Περιπτώσεις Εξώδικης Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών

ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΕΞΩΔΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αρθρο του κ. Γ. Θ. Κρεκούκια[1]

Αναδημοσιεύουμε για να βοηθήσουμε και εμείς όπως κρίνουμε

 

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1.

Διοικητική επίλυση της διαφοράς (συμβιβασμός), που διενεργείται στα πλαίσια των Φορολογικών Αρχών (άρθρο 70 του Κ.Φ.Ε. - Ν. 2238/1994)

2.

Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών (συμβιβασμός) που διενεργείται από την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), κατ' άρθρο 70Α' του Κ.Φ.Ε.

3.

Διαιτητική Επίλυση Φορολογικών Διαφορών (άρθρα 31-35 του Ν. 3943/31-03-2011)

4.

Δικαστικός συμβιβασμός (άρθρο 71 Κ.Φ.Ε.)

5.

Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού στα πλαίσια των Διμερών Συμβάσεων περί Αποφυγής της Διπλής Φορολογίας

6.

Διαδικασία Φιλικού Διακανονισμού και Διοικητικής Διαιτησίας μεταξύ Συνδεδεμένων Επιχειρήσεων των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. (Ν. 2216/31-05-1994)

7.

Διαιτησία Αναπτυξιακών Συμβάσεων

8.

Συνοπτικές επισημάνσεις

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

 

Τον τελευταίο καιρό έχουν γίνει σημαντικές μεταβολές, αλλά και συμπληρώσεις, των διατάξεων, που αναφέρονται σε ορισμένες διαδικαστικές και εξώδικες εν γένει ρυθμίσεις, οι οποίες αναφέρονται στην επίλυση των φορολογικών διαφορών μεταξύ των φορολογικών αρχών και των φορολογουμένων. Ως εκ του λόγου αυτού κρίναμε ότι θα ήταν χρήσιμη η καταγραφή και η ανάπτυξη των ρυθμίσεων αυτών.

 

1. Διοικητική επίλυση της διαφοράς (συμβιβασμός), που διενεργείται στα πλαίσια των Φορολογικών Αρχών (άρθρο 70 του Κ.Φ.Ε. - Ν. 2238/1994)

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού (70 του Κ.Φ.Ε.) αναφέρονται στις κύριες και βασικές ρυθμίσεις που καλύπτουν πρωταρχικά το θέμα της διοικητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών που ανακύπτουν τόσο στον τομέα της φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, όσο και στις φορολογίες οι οποίες δεν ρυθμίζουν με ίδιες διατάξεις το εν λόγω θέμα της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, αλλά παραπέμπουν με ειδικές διατάξεις στη σχετική διαδικασία της φορολογίας εισοδήματος.

Ειδικότερα με τις διατάξεις του υπό εξέταση άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε. ορίζονται κυρίως τα ακόλουθα:

1.1. Με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού ορίζεται ο βασικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο υπόχρεος στο φόρο εισοδήματος που αμφισβητεί το περιεχόμενο και την ορθότητα του καταλογισθέντος σε αυτόν φόρου, δηλαδή του φύλλου ελέγχου που έχει κοινοποιηθεί σε αυτόν, έχει το δικαίωμα να προτείνει στην εκδώσασα φορολογική αρχή, ήτοι στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κ.λπ., την διοικητική επίλυση της υφιστάμενης φορολογικής διαφοράς.

1.2. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., η πρόταση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται κατ’ αρχήν στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. που έχει εκδώσει τη σχετική πράξη (φύλλο ελέγχου κ.λπ.), με το δικόγραφο της προσφυγής, στο οποίο περιλαμβάνεται φυσικά και το σχετικό αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς, ή με ιδιαίτερη αίτηση.

Με τις ίδιες προαναφερθείσες διατάξεις (παρ. 3 άρθρο 70 του Κ.Φ.Ε.) ορίζεται, ότι τόσο το ενιαίο δικόγραφο της προσφυγής με αίτημα διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, όσο και η ιδιαίτερη αίτηση για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καταθέτονται μέσα στην νόμιμη προθεσμία, που προβλέπεται για την άσκηση της προσφυγής, ήτοι, κατ’ άρθρο 66 του Κ.Δ.Δ. (Ν. 2717/1999), μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της σχετικής πράξης ή από τη συντέλεση σχετικής παράλειψης. Μέσα στην ίδια προθεσμία προσκομίζονται στη φορολογική Αρχή και τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία για την υποστήριξη της υπόθεσης, τα οποία οφείλει να λάβει υπόψη του ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. κατά την εξέταση της υπόθεσης, μαζί φυσικά με το σχετικό αίτημα του φορολογούμενου.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί μια σύγχυση που δημιουργείται μετά την εφαρμογή της νέας διάταξης του πρώτου εδαφίου του άρθρου 126 του Κ.Δ.Δ., όπως αυτή τέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 3900/2010 και ισχύει από 01/01/2011. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι «Τα ένδικα βοηθήματα ασκούνται με δικόγραφο το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία της κύριας έδρας του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται». Η σύγχυση αυτή δημιουργείται σε σχέση με την προαναφερθείσα διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., με την οποία ορίζεται ότι η πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς υποβάλλεται στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. «…με το δικόγραφο της προσφυγής ή με ιδιαίτερη αίτηση…».

Τη σύγχυση αυτή μεταξύ των δύο προπαρατεθεισών διατάξεων, επιχειρεί να θεραπεύσει η ερμηνευτική εγκύκλιος Πολ. 1192/08-09-2011, στην παράγραφο 6 της οποίας ορίζεται ότι «… στις περιπτώσεις που με το δικόγραφο της προσφυγής υποβάλλεται και πρόταση για διοικητική επίλυση της διαφοράς, απαιτείται κοινοποίηση ημερομηνίας και ώρας προσέλευσης στη φορολογική αρχή για συμβιβασμό, συντασσομένης σχετικής έκθεσης επίδοσης. Σε περίπτωση μη εμφάνισης του φορολογούμενου στην ορισθείσα ημερομηνία και ώρα θα πρέπει να συντάσσεται πράξη ματαίωσης του συμβιβασμού».

Εντούτοις, η προαναφερθείσα ερμηνευτική θεραπεία της σύγχυσης που δημιουργείται μεταξύ των εν λόγω διατάξεων του άρθρου 70 § 3 του Κ.Φ.Ε. και του άρθρου 126 § 1 του Κ.Δ.Δ., εφόσον δεν ήθελε διορθωθεί νομοθετικά, θα ήταν ορθότερο και απλούστερο, κατά τη γνώμη μας, να διορθωθεί με ερμηνευτική εγκύκλιο στην οποία να ορίζεται ότι, σε περίπτωση μη ευδοκίμησης της ασκηθείσας προσφυγής με αίτημα συμβιβασμού, που υποβάλλεται στον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. κατ’ επιταγή του άρθρου 70 § 3 του Κ.Φ.Ε., η φορολογική αρχή πρέπει να ενημερώνει την γραμματεία του φορολογικού δικαστηρίου σχετικά με τη ματαίωση ή την τυχόν μερική επίλυση της διαφοράς, προκειμένου να επιληφθεί της υπόθεσης στη συνέχεια το φορολογικό δικαστήριο.

1.3. Η προπαρατεθείσα διαδικασία επίλυσης της φορολογικής διαφοράς προσωπικά από τον Προϊστάμενο της φορολογικής αρχής, δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται περιοριστικά από τις διατάξεις της παραγράφου 5 του υπό εξέταση άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., ήτοι, στις περιπτώσεις στις οποίες στο φύλλο ελέγχου περιλαμβάνονται:

- και εισοδήματα από γεωργικές ή εμπορικές επιχειρήσεις ή από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή
- μόνο τα εισοδήματα αυτά, τα οποία όμως προέρχονται αποκλειστικά από επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία και στοιχεία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. υποχρεωτικά ή προαιρετικά (με ορισμένες προϋποθέσεις). Οπότε, στις περιπτώσεις αυτές, η διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς δεν γίνεται προσωπικά από τον Προϊστάμενο της φορολογικής αρχής, αλλά από ειδικές Επιτροπές που λειτουργούν στις Δ.Ο.Υ. ή στις άλλες λειτουργούσες ελεγκτικές φορολογικές αρχές.

1.4. Ακολούθως, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του σχολιαζόμενου άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε. ορίζεται, ότι εφόσον συμπέσουν οι απόψεις του υπόχρεου φορολογούμενου, κατά περίπτωση:
- με αυτές του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή
- με αυτές δύο (2) τουλάχιστον μελών της ειδικής Επιτροπής,

συντάσσεται σχετική πράξη επίλυσης της φορολογικής διαφοράς, η οποία θεωρείται αμετάκλητη στο σύνολό της ή κατά το μέρος που επήλθε σύμπτωση απόψεων των σχετικών μερών (μερική ή ολική επίλυση της διαφοράς).

1.5. Στη συνέχεια, με διατάξεις της ίδιας παραγράφου 6 ορίζεται, ότι «αν υποβληθεί αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς με ιδιαίτερη αίτηση, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται με την υποβολή της αίτησης, μη υπολογιζόμενης της ημέρας υποβολής αυτής και συνεχίζει από την επόμενη εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα της ημέρας υπογραφής της πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς».

Εδώ, θεωρούμε σκόπιμο να διευκρινίσουμε, ότι η προαναφερθείσα περίπτωση της αναστολής του χρόνου υποβολής της προσφυγής, ισχύει τόσο στις κοινές προσφυγές που ασκούνται κατά κανόνα στο διοικητικό πρωτοδικείο, όσο σε αυτές που αφορούν φορολογικές και τελωνειακές διαφορές ύψους μεγαλύτερου των 150.000 ευρώ, οι οποίες σύμφωνα με τις νέες διατάξεις της περίπτωσης β' παράγραφος 2 του Κ.Δ.Δ. όπως αυτές τέθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 13 του Ν. 3900/2010, εκδικάζονται κατ’ εξαίρεση σε πρώτο και τελευταίο βαθμό στο Εφετείο.

Σημειωτέον ότι, σύμφωνα με μεταγενέστερη ρύθμιση που τέθηκε στην παράγραφο 2 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., (Ν. 2238/94), για την οποία γίνεται λόγος στο αμέσως πιο κάτω κεφάλαιο (2), για τις υποθέσεις φορολογικών διαφορών που υπερβαίνουν το ποσό των 50.000 ευρώ και μέχρι ποσού 360.000 ευρώ, η σχετική πρόταση μπορεί να κατατεθεί (προαιρετικά) όχι στα προαναφερθέντα όργανα [προϊστάμενο της φορολογικής αρχής ή στην σχετική Επιτροπή, αλλά στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), που λειτουργεί στα πλαίσια της κεντρικής υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών].

2. Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών (συμβιβασμός) που διενεργείται από την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), κατ’ άρθρο 70Α' του Κ.Φ.Ε.

Με τις διατάξεις του νέου αυτού άρθρου (70Α') του Κ.Φ.Ε., όπως αυτές τέθηκαν με το άρθρο 36 του Ν. 3943/2011 και ισχύουν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στο ΦΕΚ, ήτοι από 31/03/2011, ορίζεται νέα Επιτροπή με τον τίτλο Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), για την επίλυση ορισμένων φορολογικών διαφορών. Η Επιτροπή αυτή δεν εδρεύει στις αρμόδιες φορολογικές αρχές, όπως συμβαίνει με τις ρυθμίσεις των γενικών διατάξεων του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., αλλά στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών

Οι διατάξεις του νέου αυτού άρθρου συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με αρκετές διατάξεις νεότερων νόμων. Ως εκ τούτου, προκειμένου να έχουμε πλήρη εικόνα των ισχυουσών σήμερα διατάξεων του άρθρου αυτού, παραθέτουμε στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ αφενός μεν το κωδικοποιημένο κείμενο των ισχυουσών διατάξεων, αφετέρου δε τις λοιπές ρυθμίσεις που αφορούν το εν λόγω άρθρο.

Ακολούθως, αναφερόμενοι στις επιμέρους ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

2.1. Με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του Ν. 3943/2011 προστέθηκε στον Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94) νέο άρθρο 70Α', με το οποίο συστήθηκε στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΟΙΚ (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων) Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.). Σημειώνεται ότι, μετά από αλλεπάλληλες νομοθετικές τροποποιήσεις του εν λόγω άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., με το οποίο συστήθηκε η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., καθώς και μετά από τέσσαρες Υπουργικές Αποφάσεις που εκδόθηκαν, η Επιτροπή αυτή τέθηκε σε λειτουργία στις 15 Ιουνίου του τρέχοντος έτους, με την έκδοση της τελευταίας (εφαρμοστικής) Α.Υ.Ο. Πολ. 1152/15-06-2012.

2.2. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του υπόψη άρθρου 70Α', έργο της νεοσυσταθείσας Επιτροπής του άρθρου αυτού (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) είναι καταρχήν η διοικητική επίλυση των μετ’ έλεγχο αμφισβητούμενων διαφορών παντός φορολογικού αντικειμένου, που αναφέρονται τόσο στον κύριο φόρο, όσο και σε τέλος, εισφορά ή πρόστιμο, τα οποία υπερβαίνουν το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Στην περίπτωση των διαφορών αυτών, η προσφυγή του φορολογούμενου στην εν θέματι επιτροπή (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) είναι προαιρετική.

2.3. Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της αμέσως επόμενης παραγράφου 3 του σχολιαζόμενου άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε. ορίζεται ότι, «Δεν θίγονται τα υφιστάμενα όργανα και οι ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών».

2.4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της ίδιας προαναφερθείσας παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου (70Α') ορίζεται επί λέξει ότι «Κατ’ εξαίρεση του προηγουμένου εδαφίου, εφόσον η αμφισβητούμενη κατά τα ως άνω διαφορά υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η Επιτροπή του παρόντος άρθρου είναι αποκλειστικά αρμοδία για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς. Ειδικά δε, όσον αφορά τον Φ.Π.Α. στο αμφισβητούμενο κατά τα ως άνω ποσό φόρου περιλαμβάνεται και η μείωση του πιστωτικού υπολοίπου (σχετ. η υπ’ αριθ. Πολ. 1152/18-06-2012).

Έτσι, για τις υποθέσεις φορολογικών διαφορών που υπερβαίνουν το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ αποκλειστικά αρμόδια για την διοικητική επίλυση είναι η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., που λειτουργεί στα πλαίσια της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπ. Οικονομικών. Στις περιπτώσεις δηλαδή αυτές των μεγάλων αμφισβητούμενων διαφορών οι φορολογούμενοι δεν μπορούν να προσφύγουν στην προβλεπόμενη διαδικασία επίλυσης που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες γενικές διατάξεις του άρθρου 70 §§ 3 και 5 του Κ.Φ.Ε., αλλά υποχρεούνται να προσφεύγουν στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., που εδρεύει στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΟΙΚ.

Εξάλλου, πρέπει να επισημανθεί εδώ, ότι από τη διατύπωση της σχολιαζόμενης διάταξης προκύπτει ρητώς, ότι η νέα αυτή Επιτροπή έχει αρμοδιότητα «… για την διοικητική επίλυση των μετά από έλεγχο φορολογικών διαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο» επομένως η Επιτροπή αυτή έχει αρμοδιότητα για την επίλυση των φορολογικών διαφορών που ανακύπτουν τόσο στο αντικείμενο της φορολογίας εισοδήματος, όσο και στα λοιπά φορολογικά αντικείμενα, και μάλιστα ανεξάρτητα αν οι διαδικαστικές διατάξεις των αντικειμένων αυτών περιέχουν ίδιες ρυθμίσεις για την επίλυση των φορολογικών διαφορών, όπως π.χ. το άρθρο 52 του Κώδικα Φ.Π.Α., ή αν πρόκειται για φορολογικά αντικείμενα που δεν έχουν αυτοτελείς ρυθμίσεις για την επίλυση των φορολογικών διαφορών, αλλά παραπέμπουν σε αυτές του Κ.Φ.Ε., όπως π.χ. οι διατάξεις του Ν. 1676/1986 περί του Φόρου Συγκέντρωσης Κεφαλαίων.

Κοντολογίς, θα λέγαμε λοιπόν, ότι όλες οι διατάξεις του άρθρου 70Α' έχουν εφαρμογή, όχι μόνο στη φορολογία εισοδήματος, αλλά και σε όλα τα άλλα φορολογικά αντικείμενα. Επομένως, οι διατάξεις του υπόψη άρθρου 70Α' καλύπτουν και τα θέματα των άλλων, πλην του φόρου εισοδήματος, φορολογικών αντικειμένων, για τα οποία έγινε λόγος ανωτέρω.

2.5. Ακολούθως με τις διατάξεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του εν θέματι άρθρου 70Α' που τέθηκε στο άρθρο αυτό με την παρ. 5στ' του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012, ορίζεται ότι η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης όλων των διαφορών που προκύπτουν από τις καταλογιστικές πράξεις (φύλλα ελέγχου κ.λπ.), που αφορούν τον ίδιο έλεγχο, εφόσον η φορολογική διαφορά, έστω και σε μία τουλάχιστον από τις σχετικές καταλογιστικές πράξεις, εμπίπτει στην προαιρετική αρμοδιότητα της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. (διαφορές από 50.000 έως 300.000 ευρώ) ή στην αποκλειστική αρμοδιότητα αυτής (διαφορές μεγαλύτερες από 300.000 ευρώ).

2.6. Εξάλλου, με τις διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της ίδιας σχολιαζόμενης παραγράφου 4 του άρθρου 70Α', που τέθηκαν με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Ν. 4051/29-02-2012, καθιερώνεται καινούργια, καινοφανής θα λέγαμε, διαδικασία υποχρεωτικής υποβολής, πριν από την άσκηση προσφυγής ιδιαίτερης αίτησης για διοικητική επίλυση της μετ’ έλεγχο φορολογικής διαφοράς. Η αίτηση αυτή χαρακτηρίζεται από το νόμο ως «ενδικοφανής προσφυγή», η οποία προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 63 § 3 του Κ.Δ.Δ. (Ν. 2717/1999).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις αυτές, οι οποίες προφανώς αποσκοπούν στην ελάφρυνση των φορολογικών δικαστηρίων από το μεγάλο πλήθος των ασκούμενων προσφυγών, οσάκις η αμφισβητούμενη διαφορά κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, από 29/02/2012 καθίσταται υποχρεωτική και μάλιστα επί ποινή απαραδέκτου της άσκησης της προσφυγής, η προηγούμενη υποβολή αίτησης για την υπαγωγή στην ειδική διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς (διοικητική προσφυγή). Συνεπώς, στις περιπτώσεις αυτές είναι απαράδεκτη η άσκηση προσφυγής απευθείας κατά φορολογικών καταλογιστικών πράξεων, εφόσον δεν έχει προηγηθεί η ειδική διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς (διοικητική προσφυγή). Έτσι, προς ενημέρωση των φορολογουμένων οι ελεγκτικές φορολογικές αρχές, πρέπει να ενημερώνουν γραπτώς τις εκδιδόμενες πράξεις, σχετικά με την υποχρέωση αυτών για την υποβολή αίτησης «ενδικοφανούς προσφυγής», πριν από την άσκηση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια (σχετ. η Πολ. 1152/15-06-2012 ερμ. εγκ. του ΥΠΟΙΚ).

Περαιτέρω, διευκρινίζεται ότι σε περίπτωση καταλογιστικής πράξης με την οποία καταλογίζονται διακεκριμένα περισσότερα ποσά, δηλαδή ποσά πάνω από 300.000 ευρώ, η αίτηση διοικητικής επίλυσης έχει τον χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής αποκλειστικά και μόνο για τα αμφισβητούμενα ποσά που υπερβαίνουν το παραπάνω όριο των 300.000 ευρώ (βλ. σχετικά την Πολ. 1140/05-06-2012 του ΥΠΟΙΚ).

Επισημαίνεται εδώ, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 63 του Κ.Δ.Δ. «Στις περιπτώσεις που από τον νόμο προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται, μέσα σε ορισμένη προθεσμία, ενώπιον του ίδιου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου, και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά τον νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή».

Με άλλα λόγια το ένδικο βοήθημα της τυχόν επακολουθούσας προσφυγής, ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή (Επιτροπή), που εξήτασε την αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς (ενδικοφανής προσφυγή), η οποία προφανώς δεν έγινε αποδεκτή από την Επιτροπή, και όχι κατά της καταλογιστικής πράξης (φύλλο ελέγχου κ.λπ.), που εκδίδεται από την φορολογική αρχή.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παρ. 4 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., η εν λόγω αίτηση (ενδικοφανής προσφυγή) «…κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου ή της πράξης επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας». Ακολούθως δε, με την ίδια διάταξη ορίζεται, ότι η απόφαση του αρμοδίου οργάνου (προφανώς της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) «…εκδίδεται το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την παρέλευση της αίτησης σε αυτό».

2.7. Επίσης, με τις διατάξεις της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου 70Α' ορίζεται, ότι η υποβολή της εν λόγω αίτησης ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. «… αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεση και άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπές ισχύουσες διαδικασίες για την διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών». Έτσι, με την διάταξη αυτή αποκλείεται η υποβολή άλλης αίτησης συμβιβασμού, κατά τις διατάξεις του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., τόσο στις υποθέσεις φορολογικών διαφορών ποσού από 50.000 ευρώ μέχρι 300.000 ευρώ, όπου επιτρέπεται προαιρετικά η προσφυγή στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., όσο και στις υποθέσεις που υπερβαίνουν τις 300.000 ευρώ, όπου αρμόδια είναι αποκλειστικά επίσης η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.

2.8. Στη συνέχεια, από το συνδυασμό των διατάξεων της παραγράφου β' του άρθρου 70Α', με αυτές του άρθρου 2 § 1 της υπ’ αριθ. 1238/02-12-2011 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, προκύπτει ότι η αίτηση για διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. κατατίθεται στην αρμόδια αρχή η οποία εξέδωσε την οικεία πράξη, είτε με το δικόγραφο της προσφυγής, είτε με ιδιαίτερη αίτηση που υποβάλλεται πριν από την άσκηση της προσφυγής μέσα στην σχετική προθεσμία που ορίζεται από τον νόμο, ήτοι κατά το άρθρο 66 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. - Ν. 2717/1999), ήτοι μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της σχετικής πράξης, ή από την συντέλεση της σχετικής παράλειψης. Η φορολογική αρχή διαβιβάζει με έγγραφό της την αίτηση του φορολογουμένου στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. (Καρ. Σερβίας 10 - 101 84 - Αθήνα) εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της, με το σχετικό φάκελο και έγγραφο που περιέχει πλήρες ιστορικό της υπόθεσης, καθώς και τις αιτιολογημένες απόψεις της επί των ισχυρισμών του φορολογουμένου που περιέχονται στην αίτηση (βλ. σχετικά και την παρατιθέμενη στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ερμηνευτική εγκύκλιο του ΥΠΟΙΚ Πολ. 1007/03-01-2012).

2.9. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 της Πολ. 1140/05-06-2012 Απόφασης του ΥΠΟΙΚ, η Επιτροπή (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) ελέγχει την πράξη κατά τον νόμο και την ουσία, εφαρμόζοντας αναλογικά τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 79 του Κ.Δ.Δ. (Ν. 2717/1999), με την απόφασή της δε η Επιτροπή μπορεί, κατά περίπτωση, να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει ή να τροποποιήσει την οικεία καταλογιστική πράξη ή να απορρίψει την αίτηση.

Επίσης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο Δ' της Πολ. 1152/15-06-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπ. Οικονομικών, «…Η Επιτροπή επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης των διαφορών και στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού, στις περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αρμόδιο ή αποκλειστικά αρμόδιο όργανο επίλυσης των διαφορών επί των εκδοθεισών από τον έλεγχο καταλογιστικών πράξεων φόρου, τέλους, εισφοράς, ή προστίμου».

2.10. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012, ρυθμίζονται ορισμένα θέματα μεταβατικής φύσεως, όπως η περίπτωση των αιτήσεων της παραγράφου 4 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., οι οποίες είχαν υποβληθεί στη Φορολογική Αρχή πριν από την ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. Έτσι, οι αιτήσεις αυτές διαβιβάζονται μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής στην Επιτροπή εφόσον αυτή είναι αρμόδια (διαφορές από 50.000 μέχρι 300.000) ή αποκλειστικά αρμόδια (διαφορές πάνω από 300.000) για να επιληφθεί της διοικητικής επίλυσης των διαφορών. Επίσης με την ίδια διάταξη ορίζεται ότι αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε κάποιο άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση αυτή διαβιβάζεται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προηγούμενη αίτηση.

Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ένα πρακτικό ερμηνευτικό ερώτημα, σχετικά με τις πράξεις πάνω από 300.000 ευρώ που καταλαμβάνει η σχολιαζόμενη διάταξη περί ενδικοφανούς προσφυγής. Αν δηλαδή, η διάταξη αυτή του άρθρου 4 § 1 του Ν. 4051/29-02-2012 αφορά:
- οποιαδήποτε ενδικοφανή προσφυγή που ήθελε ασκηθεί μετά την ισχύ του νόμου αυτού (29/02/2012),
- ή αφορά μόνο τις προσφυγές εκείνες που στρέφονται κατά διοικητικών πράξεων που εκδίδονται μετά την ισχύ του νόμου.

Με άλλα λόγια πρέπει, κατά την γνώμη μας, να διευκρινιστεί διοικητικά, αν η υπό κρίση ρύθμιση καταλαμβάνει και τις πράξεις που είχαν εκδοθεί πριν από την ισχύ του νόμου (29/02/2012) και κοινοποιήθηκαν στους ενδιαφερόμενους μετά την ισχύ του νόμου αυτού, για τις οποίες φυσικά πρέπει να ασκηθεί ενδικοφανής προσφυγή (βλ. σχετικά εμπεριστατωμένα άρθρα του Δικηγόρου ΣΠ. ΤΣΕΝΕ, Δ.Φ.Ν. 1488/15-30 Απρ. 2012, σελ. 563-565 και των Δικηγόρων ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΚΡΕΟΥΖΗ και ΝΙΚΟΥ ΚΑΛΑΜΙΤΣΗ, Δ.Φ.Ν. 1490/16-31 Μαΐου 2012, σελ. 723-726, καθώς και σχετικό σχόλιο της εκδότριας και Δικηγόρου κας ΑΣΠΑΣΙΑΣ ΜΑΛΛΙΟΥ στο Δ.Φ.Ν. 1490/16-31 Μαΐου 2012).

2.11. Ακόμα, με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του υπόψη άρθρου 70Α' ορίζεται ότι «Για τη διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών».

Έτσι, με βάση τη διάταξη αυτή, καθώς και με την συναφή διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., με την οποία ορίζεται ότι «Δεν θίγονται τα υφιστάμενα όργανα και οι ισχύουσες διαδικαστικές διατάξεις για την διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών», γίνεται παραπομπή για εφαρμογή κυρίως των διατάξεων του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε. για τις οποίες έγινε λόγος στο πρώτο (υπ’ αριθ. 1) κεφάλαιο ανωτέρω.

Χαρακτηριστική και αξιοσημείωτη εν προκειμένω είναι η περίπτωση εφαρμογής, κατά παραπομπή, των διατάξεων του προαναφερθέντος άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., η οποία προβλέπεται από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου αυτού. Με τη διάταξη αυτή ορίζεται ότι, «Αν υποβληθεί αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς με ιδιαίτερη αίτηση, η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αναστέλλεται με την υποβολή της αίτησης, μη υπολογιζόμενης της ημέρας υποβολής αυτής και συνεχίζει από την επομένη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα της ημέρας υπογραφής της πράξης ματαίωσης ή μερικής επίλυσης της διαφοράς».

Η ρύθμιση όμως αυτή, ενώ μπορεί να εφαρμόζεται κατά παραπομπή των προαναφερθεισών διατάξεων των παραγράφων 3 και 7 του άρθρου 70Α' στις υποθέσεις που παραπέμπονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. προαιρετικά και αφορούν ποσά από 50.000 μέχρι 300.000 ευρώ, δεν έχουν φρονούμε εφαρμογή στις περιπτώσεις των νεοπαγών διατάξεων των τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 70Α'. Τούτο δε διότι οι διατάξεις αυτές, περί ενδικοφανούς προσφυγής, που ισχύουν για υποθέσεις που αναφέρονται σε διαφορές ποσών πάνω από 300.000 ευρώ, λειτουργούν με βάση ειδική διαδικασία που προβλέπεται τόσο από τις ίδιες αυτές διατάξεις (τελευταία εδάφια παραγράφου 4 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε.) όσο και από τις διατάξεις του άρθρου 63 του Κ.Δ.Δ., για τις οποίες γίνεται λόγος ανωτέρω στην υποπαράγραφο 2.6. (βλ. σχετ. και την ερμ. εγκ. του ΥΠΟΙΚ Πολ. 1152/15-06-2012).

2.12. Επίσης, σε εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων της παραγράφου 3 και της παραγράφου 7 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., με τις οποίες ορίζεται ότι, αναφορικά με την επίλυση των φορολογικών διαφορών κατά το άρθρο 70Α' εφαρμόζονται οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις, αξιοσημείωτες είναι και οι σχετικές διατάξεις του άρθρου 24 του Ν. 2523/1997 περί του φορολογικού ποινολογίου, με τις οποίες ορίζεται ότι:
- «
… ο διοικητικός ή δικαστικός συμβιβασμός δεν συντελείται αν κατά την υπογραφή των οικείων πράξεων ή το αργότερο εντός των δύο επομένων εργάσιμων για τις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ημερών δεν καταβληθεί ποσό ίσο με το ένα πέμπτο (1/5) του οφειλόμενου, κύριου και πρόσθετου φόρου ή προστίμου, …» και
- «Σε περίπτωση μη καταβολής από τον υπόχρεο του ως άνω ποσοστού φόρου ή προστίμου κατά τα ανωτέρω, ο επιτευχθείς συμβιβασμός θεωρείται ως μη γενόμενος».

Επομένως, και οι διατάξεις αυτές θα πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να έχουν εφαρμογή, κατά παραπομπή των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 70Α' §§ 3 και 7 του Κ.Φ.Ε. και στις περιπτώσεις διοικητικής επίλυσης των διαφορών που ορίζονται όχι μόνο από το άρθρο 70 αλλά και από το άρθρο 70Α' του Κ.Φ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των διατάξεων των τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., οι οποίες αναφέρονται ειδικά στην αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται ως «ενδικοφανής προσφυγή».

Ακόμα, διευκρινίζεται ότι οι φορολογικές διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν ελέγχου στο πλαίσιο της Απόφασης του ΥΠΟΙΚ Πολ. 1072/2011 (περαίωση παλαιών υποθέσεων), επιλύονται με βάση τα οριζόμενα στην Απόφαση αυτή και δεν μπορεί να επιλύονται ενώπιον των Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. (βλ. σχετ. την Πολ. 1152/15-06-2012 ερμ εγκ. του ΥΠΟΙΚ).

2.13. Τέλος, αναφερόμενοι στις προπαρατεθείσες ρυθμίσεις του εν λόγω άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., θεωρούμε σκόπιμο να διατυπώσουμε υφιστάμενα σχόλια σχετικά με την χρησιμότητα αλλά και την λειτουργικότητα των διατάξεων του άρθρου αυτού.

- Καταρχάς φρονούμε εν προκειμένω, ότι η ανάθεση της επίλυσης φορολογικών διαφορών σε ειδική Επιτροπή (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) η οποία λειτουργεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπ. Οικονομικών, σκοπό είχε προφανώς να αναβαθμίσει την επίλυσης των διαφορών των μεγαλύτερων επιχειρήσεων (διαφορές άνω των 50.000 και άνω των 300.000 ευρώ). Πλην όμως, έχουμε τη γνώμη ότι η αναβάθμιση του σοβαρού αυτού αντικειμένου της Επιτροπής επίλυσης φορολογικών διαφορών θα μπορούσε να γίνει εξίσου αποτελεσματικά ή και αποτελεσματικότερα ακόμη, με άλλον τρόπο, όπως π.χ. με αναβάθμιση του επίπεδου των μελών και του τρόπου λειτουργίας της Επιτροπής και όχι φυσικά με την «μεταφορά», θα λέγαμε, αυτής στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών. Τούτο δε διότι η Υπηρεσία αυτή είναι και πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να μείνει, επιτελική Υπηρεσία, που ασχολείται αποκλειστικά με νομοθετικό - δημοσιονομικό και διοικητικό, φορολογικό, τελωνειακό και δημοσιολογιστικό έργο και όχι φυσικά με την επίλυση των φορολογικών διαφορών του Δημοσίου με τους φορολογούμενους.

- Περαιτέρω, φρονούμε ότι η εν λόγω Επιτροπή δεν θα μπορεί να εκπληρώνει αποτελεσματικά το έργο που της έχει ανατεθεί. Τούτο δε διότι, αφενός μεν θα καλείται να εκδίδει μεγάλο αριθμό αποφάσεων για υποθέσεις όλης της χώρας, ήτοι για φορολογικές διαφορές από 50.000 ευρώ μέχρι 300.000 ευρώ, κατά προτίμηση των φορολογούμενων, και για υποθέσεις πάνω από 300.000 ευρώ, κατ’ αποκλειστικότητα, αφετέρου δε διότι η έκδοση των τελευταίων υποθέσεων, που θα εξετάζονται ως ενδικοφανείς προσφυγές, θα πρέπει να γίνεται μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την άσκηση της σχετικής αίτησης.

Κατά συνέπεια θεωρούμε ότι το σχολιαζόμενο αυτό άρθρο (70Α' του Κ.Φ.Ε.) πρέπει να απαλειφθεί από τον Κ.Φ.Ε. και οι τυχόν διατάξεις του που κρίνονται χρήσιμες, να ενταχθούν στο βασικό άρθρο 70 του Κώδικα (βλ. σχετικά σχόλια και στο εμπεριστατωμένο άρθρο του τέως συναδέλφου κ. Η. Αργυρού στην «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ» της 6ης Αυγούστους τρέχοντος έτους, με θέμα «Χρονοβόρα και αναποτελεσματική η διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών»).

3. Διαιτητική Επίλυση Φορολογικών Διαφορών (άρθρα 31-35 του Ν. 3943,/31-03-2011)

Με τις εν θέματι διατάξεις θεσπίστηκε στη χώρα μας για πρώτη φορά, παράλληλα με τις υφιστάμενες διαδικαστικές ρυθμίσεις εξώδικης επίλυσης των φορολογικών διαφορών, μια ενδιάμεση, εναλλακτική θα λέγαμε, διαδικασία με τον τίτλο «Διαιτητική Επίλυση Φορολογικών Διαφορών», συσταθέντος προς τούτο ειδικού Σώματος Φορολογικών Διαιτητών. Εντούτοις σημειώνεται, ότι όπως ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του προαναφερθέντος Ν. 3943/2011, η έναρξη λειτουργίας του εν λόγω Σώματος Φορολογικών Διαιτητών θα ορισθεί με Προεδρικό Διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί το διάταγμα αυτό και επομένως η νέα αυτή διαδικασία της Διαιτητικής Επίλυσης των Φορολογικών Διαφορών, δεν έχει τεθεί σε λειτουργία.

Πάντως, για την πληρέστερη κατανόηση της νεοφανούς αυτής ρύθμισης, παραθέτουμε στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (3) τις βασικές διατάξεις των άρθρων 31 §§ 1-3, 33 και 34 του εν λόγω νόμου.

Επί τούτοις, εξετάζοντας τη λειτουργία και εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

3.1. Όπως προαναφέρθηκε, με τις υπό μελέτη διατάξεις (άρθρα 31-35 του Ν. 3943/31-03-2011), ο φορολογικός νομοθέτης καθιερώνει για πρώτη φορά τον θεσμό της διαιτητικής επίλυσης των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ιδρύοντας ταυτόχρονα ειδικό προς τούτο όργανο με τον τίτλο «Σώμα Φορολογικών Διαιτητών» (Σ.Φ.Δ.). Το σώμα αυτό υπάγεται στα Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι δε ανεξάρτητη αρχή που διοικείται από τον Πρόεδρό του ο οποίος επιλέγεται για πενταετή θητεία από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από γνώμη της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής. Με την ίδια διαδικασία επιλέγεται και διορίζεται ένας Αντιπρόεδρος ο οποίος αναπληρώνει τον Πρόεδρο.

3.2. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του εν θέματι Ν. 3943/2011, αντικείμενο εργασιών του Σ.Φ.Δ. είναι η διαιτητική επίλυση των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών που αναφύονται:

«α) Κατά τον καταλογισμό των φόρων, δασμών, τελών και συναφών δικαιωμάτων του Δημοσίου, καθώς και των προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων,

»β) κατά την επιβολή, με διοικητικές πράξεις, κάθε είδους κυρώσεων για την παράβαση των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής γενικά νομοθεσίας, ακόμη και αν οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται αυτοτελώς ή άσχετα με υποχρέωση καταβολής φόρου, δασμού, τέλους ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ».

Από τη γραμματική διατύπωση των πιο πάνω περιπτώσεων α' και β' της παραγράφου 2 του σχολιαζόμενου άρθρου 31 του Ν. 3943/2011, προκύπτει, φρονούμε, ότι η αρμοδιότητα του Σ.Φ.Δ. στην μεν πρώτη περίπτωση (α'), που αφορά διαφορές επί κύριων φόρων, τελών και δικαιωμάτων του Δημοσίου, είναι απεριόριστη, αφορά δηλαδή οποιοδήποτε ποσό και φυσικά οποιοδήποτε φορολογικό αντικείμενο.

Όσον αφορά την δεύτερη περίπτωση (β') της σχολιαζόμενης διάταξης, που αναφέρεται όχι σε κύριους φόρους κ.λπ., αλλά σε φορολογικές κυρώσεις που επιβάλλονται με αυτοτελείς πράξεις ή σε κυρώσεις ανεξάρτητες της επιβολής φόρου κ.λπ. η αρμοδιότητα του Σ.Φ.Δ. περιορίζεται στις υποθέσεις που υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

3.3. Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του ίδιου σχολιαζόμενου Ν. 3943/2011, το Σ.Φ.Δ. επιλαμβάνεται της σχετικής υπόθεσης μετά από αίτηση του φορολογούμενου, η οποία υποβάλλεται στο Σ.Φ.Δ. μέσα στην προθεσμία άσκησης της προσφυγής που προβλέπεται από τον Κ.Δ.Δ. (άρθρο 66 του Κ.Δ.Δ. - Ν. 2717/99), ήτοι μέσα σε προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της σχετικής πράξης (φύλλο ελέγχου κ.λπ.) ή από τη συντέλεση σχετικής παράλειψης. Αντίγραφο της αίτησης αυτής επιδίδεται, με την φροντίδα του αιτούντος φορολογούμενου, στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα σε δέκα πέντε (15) ημέρες από την υποβολή της αίτησης. Στη συνέχεια, η φορολογική αρχή διαβιβάζει την αίτηση, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών στον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος οφείλει να γνωρίσει στο Σ.Φ.Δ., μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επίδοση της αίτησης στην φορολογική αρχή, αν συμφωνεί με τη διαδικασία της διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς. Σε περίπτωση θετικής απάντησης του ΥΠΟΙΚ, ειδοποιείται από το Σ.Φ.Δ. ο ενδιαφερόμενος να καταβάλει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση, την προβλεπόμενη αμοιβή των διαιτητών, έτσι ώστε να προχωρήσει η διαδικασία της διαιτησίας.

3.4. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 33 του εν θέματι Ν. 3943/2011, η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς μπορεί να υποβληθεί, είτε μετά την υποβολή της αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς ή την άσκηση προσφυγής, είτε και πριν από την αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση προσφυγής.

Στην πρώτη περίπτωση (υποβολή αίτησης διαιτητικής επίλυσης μετά την αίτηση διοικητικής επίλυσης ή άσκηση προσφυγής), επιδίδονται, με τη φροντίδα του αιτούντος, τα σχετικά έγγραφα, ήτοι η θετική δήλωση του ΥΠΟΙΚ και το αποδεικτικό καταβολής της αμοιβής των διαιτητών, στην αρμόδια φορολογική αρχή ή στον πρόεδρο του φορολογικού δικαστηρίου, κατά περίπτωση, προκειμένου να τεθεί στο αρχείο η υπόθεση που εκκρεμεί στη φορολογική αρχή ή στο Δικαστήριο.

Στη δεύτερη ως άνω περίπτωση, της υποβολής δηλονότι της αίτησης διαιτητικής επίλυσης πριν από την αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση της προσφυγής, η προβλεπόμενη προθεσμία για την υποβολή της αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση της προσφυγής, παρατείνεται και αρχίζει από την επίδοση στον αιτούντα φορολογούμενο της τυχόν αρνητικής δήλωσης από το Δημόσιο (ΥΠΟΙΚ) για την μη αποδοχή της διαδικασίας της διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς, έτσι ώστε να συνεχίσει η περαιτέρω διαδικασία προώθησης της αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή και της άσκησης προσφυγής.

Στο σημείο αυτό παρατηρούμε, ότι οι προαναφερθείσες στην αμέσως προηγούμενη υποπαράγραφο επισημάνσεις μας έχουν εφαρμογή τόσο στη διαδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών των γενικών διατάξεων του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., όσο και σε αυτή του άρθρου 70Α', της επίλυσης δηλονότι των φορολογικών διαφορών από Επιτροπή που εδρεύει στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΟΙΚ. Δηλαδή, οι επισημανθείσες προθεσμίες και η εν γένει διαδικασία υποβολής και προώθησης των αιτήσεων διαιτητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών, είτε αυτές υποβάλλονται μετά ή πριν από την αίτηση διοικητικής επίλυσης, αφορούν, κατά περίπτωση:

- τις μικρές φορολογικές διαφορές, που καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε., ήτοι αυτές που ανέρχονται μέχρι του ποσού των 50.000 ευρώ και εξετάζονται από τον αρμόδιο προϊστάμενο των Δ.Ο.Υ. ή από την προβλεπόμενη Επιτροπή, που προβλέπεται από τις γενικές διατάξεις του ίδιου άρθρου 70 §§ 3 και 5 του Κ.Φ.Ε.

- τις φορολογικές διαφορές από 50.000 έως 300.000 ευρώ που υπάγονται προαιρετικά, είτε στην προαναφερθείσα διαδικασία των γενικών διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρο 70 του Κ.Φ.Ε., είτε στην ειδική διαδικασία του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε. (Επιτροπή Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. του Υπουργείου Οικονομικών)

- τις φορολογικές διαφορές που υπερβαίνουν το ποσό των 300.000 ευρώ, που σύμφωνα με τις διατάξεις των τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 4 του άρθρου 70Α', ακολουθούν την ειδική διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής, η οποία προηγείται υποχρεωτικά της άσκησης προσφυγής. Δηλαδή και στην περίπτωση αυτή, ελλείψει αντιθέτου ρύθμισης, φρονούμε ότι πριν ή μετά την ειδική αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται ως «ενδικοφανής προσφυγή», μπορεί να υποβάλλεται αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς κατά την προαναφερόμενη στο κεφάλαιο αυτό (3) διαδικασία.

3.5. Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 33 του εν θέματι Ν. 3943/2011, σε περίπτωση κατά την οποία ήθελαν υποβληθεί την ίδια ημέρα τόσο η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς, όσο και η σχετική προσφυγή ενώπιον του φορολογικού Δικαστηρίου, θεωρείται ότι έχει κατατεθεί πρώτη η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς, η οποία προωθείται κατά τη σχετική διαδικασία της διαιτησίας.

3.6. Περαιτέρω, από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του ίδιου σχολιαζόμενου άρθρου και νόμου (άρθρο 33 του Ν. 3943/2011) προβλέπονται ορισμένες διαδικαστικής φύσεως ρυθμίσεις, τις οποίες κρίνουμε σκόπιμο να επισημάνουμε:

- Η δικάσιμος για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από δύο μήνες από την περιέλευση στο Σ.Φ.Δ. της θετικής δήλωσης του Δημοσίου (συμφωνία του ΥΠΟΙΚ), για τη διαιτητική επίλυση της υπόθεσης.

- Οι σχετικές με την υπόθεση απόψεις της διοικητικής αρχής (αρμόδια Δ.Ο.Υ. κ.λπ.) υποβάλλονται στο Σ.Φ.Δ. μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της θετικής δήλωσης του ΥΠΟΙΚ.

- Η απόφαση του Σ.Φ.Δ. εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης.

Σε περίπτωση όμως που παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η διαιτητική εξουσία του Σ.Φ.Δ. παύει να ισχύει αυτοδικαίως και αναβιώνει η προθεσμία, αλλά και η διαδικασία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και της άσκησης προσφυγής, εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν για την παράταση της σχετικής προθεσμίας για ορισμένο χρονικό διάστημα.

3.7. Με τις διατάξεις της παραγράφου 7 του σχολιαζόμενου άρθρου και νόμου (άρθρο 33 του Ν. 3943/2011), ορίζεται ότι, για τη διαιτητική επίλυση των φορολογικών διαφορών, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, αναλόγως, οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

3.8. Στην παράγραφο 8 του ίδιου σχολιαζόμενου άρθρου και νόμου (άρθρο 33 του Ν. 3943/2011), ορίζεται ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς, το Σ.Φ.Δ. διαβιβάζει τον σχετικό φάκελο της υπόθεσης στο διοικητικό δικαστήριο, προκειμένου να προβεί στην ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης «…σύμφωνα με τα κριθέντα με τη διαιτητική απόφαση και μέσα στα όρια της αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς».

Αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο είναι εν προκειμένω ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, ο οποίος δικάζει την υπόθεση κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του Ν. 2523/1997, περί φορολογικού ποινολογίου. Ήτοι, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ασκείται προσφυγή ενώπιον του προέδρου Πρωτοδικών του διοικητικού δικαστηρίου, το οποίο δικάζει κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Εδώ θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, από τις ρυθμίσεις της προαναφερθείσας παραγράφου του σχολιαζόμενου άρθρου 33 του Ν. 3943/2011, φαίνεται ότι με το πόρισμα του Σ.Φ.Δ. δεν επιλύεται οριστικά η εκκρεμούσα φορολογική διαφορά. Τούτο δε διότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες διατάξεις (παράγραφοι 8 και 9 του άρθρου 33), το διοικητικό δικαστήριο είναι αυτό που προβαίνει τελικά στην ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα όμως με τα κριθέντα με τη διαιτητική απόφαση και μέσα στα όρια της αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς.

3.9. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 33 του Ν. 3943/2011 προβλέπεται, ότι κατά της απόφασης του Σ.Φ.Δ. χωρεί αίτηση ακυρώσεως κατ’ ανάλογο εφαρμογή διατάξεων των άρθρων 897 και 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Η εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Ακολούθως ορίζεται, ότι η άσκηση της αίτησης ακυρώσεως κατά της διαιτητικής απόφασης δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας που προβλέπεται από την παράγραφο 8 του Ν. 3943/2011, στην οποία αναφερθήκαμε στην προηγούμενη υποπαράγραφο 3.8. Δηλαδή, δεν επηρεάζεται η πρόοδος της διαδικασίας εκδίκασης της διαιτητικής απόφασης που προωθείται στο Διοικητικό Δικαστήριο, το οποίο επιλαμβάνεται, με την προεδρική διαδικασία, της ακύρωσης ή τροποποίησης της προσβαλλόμενης πράξης.

3.10. Ακόμα, προς άρση πάσης αμφιβολίας, σημειώνουμε ότι ο θεσμός της διαιτησίας, που καθιερώθηκε με τον Ν. 3943/2011 και αφορά την εξώδικη επίλυση διοικητικών διαφορών, ήτοι διαφορών δημοσίου δικαίου, δεν πρέπει βέβαια να συγχέονται με την διαιτητική διαδικασία ιδιωτικού δικαίου που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 867-903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Κ.Πολ.Δ.). Έτσι, οι φορολογικές διαφορές, ως διοικητικές τοιαύτες, δεν εκδικάζονται με βάση τις περί διαιτησίας διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., αλλά από το εσχάτως θεσμοθετηθέν ειδικό Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (Σ.Φ.Δ.), το οποίο επιλύει τις διαφορές αυτές επικουρικά με τις περί διοικητικής επίλυσης διαφορών διατάξεις, για τις οποίες έγινε λόγος ανωτέρω (ανάλυση άρθρων 70 και 70Α' του Κ.Φ.Ε.), και φυσικά από τα αρμόδια φορολογικά Δικαστήρια[2].

3.11. Τέλος επισημαίνεται ότι, από τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 34 του εν λόγω Ν. 3943/2011 προβλέπεται, ότι με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, θα οριστεί η έναρξη λειτουργίας του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών. Πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα και ως εκ τούτου φυσικά ο εν θέματι θεσμός της φορολογικής διαιτησίας δεν λειτουργεί ακόμα.

4. Δικαστικός συμβιβασμός (άρθρο 71 Κ.Φ.Ε.)

Ο εν θέματι συμβιβασμός, φαίνεται εκ πρώτης όψεως, λόγω τίτλου κυρίως, ότι δεν εμπίπτει στις υπό μελέτη περιπτώσεις της εξώδικης επίλυσης των φορολογικών διαφορών. Όμως, από τις εξεταζόμενες επί μέρους διατάξεις προκύπτει ότι, ενώ οι κρινόμενες υποθέσεις ευρίσκονται στο στάδιο της διοικητικής δίκης, στη συνέχεια διακόπτεται (καταργείται) η δίκη αυτή και επέρχεται εξώδικη επίλυση της φορολογικής διαφοράς.

Ειδικότερα, αναφερόμενοι στις κατ’ ιδίαν διατάξεις του εν λόγω ιδιαίτερου, δικοφανούς θα λέγαμε, τρόπου εξώδικης επίλυσης των φορολογικών διαφορών, επισημαίνουμε ότι ο δικαστικός συμβιβασμός καθιερώθηκε το πρώτον με τις αυτοτελείς διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4600/1966. Μετά από ορισμένες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις, οι διατάξεις του περιελήφθησαν στο άρθρο 71 του Κ.Φ.Ε. που κυρώθηκε με τον ισχύοντα Ν. 2238/1994. Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του εν λόγω άρθρου 71 του Κ.Φ.Ε. καταργήθηκαν από 01/12/1998 με την παράγραφο 2 του άρθρου 29 του Ν. 2648/1998, ακολούθως όμως η ατυχής αυτή ενέργεια αποκαταστάθηκε με την επαναφορά του άρθρου αυτού (71 του Κ.Φ.Ε.), που έγινε με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του Ν. 253/1999. Παράλληλα δε, με τις διατάξεις του άρθρου 285 § 1(στ') του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ. - Ν. 2717/1999), διατηρήθηκαν σε ισχύ οι βασικές διατάξεις του άρθρου 1 του Ν.Δ. 4600, περί Δικαστικού Συμβιβασμού. Τελικά οι περί δικαστικού συμβιβασμού διατάξεις, όπως ισχύουν σήμερα, έχουν ως ακολούθως:

4.1. Ο δικαστικός συμβιβασμός επιτρέπεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς. Εντούτοις, στο συμβιβασμό αυτό δεν περιορίζεται στο ήμισυ (1/2) το ποσοστό προσαύξησης κ.λπ., όπως τούτο προβλέπεται στο διοικητικό συμβιβασμό, από την παράγραφο 10 του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 12 § 1 του Ν. 2753/1999, ο δικαστικός συμβιβασμός μπορεί να ενεργείται ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και μάλιστα σε κάθε στάση της δίκης. Σημειώνεται ότι, με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 11 του Ν. 2954/2011 η δυνατότητα επίτευξης δικαστικού συμβιβασμού επεκτάθηκε και στις εκκρεμείς υποθέσεις ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

4.2. Ο δικαστικός συμβιβασμός επιτυγχάνεται με την κατάργηση της δίκης κατά τη συζήτηση που διεξάγεται στο ακροατήριο οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου και σε κάθε στάση της δίκης παρουσία και των δύο διαδίκων. Η σχετική πρόταση, για την κατάργηση της δίκης, υποβάλλεται από κάθε διάδικο με σχετική δήλωσή του στον γραμματέα του δικαστηρίου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η δήλωση που υπογράφεται από τον διάδικο ο οποίος αποδέχεται την συμβιβαστική πρόταση καταχωρείται στα πρακτικά τα οποία έχουν τα αποτελέσματα αμετάκλητης απόφασης (βλ. σχετικά και τις διατάξεις της περίπτωσης ε' παράγραφος 1 του άρθρου 50 του Ν. 4055/2012, καθώς και την ερμην. εγκ. του ΥΠΟΙΚ Πολ. 1129/28-05-2012).

4.3. Το διοικητικό δικαστήριο στο οποίο συζητείται η σχετική πρόταση αναβάλλει τη συζήτηση μετά από αίτηση ενός από τους διαδίκους ή και αυτεπάγγελτα. Πάντως η δήλωση που κατατίθεται στο δικαστήριο για επίλυση της διαφοράς δεν ανακαλείται, όμως μπορεί, μέχρι την, μετά την αναβολή, συζήτηση ή κατά τη διάρκεια αυτής να συμπληρωθεί για να βελτιωθεί.

4.4. Αν η πρόταση που έχει υποβληθεί από έναν διάδικο δεν γίνει δεκτή από τον άλλον, θεωρείται ως μη γενομένη και συνεχίζεται η δικαστική διαδικασία ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου.

4.5. Σε περίπτωση ομοδικίας η πρόταση για συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς γίνεται από όλους τους ομοδίκους, εκτός αν το δικαστήριο έχει διατάξει το χωρισμό της δίκης.

4.6. Δεύτερη πρόταση από τον ίδιο διάδικο και στον ίδιο βαθμό δικαιοδοσίας δεν συγχωρείται.

4.7. Προκειμένου να συζητηθεί η πρόταση συμβιβασμού και να υπογραφεί το σχετικό πρακτικό από εκείνον σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί η σχετική πράξη, απαιτείται ειδική έγγραφη πληρεξουσιότητα.

4.8. Με τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 5 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε., ορίζεται ότι τα ποσά του φόρου που προκύπτουν μετά από δικαστικό συμβιβασμό καταβάλλονται κατά τον ίδιο τρόπο που προβλέπεται για τα ποσά φόρου που προκύπτουν μετά από διοικητική επίλυση της διαφοράς, ήτοι καταβολή του ενός πέμπτου (1/5) μετά την επίλυση της διαφοράς και του υπολοίπου σε έξι (6) ίσες μηνιαίες δόσεις, κάθε μιας μη δυνάμενης να είναι μικρότερης των τριακοσίων ευρώ, εκτός από την τελευταία κ.λπ.

4.9. Ακόμα, με τις διατάξεις του άρθρου 24 § 2 του Ν. 2523/1997, περί ποινολογίου, ορίζεται ότι «Στις περιπτώσεις του συνολικού για κάθε φορολογία διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού ή με άλλο τρόπο ολικής διοικητικής περαίωσης της διαφοράς δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του παρόντος» (βλ. σχετικά Χρ. Ν. Τότση, Ερμηνεία Φορολογίας Εισοδήματος, Τόμος Γ', σελ. 1722-1726).

4.10. Τέλος, υπενθυμίζεται, ότι σύμφωνα με την παράγραφο Δ' της Πολ. 1152/15-06-2012 ερμηνευτικής εγκυκλίου του Υπ. Οικονομικών, η Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) «… επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης των διαφορών και στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού, στις περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αρμόδιο όργανο επίλυσης των διαφορών επί των εκδοθεισών από τον έλεγχο καταλογιστικών πράξεων φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου».

5. Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού στα πλαίσια των Διμερών Συμβάσεων περί Αποφυγής της Διπλής Φορολογίας

Η εν θέματι διαδικασία προβλέπεται από το άρθρο 25 της Σύμβασης-πρότυπο φόρου εισοδήματος και κεφαλαίου του ΟΟΣΑ (OECD - ModelTaxConventiononIncomeandonCapital), που εφαρμόζουν τα κράτη στις διμερείς συμβάσεις που συνάπτουν μεταξύ τους, για την αποφυγή της διπλής φορολογίας.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού (25) του εν λόγω μοντέλου του ΟΟΣΑ περιλαμβάνονται με μικρές κατ’ ιδίαν παραλλαγές, σε ειδικά άρθρα των κυρωμένων με νόμους διμερών συμβάσεων περί αποφυγής της διπλής φορολογίας, που έχει υπογράψει και η χώρα μας με πολλά άλλα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ και φέρουν τον πανομοιότυπο τίτλο «Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού» (MutualAgreementProcedure).

Με τις ειδικές διατάξεις συγκεκριμένων άρθρων των διμερών αυτών συμβάσεων ορίζεται μια εξαιρετική διαδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών μεταξύ των συμβαλλόμενων χωρών.

Ειδικότερα, αναφερόμενοι στις διατάξεις των ειδικών αυτών άρθρων περί της Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού (Δ.Α.Δ.) που περιλαμβάνονται στις διμερείς συμβάσεις, τις οποίες έχει υπογράψει και η Ελλάδα με διάφορες χώρες, σε συνδυασμό δε και με τις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 25 της Σύμβασης-πρότυπο (μοντέλο) του ΟΟΣΑ με τις σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις του (commentary), επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

5.1. Όταν ένα πρόσωπο θεωρεί ότι κάποια φορολογικά μέτρα που έχουν ληφθεί από ένα ή και από τα δύο συμβαλλόμενα κράτη, συνεπάγονται φορολογική επιβάρυνση η οποία δεν συνάδει με τις διατάξεις της διμερούς σύμβασης, μπορεί να υποβάλλει την υπόθεση στην αρμόδια αρχή του συμβαλλόμενου κράτους του οποίου είναι κάτοικος. Τούτο δε ανεξάρτητα από το δικαίωμα του θιγόμενου προσώπου να προσφύγει και στα μέτρα που προβλέπονται από την εσωτερική του νομοθεσία (π.χ. διοικητική επίλυση διαφοράς, διαιτητική επίλυση διαφοράς, προσφυγή στα Φορολογικά Δικαστήρια κ.λπ.). Σε μερικές διμερείς συμβάσεις προβλέπεται ορισμένος χρόνος υποβολής του σχετικού αιτήματος, όπως χρόνος δύο (2) ή τριών (3) ετών από της κοινοποιήσεως της πράξης καταλογισμού του φόρου που δεν κρίνεται σύμφωνος με τις διατάξεις της Σύμβασης.

Στη συνέχεια, σε πρώτη φάση η Αρμόδια Αρχή του αντισυμβαλλόμενου Κράτους, εάν θεωρήσει βάσιμο το σχετικό αίτημα, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να δώσει ικανοποιητική λύση, καταβάλλει προσπάθειες να επιλύσει τη διαφορά δι’ αμοιβαίας συμφωνίας (φιλικό διακανονισμό) με την Αρμόδια Αρχή του άλλου Κράτους.

Ακολούθως, οι αρμόδιες Αρχές των δύο ενδιαφερόμενων προσώπων προσπαθούν με αμοιβαία συμφωνία να επιλύσουν τις διαφορές που αναφέρονται στην ερμηνεία ή την εφαρμογή της διμερούς Σύμβασης.

Στα πλαίσια των προσπαθειών τους αυτών, οι Αρμόδιες Αρχές μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους απ’ ευθείας, ακόμα και προφορικά.

5.2. Σημειωτέον ότι, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει σχετική εμπειρία στη χώρα μας αναφορικά με την εφαρμογή στην πράξη της εν λόγω Διαδικασίας Αμοιβαίας Συνδρομής για την επίλυση φορολογικών διαφορών που σχετίζονται με συγκεκριμένες διατάξεις των διμερών συμβάσεων.

Περαιτέρω δε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ελληνικού Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις που είναι επικυρωμένες με νόμο «… υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου», φρονούμε ότι οι ελληνικές φορολογικές αρχές θα προβαίνουν με μεγάλη περίσκεψη στην εκκίνηση ή στην αποδοχή της εν λόγω Διαδικασίας Αμοιβαίου Διακανονισμού, αφού η ρύθμιση αυτή προβλέπεται από διμερείς (διεθνείς) συμβάσεις που είναι κυρωμένες με νόμο και επομένως έχουν αυξημένη νομική ισχύ, έναντι των λοιπών συναφών ρυθμίσεων.

6. Διαδικασία Φιλικού Διακανονισμού και Διοικητικής Διαιτησίας μεταξύ Συνδεδεμένων Επιχειρήσεων των Κρατών-Μελών της Ε.Ε. (Ν. 2216/31-05-1994)

6.1. Η διαδικασία αυτή καθιερώθηκε με τη Σύμβαση «για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων (90/436/ΕΟΚ), που κυρώθηκε με τον ελληνικό Ν. 2216/31 Μαΐου 1994 και εφαρμόζεται φυσικά από συνδεδεμένες (associated) επιχειρήσεις των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).

Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του εν λόγω κυρωτικού Ν. 2216/1994, η Σύμβαση αυτή «… εφαρμόζεται όταν, για φορολογικούς σκοπούς, τα κέρδη που περιλαμβάνονται στα κέρδη μιας επιχείρησης ενός συμβαλλόμενου Κράτους συμπεριλαμβάνονται ή είναι πιθανόν να συμπεριληφθούν και στα κέρδη μιας επιχείρησης άλλου συμβαλλόμενου κράτους…».

6.2. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του κυρωτικού Ν. 2216/94, προβλέπεται μία διαδικασία φιλικού διακανονισμού (mutualagreement) των φορολογικών διαφορών μεταξύ των συνδεδεμένων επιχειρήσεων των Κρατών - Μελών της Ε.Ε., που είναι παρεμφερής με αυτήν που προβλέπεται από τη Σύμβαση - Πρότυπο (μοντέλο) του ΟΟΣΑ και τις διμερείς Συμβάσεις περί αποφυγής της διπλής φορολογίας που καταρτίζονται στα πλαίσια της Σύμβασης αυτής, για την οποία κάναμε λόγο στο αμέσως προηγούμενο κεφάλαιο (5).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού ορίζεται ότι όταν στα κέρδη μιας επιχείρησης ενός Συμβαλλόμενου Κράτους περιλαμβάνονται και κέρδη που έχουν συμπεριληφθεί και στα κέρδη επιχείρησης άλλου συμβαλλόμενου κράτους, όταν δηλαδή φορολογούνται τα ίδια κέρδη σε συνδεόμενες επιχειρήσεις διαφορετικών κρατών μελών (διπλή φορολογία), η θιγόμενη επιχείρηση μπορεί να ζητήσει την διόρθωση, υποβάλλοντας σχετικό αίτημα στην αρμόδια Αρχή του Κράτους του οποίου είναι κάτοικος ή στο οποίο ευρίσκεται η μόνιμη εγκατάστασή της. Το αίτημα αυτό, που υποβάλλεται ανεξάρτητα από τα άλλα μέσα θεραπείας που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο των Συμβαλλόμενων, πρέπει να υποβληθεί σε τρία (3) χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης η οποία συνεπάγεται την εν λόγω διπλή φορολόγηση.

6.3. Ακολούθως, εάν οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές δεν καταφέρουν να επιλύσουν με αμοιβαία συμφωνία το ανακύψαν θέμα της διπλής φορολογίας μέσα σε δύο (2) χρόνια από την πρώτη υποβολή της υπόθεσης, προβαίνουν στη συγκρότηση Συμβουλευτικής Επιτροπής, που λειτουργεί με τη μορφή διαιτησίας (arbitration), στην οποία ανατίθεται η γνωμοδότηση για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας.

6.4. Στην περίπτωση κατά την οποία έχει επιληφθεί της υπόθεσης δικαστική αρχή, η αναφερόμενη στην προηγούμενη υποπαράγραφο διετής προθεσμία υποβολής της υπόθεσης στην συμβουλευτική επιτροπή, αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη οριστική η δικαστηριακή απόφαση που ελήφθη κατά τον τελευταίο βαθμό δικαιοδοσίας που προβλέπεται από τα εθνικά δικαιοδοτικά μέσα.

6.5. Η εν θέματι συμβουλευτική επιτροπή υποχρεούται να γνωμοδοτήσει μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία που της ανατέθηκε η υπόθεση.

Στη συνέχεια, οι αρμόδιες αρχές των διάδικων μερών λαμβάνουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, απόφαση που λύνει το θέμα της διπλής φορολογίας, μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την ημερομηνία γνωμοδότησης της συμβουλευτικής επιτροπής.

6.6. Με βάση την προαναφερθείσα διαδικασία η διπλή φορολόγηση θεωρείται εξαληφθείσα:

- εάν τα επίδικα κέρδη έχουν συμπεριληφθεί στα φορολογητέα κέρδη ενός μόνο συμβαλλόμενου κράτους, ή

- εάν το ποσό του φόρου που επιβάλλεται στα κέρδη αυτά του ενός κράτους μειώνεται κατά ποσό ίσο προς το φόρο που είχε επιβληθεί στο άλλο συμβαλλόμενο κράτος.

7. Διαιτησία Αναπτυξιακών Συμβάσεων

Θα πρέπει καταρχάς να επισημανθεί ότι η εν λόγω διαιτησία είναι εντελώς άσχετη με την διαιτητική διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 867-903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθότι, με τη διαδικασία αυτή ρυθμίζονται διάφορες ιδιωτικού δικαίου και όχι φορολογικές-διοικητικές διαφορές. Επίσης άσχετη είναι η εξεταζόμενη συμβατική διαιτησία και με τη Διεθνή Εμπορική Διαιτησία του Ν. 2735/18-08-1999. Η ίδια όμως συμβατική διαιτησία είναι διαφορετική και της θεσπισθείσας πρόσφατα διαδικασίας διαιτητικής επίλυσης διαφορών, που καθιερώθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 31 έως 35 του Ν. 3943/2011 και αναφέρεται στην διαιτητική επίλυση των εν στενή εννοία φορολογικών και τελωνειακών διαφορών (βλ. σχετική ανάπτυξη στο πιο πάνω κεφάλαιο 3).

Επομένως, η εν θέματι συμβατική διαιτησία είναι μία ιδιαίτερη διαδικασία που θεσπίστηκε με το αυξημένης τυπικής ισχύος αναπτυξιακό Νομοθετικό Διάταγμα 2687/1953, για την Επένδυση και Προστασία των Κεφαλαίων του Εξωτερικού. Ειδικότερα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του διατάγματος αυτού προβλέπεται η επίλυση των διοικητικών - φορολογικών διαφορών μεταξύ της Ελληνικής Κυβέρνησης και των επιχειρήσεων σχετικά με την ερμηνεία και τα κενά των υπογραφόμενων συμβάσεων.

Έτσι, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω Νομοθετικού Διατάγματος (2687/53) στις συναπτόμενες αναπτυξιακές συμβάσεις εισαγόμενων κεφαλαίων εξωτερικού που κυρώνονται νομοθετικά, περιλαμβάνονται ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην εν λόγω διαιτησία που ορίζεται για την επίλυση των ενδεχόμενων διαφορών οι οποίες ανακύπτουν μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και των συμβαλλόμενων εταιρειών, σχετικά με την ερμηνεία ή τα τυχόν κενά της κυρούμενης σύμβασης.

8. Συνοπτικές επισημάνσεις

Συνοψίζοντας τα κυριότερα σημεία των περιπτώσεων εξώδικης επίλυσης των φορολογικών διαφορών, που αναπτύχθηκαν πιο πάνω, επισημαίνουμε τα ακόλουθα:

8.1. Διαδικασία διοικητικής επίλυσης φορολογικών διαφορών (συμβιβασμός), βάσει των γενικών διατάξεων του άρθρου 70 του Κ.Φ.Ε.

Η βασική αυτή διαδικασία καταλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις:

- Για φορολογικές διαφορές μέχρι ποσού 50.000 ευρώ αρμόδιο όργανο για τη διοικητική επίλυση αυτών είναι καταρχήν ο Προϊστάμενος της οικείας φορολογικής αρχής, ή σε ορισμένες περιπτώσεις η Επιτροπή που λειτουργεί στα πλαίσια της φορολογικής Αρχής.

- Για φορολογικές διαφορές από 50.0001 μέχρι 300.000 ευρώ, αρμόδιο όργανο είναι είτε η φορολογική αρχή, δηλαδή ο Προϊστάμενος αυτής ή κατά περίπτωση η σχετική Επιτροπή, είτε, προαιρετικά κατά προτίμηση των φορολογουμένων, η Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), που λειτουργεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπ. Οικονομικών.

8.2. Διαδικασία επίλυσης των φορολογικών διαφορών (συμβιβασμός) βάσει των ειδικών διατάξεων του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε. - Ενδικοφανής προσφυγή

Η ειδική αυτή διαδικασία καταλαμβάνει τις ακόλουθες περιπτώσεις:

- Την επίλυση φορολογικών διαφορών από 50.001 μέχρι 300.000 ευρώ, που γίνεται προαιρετικά, κατά προτίμηση των φορολογουμένων, είτε στα πλαίσια των φορολογικών αρχών (προϊστάμενος Δ.Ο.Υ. κ.λπ. ή ειδική Επιτροπή), είτε από την Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης των Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), που λειτουργεί στην Κεντρική Υπηρεσία του ΥΠΟΙΚ.

- Για φορολογικές διαφορές πάνω από 300.000 ευρώ, αρμόδια αρχή είναι αποκλειστικά η προαναφερθείσα Επιτροπή (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) (βλ. σχετικά και την υπ’ αριθ. 1238/2 Δεκ. 2011 Απόφαση του ΥΠΟΙΚ).

Εξάλλου, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο φορολογική διαφορά υπερβαίνει το ποσό των 300.000 ευρώ, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου άσκησης προσφυγής, να έχει προηγηθεί αίτηση για την υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται ως «ενδικοφανής προσφυγή» του άρθρου 63 § 3 του Κ.Δ.Δ.

8.3. Διαδικασία διαιτητικής επίλυσης φορολογικών διαφορών (άρθρα 31-35 του Ν. 3943/21-03-2011)

Πρόκειται για μια εναλλακτική διαδικασία που λειτουργεί στα πλαίσια των φορολογικών αρχών, και ενεργείται από ειδικό Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (Σ.Φ.Δ.).

Το εν λόγω Σ.Φ.Δ. επιλαμβάνεται της επίλυσης διαφορών παντός φόρου, τέλους κ.λπ., ανεξαρτήτως ποσού, και πράξεως επιβολής κυρώσεων ποσού πάνω από 150.000 ευρώ.

Η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς προς το Σ.Φ.Δ. μπορεί να υποβάλλεται πριν ή μετά την τυχόν υποβολή αίτησης για διοικητική επίλυση. Σε κάθε περίπτωση όμως η αίτηση αυτή πρέπει να τύχει της προηγούμενης συμφωνίας του Υπουργού Οικονομικών στον οποίο διαβιβάζεται σχετικώς.

Εφόσον γίνει αποδεκτή, εν όλω ή εν μέρει, η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς, η υπόθεση διαβιβάζεται από το Σ.Φ.Δ. στο αρμόδιο διοικητικό Δικαστήριο το οποίο με την προεδρική διαδικασία προβαίνει στην ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με τα κριθέντα με τη διαιτητική απόφαση και μέσα στα όρια της σχετικής αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς (σχετ. άρθρα 31-35 του Ν. 3943/21-03-2011).

Επισημαίνεται ότι, ο εν λόγω θεσμός της διαιτητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών θα τεθεί σε ισχύ με προεδρικό διάταγμα που θα εκδοθεί με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Όμως μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί το διάταγμα αυτό και συνεπώς, ο θεσμός αυτός δεν λειτουργεί ακόμα.

8.4. Δικαστικός Συμβιβασμός (άρθρο 71 του Κ.Φ.Ε.)

Πέρα από τις προαναφερθείσες περιπτώσεις Διοικητικής και Διαιτητικής επίλυσης των φορολογικών διαφορών (υποπαράγραφοι 8.1. και 8.2. ανωτέρω), με τις διατάξεις του άρθρου 71 του Κ.Φ.Ε., προβλέπεται και μια άλλη μικτή διαδικασία διοικητικού-δικαστικού συμβιβασμού, του καλούμενου Δικαστικού Συμβιβασμού, που πραγματοποιείται κατά το στάδιο της διοικητικής δίκης.

8.4.1. Ο συμβιβασμός αυτός καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς, διεξάγεται δε στο ακροατήριο οποιουδήποτε διοικητικού Δικαστηρίου παρουσία και των δύο διαδίκων και έχει ως αποτέλεσμα την κατάργηση της διεξαγόμενης δίκης.

8.4.2. Η σχετική πρόταση για κατάργηση της δίκης υποβάλλεται από κάθε διάδικο με δήλωσή του που καταχωρείται στα πρακτικά τα οποία έχουν τα αποτελέσματα αμετάκλητης απόφασης.

8.4.3. Στις περιπτώσεις συνολικού για κάθε φορολογία δικαστικού συμβιβασμού, όπως άλλωστε και στις περιπτώσεις διοικητικού συμβιβασμού, δεν εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις (άρθρο 24 § 2 του Ν. 2523/997).

8.5. Διαδικασία Αμοιβαίου Διακανονισμού (MutualAgreementProcedure)

Η διαδικασία αυτή, που στοχεύει επίσης στην επίλυση των φορολογικών διαφορών, προβλέπεται από τη Σύμβαση-Πρότυπο (μοντέλο) του ΟΟΣΑ και από τις εφαρμοστικές αυτού διμερείς συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ κρατών με σκοπό την αποφυγή της διπλής φορολογίας.

Με τις διατάξεις των συμβάσεων αυτών, που έχει συνάψει και κυρώσει με ειδικούς νόμους και η χώρα μας με πολλές άλλες χώρες, επιδιώκεται η συμβιβαστική επίλυση φορολογικών διαφορών που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των συμβάσεων αυτών, συνεπεία φορολογικής επιβάρυνσης που δεν συνάδει με τις διατάξεις των εν λόγω διμερών συμβάσεων.

Η εν θέματι διαδικασία είναι ανεξάρτητη της οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας στην οποία δικαιούται το ενδιαφερόμενο κράτος να προσφύγει με βάση προβλεπόμενες εθνικές του διατάξεις (π.χ. διοικητική επίλυση διαφοράς, προσφυγή στα φορολογικά δικαστήρια κ.λπ.).

Για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού τους, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών, προσπαθούν με αμοιβαία συμφωνία να επιλύσουν τις αναφυόμενες διαφορές τους.

8.6. Διαδικασία Φιλικού Διακανονισμού και Διοικητικής Διαιτησίας (MutualAgreementProcedure - ArbitrationConvention) μεταξύ Συνδεδεμένων Επιχειρήσεων των Κρατών-Μελών της Ε.Ε.

Και η περίπτωση αυτή συνιστά μια διαδικασία εξώδικης επίλυσης φορολογικών διαφορών που λειτουργεί στα πλαίσια συνδεδεμένων (associated) επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).

Η διαδικασία αυτή καθιερώθηκε με την Σύμβαση (90/436/ΕΟΚ) για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεων των κερδών συνδεδεμένων επιχειρήσεων, έχει κυρωθεί με τον ελληνικό νόμο 2216/31 Μαΐου 1994 και εφαρμόζεται «… όταν για φορολογικούς σκοπούς τα κέρδη που συμπεριλαμβάνονται στα κέρδη μιας επιχείρησης ενός συμβαλλόμενου κράτους συμπεριλαμβάνονται ή είναι δυνατόν να συμπεριληφθούν και στα κέρδη μιας επιχειρήσεως άλλου συμβαλλόμενου κράτους…».

Το σχετικό αίτημα του ενδιαφερόμενου κράτους, που και στην περίπτωση αυτή υποβάλλεται ανεξάρτητα από άλλα προβλεπόμενα εθνικά μέσα θεραπείας, πρέπει να υποβληθεί μέσα σε τρία (3) χρόνια από την πρώτη κοινοποίηση της πράξης η οποία συνεπάγεται την σχετική διπλή φορολόγηση.

Σε περίπτωση μη επίτευξης του εν λόγω φιλικού διακανονισμού με αμοιβαία συμφωνία των ενδιαφερόμενων μερών, μέσα σε δύο χρόνια από την πρώτη υποβολή της υπόθεσης, προβλέπεται η συγκρότηση Συμβουλευτικής Επιτροπής, η οποία λειτουργεί με τη μορφή διαιτησίας, στην οποία ανατίθεται η γνωμοδότηση για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας.

Μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία γνωμοδότησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων (διάδικων) μερών λαμβάνουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, απόφαση που λύνει το επίδικο θέμα της διπλής φορολογίας.

8.7. Διαιτησία Αναπτυξιακών Συμβάσεων

Τέλος, η συμβατική αυτή διαιτησία είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία επίλυσης φορολογικών διαφορών τόσο από την ιδιωτικού δικαίου διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 867-903 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όσο και από αυτήν που προβλέπεται από τα άρθρα 31 έως 35 του Ν. 3943/2011, που αναφέρονται στην θεσμοθετημένη διαιτησία επίλυσης των φορολογιών και τελωνειακών διαφορών.

Έτσι, η εν λόγω συμβατική διαιτησία, βασιζόμενη στο αυξημένης τυπικής ισχύος αναπτυξιακό Νομοθετικό Διάταγμα 2687/1953, αναφέρεται σε ειδικές ρυθμίσεις οι οποίες περιλαμβάνονται σε κυρούμενες με νόμο συμβάσεις, μεταξύ του ελληνικού Δημοσίου και επιχειρήσεων που ενεργούν επενδύσεις με εισαγόμενα κεφάλαια εξωτερικού.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ

1. ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 70Α' ΤΟΥ Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94)

ʼρθρο 70Α'[3]

[4]Διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών στη γενική διεύθυνση φορολογικών ελέγχων και είσπραξης δημοσίων εσόδων του υπουργείου οικονομικών

1. [5]Συνιστάται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών πενταμελής Επιτροπή αποτελούμενη από έναν πρώην δικαστικό λειτουργό ή πρώην λειτουργό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους με βαθμό τουλάχιστον Β' της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών, έναν υπάλληλο του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος, προϊστάμενο οργανικής μονάδας επιπέδου Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης και έναν εκπρόσωπο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.). Αν ο φορολογούμενος είναι μέλος ομοσπονδίας επαγγελματιών, βιοτεχνών ή εμπόρων αντί του εκπροσώπου του Σ.Ε.Β. στην επιτροπή που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο μετέχει ένας εκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος.

Η Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση ορίζονται οι αναπληρωτές του Προέδρου και των μελών της.

2. [6]Έργο της Επιτροπής αυτής είναι η διοικητική επίλυση των μετά από έλεγχο φορολογικών διαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο, εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

3. Δεν θίγονται τα υφιστάμενα όργανα και οι ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

Κατ’ εξαίρεση του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον η αμφισβητούμενη κατά τα ως άνω διαφορά υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η Επιτροπή του παρόντος άρθρου είναι αποκλειστικά αρμόδια για διοικητική επίλυση της διαφοράς[7].

4. Ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε πράξη καταλογισμού φόρου ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας, μπορεί, αν αμφισβητήσει την ορθότητά της, ως προς τον κύριο φόρο, τέλος ή εισφορά ή ως προς τον καταλογισμό της οικείας παράβασης[8], να ζητήσει, με αίτησή του απευθυνόμενη στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.), τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Η Επιτροπή επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης του συνόλου των διαφορών των καταλογιστικών πράξεων που αφορούν τον ίδιο έλεγχο, εφόσον η διαφορά σε μία τουλάχιστον από αυτές καθιστά την Επιτροπή αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση αυτής[9].

Εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, για την άσκηση προσφυγής του φορολογουμένου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, απαιτείται, επί ποινή απαραδέκτου ασκήσεως της προσφυγής, να έχει προηγηθεί η αίτηση για υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, η οποία στην περίπτωση αυτή έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, και η ολοκλήρωση αυτής, ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά της. Η αίτηση κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης καταλογισμού φόρου ή της πράξης επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας. Η απόφαση του αρμόδιου οργάνου στην ενδικοφανή προσφυγή του προηγούμενου εδαφίου, εκδίδεται το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την περιέλευση της αίτησης σε αυτό. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι λεπτομέρειες για τη λειτουργία της Επιτροπής, τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων ως προς την εξέταση της ως άνω ενδικοφανούς προσφυγής[10], [11].

5. Η υποβολή της αίτησης αυτής αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεση και άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπές ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

6. Η αίτηση κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή και διαβιβάζεται, μαζί με το σχετικό φάκελο, από αυτή στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., μέσα σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της. Αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτή, εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση, πριν από τη συζήτηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο[12].

7. Για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

8. Γραμματειακή υποστήριξη στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. παρέχεται από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών. Με πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ως εισηγητές ενώπιον της Επιτροπής μπορούν να ορίζονται προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Επίσης, ως εισηγητές μπορούν να ορίζονται κατά τα ανωτέρω και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος ή προϊστάμενοι Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του Ν. 1914/1990 (Α' 178), όπως ισχύει, για τις υποθέσεις της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, των Ελεγκτικών Κέντρων και των Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του Ν. 1914/1990, για τις λοιπές δε υποθέσεις και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος των Δ.Ο.Υ. του Νομού Αττικής[13].

9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ορίζεται η ημερομηνία από την οποία μπορεί να υποβάλλονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αιτήσεις για διοικητική επίλυση φορολογικής διαφοράς[14].

10. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται αποζημίωση για τον Πρόεδρο, τα μέλη και τον Γραμματέα της Επιτροπής και μπορεί να ιδρύονται τμήματα της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., να καθορίζεται η αρμοδιότητά τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την οργάνωση και λειτουργία της Επιτροπής και της υπηρεσίας για τη γραμματειακή της υποστήριξη.

Σημείωση: Με τις υπ’ αριθ. Δ6Α1135950 ΕΞ 2011 (ΦΕΚ 675/04-10-2011 Τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ.) και Δ6Α 1070723 ΕΞ 2012/04-05-2012 (ΦΕΚ 230/04-05-2012 Τεύχος Υ.Ο.Δ.Δ.) Αποφάσεις του Υπ. Οικονομικών, ορίστηκαν τα μέλη της πενταμελούς Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.).

2. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΡΘΡΟΥ 70Α' ΤΟΥ Κ.Φ.Ε.

2.1. Ν. 4038/02-02-2012, Αρθρο 4 § 6

6. Αιτήσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε., που έχουν υποβληθεί πριν την ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζονται σε αυτή, μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής, εφόσον η Επιτροπή είναι αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για να επιληφθεί της διοικητικής επίλυσης των διαφορών. Αν έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτήν, εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση, πριν από τη συζήτηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο. Υποβληθείσες αιτήσεις διοικητικής επίλυσης των διαφορών σε άλλα υφιστάμενα όργανα, οι οποίες εκκρεμούν σε αυτά κατά την 27/10/2011, διαβιβάζονται στην Επιτροπή, εφόσον αυτή είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση των διαφορών.

Εκκρεμείς κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου αιτήσεις διοικητικής επίλυσης των διαφορών σε άλλα υφιστάμενα όργανα διαβιβάζονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., εφόσον από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο εκκρεμεί, κατά την ημερομηνία αυτή, ενώπιον της Επιτροπής αίτηση του φορολογούμενου για διοικητική επίλυση διαφοράς.

2.2. Απόφαση Υπουργού Οικονομικών υπ’ αριθ. 1238/02-12-2011 (ΦΕΚ 2777/02-12-2011, Τεύχος Δεύτερο)

Αρθρο 1
Χρόνος έναρξης υποβολής αιτήσεων

Ορίζουμε, την 1/12/2011, ως ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

Αρθρο 2
Διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.)

1. Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. κατατίθεται στην αρμόδια αρχή που εξέδωσε την οικεία πράξη, είτε με το δικόγραφο της προσφυγής, είτε με ιδιαίτερη αίτηση πριν από την άσκηση της προσφυγής μέσα στην προθεσμία που ορίζεται από το νόμο για την άσκησή της και διαβιβάζεται με έγγραφο της αρχής στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της μαζί με το σχετικό φάκελο. Το έγγραφο περιέχει πλήρες ιστορικό της υπόθεσης και αιτιολογημένες απόψεις της φορολογικής αρχής επί των ισχυρισμών που περιέχονται στην αίτηση.

2. Η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., με πράξη του Προέδρου της, καθορίζει ημερομηνία προς συζήτηση της αίτησης, ύστερα από την περιέλευση της αίτησης αυτής στην Επιτροπή.

3. Ο φορολογούμενος δικαιούται να υποβάλλει στην Επιτροπή υπόμνημα το αργότερο δέκα (10) ημέρες πριν από την ημερομηνία που έχει ορισθεί για συζήτηση της αίτησής του. Το υπόμνημα κατατίθεται με απόδειξη στο γραμματέα της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., ο οποίος μεριμνά για την άμεση περιέλευση αυτού σε όλα τα μέλη της Επιτροπής.

4. Αν δεν εμφανιστεί ο αιτών κατά τη συζήτηση της αίτησής του και έχει καταθέσει υπόμνημα η αίτησή του μπορεί να συζητηθεί ή να αναβληθεί η συζήτησή της σε άλλη συγκεκριμένη ημερομηνία, κατά την κρίση της Επιτροπής. Αν συντρέχει αποχρών λόγος, η συζήτηση της αίτησης του φορολογουμένου δύναται να αναβληθεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του φορολογουμένου. Σε κάθε περίπτωση η ημερομηνία της νέας συζήτησης δεν μπορεί να υπερβεί τους τέσσερις (4) μήνες.

5. Αν ο αιτών δεν καταθέσει υπόμνημα και δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ματαιώνεται η εξώδικη επίλυση της διαφοράς. Η ματαίωση βεβαιώνεται πάνω στο έγγραφο ή το δικόγραφο που περιέχει το σχετικό αίτημα και υπογράφεται από τον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Αρθρο 3
Λειτουργία της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών

1. Ως εισηγητές των υποθέσεων που εισάγονται ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. ορίζονται κάθε φορά με πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, κατά περίπτωση, οι Προϊστάμενοι Τμημάτων των καθ’ ύλην αρμοδίων Διευθύνσεων του Υπουργείου Οικονομικών, καθώς και οι νόμιμοι αναπληρωτές αυτών.

2. Η Επιτροπή συνέρχεται κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου και συνεδριάζει στο κατάστημα του Υπουργείου Οικονομικών. Η διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής γίνεται από το Τμήμα Ε'− Διοικητικής υποστήριξης οργάνων και επιτροπών ελέγχου και είσπραξης της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων.

3. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη ειδοποιούνται για την ημερομηνία συνεδρίασης της Επιτροπής τουλάχιστον τρεις (3) ημέρες πριν από την ημέρα που έχει οριστεί για τη συνεδρίαση της Επιτροπής. Η παρουσία του μέλους κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής αναπληρώνει τη μη επίδοση της παραπάνω πρόσκλησης.

4. Οι εκπρόσωποι του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.) ή της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος συμμετέχουν εκ περιτροπής στις συνεδριάσεις της Επιτροπής, όταν η διοικητική επίλυση της διαφοράς αφορά σε φορολογούμενο, ο οποίος είναι μέλος του Σ.Ε.Β. ή μέλος ομοσπονδίας επαγγελματιών, βιοτεχνών ή εμπόρων, αντίστοιχα. Η επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει όταν ο αριθμός των παρόντων μελών είναι μεγαλύτερος των απόντων. Συμμετοχή αναπληρωματικού μέλους επιτρέπεται μόνο, σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του τακτικού μέλους. Για τη συμμετοχή του αναπληρωματικού μέλους γίνεται ρητή μνεία στα πρακτικά. Μέλη της επιτροπής που συνδέονται μεταξύ τους με συγγένεια μέχρι και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή αγχιστείας δεν μπορούν να μετέχουν στην ίδια συνεδρίαση.

5. Κλήτευση των μελών (τακτικών ή αναπληρωματικών) της Επιτροπής δεν απαιτείται όταν έχουν προκαθοριστεί τακτές ημερομηνίες συνεδριάσεων ή όταν το μέλος έχει δηλώσει από πριν ότι κωλύεται. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις που εκτιμώνται από τον Πρόεδρο, η ειδοποίηση των μελών μπορεί να γίνεται την προηγούμενη της ημέρας της συνεδρίασης.

6. Ο γραμματέας της Επιτροπής ειδοποιεί το φορολογούμενο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Επιτροπής, για την ημερομηνία και την ώρα συνεδρίασης κατά την οποία θα συζητηθεί η αίτησή του.

7. Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται με φανερή ψηφοφορία και διατυπώνονται σε πρακτικά συνεδριάσεων, τα οποία υπογράφονται από τον Πρόεδρο και το γραμματέα της Επιτροπής και στα οποία γράφονται τα ονόματα των μελών που συμμετέχουν και καταχωρείται σε αυτά η γνώμη της μειοψηφίας.

Το αποτέλεσμα της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς αναγράφεται και στις οικείες καταλογιστικές πράξεις ή πράξεις επιβολής προστίμου και υπογράφεται από τα μέλη της Επιτροπής και τον υπόχρεο, προκειμένου η διαφορά να επιλυθεί ολικά ή μερικά κατά περίπτωση.

Οι κατά τα ως άνω οικείες καταλογιστικές πράξεις ή οι πράξεις επιβολής προστίμων, καθώς και αντίγραφα των πρακτικών διαβιβάζονται με μέριμνα του Τμήματος Ε' - Διοικητικής υποστήριξης οργάνων και επιτροπών ελέγχου και είσπραξης της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων στην αρμόδια φορολογική αρχή.

8. Η Επιτροπή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της αλληλογραφεί μέσω του Προέδρου της απευθείας με κάθε δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που έχουν υποχρέωση να παρέχουν τις πληροφορίες που τους ζητούνται.

9. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής μπορεί να καλεί στις συνεδριάσεις οποιοδήποτε ιδιώτη ή υπάλληλο για την παροχή πληροφοριών ή γνωμών σχετικά με την υπόθεση που έχει παραπεμφθεί στην Επιτροπή.

10. Από το Γραμματέα της Επιτροπής τηρούνται τα κατωτέρω βιβλία:

α) Βιβλίο πρωτοκόλλου εγγράφων.

β) Βιβλίο διεκπεραίωσης εγγράφων.

γ) Βιβλίο πρακτικών των συνεδριάσεων.

δ) Βιβλίο κλητεύσεων.

Τα ανωτέρω βιβλία αριθμούνται, μονογράφονται και θεωρούνται κατά φύλλο, από τον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Αρθρο 4
Δημοσίευση

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Αθήνα, 22 Νοεμβρίου 2011

2.3. Ερμηνευτική εγκύκλιος Υπουργείου Οικονομικών Πολ. 1007/03-01-2012

Οδηγίες σχετικά με την υποβολή αιτήσεων στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) του άρθρου 70Α' του Κ.Φ.Ε.

Με την Α.Υ.Ο./Πολ. 1238/22-11-2011 (ΦΕΚ 2777/Β'/02-12-2011) ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, η 01/12/2011 ως ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.

Η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. υποβάλλεται, μέσα στη νόμιμη προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής, στην αρμόδια φορολογική αρχή που εξέδωσε την οικεία πράξη καταλογισμού φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, την ορθότητα της οποίας αμφισβητεί ο φορολογούμενος, και διαβιβάζεται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. (Καρ. Σερβίας 10 - 101 84 - Αθήνα) εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της, με το σχετικό φάκελο και έγγραφο της φορολογικής αρχής που περιέχει πλήρες ιστορικό της υπόθεσης και αιτιολογημένες απόψεις της επί των ισχυρισμών του φορολογουμένου που περιέχονται στην αίτηση.

Συγκεκριμένα, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. είναι αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς κατόπιν αίτησης η οποία υποβάλλεται, προαιρετικά, από το φορολογούμενο κατά τα ανωτέρω, εφόσον το προσδιοριζόμενο ποσό κύριου φόρου κ.λπ., ή το ποσό του προστίμου, στη σχετική εκδοθείσα από το φορολογικό έλεγχο καταλογιστική πράξη, την ορθότητα της οποίας αμφισβητεί ο φορολογούμενος, υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που το παραπάνω ποσό υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Αιτήσεις που έχουν υποβληθεί προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζονται σε αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια κατά τα προαναφερόμενα.

Σε περίπτωση που έχει υποβληθεί από το φορολογούμενο άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., διαβιβάζεται σε αυτή στην περίπτωση που η Επιτροπή είναι αρμόδια και εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την αίτησή του πριν από τη συζήτηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο.

Ειδικά, υποβληθέντα αιτήματα διοικητικής επίλυσης διαφοράς σε άλλα υφιστάμενα όργανα τα οποία εκκρεμούν κατά την 27/10/2011, διαβιβάζονται στην Επιτροπή κατόπιν αίτησης του φορολογούμενου, εφόσον αυτή είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Τέλος, σημειώνεται ότι υφιστάμενα όργανα για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών δεν θίγονται, με εξαίρεση την περίπτωση όπου η Επιτροπή καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών,

2.4. Απόφαση Υπουργού Οικονομικών Πολ. 1140/05-06-2012

Καθορισμός λεπτομερειών για τη λειτουργία της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) και τον τρόπο έκδοσης των αποφάσεων αυτής, ως προς την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής της παραγράφου 4 του άρθρου 70 Α του ν. 2238/1994 (Α' 151).

Αρθρο 1
Αιτήσεις διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που έχουν το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής

1. Στην απόφαση αυτή υπάγονται οι αιτήσεις διοικητικής επίλυσης της μετά από έλεγχο φορολογικής διαφοράς σε κάθε φορολογικό αντικείμενο, που κατατίθενται στην αρμόδια φορολογική αρχή από την 29.2.2012 και μετά, εφόσον η αμφισβητούμενη διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ. Σε περίπτωση καταλογιστικής πράξης με την οποία καταλογίζονται διακεκριμένως περισσότερα ποσά, η αίτηση διοικητικής επίλυσης έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής αποκλειστικά και μόνο για τα αμφισβητούμενα ποσά που υπερβαίνουν το παραπάνω όριο.

2. Οι ως άνω αιτήσεις διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, οι οποίες έχουν το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, εξετάζονται από την Επιτροπή του άρθρου 70Α' του ν.2238/1994.

Αρθρο 2
Διαδικασία για την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής από την Επιτροπή

1. Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση κατατίθεται στην αρμόδια φορολογική αρχή μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κοινοποίηση της οικείας καταλογιστικής πράξης και διαβιβάζεται στην Επιτροπή με έγγραφο της αρμόδιας φορολογικής αρχής εντός δέκα (10) ημερών από την κατάθεσή της, μαζί με το σχετικό φάκελο της υπόθεσης.

Το έγγραφο περιέχει πλήρες ιστορικό της υπόθεσης και αιτιολογημένες απόψεις της φορολογικής αρχής επί των ισχυρισμών του υπόχρεου. Το έγγραφο αυτό σε περίπτωση ελλείψεων ως προς το εν λόγω περιεχόμενο επιστρέφεται άμεσα στη φορολογική αρχή για συμπλήρωση κατά προτεραιότητα.

2. Με πράξη του Προέδρου της Επιτροπής καθορίζεται, κατά προτεραιότητα, η ημερομηνία προς συζήτηση της αίτησης, ύστερα από την περιέλευσή της σε αυτήν.

Με την πράξη αυτή μπορεί να ορίζεται η ίδια ημερομηνία συζήτησης και για τυχόν άλλες αιτήσεις του υπόχρεου για διοικητική επίλυση διαφορών επί των καταλογιστικών πράξεων που αφορούν τον ίδιο φορολογικό έλεγχο.

3. Αν συντρέχει αποχρών λόγος, η συζήτηση της αίτησης δύναται να αναβληθεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση του υπόχρεου.

4. Αν ο υπόχρεος δεν παραστεί κατά τη συζήτηση, ματαιώνεται η εξώδικη επίλυση της διαφοράς και η αίτησή του απορρίπτεται με σχετική απόφαση της Επιτροπής που επιδίδεται σε αυτόν μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής.

Αρθρο 3
Λειτουργία της Επιτροπής κατά την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής

1. Με πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων ως εισηγητές ενώπιον της Επιτροπής μπορεί να ορίζονται προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών. Επίσης, ως εισηγητές μπορεί να ορίζονται κατά τα ανωτέρω και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος ή προϊστάμενοι Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του ν.1914/1990 (Α' 178), όπως ισχύει, για τις υποθέσεις της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, των Ελεγκτικών Κέντρων και των Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του ν.1914/1990, για τις λοιπές δε υποθέσεις και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος των Δ.Ο.Υ. του Νομού Αττικής.

2. Η Επιτροπή συνέρχεται κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου και συνεδριάζει σε κατάστημα του Υπουργείου Οικονομικών. Η διοικητική και γραμματειακή υποστήριξη της Επιτροπής γίνεται από το Τμήμα Ε' - Διοικητικής υποστήριξης οργάνων και επιτροπών ελέγχου και είσπραξης της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων.

3. Ο γραμματέας της Επιτροπής ειδοποιεί τον υπόχρεο, τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της Επιτροπής με έγγραφη πρόσκληση, στην οποία αναγράφεται ο τόπος, η ημερομηνία και η ώρα συνεδρίασης της Επιτροπής, σύμφωνα με την πράξη της παρ. 2 του άρθρου 2 της παρούσας. Η παρουσία του μέλους κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής αναπληρώνει τη μη πρόσκλησή του.

Κλήτευση των μελών (τακτικών ή αναπληρωματικών) της Επιτροπής δεν απαιτείται, όταν έχουν προκαθοριστεί τακτές ημερομηνίες συνεδριάσεων ή το μέλος έχει δηλώσει από πριν ότι κωλύεται ή όταν το κώλυμα αυτό είναι γνωστό στον Πρόεδρο του συλλογικού οργάνου.

4. Ως μέλος στις συνεδριάσεις της Επιτροπής συμμετέχει ο εκπρόσωπος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (Σ.Ε.Β.), στις περιπτώσεις δε που η διοικητική επίλυση της διαφοράς αφορά σε φορολογούμενο ο οποίος είναι μέλος ομοσπονδίας επαγγελματιών, βιοτεχνών ή εμπόρων, στις συνεδριάσεις της Επιτροπής συμμετέχει ο εκπρόσωπος της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών, Εμπόρων Ελλάδος.

5. Η Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει, όταν ο αριθμός των παρόντων μελών είναι μεγαλύτερος των απόντων. Συμμετοχή αναπληρωματικού μέλους επιτρέπεται μόνο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του τακτικού μέλους. Για τη συμμετοχή του αναπληρωματικού μέλους γίνεται ρητή μνεία στα πρακτικά συνεδριάσεων. Μέλη της Επιτροπής που συνδέονται μεταξύ τους ή με τον υπόχρεο με συγγένεια μέχρι και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή αγχιστείας δεν μπορούν να μετέχουν στην ίδια συνεδρίαση.

6. Η Επιτροπή κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της αλληλογραφεί, μέσω του Προέδρου της, απευθείας με κάθε δημόσια αρχή ή υπηρεσία ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τα οποία έχουν υποχρέωση να παρέχουν τις πληροφορίες που τους ζητούνται.

7. Ο Πρόεδρος της Επιτροπής μπορεί να καλεί στις συνεδριάσεις οποιονδήποτε ιδιώτη ή υπάλληλο ή μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για την παροχή πληροφοριών ή γνωμών σχετικά με την υπόθεση που έχει εισαχθεί στην Επιτροπή.

8. Κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής τηρούνται πρακτικά συνεδριάσεων, τα οποία υπογράφονται από τον Πρόεδρο και τον γραμματέα της Επιτροπής και στα οποία, μεταξύ άλλων, γράφονται τα ονόματα των μελών που συμμετέχουν και καταχωρίζεται σε αυτά η γνώμη της μειοψηφίας.

9. Ως προς τα βιβλία που τηρούνται από τον γραμματέα της Επιτροπής έχει εφαρμογή η Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1238/22.11.2011 (Β' 2777) «Οργάνωση, λειτουργία και καθορισμός ημερομηνίας έναρξης υποβολής αιτήσεων διοικητικής επίλυσης φορολογικών διαφορών ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) του άρθρου 70Α' του ν.2238/1994 (Α'-151)».

Αρθρο 4
Τρόπος έκδοσης της απόφασης της Επιτροπής κατά την εξέταση της ενδικοφανούς προσφυγής

1. Η Επιτροπή ελέγχει την πράξη κατά το νόμο και την ουσία, εφαρμόζοντας αναλογικά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 79 του ν. 2717/1999 (Α' 97) «Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας».

2. Η Επιτροπή, αφού λάβει υπ’ όψη της τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης, την εισήγηση του ορισθέντος ως εισηγητή της υπόθεσης, τις απόψεις της φορολογικής αρχής επί των ισχυρισμών του υπόχρεου, τα στοιχεία που προσκομίζονται και όσα αναπτύσσονται από αυτόν εγγράφως ή προφορικώς, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο, εκδίδει απόφαση, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο και τον γραμματέα αυτής, η οποία λαμβάνεται με φανερή ψηφοφορία και με την οποία η Επιτροπή αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της αιτήσεως. Στην απόφαση αναγράφονται και οι γνώμες των τυχόν μειοψηφούντων μελών.

3. Η Επιτροπή με την απόφασή της μπορεί, κατά περίπτωση, να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει ή να τροποποιήσει την οικεία καταλογιστική πράξη ή να απορρίψει την αίτηση.

4. Ο εισηγητής της υπόθεσης, σε συνεργασία όπου συντρέχει λόγος με τον διενεργήσαντα τον έλεγχο υπάλληλο, επιμελείται άμεσα για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής.

5. Στην περίπτωση που ο φορολογούμενος αποδέχεται την απόφαση της Επιτροπής, συντάσσεται πρακτικό διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, το οποίο υπογράφεται από τα μέλη της Επιτροπής και τον υπόχρεο, με την αναγραφή σε αυτό της γνώμης τυχόν μειοψηφήσαντος μέλους, προκειμένου η διαφορά να επιλυθεί ολικά ή μερικά κατά περίπτωση. Αντίγραφο του πρακτικού διοικητικής επίλυσης της διαφοράς παραδίδεται στον υπόχρεο. Το πρακτικό αυτό επέχει και θέση ατομικής ειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν.δ. 356/1974 (K.E.Δ.E.).

6. Η απόφαση της Επιτροπής, με τα αντίγραφα των οικείων πρακτικών συνεδρίασης, το φάκελο της υπόθεσης και τυχόν πρακτικά διοικητικής επίλυσης, διαβιβάζονται από το Τμήμα Ε' - Διοικητικής υποστήριξης οργάνων και επιτροπών ελέγχου και είσπραξης της Διεύθυνσης Πολιτικής Εισπράξεων στην αρμόδια φορολογική αρχή, η οποία μεριμνά για την άμεση επίδοση της απόφασης της Επιτροπής στον υπόχρεο.

7. Ο υπόχρεος μπορεί να προσφύγει κατά της απόφασης της Επιτροπής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

Αρθρο 5
Δημοσίευση

Η απόφαση αυτή να δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2.5. Ερμηνευτική εγκύκλιος Υπουργείου Οικονομικών Πολ. 1152/15-06-2012

Παροχή οδηγιών σχετικά με τη διοικητική επίλυση φορολογικών διαφορών ενώπιον της Επιτροπής Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., μετά τη δημοσίευση των νόμων 4038/2012, 4051/2012 και 4072/2012.

Αναφορικά με το παραπάνω θέμα και σε συνέχεια της ΠΟΛ.1007/3.1.2012 εγκυκλίου μας σχετικά με την υποβολή αιτήσεων στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., παρέχονται οδηγίες για τη διοικητική επίλυση φορολογικών διαφόρων ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και διευκρινίσεις για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύουν, μετά τη συμπλήρωση και τροποποίηση αυτών με τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 4 του ν.4038/2012 (Φ.Ε.Κ. Α'-14) «Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015», της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν.4051/2012 (Φ.Ε.Κ. Α'- 40) «Ρυθμίσεις συνταξιοδοτικού περιεχόμενου και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις εφαρμογής του Μνημονίου Συνεννόησης του ν.4046/2012», και της παραγράφου 7 του άρθρου 321 του ν.4072/2012 (Φ.Ε.Κ. Α'- 86) «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή - Σήματα - Μεσίτες Ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις», με τις οποίες επανακαθορίσθηκε η σύνθεση, το έργο, οι αρμοδιότητες και ο τρόπος λειτουργίας της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., ενώ καθιερώθηκε ότι η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς σε συγκεκριμένες καταλογιστικές πράξεις έχει τον χαρακτήρα της ενδικοφανούς προσφυγής.

Α. Με τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 4 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., όπως ισχύουν, μεταξύ άλλων, ορίζεται ότι έργο της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. είναι η διοικητική επίλυση των μετά από έλεγχο αμφισβητούμενων φορολογικών διαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο.

Ειδικότερα, με τις ως άνω διατάξεις καθορίζεται ότι η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. επιλαμβάνεται του έργου της, εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

Συνεπώς, η Επιτροπή επιλαμβάνεται, ως αρμόδιο όργανο, της διοικητικής επίλυσης των μετά από έλεγχο φορολογικών διαφορών σε κάθε φορολογικό αντικείμενο, κατόπιν αίτησης του υπόχρεου, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

- ο υπόχρεος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε καταλογιστική πράξη για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας, αμφισβητεί την ορθότητά της ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά, ή ως προς τον καταλογισμό παράβασης ή προστίμου, και

- η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.

Στις περιπτώσεις δε που η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Όσον αφορά τον Φ.Π.Α., στον αμφισβητούμενο κατά τα ως άνω φόρο περιλαμβάνεται και η μείωση πιστωτικού υπολοίπου.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι στις περιπτώσεις που δεν αμφισβητείται εκ μέρους του υπόχρεου η ορθότητα της καταλογιστικής πράξης ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή ως προς τον καταλογισμό της παράβασης ή του προστίμου, ή στις περιπτώσεις που αμφισβητείται μεν εκ μέρους του υπόχρεου η ορθότητα της καταλογιστικής πράξης ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή ως προς τον καταλογισμό της παράβασης ή του προστίμου, πλην όμως η κατά τα ως άνω αμφισβητούμενη διαφορά δεν υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, αρμόδιο για τη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς παραμένει το κατά περίπτωση υφιστάμενο όργανο.

Διευκρινίζεται εν προκειμένω ότι, σε περίπτωση που η κατά τα ως άνω αμφισβητούμενη φορολογική διαφορά υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ και μέχρι τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του φορολογούμενου να ζητήσει τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, είτε από το αρμόδιο όργανο που ορίζεται από τις επιμέρους φορολογίες, είτε από την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., ή ακόμη να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο, χωρίς να προηγηθεί αίτημα για διοικητική επίλυση της διαφοράς.

Περαιτέρω δε και προκειμένου οι φορολογικές διαφορές να επιλύονται κατά τρόπο ενιαίο από ένα όργανο, προβλέπεται ότι η Επιτροπή επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης του συνόλου των διαφορών, όλων των εκδοθεισών καταλογιστικών πράξεων, ανεξαρτήτως ύψους ποσού, όλων εν γένει των φορολογικών αντικειμένων από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο, εφόσον η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, σε μία τουλάχιστον από τις καταλογιστικές πράξεις καθιστά την Επιτροπή αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση αυτής.

Ειδικότερα, σε περίπτωση καταλογιστικής πράξης του ελέγχου με την οποία καταλογίζονται διακεκριμένως περισσότερα ποσά, για τον καθορισμό της αρμοδιότητας της Επιτροπής, λαμβάνεται υπόψη το μεγαλύτερο από αυτά που αμφισβητούνται, η δε Επιτροπή επιλαμβάνεται για το σύνολο των καταλογισθέντων στην πράξη ποσών, εφόσον έχει την υλική αρμοδιότητα έστω και για ένα από αυτά.

Β. Με τις διατάξεις των εδαφίων 3 και επόμενα της παραγράφου 4 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε. όπως ισχύουν, η αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς για αμφισβητούμενες διαφορές κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ποσό για το οποίο η Επιτροπή καθίσταται αποκλειστικά αρμόδια, σύμφωνα με το νόμο, για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς, απέκτησε χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής.

Η Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. κατά τη διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής εξετάζει τόσο τη νομιμότητα της πράξης, όσο και την ουσία της υπόθεσης, οπότε και μπορεί να ακυρώσει εν όλω ή εν μέρει ή να τροποποιήσει την καταλογιστική πράξη ή να απορρίψει την αίτηση, κοινοποιώντας στον φορολογούμενο την απόφασή της. Η ως άνω απόφαση εκδίδεται το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την περιέλευση της αίτησης στην Επιτροπή, αποτελεί δε την πράξη η οποία προσβάλλεται από το φορολογούμενο παραδεκτώς εντός των οριζομένων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προθεσμιών.

Επισημαίνεται ότι, από την 29.2.2012 και μετά (έναρξη ισχύος του ν.4051/2012) οι υποβαλλόμενες αιτήσεις για υπαγωγή στη διαδικασία διοικητικής επίλυσης των αμφισβητούμενων κατά τα ως άνω διαφορών ενώπιον της Επιτροπής, που κατατίθενται στην αρμόδια φορολογική αρχή εντός εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση των οικείων καταλογιστικών πράξεων, έχουν χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, δηλαδή αποτελούν προϋπόθεση παραδεκτού για την άσκηση προσφυγής, κατά της εκδιδόμενης απόφασης της Επιτροπής, σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Συνεπώς, για τις περιπτώσεις αυτές, είναι απαράδεκτη η άσκηση προσφυγής κατά των ως άνω καταλογιστικών πράξεων του ελέγχου.

Εφεξής, εφιστάται η προσοχή στις αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες, κατά τις εκδιδόμενες από το φορολογικό έλεγχο καταλογιστικές πράξεις που υπερβαίνουν τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή το πρόστιμο, να ενημερώνουν πλήρως τους φορολογούμενους, τόσο για την υποχρέωση, όσο και για τους όρους άσκησης της παραπάνω ενδικοφανούς προσφυγής, αναγράφοντας στις εν λόγω πράξεις τα εξής: «Σε περίπτωση αμφισβήτησης της παρούσας καταλογιστικής πράξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., προβλέπεται, εντός εξήντα (60) ημερών από την επίδοση αυτής, η κατάθεση αίτησης μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε., η οποία έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραπάνω διατάξεις.

Η απόφαση της Επιτροπής στην ενδικοφανή προσφυγή εκδίδεται το αργότερο σε τέσσερις (4) μήνες από την περιέλευση της αίτησης σε αυτήν. Κατά της απόφασης αυτής είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής, κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.».

Επισημαίνεται ότι σε περιπτώσεις που, κατόπιν ελέγχου, με την ίδια πράξη μπορεί να καταλογίζονται περισσότερα ποσά (π.χ. Α.Ε.Π. Κ.Β.Σ.), εκ των οποίων ένα ή και περισσότερα αυτών υπερβαίνουν κατά τα ως άνω τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ και αμφισβητούνται από τον υπόχρεο, μετά και την καθιέρωση της διαδικασίας της ενδικοφανούς προσφυγής, είναι δυνατό, για τα άνω των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ ποσά, να υφίσταται διαφορετικός χρόνος άσκησης προσφυγής, οριστικοποίησης, κ.λπ., σε σχέση με ποσά που υπολείπονται του ως άνω ορίου και συμπεριλαμβάνονται στην ίδια καταλογιστική πράξη.

Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις αυτές οι αρμόδιες ελεγκτικές υπηρεσίες θα πρέπει να μεριμνούν ώστε, με κατάλληλη προσαρμογή του προαναφερόμενου κειμένου επί του σώματος της καταλογιστικής πράξης, ο φορολογούμενος να ενημερώνεται ότι η διαδικασία της ενδικοφανούς προσφυγής αφορά αποκλειστικά και μόνο τα καταλογιζόμενα με την οικεία πράξη ποσά που υπερβαίνουν κατά τα ως άνω τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Ευνόητο είναι ότι, για τα καταλογιζόμενα ποσά που υπολείπονται του ως άνω ορίου και συμπεριλαμβάνονται στην ίδια πράξη, θα ακολουθείται η μέχρι τώρα ενημέρωση του φορολογούμενου, σχετικά με τη δυνατότητα διοικητικής επίλυσης, άσκησης ενδίκων μέσων, κ.λπ..

Γ. Με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε. όπως ισχύουν, προβλέπεται ακόμη, η δυνατότητα ορισμού ως εισηγητών ενώπιον της Επιτροπής, προσώπων ανάλογα με την εξεταζόμενη υπόθεση και ειδικότερα ότι ως εισηγητές ενώπιον της Επιτροπής μπορεί να ορίζονται με πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος ή προϊστάμενοι Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του ν.1914/1990 (Φ.Ε.Κ. - Α' 178), όπως ισχύει, για τις υποθέσεις της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων, των Ελεγκτικών Κέντρων και των Ειδικών Συνεργείων Ελέγχου του άρθρου 39 του ν.1914/1990, για τις λοιπές δε υποθέσεις και επόπτες ελέγχου ή προϊστάμενοι οργανικής μονάδας επιπέδου τμήματος των Δ.Ο.Υ. του Νομού Αττικής.

Με βάση τα παραπάνω, εφιστάται η προσοχή στους προϊσταμένους των υπηρεσιών, στις οποίες υπηρετούν οι κατά τα ως άνω εκάστοτε οριζόμενοι εισηγητές, να κοινοποιούν, με μέριμνά τους, άμεσα σε αυτούς τη σχετική πράξη του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων περί ορισμού τους ως εισηγητών ενώπιον της Επιτροπής και να τους διευκολύνουν προκειμένου αυτοί να προβαίνουν εγκαίρως στις δέουσες ενέργειές τους (γνώση φακέλου υπόθεσης, προετοιμασία εισήγησης ενώπιον της Επιτροπής, κ.λπ.) και σε συνεργασία, όπου συντρέχει λόγος, με το διενεργήσαντα τον έλεγχο υπάλληλο, να επιμελούνται άμεσα για τον προσδιορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής κατά την εξέταση της αίτησης.

Ακόμη, αναφορικά με το έγγραφο της αρμόδιας φορολογικής αρχής με το οποίο ο σχετικός φάκελος της κάθε υπόθεσης διαβιβάζεται, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα (σχετ. Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1238/22.11.2011/Φ.Ε.Κ. Β' - 2777 και Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1140/5.6.2012/Φ.Ε.Κ. Β' - 1780), στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., υπενθυμίζεται ότι το έγγραφο αυτό θα πρέπει να περιέχει το πλήρες ιστορικό της υπόθεσης και τις αιτιολογημένες απόψεις της φορολογικής αρχής επί των ισχυρισμών του υπόχρεου, διαφορετικά, στην περίπτωση διαπίστωσης ελλείψεων ως προς το εν λόγω περιεχόμενο, αυτό θα επιστρέφεται άμεσα στη φορολογική αρχή για συμπλήρωση κατά προτεραιότητα και εκ νέου αποστολή του στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.

Δ. Σε περιπτώσεις κατάργησης ή αναστολής λειτουργίας, κατά περίπτωση, της φορολογικής αρχής που εξέδωσε την καταλογιστική πράξη, η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. υποδοχής και διαβιβάζεται στην Επιτροπή κατά τα οριζόμενα (σχετ. Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1238/22.11.2011 και Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1140/5.6.2012).

Περαιτέρω, σε περίπτωση κατάργησης ή αναστολής λειτουργίας Τμήματος Ελέγχου ή Τμήματος Δικαστικού ή Γραφείου Ελέγχου ή Γραφείου Δικαστικού Δ.Ο.Υ., η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της φορολογικής διαφοράς ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. μπορεί να υποβάλλεται και στη Δ.Ο.Υ. υποδοχής, η οποία στην περίπτωση αυτή διαβιβάζει την αίτηση στην Επιτροπή κατά τα ως άνω οριζόμενα.

Επισημαίνεται ότι, για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., με εξαίρεση την περίπτωση που η αίτηση έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, εφαρμόζονται κατά τα λοιπά οι ισχύουσες διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών (αναστολή προθεσμιών άσκησης προσφυγής κατά περίπτωση, -δηλαδή για τις υποθέσεις αυτές η προθεσμία για την άσκηση της προσφυγής αρχίζει από την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης και αναστέλλεται, όπου προβλέπεται, με την υποβολή αιτήματος διοικητικής επίλυσης-, προβεβαίωση, κ.λπ).

Ειδικότερα, στην περίπτωση που η αίτηση έχει το χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, διευκρινίζεται ότι η απόφαση της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αποτελεί την πράξη η οποία προσβάλλεται παραδεκτώς από τον υπόχρεο εντός των οριζομένων στον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προθεσμιών, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν αρχίζουν πριν από την κοινοποίηση της σχετικής απόφασης της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.. Όσον αφορά δε την προβεβαίωση ή την οριστική βεβαίωση, ακολουθείται η διαδικασία κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις, με την επισήμανση ότι εκτελεστή πράξη είναι η απόφαση της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. και όχι η καταλογιστική πράξη του ελέγχου.

Επιπλέον, η Επιτροπή επιλαμβάνεται της διοικητικής επίλυσης των διαφορών και στο πλαίσιο του δικαστικού συμβιβασμού, στις περιπτώσεις που αυτή καθίσταται αρμόδιο ή αποκλειστικά αρμόδιο όργανο επίλυσης των διαφορών επί των εκδοθεισών από τον έλεγχο καταλογιστικών πράξεων φόρου, τέλους, εισφοράς, ή προστίμου.

Υπενθυμίζεται ότι η υποβολή αίτησης διοικητικής επίλυσης διαφοράς ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ., αποκλείει την υποβολή για την ίδια υπόθεση και άλλης αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς με βάση τις λοιπές ισχύουσες διαδικασίες για τη διοικητική επίλυση των φορολογικών διαφορών.

Ευνόητο είναι ότι οι φορολογικές διαφορές που ανακύπτουν κατόπιν ελέγχου στο πλαίσιο της Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1072/8.4.2011(Φ.Ε.Κ. Β'- 577/12.4.2011) επιλύονται με βάση τα οριζόμενα στην Α.Υ.Ο. αυτή και δεν μπορούν να επιλύονται ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ..

Ε. Με τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 4 του ν.4038/2012, ρυθμίστηκαν ζητήματα μεταβατικής φύσεως όσον αφορά αιτήσεις διοικητικής επίλυσης διαφορών που έχουν υποβληθεί προς την Επιτροπή πριν την ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων προς αυτήν, καθώς και περιπτώσεις εκκρεμών κατά την 2.2.2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4038/2012) αιτήσεων διοικητικής επίλυσης διαφορών.

Ειδικότερα, με τις εν λόγω διατάξεις ορίστηκε ότι αιτήσεις προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. που έχουν υποβληθεί πριν την 1.12.2011 (ημερομηνία έναρξης υποβολής αιτήσεων προς αυτήν, σύμφωνα με την Α.Υ.Ο./ΠΟΛ.1238/22.11.2011 /Φ.Ε.Κ. Β'- 2777/2.12.2011) διαβιβάζονται σε αυτή, μέσω της αρμόδιας φορολογικής αρχής, εφόσον η Επιτροπή είναι αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για να επιληφθεί της διοικητικής επίλυσης των διαφορών, κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, δηλαδή στις περιπτώσεις εκείνες που ο υπόχρεος σε βάρος του οποίου εκδόθηκε καταλογιστική πράξη για παράβαση της φορολογικής εν γένει νομοθεσίας αμφισβητεί την ορθότητά της ως προς τον κύριο φόρο, τέλος, εισφορά ή ως προς τον καταλογισμό παράβασης ή προστίμου και η αμφισβητούμενη από τον υπόχρεο διαφορά του κύριου φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ ή των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, αντίστοιχα.

Εάν ωστόσο έχει υποβληθεί προγενεστέρως άλλη αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς σε άλλο υφιστάμενο όργανο, η αίτηση προς την Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. διαβιβάζεται σε αυτήν, εφόσον ο φορολογούμενος παραιτηθεί από την προγενέστερη αίτηση πριν από τη συζήτηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο και υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή είναι, κατά τα ανωτέρω, αρμόδια ή αποκλειστικά αρμόδια για να επιληφθεί της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς.

Επιπλέον, ορίστηκε ότι υποβληθείσες αιτήσεις διοικητικής επίλυσης των διαφορών σε άλλα υφιστάμενα όργανα οι οποίες εκκρεμούν σε αυτά κατά την 27.10.2011 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.4024/2011/Φ.Ε.Κ. Α'-226), διαβιβάζονται στην Επιτροπή εφόσον αυτή είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη διοικητική επίλυση των διαφορών, κατά τα προαναφερόμενα.

Ακόμη, με τις ως άνω μεταβατικές διατάξεις ορίστηκε ότι εφόσον κατά την 2.2.2012 (ημερομηνία δημοσίευσης του ν.4038/2012) εκκρεμεί ενώπιον της Ε.Δ.Ε.Φ.Δ. αίτηση του φορολογούμενου για διοικητική επίλυση διαφοράς, λοιπές αιτήσεις του για διοικητική επίλυση αμφισβητούμενων διαφορών που προέκυψαν από τον ίδιο φορολογικό έλεγχο οι οποίες εκκρεμούν σε άλλα υφιστάμενα όργανα, διαβιβάζονται στην Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.

ΣΤ. Για πληρέστερη ενημέρωση, σας κοινοποιείται συνημμένως άτυπη κωδικοποίηση των διατάξεων του άρθρου 70 Α του Κ.Φ.Ε. (όπως ισχύουν μετά τη δημοσίευση των νόμων 4024/2011, 4038/2012, 4051/2012 και 4072/2012). [Η εν λόγω κωδικοποίηση παρατίθεται ανωτέρω στην παράγραφο 1 του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ αυτού με τον τίτλο «ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 70Α' ΤΟΥ Κ.Φ.Ε. (Ν. 2238/94)]

Ακριβές Αντίγραφο
Η Προϊσταμένη της Γραμματείας

Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΖΑΝΙΑΣ

3. ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 31 §§ 1-3 ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 33 ΚΑΙ 34 ΤΟΥ Ν. 3943/31-03-2011 ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αρθρο 31
Σώμα Φορολογικών Διαιτητών

»1. Ιδρύεται ειδικό Σώμα Φορολογικών Διαιτητών (Σ.Φ.Δ.) ως ανεξάρτητη αρχή με έδρα την Αθήνα.

»2. Έργο του Σ.Φ.Δ. είναι η διαιτητική επίλυση των διαφορών που αναφύονται:

»α) κατά τον καταλογισμό των φόρων, δασμών, τελών και συναφών δικαιωμάτων του Δημοσίου, καθώς και των προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων,

»β) κατά την επιβολή, με διοικητικές πράξεις, κάθε είδους κυρώσεων για παράβαση των διατάξεων της φορολογικής και τελωνειακής γενικά νομοθεσίας, ακόμη και αν οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται αυτοτελώς ή άσχετα με υποχρέωση καταβολής φόρου, δασμού, τέλους ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου, εφόσον το αντικείμενό τους υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

»3. Το Σ.Φ.Δ. υπάγεται στα Υπουργεία Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικά όργανα ή άλλη διοικητική αρχή και οι πράξεις του δεν υπόκεινται σε ιεραρχικό έλεγχο ούτε από άποψη νομιμότητας, εκτός από εκείνες που αφορούν το προσωπικό του.

Αρθρο 33
Διαδικασίες της διαιτητικής επίλυσης διαφορών

»1. Το Σ.Φ.Δ. επιλαμβάνεται του έργου του ύστερα από αίτηση του φορολογουμένου, η οποία υποβάλλεται στο Σ.Φ.Δ. μέσα στην προθεσμία άσκησης της προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο και πρέπει να περιέχει όλα τα κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στοιχεία του δικογράφου της προσφυγής. Αντίγραφο της αίτησης επιδίδεται, με τη φροντίδα του αιτούντος, στη φορολογική ή τελωνειακή αρχή που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Η φορολογική ή τελωνειακή αρχή πρέπει, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την επίδοση, να διαβιβάσει την αίτηση, μαζί με αντίγραφο της προσβαλλόμενης πράξης και της οικείας έκθεσης ελέγχου, στον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος πρέπει να δηλώσει στο Σ.Φ.Δ. αν το Δημόσιο συμφωνεί για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επίδοση της αιτήσεως στην αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή. Αν υποβληθεί θετική δήλωση, καλείται ο αιτών, με έγγραφο του Σ.Φ.Δ. που επιδίδεται σε αυτόν, να καταβάλει την προβλεπόμενη αμοιβή μέσα σε προθεσμία είκοσι ημερών από την επίδοση, διαφορετικά η υπόθεση τίθεται στο αρχείο του Σ.Φ.Δ.

»2. Η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς μπορεί να υποβληθεί μετά την υποβολή αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, κατά τις κείμενες διατάξεις ή την άσκηση προσφυγής στο αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή αντίγραφα της αίτησης, της θετικής δήλωσης του Δημοσίου για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς και του αποδεικτικού εγγράφου καταβολής της αμοιβής των διαιτητών επιδίδονται, με τη φροντίδα του αιτούντος, στην αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή και στον πρόεδρο του διοικητικού δικαστηρίου, κατά περίπτωση, οπότε η υπόθεση που εκκρεμεί στη φορολογική ή τελωνειακή αρχή ή στο δικαστήριο τίθεται στο αρχείο.

»3. Αν η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς υποβληθεί πριν από την αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση της προσφυγής, η προθεσμία για την υποβολή αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς ή την άσκηση προσφυγής αρχίζει από την επίδοση στον αιτούντα βεβαίωσης του Σ.Φ.Δ. για την υποβολή της αρνητικής δήλωσης από το Δημόσιο για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς.

»4. Αν κατατεθούν την ίδια ημέρα η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς και η προσφυγή, θεωρείται ότι έχει κατατεθεί πρώτη η αίτηση για διαιτητική επίλυση της διαφοράς.

»5. Η διαφορά επιλύεται από τρεις διαιτητές. Τον πρόεδρο των διαιτητών και τους διαιτητές ορίζει ο Πρόεδρος του Σ.Φ.Δ. ανά δικάσιμο με αλφαβητική σειρά του επωνύμου τους.

»6. Η δικάσιμος για τη διαιτητική επίλυση της διαφοράς δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από δύο μήνες από την περιέλευση της θετικής δήλωσης του Δημοσίου για τη διαιτητική επίλυση της υπόθεσης. Οι απόψεις της διοικητικής αρχής υποβάλλονται στο Σ.Φ.Δ. μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της θετικής δήλωσης. Η διαιτητική απόφαση εκδίδεται μέσα σε τρεις μήνες από τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, παύει αυτοδικαίως η εξουσία των διαιτητών για επίλυση της διαφοράς και αναβιώνει η προθεσμία για τη υποβολή αίτησης διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και την άσκηση προσφυγής, εκτός αν οι διάδικοι συμφωνήσουν εγγράφως για την παράταση της προθεσμίας για ορισμένο χρονικό διάστημα.

»7. Για τη διαιτητική επίλυση των φορολογικών διαφορών εφαρμόζονται κατά τα λοιπά, αναλόγως, οι οικείες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ισχύουν κάθε φορά.

»8. Αν η αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή, η υπόθεση διαβιβάζεται από το Σ.Φ.Δ. στο διοικητικό δικαστήριο για να προβεί στην ακύρωση ή τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με τα κριθέντα με τη διαιτητική απόφαση και μέσα στα όρια της αίτησης για διαιτητική επίλυση της διαφοράς. Αρμόδιο δικαστήριο είναι ο Πρόεδρος Πρωτοδικών, ο οποίος δικάζει κατά τη διαδικασία της παραγράφου 9 του άρθρου 13 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α'), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 51 του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ 213 Α').

»9. Κατά της διαιτητικής απόφασης χωρεί αίτηση ακυρώσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 897 και 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως. Η εκδίκαση της αίτησης ακυρώσεως υπάγεται στην αρμοδιότητα του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο αποφαίνεται αμετακλήτως. Η άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως δεν επηρεάζει την πρόοδο της διαδικασίας της προηγούμενης παραγράφου».

Αρθρο 34
Οργάνωση και λειτουργία του Σ.Φ.Δ.

1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων μέσα σε ένα μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη συγκρότηση, τη σύνθεση, τη διοίκηση και λειτουργία του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών, τα όργανα του Σ.Φ.Δ., τις αρμοδιότητες των οργάνων αυτών, του Προέδρου και των μελών του Σ.Φ.Δ., τα απαιτούμενα ειδικότερα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, τον αριθμό των Φορολογικών Διαιτητών και των Προέδρων Φορολογικών Διαιτητών, τη διαδικασία διορισμού και απόλυσης αυτών, τις ευθύνες που υπέχουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τις επιβαλλόμενες κυρώσεις για παράβαση των καθηκόντων τους, τον τρόπο ορισμού της αμοιβής τους, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εύρυθμη λειτουργία του Σώματος.

2. Με όμοιο προεδρικό διάταγμα καθορίζονται οι καταβαλλόμενες αμοιβές από τους αιτούντες τη διαιτητική επίλυση φορολογικών διαφορών. Οι αμοιβές αυτές καταβάλλονται από τους υπόχρεους σε ειδικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος με τον τίτλο «Λογαριασμός Φορολογικών Διαιτητών».

3. Για την αντιμετώπιση των κατά την εφαρμογή του παρόντος δαπανών είναι δυνατόν κατά τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών να επιχορηγείται από το Δημόσιο ο ανωτέρω λογαριασμός με ποσό που καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εγγράφεται δε προς τούτο σε ιδιαίτερο κεφάλαιο και άρθρο σχετική πίστωση στο προϋπολογισμό του Υπουργείου Οικονομικών.

4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ορίζεται η έναρξη λειτουργίας του Σώματος Φορολογικών Διαιτητών.

5. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος ορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Συμβούλιο Διοίκησης του Σ.Φ.Δ. αποτελούμενο από: α) έναν επίτιμο αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας ή έναν επίτιμο Σύμβουλο της Επικρατείας, ως πρόεδρο, β) ένα νομικό σύμβουλο του Κράτους, γ) έναν επίτιμο πρόεδρο εφετών διοικητικών δικαστηρίων, δ) έναν προϊστάμενο γενικής διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και ε) έναν προϊστάμενο γενικής διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το Συμβούλιο αυτό προβαίνει στο διορισμό των Φορολογικών Διαιτητών και στην επιλογή των Προέδρων Φορολογικών Διαιτητών για την αρχική πλήρωση των θέσεων.

 

[1] Ο κ. Γεώργιος Θ. Κρεκούκιας είναι τ. Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών και ήδη συνεργάτης της εταιρείας «ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Γ. ΓΙΑΜΑΡΕΛΛΟΥ Α.Ε. - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ».

[2] Βλ. σχετικά, εμπεριστατωμένο άρθρο του κ. Π. Θ. Ρέππα, στο Δ.Φ.Ν., Β' τεύχος 2011.

[3] Το άρθρο 70Α' προστέθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 3943/2011 και ισχύει από την δημοσίευση του νόμου στο ΦΕΚ δηλ. από 31/03/2011.

[4] Ο τίτλος του άρθρου αυτού συμπληρώθηκε με την παρ. 5(α') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

[5] Το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 5(β') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012, στη συνέχεια δε αντικαταστάθηκε πάλι με την παρ. 7 του άρθρου 321 του Ν. 4072/11-04-2012.

[6] Η παράγραφος αυτή (2) αντικαταστάθηκε με την παρ. 5(γ') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

[7] Το εδάφιο αυτό προστέθηκε με την παρ. 5 του άρθρου 42 του Ν. 4024/27-04-2011 και οι υπογραμμισμένες λέξεις με την παρ. 5(δ’) του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

[8] Η φράση «ως προς τον κύριο φόρο, τέλος ή εισφορά ή ως προς τον καταλογισμό της οικείας παράβασης» τέθηκε με την περίπτωση ε' της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012 και ισχύει από 02/02/2012.

[9] Το εδάφιο αυτό προστέθηκε με την παρ. 5(στ') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

[10] Τα τελευταία εδάφια αυτά προστέθηκαν μετά τα πρώτα δύο εδάφια της παραγράφου αυτής (4) με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Ν. 4051/29-02-2012.

[11] Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διάταξης εξεδόθη η παρατιθέμενη πιο κάτω Απόφαση του ΥΠΟΙΚ, υπ’ αριθ. 1238/02-12-2011 (ΦΕΚ 2777/01-12-2011 Τ. Β').

[12] Οι λέξεις «πριν από τη συζήτηση αυτής στο υφιστάμενο όργανο», προστέθηκαν με την παρ. 5(ζ') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

[13] Ολόκληρη η παράγραφος αυτή (8) αντικαταστάθηκε με την παρ. 5(η') του άρθρου 4 του Ν. 4038/02-02-2012.

 

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ - ΧΡΗΣΙΜΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ