Ατελής Ενοχή – Ετεροβαρείς συμβάσεις - Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής - Επιταγή - Οπισθογράφηση λευκή - Κομιστής - Επιταγή ευκολίας - Δάνειο - Στοίχημα - Πρακτορείο - Προγνωστικά ποδοσφαίρου – ΠΡΟΠΟ - ΟΠΑΠ - Τυχερά παίγνια - Δάνεια – Τράπεζες.

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ 21/2009

Οι κρινόμενες εφέσεις, ήτοι α) η από 25-10-2006 με αριθμ.κατ.191/2006 έφεση του εκκαλούντος-καθ’ ου η ανακοπή Γ. Τ. κατά της με αριθμ. 163/2004 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων και β) η από 12-6-2007 έφεση του εκκαλούντος ανακόπτοντος Β. Κ. κατά της άνω οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που εκδόθηκε επί της από 25-2-2004 ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής του εκκαλούντος της υπό στοιχείο β εφέσεως, πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω πρόδηλης συνάφειας κατά τα άρθρα 246 και 524 παρ.1ΚΠολΔ. Οι παραπάνω εφέσεις έχουν ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμες, δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως και οι διάδικοι δεν επικαλούνται το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ ). Πρέπει επομένως να γίνουν τυπικά δεκτές (άρθρα 532, 533 ΚΠολΔ) και να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους κατά την ίδια διαδικασία.

Ο εκκαλών της υπό στοιχείο β΄ εφέσεως-ανακόπτων και εφεσίβλητος της υπό στοιχείο α΄ εφέσεως, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων την κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ με αριθ. καταθ. 143/2004 ανακοπή του, με την οποία ιστορούσε ότι μετά από αίτηση του καθ’ ου αυτή εκδόθηκε σε βάρος του η υπ’ αριθ. 11/2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλλει στον τελευταίο το ποσό των 50.000 Ε πλέον τόκων και λοιπών δαπανημάτων. Ότι η διαταγή πληρωμής αυτή εκδόθηκε με βάση μία επιταγή, την οποία ο ίδιος εξέδωσε σε διαταγή του καθ’ ου και δεν πληρώθηκε όταν εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα στην πληρώτρια, πλην όμως η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη για τους αναφερόμενους στην ανακοπή λόγους, ζητούσε δε την ακύρωση αυτής. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής για το ποσό των 25.000 Ε, αφού με την εκκαλουμένη απόφαση έγινε δεκτό ότι η επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η άνω διαταγή πληρωμής ήταν άκυρη ως προς το παραπάνω ποσό, γιατί αφ’ ενός μεν ήταν αντίθετη με τα χρηστά ήθη αφ’ ετέρου το ποσό αυτό κάλυπτε τοκογλυφικούς τόκους. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε ο καθ’ ου η ανακοπή την υπό στοιχείο α έφεσή του, με την οποία παραπονείται για την μερική παραδοχή της ανακοπής ισχυριζόμενος με την έφεση του αυτή για λόγους που όλοι ανάγονται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητά δε την παραδοχή της εφέσεως του και την απόρριψη της ανακοπής, η έφεση δε αυτή είναι νόμιμη και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Κατά της άνω αποφάσεως άσκησε επίσης και ο ανακόπτων την υπό στοιχείο β΄ έφεση του παραπονούμενος με τους λόγους αυτής για την μερική παραδοχή της ανακοπής του, ζητά δε την παραδοχή της εφέσεως του με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ανακοπή και να ακυρωθεί η διαταγή πληρωμής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή, καθώς και το ποσό της, να αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ΄ άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, αν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης και της δυνατότητας απόδειξης της απαίτησης με άλλα αποδεικτικά μέσα. Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης, είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης. Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Κατά των λόγων της ανακοπής αυτής, εκείνος, κατά του οποίου στρέφεται, μπορεί να αμυνθεί είτε αρνούμενος αυτούς, είτε με την προβολή αντενστάσεων κατ΄ αυτών (βλ.Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 1451/2007 ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ν. 5960/1933 περί επιταγής, ο κάτοχος οπισθογραφήσιμης επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής εάν στηρίζει το δικαίωμά του επί αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και εάν έτι η τελευταία οπισθογράφηση είναι εν λευκώ. Όταν δε οπισθογράφηση εν λευκώ ακολουθείται υπό άλλης, ο υπογραφεύς αυτής θεωρείται ότι απέκτησε την επιταγή δια της εν λευκώ οπισθογραφήσεως. Νόμιμος άρα κομιστής δικαιούχος της απαιτήσεως από την επιταγή, έχων δικαίωμα να ζητήσει και την έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι ο τυπικά νομιμοποιούμενος κάτοχος του τίτλου με την αδιάκοπη σειρά των οπισθογραφήσεων, όπως προκύπτει από το σώμα της επιταγής, συνυπολογιζομένης και της ενδιάμεσης λευκής οπισθογραφήσεως. Εξάλλου, κατά το άρθρο 626 παρ.2 του Κ.Πολ.Δικ., η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία τα οποία ορίζουν τα άρθρα 117, 118 και 119 παρ.1., την απαίτηση και το ακριβές ποσό των χρημάτων των οποίων ζητείται η καταβολή. Εντεύθεν έπεται ότι για το ορισμένο της αιτήσεως του τελευταίου κομιστή εξ οπισθογραφήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής, όσον αφορά τον προσδιορισμό της απαιτήσεώς του, αρκεί αυτός να επικαλείται το ότι τυγχάνει τελευταίος κομιστής από αδιάκοπη σειρά με την ανωτέρω έννοια, χωρίς ανάγκη μνείας στην αίτηση ονομαστικώς και κατά τη σειρά που εμφαίνονται επί του τίτλου ενός έκαστου των προηγουμένων αυτού οπισθογράφων. Η σειρά των οπισθογραφήσεων αφορά την απόδειξη της απαιτήσεώς του και προκύπτει από την προσκόμιση του τίτλου. (βλ. ΑΠ 1689/2001 ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ).

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο β΄ εφέσεως ο ανακόπτων παραπονείται για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής, με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη γιατί δεν αναφέρεται σ’ αυτή αν η επιταγή με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής εμφανίσθηκε στην πληρώτρια από τον ίδιο τον καθ’ ου η ανακοπή ως λήπτη αυτής ή από τον ίδιο ως τελευταίο κομιστής εξ οπισθογραφήσεως όπως επίσης δεν αναφέρεται, σε περίπτωση βέβαια που η επιταγή μεταβιβάσθηκε περαιτέρω με οπισθογράφηση από τον καθ’ ου, τον τρόπο με τον οποίο έγινε και πάλι αυτός κομιστής της ώστε να έχει δικαίωμα αναγωγής. Ο λόγος όμως αυτός της ανακοπής όπως εκτίθεται δεν είναι σαφής και ορισμένος γι’ αυτό και πρέπει να απορριφθεί ,και τούτο γιατί ενώ στην ανακοπή αναφέρεται ότι ο καθ’ ου εκκαλών είναι λήπτης της επιταγής και νομιμοποιούμενος κάτοχος του τίτλου για την έκδοση της διαταγής πληρωμής στην συνέχεια αμφισβητείται η νομιμοποίηση του χωρίς όμως να προσδιορίζεται αν η επιταγή μεταβιβάσθηκε από τον καθ’ ου περαιτέρω και αυτός δεν τυγχάνει ο τελευταίος υπογραφέας της και νόμιμος κομιστής της. Συνακόλουθα ο λόγος αυτός της ανακοπής λόγω της αοριστίας του πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά και με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε. Με τον δεύτερο λόγο ο ανακόπτων εκκαλών της υπό στοιχείο β εφέσεως παραπονείται για την απόρριψη του δευτέρου και του τρίτου λόγου της ανακοπής με τους οποίους ισχυρίζεται ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε η επίδικη επιταγή είναι άκυρη γιατί αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου και συγκεκριμένα στην υπουργική απόφαση ΥΑ25148/1999 < Λειτουργία Πρακτορείων, Υποχρεώσεις-Δικαιώματα πρακτόρων ΟΠΑΠ > καθώς και στις διατάξεις του Ν 2076/1992 σύμφωνα με τις οποίες απαγορεύεται η κατ’ επάγγελμα χορήγηση δανείων ή πιστώσεων από μη πιστωτικά ιδρύματα σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Ειδικώτερα ο ανακόπτων με τους λόγους αυτούς της ανακοπής ισχυρίζεται ότι ο καθ’ ου διατηρεί και λειτουργεί στα Τ. εξουσιοδοτημένο από τον ΟΠΑΠ πρακτορείο στο οποίο διενεργείται, εκτός των άλλων, και το υπό την αιγίδα του άνω Οργανισμού διενεργούμενο τυχερό παίγνιο με τον τίτλο ΣΤΟΙΧΗΜΑ. Ότι αυτός διαγωνιζόταν με πάθος στο άνω παίγνιο καταθέτοντας τα σχετικά δελτία στο πρακτορείο του καθ’ ου, ο οποίος παρά το ότι από την άνω ΥΑ απαγορεύεται να κάνει οποιαδήποτε οικονομική διευκόλυνση στους διαγωνιζομένους του επέτρεψε να καταθέσει δελτία αξίας 25.000 Ε χωρίς να καταβάλλει άμεσα το αντίτιμο τους, η διευκόλυνση δε αυτή συνιστά σύμβαση δανείου, η οποία όμως είναι επιτρεπτή μόνο στα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με τις άνω διατάξεις. Ο λόγος όμως αυτός της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί και τούτο γιατί, όσον αφορά την επικαλούμενη ακυρότητα λόγω αντίθεσης στις διατάξεις της άνω ΥΑ κατά το άρθρο 7 παρ.1 αυτής επί παραβιάσεως εκ μέρους του πράκτορα του ΟΠΑΠ του άρθρου 3 παρ.20 της εν λόγω Υπουργικής Αποφάσεως, ήτοι σε περίπτωση που γίνονται διευκολύνσεις στους διαγωνιζομένους από τον πράκτορα, προβλέπεται ως μόνη κύρωση η επιβολή προστίμου ή η προσωρινή ανάκληση της αδείας του πράκτορα, από το περιεχόμενο δε και το σκοπό των ως άνω διατάξεων, καθώς και των λοιπών διατάξεων της Υπουργικής αυτής Αποφάσεως δεν συνάγεται άλλη κύρωση, ως συνέπεια της παραπάνω παραβιάσεως, δεδομένου ότι η θεσπιζομένη με την παρ.20 του άρθρου 3 απαγόρευση ετέθη προς προστασία των συμφερόντων του ΟΠΑΠ από ζημιογόνες γι΄ αυτό ενέργειες των πρακτόρων του-όπως είναι και οι οικονομικές διευκολύνσεις προς τους παίκτες‚ με πίστωση του αντιτίμου των δελτίων συμμετοχής τους σε κάποιο παιχνίδι του ΟΠΑΠ χωρίς όμως να προκύπτει από την άνω διάταξη αποδοκιμασία και της πιστωτικής μεταξύ του πράκτορα και του παίκτη σύμβασης, συνακόλουθα η αιτία αυτή δεν είναι αντίθετη με απαγορευτική διάταξη νόμου και έτσι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, γι’ αυτό και ο σχετικός λόγος της ανακοπής είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω όσον αφορά τον λόγο της ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε η επιταγή είναι άκυρη ως αντίθετη στις καταργηθείσες διατάξεις του Ν. 2076/1992 και ήδη Ν 3601/2007 και αυτός τυγχάνει απορριπτέος, αφού ο ανακόπτων δεν επικαλείται ότι ο καθ’ χορηγούσε κατ’ επάγγελμα δάνεια ή λοιπές πιστώσεις σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα χωρίς να του παρασχεθεί ειδική άδεια για τον σκοπό αυτό από την Τράπεζα της Ελλάδος. Συνεπώς ο άνω λόγος εφέσεως πρέπει να απορριφθεί, όπως ορθά και με την εκκαλουμένη απόφαση οι λόγοι αυτοί της ανακοπής απορρίφθηκαν. Η ενοχή από επιταγή είναι μεν αναιτιώδης, υπό την έννοια ότι η αιτία για την έκδοσή της δεν αποτελεί, κατ` αρχήν, προϋπόθεση του κύρους της, όμως ο οφειλέτης από επιταγή και ειδικά ο εκδότης αυτής, εναγόμενος για την πληρωμή της, μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκειμένη αιτία) που τον συνέδεε με τον κομιστή που ενασκεί την αξίωση από την επιταγή, αντιτάσσοντας κατ` αυτού την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση της επιταγής με την ευρεία έννοια, δηλαδή είτε διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη είτε διότι δεν υπήρχε από την αρχή, όταν εκδόθηκε δηλαδή η επιταγή (αχρεώστητο), πράγμα που συμβαίνει όταν εκδόθηκε από τον εκδότη χωρίς να τον συνδέει με τον κομιστή οποιαδήποτε οικονομική σχέση ή να υπάρχει οικονομικό αντίρροπο, αλλά με μόνο σκοπό τη χρηματική διευκόλυνση του κομιστή (επιταγή ευκολίας), οπότε αν η ένσταση αυτή αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή (ΑΠ 1189/1987 ΕΕμπΔ 1989, 252, AΠ 690/1990 ΝοΒ 28, 2017 Εφ. Πειρ. 506/2000 ΔΗΜ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 7184/1990 Δνη 35, 493, ΕφΑθ 6373/1987 ΕΕμπΔ 1988, 284).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 844 και 845 ΑΚ συνάγεται ότι ο ΑΚ δεν απαγορεύει μεν τις συμβάσεις παιγνίου και στοιχήματος, πλην όμως δεν γεννάται απ` αυτές αγώγιμη απαίτηση υπέρ εκείνου που κέρδισε κατά του αντισυμβαλλομένου, αλλά ατελώς (φυσική) ενοχή, η οποία δεν δημιουργεί αξίωση του πρώτου ούτε υποχρέωση του δεύτερου. Το ίδιο ισχύει, όπως ρητά ορίζεται και για την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση τέτοιας οφειλής ή για την έκδοση επιταγής ή άλλου χρεωστικού ομολόγου για τον σκοπό αυτό (Λιτζερόπουλος, Ερμ. ΑΚ), άρθρο 844 αριθμ. 1-5, Αντωνιάδης, Σταθόπουλου-Γεωργιάδη ΑΚ, άρθρα 844-845 αριθ. 2, 14, 16, Εφ. Πειρ. 458/1981 Δ/νη 1982.236, Εφ. Θεσαλ. 474/1979 Αρμ. 33.807). Τα ανωτέρω όμως ισχύουν μόνο επί εκείνων των παιγνίων, τα οποία επιτρέπονται, έστω και μετά από ειδική διοικητική άδεια. Συμβάσεις συνεπώς, παιγνίων και στοιχημάτων, η διενέργεια των οποίων απαγορεύεται από το νόμο, δεν υπάγονται στη ρύθμιση των άρθρων 844-845 ΑΚ, αλλά είναι σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ άκυρες και δεν γεννούν καμία οφειλή, όσα δε τυχόν καταβλήθηκαν αναζητούνται πάντοτε κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (Αντωνιάδης, ό.π. 27-30 και 32, Εφ. Δωδ 397/2005 ΔΗΜ.ΝΟΜΟΣ, Εφ.Θεσαλ. 2320/1990 Αρμ. 1991. 1111).

Με τον τρίτο λόγο της υπό στοιχείο β΄ εφέσεως ο ανακόπτων εκκαλών παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για την μερική παραδοχή του τελευταίου λόγου ανακοπής, με τον οποίο ισχυριζόταν ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε η ένδικη επιταγή είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, γιατί ενώ ο καθ’ ου η ανακοπή εγνώριζε το πάθος του για τα τυχερά παίγνια και ιδιαίτερα για το άνω παίγνιο ΣΤΟΙΧΗΜΑ καθώς και ότι είχε αυτός απωλέσει σημαντικά χρηματικά ποσά για την συμμετοχή του σ’ αυτό και μεγάλο μέρος της περιουσίας του στα τυχερά εν γένει παίγνια, εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία και το πάθος για την συμμετοχή του στο παιγνίδι αυτό καθώς και την αδυναμία του να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων του, έτσι επέτρεψε την συμμετοχή του στο παιγνίδι χωρίς να καταβάλλει αυτός ως όφειλε το αντίτιμο για την κατάθεση αντίστοιχων δελτίων η αξία των οποίων ανερχόταν σε 25.000 Ε, απαίτησε όμως για την διευκόλυνση αυτή την επίδικη επιταγή ποσού 50.000 Ε, ήτοι ποσό διπλάσιο του οφειλομένου, με συνέπεια η σύμβαση αυτή να είναι στο σύνολό της άκυρη άλλως για το επιπλέον ποσό και αν ακόμη θεωρηθεί ότι αποτελούσε σύμβαση δανείου, η οποία για τον ίδιο λόγο είναι άκυρη αλλά και γιατί είναι άκυρη ως καταπλεονεκτική στο επιπλέον δε ποσό περιλαμβάνονται και τοκογλυφικοί τόκοι. Για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου με την εκκαλουμένη απόφαση παραπονείται και ο καθ’ ου η ανακοπή εκκαλών της υπό στοιχείο α΄ εφέσεως, ο λόγος δε αυτός αμφοτέρων των εφέσεων είναι νόμιμος και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και αναποδείξεως που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και οι καταθέσεις τους περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και απ΄ όλα γενικά τα μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, που λαμβάνονται υπόψη όλα ανεξαιρέτως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς όμως η ρητή αναφορά των εγγράφων να προσδίδει σ΄ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη εν σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και ως προεκτέθηκε, όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (ΑΠ 1068/2002 Αρχ.Ν 2004, 70, ΑΠ 1628/2003 Ελ.Δικ. 2004, 723) και συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινή πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ανακόπτων διατηρεί και λειτουργεί στα Τ εξουσιοδοτημένο από τον ΟΠΑΠ πρακτορείο, στο οποίο διενεργούνται όλα τα υπό την αιγίδα του ΟΠΑΠ διενεργούμενα τυχερά παίγνια μεταξύ των οποίων και το ΣΤΟΙΧΗΜΑ. Από τις αρχές του έτους 2003, το κατάστημα του καθ’ ου άρχισε να επισκέπτεται και ο ανακόπτων, ο οποίος στην συνέχεια έγινε τακτικός πελάτης του καταστήματος αυτού συμμετείχε δε συστηματικά στη διενέργεια τυχερών παιγνίων και κυρίως στο παιγνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ δαπανώντας για την συμμετοχή του σ’ αυτό σημαντικά χρηματικά ποσά. Ο ανακόπτων διατηρεί στο νομό Τ μαζί με τον αδελφό του καταστήματα ηλεκτρονικών παιγνίων, ήταν οικονομικά εύρωστος είχε όμως ροπή και πάθος για τα τυχερά παίγνια και συμμετείχε στην διεξαγωγή αυτών μόνιμα και σταθερά δαπανώντας υπέρογκα ποσά, γεγονός που δημιουργούσε αίσθηση και ήταν γνωστό και στους λοιπούς πελάτες του καταστήματος του καθ’ ου και κυρίως εξ αιτίας των μεγάλων χρηματικών ποσών που διέθετε ιδίως για τη συμμετοχή του στο παιχνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ. Ο μάρτυς του ανακόπτοντα μάλιστα καταθέτει στο σημείο τούτο ότι ο τελευταίος για την συμμετοχή του σε διάφορα νόμιμα τυχηρά παίγνια αλλά και για την συμμετοχή του στο παιγνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ κατέθεσε στο πρακτορείο του καθ’ ου δελτία αξίας 2.500.000 Ε, ο τελευταίος δε καλώς εγνώριζε την εξάρτηση του ανακόπτοντα από τα τυχερά παίγνια καθώς και το ύψος των ποσών που δαπανούσε για την συμμετοχή του σ’ αυτά χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες των ενεργειών του προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του. Ωστόσο, ο ανακόπτων, επιδιδόμενος, χωρίς περίσκεψη και αυτοέλεγχο‚ στον εν λόγω τυχερό παίγνιο, άρχισε να χάνει μεγάλα χρηματικά ποσά, με συνέπεια, παρά την καλή οικονομική του κατάσταση, να μην έχει πάντα τη δυνατότητα να καλύψει την αξία των δελτίων που κατέθετε με την άμεση καταβολή του αντίστοιχου χρηματικού ποσού, δοθέντος ότι για τη συμμετοχή του στο παιχνίδι έπρεπε άμεσα να καταβληθεί στο πρακτορείο το ποσό αυτό (ΥΑ 2240/29 1 2001). Το γεγονός όμως ότι αυτός δεν είχε πάντα την οικονομική δυνατότητα να συμμετάσχει στο άνω παίγνιο με την κατάθεση μεγάλης αξίας δελτίων δεν τον απέτρεπε από το να συνεχίζει να παίζει και μη υπολογίζοντας λόγω του πάθους του και της εξάρτησης του τις συνέπειες των πράξεων του, αναζητούσε έναντι οποιουδήποτε ανταλλάγματος τρόπους ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να στοιχηματίσει με κάθε φορά μεγαλύτερα ποσά πιστεύοντας, ότι έτσι θα του δοθεί η δυνατότητα να κερδίσει και να πορισθεί χρηματικά ποσά ανάλογα αυτών που είχε ήδη διαθέσει για την συμμετοχή του στο παιγνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ. ΄Ετσι, περί τα μέσα Οκτωβρίου 2003, εμφανίσθηκε στο πρακτορείο του καθ‘ ου με δελτία του παιχνιδιού ΣΤΟΙΧΗΜΑ, αξίας ανερχόμενης στο ιδιαίτερα σημαντικό χρηματικό ποσό των 25 000 Ε, χωρίς όμως να διαθέτει το αντίστοιχο ποσό σε μετρητά και ζητούσε επίμονα να του επιτραπεί η συμμετοχή του στο άνω παιγνίδι. Ο καθ’ ου, ενώ εγνώριζε τις υποχρεώσεις του ως πράκτορα και την απαγόρευση από την άνω ΥΑ παροχής οικονομικής διευκόλυνσης στους συμμετέχοντες στο παιγνίδι επέτρεψε την συμμετοχή του ανακόπτοντα αποδεχόμενος την κατάθεση των δελτίων χωρίς την καταβολή του αντιτίμου τους, όπως επίσης εγνώριζε το πάθος του τελευταίου για τα τυχερά παιγνίδια καθώς και ότι αυτός είχε ήδη απωλέσει σημαντικά χρηματικά ποσά, ως προαναφέρεται. Ο καθ’ ου εγνώριζε επίσης την καλή οικονομική κατάσταση του ανακόπτοντα, αφού ήταν όχι μόνο τακτικός πελάτης του πρακτορείου αλλά και σημαντική πηγή εσόδων για την επιχείρηση του λόγω των μεγάλων χρηματικών ποσών που δαπανούσε αυτός για την συμμετοχή του στα παίγνια, του παρείχε δε και στο παρελθόν ανάλογες οικονομικές διευκολύνσεις, αφού σε κάθε περίπτωση το αντίτιμο των δελτίων που είχαν κατατεθεί στο πρακτορείο του από τους πελάτες έπρεπε να καταβληθεί στον ΟΠΑΠ.

Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών της υπό στοιχείο α΄ εφέσεως καθ’ ου για να επιτρέψει την συμμετοχή του ανακόπτοντα στο άνω παίγνιο χωρίς την άμεση καταβολή της αξίας των δελτίων ανερχόμενη στο ποσό των 25.000 Ε και χάριν καταβολής του ποσού αυτού του δανείου ζήτησε από τον ανακόπτοντα να του παραδώσει μία επιταγή ποσού όμως 50.000 Ε, έτσι ο τελευταίος προκειμένου να εξασφαλίσει την συμμετοχή του στη διενέργεια του παιγνιδιού ΣΤΟΙΧΗΜΑ εξέδωσε σε διαταγή του καθ’ ου μία ισόποση επιταγή φέρουσα ημερομηνία εκδόσεως 25-1-2004 πληρωτέα στην Α ΒΑΝΚ, η οποία όταν εμφανίσθκε προς πληρωμή στην πληρώτρια στις 2-2-2004 δεν πληρώθηκε, γιατί δεν υπήρχαν επαρκή κεφάλαια για την πληρωμή της. Στην συνέχεια μετά από αίτηση του καθ’ ου εκδόθηκε σε βάρος του ανακόπτοντα η ανακοπτομένη υπ’ αριθμ. 11/2004 διαταγή πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος να καταβάλει στον τότε αιτούντα το ποσό των 50.000 Ε, αν και κατά τα προαναφερόμενα όφειλε μόνο το ποσό των 25.000 Ε, και περί αυτού με σαφήνεια καταθέτει ο μάρτυς του ανακόπτοντα η κατάθεση του οποίου δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα του καθ΄ ου, ο οποίος καταθέτει ότι ήταν παρών όταν ο τελευταίος κατέθεσε δελτία αξίας 25.000 Ε χωρίς να καταθέσει το αντίτιμό τους σε μετρητά άμεσα, ποσό όμως το οποίο έπρεπε να κατατεθεί στην συνέχεια στον ΟΠΑΠ από τον καθ’ ου. Εν όψει των ανωτέρω η αιτία για την οποία εκδόθηκε η επίδικη επιταγή για το πέραν του ποσού των 25.000 Ε είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, αφού η συμπεριφορά αυτή του καθ’ ου αντιβαίνει κατά γενική αντίληψη στη στάση του με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Ισχυρίζεται επίσης ο ανακόπτων, ότι υπό τα περιστατικά που προεκτέθηκαν η ως άνω σύμβαση δανείου είναι κατ` άρθρο 179 ΑΚ άκυρη και για το ποσό των 25.000 Ε, για το λόγο ότι υπήρξε σαφώς εκμετάλλευση εκ μέρους του καθού της ανάγκης αυτού (ανακόπτοντος) να συμμετάσχει στο άνω παίγνιο και να καταθέσει τα σχετικά δελτία στο πρακτορείο του καθ’ ου χωρίς να καταβάλλει άμεσα την αξία τους σε μετρητά, προκειμένου να ικανοποιήσει το πάθος του για τα παίγνια και ν` ανακτήσει ενδεχομένως όσα προηγουμένως είχε απωλέσει στο παίγνιο κεφάλαια. Ο ως άνω ισχυρισμός όμως πρέπει ν` απορριφθεί ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι δεν υπόκειται στην εκ του άρθρου 179 ΑΚ ακυρότητα η ετεροβαρής ενοχική σύμβαση όπως είναι η σύμβαση δανείου (ΑΠ 999/1975 ΝοΒ 24 σελ. 287, ΕφΠατρών 1347/1990 ΕλλΔνη 1991 σελ. 1338, ΕΑ 1243/1976 ΝοΒ 25 σελ. 86).Συνακόλουθα πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτομένη διαταγή για το πέραν των 25.000 Ε κεφάλαιο, δοθέντος ότι για το υπόλοιπο κεφάλαιο των 25.000 Ε δεν απεδείχθη, ότι από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας του, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνηθέντος δανείου και μόνο προκύπτει αντίθεση προς τα χρηστά ήθη. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή την ανακοπή, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα έκρινε και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό και ο λόγος αμφοτέρων των εφέσεων, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα κρίνεται αβάσιμος και πρέπει οι υπό κρίση εφέσεις να απορριφθούν. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος (ΚΠολΔ 176,183,191 ).

 

Ατελής Ενοχή - Εξαίρεση μάρτυρα - Γονική παροχή - Δωρεά - Καταδολίευση δανειστών – Λόγος εξαίρεσης μάρτυρα.

Εφετείο Λαρίσης απόφαση 309/2003

 

Η κρινόμενη έφεση των εναγομένων κατά της 67/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας (ΚΠολΔ 233 επ.), έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 495 επ., 516 και 518 παρ. 1). Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία (ΚΠολΔ 524 παρ. 1 και 533) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 28-2-1996 αγωγή του ζήτησε τη διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή απαλλοτρίωσης. Επικουρικά ζήτησε την αναγνώριση της εικονικότητας της αναφερομένης στην αγωγή δικαιοπραξίας. Επ' αυτής εκδόθηκε η 111/1997 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή και για τις δύο βάσεις, έταξε τα δέοντα θέματα αποδείξεως. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι εναγόμενοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του αριθ. 3 του ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ο διάδικος οφείλει να προτείνει το λόγο της μη εξέτασης του μάρτυρα κατά το άρθρο 400 πριν ορκιστεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο λόγος μη εξέτασης του μάρτυρα, γιατί έχει συμφέρον από τη δίκη παραδεκτά προβάλλεται πριν από την όρκισή του (βλ. ΑΠ 514/1982 ΝοΒ 31.356-263/1989 ΕλλΔνη 31.527-ΕφΑθ 3242/1986 ΕλλΔνη 27.958-4219/1988 ΕλλΔνη 31.608-Βαρακοκοίλη Ερμ. ΚΠολΔ άρθρο 403 αριθ.

2).

Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες πριν από την όρκιση του μάρτυρα του εφεσιβλήτου προβάλουν ότι ο μάρτυρας, δεν μπορεί να εξεταστεί, γιατί εξαρτούσε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, για το λόγο ότι είχε ασκήσει αγωγή κατ' αυτών με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, ώστε η παραδοχή της μαρτυρίας του επηρέαζε στην ουσία και τη δική του αγωγή. Και ναι μεν αποδεικνύεται και από την αγωγή αυτή που προσκομίζουν οι εκκαλούντες (άλλωστε ομολογείται με τις προτάσεις) ότι ο μάρτυρας αυτός έχει ασκήσει αγωγή κατ' αυτών με την ίδια ιστορική και νομική βάση (διάρρηξη και εικονικότητα της ίδιας δικαιοπραξίας), αλλά από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να υποστηριχθεί συμφέρον του μάρτυρα κατά την έννοια του άρθρου 400 αριθ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 7800/1982 ΕλλΔνη 24.607-3242/1986 ΕλλΔνη 27.958-Βαθρακοκοίλη ο.π. άρθρο 400 αριθ. 40). Γι' αυτό σωστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση αυτού του μάρτυρα του εφεσιβλήτου και είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της έφεσης.-

Από το άρθρο 1509 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι γονική παροχή αποτελεί κάθε παροχή περιουσίας προς το τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας είτε για την έναρξη ή εξακολούθηση επαγγέλματος. Η γονική παροχή δεν αποτελεί κατ' αρχή χαριστική παροχή, αλλά ατελή ενοχή, η οποία δεν παρέχει στο τέκνο αγώγιμη αξίωση και εκπληρώνεται με ετεροβαρή σύμβαση. Κατ' εξαίρεση αποτελεί χαριστική παροχή και δή δωρεά μόνο ως προς το ποσό που τυχόν υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Όμως σε κάθε περίπτωση αποτελεί απαλλοτρίωση περιουσίας του γονέα και γι' αυτό κάθε δανειστής του μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 939 επ. του ΑΚ ως καταδολιευτική, δεδομένου μάλιστα ότι η παροχή αυτή δεν αποτελεί νομική υποχρέωση των γονέων, αλλά εκδήλωση ηθικού καθήκοντος και σαν τέτοια είναι προφανές ότι πρέπει να έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων (βλ. ΑΠ 325/1995 ποιν. -ΕφΑθ1267/1988 ΑρχΝ 41.421-7827/1998 ΕλλΔνη 40.1162-9096/1999 ΕλλΔνη 41.1413-9029/2000 ΕλλΔνη 42.479-2344/2002 ΕλλΔνη 43.1715-ΕφΘεσ. 62195/1991 Αρμ. 45.770- Θ. Παπαζήση "Γονική παροχή" 1987. 45).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που περιέχονται στην 67α/1999 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι) και που το δικαστήριο εκτιμά καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις λοιπές αποδείξεις, κατά το λόγο της γνώσης και αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, καθώς και από όλα τα έγγραφα που έγκυρα οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται, εκτός της ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα των εκκαλούντων ενώπιον συμβολαιογράφου που δόθηκε πριν την μετ' απόδειξη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου και με σκοπό να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στη δίκη, που δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. ΑΠ 625/1999 και 732/1999 EλλΔνη 41.67 και 367-1259/2001 ΕλλΔνη 43.110), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εφεσίβλητος έχει απαίτηση κατά του πρώτου εκκαλούντος ποσού 4.500.000 δρχ. πλέον τόκων κι εξόδων. Η απαίτησή του αυτή προέρχεται από τρεις επιταγές, των οποίων είναι νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση. Ειδικότερα ο γιος του πρώτου εκκαλούντος Α. Αθ. εξέδωσε σε διαταγή του στα Τρ. τρεις επιταγές της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας στις 28-11-1995, 30-12-1995 και 15-1-1996, ποσού 1.500.000, 2.000.000 και 1.000.000 δρχ. αντίστοιχα. Τις επιταγές αυτές οπισθογράφησε στον πρώτο εκκαλούντα, πατέρα του και ο τελευταίος στη συνέχεια τις οπισθογράφησε στον εφεσίβλητο. Οι επιταγές αυτές, καίτοι εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δεν πληρώθηκαν, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εφεσιβλήτου τόσο ο εκδότης, όσο και ο πρώτος εκκαλών αρνήθηκαν να καταβάλουν τα ποσά των άνω επιταγών. Κατόπιν τούτου και μετά από αίτηση του εφεσιβλήτου εκδόθηκαν οι 3/1996 και 18/1996 διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με τις οποίες επιτάχθηκαν οι ανωτέρω να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους στον εφεσίβλητο το ποσό των 4.500.000 δρχ., πλέον τόκων κι εξόδων. Αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της πρώτης των άνω διαταγών πληρωμής κοινοποιήθηκε στον πρώτο εκκαλούντα στις 11-1-1996 και της δεύτερης στις 18-1-1996. Ο τελευταίος διαπιστώνοντας ότι ήταν άμεσος ο κίνδυνος να επιχειρηθεί σε βάρος της περιουσίας του αναγκαστική εκτέλεση, έσπευσε πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν της πρώτης των άνω διαταγών πληρωμής και μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη εκκαλούσα, θυγατέρα του, το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το ½ εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 145 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "Κουρ." της περιοχής Στρατ. της πόλης των Τρικ. με την επ' αυτού ισόγειο οικία. Προς τούτο δε συνετάγη το .../16-1-1996 συμβόλαιο γονικής της συμβολαιογράφου Ε. Β.. Ολόκληρο το ακίνητο εκτιμήθηκε από την αρμόδια ΔΟΥ στο ποσό των 6.760.817 δρχ. Το ότι το άνω ακίνητο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εκκαλούντος δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες και ούτε ο πρώτος από αυτούς υποδεικνύει ότι έχει και κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο.

Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο πρώτος εκκαλών αποφεύγει να ικανοποιήσει τον εφεσίβλητο, προκύπτει ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση δεν σκόπευσε στην αποκατάσταση της δευτέρας εκκαλούσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά στο να βλάψει τον εφεσίβλητο, αφού σκοπός του ήταν να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσής του. Ο σκοπός του δε αυτός πραγματοποιήθηκε, αφού ο εφεσίβλητος δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τους τίτλους που των επιδικάζουν την απαίτηση. Η δεύτερη εκκαλούσα ως θυγατέρα του πρώτου τεκμαίρεται ότι γνώριζε ότι ο τελευταίος , πατέρας της, απαλλοτριώνει προς βλάβη του δανειστή του, εφεσιβλήτου, καθόσον η αγωγή του τελευταίου ασκήθηκε μέσα σ' ένα έτος από την απαλλοτρίωση. Η απαλλοτρίωση έλαβε χώρα στις 16-1-1996 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 9-5-1996. Η δεύτερη εκκαλούσα επιχείρησε να ανατρέψει το άνω μαχητό τεκμήριο. Δεν το κατόρθωσε όμως. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία η ίδια με το σύζυγό της και τα τέκνα της αποτελούν με τον πρώτο εκκαλούντα μία οικογένεια, διαμένουν στην ίδια οικία από πολλών ετών και γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής του πατέρα της, πρώτου εκκαλούντος. Ας σημειωθεί ότι κατά το χρόνο που λειτουργούσε η επιχείρηση του αδελφού της και ο εφεσίβλητος μετέβη στο κατάστημα, προκειμένου να οχλήσει τόσο αυτόν, όσο και τον πατέρα της για την καταβολή του χρέους η ίδια ήταν παρούσα. Τέλος ας σημειωθεί ότι για την καταδολίευση αυτή του δανειστή οι εκκαλούντες καταδικάστηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκαζε ως Εφετείο σε φυλάκιση επτά (7) μηνών ο καθένας τους, ο πρώτος ως αυτουργός και η δεύτερη ως άμεσος συνεργός (απ.

670/2002). Τα περιστατικά αυτό, προκύπτουν τόσο από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν, όσο και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος ως συνέταιρός του και έχων παρόμοια αξίωση κατά του πρώτου εκκαλούντος, καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρος των εκκαλούντων, ο οποίος καταθέτει κι αυτός ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εκκαλούντος και ότι η δεύτερη εκκαλούσα από πολλών ετών διαμένει στην ίδια οικία με τον πατέρας της και γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής. Σύμφωνα με όσα, προεκτέθηκαν ο εφεσίβλητος δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης. Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια κι έκαμε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την από 28-2-1996 αγωγή του εφεσιβλήτου κατά την κύρια βάση της, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους υπόλοιπους λόγους του εφετηρίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και η έφεση στο σύνολό της απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας βαρύνουν τους εκκαλούντες, επειδή ηττήθηκαν (ΚΠολΔ 176 και 183).

 

 

 

Ατελής Ενοχή - Εξαίρεση μάρτυρα - Καταδολίευση δανειστών - Γονική παροχή - Ο λόγος μη εξέτασης του μάρτυρα, διότι έχει συμφέρον από τη δίκη, παραδεκτά προβάλλεται πριν από την όρκισή του.

 

Εφετείο Λαρίσης απόφαση 310/2003

 

Η κρινόμενη έφεση των εναγομένων κατά της 67/2001 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τις διατάξεις της τακτικής διαδικασίας (ΚΠολΔ 233 επ.), έχει ασκηθεί νομότυπα κι εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 495 επ., 516 και 518 παρ. 2) πριν από κάθε επίδοση. Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί κατά την ίδια διαδικασία (ΚΠολΔ 524 παρ. 1 και 533) ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.- Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 20-3-1996 αγωγή του ζήτησε τη διάρρηξη της αναφερόμενης σ' αυτή (αγωγή) απαλλοτρίωσης. Επικουρικά ζήτησε την αναγνώριση της εικονικότητας της αναφερομένης στην αγωγή δικαιοπραξίας. Επ' αυτής εκδόθηκε η 110/1997 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή και για τις δύο βάσεις, έταξε τα δέοντα θέματα αποδείξεως. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη κατά την κύρια βάση της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την κρινόμενη έφεση οι εναγόμενοι για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη, ώστε να απορριφθεί η αγωγή.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 400 αριθ. 3 του ΚΠολΔ δεν εξετάζονται όταν κληθούν ως μάρτυρες πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ο διάδικος οφείλει να προτείνει το λόγο της μη εξέτασης του μάρτυρα κατά το άρθρο 400 πριν ορκιστεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο λόγος μη εξέτασης του μάρτυρα, γιατί έχει συμφέρον από τη δίκη παραδεκτά προβάλλεται πριν από την όρκισή του (βλ. ΑΠ 514/1982 ΝοΒ 31.356, 263/1989 ΕλλΔνη 31.527, ΕφΑθ 3242/1986 ΕλλΔνη 27.958, 4219/1988 ΕλλΔνη 31.608, Βαρακοκοίλη Ερμ.ΚΠολΔ άρθρο 403 αριθ.

2). Στην προκειμένη περίπτωση οι εκκαλούντες πριν από την όρκιση του μάρτυρα του εφεσιβλήτου προβάλουν ότι ο μάρτυρας, δεν μπορεί να εξεταστεί, γιατί εξαρτούσε συμφέρον από την έκβαση της δίκης, για το λόγο ότι είχε ασκήσει αγωγή κατ' αυτών με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, ώστε η παραδοχή της μαρτυρίας του επηρέαζε στην ουσία και τη δική του αγωγή. Και ναι μεν αποδεικνύεται και από την αγωγή αυτή που προσκομίζουν οι εκκαλούντες (άλλωστε ομολογείται με τις προτάσεις) ότι ο μάρτυρας αυτός έχει ασκήσει αγωγή κατ' αυτών με την ίδια ιστορική και νομική βάση (διάρρηξη και εικονικότητα της ίδιας δικαιοπραξίας), αλλά από το γεγονός αυτό και μόνο δεν μπορεί να υποστηριχθεί συμφέρον του μάρτυρα κατά την έννοια του άρθρου 400 αριθ. 3 του ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 7800/1982 ΕλλΔνη 24.607, 3242/1986 ΕλλΔνη 27.958, Βαθρακοκοίλη ο.π. άρθρο 400 αριθ. 40). Γι' αυτό σωστά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και την κατάθεση αυτού του μάρτυρα του εφεσιβλήτου και είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της έφεσης.-

Από το άρθρο 1509 εδ. α' του ΑΚ προκύπτει ότι γονική παροχή αποτελεί κάθε παροχή περιουσίας προς το τέκνο από οποιονδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή εξακολούθηση επαγγέλματος. Η γονική παροχή δεν αποτελεί κατ' αρχή χαριστική παροχή, αλλά ατελή ενοχή, η οποία δεν παρέχει στο τέκνο αγώγιμη αξίωση και εκπληρώνεται με ετεροβαρή σύμβαση. Κατ' εξαίρεση αποτελεί χαριστική παροχή και δή δωρεά μόνο ως προς το ποσό που τυχόν υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Όμως σε κάθε περίπτωση αποτελεί απαλλοτρίωση περιουσίας του γονέα και γι' αυτό κάθε δανειστής του μπορεί να ζητήσει τη διάρρηξή της κατά τις διατάξεις των άρθρων 939 επ. του ΑΚ ως καταδολιευτική, δεδομένου μάλιστα ότι η παροχή αυτή δεν αποτελεί νομική υποχρέωση των γονέων, αλλά εκδήλωση ηθικού καθήκοντος και σαν τέτοια είναι προφανές ότι πρέπει να έπεται των ενοχικών υποχρεώσεων (βλ. ΑΠ 325/1995 ποιν., ΕφΑθ1267/1988 ΑρχΝ 41.421, 7827/1998 ΕλλΔνη 40.1162, 9096/1999 ΕλλΔνη 41.1413, 9029/2000 ΕλλΔνη 42.479, 2344/2002 ΕλλΔνη 43.1715, ΕφΘεσ. 62195/1991 Αρμ. 45.770, Θ. Παπαζήση "Γονική παροχή" 1987.45).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που περιέχονται στην .../1999 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι) και που το δικαστήριο εκτιμά καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις λοιπές αποδείξεις, κατά το λόγο της γνώσης και αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα, καθώς και από όλα τα έγγραφα που έγκυρα οι διάδικοι προσάγουν και επικαλούνται, εκτός της ένορκης βεβαίωσης μάρτυρα των εκκαλούντων ενώπιον συμβολαιογράφου που δόθηκε πριν την μετ' απόδειξη συζήτηση στον πρώτο βαθμό, χωρίς κλήτευση του αντιδίκου και με σκοπό να χρησιμεύσει ως μαρτυρία στη δίκη, που δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. ΑΠ 625/1999 και 732/1999 EλλΔνη 41.67 και 367, 1259/2001 ΕλλΔνη 43.110), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εφεσίβλητος έχει απαίτηση κατά του πρώτου εκκαλούντος ποσού 3.000.000 δρχ. πλέον τόκων κι εξόδων. Η απαίτησή του αυτή προέρχεται από τρεις επιταγές, των οποίων είναι νόμιμος κομιστής από οπισθογράφηση. Ειδικότερα ο γιος του πρώτου εκκαλούντος Α.Α. εξέδωσε σε διαταγή του στα Τ. τρεις επιταγές της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας στις 15-11-1995 και 15-12-1995 ποσού 1.500.000 δρχ. της κάθε μιας από αυτές. Τις επιταγές αυτές οπισθογράφησε στον πρώτο εκκαλούντα, πατέρα του και ο τελευταίος στη συνέχεια τις οπισθογράφησε στον εφεσίβλητο. Οι επιταγές αυτές, καίτοι εμφανίσθηκαν προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα μέσα στη νόμιμη προθεσμία, δεν πληρώθηκαν, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του εφεσιβλήτου τόσο ο εκδότης, όσο και ο πρώτος εκκαλών αρνήθηκαν να καταβάλουν τα ποσά των άνω επιταγών. Κατόπιν τούτου και μετά από αίτηση του εφεσιβλήτου εκδόθηκε η 4/1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με τις οποία επιτάχθηκαν οι ανωτέρω να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας τους στον εφεσίβλητο το ποσό των 3.000.000 δρχ., πλέον τόκων κι εξόδων. Αντίγραφο του απογράφου με επιταγή προς εκτέλεση της πρώτης της άνω διαταγής πληρωμής κοινοποιήθηκε στον πρώτο εκκαλούντα στις 18-1-1996. Ο τελευταίος διαπιστώνοντας ότι ήταν άμεσος ο κίνδυνος να επιχειρηθεί σε βάρος της περιουσίας του αναγκαστική εκτέλεση, έσπευσε πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση σ' αυτόν της πρώτης εκ των άνω διαταγών πληρωμής του συνεταίρου του εφεσιβλήτου Αλ.Αγ. και μόλις δύο ημέρες πριν την κοινοποίηση της διαταγής πληρωμής του εφεσιβλήτου και μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη δεύτερη εκκαλούσα, θυγατέρα του, το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, εμβαδού 145 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "Κ." της περιοχής Σ. της πόλης των Τ. με την επ' αυτού ισόγειο οικία. Προς τούτο δε συνετάγη το 2260/16-1-1996 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Τ. Ε.Β.. Ολόκληρο το ακίνητο εκτιμήθηκε από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. στο ποσό των 6.760.817 δρχ. Το ότι το άνω ακίνητο αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εκκαλούντος δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες και ούτε ο πρώτος από αυτούς υποδεικνύει ότι έχει και κάποιο άλλο περιουσιακό στοιχείο. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα ο πρώτος εκκαλών αποφεύγει να ικανοποιήσει τον εφεσίβλητο, προκύπτει ότι με την ένδικη απαλλοτρίωση δεν σκόπευσε στην αποκατάσταση της δευτέρας εκκαλούσας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά στο να βλάψει τον εφεσίβλητο, αφού σκοπός του ήταν να ματαιώσει την ικανοποίηση της αξίωσής του. Ο σκοπός του δε αυτός πραγματοποιήθηκε, αφού ο εφεσίβλητος δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τον τίτλο που του επιδικάζει την απαίτηση. Η δεύτερη εκκαλούσα ως θυγατέρα του πρώτου τεκμαίρεται ότι γνώριζε ότι ο τελευταίος, πατέρας της, απαλλοτριώνει προς βλάβη του δανειστή του, εφεσιβλήτου, καθόσον η αγωγή του τελευταίου ασκήθηκε μέσα σ' ένα έτος από την απαλλοτρίωση. Η απαλλοτρίωση έλαβε χώρα στις 16-1-1996 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 25-4-1996. Η δεύτερη εκκαλούσα επιχείρησε να ανατρέψει το άνω μαχητό τεκμήριο. Δεν το κατόρθωσε όμως. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία η ίδια με το σύζυγό της και τα τέκνα της αποτελούν με τον πρώτο εκκαλούντα μία οικογένεια, διαμένουν στην ίδια οικία από πολλών ετών και γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής του πατέρα της, πρώτου εκκαλούντος. Ας σημειωθεί ότι κατά το χρόνο που λειτουργούσε η επιχείρηση του αδελφού της και ο εφεσίβλητος μετέβη στο κατάστημα, προκειμένου να οχλήσει τόσο αυτόν, όσο και τον πατέρα της για την καταβολή του χρέους η ίδια ήταν παρούσα. Τέλος ας σημειωθεί ότι για την καταδολίευση αυτή του δανειστή οι εκκαλούντες καταδικάστηκαν από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Τρικάλων, που δίκαζε ως Εφετείο σε φυλάκιση επτά (7) μηνών ο καθένας τους, ο πρώτος ως αυτουργός και η δεύτερη ως άμεσος συνεργός (αποφ.670/2002). Τα περιστατικά αυτό, προκύπτουν τόσο από τα σχετικά έγγραφα που προεκτέθηκαν, όσο και από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρος του εφεσιβλήτου, ο οποίος ως συνέταιρός του και έχων παρόμοια αξίωση κατά του πρώτου εκκαλούντος, καταθέτει με λόγο πλήρους γνώσης. Δεν αποκρούονται δε με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο ούτε και από την κατάθεση του μάρτυρος των εκκαλούντων, ο οποίος καταθέτει κι αυτός ότι το απαλλοτριωθέν ακίνητο είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του πρώτου εκκαλούντος και ότι η δεύτερη εκκαλούσα από πολλών ετών διαμένει στην ίδια οικία με τον πατέρας της και γνώριζε την ύπαρξη της οφειλής. Σύμφωνα με όσα, προεκτέθηκαν ο εφεσίβλητος δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτρίωσης. Εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε τα ίδια κι έκαμε δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη την από 20-3-1996 αγωγή του εφεσιβλήτου κατά την κύρια βάση της, σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους υπόλοιπους λόγους του εφετηρίου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα και η έφεση στο σύνολό της απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας βαρύνουν τους εκκαλούντες, επειδή ηττήθηκαν (ΚΠολΔ 176 και 183).

 

 

Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα- γονική παροχή- κατάχρηση δικαιώματος- καταδολίευση δανειστών- η γονική παροχή δεν αποτελεί χαριστική παροχή, αλλά είναι ατελής ενοχή, που εκπληρώνεται με ετεροβαρή σύμβαση - 281 ΑΚ 939 ΑΚ

 

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου 122/1993 Δικαστική Απόφαση

 

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.α΄ του ΑΚ, αν ο γάμος λυθεί η ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το

οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Εξάλλου, κατά τη διάταξη της δευτέρης παραγράφου του

ίδιου άρθρου, η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα γεννιέται με τη λύση ή την ακύρωση του γάμου ή με τη συμπλήρωση από τη διάσταση των συζύγων (ΕφΑθ 6526/1991. ΕλλΔνη 33.164, ΕφΑθ 9092/1990 ΕλλΔνη 33.163, ΕφΑθ 2253/1989 ΕλλΔνη 33.158, ΕφΑθ 13609/1987 ΕλλΔνη 29.428, ΠΠρΚιλκ 37/1991 Αρμ 45.353, Σπυριδάκης, Οικογ.Δικ., 1983, σελ. 125, Παπαδημητρίου, Κατ' άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού δικαίου, τόμ. Α', 1984, σελ. 150, Γεωργίου, Η αξίωση του ΑΚ 1400, 1402 και η προσωρινή της προστασία, ΕλλΔνη 33.1397 επ. και ιδίως 1399). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Εχει κριθεί ότι στο άρθρο αυτό μπορεί να θεμελιωθεί αυτοτελής αγωγή (ΑΠ 125/1987 ΑρχΝ 38.231, ΕφΑθ 7342/1984 ΝοΒ 33.836, ΕφΘεσ 1980/1984 ΝοΒ 33.834). Η άσκηση αγωγής που θεμελιώνεται στο προαναφερόμενο άρθρο είναι επιτρεπτή και στην περίπτωση των αποκτημάτων και απαλλοτριώσεων περιουσιακών στοιχείων (Κουμάντος, Παραδ. Οικογ. δικαίου, 1984, σελ.197, Σταθέας, Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, 1989, σελ. 129). Αίτημα της αγωγής αυτής είναι η ακύρωση της απαλλοτριωτικής πράξης, έτσι ώστε να συμπεριληφθεί το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε στη γενική περιουσία και να αυξηθεί το συνολικό ποσό το οποίο δικαιούται ο σύζυγος που έχει δικαίωμα συμμετοχής στο αποκτήματα (Σταθέας, ό.π., σελ. 129). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 939 του ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να

απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίσησή τους. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 941 και 943 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις για τη διάρρηξη

απαλλοτρίωσης είναι: α) απολλοτρίωση από τον αφειλέτη, β) σκοπός βλάβης των

δανειστών, γ΄)βλάβη των δανειστών, η οποία προκαλείται με την ελάττωση, λόγω της απαλλοτρίωσης, της περιουσίας του οφειλέτη με αποτέλεσμα η περιουσία που απομένει να μην αρκεί για την ικανοποίηση των αξιώσεων των δανειστών και δ) γνώση του τρίτου προς τον οποίο γίνεται η απαλλοτρίωση, ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών (ΠολΠρΜυτ 155/1990 ΕλλΔνη 32.1383, Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, Αστ. Κωδ.Ειδ.Ενοχ., άρθρ. 939 IV, αρ. 14 επ., σελ. 849 επ.). Η προαναφερόμενη γνώση του τρίτου

τεκμαίρεται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 941 παρ.2 εδ.α'του ΑΚ, αν ο τρίτος κατά την απαλλοτρίωση είναι σύζυγος του οφειλέτη ή συγγενής του σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Σε περίπτωση απαλλοτρίωσης από χαριστική αιτία, δεν απαιτείται,

σύμφωνα με τη δίαταξη του άρθρου 942 του ίδιου Κώδικα, η προαναφερόμενη γνώση του τρίτου. Την αγωγή για διάρρηξη απαλλοτρίωσης έχει κάθε δανειστής, η απαίτηση του οποίου είναι προγενέστερη της απαλλοτριωτικής πράξης (βλ. ΕφΑθ 601/1986 ΝοΒ 34.873, ΠολΠρΘεσ 111/1991 Αρμ 45.239, ΠολΠρΜυτ 155/1990, ό.π., Καυκά, Ενοχ. Δίκ.Ειδ.Μερ., 6η εκδ. 1982, άρθρ. 939-942, παρ. 4 Α, σελ. 956, Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, ό.π., άρθρ.

939 V 3, αρ. 51 επ., σελ. 858). Η αγωγή αυτή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά οφειλέτη και του τρίτου, μεταξύ των οποίων δημιουργείται απλή ομοδικία, είτε μόνο κατά του οφειλέτη, είτε μόνο κατά του τρίτου, στον οποίο περιήλθε το περιουσιακό στοιχείο που απαλλοτριώθηκε, έτσι ώστε, αφού διαρρηχθεί η απαλλοτρίωση, να έχει υποχρέωση ο τελευταίος (τρίτος) να αποκαταστήσει τα πράγματα στην προηγούμενη κατάσταση, με σκοπό να μπορέσει ο δανειστής να επιδιώξει την ικανοποίηση της αξίωσής του(ΕφΔωΔ 33/1987 ΝοΒ 35.257, Ζέπος, Ενοχ.Δίκ., Β' έκδ., σελ. 790, Καυκάς, ό.π., παρ.

4 Β, σελ. 960, Γεωργιάδης - Σταθόπουλος, ό.π., άρθρ. 939 VI 2, αρ. 58 επ., σελ. 859).

Τέλος, η απόφαση που εκδίδεται στην αγωγή αυτή είναι διαπλαστική και, συνεπώς, δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή (ΕφΑθ 1267/1988 ΑρχΝ 41.421, ΕφΠειρ 1504/1987 ΝοΒ 36.378, ΠΠρΚαρδ 77/1990 Αρμ 45.345). Στην προκείμενη

περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίζεται, με την κρινόμενη αγωγή, τα ακόλουθα: Ότι η μεταβίβαση, λόγω γονικής παροχής, από την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του, με την οποία βρίσκεται σε διάσταση, στη δεύτερη εναγόμενη κόρη του του αναφερομένου σ' αυτήν (αγωγή) ημιτελούς διαμερίσματος της, αξίας 5.000.000 δραχμών, έγινε με σκοπό να ματαιωθεί ή να περιοριστεί η ικανοποίηση της αξίωσης του από την συμβολή του στην αύξηση της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης ότι τη δική του συμβολή έχει επέλθει αύξηση της περιουσίας της πρώτης εναγόμενης κατά το ποσό των 28.000.000 δραχμών ότι η προαναφερομένη μεταβίβαση αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη που επιβάλλουν να περιληφθεί στην περιουσία της πρώτης εναγομένης το προαναφερόμενο διαμέρισμα, έτσι ώστε να λάβει είτε αυτούσιο το μερίδιό του στα αποκτήματα, είτε το χρηματικό ποσό κατά το οποίο έχει συμβάλει στην αύξηση της περιουσίας της πρώτης εναγομένης ότι η ματαίωση ή ο περιορισμός της ικανοποίησης της αξίωσής του οφείλεται στην προαναφερόμενη μεταβίβαση ότι η υπόλοιπη περιουσία της πρώτης εναγομένης δεν επαρκεί για την ικανοποίηση της αξίωσής του συμετοχής στα αποκτήματα και ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε πως η προαναφερόμενη γονική παροχή έγινε με σκοπό βλάβης των δανειστών της πρώτης εναγομένης. Μετά από αυτά, ο ενάγων ζητάει, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αγωγής: α΄) να ακυρωθεί η γονική παροχής που αναφέρεται σ'αυτήν (αγωγή) και επικουρικά να διαρρηχθεί η απαλλοτρίωση αυτή και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποκαταστήσουν τα πράγματα στην κατάσταση στην οποία ήταν πριν από την απαλλοτρίωση, β΄)να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και γ΄)να επιβληθούν στις εναγόμενες τα δικαστικά του έξοδα. Η αγωγή αρμόδια εισάγεται στο Δικαστήριο αυτό (άρθρ. 18 αρ.1,22 τουΚΠολΔ) και παραδεκτά με τη διαδικασία των άρθρων 208 επ. του ΚΠολΔ. Ως προς το πρώτο και το τρίτο από τα προαναφερόμενα αιτήματά της είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281, 174, 939, 941, 943 παρ.1 εδ. α' του ΑΚ, 176 του ΚΠολΔ. Ως προς το δεύτερο όμως απο τα προαναφερόμενα αιτήματά της δεν είναι νόμιμη και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η απόφαση είναι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της σκέψης αυτής, διαπλαστική και γ' αυτό δεν κηρύσσεται προσωρινά εκτελεστή. Πρέπει επομένως, ως προς το μέρος κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμη, να εξετασθεί η αγωγή από ουσιαστική άποψη.

Η γονική παροχή δεν αποτελεί χαριστική παροχή για το γονέα, αλλά είναι ατελής ενοχή που εκπληρώνεται με ετεροβαρή σύμβαση. Ο γονέας προβαίνεισ' αυτήν πιεζόμενος από την ηθική υποχρέωση που αισθάνεται για την οικογενειακή, οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση του τέκνου του. Ο νόμος δεν χαρακτηρίζει τη γονική παροχή δωρεά ή χαριστική δικαιοπραξία. Δωρεά αποτελεί μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Εφόσον η γονική παροχή είναι ατελής ενοχή, δεν παρέχεται στο τέκνο αγωγή για τον εξαναγκασμό του γονέα για τη σύσταση αυτής. Αν όμως ο γονέας δώσει υπόσχεση για μελλοντική σύσταση γονικής παροχής, ή καταρτίσει υποσχετική δικαιοπραξία γονικής παροχής, αυτή είναι έγκυρη και δημιουργεί για το δικαιούχο τέκνο αξίωση. Αυτή είναι, κατά συνέπεια, νόμιμη υποχρέωση για το γονέα και αποτελεί ληξιπρόθεσμο χρέος εξαναγκαστό σε καταβολή με τη συνδρομή της δικαστικής αρχής (ΠολΠρΜυτ 155/1990, ό.π. Θεοφ. Παπαζήση, Γονική παροχή, 1987, σελ. 158). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση από την πρώτη από αυτές στη δεύτερη της κυριότητας του αναφερομένου στην κρινόμενη αγωγή ακινήτου έγινε για την εκπλήρωση υποχρέωσης την οποία είχε αναλάβει κατά τον Ιούνιο του έτους 1992 η πρώτη από αυτές απέναντι στη δεύτερη και, συνεπώς, δεν αποτελεί απαλλοτρίωση. Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, που αποτελεί ένσταση (ΠολΠρΚαρδ 77/1990, ό.π., ΠολΠρΜυτ 155/1990 ό.π.), στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 2 εδ. α' του ΑΚ. Ο ενάγων αρνείται την ιστορική βάση της ένστασης αυτής. Πρέπει, επομένως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση. Περαιτέρω, οι εναγόμενες ισχυρίζονται ότι η πιο πάνω αναφερόμενη μεταβίβαση έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντος για τη μελλοντική αποκατάσταση και τη δημιουργία χωριστού οίκου για τη δέυτερη εναγόμενη κόρη του, η οποία βρίσκεται σε ηλικία που επιτρέπει την τέλεση γάμου και ότι, ενόψει των περιστατικών αυτών, η άσκηση από τον ενάγοντα του δικαιώματος του με την κρινόμενη αγωγή είναι καταχρηστική. Ο ισχυρισμός αυτός, που αποτελεί ένσταση, είναι νόμιμος και στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Ο ενάγων όμως αρνείται την ιστορική βάση της ένστασης αυτής. Πρέπει επομένως να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την ιστορική βάση της ένστασης αυτής.

 

 

Ατελής Ενοχή - Ομοδικία - Καταδολίευση δανειστών - Γονική παροχή – Νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής – Νόμιμη εκδίκαση – Γονική παροχή ως ατελής ενοχή.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης 155/1990 δικαστική απόφαση

 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2, 76 παρ. 4 και 558 εδ. β' ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης των αγωγών) στην οποία ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις της δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να εκλείπει ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση του καθένα από τους ομοδίκους έναντι των λοιπών, η οριστική απόφαση που εκδίδεται ως προς κάποιον από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτόν και γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς. Συνεπώς αυτή μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος αυτό με αναίρεση και προτού να εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς τους λοιπούς διαδίκους (βλ. Ολομ. ΑΠ 902/1982 ΝοΒ 31, 209). Εξ άλλου, στην ομοδικία, όλες οι διαδικαστικές πράξεις των διαδίκων, που δικάζονται κατ' αντιμωλία έχουν υποκειμενική ενέργεια. Ο καθένας από τους ομοδίκους ενάγοντες μπορεί να προβαίνει σε παραίτηση από το δικαίωμα της αγωγής ή από το δικόγραφό της, η οποία, όμως επηρεάζει μόνον τη δική του δίκη (βλ. Π.Γεσίου - Φαλτσή, "Η ομοδικία εις την πολιτικήν δίκην", 1970, σελ. 195). Στην υπό κρίση υπόθεση ο καθένας από τους ενάγοντες ασκεί διαιρετό δικαίωμα που έχει κατά των εναγομένων και απλώς ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις, που η καθεμιά απ' αυτές συνδέει τον καθένα από τους ενάγοντες με τους εναγόμενους από κοινού. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, μετά τη νομότυπη παραίτηση από του δικογράφου της αγωγής τριών από τους ενάγοντες, προχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής για τους λοιπούς απ' αυτούς (ενάγοντες), ορθά έκρινε και, επομένως, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 939,941 και 943 ΑΚ οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης, που έγινε από τον οφειλέτη με σκοπό τη βλάβη αυτών, εφόσον η περιουσία, που υπολείπονται δεν αρκεί για την ικανοποίηση αυτών. Προϋποθέσεις, επομένως, της προστασίας των δανειστών είναι: 1) Απαλλοτρίωση από τον οφειλέτη, 2) Απαλλοτρίωση με σκοπό τη βλάβη των δανειστών, 3) Βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη τέτοια ώστε η περιουσία του, που υπολείπεται, να μην αρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών και 4) Γνώση του τρίτου ότι ο φειλέτης απαλλοτριώνει με σκοπό τη βλάβη των δανειστών. Η γνώση αυτή τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής αυτού σε ευθεία γραμμή ή συγγενής του σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο. Το τεκμήριο δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής (Βλ. ΑΠ 622/1980 ΝοΒ 28,1981). Θα πρέπει επίσης εκείνος που ασκεί την αγωγή για διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως του οφειλέτη του, να έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτρίωση και η απαίτησή του αυτή να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της αγωγής (Βλ.Ολομ. ΑΠ 709/1974 ΝοΒ 23,300). Από τα παραπάνω εκτεθέντα προκύπτει ότι μεταξύ των στοιχείων της βάσης της αγωγής διαρρήξεως (ΑΚ 939) δεν περιέχεται η δικαστική βεβαίωση, και μάλιστα τελεσίδικη, της απαίτησης του δανειστή, ή ο εξοπλισμός της με τίτλο εκτελεστό ή, παραπέρα, ότι έγινε δικαστική καταδίωξη του οφειλέτη και αποδείχθηκε τελείως ατελεσφόρητη (βλ. Α.Γεωργιάδης - Μ.Σταθόπουλος, Αστικός Κώδιξ, άρθρο 939, αριθ. 55,64. Πρβλ. και Ολομ. ΑΠ 709/1974, ο.π.). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχτηκε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε τις παραπάνω διατάξεις και έτσι οι συναφείς λόγοι της έφεσης, κατά τους οποίους: α) Ήταν αναγκαία, ως στοιχείο της βάσης της αγωγής, η επίκληση από τους ενάγοντες της απόπειρας εκτέλεσης της 7/1984 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πολιχνίτου, με την οποία επιδικάστηκαν στους ενάγοντες τα οφειλόμενα σ' αυτούς από τον α' εναγόμενο ποσά και ότι αυτή είχε αποβεί ατελέσφορη και β) Ότι η αγωγή είναι νόμω αβάσιμη εφόσον η κοινοποίηση της παραπάνω απόφασης στον α' εναγόμενο έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της απαλλοτρίωσης (εκποίησης) ( 10.9.1984), πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Η γονική παροχή δεν αποτελεί χαριστική παροχή για το γονέα αλλά είναι ατελής ενοχή, που εκπληρώνεται με ετεροβαρή σύμβαση. Ο γονέας προβαίνει σ' αυτήν πιεζόμενος από την ηθική υποχρέωση, που αισθάνεται για την οικογενειακή, οικονομική ή επαγγελματική αποκατάσταση του παιδιού του. Ο νόμος δεν χαρακτηρίζει τη γονική παροχή δωρεά, ούτε χαριστική δικαιοπραξία. Δωρεά αποτελεί μόνο το μέρος που υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Εφόσον η γονική παροχή είναι ατελής ενοχή δεν παρέχεται στο τέκνο αγωγή για εξαναγκασμό του γονέα σε σύσταση. Αν όμως ο γονέας δώσει υπόσχεση για μελλοντική σύσταση της παροχής ή καταρτίσει υποσχετική δικαιοπραξία γονικής παροχής, αυτή είναι έγκυρη και δημιουργεί για το δικαιούχο τέκνο αξίωση. Αυτή είναι, κατά συνέπεια, νόμιμη υποχρέωση για το γονέα και αποτελεί ληξιπρόθεσμο χρέος, εξαναγκασμό σε καταβολή με τη συνδρομή της δικαστικής αρχής. Στην περίπτωση αυτή ύπαρξη δόλου του οφειλέτη - γονέα καθιστά την παροχή διαρρηκτή, ανεξάρτητα από το αν αυτή υπερβαίνει ή όχι το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις. Η επίδοση της γονικής παροχής είναι πολύ περισσότερο καταδολιευτική, όταν γίνεται από το γονέα χωρίς να υπάρχει προηγούμενη υποχρέωση και βλάπτει τα συμφέροντα των δανειστών (Βλ. Θεοφανώ Παπαζήση, Γονική Παροχή, 1987, σελ. 158, 159). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά έκρινε και επομένως ο συναφής λόγος έφεσης, κατά τον οποίο η σύσταση γονικής παροχής με το παραπάνω συμβόλαιο αποτελούσε καταβολή ληξιπρόθεσμου χρέους, η οποία δεν αποτελεί απαλλοτρίωση, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού οι εναγόμενοι (εκκαλούντες) δεν επικαλέστηκαν αλλ' ούτε απέδειξαν την κατάρτιση υποσχετικής δικαιοπραξίας γονικής παροχής, ως προς την οποία η παραπάνω σύσταση της γονικής παροχής θα αποτελούσε καταβολή

ληξιπροθέσμου χρέους.

Αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Οι αρχικοί ενάγοντες με το από 21.10.1982 μισθωτήριο συμβόλαιο εκμίσθωσαν στον α' εναγόμενο (εκκαλούντα) ενα ελαιοτριβείο, τις αποθήκες του και το συνεχόμενο σ' αυτά οικόπεδο, που βρίσκονται στον Πολιχνίτο Λέσβου. Ο τελευταίος δεν πλήρωσε στους πρώτους το μίσθωμα της ελαιοκομικής περιόδου 1982 - 1983, που ανερχόταν στο συνολικό ποσόν των 231.200 δραχμών και το οποίο επιδικάστηκε υπέρ των εκκαλούντων (εναγόντων) με την 7/1984 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πολιχνίτου. Ειδικότερα επιδικάστηκαν τα παρακάτω χρηματικά ποσά, ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής του καθένα απ' αυτούς στην επιχείρηση του παραπάνω ελαιοτριβείου: 1) Στον Μ.Χ. 17.000 δρχ. 2) Στη Μ.Χ. 85.000 δρχ., 3) Στον Ε.Μ. 34.000 δρχ., 4) Στον Ε.Σ. 10.200 δρχ., 5)Στον Π.Μ. 23.800 δρχ. και 6) Στους Α., Ι. και Θ.Σ. 20.400 δρχ. στον καθένα απ' αυτούς. Ο πρώτος (α') εναγόμενος το 1984 έπαθε εγκεφαλικό επεισόδειο, συνεπεία του οποίου αυτός έμεινε παράλυτος και έπαυσε, από τότε, να εργάζεται. Το ίδιο έτος (17.6.1984) η β' εναγομένη (εκκαλούσα), κόρη του, παντρεύτηκε. Αυτή γνώριζε καλά τις δοσοληψίες και τα χρέη του πατέρα της, αφού, μάλιστα, αυτή, ήδη από το 1984, δηλαδή αφότου αρρώστησε βαρειά ο πατέρας της, πήγαινε στο ελαιοτριβείο και ασχολούνταν μ' αυτό. Ο α' εναγόμενος με το 10976/10.9.1984 συμβόλαιο, που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στην β' εναγομένη κόρη του, μεταξή άλλων, τα 10/100 εξ αδιαιρέτου ενός εργοστασίου (ελαιοτριβείου), που βρίσκεται στη θέση "Λείβαδος" στον Πολιχνίτο. Η μεταβίβαση αυτή έγινε με δόλο, δηλαδή ενώ η κόρη γνώριζε το χρέος του πατέρα της προς τους ενάγοντες και με σκοπό τη βλάβη των εναγόντων, αφού, μάλιστα, τα μεταβιβασθέντα με το παραπάνω συμβόλαιο περιουσιακά στοιχεία, μικρής σχετικώς αξίας, ήταν τα μόνα που ανήκουν στην ιδιοκτησία του α' εναγομένου. Αντίθετα, η σύζυγος του πρώτου και η μητέρα της δεύτερης των εναγομένων είχε μεγάλη κτηματική περιουσία (Βλ. κατάθεση της μάρτυρα των εναγόντων). Πλην όμως η οικονομική αποκατάσταση της κόρης λόγω του γάμου της δεν έγινε από την περιουσία της μητέρας, που ήταν μεγάλη και επαρκής αλλά με επίδοση γονικής παροχής όλης της ακίνητης περιουσίας του πατέρα, που ήταν, όμως πολύ μικρή και ανεπαρκής για την οικογενειακή και οικονομική αποκατάσταση της κόρης του. Η ύπαρξη γνώσης που όπως αποδείχθηκε, υπήρχε στο πρόσωπο της β' εναγομένης, καλύπτει την έλλειψη του τεκμηρίου της γνώσης λόγω συγγενείας σε ευθεία γραμμή μεταξύ των εναγομένων, αφού από της απαλλοτριώσεως μέχρι της εγέρσεως της αγωγής παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος του ενός έτους (αρθ. 941 παρ. 2 ΑΚ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά έκρινε και συνεπώς οι σχετικοί, πρώτος και τρίτος, λόγοι έφεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι καθώς και έφεση στο σύνολό της.

 

 

6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB
PRchecker.info

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ