοινοπραξία …, εφεξής «ο Εργολάβος» τη μελέτη, προμήθεια και κατασκευή των Έργων Πολιτικού Μηχανικού, των Κτιριακών Ηλεκτρομηχανολογικών Εγκαταστάσεων και την εγκατάσταση Ηλεκτρομηχανολογικών Συστημάτων. Ότι δυνάμει της από 04/10-2006 Υπεργολαβικής Σύμβασης με αριθμό 26/AIS, ο Εργολάβος ανέθεσε στην δεύτερη εναγόμενη κοινοπραξία (εφεξής ο Εργοδότης) την Εκτέλεση Έργων Πολιτικού Μηχανικού των Επί σταθμών, των Σταθμών και των Διασταυρώσεων. Ότι στις 08-02-2008 μεταξύ της τρίτης και της πρώτης των εναγομένων υπεγράφη, η με αρ.80 AS υπεργολαβική σύμβαση, η οποία τροποποιήθηκε δυνάμει της από 3-11-2008 1ης τροποποίησης, με αντικείμενο την διαχείριση μεταφορά, παραγωγή και παράδοση σκυροδέματος. Ότι η τρίτη εναγόμενη προέβη σε καταγγελία της εν λόγω Υπεργολαβικής Σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους αυτής, δυνάμει της από 14-04-2009 εξώδικης δήλωσης-καταγγελίας-πρόσκλησης, η οποία επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη, στις 15-04-2009. Ότι, δυνάμει της υπ' αριθ. .../05-02-2009 Σύμβασης Ενεχύρασης Απαίτησης μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., η οποία επιδόθηκε στην …, στις 06-02-2009, η ως άνω Τράπεζα, προς το σκοπό εξασφάλισης διαφόρων απαιτήσεων της απορρεουσών από συμβάσεις πίστωσης ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτής και της εταιρίας …, συνέστησε ενέχυρο επί των απαιτήσεων της τελευταίας κατά της τρίτης εναγόμενης, στα πλαίσια της ως άνω Υπεργολαβικής Σύμβασης και συγκεκριμένα για ολόκληρο το ποσό του προϋπολογιζόμενου εργολαβικού ανταλλάγματος. Ότι στα πλαίσια της ως άνω Σύμβασης Ενεχύρασης η πρώτη εναγόμενη έχει ενέχυρασει προς την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ κάθε απαίτηση της κατά της τρίτης εναγόμενης, σε όποιο ποσό και αν ανέρχεται ή θα μπορούσε να ανέλθει, εξουσιοδοτώντας παράλληλα ανέκκλητα την Τράπεζα να εισπράττει χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, λόγω του συσταθέντος υπέρ αυτής ενεχύρου, αλλά και ανεξάρτητα ακόμη από αυτό, κάθε σχετικό ποσό, παραγγέλοντας δε ταυτόχρονα την Τρίτη εναγόμενη κάθε ποσό που οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην πρώτη εναγόμενη από την πρώτη μεταξύ τους έννομη σχέση να το καταβάλλει στην εν λόγω Τράπεζα. Ότι στο πλαίσιο της Υπεργολαβικής Σύμβασης κατά το χρόνο ισχύος της, η Τρίτη εναγόμενη κατέβαλε για λογαριασμό της πρώτης εναγόμενης, λόγω αδυναμίας της τελευταίας, διάφορα ποσά, τα οποία η πρώτη δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους της Υπεργολαβικής Σύμβασης, να συμψηφίσει με οφειλές προς την πρώτη εναγόμενη. Ότι, επίσης για το εκτελεσμένο - μέχρι το χρόνο της καταγγελίας της Υπεργολαβικής Σύμβασης - μέρος εργασιών, η Τρίτη εναγόμενη έχει παρακρατήσει ποσά, ως εγγυήσεις καλής εκτέλεσης της σύμβασης, τα οποία κατά το μέρος που δεν θα χρησιμοποιηθεί για το σκοπό της εγγύησης, είναι αποδοτέα στη πρώτη εναγόμενη κατά το χρόνο της πλήρους εκκαθάρισης της Υπεργολαβικής Σύμβασης, και υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις αυτής. Περαιτέρω, εκθέτει ότι, κατόπιν συμφωνίας με την πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε αναλάβει δυνάμει υπεργολαβικής σύμβασης με την Τρίτη εναγόμενη, την διαχείριση, μεταφορά, παραγωγή και παράδοση σκυροδέματος σε επί μέρους εργοταξιακούς χώρους, στα πλαίσια κατασκευής του έργου ΜΕΤΡΟ Θεσσαλονίκης, πώλησε και παρέδωσε σ’ αυτήν, στην έδρα της στο Καλοχώρι Θεσσαλονίκης, για τις ανάγκες των εργασιών της, στις αναφερόμενες στην αγωγή ημεροχρονολογίες και με βάση τα εκδοθέντα απ αυτή τιμολόγια, εμπορεύματα, επί πιστώσει, συνολικής αξίας 37.945,04 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 19%, το οποίο η πρώτη εναγόμενη αρνείται να καταβάλει παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της. Κατόπιν αυτών ζητεί, όπως το συνολικό καταψηφιστικό αίτημα της, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που περιέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά και στις νομότυπες και εμπρόθεσμες προτάσεις της, παραδεκτά κατ` άρθρο 223, 294 και 297 ΚΠολΔ περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενες υποχρεούνται να της καταβάλουν, εις ολόκληρον η κάθε μία, το ποσό των 37.945,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη δήλη ημέρα της εκδόσεως εκάστου τιμολογίου, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και επικουρικώς με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στα δικαστικά της έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο η ένδικη αγωγή, παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου που είναι καθ΄ύλην και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2, 16 περ.12, 22 και 33 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) κατά την τακτική διαδικασία, πλην όμως τυγχάνει, ως προς την τρίτη εναγόμενη, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης και ως τέτοια απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού η ενάγουσα ενώ σε όλο το δικόγραφο της αναφέρει σε κατάρτιση συμβάσεων πώλησης με την πρώτη εναγόμενη, στην συνέχεια ζητεί να υποχρεωθεί και η Τρίτη εναγόμενη εις ολόκληρον με τις συνεναγόμενες της, να της καταβάλει τα αιτούμενα ποσά χωρίς όμως να δικαιολογεί την παθητική της νομιμοποίηση , καθώς πέρα από την αναλυτική αναφορά των συμβάσεων που κατάρτισαν οι εναγόμενες τόσο μεταξύ τους όσο και με την ΜΕΤΡΟ ΑΕ, δεν γίνεται καμία αναφορά στη σχέση που συνδέει αυτή με την Τρίτη εναγόμενη, ούτε στη σχέση της τρίτης και της δεύτερης των εναγομένων σε σχέση με το ανατεθέν έργο, ούτε αναφέρει αν υπήρχε συμφωνία μεταξύ αυτής και της τρίτης εναγόμενης να προβεί στην πληρωμή των αιτούμενων ποσών προς τρίτους, πότε και με ποιόν καταρτίσθηκε η συμφωνία αυτή, ούτε σε ποια βάση στηρίζει την κύρια βάση της αγωγή της ως προς αυτήν. Απορριπτέα όμως είναι η αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση με την οποία ζητεί την καταβολή του ως άνω ποσού με βάση της διατάξεις των αδικοπραξιών καθόσον δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η αδικοπραξία ενώ τέλος και η επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι από τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις για τη γένεση της αξίωσης του αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι να υπάρχει παροχή και ανυπαρξία της αιτίας για την οποία έγινε ή μη επακολούθηση ή λήξη της ή παράνομος ή ανήθικος χαρακτήρας της, με συνέπεια η περιουσιακή μετακίνηση που συντελέστηκε να εμφανίζεται ως νομικώς αδικαιολόγητη (ΑΠ 273/1993 ΕλλΔνη 35. 1358, ΕφΑθ 6775/1987 ΕλλΔνη 29. 1682), στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή, όπου η ενάγουσα απλώς επικαλείται ότι η πρώτη εναγόμενη ευθύνεται σε απόδοση του αιτούμενου με την αγωγή του ποσού, διότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της, χωρίς να αναφέρεται στην τρίτη εναγόμενη. Κατόπιν αυτών πρέπει η αγωγή ως προς την τρίτη εναγόμενη να απορριφθεί και να καταδικασθεί η ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης εναγόμενης, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την πρώτη και δεύτερη των εναγομένων.

-ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της τρίτης εναγόμενης τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίασή του, στη Θεσσαλονίκη, στις 30 Σεπτεμβρίου 2011.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

       

Εξοφληση τιμολογιων – Ρυθμιση οφειλων από τιμολογια – Ρυθμιση βαση του Ν. 3301/2004 – Συμβαση νομοκομειου με προμηθευτει υγειονομικου υλικου – Προμηθειες ιατρικων ειδων νομολογια – Εξοφληση τιμολογιων νομολογια

 

Αριθμός 313/2013 ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Αγγελική Τζαβάρα, Πρόεδρο Εφετών, Παρασκευή Ψυχογυιού και Μαρία Κωττάκη - Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2013, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ : Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ», που εδρεύει στη Νίκαια και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο ’ννα Τρυφωνίδου, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Εδρεύουσας στην Αργυρούπολη Αττικής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «MENARINI ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΙΑΤΡΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΕΒΕ», νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθανασία Γκούλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία «MENARINI ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ – ΙΑΤΡΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΕΒΕ», άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 27-2-2007 και με αριθ. εκθ. καταθ. 1906/ 2007 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 3675/ 2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν Γενικό Νοσοκομείο Νικαίας «’γιος Παντελεήμων», με την από 16-3-2011 και με αριθ. εκθ. καταθ. 274/ 2011 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 8η-3-2012 και κατόπιν αναβολής, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δηλώσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 16-3-2011 έφεση (αριθ. κατ. 274/ 16-3-2011) κατά της υπ’ αριθ. 3675/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δίκασε την ένδικη διαφορά αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον η εκκαλουμένη επιδόθηκε στο εκκαλούν στις 15-2-2011, όπως προκύπτει από την επί του προσκομιζομένου αντιγράφου αυτής επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ... το δικόγραφο δε της εφέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την εκκαλουμένη δικαστηρίου στις 16-3-2011, δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα ημέρων του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 495 επ., 511, 513, 516, 517, 518, 520 § 1, 522, 532, 533 ΚΠολΔ).

Mε την από 27-2-2007 αγωγή η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία επικαλούμενη ότι πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο νοσοκομείο και ήδη εκκαλούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ιατρικά και υγειονομικά είδη εκδίδοντας τα αντίστοιχα τιμολόγια, συνολικής αξίας συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ 212.556,72 ευρώ, τίμημα ουδέποτε καταβληθέν, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά τη μεν κύρια βάση της αγωγής από την πώληση, νομιμοτόκως από την πάροδο 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου, κατά τη δε επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Η εκκαλουμένη δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική βάση της ως ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 904, 908, 910, 340, 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ, υποχρέωσε δε το εναγόμενο και ήδη εκκαλούν να καταβάλει στην ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, συμψηφίζοντας τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται τώρα το εκκαλούν για τους αναφερόμενους στην έφεση λόγους που ανάγονται σε κακή εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την απόρριψη της αγωγής.

Ειδικότερα, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως ισχυρίζεται το εκκαλούν ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του περί του ότι η εφεσίβλητη, ενώ είχε τις προϋποθέσεις, δεν υπέβαλε δήλωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 3301/2004 για να υπαχθεί στη ρύθμιση του νόμου αυτού και να πληρωθεί τα επίδικα τιμολόγια και ότι κατά πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων δεν έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του ότι τα τιμολόγια νο ΤΔΑ003961/17-6-2002 ποσού 5.485,16 ευρώ και νο ΤΔΑ015348/7-7-2004 ποσού 2.974,67 ευρώ δεν έχουν παραληφθεί από το νοσοκομείο, όπως αναφέρεται στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1662/14-1-2005 έγγραφο του οικονομικού τμήματος αυτού (νοσοκομείου), ως προς τα οποία η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί.

Στη διάταξη του άρθρου 17 του ν. 3301/2004 (Α 263) ορίζεται ότι : «1. Οφειλές των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., εκτός των ψυχιατρικών νοσοκομείων, προς προμηθευτές τους από την προμήθεια φαρμάκων, υγειονομικού υλικού, χημικών αντιδραστηρίων και ορθοπεδικού υλικού, για τις οποίες έχουν εκδοθεί τα προβλεπόμενα κατά περίπτωση τιμολόγια και δελτία αποστολής μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος, εξοφλούνται άμεσα, με την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών εκκαθάρισης και θεώρησης των χρηματικών ενταλμάτων πληρωμής, σύμφωνα με τις ισχύουσες δημοσιολογιστικές διατάξεις, εφόσον : α) παρασχεθεί έκπτωση επί της συναλλακτικής αξίας (αξία τιμολογίου προς Φ.Π.Α.) κατά 3,5% και β) οι δικαιούχοι παραιτηθούν από οποιαδήποτε άλλη αξίωση, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας . . . . Η υπαγωγή των οφειλών στη ρύθμιση αυτή γίνεται γνωστή με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, που κατατίθεται από τους προμηθευτές, εντός μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και αφορά όλες τις απαιτήσεις εκάστου προμηθευτή για το σύνολο των νοσοκομείων. 2. . . . 4. Για την εξόφληση των κατά τα ανωτέρω ρυθμιζόμενων οφειλών το Ελληνικό Δημόσιο επιχορηγεί τα παραπάνω νοσηλευτικά ιδρύματα με το ακριβές ποσό των σχετικών χρηματικών ενταλμάτων που θα εκδοθούν και θα αφορά το πληρωτέο στο δικαιούχο προμηθευτή ποσό και τις υπέρ τρίτων κρατήσεις. Οι επιχορηγήσεις αυτές κατατίθενται στην τράπεζα που ασκεί την ταμειακή διαχείριση των παραπάνω φορέων σε ειδικό τραπεζικό λογαριασμό. Οι λογαριασμοί αυτοί κινούνται με τους όρους και τις προϋποθέσεις των λογαριασμών ταμειακής διαχείρισης των εν λόγω φορέων και κλείνουν αμέσως με την ολοκλήρωση των πληρωμών στους δικαιούχους και την απόδοση των υπέρ τρίτων κρατήσεων και σε κάθε περίπτωση το αργότερο έως 31.12.2005 . . . . 5. Με τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, οι παραπάνω ειδικές επιχορηγήσεις του Ελληνικού Δημοσίου προς τα νοσοκομεία αποτελούν αυτοδίκαια έσοδα των προϋπολογισμών τους .. .». Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται ρύθμιση, με την οποία προβλέπεται η άμεση εξόφληση των εκκαθαρισμένων οφειλών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. πλην των ψυχιατρικών, προς τους προμηθευτές τους, οι οποίες απορρέουν από συναφθείσα σύμβαση προμήθειας υγειονομικού υλικού, υπό τις τιθέμενες σε αυτές προϋποθέσεις, ήτοι την παροχή εκπτώσεως επί της συναλλακτικής αξίας κατά 3,5% και την παραίτηση του δικαιούχου από οποιαδήποτε άλλη αξίωση, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων υπερημερίας. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η υπαγωγή σε αυτές έχει προαιρετικό και όχι υποχρεωτικό χαρακτήρα, ήτοι εξαρτάται από την ελεύθερη βούληση του συμβληθέντος με το νοσοκομείο προμηθευτή, ο οποίος, επιλέγοντας την υπαγωγή της απαιτήσεώς του κατά του νοσοκομείου στην προβλεπόμενη από το άρθρο 17 του ν. 3301/2004 ρύθμιση, προκειμένου αυτή να εξoφληθεί άμεσα, αποδέχεται τις ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό απομειωτικές της αξίας της απαιτήσεώς του συνέπειες. Συνεπώς, το νοσοκομείο, το οποίο έχει συμβληθεί με προμηθευτή, για την προμήθεια σε αυτό υγειονομικού υλικού, και περιήλθε σε υπερημερία ως προς την καταβολή σε αυτόν της αμοιβής για τα προμηθευθέντα σε αυτό είδη, δεν δύναται να αντιτάξει κατά του προμηθευτού αυτού, ο οποίος επέλεξε τη μη υπαγωγή της απαιτήσεώς του κατά του νοσοκομείου στη ρύθμιση του άρθρου 17 του ν. 3301/2004, την ένσταση περί υποχρεωτικής υπαγωγής του στη ρύθμιση αυτή, προκειμένου να μην εκπληρώσει τις εκ της συναφθείσας συμβάσεως προμηθείας απορρέουσες υποχρεώσεις του. (ΣτΕ 234/2009, 237/2009, 396/2009, ΔεφΑθ 280/2011- “Νόμος”). Επιπροσθέτως δε το ανωτέρω άρθρο δεν ιδρύει υποχρεωτική προδικασία υπαγωγής στις διατάξεις του προκειμένου ο προμηθευτής να ασκήσει αγωγή για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Επομένως, ο εξεταζόμενος (δεύτερος) λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.

Από την εκτίμηση των ένορκων μαρτυρικών καταθέσεων που περιέχονται στα ταυτάριθμα της εκκαλουμένης πρακτικά, τα οποία με επίκληση προσκομίζονται σε νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο και όλων των εγγράφων που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, ιδίως δε από τα ως άνω αναφερόμενα τιμολόγια με αριθμούς ΤΔΑ003961/17-6-2002 ποσού 5.485,16 ευρώ και ΤΔΑ015348/7-7-2004 ποσού 2.974,67 ευρώ καθώς και από το ως άνω επικληθέν υπ’ αριθ. πρωτ. 1662/14-1-2008 έγγραφο, αποδεικνύονται τα εξής : Δυνάμει διαδοχικών άτυπων συμβάσεων πωλήσεως, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, κατά το χρονικό διάστημα από 17-6-2002 έως 22-12-2004 πώλησε και παρέδωσε στο εναγόμενο και ήδη εκκαλούν τα ιατρικά και υγειονομικά είδη που περιλαμβάνονται στα αναφερόμενα στην αγωγή και την εκκαλουμένη απόφαση τιμολόγια συνολικού ποσού 212.556,72 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Το εναγόμενο δεν αρνείται την παραλαβή των ανωτέρω ειδών πλην αυτών που αναφέρονται στα ρηθέντα δύο τιμολόγια ούτε την αξία των εμπορευμάτων. Στο υπ’ αριθ. πρωτ. 1662/ 14-1-2008 έγγραφο του οικονομικού τμήματος του εναγομένου, αναφέρεται επί λέξει ότι τα προαναφερόμενα δύο τιμολόγια “δεν φαίνονται να έχουν παραληφθεί από το Νοσοκομείο”. Από το σώμα των δύο αυτών τιμολογίων που προσκομίζονται σε φωτοτυπία αποδεικνύεται ότι στο υπ’ αριθ. 3961/17-6-2002 τιμολόγιο ποσού 5.485,16 ευρώ έχει υπογράψει, στη θέση του παραλαβόντος, άτομο με το όνομα .. . Στο δε υπ’ αριθ.15348/7-7-04 τιμολόγιο ποσού 2.974,67 ευρώ δεν υπάρχει υπογραφή στη θέση του παραλαβόντος, ωστόσο τα είδη που αναφέρονται στο τιμολόγιο αυτό είχαν παραγγελθεί στην ενάγουσα από το ορμονολογικό τμήμα του εναγομένου στις 6-7-2004 με αριθμό παραγγελίας 8151 και την ένδειξη άκρως επείγον”, την παραγγελία δε αυτή είχαν υπογράψει όλοι οι συναρμόδιοι υπάλληλοι, δηλαδή η διευθύντρια του τμήματος, η προϊσταμένη του τμήματος, ο υπεύθυνος του γραφείου προμηθειών, ο υπεύθυνος της διαχείρισης υλικού, το γραφείο προϋπολογισμού. η προϊσταμένη οικονομικού, η υποδιευθύντρια οικονομικού και η διευθύντρια διοικητικού. Η μη καταχώρηση των τιμολογίων αυτών στο μηχανογραφημένο πρόγραμμα του νοσοκομείου, όπως αναφέρεται στο ρηθέν υπ’ αριθ. πρωτ. 1662/14-1-2008 έγγραφο, δεν δύναται να στηρίξει την κρίση ότι το εναγόμενο δεν παρέλαβε τα είδη που αναφέρονται στα τιμολόγια αυτά ιδίως δε ενόψει του ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ότι παρέλαβε τα λοιπά αναφερόμενα στην αγωγή είδη και ότι οι ένδικες αγοραπωλησίες γίνονταν στο σύνολό τους ατύπως και χωρίς διαγωνισμό. Το ανωτέρω έγγραφο αποτελεί έγγραφο εσωτερικής επικοινωνίας μεταξύ του οικονομικού τμήματος και της νομικής υπηρεσίας του εναγομένου συνταχθέν προς απόκρουση της ένδικης αγωγής και δεν αποτελεί απόδειξη περί του ότι δεν παρελήφθησαν από το εναγόμενο τα είδη που αναφέρονται στα ανωτέρω δύο τιμολόγια, καθόσον μάλιστα δεν προηγήθηκε της αγωγής διαμαρτυρία εκ μέρους του εναγομένου προς την ενάγουσα ότι δεν παραλήφθηκαν από το εναγόμενο τα είδη που αναφέρονται στα τιμολόγια αυτά. Κατά συνέπεια, δεν έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε την αγωγή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη για το σύνολο των ένδικων τιμολογίων.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο εφέσεως το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι απορριπτέα γιατί το όλο ζήτημα της εξοφλήσεως από τα νοσοκομεία του ΕΣΥ των χρεών προς τις προμηθεύτριες αυτών εταιρίες που δεν έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση του ν. 3301/2004 χρήζει συνολικής αντιμετωπίσεως και αναμένονται οδηγίες του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για τη διευθέτησή του. Ο λόγος αυτός δεν αρκεί για να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής ούτε δύναται να θεωρηθεί ότι εξ αυτού του λόγου (δηλαδή της αναμονής σχετικών οδηγιών από το αρμόδιο Υπουργείο) ασκείται πρόωρα η αγωγή.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ρηθείσες νομοθετικές διατάξεις και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αλλ’ ορθώς δέχθηκε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη. Πρέπει επομένως η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη στο σύνολό της και να καταδικασθεί το εκκαλούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (176, 179, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων διακοσίων πενήντα (2.250) ευρώ, ενόψει του ότι ο κανόνας δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν δυσερμήνευτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

-Δέχεται τυπικά την έφεση και

-Απορρίπτει αυτή κατ’ ουσίαν.

-Καταδικάζει το εκκαλούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα (2.250) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 18 Απριλίου 2013 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 30 Απριλίου 2013, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 
   


 

Αλληλοχρεος λογαριασμος για εμπορικες πραξεις – Εμπορικες πραξεις – Αγορες διαφημιστικων δωρων για μεταπωληση με κερδος κατοπιν επεξεργασιας – Εξοφληση τιμολογιων – Νομολογια εξοφλησης τιμολογιων – Πληρωμη χρεων σε δοσεις – Απορριπτεος λογος – Συμβαση πωλησης

Εφετειο Θεσσαλονικης αποφαση 370/1994 εφετειου Θεσ/νικης

(απόσπασμα)

 

Στην κρινόμενη αγωγή ιστορείται ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πωλήσεως, που συμφωνήθηκαν με πίστωση του τιμήματος για ένα μήνα από τη συγκεκριμένη σύμβαση, η ενάγουσα επώλησε και παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη τα εις την αγωγή λεπτομερώς προσδιοριζόμενα είδη διαφημιστικών δώρων, αντί του έναντι εκάστου είδους αναφερομένου τιμήματος και συνολικώς αντί δρχ. 1.417.331, εκδοθέντων των μνημονευομένων τιμολογίων. Ακολούθως και για το λόγο ότι ο χρόνος πληρωμής του τιμήματος της τελευταίας πωλήσεως έληξε την 4.3.1991, καθώς και ότι η δεύτερη εναγόμενη είναι το μοναδικό ομόρρυθμο μέλος της πρώτης, που είναι εμπορική εταιρία, δεδομένου ότι αγοράζει ομοειδή προς τα ανωτέρω είδη προς μεταπώληση, κατόπιν επεξεργασίας τούτων δια μεταξοτυπίας, ζητείται με την αγωγή να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στην ενάγουσα, εκάστη εις ολόκληρο, το υπόλοιπο του τιμήματος, εκ δρχ. 719.978 με τους νόμιμους τόκους από της 5.3.1991 μέχρις εξοφλήσεως και με προσωπική κράτηση της δεύτερης εναγομένης, διαρκείας ενός (1) έτους. Η αγωγή αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 513 επ., 341 ΑΚ, 1, 22, 23 ΕμπΝ, 2 β.δ. της 2/14.5.1835 "περί της αρμοδιότητος των Εμποροδικείων" και 951 παρ. 1, 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ. Αντιθέτως, το αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως στην ενάγουσα και ποσού δρχ. 15.743, ως αποτελούντος υπόλοιπο τιμήματος προηγουμένης πωλήσεως, είναι αόριστο και απορριπτέο, διότι δεν εκτίθενται τα περιστατικά της συγκεκριμένης συμβάσεως. Μετά από αυτά πρέπει η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν, δεδομένου ότι, όπως εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καταβλήθηκε και το προσήκον δικαστικό ένσημο μετά των επί του ποσού αυτού αναλογούντων υπέρ τρίτων ποσοστών.

Κατά της αγωγής αυτής προβάλλουν, κατ' αρχήν, οι εναγόμενες ότι μεταξύ της πρώτης τούτων και της ενάγουσας συνήφθη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού, καθόσον ουδέποτε εκείνη εξόφλησε χωριστά κάποιο από τα τιμολόγια που αναφέρονται στην αγωγή, αλλά πάντοτε πλήρωνε για όλο το χρέος, σε δόσεις. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού - υπό τα ως άνω περιστατικά - δεν πρόκειται περί αλληλόχρεου λογαριασμού αλλά περί συμβάσεως πωλήσεως, με την οποία παρασχέθηκε η ευχέρεια στην αγοράστρια να καταβάλει το τίμημα τμηματικά (βλ. σχετ. ΕΑ 3222/1979 ΕΕμπΔ λδ, (1980), 220, 7664/1982 ΕΕμπΔ λδ, (1983), 229). Περαιτέρω, ισχυρίζεται η εναγομένη εταιρία, προφανώς επικουρικώς και κατ' εκτίμηση των όσων διαλαμβάνονται στις προτάσεις, ότι τα προσδιοριζόμενα εμπορεύματα, τα οποία αγόρασε με τα συγκεκριμένα τιμολόγια της ενάγουσας, έχουν τα μνημονευόμενα ελαττώματα, τα οποία καθιστούν αυτά άχρηστα. Και ότι, λόγω των ελαττωμάτων τούτων, η εναγομένη αυτή την επομένη της εκδόσεως του οικείου τιμολογίου προέβη σε δήλωση προς την ενάγουσα περί αναστροφής της πωλήσεως, αναφορικα με τα ελαττωματικά είδη, πράγμα που δεν αποδέχθηκε η τελευταία. Ζητεί δε, στη συνέχεια, η εναγομένη εταιρία να αναγνωρισθεί ότι συνέτρεχε νόμιμος λόγος προς άσκηση της δηλώσεώς της περί αναστροφής και να υποχρεωθεί η ενάγουσα να της επιστρέψει το αντίστοιχο τίμημα, με σύγχρονη επιστροφή από εκείνη των ελαττωματικών πραγμάτων. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση, στηριζόμενη επί του άρθρου 540 ΑΚ (βλ. Καυκά, Ειδ. Ενοχ. Δίκαιο, έκδ. 1981, υπ' άρθρ. 540, σελ. 158, ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, άρθ. 540, αριθ. 27, ΕΑ 4512/1977 ΝοΒ 25, 1380) και πρέπει, εφόσον η ενάγουσα αρνείται τα περιστατικά που τη συγκροτούν, να αποδείξει αυτά η ως άνω εναγομένη. Η απόδειξη θα γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, διότι το μέσο τούτο θα απαγορεύεται στην προκείμενη περίπτωση (άρθρο 393 παρ. 1 ΚΠολΔ). τέλος, προβάλλουν οι εναγόμενες ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 30.8.1990 έως 4.3.1991, η πρώτη τούτων κατέβαλε τμηματικά στην ενάγουσα, έναντι του ένδικου χρέους, δρχ. 786.850. Ο προκείμενος ισχυρισμός αποτελεί ένσταση μερικής εξοφλήσεως στηριζόμενη επί του άρθρου 416 ΑΚ και πρέπει, εφόσον η ενάγουσα αρνείται τα περιστατικά των εν λόγω καταβολών, να τα αποδείξουν οι εναγόμενες με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, δεδομένου ότι η καταβολή έχει τον χαρακτήρα μονομερούς δικαιοπραξίας και όχι συμβάσεως, γι' αυτό και η απόδειξη αυτή δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 393 παρ. 1 ΚΠολΔ (Μπέη, ΠολΔ άρθρ. 393, σελ. 1699 - 1700, ΑΠ 21/1975 ΝοΒ 23, 867).

Οι εναγόμενες συνομολογούν ρητώς τη σύναψη των ενδίκων συμβάσεων, μάλιστα δε, προς υποστήριξη του ως άνω ισχυρισμού τους περί αλληλοχρέου λογαριασμού, επικαλούνται και προσκομίζουν αντίγραφα των εις την αγωγή τιμολογίων. Εξάλλου, εκ του ότι οι εναγόμενες δεν αμφισβητούν ρητώς την ιδιότητά τους ως εμπορικής εταιρίας η πρώτη και ως ομορρύθμου μέλους αυτής η δεύτερη, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών τους, συνάγεται από το Δικαστήριο ότι τα γεγονότα αυτά συνομολογούνται (άρθρ. 261 ΚΠολΔ). Συνεπώς, για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων και τις ανωτέρω ιδιότητες των εναγομένων δεν θα ταχθεί απόδειξη εις βάρος της ενάγουσας. Αντιθέτως, εφόσον οι εναγόμενες αμφισβητούν ότι το τίμημα των συγκεκριμένων πωλήσεων ήταν καταβλητέο εντός προθεσμίας ενός μηνς από της καταρτίσεως των συμβάσεων αυτών, πρέπει η ενάγουσα να αποδείξει το γεγονός αυτό με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και μάρτυρες, προεχόντως λόγω της εμπορικότητος της διαφοράς (άρθ. 393 παρ. 1δ ΚΠολΔ). Τα προσκομιζόμενα από τα διάδικα μέρη από τώρα έγγραφα επιφυλάσσεται το Δικαστήριο να τα εκτιμήσει κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, εφόσον και πάλι προσκομισθούν νομίμως χαρτοσημασμένα. Ο αριθμός των μαρτύρων που θα εξετασθούν πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη αυτά που θα αποδειχθούν, να μην υπερβεί τους δύο και για την απόδειξη και την ανταπόδειξη. Ενόψει όμως του ότι δεν είναι εφικτή η εξέταση τούτων και η συζήτηση της υποθέσεως σε μία συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει η εξέτασή τους να γίνει ενώπιον Εισηγητή, σύμφωνα με το άρθρο 341 παρ. 1 - 3 και 10 ΚΠολΔ, όπως οι δύο πρώτες παράγραφοι τροποπ. με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2145/1993, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Δημόσιες συμβάσεις - Προμήθειες - Αγωγή για εξόφληση τιμολογίων - Συνάφεια αξιώσεων - Ανατοκισμός -. Δεν συντρέχει νόμιμος λόγος αναβολής όταν επί της κρινόμενης αγωγής που συνδέεται με δαπάνες, για τις οποίες εκκρεμεί ο προληπτικός έλεγχος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν είναι συναφείς, αφού βρίσκουν έρεισμα σε διαφορετικές συμβάσεις. Μειοψηφία. Εφαρμογή του π.δ. 166/2003 στην επίδικη περίπτωση ως μεταγενέστερης αλλά και ειδικότερης διάταξης σε σχέση με το Ν.Δ. 496/1974. Η μη διατύπωση επιφύλαξης εκ μέρους της ενάγουσας δεν συνεπάγεται απόσβεση της απαίτησής της. Ανατοκισμός. Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

 



Μη εξοφληση οφειλης – κατασχεση απαιτησης οφειλης Δημου – Υποχρεωση Δημου για εξοφληση τιμολογιων προμηθευτων νομολογια για τιμολογια-Απορριψη ισχυρισμων - Μη νομιμοποιηση ασκησης σχετικης αγωγης – ΔΟΥ – Αναγκαστικη κατασχεση απαιτησης εις χειρας του Δημου – Ηθικη βλαβη – ενδοσυμβατικη ευθυνη


 

 

Αριθμός απόφασης 2268/2011

TO ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ ΤΜΗΜΑ Γ΄ ΤΡΙΜΕΛΕΣ

Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιουνίου 2011, ημέρα Πέμπτη και ώρα 11 π.μ., με δικαστές τους : Κωνσταντίνο Σώκο, Πρόεδρο Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Μαρία Περιστέρη και Ιάκωβο Βενετσανάκη, (Εισηγητή), Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων και γραμματέα την Πηνελόπη Παπαλέξη, δικαστική υπάλληλο,

γ ι α να δικάσει την προσφυγή με χρονολογία 4 Νοεμβρίου 2010,

τ η ς Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΓΚΑΡΜΕΝΤΣ ΦΑΣΙΟΝ Α.Ε. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ – ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΔΗΜΑΤΩΝ», που εδρεύει στον ΄Αλιμο Αττικής ...νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία παραστάθηκε δια της δικηγόρου της Μαργαρίτας Βοϊκλή – Τζαννετή

κ α τ ά του Δήμου Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Διευθυντή του, ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Μαρίνας Ρεπούση.

Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.

Σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Επειδή με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, το οποίο τιτλοφορείται προσφυγή, πλην όμως, εφόσον με αυτό δεν προσβάλλεται εκτελεστή διοικητική πράξη, αυτό αποτελεί αγωγή, επιδιώκεται, μετά τη μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να καταβάλει στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία το ποσό των 83.516,81 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας μέχρι την κατάθεση της αγωγής ποσού 9.282,86 ευρώ, το οποίο αποτελεί, κατά τους ισχυρισμούς της, την αμοιβή της για την προμήθεια μέσων ατομικής προστασίας εργαζομένων δυνάμει της από 23-2-2009 σύμβασης που συνήψε με τον εναγόμενο Δήμο Νίκαιας, του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη ο Δήμος Νίκαιας – Ρέντη (ν. 3852/2010). Επίσης ζητά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσού 5.000 ευρώ. Επικουρικά ζητά τα προαναφερόμενα ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του Αστικού Κώδικα (άρθρα 904 επ.)

Επειδή, δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 277 του ΚΔιοικΔ καταβολή παραβόλου για την άσκηση του ένδικου βοηθήματος της αγωγής, πρέπει κατ΄ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 277 παρ. 11 του ΚΔιοικΔ, να διαταχθεί η επιστροφή στον ενάγοντα του παραβόλου που κατέβαλε.

Επειδή, η συναφθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση προμήθειας ειδών ατομικής προστασίας, από την οποία προέκυψε η ένδικη διαφορά, είναι διοικητική, γιατί: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ο Δήμος Νίκαιας ήτοι νπδδ, β) αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού ήτοι την προμήθεια μέσων ατομικής προστασίας εργαζομένων και γ) τελεί υπό εξαιρετικό νομικό καθεστώς που ανήκει στο διοικητικό δίκαιο ήτοι τον Ειδικό Κανονισμό Προμηθειών ΟΤΑ (ΕΚΠΟΤΑ – ΥΑ 11389/1993-ΦΕΚ185Α). Συνεπώς το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο καθ΄ ύλην για την εκδίκαση της προκείμενης διαφοράς, απορριπτομένης ως αβάσιμης της ενστάσεως του εναγόμενου Δήμου περί ελλείψεως δικαιοδοσίας για το λόγο ότι η ένδικη διαφορά πηγάζει από ιδιωτική σύμβαση.

Επειδή, με το άρθρο 25 της προαναφερόμενης 11389/1993 ΥΑ Εσωτ. ΕΚΠΟΤΑ, προβλέπεται μεταξύ άλλων ότι μετά την ανακοίνωση της ανάθεσης προμήθειας, καταρτίζεται η σχετική σύμβαση που υπογράφεται από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη με βάση τους όρους της διακήρυξης, περιλαμβάνει δε όλα τα στοιχεία της προμήθειας και τουλάχιστον τον τόπο και χρόνο υπογραφής της, τα συμβαλλόμενα μέρη, τα προς προμήθεια υλικά και την ποσότητα, την τιμή, τον τόπο, τρόπο και χρόνο παράδοσης των υλικών, τις τεχνικές προδιαγραφές των υλικών, τις προβλεπόμενες εγγυήσεις και ρήτρες, τον τρόπο επίλυσης των τυχόν διαφορών, τον τρόπο πληρωμής, τον τρόπο αναπροσαρμογής του συμβατικού τιμήματος, εφόσον προβλέπεται αναπροσαρμογή, τις διατάξεις εκτέλεσης της προμήθειας, και την παραλαβή αυτών. Η σύμβαση θεωρείται ότι εκτελέσθηκε όταν: α) Παραδόθηκε ολόκληρη η ποσότητα, ή εάν αυτή που παραδόθηκε σε περίπτωση διαιρετού υλικού, υπολείπεται της συμβατικής, κατά μέρος που κρίνεται από το αρμόδιο όργανο ως ασήμαντο. β) Παραλήφθηκε οριστικά (ποσοτικά και ποιοτικά) η ποσότητα που παραδόθηκε. γ) Έγινε η αποπληρωμή του συμβατικού τιμήματος, αφού προηγουμένως επιβλήθηκαν τυχόν κυρώσεις ή εκπτώσεις δ) Εκπληρώθηκαν και οι τυχόν λοιπές συμβατικές υποχρεώσεις και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και αποδεσμεύθηκαν οι σχετικές εγγυήσεις κατά τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση. Εξάλλου, στο άρθρο 4 του Π.Δ 166/2003 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στη οδηγία 2000/35 της 29-6-2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές», το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 9 αυτού, καταλαμβάνει τις συμβάσεις που καταρτίζονται από την ημερομηνία ισχύος του (5.6.2003) και στο εξής, ορίζεται ότι: «1.Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2.Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους: α. Εάν παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγγραφο μόλις περάσουν 30 ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τη σύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίας συμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω διαδικασίας. γ. Εάν η παραλαβή των αγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλις περάσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισοδύναμου για πληρωμή εγγράφου. δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών της παραγράφου 1α του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις ορίζεται αποκλειστικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου [«επιτόκιο αναφοράς»] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες [«περιθώριο»], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες. 5…».

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την από 23/2/2009 διοικητική σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε να προμηθεύσει τον εναγόμενο Δήμο 120 είδη ατομικής προστασίας εργαζομένων, συνολικού ποσού 83.516,81 ευρώ (με φπα), τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς στην 4/2009 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, με την οποία κατακυρώθηκε το αποτέλεσμα της δημοπρασίας στην ενάγουσα. Η τελευταία παρέδωσε κανονικά τα παραγγελθέντα είδη, γεγονός που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος. Για την υλοποίηση της προμήθειας αυτής η ενάγουσα εξέδωσε τα εξής τιμολόγια – δελτία αποστολής:

1) το 806/25-5-2009, αξίας 7.197,60 ευρώ, 2) το 807/25-5-2009, αξίας 11.162,40 ευρώ, 3) το 810/2-6-2009, αξίας 1.129,07 ευρώ, 4) το 811/2-6-2009, αξίας 1.867,17 ευρώ, 5) το 812/2-6-2009, αξίας 1.887,48 ευρώ, 6) το 813/2-6-2009, αξίας 1.992,54 ευρώ, 7) το 814/2-6-2009, αξίας 249,90 ευρώ, 8) το 822/9-6-2009, αξίας 9.817,50 ευρώ, 9) το 823/9-6-2009, αξίας 2.831,01 ευρώ, 10) το 824/9-6-2009, αξίας 1.887,34 ευρώ, 11) το 825/9-6-2009, αξίας 1.887,34 ευρώ, 12) το 829/16-9-2009, αξίας 6.652,10 ευρώ, 13) το 830/16-6-2009, αξίας 508,13 ευρώ, 14) το 833/17-6-2009, αξίας 17.584,33 ευρώ, 15) το 835/18-6-2009, αξίας 3.163,32 ευρώ, 16) το 836/18-6-2009, αξίας 218,66 ευρώ, 17) το 942/22-9-2009, αξίας 3.236,80 ευρώ, 18) το 943/23-9-2009, αξίας 3.332 ευρώ, 19) το 977/8-10-2009, αξίας 1.192,38 ευρώ, 20) το 978/8-10-2009, αξίας 3.311,18 ευρώ, 21) το 979/8-10-2009, αξίας 738,10 ευρώ και 22) το 503/11-12-2009, αξίας 1.670,17 ευρώ. Τα τιμολόγια αυτά ο εναγόμενος Δήμος αρνείται να τα εξοφλήσει ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει την κρινόμενη αγωγή γιατί η ΔΟΥ ΦΑΕ Πειραιά έχει προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση της απαίτησης εις χείρας του Δήμου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος γιατί η επικαλούμενη από τον εναγόμενο κατάσχεση δεν στερεί την ενάγουσα από το έννομο συμφέρον να επιδιώξει την αναγνώριση της ύπαρξης της ένδικης απαίτησης.

Επειδή, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ότι το εναγόμενο δεν αμφισβητεί ότι παρέλαβε τα συγκεκριμένα υλικά από την προμηθεύτρια εταιρεία, ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ούτε από το εναγόμενο προβάλλεται είτε ότι τα παραδοθέντα υλικά δεν ήταν όμοια με τα αναγραφόμενα στη σύμβαση ή εμφάνιζαν ελαττώματα είτε ότι η προμηθεύτρια δεν εκπλήρωσε ως προς οποιοδήποτε συμβατικό όρο τις υποχρεώσεις της είτε ότι τα υποβληθέντα προς πληρωμή του οφειλομένου τιμήματος δικαιολογητικά ήταν ελλιπή ή εμφάνιζαν πλημμέλειες είτε ότι της έχει καταβληθεί με οποιονδήποτε τρόπο, ολικά ή μερικά, το εν λόγω τίμημα. Συνεπώς η αγωγή είναι βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο οφείλει στην ενάγουσα το προαναφερόμενο ποσό των 83.516,81 ευρώ. Το ποσό δε αυτό οφείλεται νομιμοτόκως από την επόμενη της παρέλευσης 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου ενόψει του ότι ο εναγόμενος Δήμος είναι δημόσια αρχή, όχι όμως πλέον του αιτούμενου ποσού τόκων 9.282,86 ευρώ, έως την κατάθεση της αγωγής, όπως ζητείται με την αγωγή, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 του Π.Δ 166/2003 και με το οριζόμενο από τις διατάξεις αυτές επιτόκιο. Το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο γιατί δεν προβλέπεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης επί ενδοσυμβατικής ευθύνης. Περαιτέρω, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η παρούσα απόφαση πρέπει να απορριφθεί προεχόντως γιατί οι αναγνωριστικές αποφάσεις δεν αποτελούν εκτελεστό τίτλο (άρθρο 199 ΚΔιοικΔ). Τέλος, ενόψει των προαναφερόμενων περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο Δήμος Νίκαιας – Ρέντη από τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 275 παρ. 1 ΚΔιοικΔ).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου.

Αναγνωρίζει ότι ο Δήμος Νίκαιας – Ρέντη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 83.516,81 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο το οριζόμενο από το πδ 166/2003, από την επομένη της παρόδου των 60 ημερών από την έκδοση κάθε τιμολογίου έως την άσκηση της αγωγής, όχι όμως πλέον του αιτούμενου ποσού τόκων των 9.282,86 ευρώ.

Απαλλάσσει τον Δήμο Νίκαιας – Ρέντη από τα δικαστικά έξοδα.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στον Πειραιά στις 24 Νοεμβρίου 2011 και η απόφαση δημοσιεύτηκε στο ακροατήριό του κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 30 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ