Αναίρεση για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου – Ανανέωση Ενοχής - Οργανική εκπροσώπευση ανώνυμης εταιρίας και διαχείριση της περιουσίας της από τρίτο πρόσωπο - Εκπροσώπηση ανώνυμης εταιρίας από υπαλλήλους αυτής - Συμφωνία ανανέωσης χρέους -Μεταβίβαση επιταγής λόγω ενεχύρου Μεταβίβαση επιταγής σε τράπεζα λόγω ενεχύρου και ανανέωση ενοχής από την ύπαρξη της επιταγής αυτής. Απόρριψη του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

Αριθμός 1191/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνημης Εταιρίας με την επωνυμία "ΥΙΟΙ Ε. Χ. ΑΛΕΥΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΤΥΡΝΑΒΟΥ Α.Ε", που εδρεύει στον Τύρναβο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρτσέκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Κοτζαμανίδη, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Μαρτίου 1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12237/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 584/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος, ανέγνωσε την από 23 Μαρτίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α του ΚΠολΔ, αναίρεσης επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1399/2005). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 436 ΑΚ, η ενοχή αποσβήνεται αν με σύμβαση αντικατασταθεί, με το σκοπό κατάργησης, με νέα ενοχή (ανανέωση) που περιλαμβάνει είτε τα ίδια πρόσωπα είτε άλλο οφειλέτη είτε άλλο δανειστή. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 438 του ίδιου Κώδικα προκύπτει, ότι για να επέλθει με ανανέωση η απόσβεση υφισταμένης ενοχής απαιτείται, αφενός μεν η δημιουργία νέας ενοχής, αφετέρου δε σκοπός ανανεώσεως των συμβαλλομένων, ο οποίος πρέπει να συνάγεται σαφώς, έστω και σιωπηρώς (Ολ ΑΠ 391/1980). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18 παρ. Ι και 2, 22 του κ.ν. 2190/1920 και 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ, το δικαίωμα της οργανικής εκπροσωπήσεως της ανώνυμης εταιρίας και διαχειρίσεως της περιουσίας της, επιτρέπεται να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο εν όλω ή εν μέρει, σε τρίτο πρόσωπο, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό. Η υποκατάσταση αυτή του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας στην εκπροσώπηση της από τρίτο πρόσωπο, όταν την επιτρέπει το καταστατικό, είναι δυνατή μόνο με απόφαση του ίδιου (διοικητικού συμβουλίου). Η εν λόγω υποκατάσταση είναι σχέση τελείως διαφορετική από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και της εντολής που προβλέπουν τα άρθρα 216 επ. και 713 επ. του ΑΚ. Πράγματι, τόσο ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα διοικήσεως, τα οποία εκφράζουν τη βούληση της ανώνυμης εταιρίας, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίσθηκαν από το διοικητικό της συμβούλιο ή τα υποκατάστατα του όργανα και των οποίων, πράξεων, μόνο η εκτέλεση ανατίθεται σ' αυτούς. Η σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου ή των εν λόγω οργάνων είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, απλώς δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται πανηγυρικά. Αρκεί να προκύπτει από αυτή (απόφαση) έστω και ερμηνευτικώς (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ), βούληση του διοικητικού συμβουλίου ή των προαναφερόμενων οργάνων, ώστε να συναφθεί η σύμβαση από άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, κάθε υπάλληλος της ανώνυμης εταιρίας, όταν καταρτίζει δικαιοπραξία ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εν λόγω εταιρίας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσεως του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων του οργάνων, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ανώνυμης εταιρίας, την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σε αυτόν (υπάλληλο της) κύκλος εργασιών, που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1187/2000, ΑΠ 677/1996). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανεξέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εκκαλούσα-καθής η ανακοπή, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία <<Υιοί Ευριπίδη Χατζηκρανιώτη Αλευροβιομηχανία Τυρνάβου Α.Ε.>>, που εδρεύει στο 1° χλμ. της Ε.Ο. Τυρνάβου-Λάρισας, διατηρεί στον Τύρναβο Ν. Λάρισας επιχείρηση αλευροβιομηχανίας. Η εφεσίβλητη-ανακόπτουσα διατηρεί στην ... Θεσσαλονίκης συνοικιακό γυμναστήριο και μέχρι την έκδοση της επίδικης διαταγής πληρωμής, κατά τα παρακάτω, ουδεμία έννομη ή άλλης φύσεως σχέση την συνέδεε με την εκκαλούσα. Μεταξύ των πελατών της τελευταίας περιλαμβανόταν και η μη διάδικος ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία <<... Ο.Ε.>>, που διατηρούσε στη .... Θεσσαλονίκης επιχείρηση αρτοποιίας. Η εν λόγω επιχείρηση είχε περιέλθει από το έτος 1994 και μετέπειτα σε οικονομική δυσπραγία, που είχε ως επακόλουθο την αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της έναντι των δανειστών της και στη συνέχεια, την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης. Λόγω της αδυναμίας της να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της έναντι της εκκαλούσας, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία είχε προβεί αρκετές φορές σε αντικατάσταση αξιόγραφων, που της είχε χορηγήσει με άλλα, που έφεραν μεταγενέστερη ημερομηνία έκδοσης, ανανεώνοντας, έτσι το χρέος της και παρατείνοντας το χρόνο πληρωμής της δανείστριας της, σύμφωνα και με την κατάθεση της μάρτυρας ανταπόδειξης, λογίστριας της εκκαλούσας. Στις 27-6-1995 η ίδια ομόρρυθμη εταιρία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, παρέδωσε στην εκκαλούσα, μέσω του Δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Ιωάννη Γκόγκου, ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της τελευταίας, την επίδικη, υπ' αριθ. .... με ταχρονολογημένη επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, που έφερε ως ημερομηνία έκδοσης την 30-10-1995, ποσού 26.248.766 δραχμών, την οποία είχε εκδώσει η εφεσίβλητη - ανακόπτουσα. Η τελευταία διατηρούσε με τον ομόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο της παραπάνω εταιρίας, Γ1, στενή οικογενειακή και πνευματική σχέση (ήταν κουμπάροι).

Ειδικότερα, η εφεσίβλητη, την περίοδο εκείνη, λόγω των προαναφερόμενων σχέσεων μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της αφενός και του Γ1, αφετέρου, προκειμένου να διευκολύνει τον τελευταίο, που αντιμετώπιζε ταμειακή δυσχέρεια, όπως έχει εκτεθεί, έχοντας στην κατοχή της μπλοκ επιταγών, του ενεχείριζε τραπεζικές επιταγές της, με συμπληρωμένα μόνο τα στοιχεία της, ως εκδότριας και λευκές κατά τα λοιπά τους στοιχεία, τις οποίες αυτός συμπλήρωνε, κατά τη ρητή συμφωνία τους, με ποσά 500.000 έως 600.000 δραχμών, τα οποία πλήρωνε πάντοτε, μέχρι τουλάχιστον το καλοκαίρι του 1995, οπότε του παραδόθηκε από την ανακόπτουσα το σώμα της επίδικης επιταγής (βλ. κατάθεση μάρτυρος απόδειξης, συζύγου της εφεσίβλητης). Η επιταγή αυτή, που ήταν, όπως και οι προηγούμενες, ευκολίας, δεδομένου ότι δεν υπήρχε μεταξύ της εφεσίβλητης και της εταιρίας του κουμπάρου της οποιαδήποτε έννομη σχέση, θα συμπληρωνόταν, κατά τα συμφωνηθέντα, με το ποσό των 500.000 δραχμών. Όμως, παρά την παραπάνω μεταξύ τους συμφωνία, συμπληρώθηκε, αυθαίρετα, από τον Γ1, με το προαναφερόμενο ποσό των 26.248.766 δραχμών, γεγονός για το οποίο ο τελευταίος, μετά την από 5-11-1997 έγκληση της εφεσίβλητης, καταδικάσθηκε αμετακλήτως για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση σε βαθμό κακουργήματος (βλ. υπ' αριθ.1022-1023/2002 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης). Ακολούθως, η επίδικη επιταγή οπισθογραφήθηκε στην εταιρία, συμφερόντων του Γ1, <<...Ε.Ε.>>, η οποία στη συνέχεια την οπισθογράφησε εκ νέου εν λευκώ στην παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία (<<... Ο.Ε.>>) και η τελευταία στην εκκαλούσα, προς κάλυψη υποχρεώσεων της έναντι αυτής, που προέρχονταν από άλλες τρεις επιταγές της τότε Τράπεζας Κρήτης Α.Ε., πληρωτέες σε διαταγή της εκκαλούσας, ποσού εκάστης 8.000.000 δραχμών και συνολικού ποσού 24.000.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε δε περαιτέρω μεταξύ των δύο συνεργαζόμενων εταιριών, ότι τα σώματα των τριών παραπάνω επιταγών θα επιστραφούν στην ομόρρυθμη εταιρία, μόνον εάν εξοφλείτο η επίδικη επιταγή, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία ... απόδειξη παραλαβής επιταγής, την οποία και οι δύο διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν. Στις 10-7-1995, η εκκαλούσα, έχοντας εις χείρας της την επίδικη επιταγή,που ήταν πληρωτέα στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα Τριανδρίας), οπισθογράφησε αυτήν στην ίδια Τράπεζα (κατάστημα Τυρνάβου), λόγω ενεχύρου. Κατά την φερόμενη ημερομηνία έκδοσής της (...) η επιταγή δεν εμφανίσθηκε στη, ως άνω, Τράπεζα, αλλά ούτε και σφραγίσθηκε από αυτήν, οπότε η εκκαλούσα, αφού κατέβαλε το ποσό της, την ανέλαβε εκ νέου και ακολούθως προχώρησε στην έκδοση της ανακοπτόμενης (υπ' αριθ. 5155/1997) διαταγής πληρωμής, χρησιμοποιώντας την άκυρη επιταγή ως χρεωστικό μεταξύ εμπόρων ομόλογο (άρθρο 76 του ν.δ. 17.7/23.8.1923 <<περί ανωνύμων εταιριών>>), στρεφόμενη, πλην των άλλων, υπόχρεων και σε βάρος της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι για τις συναλλαγές μεταξύ της εκκαλούσας και της ομόρρυθμης εταιρίας <<... Ο.Ε.>> ήταν επιφορτισμένος ο περιοδεύων πωλητής της πρώτης, Β1, ο οποίος, ελάμβανε τις σχετικές παραγγελίες από την παραπάνω εταιρία, εισέπραττε το εκάστοτε οφειλόμενο από αυτήν τίμημα και γενικά του είχε ανατεθεί από την εργοδότρια του η παρακολούθηση των συναλλαγών μεταξύ των δύο εταιριών (βλ. κατάθεση μάρτυρος ανταπόδειξης, λογίστριας της εκκαλούσας). Στις 27-10-1995, ο ως άνω, περιοδεύων πωλητής, ενεργώντας για λογαριασμό της εκκαλούσας και κατόπιν τηλεφωνικής του επικοινωνίας με το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής Χατζηκρανιώτη, συμφώνησε με τους εκπροσώπους της εταιρίας <<....Ο.Ε.>>, την αντικατάσταση της επίδικης επιταγής με τέσσερις συναλλαγματικές, ποσού 6.500.000 δραχμών οι τρεις πρώτες και 6.748.766 η τέταρτη, λήξεως την 10-12-1995, 10-1-1996, 20-2-1996 και 10-3-1996, αντίστοιχα. Για τη συμφωνία αυτή, με την οποία έλαβε χώρα κατάργηση της ενοχής από την επιταγή και ίδρυση νέας, από τις πιο πάνω συναλλαγματικές, συντάχθηκε και η από ... απόδειξη παραλαβής συναλλαγματικών, την οποία υπέγραψε ο ανωτέρω πωλητής της εκκαλούσας, Β1, για λογαριασμό της, όπως ρητά αναφέρεται στην εν λόγω απόδειξη, με την ειδικότερη μνεία ότι παραλαμβάνονται οι συναλλαγματικές προς αντικατάσταση της επίδικης απλήρωτης υπ' αριθ. .... επιταγής. Την ύπαρξη της κρίσιμης, εν προκειμένω, συμφωνίας, περί ανανέωσης του χρέους της ομόρρυθμης εταιρίας, αρνείται η εκκαλούσα, χωρίς ωστόσο να αμφισβητήσει αυτή, καθ' οποιονδήποτε τρόπο, την γνησιότητα του παραπάνω εγγράφου. Η ίδια ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως και ισχυρίζεται με τους σχετικούς λόγους της ένδικης έφεσης, ότι ο παραπάνω υπάλληλος της ήταν εντεταλμένος για την εκτέλεση υλικών μόνο πράξεων και δεν είχε καμία εξουσία διάθεσης, εστερείτο δηλαδή αυτός του δικαιώματος να προβεί στην ανανέωση της οφειλής της ομόρρυθμης εταιρίας, διότι τέτοια εξουσία είχε μόνο ο νόμιμος εκπρόσωπος της (πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της ή Διευθύνων Σύμβουλος αυτής) ή άλλο εξουσιοδοτημένο, σύμφωνα με το καταστατικό της, πρόσωπο, για τη σύναψη τέτοιας σύμβασης, ενώ τέτοιες ιδιότητες δεν είχε ο Β1, ούτε σχετική εντολή του είχε δοθεί από το αρμόδιο όργανο της εταιρίας και ως εκ τούτου αυτή δεν δεσμεύεται από την παραπάνω ενέργεια του. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, στον παραπάνω πωλητή είχε παρασχεθεί η αρμοδιότητα είσπραξης μετρητών ή παραλαβής αξιόγραφων και η εν γένει διεκπεραίωση των οικονομικών συναλλαγών της εργοδότιδάς του - εκκαλούσας, οι δε εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του αυτής, παρείχαν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, την εντύπωση στους εκπροσώπους της ομόρρυθμης εταιρίας, ότι αυτός ενεργούσε, κατά την παράδοση των συναλλαγματικών, ως άμεσος αντιπρόσωπος της εργοδότιδάς του, δεδομένης και της προηγηθείσας τηλεφωνικής επικοινωνίας του με το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας. Τούτο διότι, ο ίδιος ο υπάλληλος δεν είχε κανένα προσωπικό όφελος να προβεί στην αντικατάσταση της επιταγής και μάλιστα του παραπάνω μεγάλου ποσού, χωρίς τη λήψη σχετικής εντολής από την εργοδότιδά του. Άλλωστε, με την ανανέωση του χρέους, η εκκαλούσα εξασφάλιζε διττώς την απαίτηση της, διότι αφενός μεν η πραγματική οφειλέτρια εταιρία αποδέχθηκε τις συναλλαγματικές, αφετέρου δε τριτεγγυήθηκε υπέρ της αποδέκτριας ο σύζυγος της εφεσίβλητης, ..., μάρτυρας ανταπόδειξης, ο οποίος ήταν παρών κατά την ανανέωση του χρέους και την παράδοση των συναλλαγματικών, γεγονός που δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι, αν ο προαναφερόμενος υπάλληλος ενεργούσε στη σύμβαση της ανανέωσης χωρίς να του είχε παρασχεθεί η σχετική εντολή από το νόμιμο εκπρόσωπο της εκκαλούσας, θα του ζητούνταν, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, ευθύνες από την εκκαλούσα, πράγμα που δεν συνέβη, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας της τελευταίας. Περαιτέρω, ο έτερος ισχυρισμός της εκκαλούσας, με τον οποίο προβάλλει, ότι κατά το χρόνο που φέρεται ότι έγινε η ανανέωση της επίδικης επιταγής, η ίδια δεν ήταν κομίστρια αυτής καθόσον, προηγουμένως, στις 10-7-1995, την είχε οπισθογραφήσει στην Εμπορική Τράπεζα (κατάστημα Τυρνάβου) και άρα, κατ' αυτήν δεν είχε δικαίωμα να προβεί στην αντικατάσταση της με τις συναλλαγματικές και στη σύναψη της ανανέωσης, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση προς την Τράπεζα έγινε λόγω ενεχύρου, όπως επικαλείται η εκκαλούσα και αποδεικνύεται από το σώμα της επιταγής και επομένως, μόνη δικαιούχος της απαίτησης από αυτήν (κυρία της επιταγής) εξακολουθούσε να είναι η ίδια (εκκαλούσα), αφού με την ενεχυρίαση δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα του αξιόγραφου. Επισημαίνεται δε, ότι, η μη εμφάνιση προς πληρωμή και μη σφράγιση της επιταγής από την εκκαλούσα, ενισχύει τον ισχυρισμό - λόγο της ανακοπής ότι πράγματι έλαβε χώρα ανανέωση του χρέους μεταξύ των παραπάνω συμβληθέντων. Η εκκαλούσα, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη εμφάνιση και σφράγιση της επιταγής επικαλείται, ότι τούτο έγινε με πρωτοβουλία των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της, μέσα στη νόμιμη προθεσμία εμφάνισης της επιταγής, για το λόγο ότι η ανακόπτουσα - εφεσίβλητη ήταν καλή και φερέγγυα πελάτης της και ποτέ δεν υπέγραφε τόσο μεγάλα ποσά επιταγών. Τούτο, όμως, από κανένα έγγραφο της Τράπεζας δεν επιβεβαιώθηκε. Εξάλλου, μία τέτοια συμπεριφορά οργάνων τραπεζικών ιδρυμάτων, ήτοι αυτοβούλως, να μη σφραγίσουν επιταγή ποσού μεγαλυτέρου των 26.000.000 δραχμών και να μην γνωστοποιήσουν τούτο στον πελάτη τους, εν προκειμένω στην εκκαλούσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής. Κατόπιν των προεκτεθέντων, αφού αποδείχθηκε, ότι έλαβε χώρα ανανέωση της εκ της επιταγής οφειλής, η οποία, ως γεγονός αποσβεστικό του χρέους, ενεργεί εκ του νόμου αντικειμενικά (άρθρο 483 ΑΚ) και ελευθερώνει όχι μόνο τον οφειλέτη με τον οποίον έγινε η ανανέωση αλλά και τους εις ολόκληρον συνυπευθύνους του, όπως στην προκείμενη περίπτωση την ανακόπτουσα - εφεσίβλητη, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της ανακοπής, όπως και η ανακοπή ως κατ' ουσία βάσιμη και να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθ' ο μέρος εκδόθηκε, σε βάρος της εφεσίβλητης". Ετσι, όπως έκρινε το Εφετείο, βάσει των εν λόγω παραδοχών, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή και ερμηνεία των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων, δεχθέν α) ότι υπήρξε συμφωνία ανανέωσης του χρέους, χωρίς να είναι απαραίτητη την ίδια στιγμή η επιστροφή των τριών προηγουμένων επιταγών και β) ότι, και αν ακόμη μεταβιβασθεί επιταγή σε τρίτον λόγω ενεχύρου, μπορεί εκείνος που μεταβίβασε σε Τράπεζα την επιταγή αυτή λόγω ενεχύρου να ανανεώσει, την ενοχή που υπάρχει από την ύπαρξη της μεταβιβασθείσας στη Τράπεζα λόγω ενεχύρου επιταγής. Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου ένας και μοναδικός λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και κατά τα δύο σκέλη του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, συνακόλουθα δε, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, και η αίτηση αναιρέσως στο σύνολό της. Ως προς τη δικαστική δαπάνη, αυτή πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας που χάνει τη δίκη, όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2007 αίτηση της "Υιοί Ε. Χ. Αλευροβιομηχανία Τυρνάβου ΑΕ", για αναίρεση της 584/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2009 και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 18.5. 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Εικονική δικαιοπραξία - Αγωγή αναγνώρισης εικονικότητας της φανερής δικαιοπραξίας - Έκδοση νέας τραπεζικής επιταγής για κάλυψη αξιώσεων από προγενέστερες επιταγές - Ανανέωση ενοχής – κατ’ άρθρο 873 ΑΚ, αλλά κατά το άρθρο 436 ΑΚ ανανέωση της παλαιάς ενοχής με νέα ενοχή, με σκοπό την κατάργηση και απόσβεση της προηγούμενης ενοχής. Απόρριψη αναιρετικών λόγων από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

 

Αριθμός 1550/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα, και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26ης Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.... και 2...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Χαρούλα Απαλαγάκη.

Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 23.1.2009 δήλωση για παράσταση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ, παρίσταται και τον εκπροσωπεί.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Απριλίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 562/2006 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Ιανουαρίου 2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 24 Ιανουαρίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη , με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 70 ΚΠολΔ ορίζει ότι όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ουσιαστικού δικαίου διάταξη αυτή προκύπτει ότι μπορεί να αναγνωρισθεί κατόπιν αγωγής η ύπαρξη ή η ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση θεωρείται η βιοτική ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, η οποία ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο, όπως είναι και η αναγνώριση της εικονικότητας της φανερής δικαιοπραξίας. Το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσης από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο. Εξ άλλου, κατά την παρ. 2. του άρθρου 138 ΑΚ, εάν η εικονική δικαιοπραξία έγινε για να καλύψει άλλη δικαιοπραξία, η καλυπτόμενη είναι έγκυρη αν την ήθελαν τα μέρη και συγχρόνως συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για την κατάρτιση της. Συνακόλουθα, όταν, όπως στην πιο πάνω περίπτωση, υπάρχει σχετική εικονικότητα, συγχρόνως δε συντρέχει στο πρόσωπο του συμβαλλομένου ή τρίτου έννομο συμφέρον, είναι δυνατή η έγερση αγωγής με την οποία ζητείται η αναγνώριση της εικονικότητας της φανερής δικαιοπραξίας. Περαιτέρω η έκδοση νέας τραπεζικής επιταγής προς κάλυψη αξιώσεων από προγενέστερες επιταγές, δεν συνιστά αναγνώριση χρέους, κατ' άρθρο 873 ΑΚ, αλλά κατά το άρθρο 436 ΑΚ ανανέωση της παλαιάς ενοχής με νέα ενοχή, με σκοπό την κατάργηση και απόσβεση της προηγούμενης ενοχής. Τέλος όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 556 του Κ.Πολ.Δ., προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον πρέπει κατ' αρχήν να υπάρχει κατά το χρόνο της άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, αλλά και κατά το χρόνο της συζήτησής του.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι ο ενάγων που είχε λάβει τον Δεκέμβριο του 1994 δάνειο ύψους 100.000.000 δρχ. από το πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα, εξέδωσε χάριν καταβολής του δανείου μετά των τόκων υπό την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας με την επωνυμία "Πεφάνα Α.Ε" τις με αριθ. ... και ... επιταγές της Ιονικής Τράπεζας ποσού 75.000.000 δρχ. εκάστης τη πρώτη των οποίων αντικατέστησε με την με αριθ. ... επιταγή της Τράπεζας Πειραιώς την οποία εξέδωσε με την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας ... και αναγνώρισε ότι λήπτης των επιταγών αυτών και των από αυτές προκυπτόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για το δάνειο ήταν ο πρώτος των εναγομένων και όχι ο φερόμενος ως λήπτης δεύτερος των εναγομένων και ήδη δεύτερος των αναιρεσειόντων, δεχόμενο περαιτέρω ότι ο ενάγων είχε έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση αυτή αφού και ο ίδιος ατομικά ευθύνεται σε αποζημίωση του κομιστή για την έκδοση των ακάλυπτων και μη πληρωθεισών αυτών επιταγών. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 79 ν. 5960/1933, 297, 298 και 914 Α.Κ. ούτε και παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο γι' αυτό και ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το λοιπό του μέρος από τις ίδιες διατάξεις είναι απορριπτέος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων διότι στην ενσωματωθείσα στην απόφαση του Εφετείου πρωτόδικη απόφαση, δια της απορρίψεως στο σύνολο ως ουσιαστικά αβάσιμης της κατ' αυτής εφέσεως των αναιρεσειόντων, δεν υπάρχει διάταξη ρητή, αλλ' ούτε και δυνάμενη να συναχθεί από το αιτιολογικό της, όπως εσφαλμένα υπέλαβε το Εφετείο, με την οποία να αναγνωρίζεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων συμμετείχε εικονικά στις αναφερόμενες στην αγωγή (μεταγενέστερες) συμβάσεις ανανέωσης της οφειλής, την οποία διάταξη και πλήττουν οι δια του εξεταζομένου λόγου προβαλλόμενες αιτιάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Ιανουαρίου 2007 αίτηση των ... και ..., για αναίρεση της υπ. αριθ. 562/2006 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και,

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

Ανανέωση ενοχής - Προσημείωση υποθήκης - Εγγραφή προσημείωσης - Τροπή προσημείωσης σε υποθήκη – Δάνειο και Συναλλαγματικές

 

Εφετείο Λαρίσης 126/2013

 

Η υπ' αρ. κατ. 169/2011 έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος καθού η ανακοπή κατά της υπ' αρ. 125/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και εμπροθέσμως, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε άλλωστε προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ.1, 511 επ., 518 παρ.1 και 520 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως η ανωτέρω έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία. Με την ένδικη έφεση πρέπει να συνεκδικασθεί (άρθρο 146 ΚΠολΔ) και ο πρόσθετος λόγος αυτής, που άσκησε παραδεκτά και εμπρόθεσμα ο εκκαλών με το υπ' αρ. κατ. 72/2012 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 23-7-2012 (υπ' αρ. …/23-7-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Δ. Ρ.), δηλ. 30 ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ) και ο οποίος αναφέρεται στο κεφάλαιο, που προσβάλλεται με την έφεσή του. Πρέπει, επομένως, ο πρόσθετος λόγος να γίνει τυπικά δεκτός και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο αυτού.

Mε την υπ' αρ. κατ. 184/2010 ανακοπή, ενώπιον Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη, επικαλούμενη άμεσο έννομο συμφέρον ως αναγγελθείσα δανείστρια στον πλειστηριασμό της ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη Σ. Μ., ζήτησε, για τον αναφερόμενο σ' αυτή λόγο, τη μεταρρύθμιση του υπ' αρ. ../26-1-2010 πίνακα κατάταξης δανειστών της συμβολαιογράφου Σ.Γ.-Μ., προκειμένου να καταταγεί η ίδια στον ως άνω πίνακα για απαίτησή της, ύψους 19.658,47 ευρώ. Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία την έκανε δεκτή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο καθού η ανακοπή για τους λόγους που αναφέρονται στην έφεση και τον πρόσθετο λόγο και ζητεί την εξαφάνισή της και την απόρριψη της εναντίον του ανακοπής.

Από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 1274, 1276 και 1277 ΑΚ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης εγγράφεται όπως και η υποθήκη, με τη μνεία ότι προσημειώνεται, μόνον ύστερα από δικαστική απόφαση και χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη, η οποία θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και ασφαλίζει τη συγκεκριμένη απαίτηση, για την οποία έχει χορηγηθεί με τη δικαστική απόφαση η άδεια εγγραφής της προσημείωσης. Εάν μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, με νέα σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, έχει αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, είτε με σκοπό ανανέωσης, είτε ως δόση αντί καταβολής, είτε ως υπόσχεση αντί καταβολής έχει αναληφθεί αυτή (άρθρα 419, 421 και 436 Α.Κ.), η προσημείωση της υποθήκης δεν ασφαλίζει και την εκ της νέας υποχρεώσεως προκύπτουσα απαίτηση άνευ άλλου τινός και συνεπώς η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, με βάση τελεσίδικη απόφαση που αφορά τη νέα υποχρέωση, είναι άκυρη και δεν ισχύει για την αρχική ενοχή, για την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση (ΑΠ 31/2010 ΤΝΠ Νόμος).

Από τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως ατόκου δανείου, που καταρτίσθηκε μεταξύ του καθού η ανακοπή-εκκαλούντος και του καθού η εκτέλεση Σ. Μ., στις 10-1-2007, ο πρώτος δάνεισε στον δεύτερο το ποσό των 585.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε να αποδοθεί έως 10-1-2009. Προς εξασφάλιση της απαίτησής του από τη σύμβαση του δανείου ο δανειστής-καθού η ανακοπή εξέδωσε αυθημερόν στη Λ., σε διαταγή του, πέντε συναλλαγματικές, ποσού 100.000 ευρώ εκάστης και μία συναλλαγματική ποσού 85.000 ευρώ, λήξεως 10-1-2009, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο οφειλέτης Σ. Μ. Για τα ανωτέρω καταρτίσθηκε το προσκομιζόμενο με επίκληση από 10-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο υπογράφηκε την ίδια ημέρα ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του ΚΕΠ Λ., ο οποίος θεώρησε και βεβαίωσε το γνήσιο της υπογραφής των ανωτέρω συμβαλλομένων. Στο εν λόγω συμφωνητικό αναγράφονται επί λέξει τα εξής: ''Ο αφενός των συμβαλλομένων Α. Γ. δανείζει στον αφετέρου συμβαλλόμενο Σ.Μ. το ποσό των 585.000 ευρώ. Συμφωνείται ότι το ποσό αυτό θα επιστραφεί άτοκα μέσα σε περίοδο δύο ετών και συγκεκριμένα το αργότερο μέχρι την 10-1-2009. Σε εξασφάλιση και πίστωση του ανωτέρω χρέους ο αφενός δανειστής Α.Γ. εξέδωσε σε διαταγή του στη Λ. πέντε συναλλαγματικές ποσού 100.000 ευρώ η κάθε μία και μία συναλλαγματική 85.000 ευρώ, συνολικού δηλαδή ποσού 585.000 ευρώ, με ημερομηνία λήξης για όλες την 10-1-2009, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν στη Λ. ο αφετέρου συμβαλλόμενος Σ. Μ.''. Ο καθού η ανακοπή, με την από 22-1-2009 αίτησή του, προς εξασφάλιση της απαίτησής του από το ανωτέρω δάνειο, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 131/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης, πλην των άλλων και επί των παρακάτω περιγραφομένων εκπλειστηριασθέντων ακινήτων. Η ανωτέρω προσημείωση ενεγράφη επί των ακινήτων αυτών στις 22-1-2009 στο βιβλίο υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λ.. στον τόμο … και αριθ. …. Λόγω της μη απόδοσης του δανείου, ο καθού η ανακοπή ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 696/18-5-2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία διατάχθηκε ο ως άνω Σ.Μ. ως αποδέκτης των ανωτέρω συναλλαγματικών, να καταβάλει στον καθού η ανακοπή το ποσό των 585.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων. Μετά την τελεσιδικία της ως άνω διαταγής πληρωμής, ο καθού η ανακοπή με την από 20-7-2009 αίτησή του προς τον Υποθηκοφύλακα Λ. ζήτησε την τροπή της ως άνω προσημειώσεως σε υποθήκη για το ποσό των 585.000 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από το υπ' αρ. …/2009 πιστοποιητικό η Υποθηκοφύλακας Λ., στις 27-7-2009, έτρεψε την ως άνω προσημείωση σε υποθήκη. Με επίσπευση του καθού η ανακοπή και δυνάμει της παραπάνω διαταγής πληρωμής, η οποία είχε αποκτήσει δύναμη δεδικασμένου, εκπλειστηριάστηκαν αναγκαστικά ενώπιον της συμβολαιογράφου Λ. στις 11-11-2009, δύο ακίνητα του οφειλέτη, ήτοι α) η ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, εμβαδού 244,85 τ.μ., που βρίσκεται στο συνοικισμό ''Α.'' της πόλης της Λ. επί των οδών Κ. και Ι. και β) η ψιλή κυριότητα τμήματος οικοπέδου, εμβαδού 135,36 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια ως άνω τοποθεσία, αντί συνολικού πλειστηριάσματος 82.496 ευρώ. Στον εν λόγω πλειστηριασμό αναγγέλθηκε η ανακόπτουσα για απαιτήσεις της κατά του καθού η εκτέλεση, συνολικού ποσού 19.658,47 ευρώ, που της επιδικάσθηκαν με τις υπ' αρ. 232/2009, 233/2009 και 234/2009 διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη Λάρισας. Δυνάμει των διαταγών αυτών ενεγράφη στις 16-2-2009 στο βιβλίο υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λ. στον τόμο … και αριθ. … προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού 22.000 ευρώ στα ως άνω εκπλειστηριασθέντα ακίνητα, η οποία, μετά την τελεσιδικία των ως άνω διαταγών πληρωμής, ετράπη στις 22-10-2009 σε υποθήκη. Η ως άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού συνέταξε τον προσβαλλόμενο υπ' αρ. …/26-1-2010 πίνακα κατατάξεως, με τον οποίο, μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως, στο εναπομείναν πλειστηρίασμα των 73.784,38 ευρώ κατέταξε οριστικά τον καθού η ανακοπή ως ενυπόθηκο δανειστή. Κατόπιν όλων των ανωτέρω και ενόψει του ότι από το περιεχόμενο της ως άνω από 10-1-2007 συμβάσεως αναμφιβόλως προκύπτει ότι η αποδοχή των επίμαχων συναλλαγματικών από τον καθού η εκτέλεση και η παράδοσή τους στον καθού η ανακοπή έγινε προς ασφάλεια της απαιτήσεως του τελευταίου από τη σύμβαση δανείου και όχι χάριν καταβολής (βλ. για τις μεταξύ τους διαφορές Ι.Π.Μάρκου Δίκαιο συναλλαγματικής, εκδ. Β΄, σελ. 35 επ.), η απαίτηση από τη σύμβαση δανείου ταυτίζεται με την απαίτηση για την οποία έχει εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης καθώς και με την απαίτηση για την οποία έχει τραπεί σε υποθήκη η προσημείωση αυτή με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής. Επομένως και ενόψει του ότι η απαίτηση του καθού η ανακοπή είχε χρονική προτεραιότητα έναντι της απαίτησης της ανακόπτουσας, νομίμως η υπάλληλος του πλειστηριασμού δεν κατέταξε στον προσβαλλόμενο πίνακα την ανακόπτουσα για το ποσό των 19.658,47 ευρώ, αλλά κατέταξε τον καθού η ανακοπή στο σύνολο του εναπομείναντος πλειστηριάσματος. Συνεπώς η ανακοπή αυτή ως προς τον (μοναδικό) λόγο της, σύμφωνα με τον οποίο η απαίτηση δυνάμει της οποίας επισπεύσθηκε ο πλειστηριασμός δεν ήταν ενυπόθηκη, διότι απέρρεε από άλλη έννομη σχέση και όχι από αυτή για την οποία είχε εγγραφεί η προσημείωση υποθήκης, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τον ως άνω λόγο της ανακοπής ως ουσία βάσιμο και συνακόλουθα την ανακοπή έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνεπώς κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η ανακοπή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί η ανακόπτουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του καθού η ανακοπή και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

 

Ανανέωση ενοχής – προσημείωση – μετατροπή ενοχής σε υποθήκη – Τροπή προσημείωσης και προϋποθέσεις – Συγκατάθεση του οφειλέτη

Εφετείο Αθηνών 782/2000

 

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ) Από τη διάταξη του άρθρου 1258 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1269, 1317 και 1329 ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι η υποθήκη, ως παρεπόμενο δικαίωμα, προϋποθέτει την ύπαρξη απαίτησης, υπέρ τη οποίας και αποκτάται. Η απαίτηση όμως αυτή μπορεί να είναι και μέλλουσα, αρκεί να προσδιορίζεται κατ’ αντικείμενο και περιεχόμενο, ιδίως κατά ποσό, για το οποίο και εγγράφεται στα οικεία βιβλία, οπότε το δικαίωμα της υποθήκης γεννάται μόλις γεννηθεί η εν λόγω (μέλλουσα) απαίτηση, αλλά τα αποτελέσματά του ανατρέχουν στο χρόνο της εγγραφής της υποθήκης (ΑΠ 321/89 ΕλλΔ 31. 523, ΕφΘεσ 1478/97 ΕλλΔ 39.

1688). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1274, 1276 και 1277 ΑΚ προκύπτει, ότι η προσημείωση είναι εγγραφή υποθήκης υπό αναβλητική αίρεση, τουτέστιν υπό την αίρεση της τελεσίδικης επιδίκασης της απαίτησης. Ασφαλίζει ορισμένη απαίτηση και μάλιστα αυτήν που αναφέρεται και περιγράφεται στην απόφαση, η οποία χορηγεί την άδεια για την εγγραφή της προσημείωσης. Με την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης τρέπεται σε υποθήκη και ανατρέχει μέχρι το χρόνο της εγγραφής της προσημείωσης και έτσι θεωρείται ότι από τότε έχει εγγραφεί. Για την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, θα πρέπει η απαίτηση που ασφαλίζεται με την προσημείωση να είναι η ίδια με την απαίτηση που επιδικάζεται με την τελεσίδικη απόφαση στον προσημειούχο δανειστή. Αν μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, με νέα σύμβαση μεταξύ του δανειστή και του οφειλέτη, αναλήφθηκε από τον οφειλέτη νέα υποχρέωση, είτε με το σκοπό της ανανέωσης, είτε ως δόση αντί καταβολής, είτε ως υπόσχεση αντί ή χάριν καταβολής, αναλήφθηκε αυτή, η προσημείωση της υποθήκης δεν ασφαλίζει άνευ άλλου τινός και την απαίτηση που προκύπτει από τη νέα υποχρέωση και συνεπώς η τροπή προσημείωσης σε υποθήκη με βάση τελεσίδικη απόφαση, που αφορά τη νέα υποχρέωση είναι άκυρη και δεν ισχύει για την αρχική ενοχή, για την οποία δεν εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση (Ι. Σπυριδάκης κάτω από την ΑΠ 209/82 ΝοΒ 30. 1262, ΑΠ 2171/86 ΝοΒ 35. 1248, ΕφΘεσ 1478/97 ό.π.). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 419, 429, 436 και 438 ΑΚ συνάγεται, ότι η αποδοχή από το δανειστή παροχής άλλης από την οφειλόμενη και σε εκπλήρωση της οφειλόμενης ισοδυναμεί με καταβολή, αντικαθιστά την οφειλόμενη και αποσβένει την ενοχή, ενώ η ανάληψη από τον οφειλέτη νέας υποχρεώσεως για να ικανοποιηθεί ο δανειστής από αυτήν, δεν καταργεί την αρχική υποχρέωση και δεν αντικαθιστά την καταβολή, εκτός αν προκύπτει σαφής αντίθετη θέληση των μερών και έτσι δεν αποσβήνεται η παλαιά ενοχή, παρά μόνο αν ικανοποιηθεί ο δανειστής από την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης. Στην περίπτωση αυτή, για την εξασφάλιση της ικανοποίησής του, υφίστανται παράλληλα και ταυτόχρονα δύο απαιτήσεις υπέρ του δανειστή μέχρι αυτός να ικανοποιηθεί από τη μία, οπότε αποσβήνεται και η άλλη. Απλώς ο δανειστής κατά τη συναλλακτική καλή πίστη (άρθρο 288 ΑΚ) και το πνεύμα της σύμβασης που έχει συνάψει με τον οφειλέτη υποχρεούται να επιδιώξει την ικανοποίησή του από τη νέα ενοχή και μόνο αν, παρά την καταβολή της απαιτούμενης επιμέλειας, δεν ικανοποιηθεί, δικαιούται να ασκήσει την αξίωσή του από την αρχική ενοχή (Aπ. Γεωργιάδης Γεν. Ενοχ., παρ.

26, II 2, σελ. 560, ΕρμΑΚ άρθ. 421, αριθ. 2, Ι. Καρακατσάνης στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 421 III 2, σελ. 481, ΑΠ 1959/76 ΝοΒ 24. 979, ΕφΘεσ 1478/97 ό.π.). Έτσι, αν ο δανειστής, για την εξασφάλιση κάποιας νόμιμης απαίτησής του, εγγράψει σε ακίνητο του οφειλέτη του προσημείωση υποθήκης και ο τελευταίος στη συνέχεια εκδώσει υπέρ του δανειστή του τραπεζιτική επιταγή για μεγαλύτερη ασφάλεια της πληρωμής του και όχι με το σκοπό απόσβεσης της αρχικής ενοχής, υφίστανται υπέρ του δανειστή δύο παράλληλες αξιώσεις κατά του οφειλέτη, η αρχική από τη μεταξύ τους υποκείμενη σχέση και η νέα από την τραπεζιτική επιταγή, η απόσβεση δε της πρώτης δεν επέρχεται παρά μόνο εφόσον ο δανειστής, με την εκπλήρωση της νέας, δηλαδή με την πληρωμή της τραπεζιτικής επιταγής, ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 209/63 ΝοΒ 11. 1050, ΕφΘεσ 1478/97 ό.π.). Οι ασφάλειες όμως που υπάρχουν υπέρ της παλαιάς ενοχής δεν επεκτείνονται και στη νέα ενοχή, κατά τα προεκτιθέμενα, διότι αυτές, ως παρεπόμενες ενοχικές σχέσεις, ακολουθούν την τύχη της παλαιάς ενοχής, σύμφωνα με τον κανόνα accussorium sequitur principale (αρχή του παρεπομένου). Για το λόγο αυτόν άλλωστε, στην περίπτωση ανανεώσεως, επειδή αποσβήνεται η παλαιά ενοχή, βάσει ρητής διατάξεως του άρθρου 439 ΑΚ, οι εγγυητές, τα ενέχυρα ή οι υποθήκες της παλαιάς ενοχής διατηρούνται υπέρ της νέας μόνο αν συναίνεσε ο εγγυητής ή ο κύριος του ενυποθήκου ή του πράγματος που έχει ενεχυρασθεί, οφειλέτης ή τρίτος, ενώ η ratio των αντίστοιχων διατάξεων και κυρίως λόγοι προστασίας του συγκατατιθεμένου επιβάλλουν να περιβληθεί η συγκατάθεση, ανάλογα με τη σχετική περίπτωση, τον τύπο της συστάσεως της εγγυήσεως, του ενεχύρου ή της υποθήκης (άρθρα 849, 1211, 1266 ΑΚ). Έτσι, στην περίπτωση προσημειώσεως υποθήκης, η συγκατάθεση παρέχεται με τον τύπο που απαιτείται για την προσημείωση και εγγράφεται στα οικεία βιβλία (Ι. Καρακατσάνης ό.π., άρθρο 439, ΕφΘεσ 1478/97 ο.π).

 

Ανανέωση ενοχής - Ανακοπή 632 ΚΠολΔ - Τραπεζική επιταγή - Σύμβαση έργου – Ένσταση αχρεωστήτου - Πλημμελής εκπλήρωση παροχής - Ένσταση αοριστίας λόγου ανακοπής - Υπαγωγή εταιρείας στη διαδικασία εξυγίανσης.

 

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός απόφασης 1890/2013

Αριθμός κατάθεσης ανακοπής:149/3.1.2012

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 

Αποτελούμενο από το Δικαστή Χρήστο Τριανταφυλλίδη, Πρωτοδίκη που όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και τη Γραμματέα Mαρία Μωραΐτου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 3-12-2012 για να δικάσει τις υποθέσεις:

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ:1)Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…» με έδρα τoν Νομό Πιερίας, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, 2)…, κατοίκου Καλλιθέας Πιερίας, 3)…, κατοίκου Καλλιθέας Πιερίας που παραστάθηκαν ο 3ος μετά και οι 1η και 2ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Λάζου Ντόντη.

ΤΗΣ ΚΑΘ’ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία “Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ”, που εδρεύει στην Αθήνα,οδός Σοφοκλέους αρ.11 και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Γεωργίου Κώστογλου.

Οι ανακόπτοντες με την από 3.1.2012 ανακοπή τους ζήτησαν όσα αναφέρονται στο αιτητικό της. Η ανακοπή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 149/3.1.2012, προσδιορίστηκε να εκδικαστεί για τη δικάσιμο της 11.5.2012 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο έκθεμα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά συνεδρίασης και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη ανακοπή κατά της υπ’αρ. 34.420/2011 διαταγής πληρωμής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρo 632§1 ΚΠολΔ όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 14§1 του ν.4055/2012) αφού η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες για πρώτη φορά στις 13.12.2011 και η ανακοπή ασκήθηκε στις 3.1.2012, δηλαδή εντός της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 632§1 ΚΠολΔ(βλ. την …, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης…,) και αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη διαδικασία των άρθρων 643 και 591§1 περ.α’ ΚΠολΔ(άρθρο 632§2 ΚΠολΔ), κατά την οποία δικάζεται η διαφορά από πιστωτικούς τίτλους.

ΑΠ 903/2006,ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.×Με τον 3ο λόγο ανακοπής τους οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται ότι ακύρως εκδόθηκε εναντίον τους η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διότι η επίδικη επιταγή αφορά την από 15.3.2011 σύμβαση μεταξύ της 1ης ανακόπτουσας και της ανωτέρω εταιρίας …, βάσει της οποίας η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να μελετήσει, προμηθεύσει εξοπλισμό και να εγκαταστήσει μονάδα παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία στη θέση …, στο αγροτεμάχιο με αριθμό 751(1)του δ.δ.Καλλιθέας του Δήμου Παραλίας νομού Πιερίας,από δική της δε υπαιτιότητα δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της αυτή, οπότε και η 1η ανακόπτουσα δεν κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό που αντιστοιχούσε στο ποσό της επιταγής. Επιπλέον δε, η επίδικη επιταγή είχε αντικατασταθεί από άλλη επιταγή με αριθμό …, αλλά η εταιρία ..., ουδέποτε επέστρεψε το σώμα της επιταγής στην 1η ανακόπτουσα, ενώ η καθ’ης η ανακοπή γνώριζε την ανωτέρω ανυπαρξία της απαιτήσεως και με σκοπό να βλάψει τους ανακόπτοντες προέβη στην κτήση της ανωτέρω επιταγής με οπiσθογράφηση και στην έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής εναντίον της. Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νόμιμος και ορισμένος, απορριπτομένου του περί αντιθέτου ισχυρισμού της καθ’ης, αφού αναφέρονται και τα δύο στοιχεία που απαιτούνται για το ορισμένο αυτού, ήτοι η εν γνώσει της καθ’ης ενέργεια σε βάρος των ανακοπτόντων προκειμένου αυτοί να υποστούν βλάβη από την ενέργεια αυτή, ήτοι από την λήψη με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου της επιατγής και την βάσει αυτής έκδοση διαταγής πληρωμής(βλ.ΑΠ 1180/2009,ΕΠολΔ 2010,443

Από την ανωμοτί κατάθεση του 3ου ανακόπτοντος, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η 1η ανακόπτουσα ομόρρυθμη εταιρία ως εργοδότρια σύναψε την 3.2.2010 έγγραφη σύμβαση μίσθωσης έργου(άρθρα 681 επ. ΑΚ) με την εταιρία …, με αντικείμενο τη μελέτη, προμήθεια εξοπλισμού και εγκατάσταση μονάδας παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος με φωτοβολταϊκά στοιχεία, εγκατεστημένης ισχύος 74,58 KWp, με αμοιβή που ορίστηκε κατ’αποκοπή σε 350.000 ευρώ, υπό τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στο ίδιας ημερομηνίας ιδιωτικό συμφωνητικό. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, η 1η ανακόπτουσα εξέδωσε στην Κατερίνη τη μεταχρονολογημένη και με αριθμό ... επιταγή ποσού 50.000 ευρώ, με ημερομηνία εκδόσεως την 15.6.2011, σε διαταγή της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …, πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Η τελευταία μεταβίβασε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου την επιταγή στην καθ’ης η ανακοπή την 16.9.2011. Την ίδια ημέρα η καθ’ης εμφάνισε την επιταγή προς πληρωμή στο κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, πλην όμως αυτή δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως επαρκούς υπολοίπου στο λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας-1ης ανακόπτουσας. Εν συνεχεία η καθ’ης εξέδωσε βάσει της ανωτέρω επιταγής και μετά από αίτησή της ενώπιον της Δικαστή του παρόντος Πρωτοδικείου, την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, την οποία και επέδωσε στους ανακόπτοντες την 13.12.2011. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η 1η ανακόπτουσα εξέδωσε συνολικά τρεις(3) επιταγές των 50.000 ευρώ έκαστη, με ημερομηνία λήξης την 30.6.2011, τις οποίες μεταβίβασε στην ανωτέρω εταιρία ως εγγύηση για την οφειλή της και εν συνεχεία ζήτησε να αντικατασταθούν οι επιταγές αυτές από άλλες, ίδιου ποσού. Πράγματι, η αντισυμβαλλόμενη της 1ης ανακόπτουσας εταιρία επέστρεψε τις επιταγές και έλαβε με οπισθογράφηση άλλες, μεταξύ των οποίων και την επίδικη επιταγή, την οποία μεταβίβασε, όμως, παρά τη μεταξύ τους συμφωνία, με τον ανωτέρω τρόπο στην καθ’ης, όπως ήδη αναφέρθηκε. Η αντικατάσταση των παλαιών επιταγών με νέες συνιστά ανανέωση της ενοχής μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων(άρθρο 436 ΑΚ βλ. ΑΠ 1375/2011, ΝΟΜΟΣ). Η ανωτέρω εταιρία έχει ήδη καταθέσει αίτηση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο προκειμένου να υπαχθεί στο άρθρο 99 του ΠτΚ, καθότι αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Η εταιρία αυτή, που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες στο χώρο των φωτοβολταϊκών, είχε ως πάγια πρακτική να ζητά να της παραδίδουν οι διάφοροι επενδυτές που ήθελαν να συνεργαστούν μαζί της επιταγές ως εγγύηση που αντιστοιχούσαν στο ποσό της εργολαβικής αμοιβής. Τις επιταγές αυτές, όπως και την επίδικη, η εταιρία …, μεταβίβαζε με οπισθογράφηση λόγω ενεχύρου στις τράπεζες, εν προκειμένω την επίδικη επιταγή στην καθ’ης, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί, ωστόσο, όπως αποδείχθηκε, τα ποσά της χρηματοδότησης δεν χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των έργων που είχε αναλάβει αλλά για την κάλυψη προηγούμενων χρεών. Η καθ’ης γνώριζε κατά την κτήση της επίδικης επιταγής ότι αυτή εκδόθηκε προκειμένου να καλύψει μελλοντικό χρέος, ήτοι την κάλυψη της αμοιβής της εταιρίας …, ως εργολάβου εταιρίας μετά την αποπεράτωση του έργου κατασκευής φωτοβολταϊκών που είχε αναλάβει. Το γεγονός ότι η επιταγή δόθηκε ως ενέχυρο στην καθ’ης προκειμένου να εισάγει τα απαραίτητα υλικά που απαιτούνταν έτσι ώστε να καλύψει τις υποχρεώσεις της από την ανωτέρω σύμβαση έργου, γνώριζε η καθ’ης, όπως προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υπαλλήλου της, που καταθέτει σχετικά ότι η εταιρία ασχολούνταν με φωτοβολταϊκά και ότι έπαιρνε τα λεφτά με σκοπό να κάνει εισαγωγές. Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο και από το γεγονός ότι η καθ’ης κατά την κτήση της επιταγής δεν ζήτησε τιμολόγια ή άλλα παραστατικά έγγραφα που να αποδεικνύουν πραγματική συναλλαγή και να πιστοποιούν έτσι την αιτία έκδοσης της επίδικης επιταγής, ενόψει και του γεγονότος ότι αυτή φαινόταν ότι ασφάλιζε μελλοντική και άρα αβέβαια απαίτηση. Αποδείχθηκε επίσης, ότι η καθ’ης ενήργησε κατ’αυτόν τον τρόπο προς βλάβη της 1ης ανακόπτουσας, αφού με τον τρόπο αυτό επεδίωκε την πληρωμή του τίτλου προς όφελος αποκλειστικά της ίδιας, παρότι η 1η ανακόπτουσα δεν οφείλει πράγματι το ποσό αυτό στην ως άνω ανώνυμη εταιρία, ματαιώνοντας την προβολή, εκ μέρους της 1ης ανακόπτουσας, της περί αχρεωστήτου ένστασης σε περίπτωση εναγωγής της τελευταίας από την αντισυμβαλλόμενη της εταιρία …. Επομένως, ο 3ος λόγος ανακοπής είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να ακυρωθεί η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και να γίνει δεκτή η ανακοπή ως βάσιμη κατ’ουσία, παρέλκει δε η εξέταση των υπολοίπων λόγων της, η δε δικαστική δαπάνη των ανακοπτόντων να επιβληθεί, μετά από σχετικό αίτημα, σε βάρος της καθ’ης λόγω της ήττας της(άρθρα 106,176,191§2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται την ανακοπή.

Ακυρώνει την 34.420/2011 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την καθ’ης στα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων(400) ευρώ.

KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στη Θεσσαλονίκη, την 28/1/2013 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ