ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΙΚΕ)

 

Η ιδιωτική καεφαλαιουχική εταιρεία αποτελεί τον εξελικτικό τύπο εταιρείας στα πλαίσια αναμόρφωσης του εταιρικού δικαίου που προχωρούν τα τελευταία χρόνια οι Ευρωπαϊκές νομοθεσίες, καθώς και την προσπάθεια της ΕυρωπαΪκής Ενωσης να εισαγάγει έναν Ευρωπαϊκό τύπο «ιδιωτικής» εταιρείας που θα προορίζεται για την μικρομεσαία επιχείρηση , καθότι ο πλησιέστερος εταιρικός τύπος σήμερα στην χώρα μας είναι αυτός της ΕΠΕ. Στα πλαίσια λοιπόν αυτά εισήχθη με τον ν.4072/2012 ο εταιρικός τύπος της Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με σκοπό την αντικατάσταση μακροπρόθεσμα της ΕΠΕ καθότι με τις νέες διατάξεις δίνεται η δυνατότητα στις υφιστάμενες ΕΠΕ να μετατραπούν σε ΙΚΕ μέχρι 31-12-2013 και παράλληλα να αποτελεί τον ενδιάμεσο πόλο-εταιρικό τύπο μεταξύ των προσωπικών εταιριών και της ανώνυμης εταιρείας που θα συστήνεται και θα λειτουργεί με το μικρότερο δυνατό κόστος.Υπ.Εμπορίου/Κ2-4113/8.6.2012

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΕΣΩΤ. ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Δ/ΝΣΗ Α.Ε. & ΠΙΣΤΕΩΣ

Ταχ. Δ/νση : Κάνιγγος 20
Ταχ. Κώδικας : 10181
Πληροφορίες : Σ. ΜΑΣΓΑΝΑΣ – Ε. ΜΑΝΙΚΑΣ
Τηλέφωνα : 210 – 3893345, 210 – 3893383
FAX : 210 - 3838981

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘ 1

Με τον πρόσφατο νόμο 4072/2012 ΦΕΚ86/Α/11-4-201«Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή – Σήματα-Μεσίτες ακινήτων - Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις» θεσπίσθηκε νέα εταιρική μορφή η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (ΙΚΕ) που έχει νομική προσωπικότητα και είναι εμπορική ακόμη και αν ο σκοπός της δεν είναι εμπορικός.

Η νέα εταιρεία που είναι κεφαλαιουχική, δηλαδή από τη μια μεριά διαθέτει κεφάλαιο και από την άλλη περιορισμένη ευθύνη των εταίρων της για τα χρέη της εταιρείας, προέκυψε ως εξελικτικός τύπος εταιρείας στα πλαίσια αναμόρφωσης του εταιρικού δικαίου που προχωρούν τα τελευταία χρόνια οι Ευρωπαϊκές νομοθεσίες καθώς και από την προσπάθεια της ΕυρωπαΪκής Ενωσης να εισαγάγει έναν Ευρωπαϊκό τύπο «ιδιωτικής» εταιρείας που θα προορίζεται για την μικρομεσαία επιχείρηση (Societas Private Europaea) καθότι ο πλησιέστερος εταιρικός τύπος σήμερα στην χώρα μας στην ΙΚΕ είναι αυτός της ΕΠΕ και η σχετική του νομοθεσία (ν.3190/1955) εξακολουθεί να ισχύει σχεδόν αναλλοίωτος χωρίς επικαιροποίηση και προσαρμογή στις τρέχουσες συνθήκες αγοράς, που απαιτούν μείωση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων και βελτίωση της ανταγωνιστικότητος .

Στα πλαίσια λοιπόν αυτά εισήχθη με τον ν.4072/2012 ο εταιρικός τύπος της Ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με σκοπό την αντικατάσταση μακροπρόθεσμα της ΕΠΕ καθότι με τις νέες διατάξεις δίνεται η δυνατότητα στις υφιστάμενες ΕΠΕ να μετατραπούν σε ΙΚΕ μέχρι 31-12-2013 και παράλληλα να αποτελεί τον ενδιάμεσο πόλο-εταιρικό τύπο μεταξύ των προσωπικών εταιριών και της ανώνυμης εταιρείας που θα συστήνεται και θα λειτουργεί με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία (ΙΚΕ) συστήνεται μέσω της Υπηρεσίας μιας Στάσης και με διαδικασία όπως κατά τα ειδικότερα προβλέπεται από το άρθρο 5Α του ν. 3853/2010 (ΦΕΚ 90/Α/2010) που προστέθηκε με το άρθρο 117 παρ.3 του ν.4072/2012, όπως αυτή εξειδικεύθηκε με την Αρ. Πρωτ. Κ1-1084/24.5.2012 Εγκύκλιο της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (Α.Δ.Α. Β49ΜΦ- ΥΝ), ενώ η υποβολή αιτήματος στην αρμόδια Υπηρεσίας μιάς Στάσης, σύμφωνα με το άρθρο 120 παρ. 2 του προαναφερθέντος νόμου για τη σύσταση ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας (ΙΚΕ), μπορεί να γίνεται από 12-6-2012 και μετά


Α. ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ - ΔΗΜΟΣΙΟΤΗΤΑ

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά του νέου εταιρικού τύπου της ΙΚΕ καθώς και οι εισαχθείσες καινοτομίες που αναφέρονται στην σύστασή της, στην διάρθρωση των εταιρικών εισφορών, στο κεφάλαιό της, στην επωνυμία και διάρκειά της στην διαχείρισή και εκπροσώπησή της και στην εν γένει λειτουργία είναι τα παρακάτω:

- Το καταστατικό της εταιρείας, που εμπεριέχεται στην πράξη σύστασης καταρτίζεται κατά κανόνα με ιδιωτικό έγγραφο (άρθρο 49 του ν. 4072/2012). στόσο η εταιρική σύμβαση και το καταστατικό περιβάλλονται τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου στις περιπτώσεις εκείνες που το επιβάλλει ειδική διάταξη νόμου ή που εισφέρονται στην εταιρεία περιουσιακά στοιχεία για την μεταβίβαση των οποίων απαιτείται ο τύπος αυτός ή αν επιλέγεται από τα συμβαλλόμενα μέρη ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου., ενώ με τον προαναφερθέντα νόμο εισάγεται και άλλη μία καινοτομία που προβλέπει ότι οι τροποποιήσεις του καταστατικού της ΙΚΕ εφόσον πρόκειται για ιδιωτικά έγγραφα καθώς και τα πρακτικά μπορούν να συντάσσονται σε μία από τις επίσημες γλώσσες της ευρωπαϊκής ένωσης.

- Η ΙΚΕ όπως και λοιπές κεφαλαιουχικές εταιρείες μπορεί να υφίσταται και ως μονοπρόσωπη εταιρεία,όμως και σ’ αυτή την περίπτωση για λόγους ασφάλειας των συναλλασσομένων, το όνομα του μοναδικού εταίρου θα πρέπει να προκύπτει από τη μερίδα της εταιρείας στο Γ.Ε.ΜΗ.

- Για τον σχηματισμό της επωνυμίας της ΙΚΕ (άρθρο 44 του ν. 4072/2012) παρέχεται από τον νόμο ελευθερία στους συμβαλλόμενους, οι οποίοι δύνανται να σχηματίσουν την επωνυμία είτε από το όνομα ενός ή περισσότερων εταίρων, είτε από το είδος της ασκούμενης δραστηριότητος είτε να επιλέξουν ακόμα και επωνυμία φανταστική, ενώ η επωνυμία μπορεί να αποδίδεται ολόκληρη με λατινικούς χαρακτήρες η σε ξένη γλώσσα και ειδικότερα αν αποδίδεται στην Αγγλική γλώσσα θα πρέπει να περιέχει ολογράφως τις λέξεις «Private Company» ή την ένδειξη «P.C.».

Παράλληλα στην επωνυμία της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας πρέπει να περιέχονται σε κάθε περίπτωση ολογράφως οι λεξεις «Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία» ή η συντομογραφία «Ι.Κ.Ε», ενώ αν η εταιρεία είναι μονοπρόσωπη θα συμπεριλαμβάνονται στην επωνυμία οι λέξεις «Μονοπρόσωπη Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» ή «Μονοπρόσωπη Ι.Κ.Ε» και στην Αγγλική οι λέξεις «Single Memper Private Company» ή «Single Memper P.C».

- Σχετικά με τη διάρκεια της εταιρείας (άρθρο 46 του ν. 4072/2012) διευκρινίζεται ότι η διάρκεια της εταιρείας είναι ορισμένου χρόνου και αν δεν ορίζεται η ακριβής διάρκεια στο καταστατικό ισχύει η δωδεκαετία, ενώ παράταση διάρκειας είναι δυνατή με απόφαση των εταίρων και αν η απόφαση αυτή δεν μνημονεύει το χρόνο θα ισχύει πάλι η δωδεκαετία.

- Με το άρθρο 47 του εν λόγω νόμου τίθενται κανόνες αυξημένης εταιρικής διαφάνειας για την προστασία των συναλλασσομένων με την εταιρεία, ιδίως των δανειστών της και των εταίρων, ενώ η παραγρ. 1 ορίζει τις ελάχιστες πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται σε κάθε έντυπο της εταιρείας και παράλληλα η παραγρ. 2 επιβάλλει την υποχρέωση στην ΙΚΕ να διατηρεί ιστοσελίδα και να αναφέρει σ’ αυτήν τις πληροφορίες που συντελούν στην ασφάλεια των συναλλαγών και την προστασία των συναλλασσομένων.

Επιπλέον μια σειρά πράξεων και στοιχείων της ΙΚΕ υποβάλλονται σε δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ.

Συγκεκριμένα σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι παρακάτω πράξεις και στοιχεία:

• Το όνομα του μοναδικού εταίρου (άρθρο 43 παρ. 4), εάν είναι μονοπρόσωπη

• Η συμπερίληψη ή απαλοιφή από την επωνυμία της της λέξης «μονοπρόσωπη» (άρθρο 44 παρ. 3)

• Τα της μεταφοράς της καταστατικής έδρας (έκθεση διαχειριστή, απόφαση μεταφοράς – άρθρο 45 παρ. 2)

• Η ιστοσελίδα της εταιρίας (άρθρο 47 παρ. 2)

• Το καταστατικό και οι τροποποιήσεις αυτού (άρθρο 52).

• Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει την ακυρότητα της εταιρίας (άρθρο 53 παρ. 5)

• Ο διορισμός, η ανάκληση και η αντικατάσταση του διαχειριστή (άρθρο 63)

• Οι δικαστικές αποφάσεις του άρθρου 74

• Η αποτίμηση η μη των κεφαλαιακών εισφορών σε είδος καθότι εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 77 αναλογικά τα άρθρα 9 και 9α του κν 2190/1920 .

• Οι μεταβολές στις εγγυητικές εισφορές (επικαιροποιημένη κατάσταση με την μεταβολή που έχει επέλθει και τις εγγυητικές εισφορές των κατ’ ιδίαν εταίρων που υφίσταντια με το πσόσο της ευθύνης που δεν έχει καταβληθεί για κάθε εισφορά – άρθρο 79 παρ. 7)

• Η διαπίστωση μείωσης των εταιρικών μεριδίων και ενδεχομένως αντίστοιχης μείωσης του εταιρικού κεφαλαίου στις περιπτώσεις ακύρωσης ιδίων μεριδίων που αναφέρονται στο άρθρο 87.

• Δήλωση του διαχειριστή για αναπροσαρμογή του κεφαλαίου, στις περιπτώσεις του εγκεκριμένου κεφαλαίου (άρθρο 90 παρ. 3)

• Δήλωση του διαχειριστή για ακύρωση εταιρικών μεριδίων, μείωση του κεφαλαίου αν συντρέχει περίπτωση και αναπροσαρμογή του αριθμού των εταιρικών μεριδίων στην περίπτωση εξόδου εταίρου (άρθρο 92 παρ. 4)

• Η προηγούμενη περίπτωση έχει αναλογική εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 93 (αποκλεισμός εταίρου)

• Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της εταιρίας μέσα σε τρεις μήνες από την λήξη της εταιρικής χρήσης δημοσιεύονται στο Γ.Ε.ΜΗ. (άρθρο 98 παρ. 2)

• Ο διορισμός ελεγκτών (άρθρο 99 παρ. 1)

• Η λύση της εταιρίας (άρθρο 103 παρ. 2)

• Ο διορισμός, η ανάκληση και η αντικατάσταση του εκκαθαριστή (άρθρο 104 παρ. 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 63)

• Η ολοκλήρωση της εκκαθάρισης (άρθρο 105 παρ. 6)

• Απόφαση μετατροπής σε εταιρία άλλης μορφής καθώς και το νέο καταστατικό (άρθρο 106 παρ. 2)

• Το Σχέδιο Σύμβασης Συγχώνευσης των ΙΚΕ για κάθε μια από τις συγχωνευόμενες εταιρίες (άρθρο 109 παρ. 3)

• Οι αποφάσεις των εταίρων που εγκρίνουν τη συγχώνευση μαζί με υπεύθυνη δήλωση των διαχειριστών των συγχωνευόμενων εταιριών ότι τηρήθηκε η διαδικασία προστασίας των δανειστών του άρθρου 110 (άρθρο 112 παρ. 3)

• Η δικαστική απόφαση που κηρύσσει άκυρη ή αναγνωρίζει την ακυρότητα της συγχώνευσης (άρθρο 114 παρ. 4)

• Επίσης σε δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. υποβάλλονται και όσα στοιχεία ορίζονται στον ν. 3419/2005 καθώς και όσα ορίζονται στην Κ1-884 οικ./19.4.2012 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ 1420 Β).


Β. ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ - ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ - ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΤΑΙΡΩΝ

Όργανα της εταιρίας είναι η συνέλευση των εταίρων (τέταρτο κεφάλαιο –άρθρα 68 έως 74) και ο/οι διαχειριστής /ες (τρίτο κεφάλαιο –άρθρα 55 έως 67) κατ’ αναλογία με την Ε.Π.Ε.

Για τη διαχείριση και την εκπροσώπηση της εταιρείας ορίζεται στο άρθρο 55 ότι η διαχείριση της εταιρείας μπορεί να ασκείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα, τους διαχειριστές, που αποτελούν όργανο της εταιρείας, ενώ στο άρθρο 56 ορίζεται ο τρόπος άσκησης της διαχείρισης ελλείψει καταστατικής πρόβλεψης (νόμιμη διαχείριση) και ακολουθώντας τη ρύθμιση της ΕΠΕ η παραγρ. 1 ορίζει ότι η διαχείριση ασκείται συλλογικά από όλους τους εταίρους (ή ενδεχομένως από το μοναδικό εταίρο) και το εδάφιο β΄ σχετικά με τη διενέργεια πράξεων διαχείρισης από ένα εταίρο, υπό ορισμένες προϋποθέσεις αντιστοιχεί στη ρύθμιση του άρθρου 751 ΑΚ.

Στο άρθρο 57 ρυθμίζονται τα θέματα της καταστατικής διαχείρισης. Προβλέπεται ότι ο τρόπος διαχείρισης και εκπροσώπησης της εταιρίας μπορεί να προβλέπεται στο καταστατικό. Σχετικά με τον χρόνο ορισμού του ή των διαχειριστών αν δεν προβλέπεται κάτι διαφορετικό στο καταστατικό ή στην απόφαση των εταίρων (η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των εταιρικών μεριδίων), ο διορισμός του διαχειριστή είναι για αόριστο χρόνο (δηλαδή μέχρις ανακλήσεως, παραιτήσεως, έκπτωσης ή –ο μη γένοιτο- θανάτου). Αν δεν ορίζεται επίσης διαφορετικά στο καταστατικό οι πράξεις διαχείρισης και εκπροσώπησης διενεργούνται συλλογικά από όλους τους διαχειριστές, με εξαίρεση επείγουσες πράξεις διαχείρισης, από την παράλειψη των οποίων απειλείται σοβαρή ζημιά της εταιρείας, τις οποίες μπορεί να διενεργεί κάθε διαχειριστής χωριστά, ειδοποιώντας ωστόσο τους λοιπούς διαχειριστές.

Επισημαίνεται ότι διαχειριστής μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο (άρθρο 58). Έτσι, ακόμα και στην περίπτωση της νόμιμης διαχείρισης, αν ο εταίρος είναι νομικό πρόσωπο οφείλει να ορίσει φυσικό πρόσωπο που θα είναι διαχειριστής.

Αναφορικά με τους εταίρους, στο άρθρο 68 ορίζεται ότι αποφασίζουν για κάθε εταιρική υπόθεση (παρ. 1), ενώ στην παρ. 2 ορίζονται τα θέματα για τα οποία αυτοί είναι αποκλειστικά αρμόδιοι. στόσο στην παρ. 3 θεσπίζεται εξαίρεση, η οποία μπορεί είτε να περιλαμβάνεται στο αρχικό καταστατικό, είτε να εισαχθεί με ομόφωνη απόφαση των εταίρων, που αφορά στην δυνατότητα ανάθεσης στο διαχειριστή εξουσίας τροποποίησης του καταστατικού. Η εξουσία αυτή πρέπει να είναι χρονικά περιορισμένη (το πολύ τρία χρόνια).

Κανόνας για τις Ιδιωτικές Κεφαλαιουχικές Εταιρίες είναι η λήψη αποφάσεων από τους εταίρους σε συνέλευση (άρθρο 69). στόσο στον κανόνα αυτό εισάγεται με το άρθρο 73 εξαίρεση (έγγραφη λήψη των ομόφωνων αποφάσεων).

Στο άρθρο 70 ρυθμίζονται τα της σύγκλησης της γενικής συνέλευσης ενώ στο άρθρο 71 ρυθμίζονται τα του τόπου συνόδου της γενικής συνέλευσης, ενώ εισάγεται και η δυνατότητα διεξαγωγής αυτής με τηλεδιάσκεψη.

Στο άρθρο 72 ρυθμίζονται τα θέματα του τρόπου συμμετοχής στη συνέλευση και του τρόπου λήψης των αποφάσεων. Εισάγεται ο κανόνας της λήψης απόφασης με απόλυτη πλειοψηφία του αριθμού των εταιρικών μεριδίων, ωστόσο υπάρχουν θέματα για τα οποία ο νομοθέτης επιτάσσει την λήψη απόφασης με πλειοψηφία των 2/3 των εταιρικών μεριδίων, ενώ επιτρέπει να εισαχθεί με διάταξη του καταστατικού αυξημένο ποσοστό για την λήψη ορισμένων ή όλων των εταιρικών αποφάσεων, όχι όμως μικρότερο. Επίσης επιτρέπει με καταστατική διάταξη να εισαχθεί ο κανόνας που υπάρχει και στον ν. 3190/1955, δηλαδή ταυτόχρονη πλειοψηφία τόσο του αριθμού των εταίρων όσο και του αριθμού των εταιρικών μεριδίων.

Τέλος στο άρθρο 74 ρυθμίζονται θέματα ελαττωματικών αποφάσεων των εταίρων.

 

Γ. ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΜΕΡΙΔΙΑ – ΕΙΣΦΟΡΕΣ ΕΤΑΙΡΩΝ

Στο πέμπτο κεφάλαιο (άρθρα 75 έως 82) ρυθμίζονται θέματα εταιρικών μεριδίων και εισφορών των εταίρων.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 75 ορίζεται ότι προϋπόθεση για την συμμετοχή στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία είναι η απόκτηση τουλάχιστον ενός εταιρικού μεριδίου. Ελάχιστη ονομαστική αξία των εταιρικών μεριδίων (ίδια για κάθε είδους εισφορά) είναι το 1 ευρώ, και η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία πρέπει να έχει τουλάχιστον ένα εταιρικό μερίδιο που να εκπροσωπεί κεφαλαιακή εισφορά (άρθρο 77 παρ. 5). Συνεπώς έτσι γίνεται εμφανής η βασική καινοτομία της νέας εταιρείας, που είναι ότι το κεφάλαιό της μπορεί να είναι και ένα (1) ευρώ κατ’ ελάχιστο, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κατά τη σύσταση της εταιρείας ή και μεταγενέστερα δεν μπορεί να οριστεί μεγαλύτερο κεφάλαιο, ενώ παράλληλα αποσυνδέεται η εταιρική συμμετοχή και τα εταιρικά μερίδια από το κεφάλαιο καθότι ενώ στις κλασικές περιπτώσεις της Α.Ε. και της Ε.Π.Ε. οι μετοχές και τα εταιρικά μερίδια αποτελούν τμήμα του κεφαλαίου και προσδιορίζουν το μέγεθος συμμετοχής του κάθε εταίρου, ανάλογα με τον αριθμό μεριδίων που κατέχει, στην ΙΚΕ τα πράγματα είναι διαφορετικότερα διότι τα εταιρικά μερίδια ανάγονται όχι αποκλειστικά στο κεφάλαιο ως μοναδικό παρονομαστή αλλά σε έναν ευρύτερο παρονομαστή που αποτελείται από την αξία του συνόλου των εισφορών.

Η παραπάνω διαφοροποίηση οφείλεται στο ότι στην ΙΚΕ γίνονται δεκτές και άλλες εισφορές πλην των κεφαλαιακών και μάλιστα εισφορές που είτε από τη φύση τους δεν μπορούσε μέχρι τώρα να αποτυπωθούν στον ισολογισμό όπως είναι η εργασία (εξωκεφαλαιακές εισφορές – άρθρο 78), είτε συνίσταται στην ανάληψη εγγυητικής ευθύνης για τα χρέη της εταιρείας (εγγυητικές εισφορές άρθρο 79).

Σημειώνεται εδώ ότι οι εν λόγω εισφορές παίρνουν εταιρικά μερίδια ίδιας ονομαστικής αξίας με αυτά των κεφαλαιακών εισφορών, συμμετέχουν στα κέρδη, δεν αποτελούν κεφάλαιο και ο συνολικός αριθμός των μεριδίων, εφόσον υπάρχουν εξωκεφαλαιακές εισφορές η εγγυητικές εισφορές είναι σε κάθε περίπτωση μεγαλύτερος από τον αριθμό των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχουν στο εταιρικό κεφάλαιο.

Παράλληλα εδώ σας επισημαίνουμε ότι οι εξωκεφαλαιακές εισφορές και οι εγγυητικές εισφορές δεν αποτιμώνται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κ.Ν. 2190/1920 για τον προσδιορισμό της τρέχουσας αξίας τους αλλά οι μεν εξωκεφαλαιακές εισφορές προσδιορίζονται με συμφωνία των εταίρων στο καταστατικό, η αξία δε των εγγυητικών εισφορών καθορίζεται στο καταστατικό και δεν μπορεί να υπερβαίνει το 75% του ποσού για το οποίο ο εταίρος έχει αναλάβει ευθύνη καταβολής (άρθρο 79). Έτσι, επί παραδείγματι αν συμφωνείται ανάληψη ευθύνης για 100.000 ευρώ η αξία της εισφοράς, η οποία θα αποτελέσει και τη βάση προσδιορισμού των εταιρικών μεριδίων που θα λάβει ο παρέχων την εισφορά, θα ορίζεται από τους εταίρους δεν θα μπορεί όμως να υπερβαίνει της 75.000 ευρώ. Δηλαδή ο θεσμός των εγγυητικών εισφορών λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός προστασίας των εταιρικών δανειστών στο μέτρο που οι τελευταίοι δύναται να στραφούν άμεσα και πρωτογενώς κατά του εταίρου ώστε η ευθύνη επομένως του εταίρου με εγγυητική εισφορά παρά τον όρο που χρησιμοποιείται είναι ευθύνη πρωτοφειλέτη και όχι εγγυητή.

Διευκρινίζεται επίσης ότι εάν και σύμφωνα με το άρθρο 81 δεν είναι δυνατή η επιστροφή των εξωκεφαλαιακών και εγγυητικών εισφορών, επιτρέπεται η εξαγορά των υποχρεώσεων που πηγάζουν απ’ αυτές κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 ως δικλείδα απεμπλοκής των εταίρων από μια υποχρέωση που ανέλαβαν αλλά δεν μπορούν να τηρούν στο διηνεκές.

Η εξαγορά των υποχρεώσεων καθίσταται δυνατή με τη μετατροπή των εν λόγω μεριδίων σε μερίδια κεφαλαιακής εισφοράς και την καταβολή από τον εταίρο στην εταιρεία για μεν την εξωκεφαλαιακή εισφορά, ποσού ίσο με την αξία της εισφοράς του, όπως ορίστηκε στο καταστατικό για δε την εγγυητική εισφορά του πλήρους ποσού της ευθύνης του και όχι απλώς του 75% στο οποίο μπορεί να έχει αποτιμηθεί η εισφορά αυτή.

Στην περίπτωση όμως που οι υποχρεώσεις αυτές έχουν εν μέρει εκπληρωθεί το καταβλητέο ποσό ορίζεται από την εταιρεία αναλογικά και λόγω της έκδοσης νέων μεριδίων κεφαλαιακών εισφορών η εξαγορά κατά το παρόν άρθρο συνιστά αύξηση κεφαλαίου κατά το καταβλητέο ποσό και διενεργείται από το διαχειριστή χωρίς να υπάρχει δικαίωμα προτίμησης των λοιπών εταίρων, ενώ σε περίπτωση αμφισβήτησης του καταβλητέου ποσού ή αν η εταιρεία δεν προβαίνει σε προσδιορισμό του ποσού το δικαστήριο κρίνει μετά από αίτημα του εταίρου σύμφωνα με το άρθρο 371 ΑΚ.

Τέλος σημειώνεται ότι όταν έχει ολοκληρωθεί η εξωκεφαλαιακή ή εγγυητική εισφορά τα εταιρικά μερίδια που έχει λάβει ο παρέχων την ανωτέρω εισφορά παραμένουν αμετάβλητα.

 

Δ. ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΕΙΣΦΟΡΩΝ – ΕΤΗΣΙΕΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ – ΔΙΑΝΟΜΗ ΚΕΡΔΩΝ - ΕΛΕΓΧΟΣ

Με το άρθρο 80 ορίζεται ότι ο τρόπος λογιστικής παρακολούθησης των εξωκεφαλαιακών και εγγυητικών εισφορών που καταχωρίζονται σε λογαριασμούς ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας θα καθοριστεί με Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, ενώ τα άρθρα 81 και 82 καθορίζουν την επιστροφή εισφορών και εξαγορά υποχρεώσεων από εξωκεφαλαιακές ή εγγυητικές εισφορές.

Οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις που συντάσσει η ΙΚΕ,υπογράφονται από τον διαχειριστή, περιλαμβάνουν τον ισολογισμό,τον λογαριασμό αποτελεσμάτων χρήσης,τον πίνακα διάθεσης αποτελεσμάτων ,το προσάρτημα και την ετήσια έκθεση του διαχειριστή για την εταιρική δραστηριότητα της χρήσης που έληξε και καταρτίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 42, 42α, 42β, 42γ, 42δ, 42ε, 43, 43α και 43γ του κν 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιρειών», ενώ αν καταρτίζονται σύμφωνα με τα ιεθνή Λογιστικά Πρότυπα ισχύουν αναλογικά τα οριζόμενα στα αρθρα 134 και επόμενα του προαναφερθέντος νομου 2190/1920.

Επίσης αν η ΙΚΕ που διέπεται από το Ελληνικό Δίκαιο είναι μητρική κατά την έννοια της περίπτωσης α της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του κν 2190/1920 καταρτίζει υποχρεωτικα και ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90-109 του κν 2190/1920.

Παράλληλα οι παραπάνω οικονομικές καταστάσεις με μέριμνα του διαχειριστή δημοσιεύονται στο Γ.Ε.Μ.Η και την ιστοσελίδα της εταιρείας μέσα σε τρείς μήνες από την λήξη της εταιρικής χρήσης και αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 43β του κν 2190/1920, ενώ για τον έλεγχο των ιδιων οικονομικών καταστάσεων ορίζονται ελεγκτές από τους εταίρους που ο διορισμός τους καταχωρίζεται στο ΓΕΜΗ και αναλογικά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 36, 36α, 37, 38 και της παραγράφου 4 του άρθρου 43α. του κν 2190/1920.

Επισης οι ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της ΙΚΕ και η βάσει αυτων διανομή κερδών εγκρίνονται με απόφαση των εταίρων.

Στην διανομή των ετήσιων κερδών αφου αφαιρεθεί το 1/20 τούτων για τον σχηματισμό τακτικού αποθεματικού, συμμετέχουν όλα τα εταιρικά μερίδια συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αντιστοιχούν σε εξωκεφαλαιακές και εγγυητικές εισφορές ενώ στο καταστατικό μπορεί να προβλέπεται ότι για ορισμένο χρόνο που δεν θα υπερβαίνει την δεκαετία κάποιος εταίρος ή εταίροι δεν μετέχουν ή μετέχουν περιορισμένα στα κέρδη ή στο προΪόν εκκαθάρισης η ότι εχουν και δικαίωμα λήψης πρόσθετων κερδών.

 

Ε. ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΙΚΕ ΣΤΙΣ ΓΕΝΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Με το άρθρο 116 γίνεται προσαρμογή της ΙΚΕ στις γενικές ρυθμίσεις της νομοθεσίας των κεφαλαιουχικών εταιρειών εκτός αν από τον νόμο η την φύση της ΙΚΕ συνάγεται κάτι διαφορετικό.

Ιδιαίτερα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι μεταξύ των ρυθμίσεων συμπεριλαμβάνονται και τα εξής:

Α) Οι νόμοι που παρέχουν κίνητρα για τους μετασχηματισμούς επιχειρήσεων περιλαμβάνουν στο πεδίο εφαρμογής τους και την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία.

Β) Όπου στη νομοθεσία ορίζεται ότι η δραστηριότητα μπορεί να ασκείται από εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, εφεξής θα μπορεί να ασκείται και από ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Γ) Οι εκάστοτε ισχύουσες φορολογικές διατάξεις για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης (ΕΠΕ) εφαρμόζονται και στις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες.

Δ) Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του Προεδρικού Διατάγματος 258/2005 (ΦΕΚ 316/Α/2005 “καταστατικό του Οργανισμού Ασφάλειας Ελευθέρων Επαγγελματιών” τροποποιείται σχετικά με την υποχρεωτική ασφάλιση ορίζοντας ότι υποχρεωτικά υπάγονται μεταξύ των άλλων σύμφωνα με τα εδάφια ε και στ “οι διαχειριστές ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας” που ορίστηκαν με το καταστατικό ή με απόφαση των εταίρων και “ ο μοναδικός εταίρος μονοπρόσωπης κεφαλαιουχικής εταιρείας” αντίστοιχα ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 προστέθηκε περίπτωση ζ που ορίζει “ οι εταίροι ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας

 

ΣΤ. ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΕΠΕ ΣΕ ΙΚΕ

Με το άρθρο 120 διευκολύνεται η μετατροπή υφιστάμενων εταιρειών περιορισμένης ευθύνης σε ΙΚΕ δίνοντας τους την δυνατότητα ότι μέχρι την 31-12-2013 υφιστάμενες ΕΠΕ μπορούν να μετατραπούν σε ΙΚΕ κατά το άρθρο 107 του Νόμου 4072/2012 εάν αυτό αποφασιστεί από την συνέλευση των εταίρων, που λαμβάνεται είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των 2/3 του όλου αριθμού των εταίρων που εκπροσωπούν τα 2/3 του όλου εταιρικού κεφαλαίου είτε με πλειοψηφία τουλάχιστον των ¾ του όλου εταιρικού κεφαλαίου σε αντίθεση της απαιτούμενης πλειοψηφίας που απαιτείται σύμφωνα με το το άρθρο 67 του κν 2190/1920 που παραπέμπει στο άρθρο 38 παρ.1 του ν 3190/1955 για την μετατροπή της ΕΠΕ σε ΑΕ, ενώ ρήτρες του καταστατικού των ΕΠΕ που προβλέπουν μεγαλύτερα ποσοστά πλειοψηφίας δεν λαμβάνονται υπόψη για την απόφαση αυτή.

- Για τη διευκόλυνση μελέτης του όλου κειμένου της νομοθεσίας της ΙΚΕ σας γνωρίζουμε ότι όλο το νομοθετικό πλαίσιο της ΙΚΕ που εμπεριέχεται στα άρθρα 43 έως και 120 του Ν. 4072/2012 διαιρείται σε δέκα τρία (13) κεφάλαια-ενότητες με περιγραφή και διάρθρωση άρθρων ως εξής:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ (άρθρα 43 – 48 βασικά χαρακτηριστικά ΙΚΕ, επωνυμία, έδρα διάρκεια κ.λπ.)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ (άρθρα 49 – 54 ίδρυση της εταιρείας, ιδρυτική πράξη, περιεχόμενο καταστατικού, διαδικασία σύστασης, δημοσιότητα Γ.Ε.ΜΗ., κήρυξη ακυρότητας της εταιρείας και ευθύνη ιδρυτών)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄ (άρθρα 55 – 67 διαχείρηση και εκπροσώπηση της εταιρείας)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ (άρθρα 68 – 74 αποφάσεις εταίρων, γενικές συνελεύσεις, σύγκληση Γ.Σ., τόπος συνεδρίασης)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ (άρθρα 75 – 82 εταιρικά μερίδια και εισφορές εταίρων)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ (άρθρα 83 – 93 μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων και άλλες μεταβολές της σύνθεσης της εταιρείας)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ (άρθρα 94 – 95 σχέση εταίρων με την εταιρεία και σχέση μεταξύ των εταίρων)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄ (άρθρα 96 – 101 ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, διανομή κερδών και έλεγχος)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄(άρθρα 102 – 105 λύση και εκκαθάριση, εκκαθαριστές, εργασίες εκκαθάρισης)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄(άρθρα 106 – 115 μετατροπή της ΙΚΕ σε άλλη εταιρική μορφή και το αντίστροφο καθώς και διαδικασία συγχώνευσης μεταξύ ΙΚΕ)
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄(άρθρα 116 – 118 προσαρμογή στις γενικές διατάξεις – ασφάλιση διαχειριστών και απαλλαγές καθώς και προσαρμογή στο Ν. 3853/2010 με την αντικατάσταση του άρθρου 1 του προαναφερθέντος νόμου και την προσθήκη άρθρου 5α που αναφέρεται στη διαδικασία σύστασης ΙΚΕ).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄ (άρθρα 119 – 120 με ποινικές, τελικές και μεταβατικές διατάξεις που αναφέρονται στο ότι μέχρι την 31-12-2013 οι υφιστάμενες εταιρείες Ε.Π.Ε. μπορούν να μετατραπούν σε ΙΚΕ κατά το άρθρο 107 και με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 120).

- Τέλος σας γνωρίζουμε ότι σύμφωνα με το άρθρο 247 παραγρ. 7 του ν.4072/2012, η μέριμνα της προαγωγής του θεσμού της Ιδιωιτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρείας (ΙΚΕ), καθώς και η έκδοση εγκυκλίων και η παροχή οδηγιών στις κατά τόπους αρμόδιες υπηρεσίες για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας ανήκει στη Δ/νση Ανωνύμων Εταιρειών και Πίστεως της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στην οποία μπορείτε να υποβάλλετε και σχετικά ερωτήματα και στα τηλέφωνα 210-3893345, 210-3893383 και 210-3893481.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ


 

                                                                                             ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΕΠΙΤΑΓΕΣ - ΥΠΕΞΑΙΡΕΣΗ

Ο διαχειριστής και σύμβουλος της εταιρίας, εισέπραξε επιταγές εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του αυτή. Το ποσό των επιταγών το τοποθέτησε σε προσωπικούς του λογαριασμούς και δεν το παρέδωσε στην εταιρία. – Άρειος Πάγος 719/2010 Τμήμα Ε’ Ποινικο


Πρόεδρος : Kωνσταντίνος Κούκλης

Εισηγητής : Βιολέττα Κυτέα




(…)
Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., την 8/0-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του 101/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, εκθέτω τα ακόλουθα: ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το 112/2007 βούλευμά του αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος για: α) πλαστογραφία με σκοπό το περιουσιακό όφελος και την βλάβη τρίτου ύψους άνω των 73.000 και β) υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας με αντικείμενο ανώτερο των 73.000 ευρώ (άρθρα 216 § § 1 και 3 εδ. α' και 375 § § 1 και 2 εδ. α' και β' Π.Κ.), πράξεις που φερόταν ότι τέλεσε στη ...: α) στις 31-12-2001 και β) την 1-2-2001, 26-3-2001, 10-4-2001, 4-5-2001, 16-8-2001, 8-9-2001, 3-11-2001 και 1-12-2001 σε βάρος της εγκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις ΑΕ", η οποία έχει την έδρα της στην ... . Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησε η εγκαλούσα πολιτικώς ενάγουσα εταιρεία την 28/2007 έφεσή της η οποία έγινε δεκτή από το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου το οποίο με το 21/2008 βούλευμά του παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικασθεί μόνο για την πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Κατά του βουλεύματος αυτού ο ήδη αναιρεσείων κατηγορούμενος άσκησε την 2/2008 αίτηση αναιρέσεως, επικαλούμενος έλλειψη αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του α. 375 παρ. 1 και 2 περ. α' και β' του ΠΚ, και υπέρβαση εξουσίας. Η αίτησή του αυτή έγινε δεκτή από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος με το 2679/2008 βούλευμά του αναίρεσε το βούλευμα αυτό για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφέροντας τα ακόλουθα: "Συγκεκριμένα ενώ η κατηγορία για την οποία παραπέμπεται ο αναιρεσείων στο ακροατήριο συνίσταται και στο ότι αυτός κατά το χρονικό διάστημα από τέλος του μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002, ιδιοποιήθηκε παρανόμως και το ποσό των 221.000.000 ή 648.569,33 ευρώ, το Συμβούλιο Εφετών αναφέρει ρητώς ως παραδοχή ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμιεύσεως του ποσού αυτού από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του ποσού αυτού στους λογαριασμούς της και λογιστικώς μόνο φαίνεται να χρεώθηκε ως έξοδο αντί ως έσοδο στους λογαριασμούς της. Κατά τον τρόπο όμως αυτό υπάρχει στο βούλευμα αντίφαση που δημιουργεί λογικό κενό και καθιστά μη εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, του αν ορθώς στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε η διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 ΠΚ, αφού προκειμένου να τελεστεί το έγκλημα της υπεξαίρεσης, είναι αναγκαία προϋπόθεση το "ιδιοποιηθέν" κινητό να είναι ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, και να βρίσκεται στην κατοχή του δράστη κατά τον χρόνο της "ιδιοποίησης". Συνεπώς το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης και πρέπει να αναιρεθεί, κατά τον βάσιμο δεύτερο λόγο αναίρεσης που περιλαμβάνεται στην κρινομένη αίτηση (αρθρ. 484 παρ. 1β' ΚΠΔ), παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που αποφάνθηκαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ)". Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου επανήλθε και με το 101/2009 βούλευμά του παρέπεμψε και πάλι αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικαστεί για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν, λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ. Συγκεκριμένα, με το προσβαλλόμενο βούλευμα ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι στη Ρόδο κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερης μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα ως διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την ΑΑ, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον πάσχοντα από βαριά και ανίατη ασθένεια αδελφό του ΒΒ, ο οποίος απεβίωσε στις 17.1.2002, με τον οποίο κατείχε κατ' ισομοιρία τις μετοχές της πολιτικώς ενάγουσας ως και τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", οι οποίες είχαν την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων στην ... και δεύτερον τον αποκλεισμό με εντολή του οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αποβιώσαντος την 17-1-2002 αδελφού του και ειδικότερα της συζύγου του ΑΑ και των τριών θυγατέρων του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω εταιρειών, στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της πολιτικώς ενάγουσας, ώστε να μην επιχειρήσουν, οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην πολιτικώς ενάγουσα, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ. αυτής, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της που πραγματοποιήθηκε στις 14.11.2002 αφού εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας το σύνολο των παρακάτω εννέα επιταγών ποσού 311.437.113 δραχμών τις οποίες εξέδωσε σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας το εδρεύον στο ... της Γερμανίας Τουριστικό Πρακτορείο 1-2 Fly Gmbh, πληρωτέες από την τράπεζα Citibank, τις οποίες το εκδόσαν αυτές πρακτορείο απέστειλε στην πολιτικώς ενάγουσα προς εξόφληση οφειλών του προερχομένων από τη μίσθωση του ξενοδοχείου : α/α Ημερομηνία πληρωμής Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές
1 27.01.2001 141831511 20.000.000
2 26.03.2001 141832413 40.000.000
3 26.03.2001 41832414 51.200.153
4 21.04.2001 141832748 32.605.700
5 11.08.2001 141835870 85.187.500
6 08.09.2001 141836648 3.322.402
7 08.09.2001 141836738 68.150.000
8 03.11.2001 141837501 2.408.673
9 01.12.2001 141837877 8.562.685 διά της οπισθογραφήσεως αυτών ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας, θέτοντας συγχρόνως επί της υπογραφής του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας, δεν εισήγαγε το σύνολο των εισπραχθέντων χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της πολιτικώς ενάγουσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ούτε παρέδωσε στο νέο Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτηση του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου το συνολικό ποσό των 219.984.711 δρχ. ή 645.589, 76 ευρώ, αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα Ειδικότερα με την άνω ιδιότητα του εισέπραξε διά της Εμπορικής Τράπεζας τις 2η, 3η, 4η, 8η και 9η των άνω επιταγών συνολικού ποσού 134.777.211 δραχμών (40.000.000 + 51.200.153 + 32.605.700 + 2.408.673 + 8.562.685), προς την οποία τις οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας ως αξία προς πίστωση λογαριασμού και το εισπραχθέν από την άνω τράπεζα ποσό μετά από εντολή του κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ...λογαριασμό που τηρούσε στην τράπεζα αυτή η εταιρία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", της οποίας επίσης ήταν εκπρόσωπος και διαχειριστής ο κατηγορούμενος, ενώ την 5η επιταγή ποσού 85.187.500 δρχ. εισέπραξε διά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, προς την οποία την οπισθογράφησε εν λευκώ και το εισπραχθέν από την άνω τράπεζα ποσό επίσης μετά από εντολή του κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της ίδιας ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", της οποίας ήταν εκπρόσωπος και διαχειριστής, τον οποίο τηρούσε στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου η εταιρία αυτή (πιστώθηκε ο άνω λογαριασμός), στη συνέχεια δε προέβη σε ανάληψη των άνω ποσών (134.777.211 + 85.187.500 = 219.984.711) από τους παραπάνω λογαριασμούς με αριθμ. ... (Εμπορικής) και ... (Συνεταιριστικής) που τηρούσε η εταιρεία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ... Α.Ε." με επιταγές έκδοσης του, είτε σε διαταγή του ιδίου είτε σε διαταγή τρίτων και τα διέθεσε για την κάλυψη προσωπικών του αναγκών και για σκοπούς ξένους προς την πολιτικώς ενάγουσα και όχι προς πληρωμή οφειλών της τελευταίας. Για τη συγκάλυψη του άνω υπεξαιρεθέντος ποσού α) την 4η των άνω επιταγών ποσού 32.605.700 δραχμών δεν την εμφάνισε καθόλου στο λογιστήριο με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και συνακόλουθα να μην εμφανίζεται ως έσοδο αυτής και β) κατόπιν εντολής του ο λογιστής ΣΤ ενέγραψε παρανόμως στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας αφενός ως έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ. ήτοι τις 2η, 3η, 5η, 8η, και 9η των παραπάνω επιταγών καίτοι το ποσό αυτό δεν κατατέθηκε σους λογαριασμούς της πολιτικώς ενάγουσας αλλά στους λογαριασμούς της ΑΕ ... και αφετέρου ως έξοδο (στις πληρωμές) του λογαριασμού "ταμείο" του έτους 2001 του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών της πολιτικώς ενάγουσας, με αναφερόμενη ημερομηνία την 31.12.2001, το ποσό των 221.000.000 δρχ. ή 648.569,33 ευρώ προς την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως "ΕΤΒΑ" ενώ στην πραγματικότητα το παραπάνω ποσό δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αφού η ΕΤΒΑ είχε παραιτηθεί στις 10.12.2001 από απαιτήσεις της έναντι της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 234.825.062 δρχ. ή 689.141,78 ευρώ, προερχόμενη εκ δανείων και θα έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας στον λογαριασμό "ταμείο" και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εσόδων του έτους 2001 κατά 221.000.000 δρχ., πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου και διαχειριστή της πολιτικώς ενάγουσας το δε συνολικό αντικείμενό της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε στον κατηγορούμενο στις 11-8-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του Υπαρχ/κα ... του Α.Τ. ..., και αυτός στις 10-9-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση - κατά τον μήνα Αύγουστο αναστέλλονται οι προθεσμίες των ενδίκων μέσων - (άρθρο 473 παρ. 1 και 4 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 4 προστ. από το άρθρο 19 του Ν. 2721/199), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο κατηγορούμενος με την παραπάνω αίτηση αναιρέσεώς του στρέφεται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος και ζητά την εξαφάνισή του για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του α. 375 του Π.Κ. (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠΔ). Επειδή η αίτηση αυτή αναιρέσεως είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και παραδεκτή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί στην ουσία της .
ΙΙΙ. Σύμφωνα με την διάταξη αρθρ. 375 § 1 Π.Κ., όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερης μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτούνται α) ξένο εν όλω ή εν μέρει κινητό πράγμα, ως τέτοιο δε θεωρείται το πράγμα που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με τον δράστη κυριότητα όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε στο δράστη με οποιοδήποτε τρόπο και να ήταν κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης στην κατοχή του και γ) ο δράστης να ιδιοποιήθηκε αυτό παράνομα, δηλαδή να το ενσωμάτωσε στην περιουσία του χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που του παρέχει ο νόμος και δ) δόλια προαίρεση του δράστη που περιλαμβάνει την συνείδηση ότι το πράγμα είναι ξένο και την θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή την άρνηση απόδοσης του στον ιδιοκτήτη (ΑΠ 130/2007 ΠΧ'2007.1000, ΑΠ 2124/2006 ΠΧ'2007.836). Κατά την παράγραφο 2 εδ. α' του άρθρου 375 Π.Κ., όπως αντικ. με την παραγρ. α' του άρθρου 1 Ν. 2408/1996 η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας. Για να έχει ο δράστης την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας πρέπει να ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο υλικές, αλλά και νομικές πράξεις με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής, (ΑΠ 1120/2006 ΠΧ'2007.419, ΑΠ 1275/2006 ΠΧ'2007.515, ΑΠ 114/2006 ΠΧ'2006.419). Κατά τις διατάξεις αρθρ. 98 § 2 Π.Κ. όπως συμπληρ. με αρθρ. 14 § 1 Ν. 2721/1999 η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα, με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, που πρέπει να προσδιορίζεται, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (ΑΠ 1307/2004 ΠΧ'2004.535). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (α. 93 παρ. 3 του Σ. και 139 του Κ.Π.Δ.), χωρίς την οποία υπάρχει λόγος αναιρέσεώς του (α. 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ), όταν: α) αναφέρονται σ' αυτό τα πραγματικά περιστατικά για την αντικειμενική και υποκειμενική συγκρότηση του εγκλήματος, β) τα αποδεικτικά στοιχεία των πραγματικών αυτών περιστατικών, γ) οι σκέψεις με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε και έκρινε και δ) οι επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικά στο παραπεμπτικό βούλευμα πρέπει να προσδιορίζονται κατά το είδος τους όλα τα αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και αναφορά για το ποια περιστατικά προέκυψαν από το καθένα χωριστά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ούτε ο προσδιορισμός της βαρύτητας καθενός στον σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ'2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ'2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ'2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ'2002.689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003.24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ'1996.358). ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου με το προσβαλλόμενο βούλευμά του δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος Χ μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα στις 17.1.2002 από ανίατη ασθένεια αδελφό του ΒΒ, σύζυγο της ΑΑ, συνέστησαν το έτος 1984 την εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε" και ακολούθως το έτος 1986 συνέστησαν δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" με σκοπό την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων που βρίσκονται στη ... . Οι μετοχές των δύο ΑΕ ανήκαν κατ' ισομοιρία στα δύο αδέλφια. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε" ήταν από το έτος 1998 οι ΒΒ, πρόεδρος, Χ, διευθύνων σύμβουλος, ΔΔ, αντιπρόεδρος και οι ΖΖ και ΗΗ, μέλη. Ορίστηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία εκπροσωπείται, από κοινού ή μεμονωμένα, από τους ΒΒ και τον κατηγορούμενο Χ. Ομοίως ορίστηκε η εκπροσώπηση και της δεύτερης εταιρείας, στην οποία πρόεδρος ήταν ο κατηγορούμενος και διευθύνων σύμβουλος ο ΒΒ. Κατά την διάρκεια του έτους 2001 ο ΒΒ ασθενούσε βαρύτατα από ανίατη ασθένεια (απεβίωσε στις 17-1-2002) και μάλιστα επί τρίμηνο νοσηλεύθηκε σε νοσηλευτικό ίδρυμα των Η.Π.Α., η δε ασθένειά του δεν του επέτρεπε να ασχολείται με τις οικονομικές δοσοληψίες της εκκαλούσας εταιρείας, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει ο κατηγορούμενος, τον οποίο εμπιστευόταν ο αδελφός του. Η εκκαλούσα είχε λάβει από την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) δύο δάνεια, η οφειλή από τα οποία στις 9-5-2001 ανερχόταν στο ποσό των 307.004.497 δραχμών. Η ΕΤΒΑ με την από 14-12-2001 επιστολή της, απευθυνόμενη προς την εκκαλούσα, επαναπροσδιόρισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως τροποπ. με άρθρο 42 Ν. 2912/2001, την συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της εκκαλούσας στο ποσό των 72.179.435 δραχμών και παραιτήθηκε από απαιτήσεις της έναντι της τελευταίας, ποσού 234.825.062 δραχμών ή 689.141,78 ευρώ. Η εκκαλούσα τηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατάστημα ... τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα ..., τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" τηρούσε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Εμπορική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκ/σου τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό. Τα έσοδα-εισπράξεις, της εκκαλούσας, προέρχονταν είτε από τα τουριστικά πρακτορεία, τα οποία μίσθωναν δωμάτια του ξενοδοχείου της, είτε από τις εισπράξεις των τμημάτων του ξενοδοχείου, δηλαδή το εστιατόριο, το μπαρ κλπ. Όλα τα έσοδα της εκκαλούσας έπρεπε να κατατίθενται στους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της (με αριθμούς ... και ...), αφού πληρωθούν οι τρέχουσες μικροδαπάνες και η μισθοδοσία του προσωπικού. Όλα τα έξοδά της έπρεπε να εξοφλούνται με επιταγές των άνω δύο τραπεζών, εκτός από τα μικροέξοδα και τις πληρωμές με αποδείξεις δαπανών-εξόδων. Κατά το χρονικό διάστημα από 27.1.2001 έως 1.12.2001 το γερμανικό πρακτορείο "1-2 Fly Gmbh", που εδρεύει στο ... της Γερμανίας, εξέδωσε σε διαταγή "CLUB ST. GEORGE" τις παρακάτω εννέα επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα City Βank, συνολικού ποσού 311.437.113 δραχμών, τις οποίες απέστειλε στον κατηγορούμενο προς εξόφληση οφειλών του, προερχόμενες από τη μίσθωση του ξενοδοχείου και την παραμονή σ' αυτό των πελατών του. α/α Ημερομηνία πληρωμής Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές
10 27.01.2001 141831511 20.000.000
11 26.03.2001 141832413 40.000.000
12 26.03.2001 41832414 51.200.153
13 21.04.2001 141832748 32.605.700
14 11.08.2001 141835870 85.187.500
15 08.09.2001 141836648 3.322.402
16 08.09.2001 141836738 68.150.000
17 03.11.2001 141837501 2.408.673
18 01.12.2001 141837877 8.562.685
Οι εννέα επιταγές περιήλθαν στα χέρια του κατηγορουμένου ως διευθύνοντος συμβούλου και διαχειριστή της εκκαλούσας - πολιτικώς ενάγουσας και με την άνω ιδιότητά του τις οπισθογράφησε, θέτοντας συγχρόνως μαζί με την υπογραφή του την εμπορική - εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας, εμφανισθείσες δε εμπρόθεσμα προς πληρωμή εξοφλήθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα (City Βank). Από τις παραπάνω εννέα επιταγές, ο κατηγορούμενος (α) εισέπραξε και εν συνεχεία κατέθεσε στον τηρούμενο από την εκκαλούσα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου υπ' αριθ. ... λογαριασμό μόνο το ποσό της 6ης επιταγής, ήτοι 3.322.402 δραχμές, (β) εισέπραξε τις 2η, 3η, 4η, 5η, 8η και 9η εκ των επιταγών συνολικού 219.964.711 δραχμών διά της Εμπορικής Τράπεζας και της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε στους υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" και όχι σε κάποιο από τους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας, όπως όφειλε, ούτε όμως μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής. Ειδικότερα, εισέπραξε με την άνω ιδιότητά του, διά της Εμπορικής Τράπεζας (προς την οποία τις οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας ως αξία προς πίστωση λογαριασμού), τις 2η, 3η, 4η, 8η και 9η των άνω επιταγών, συνολικού ποσού 134.777.211 δραχμών (40.000.000 + 51.200.153 + 32.605.700 + 2.408.673 + 8.562.685) και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε μετά από εντολή του στον παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στην τράπεζα αυτή η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", ενώ την 5η επιταγή ποσού 85.187.500 δρχ. εισέπραξε διά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου (προς την οποία την οπισθογράφησε εν λευκώ πλην εκείνη την εισέπραξε σε πίστωση λογαριασμού μέσω του Δ.Η.Σ.Ε.) και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε στον παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό της δεύτερης εταιρίας (πιστώθηκε ο άνω λογαριασμός). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την κατάσταση της συνεταιριστικής Τράπεζας αλλά και από την επισημείωση που υπάρχει επί του σώματος της επιταγής αυτής, το ποσό αυτής κατατέθηκε στις 16-8-2001 στον άνω με αριθμ. ... λογαριασμό της δεύτερης εταιρίας και όχι στον ... που από παραδρομή γράφηκε στην από Ιανουαρίου 2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του ΘΘ και (γ) εισέπραξε σε μετρητά τις 1η και 7η των επιταγών, συνολικού ποσού 88.150.000 (20.000.000 + 68.150.000) δρχ., εμφανίζοντας προς πληρωμή τις επιταγές αυτές στην πληρώτρια τράπεζα Citibank, δεν κατέθεσε όμως μεταγενέστερα το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσας ούτε και αποδείχθηκε η πληρωμή ισόποσων οφειλών αυτής. Επομένως ο κατηγορούμενος, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας και κατά συνέπεια περιήλθαν στην κατοχή του τα άνω ποσά των οκτώ επιταγών (1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 7ης, 8ης και 9ης) που αναλύονται στις ως άνω υπό στοιχ. (β) και (γ) περιπτώσεις, δεν κατέθεσε, ως όφειλε, σε λογαριασμούς αυτής το συνολικό ποσό των 308.114.711 (88.150.000 + 219.964.711) δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος από τις παραπάνω οκτώ επιταγές 1ον) έδωσε εντολή στον λογιστή, αφενός να καταχωρηθούν ως εισπράξεις οι αριθμοί και τα ποσά των 2ης, 3ης, 5ης, 8ης και 9ης εξ αυτών (40.000.000 + 51.200.153 + 85.187.500 + 2.408.673 + 8.562.685), συνολικού ύψους 187.359.011 δραχμών, αλλά και η 6η επιταγή ποσού 3.322.402, στις σελίδες 9/26.3.2001, 390/11.8.2001, 487/8.9.2001, 645/3.11.2001 και 655/1.12.2001 στο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως έσοδο προερχόμενο από το πρακτορείο "1-2 Fly" το συνολικό ποσό των 190.681.413 (187.359.011 + 3.322.402), καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών (η είσπραξη όμως του ποσού των 10.000 δρχ. δεν συνδέεται με επιταγή) και συνολικά να εμφανίζεται ως έσοδο το ποσό των 190.691.413 δρχ. (190.681.413+10.000) και αφετέρου να πιστωθούν οι λογαριασμοί του πρακτορείου αυτού με το ποσό των 190.691.413 δρχ. συνολικά. Όμως, το παραπάνω ποσό των 187.359.011 δραχμών απεικονιζόταν ως έσοδο στα βιβλία της εκκαλούσας μόνον ως λογιστικό μέγεθος αφού, όπως λέχθηκε, ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε το ποσόν αυτό στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ούτε βέβαια στο ταμείο της εταιρείας, είτε συγχρόνως με την καταχώρηση των προαναφερομένων επιταγών στα βιβλία της είτε μεταγενέστερα (η 6η επιταγή ποσού 3.322.402 δρχ, όπως λέχθηκε, καταχωρήθηκε στα λογιστικά βιβλία και κατατέθηκε το ποσό της στον ... λογαριασμό της εκκαλούσας) και 2ον) δεν εμφάνισε παντάπασι στο λογιστήριο τις 1η, 4η και 7η εκ των επιταγών (20.000.000 + 32.605.700 + 68.150.000), το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε 120.755.700 δραχμές, και γι' αυτόν τον λόγο δεν καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας, με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας και η είσπραξη του ποσού των 120.755.700 δρχ. ως έσοδο προερχόμενο από τις επιταγές αυτές του πρακτορείου "1-2 Fly". Εν συνόψει, οι μεν πέντε επιταγές συνολικού ποσού 187.359.011, μετά από εντολή του κατηγορουμένου καταχωρήθηκαν σαν έσοδο στα βιβλία της εκκαλούσας, ενώ δεν κατατέθηκε το εισπραχθέν ποσό στο ταμείο ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής, οι δε τρεις επιταγές συνολικού ποσού 120.755.700 δεν καταχωρήθηκαν σ' αυτά, αφού ο κατηγορούμενος δεν τις εμφάνισε στο λογιστήριο. Συνολικά, δηλαδή, από τα 311.437.113 δραχμές δεν εισήχθη στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε κατατέθηκε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της το ποσό των 308.114.711 δραχμών (187.359.011 + 120.755.700), καίτοι περιήλθε ως άνω στην κατοχή του κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την σελίδα 9 της από 6 Ιανουαρίου 2004 έκθεσης διαχειριστικού ελέγχου του ΘΘ, εκτός από το παραπάνω ποσό των 190.691.413 ευρώ, καταχωρήθηκαν στις εισπράξεις στο βιβλίο απογραφών και ισολογισμού, λογαριασμός "Ταμείο" της εκκαλούσας, το ποσό των 40.000.000 δρχ. ως δάνειο από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου και το ποσό των 26.297.732 δρχ. ως εισπράξεις από τμήματα του ξενοδοχείου, με συνέπεια να εμφανίζεται στις εισπράξεις χρήσεως 2001 το συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ. (190.691.413 + 40.000.000 + 26.297.732). Στο ποσό των 256.989.145 προστέθηκε και το ποσό των 188.199.028 δρχ. ως χρεωστικό υπόλοιπο από 31.12.2000 και έτσι εμφανίζονται ως έσοδα της εκκαλούσας κατά το 2001 το ποσό των 445.188.173 δραχμών. Στον ίδιο λογαριασμό και στις πληρωμές χρήσεως 2001 καταχωρήθηκαν το ποσό των 167.215.704 δρχ., ως "λοιπές πληρωμές", και το ποσό των 221.000.000, ως πληρωμή στην ΕΤΒΑ, με συνέπεια να εμφανίζεται ως σύνολο πληρωμών το ποσό των 388.215.704 (167.215.704 + 221.000.000) δραχμών και χρεωστικό υπόλοιπο την 31-12-2001 το ποσό των 56.972.469 δραχμών (445.188.173 - 388.215.704 = 56.972.469), παρά το γεγονός ότι το ποσό των 221.000.000 δρχ. δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αλλά αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος του διαγραφέντος χρέους ύψους 234.825.062 δρχ., όπως έχει προεκτεθεί, και θα έπρεπε να καταχωρηθεί στα έσοδα της εκκαλούσας και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο". Η συγκεκριμένη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ., ως πληρωμή, φέρει ημερομηνία 31.12.2001 και διαλαμβάνεται επίσης στον ισολογισμό της 31.12.2001 της εκκαλούσας για την εταιρική χρήση από 1.1.2001 έως 31.12.2001, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 15.7.2002 στο ΦΕΚ 7334/15.7.2002 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως, η λογιστική εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ., σε μείωση του λογαριασμού "ταμείο", δεν έγινε στις 31.12.2001 αλλά μεταγενέστερα και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού.
Ο αποβιώσας την 17-1-2002 ΒΒ κατέλιπε ως εκ διαθήκης κληρονόμους του την σύζυγό του ΑΑ και τις θυγατέρες του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ. Ένα περίπου μήνα από τον θάνατο του ΒΒ, ο κατηγορούμενος, σκοπεύοντας να αποκλείσει την δυνατότητα στην ΑΑ να λάβει γνώση κρισίμων εγγράφων που αφορούσαν την εκκαλούσα εταιρεία, με την από 15.2.2002 πρόχειρη ιδιόγραφη εντολή του προς τον λογιστή των δύο εταιρειών ΣΤ, απαγόρευσε στον λογιστή να χορηγεί στοιχεία της εκκαλούσας σε οποιονδήποτε. Η εκπροσώπηση και διαχείριση και των δύο παραπάνω εταιρειών συνεχίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του έτους 2002 και μέχρι την 14.11.2002, αλλά επειδή δημιουργήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και των συγκληρονόμων του ΒΒ διενέξεις και διαφορές όσον αφορά τον τρόπο διοίκησης των δύο εταιρειών, στις 14.11.2002 συντάχθηκαν: α) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ανωνύμων μετοχών, β) πρακτικό της καθολικής Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εκκαλούσας εταιρείας και γ) εξωεταιρική σύμβαση των μετόχων των δύο εταιρειών. Με αυτά αποφασίστηκε, οι μέτοχοι ν' ανταλλάξουν τις μετοχές τους με τρόπον ώστε να διαχωρισθούν οι δύο εταιρείες και η μεν εκκαλούσα εταιρεία να ανήκει εξ ολοκλήρου στους κληρονόμους του ΒΒ, η δε εταιρεία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" στον κατηγορούμενο και την σύζυγό του ΝΝ. Επειδή η οικονομική αξία της εκκαλούσας ήταν μεγαλύτερη της δεύτερης εταιρείας, συμφωνήθηκε επίσης οι κληρονόμοι του ΒΒ να μεταβιβάσουν στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα, χωρίς καταβολή τιμήματος τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί οκτώ αγρών στην ... και επίσης να επιβαρυνθούν με υποχρεώσεις προς τρίτους των δύο εταιρειών ύψους 1.145.000 ευρώ, ενώ ο κατηγορούμενος επιβαρύνθηκε με αντίστοιχες υποχρεώσεις, ύψους 591.000 ευρώ. Με το από 14.11.2002 πρακτικό της η γενική συνέλευση της εκκαλούσας ενέκρινε τα πεπραγμένα του διοικητικού συμβουλίου της μέχρι και την 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002 έχει καλώς, αφού όλες οι εισπράξεις και πληρωμές στηρίζονται σε πραγματικές συναλλαγές και νόμιμα παραστατικά. Επίσης, παραιτήθηκε το ΔΣ της εκκαλούσας και έγινε η εκλογή νέου ΔΣ, το οποίο ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο την ΑΑ. Μετά τον διαχωρισμό των δύο εταιρειών, για πρώτη φορά η ΑΑ διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο της εκκαλούσας για τα έτη 2000, 2001 και 2002. Ο διενεργήσας τον έλεγχο ορκωτός λογιστής ΘΘ υπέβαλε προς το Δ.Σ. της εκκαλούσας την από 6.1.2004 έκθεσή του, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι: α) όσον αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2000 έως 31.12.2000, καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής πληρωμές προς το ΙΚΑ συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ., βάσει τριάντα γραμματίων είσπραξης του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν από το ΙΚΑ, ουδέποτε εισπράχθηκαν από το ΙΚΑ τα 180.000.000 δρχ. και συνεπώς δεν πληρώθηκαν το έτος 2000 από την εκκαλούσα και αφαιρέθηκαν αδικαιολόγητα από το ταμείο της. (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηματισθεί άλλη δικογραφία). β) Όσον αφορά τον λογαριασμό "ταμείο" από 1.1.2001 έως 31.12.2001, καταχωρήθηκε πληρωμή ποσού 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ, με συνέπεια να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο", ενώ έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας, με τον παραπάνω δε λογιστικό χειρισμό έγινε μείωση των εσόδων της εταιρείας κατά το ποσό των 221.000.000 δρχ. και Γ) ότι όταν εκείνος (ο λογιστής) επιχείρησε να διενεργήσει καταμέτρηση του ταμειακού αποθέματος της εταιρείας τον Νοέμβριο 2003, η ΑΑ του δήλωσε ότι στο ταμείο της εταιρείας δεν υπάρχουν μετρητά, επειδή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της ως προέδρου του ΔΣ δεν της παραδόθηκαν μετρητά από το προηγούμενο Δ.Σ. Με βάση τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ και, ειδικότερα, ασκώντας την διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας, σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος από το έτος 2000 έως την 17.1.2002, λόγω της βαρύτατης και ανίατης ασθένειας του αδελφού του ΒΒ και αποκλειστικά ο ίδιος από την 17.1.2002, ημερομηνία θανάτου του αδελφού του, μέχρι την 14.11.2002, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον ασθενή αδελφό του, ενόσω ζούσε και δη από 1-1-2001 μέχρι 17-1-2002 και δεύτερον τον αποκλεισμό, με εντολή του, οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αδελφού του μετά τον θάνατο του τελευταίου μέχρι την 14-11-2002, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω Α.Ε., στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της εκκαλούσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην εταιρία, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ. με απόφαση της Γ.Σ. των μετοχών της 14.11.2002, αφού εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας το σύνολο των παραπάνω εννέα επιταγών ποσού 311.437.113 δραχμών του πρακτορείου "1-2 Fly Gmbh" διά της οπισθογραφήσεως αυτών ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας, θέτοντας συγχρόνως επί της υπογραφής του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας, δεν εισήγαγε το σύνολο των εισπραχθέντων χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως αυτής και τούτο για να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψη χρημάτων είτε από το ταμείο είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε παρέδωσε στο νέο Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτησή του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου, το συνολικό ποσό των 219.984.711 δρχ. ή 645.589,76 ευρώ, αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προβαίνοντας στην ανάληψη χρημάτων με επιταγές έκδοσής του, είτε σε διαταγή του είτε σε διαταγή τρίτων από τους παραπάνω με αριθ. ... και ... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρίας, της οποίας ήταν επίσης διαχειριστής και εκπρόσωπος, στους οποίους είχε καταθέσει τα ποσά των έξι (2η, 3η, 4η, 5η, 8η και 9η) επιταγών, για προσωπικές του ανάγκες και για σκοπούς ξένους προς την εκκαλούσα και όχι προς πληρωμή οφειλών της τελευταίας. Για τη συγκάλυψη του άνω υπεξαιρεθέντος ποσού, ο κατηγορούμενος α) την 4η των άνω επιταγών ποσού 32.605.700 δραχμών δεν την εμφάνισε καθόλου στο λογιστήριο με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και συνακόλουθα να μην εμφανίζεται ως έσοδο αυτής και β) κατόπιν εντολής του ο λογιστής ΣΤ ενέγραψε παρανόμως (ανοίκειες εγγραφές) στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας αφενός ως έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ. ήτοι τις 2η, 3η, 5η, 8η, και 9η των παραπάνω επιταγών καίτοι το ποσό αυτό δεν κατατέθηκε σους λογαριασμούς της πολιτικώς ενάγουσας αλλά στους λογαριασμούς της ΑΕ ... και αφετέρου ως έξοδο (στις πληρωμές) του λογαριασμού "ταμείο" του έτους 2001 του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών της πολιτικώς ενάγουσας, με αναφερόμενη ημερομηνία την 31.12.2001, το ποσό των 221.000.000 δρχ. ή 648.569, 33 ευρώ προς την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως "ΕΤΒΑ" ενώ στην πραγματικότητα το παραπάνω ποσό δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αφού η ΕΤΒΑ είχε παραιτηθεί στις 10.12.2001 από απαιτήσεις της έναντι της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 234.825.062 δρχ. ή 689.141, 78 ευρώ, προερχόμενη εκ δανείων και θα έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας στον λογαριασμό "ταμείο" και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εσόδων του έτους 2001 κατά 221.000.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος πίστευε εσφαλμένα, ότι μετά την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη με την απόφαση της Γ.Σ. η ΑΑ δεν είχε πλέον κανένα λόγο να διενεργήσει ως νέα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εκκαλούσας, οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο αυτής. Όμως η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε ευθύνη, δεν αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου της πράξης του, ή άρσης του αξιοποίνου ή προσωπικό λόγο απαλλαγής του, κατά τον Ποινικό Κώδικα. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι εννέα επιταγές, εκδόθηκαν σε διαταγή "Club St George", του ομίλου Άγιος Γεώργιος και τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των δύο ξενοδοχείων που ανήκαν στις δύο εταιρείες, ότι όλα ελέγχθηκαν από τους κληρονόμους του αδελφού του προτού γίνει η εξωεταιρική σύμβαση μετόχων και επικαλείται την έκθεση του πραγματογνώμονα ΛΛ και την από 27.4.2004 επιστολή του λογιστή ΚΚ, η οποία απευθύνεται σ' αυτόν και τον οποίο όρισε μεταγενέστερα ως τεχνικό σύμβουλο δίχως όμως ο τελευταίος να συντάξει έκθεση τεχνικού συμβούλου. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση και των εννέα επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητα του ως εκπροσώπου και διαχειριστή της εκκαλούσας και όχι της δεύτερης εταιρείας, τα δε χρήματα από την πληρωμή των επιταγών έπρεπε να κατατεθούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας ή να εισαχθούν στο ταμείο της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρέλειψε να το πράξει, μάλιστα δε από τις επτά παραπάνω επιταγές που εμφανίζονται στον λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσας κατέθεσε μόνο το ποσό της μιας από αυτές, ύψους 3.322.402 δρχ. (έκτη επιταγή). σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσας και παρέλειψε να το πράξει για τις υπόλοιπες έξι, ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη εκταμίευση χρημάτων που δεν θα αφορούσε πραγματικές δαπάνες της εκκαλούσης. Ουδείς οικονομικός έλεγχος προηγήθηκε της εξωεταιρικής σύμβασης είτε από τον λογιστή ΜΜ, τον οποίο είχε προσλάβει η ΑΑ ως φορολογικό σύμβουλο, είτε από τρίτον για λογαριασμό των κληρονόμων του ΒΒ. Στην έκθεση του ο πραγματογνώμων ΛΛ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να κρίνει αν έγινε υπεξαίρεση του ποσού των 221.000.000 δρχ. ή άλλου ποσού, όμως, ο πραγματογνώμων για την σύνταξη της έκθεσής του έλαβε υπόψη του μόνο α) τους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1999, 2000 και 2001 της εκκαλούσης, β) το από 17.1.2004 πόρισμα ελέγχου του λογιστή ΚΚ και γ) την από 6.9.2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή ΘΘ και παρέλειψε να ελέγξει και να λάβει υπόψη του ο πραγματογνώμων τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας και τα έγγραφα της δικογραφίας (και δη τα αντίγραφα των άνω τραπεζικών λογαριασμών και των δύο εταιρειών) το κυριότερο όμως παρέλειψε να ελέγξει τις εισπράξεις με επιταγές από το πρακτορείο "1 2 FLY" και δη τις εννέα επιταγές συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ. και να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα χρήματα των επιταγών, με συνέπεια η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να είναι ελλιπής και να μην καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα. Εξάλλου στην παραπάνω επιστολή του ο λογιστής ΚΚ αναφέρεται στον έλεγχο της διαχείρισης και των δύο εταιρειών των ετών 1999, 2000 και 2001 συνολικά και δεν επικεντρώνεται στον έλεγχο μόνο της εκκαλούσας του έτους 2001 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τη γνώμη του δεν εκταμιεύτηκε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των 221.000.000 δρχ. με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι όλες οι χρεώσεις των λογαριασμών των τραπεζών (αναλήψεις) αφορούν έξοδα των εταιρειών και ότι ην 31.12.2001 σε κανένα Extrait των τραπεζών (Extrait είναι τα αντίγραφα λογαριασμών καταθέσεων όψεως των Τραπεζών) δεν υπάρχει εκταμίευση 221.000.000 δρχ. Όμως και ο συγκεκριμένος λογιστής αποφεύγει να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα ποσά των εννέα παραπάνω επιταγών και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει τα ποσά τους στους λογαριασμούς της εκκαλούσας ως έσοδα της, αφού ήταν οπισθογραφημένες, με την εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας και είχαν παραδοθεί από τον κατηγορούμενο οι επτά απ αυτές αποκλειστικά και μόνο σε τράπεζες ως και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμίευσης του ποσού των 221.000.000 δρχ. από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του παραπάνω χρηματικού ποσού στους λογαριασμούς της. Επίσης ο λογιστής ΚΚ και ο πραγματογνώμων ΛΛ αποφεύγουν να αναφέρουν και το γεγονός ότι οι εμφανιζόμενες στο λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσας εισπράξεις, μόνο κατά το έτος 2001 ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ., ενώ οι εμφανιζόμενες στον ίδιο λογαριασμό λοιπές πληρωμές, εκτός δηλαδή από το ποσό των 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ, ανέρχονταν στο συγκριτικά μικρότερο ποσό των 167.215.704 δρχ. και επομένως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, το υπόλοιπο του ταμείου θα έπρεπε να είναι 89.773.441 (256.989.145 - 167.215.704 = 89.773.441) δραχμές που έπρεπε να παραδοθούν στην εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας κατά την 14-11-2002. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την είσπραξη των παραπάνω ποσών με την ως άνω ιδιότητα του. Ενώ όμως προσπαθεί να δικαιολογήσει την ανοίκεια καταχώρηση στα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας του ποσού των 221.000.000 δρχ. ως έξοδο (πληρωμή), ουδεμία εξήγηση δίνει ποιος ήταν ο λόγος που καταχώρησε στα ίδια βιβλία σαν έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ. (δεχόμενος δηλαδή ότι τα χρήματα των επιταγών αυτών αποτελούσαν εισπράξεις και περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας) ενώ το ποσό αυτό κατατέθηκε στους λογαριασμούς ... και ... της ΑΕ ... και επομένως έπρεπε να καταχωρηθεί ως έσοδο στα λογιστικά βιβλία της τελευταίας αυτής εταιρείας και όχι της εκκαλούσας στης οποίας τους τραπεζικούς λογαριασμούς και το ταμείο δεν κατατέθηκε. Εξάλλου σε κάθε περίπτωση αν οι επιταγές αφορούσαν απαιτήσεις και των δύο εταιρειών, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, θα έπρεπε, να καταθέσει το ήμισυ των χρημάτων ήτοι 154.057.355 (308.114.711 διά δύο = 154.057.355) που εισπράχτηκαν κατά την εξόφληση των επιταγών στους λογαριασμούς της μιας εταιρείας και το άλλο ήμισυ στους λογαριασμούς της άλλης προβαίνοντας στη συνέχεια και στις σχετικές καταχωρήσεις στα λογιστικά βιβλία στα έσοδα αντίστοιχα της κάθε εταιρείας. Ούτε αυτό όμως έπραξε. Περαιτέρω, καίτοι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ενεργώντας με την άνω ιδιότητα του εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα City Bank και εισέπραξε σε μετρητά για λογαριασμό της εκκαλούσας και τις 1η και 7η εκ των επιταγών συνολικού ποσού 88.150.000 δρχ (20.000.000+68.150.000) το οποίο δεν εισήγαγε στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε και κατέθεσε στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, δεν αποδείχθηκε όμως ότι το ποσό αυτό το κατέθεσε σε λογαριασμούς της εταιρείας ... Α.Ε. ή σε προσωπικούς του λογαριασμούς, ή αν με το ποσό αυτό εξόφλησε οφειλές προς τρίτους της εκκαλούσας. Εξάλλου ενόψει του ότι και η πολιτικώς ενάγουσα ισχυρίζεται στην έγκληση της ότι η παράνομη ιδιοποίηση αφορούσε το ποσό των 221.000.000 δρχ. απαγγέλθηκε κατηγορία από τον ανακριτή κατά του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ποσού 221.000.000 δρχ. και όχι 308.114.711. Με βάση τα προεκτεθέντα το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου, με το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσία η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας κατά του υπ' αριθ. 1421/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και κατά το κεφάλαιο του με το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη, να μεταρρυθμισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέση με την απαλλακτική του διάταξη για την παραπάνω πράξη και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 122§1, 309§1ε, 317, 318 Κ.Π.Δ. για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητας του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§ 1, 98, 375 §§ 1, 2 εδαφ. α', β' Π.Κ.) και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου για το κεφάλαιο της υπεξαιρέσεως, έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα εκθέτει ρητά : Α) την ιδιότητα του διαχειριστή ξένης περιουσίας που είχε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος με βάση το καταστατικό ως διευθύνων σύμβουλος της παθούσας Α.Ε. με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις" Β) την είσπραξη με την ιδιότητα αυτή για λογαριασμό της ίδιας Α.Ε. από επιταγές του ποσού των 219.1984.711 δρχ. Γ) την μη παράδοση του ποσού αυτού στο ταμείο της ίδιας Α.Ε. και Δ) την ιδιοποίηση του ίδιου ποσού και την άρνηση καταβολής του όταν παρέδωσε την ίδια Α.Ε. στους μετέπειτα από αυτόν διαχειριστές της. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το βούλευμα στο διατακτικό του επεκτείνεται πέραν του δέοντος αφού αναφέρει ολόκληρο το εγκληματικό σχέδιο και την προσπάθειά του αναιρεσείοντος να το συγκαλύψει με ανορθόδοξες εγγραφές στα βιβλία της παθούσας Α.Ε., χωρίς από την επέκταση αυτή να δημιουργούνται προβλήματα παραβίασης ουσιαστικών ή δικονομικών διατάξεων. Με βάση τα δεδομένα αυτά η αίτηση αυτή αναιρέσεως του κατηγορουμένου είναι αβάσιμη και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα (α. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το α. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το α. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης). Επίσης πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό Σας επειδή αυτός εκθέτει αναλυτικά τις απόψεις του στην απολογία του τα υπομνήματά του και την αίτησή του αναιρέσεως. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθεί η 8/10-9-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., κατά του 101/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Β) Να απορριφθεί το αίτημά του για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιό Σας και Γ) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα. Αθήνα 22 Οκτωβρίου 2009 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης" Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρον 375 §§ 1 και 2 εδ. α' ΠΚ, όπως η § 1 συνεπληρώθη με το άρθρο 14 § 3α του Ν. 2721/1999 και η § 2 αυτού αντικατεστάθη με το άρθρο 1 § 9 του Ν. 2408/1996 "Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους......" και "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητός του ως εντολοδόχου ή διαχειριστού ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως, απαιτείται αντικειμενικώς α) το υλικό αντικείμενο αυτής, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει "ξένο", υπό την έννοια ότι βρίσκεται σε ξένη, εν αναφορά με τον δράστη, κυριότητα, όπως αυτή νοείται στο αστικό δίκαιο, β) το ξένο πράγμα να περιήλθε με οποιονδήποτε τρόπο στην κατοχή του δράστου και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεως στην κατοχή του γ) να έγινε παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ' αυτόν ως τοιαύτη. Ως ιδιοποίηση θεωρείται κάθε πράξη εκδηλωτική της εκ μέρους του κατέχοντος το πράγμα προθέσεως να το ενσωματώσει στη δική του περιουσία, χωρίς να αρκεί δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανεκοινώθη εις τρίτον, αλλ' απαιτείται έμπρακτη δήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωρισθεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο άνω άρθρο (§ 2) διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστού ξένης περιουσίας. Υποκειμενικώς, απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου που εμφανίζεται, ως προανεφέρθη, με την θέλησή του να ενσωματώσει ο δράστης το ξένο πράγμα στη δική του περιουσία χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο. Κατά ταύτα, υπαίτιος υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος κατά το άρθρο 713 ΑΚ έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση νομικής ή υλικής φύσεως, η οποία του ανετέθη από τον εντολέα και αρνείται να αποδώσει στον τελευταίο το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κινητό πράγμα που αυτός του ενεπιστεύθη ως και ο διαχειριστής ξένης περιουσίας, ο οποίος ενεργεί όχι απλώς υλικές, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέως, δηλαδή για λογαριασμό του, την οποίαν εξουσία μπορεί να έλκει είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση, χωρίς να αποκλείεται να προέρχεται και από την δημιουργία απλώς μιας πραγματικής καταστάσεως. Με την έννοια αυτήν, εάν η πράξη ετελέσθη από εντολοδόχο και διαχειριστή ξένης περιουσίας στο ίδιο πεδίο δράσεως, η εντολή εμπεριέχεται στην διαχείριση. Ο εντολοδόχος μπορεί να είναι και διαχειριστής, εάν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως ισχύει μετά τον Ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξεως και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος, που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος, λαμβάνονται συνολικά υπ' όψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που, ανάλογα με το έγκλημα, επήλθε ή σκοπήθηκε. Στο έγκλημα της υπεξαιρέσεως κατ' εξακολούθηση, για την κρίση περί της αξίας του πράγματος, αλλά και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος, λαμβάνεται υπ' όψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επί μέρους πράξεων, που πρέπει να προσδιορίζεται, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. To παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 484 § 1 στοιχ. ε' του ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες εκρίθη ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται τι προέκυψεν εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των, ούτε ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. (Η επιβαλλομένη από τις άνω διατάξεις αιτιολογία υπάρχει και όταν το συμβούλιο αναφέρεται εν μέρει ή εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, αφού η τελευταία αυτή αποτελεί τμήμα του ιδίου βουλεύματος και το συμβούλιο αποδέχεται όλα τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν και εφ' όσον αυτή είναι σαφής και πλήρης και με αυτήν συντάσσεται και ή κρίση του συμβουλίου, ώστε θα ήτο άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το τελευταίο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών, ενώ η εισαγγελική πρόταση μπορεί να αναφέρεται και εις τις αιτιολογίες του πρωτοδίκου βουλεύματος, σε συνδυασμό με το διατακτικό του). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 484 § 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως του βουλεύματος συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (στο βούλευμα). Και εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διάφορο εκείνης που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το συμβούλιο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη ότι προέκυψαν από την ανάκριση, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, διότι στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθ. 101/2009 βούλευμά του, εδέχθη ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, όλα τα έγγραφα, την έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του διορισμένου από τον Ανακριτή του Β' Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Ρόδου πραγματογνώμονα λογιστή ΛΛ, την έκθεση του διορισμένου από την πολιτικώς ενάγουσα, τεχνικού συμβούλου λογιστή, ΘΘ και την απολογία του κατηγορουμένου με το υπόμνημά του, την ανωμοτί εξέτασή του και τις γραπτές εξηγήσεις του, προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ, μαζί με τον ήδη αποβιώσαντα στις 17.1.2002 από ανίατη ασθένεια αδελφό του ΒΒ, σύζυγο της ΑΑ, συνέστησαν το έτος 1984 την εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε" και ακολούθως το έτος 1986 συνέστησαν δεύτερη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", με σκοπό την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων που βρίσκονται στη ... . Οι μετοχές των δύο ΑΕ ανήκαν κατ' ισομοιρία στα δύο αδέλφια. Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης και ήδη εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Α.Ε" ήταν από το έτος 1998 οι ΒΒ, πρόεδρος, Χ, διευθύνων σύμβουλος, ΔΔ, αντιπρόεδρος και οι ΖΖ και ΗΗ, μέλη. Ορίστηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία εκπροσωπείται, από κοινού ή μεμονωμένα, από τους ΒΒ και τον κατηγορούμενο Χ. Ομοίως, ορίστηκε η εκπροσώπηση και της δεύτερης εταιρείας, στην οποία πρόεδρος ήταν ο κατηγορούμενος και διευθύνων σύμβουλος ο ΒΒ. Κατά την διάρκεια του έτους 2001, ο ΒΒ ασθενούσε βαρύτατα από ανίατη ασθένεια (απεβίωσε στις 17-1-2002) και μάλιστα επί τρίμηνο νοσηλεύθηκε σε νοσηλευτικό ίδρυμα των Η.Π.Α., η δε ασθένειά του δεν του επέτρεπε να ασχολείται με τις οικονομικές δοσοληψίες της εκκαλούσας εταιρείας, τις οποίες είχε αναλάβει να διεκπεραιώνει ο κατηγορούμενος, τον οποίο εμπιστευόταν ο αδελφός του. Η εκκαλούσα είχε λάβει από την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως (ΕΤΒΑ) δύο δάνεια, η οφειλή από τα οποία στις 9-5-2001 ανερχόταν στο ποσό των 307.004.497 δραχμών. Η ΕΤΒΑ με την από 14-12-2001 επιστολή της, απευθυνόμενη προς την εκκαλούσα, επαναπροσδιόρισε κατ' εφαρμογή του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως τροποπ. με αρθρ. 42 Ν. 2912/2001, την συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή της εκκαλούσας στο ποσό των 72.179.435 δραχμών και παραιτήθηκε από απαιτήσεις της έναντι της τελευταίας, ποσού 234.825.062 δραχμών ή 689.141,78 ευρώ. Η εκκαλούσα τηρούσε δύο τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, κατάστημα ..., τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό και στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, κατάστημα ..., τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό. Η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" τηρούσε τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς καταθέσεων όψεως και συγκεκριμένα στην Εμπορική Τράπεζα τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό, στην Εθνική Τράπεζα τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό και στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκ/σου τον υπ' αριθ. ... λογαριασμό. Τα έσοδα-εισπράξεις της εκκαλούσας προέρχονταν είτε από τα τουριστικά πρακτορεία, τα οποία μίσθωναν δωμάτια του ξενοδοχείου της, είτε από τις εισπράξεις των τμημάτων του ξενοδοχείου, δηλαδή το εστιατόριο, το μπαρ κλπ. Όλα τα έσοδα της εκκαλούσας έπρεπε να κατατίθενται στους παραπάνω δύο τραπεζικούς λογαριασμούς της (με αριθμούς ... και ...), αφού πληρωθούν οι τρέχουσες μικροδαπάνες και η μισθοδοσία του προσωπικού. Όλα τα έξοδά της έπρεπε να εξοφλούνται με επιταγές των άνω δύο τραπεζών, εκτός από τα μικροέξοδα και τις πληρωμές με αποδείξεις δαπανών-εξόδων. Κατά το χρονικό διάστημα από 27.1.2001 έως 1.12.2001, το γερμανικό πρακτορείο "1-2 Fly Gmbh", που εδρεύει στο ... της Γερμανίας, εξέδωσε σε διαταγή "CLUB ST. GEORGE" τις παρακάτω εννέα επιταγές πληρωτέες από την τράπεζα City Βank, συνολικού ποσού 311.437.113 δραχμών, τις οποίες απέστειλε στον κατηγορούμενο προς εξόφληση οφειλών του, προερχόμενες από τη μίσθωση του ξενοδοχείου και την παραμονή σ' αυτό των πελατών του. α/α Ημερομηνία πληρωμής Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές
10 27.01.2001 141831511 20.000.000
11 26.03.2001 141832413 40.000.000
12 26.03.2001 41832414 51.200.153
13 21.04.2001 141832748 32.605.700
14 11.08.2001 141835870 85.187.500
15 08.09.2001 141836648 3.322.402
16 08.09.2001 141836738 68.150.000
17 03.11.2001 141837501 2.408.673
18 01.12.2001 141837877 8.562.685
Οι εννέα επιταγές περιήλθαν στα χέρια του κατηγορουμένου ως διευθύνοντος συμβούλου και διαχειριστή της εκκαλούσας-πολιτικώς ενάγουσας και με την άνω ιδιότητά του τις οπισθογράφησε, θέτοντας συγχρόνως μαζί με την υπογραφή του την εμπορική - εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας, εμφανισθείσες δε εμπρόθεσμα προς πληρωμή εξοφλήθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα (City Βank). Από τις παραπάνω εννέα επιταγές, ο κατηγορούμενος (α) εισέπραξε και εν συνεχεία κατέθεσε στον τηρούμενο από την εκκαλούσα στην Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου υπ' αριθ. ... λογαριασμό μόνο το ποσό της 6ης επιταγής, ήτοι 3.322.402 δραχμές, (β) εισέπραξε τις 2η, 3η, 4η, 5η, 8η και 9η εκ των επιταγών, συνολικού 219.964.711 δραχμών, διά της Εμπορικής Τράπεζας και της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε στους υπ' αριθ. ... και ... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρίας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" και όχι σε κάποιο από τους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας, όπως όφειλε, ούτε όμως μεταγενέστερα κατέθεσε το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό αυτής. Ειδικότερα, εισέπραξε με την άνω ιδιότητά του διά της Εμπορικής Τράπεζας (προς την οποία τις οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας ως αξία προς πίστωση λογαριασμού) τις 2η, 3η, 4η, 8η και 9η των άνω επιταγών, συνολικού ποσού 134.777.211 δραχμών (40.000.000 + 51.200.153 + 32.605.700 + 2.408.673 + 8.562.685), και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε μετά από εντολή του στον παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στην τράπεζα αυτή η δεύτερη εταιρία "Ξενοδοχειακές-Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", ενώ την 5η επιταγή ποσού 85.187.500 δρχ. εισέπραξε διά της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου (προς την οποία την οπισθογράφησε εν λευκώ πλην εκείνη την εισέπραξε σε πίστωση λογαριασμού μέσω του Δ.Η.Σ.Ε.), και το εισπραχθέν ποσό κατατέθηκε στον παραπάνω υπ' αριθ. ... λογαριασμό της δεύτερης εταιρίας (πιστώθηκε ο άνω λογαριασμός). Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την κατάσταση της συνεταιριστικής Τράπεζας αλλά και από την επισημείωση που υπάρχει επί του σώματος της επιταγής αυτής, το ποσό αυτής κατατέθηκε στις 16-8-2001 στον άνω με αριθμ. ... λογαριασμό της δεύτερης εταιρίας και όχι στον ... που, από παραδρομή, γράφηκε στην από Ιανουαρίου 2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του ΘΘ και (γ) εισέπραξε σε μετρητά τις 1η και 7η των επιταγών, συνολικού ποσού 88.150.000 (20.000.000 + 68.150.000) δρχ., εμφανίζοντας προς πληρωμή τις επιταγές αυτές στην πληρώτρια τράπεζα Citibank, δεν κατέθεσε όμως μεταγενέστερα το παραπάνω ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσας ούτε και αποδείχθηκε η πληρωμή ισόποσων οφειλών αυτής. Επομένως, ο κατηγορούμενος, ενώ εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας και κατά συνέπεια περιήλθαν στην κατοχή του τα άνω ποσά των οκτώ επιταγών (1ης, 2ης, 3ης, 4ης, 5ης, 7ης, 8ης και 9ης) που αναλύονται στις ως άνω υπό στοιχ. (β) και (γ) περιπτώσεις, δεν κατέθεσε, ως όφειλε, σε λογαριασμούς αυτής το συνολικό ποσό των 308.114.711 (88.150.000 + 219.964.711) δραχμών. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος από τις παραπάνω οκτώ επιταγές 1ον) έδωσε εντολή στον λογιστή αφενός να καταχωρηθούν, ως εισπράξεις, οι αριθμοί και τα ποσά των 2ης, 3ης, 5ης, 8ης και 9ης εξ αυτών (40.000.000 + 51.200.153 + 85.187.500 + 2.408.673 + 8.562.685), συνολικού ύψους 187.359.011 δραχμών, αλλά και η 6η επιταγή ποσού 3.322.402, στις σελίδες 9/26.3.2001, 390/11.8.2001, 487/8.9.2001, 645/3.11.2001 και 655/1.12.2001 στο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως έσοδο, προερχόμενο από το πρακτορείο "1-2 Fly", το συνολικό ποσό των 190.681.413 (187.359.011 + 3.322.402), καθώς επίσης και το χρηματικό ποσό των 10.000 δραχμών (η είσπραξη όμως του ποσού των 10.000 δρχ. δεν συνδέεται με επιταγή) και συνολικά να εμφανίζεται ως έσοδο το ποσό των 190.691.413 δρχ. (190.681.413+10.000) και αφετέρου να πιστωθούν οι λογαριασμοί του πρακτορείου αυτού με το ποσό των 190.691.413 δρχ. συνολικά. Όμως, το παραπάνω ποσό των 187.359.011 δραχμών απεικονιζόταν ως έσοδο στα βιβλία της εκκαλούσας μόνον ως λογιστικό μέγεθος αφού, όπως λέχθηκε, ο κατηγορούμενος δεν κατέθεσε το ποσόν αυτό στους τραπεζικούς λογαριασμούς της ούτε βέβαια στο ταμείο της εταιρείας, είτε συγχρόνως με την καταχώρηση των προαναφερομένων επιταγών στα βιβλία της είτε μεταγενέστερα (η 6η επιταγή ποσού 3.322.402 δρχ, όπως λέχθηκε, καταχωρήθηκε στα λογιστικά βιβλία και κατατέθηκε το ποσό της στον ... λογαριασμό της εκκαλούσας) και 2ον) δεν εμφάνισε παντάπασι στο λογιστήριο τις 1η, 4η και 7η εκ των επιταγών (20.000.000 + 32.605.700 + 68.150.000), το συνολικό ποσό των οποίων ανέρχεται σε 120.755.700 δραχμές και γι' αυτό το λόγο δεν καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής της εκκαλούσας, με αποτέλεσμα να μην εμφανίζεται στα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας και η είσπραξη του ποσού των 120.755.700 δρχ. ως έσοδο προερχόμενο από τις επιταγές αυτές του πρακτορείου "1-2 Fly". Εν συνόψει, οι μεν πέντε επιταγές συνολικού ποσού 187.359.011, μετά από εντολή του κατηγορουμένου καταχωρήθηκαν σαν έσοδο στα βιβλία της εκκαλούσας, ενώ δεν κατατέθηκε το εισπραχθέν ποσό στο ταμείο ή στους τραπεζικούς λογαριασμούς αυτής, οι δε τρεις επιταγές συνολικού ποσού 120.755.700 δεν καταχωρήθηκαν σ' αυτά, αφού ο κατηγορούμενος δεν τις εμφάνισε στο λογιστήριο. Συνολικά, δηλαδή, από τα 311.437.113 δραχμές δεν εισήχθη στο ταμείο της εκκαλούσας, ούτε κατατέθηκε στους τραπεζικούς λογαριασμούς της, το ποσό των 308.114.711 δραχμών (187.359.011 + 120.755.700), καίτοι περιήλθε ως άνω στην κατοχή του κατηγορουμένου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την σελίδα 9 της από 6 Ιανουαρίου 2004 έκθεσης διαχειριστικού ελέγχου του ΘΘ, εκτός από το παραπάνω ποσό των 190.691.413 ευρώ, καταχωρήθηκαν στις εισπράξεις στο βιβλίο απογραφών και ισολογισμού, λογαριασμός "Ταμείο" της εκκαλούσας, το ποσό των 40.000.000 δρχ., ως δάνειο από την Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου, και το ποσό των 26.297.732 δρχ., ως εισπράξεις από τμήματα του ξενοδοχείου, με συνέπεια να εμφανίζεται στις εισπράξεις χρήσεως 2001 το συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ. (190.691.413 + 40.000.000 + 26.297.732). Στο ποσό των 256.989.145 προστέθηκε και το ποσό των 188.199.028 δρχ., ως χρεωστικό υπόλοιπο από 31.12.2000, και έτσι εμφανίζονται ως έσοδα της εκκαλούσας κατά το 2001 το ποσό των 445.188.173 δραχμών. Στον ίδιο λογαριασμό και στις πληρωμές χρήσεως 2001 καταχωρήθηκαν το ποσό των 167.215.704 δρχ., ως "λοιπές πληρωμές", και το ποσό των 221.000.000, ως πληρωμή στην ΕΤΒΑ, με συνέπεια να εμφανίζεται ως σύνολο πληρωμών το ποσό των 388.215.704 (167.215.704 + 221.000.000) δραχμών και χρεωστικό υπόλοιπο την 31-12-2001 το ποσό των 56.972.469 δραχμών (445.188.173 - 388.215.704 = 56.972.469), παρά το γεγονός ότι το ποσό των 221.000.000 δρχ. δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αλλά αποτελούσε το μεγαλύτερο μέρος του διαγραφέντος χρέους ύψους 234.825.062 δρχ., όπως έχει προεκτεθεί, και θα έπρεπε να καταχωρηθεί στα έσοδα της εκκαλούσας και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο". Η συγκεκριμένη εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ., ως πληρωμή, φέρει ημερομηνία 31.12.2001 και διαλαμβάνεται επίσης στον ισολογισμό της 31.12.2001 της εκκαλούσας για την εταιρική χρήση από 1.1.2001 έως 31.12.2001, ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 15.7.2002 στο ΦΕΚ 7334/15.7.2002 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ. Όμως, η λογιστική εγγραφή του ποσού των 221.000.000 δρχ. σε μείωση του λογαριασμού "ταμείο" δεν έγινε στις 31.12.2001 αλλά μεταγενέστερα και πάντως πριν από την δημοσίευση του ισολογισμού. Ο αποβιώσας την 17-1-2002 ΒΒ κατέλιπε ως εκ διαθήκης κληρονόμους του την σύζυγό του ΑΑ και τις θυγατέρες του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ. Ένα περίπου μήνα από τον θάνατο του ΒΒ, ο κατηγορούμενος, σκοπεύοντας να αποκλείσει την δυνατότητα στην ΑΑ να λάβει γνώση κρισίμων εγγράφων, που αφορούσαν την εκκαλούσα εταιρεία, με την από 15.2.2002 πρόχειρη ιδιόγραφη εντολή του προς τον λογιστή των δύο εταιρειών ΣΤ, απαγόρευσε στον λογιστή να χορηγεί στοιχεία της εκκαλούσας σε οποιονδήποτε. Η εκπροσώπηση και διαχείριση και των δύο παραπάνω εταιρειών συνεχίστηκε από τον κατηγορούμενο κατά την διάρκεια του έτους 2002 και μέχρι την 14.11.2002, αλλά επειδή δημιουργήθηκαν μεταξύ του κατηγορουμένου και των συγκληρονόμων του ΒΒ διενέξεις και διαφορές όσον αφορά τον τρόπο διοίκησης των δύο εταιρειών στις 14.11.2002 συντάχθηκαν α) ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης ανωνύμων μετοχών, β) πρακτικό της καθολικής Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της εκκαλούσας εταιρείας και γ) εξωεταιρική σύμβαση των μετόχων των δύο εταιρειών. Με αυτά αποφασίστηκε οι μέτοχοι ν' ανταλλάξουν τις μετοχές τους με τρόπον ώστε να διαχωρισθούν οι δύο εταιρείες και η μεν εκκαλούσα εταιρεία να ανήκει εξ ολοκλήρου στους κληρονόμους του ΒΒ, η δε εταιρεία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ" στον κατηγορούμενο και την σύζυγό του ΝΝ. Επειδή η οικονομική αξία της εκκαλούσας ήταν μεγαλύτερη της δεύτερης εταιρείας, συμφωνήθηκε επίσης οι κληρονόμοι του ΒΒ να μεταβιβάσουν στον κατηγορούμενο κατά πλήρη κυριότητα, χωρίς καταβολή τιμήματος, τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί οκτώ αγρών στην ... και επίσης να επιβαρυνθούν με υποχρεώσεις προς τρίτους των δύο εταιρειών ύψους 1.145.000 ευρώ, ενώ ο κατηγορούμενος επιβαρύνθηκε με αντίστοιχες υποχρεώσεις ύψους 591.000 ευρώ. Με το από 14.11.2002 πρακτικό της, η γενική συνέλευση της εκκαλούσας ενέκρινε τα πεπραγμένα του διοικητικού συμβουλίου της μέχρι και την 31.10.2002, απάλλαξε τα μέλη του από κάθε ευθύνη και αποφάσισε ότι το κλείσιμο της 31.10.2002 έχει καλώς, αφού όλες οι εισπράξεις και πληρωμές στηρίζονται σε πραγματικές συναλλαγές και νόμιμα παραστατικά. Επίσης, παραιτήθηκε το ΔΣ της εκκαλούσας και έγινε η εκλογή νέου ΔΣ, το οποίο ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώμα με πρόεδρο και διευθύνουσα σύμβουλο την ΑΑ. Μετά τον διαχωρισμό των δύο εταιρειών, για πρώτη φορά η ΑΑ διενήργησε διαχειριστικό έλεγχο της εκκαλούσας για τα έτη 2000, 2001 και 2002. Ο διενεργήσας τον έλεγχο ορκωτός λογιστής ΘΘ υπέβαλε προς το Δ.Σ. της εκκαλούσας την από 6.1.2004 έκθεσή του, στην οποία, μεταξύ των άλλων, αναφέρει ότι: α) όσον αφορά τον λογαριασμό "ταμείο", από 1.1.2000 έως 31.12.2000, καταχωρήθηκαν στο θεωρημένο συγκεντρωτικό ημερολόγιο γενικής λογιστικής πληρωμές προς το ΙΚΑ συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ., βάσει τριάντα γραμματίων είσπραξης του ΙΚΑ, τα οποία ουδέποτε εκδόθηκαν από το ΙΚΑ, ουδέποτε εισπράχθηκαν από το ΙΚΑ τα 180.000.000 δρχ. και συνεπώς δεν πληρώθηκαν το έτος 2000 από την εκκαλούσα και αφαιρέθηκαν αδικαιολόγητα από το ταμείο της. (Για την υπόθεση αυτή έχει σχηματισθεί άλλη δικογραφία). β) Όσον αφορά τον λογαριασμό "ταμείο", από 1.1.2001 έως 31.12.2001 καταχωρήθηκε πληρωμή ποσού 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ, με συνέπεια να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού "ταμείο" ενώ έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας, με τον παραπάνω δε λογιστικό χειρισμό έγινε μείωση των εσόδων της εταιρείας κατά το ποσό των 221.000.000 δρχ. και Γ) ότι όταν εκείνος (ο λογιστής) επιχείρησε να διενεργήσει καταμέτρηση του ταμειακού αποθέματος της εταιρείας τον Νοέμβριο 2003, η ΑΑ του δήλωσε ότι στο ταμείο της εταιρείας δεν υπάρχουν μετρητά, επειδή κατά την ανάληψη των καθηκόντων της ως προέδρου του ΔΣ δεν της παραδόθηκαν μετρητά από το προηγούμενο Δ.Σ. Με βάση τα παραπάνω, ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα, ασκώντας την διαχείριση της εκκαλούσας εταιρείας, σχεδόν αποκλειστικά ο ίδιος από το έτος 2000 έως την 17.1.2002, λόγω της βαρύτατης και ανίατης ασθένειας του αδελφού του ΒΒ, και αποκλειστικά ο ίδιος από την 17.1.2002, ημερομηνία θανάτου του αδελφού του, μέχρι την 14.11.2002, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον ασθενή αδελφό του, ενόσω ζούσε και δη από 1-1-2001 μέχρι 17-1-2002, και δεύτερον τον αποκλεισμό με εντολή του οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αδελφού του μετά το θάνατο του τελευταίου μέχρι την 14-11-2002, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω Α.Ε., στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της εκκαλούσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην εταιρία, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ. με απόφαση της Γ.Σ. των μετοχών της 14.11.2002, αφού εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας το σύνολο των παραπάνω εννέα επιταγών ποσού 311.437.113 δραχμών του πρακτορείου "1-2 Fly Gmbh" διά της οπισθογραφήσεως αυτών ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας, θέτοντας συγχρόνως επί της υπογραφής του την εμπορική-εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας, δεν εισήγαγε το σύνολο των εισπραχθέντων χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως αυτής και τούτο για να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη αδικαιολόγητη ανάληψη χρημάτων είτε από το ταμείο είτε από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, ούτε παρέδωσε στο νέο Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτηση του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου, το συνολικό ποσό των 219.984.711 δρχ. ή 645.589,76 ευρώ, αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα, προβαίνοντας στην ανάληψη χρημάτων με επιταγές έκδοσής του, είτε σε διαταγή του είτε σε διαταγή τρίτων από τους παραπάνω με αριθμ. ... και ... λογαριασμούς της δεύτερης εταιρίας, της οποίας ήταν επίσης διαχειριστής και εκπρόσωπος, στους οποίους είχε καταθέσει τα ποσά των έξι (2η, 3η, 4η, 5η, 8η και 9η) επιταγών, για προσωπικές του ανάγκες και για σκοπούς ξένους προς την εκκαλούσα και όχι προς πληρωμή οφειλών της τελευταίας. Για τη συγκάλυψη του άνω υπεξαιρεθέντος ποσού, ο κατηγορούμενος α) την 4η των άνω επιταγών ποσού 32.605.700 δραχμών δεν την εμφάνισε καθόλου στο λογιστήριο, με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και συνακόλουθα να μην εμφανίζεται ως έσοδο αυτής και β) κατόπιν εντολής του, ο λογιστής ΣΤ ενέγραψε παρανόμως (ανοίκειες εγγραφές) στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας, αφενός ως έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ., ήτοι τις 2η, 3η, 5η, 8η, και 9η των παραπάνω επιταγών, καίτοι το ποσόν αυτό δεν κατατέθηκε σους λογαριασμούς της πολιτικώς ενάγουσας, αλλά στους λογαριασμούς της ΑΕ ..., και αφετέρου ως έξοδο (στις πληρωμές) του λογαριασμού "ταμείο" του έτους 2001 του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών της πολιτικώς ενάγουσας, με αναφερόμενη ημερομηνία την 31.12.2001, το ποσό των 221.000.000 δρχ. ή 648.569, 33 ευρώ προς την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως "ΕΤΒΑ", ενώ στην πραγματικότητα το παραπάνω ποσό δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αφού η ΕΤΒΑ είχε παραιτηθεί στις 10.12.2001 από απαιτήσεις της έναντι της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 234.825.062 δρχ. ή 689.141, 78 ευρώ, προερχόμενη εκ δανείων και θα έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας στον λογαριασμό "ταμείο" και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εσόδων του έτους 2001 κατά 221.000.000 δρχ. Ο κατηγορούμενος πίστευε εσφαλμένα ότι, μετά την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη με την απόφαση της Γ.Σ., η ΑΑ δεν είχε πλέον κανένα λόγο να διενεργήσει, ως νέα πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εκκαλούσας, οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο αυτής. Όμως, η κατά τα ανωτέρω απαλλαγή του κατηγορουμένου από οποιαδήποτε ευθύνη, δεν αποτελεί λόγο άρσης του αδίκου της πράξης του, ή άρσης του αξιοποίνου ή προσωπικό λόγο απαλλαγής του, κατά τον Ποινικό Κώδικα. Ο κατηγορούμενος αρνείται την κατηγορία και ισχυρίζεται ότι οι εννέα επιταγές εκδόθηκαν σε διαταγή "Club St George" του ομίλου Άγιος Γεώργιος και τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για την κάλυψη των αναγκών των δύο ξενοδοχείων που ανήκαν στις δύο εταιρείες, ότι όλα ελέγχθηκαν από τους κληρονόμους του αδελφού του προτού γίνει η εξωεταιρική σύμβαση μετόχων και επικαλείται την έκθεση του πραγματογνώμονα ΛΛ και την από 27.4.2004 επιστολή του λογιστή ΚΚ, η οποία απευθύνεται σ' αυτόν και τον οποίο όρισε μεταγενέστερα ως τεχνικό σύμβουλο, δίχως όμως ο τελευταίος να συντάξει έκθεση τεχνικού συμβούλου. Οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, δεδομένου ότι η οπισθογράφηση και των εννέα επιταγών έγινε από τον κατηγορούμενο με την ιδιότητά του ως εκπροσώπου και διαχειριστή της εκκαλούσας και όχι της δεύτερης εταιρείας, τα δε χρήματα από την πληρωμή των επιταγών έπρεπε να κατατεθούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας ή να εισαχθούν στο ταμείο της από τον κατηγορούμενο, ο οποίος παρέλειψε να το πράξει, μάλιστα δε από τις επτά παραπάνω επιταγές που εμφανίζονται στον λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσας κατέθεσε μόνο το ποσό της μιας από αυτές, ύψους 3.322.402 δρχ. (έκτη επιταγή), σε τραπεζικό λογαριασμό της εκκαλούσας, και παρέλειψε να το πράξει για τις υπόλοιπες έξι, ώστε να μην γίνει αντιληπτή μεταγενέστερη εκταμίευση χρημάτων, που δεν θα αφορούσε πραγματικές δαπάνες της εκκαλούσης. Ουδείς οικονομικός έλεγχος προηγήθηκε της εξωεταιρικής σύμβασης, είτε από τον λογιστή ΜΜ, τον οποίο είχε προσλάβει η ΑΑ ως φορολογικό σύμβουλο, είτε από τρίτον, για λογαριασμό των κληρονόμων του ΒΒ. Στην έκθεσή του ο πραγματογνώμων ΛΛ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα να κρίνει αν έγινε υπεξαίρεση του ποσού των 221.000.000 δρχ. ή άλλου ποσού, όμως, ο πραγματογνώμων για την σύνταξη της έκθεσής του έλαβε υπόψη του μόνον α) τους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 1999, 2000 και 2001 της εκκαλούσης, β) το από 17.1.2004 πόρισμα ελέγχου του λογιστή ΚΚ και γ) την από 6.9.2004 έκθεση διαχειριστικού ελέγχου του λογιστή ΘΘ και παρέλειψε να ελέγξει και να λάβει υπόψη του ο πραγματογνώμων τα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας και τα έγγραφα της δικογραφίας (και δη τα αντίγραφα των άνω τραπεζικών λογαριασμών και των δύο εταιρειών), το κυριότερο όμως, παρέλειψε να ελέγξει τις εισπράξεις με επιταγές από το πρακτορείο "1 2 FLY" και δη τις εννέα επιταγές συνολικού ποσού 311.437.113 δρχ. και να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα χρήματα των επιταγών, με συνέπεια η έκθεση πραγματογνωμοσύνης να είναι ελλιπής και να μην καταλήγει σε ασφαλές συμπέρασμα. Εξάλλου, στην παραπάνω επιστολή του ο λογιστής ΚΚ αναφέρεται στον έλεγχο της διαχείρισης και των δύο εταιρειών των ετών 1999, 2000 και 2001 συνολικά και δεν επικεντρώνεται στον έλεγχο μόνο της εκκαλούσας του έτους 2001 και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, κατά τη γνώμη του, δεν εκταμιεύτηκε από τρίτο πρόσωπο το ποσό των 221.000.000 δρχ., με την απαραίτητη προϋπόθεση ότι όλες οι χρεώσεις των λογαριασμών των τραπεζών (αναλήψεις) αφορούν έξοδα των εταιρειών και ότι την 31.12.2001 σε κανένα Extrait των τραπεζών (Extrait είναι τα αντίγραφα λογαριασμών καταθέσεων όψεως των Τραπεζών) δεν υπάρχει εκταμίευση 221.000.000 δρχ. Όμως, και ο συγκεκριμένος λογιστής αποφεύγει να αναφέρει σε ποιους λογαριασμούς κατατέθηκαν τα ποσά των εννέα παραπάνω επιταγών και ότι ο κατηγορούμενος ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει τα ποσά τους στους λογαριασμούς της εκκαλούσας ως έσοδά της, αφού ήταν οπισθογραφημένες, με την εταιρική σφραγίδα της εκκαλούσας και είχαν παραδοθεί από τον κατηγορούμενο οι επτά απ' αυτές αποκλειστικά και μόνο σε τράπεζες, ως και ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εκταμίευσης του ποσού των 221.000.000 δρχ. από τους λογαριασμούς της εκκαλούσης, αφού δεν προηγήθηκε κατάθεση του παραπάνω χρηματικού ποσού στους λογαριασμούς της. Επίσης, ο λογιστής ΚΚ και ο πραγματογνώμων ΛΛ αποφεύγουν να αναφέρουν και το γεγονός ότι οι εμφανιζόμενες στο λογαριασμό "ταμείο" της εκκαλούσας εισπράξεις, μόνο κατά το έτος 2001, ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 256.989.145 δρχ., ενώ οι εμφανιζόμενες στον ίδιο λογαριασμό λοιπές πληρωμές, εκτός δηλαδή από το ποσό των 221.000.000 δρχ. προς την ΕΤΒΑ, ανέρχονταν στο συγκριτικά μικρότερο ποσό των 167.215.704 δρχ. και, επομένως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, το υπόλοιπο του ταμείου θα έπρεπε να είναι 89.773.441 (256.989.145 - 167.215.704 = 89.773.441) δραχμές, που έπρεπε να παραδοθούν στην εκπρόσωπο της πολιτικώς ενάγουσας κατά την 14-11-2002. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνείται την είσπραξη των παραπάνω ποσών με την ως άνω ιδιότητά του. Ενώ όμως προσπαθεί να δικαιολογήσει την ανοίκεια καταχώρηση στα λογιστικά βιβλία της εκκαλούσας του ποσού των 221.000.000 δρχ. ως έξοδο (πληρωμή), ουδεμία εξήγηση δίνει ποιος ήταν ο λόγος που καταχώρησε στα ίδια βιβλία σαν έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ. (δεχόμενος δηλαδή ότι τα χρήματα των επιταγών αυτών αποτελούσαν εισπράξεις και περιουσία της πολιτικώς ενάγουσας), ενώ το ποσόν αυτό κατατέθηκε στους λογαριασμούς ... και ... της ΑΕ ... και επομένως έπρεπε να καταχωρηθεί ως έσοδο στα λογιστικά βιβλία της τελευταίας αυτής εταιρείας και όχι της εκκαλούσας, στης οποίας τους τραπεζικούς λογαριασμούς και το ταμείο δεν κατατέθηκε. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, αν οι επιταγές αφορούσαν απαιτήσεις και των δύο εταιρειών, όπως ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος, θα έπρεπε, να καταθέσει το ήμισυ των χρημάτων, ήτοι 154.057.355 (308.114.711 διά δύο = 154.057.355), που εισπράχθηκαν κατά την εξόφληση των επιταγών στους λογαριασμούς της μιας εταιρείας και το άλλο ήμισυ στους λογαριασμούς της άλλης, προβαίνοντας στη συνέχεια και στις σχετικές καταχωρήσεις στα λογιστικά βιβλία στα έσοδα αντίστοιχα της κάθε εταιρείας. Ούτε αυτό όμως έπραξε.
Περαιτέρω, καίτοι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, ενεργώντας με την άνω ιδιότητά του, εμφάνισε προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα City Bank και εισέπραξε σε μετρητά για λογαριασμό της εκκαλούσας και τις 1η και 7η εκ των επιταγών συνολικού ποσού 88.150.000 δρχ (20.000.000+68.150.000), το οποίο δεν εισήγαγε στο ταμείο της εκκαλούσας ούτε και κατέθεσε στους τραπεζικούς της λογαριασμούς, δεν αποδείχθηκε όμως ότι το ποσόν αυτό το κατέθεσε σε λογαριασμούς της εταιρείας ... Α.Ε. ή σε προσωπικούς του λογαριασμούς, ή αν με το ποσόν αυτό εξόφλησε οφειλές προς τρίτους της εκκαλούσας. Εξάλλου, ενόψει του ότι και η πολιτικώς ενάγουσα ισχυρίζεται στην έγκλησή της, ότι η παράνομη ιδιοποίηση αφορούσε το ποσό των 221.000.000 δρχ., απαγγέλθηκε κατηγορία από τον ανακριτή κατά του κατηγορουμένου και ο κατηγορούμενος απολογήθηκε για κατ' εξακολούθηση υπεξαίρεση ποσού 221.000.000 δρχ. και όχι 308.114.711. Με βάση τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ρόδου με το εκκαλούμενο βούλευμα εσφαλμένα αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία για την πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας κατά του υπ' αριθ. 1421/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ρόδου και κατά το κεφάλαιό του, με το οποίο αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά του κατηγορουμένου για την παραπάνω πράξη, να μεταρρυθμισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα σε σχέση με την απαλλακτική του διάταξη για την παραπάνω πράξη και να παραπεμφθεί ο κατηγορούμενος ενώπιον του αρμοδίου Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 122§1, 309§1ε, 317, 318 Κ.Π.Δ., για να δικαστεί για την πράξη της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το αντικείμενο δε της υπεξαίρεσης υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, η οποία προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 26§1α, 27§ 1, 98, 375 §§ 1, 2 εδαφ. α', β' Π.Κ.) και για την οποία προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία". Μετά ταύτα, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Χ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου, για να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι: "Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από το τέλος μηνός Ιανουαρίου 2001 έως την 14 Νοεμβρίου 2002, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του, πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ και ειδικότερα ως διευθύνων σύμβουλος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την ΑΑ, εκμεταλλευόμενος πρώτον την απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τον πάσχοντα από βαριά και ανίατη ασθένεια αδελφό του ΒΒ, ο οποίος απεβίωσε στις 17.1.2002, με τον οποίο κατείχε κατ' ισομοιρία τις μετοχές της πολιτικώς ενάγουσας ως και τις μετοχές της εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", οι οποίες είχαν την εκμετάλλευση δύο ιδιόκτητων ξενοδοχείων στην ... και δεύτερον τον αποκλεισμό, με εντολή του, οποιασδήποτε δυνατότητας πρόσβασης των κληρονόμων του αποβιώσαντος την 17-1-2002 αδελφού του και ειδικότερα της συζύγου του ΑΑ και των τριών θυγατέρων του ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, οι οποίοι κατείχαν το 50% των μετοχών και των δύο παραπάνω εταιρειών, στα εμπορικά, λογιστικά βιβλία και τα κρίσιμα έγγραφα της πολιτικώς ενάγουσας, ώστε να μην επιχειρήσουν οποιονδήποτε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο στην πολιτικώς ενάγουσα, ιδίως αναφορικά με τις εισπράξεις της, μέχρι να επιτύχει την απαλλαγή του από κάθε ευθύνη ως διευθύνοντος συμβούλου αυτής και την έγκριση των πεπραγμένων του Δ.Σ. αυτής, με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων της, που πραγματοποιήθηκε στις 14.11.2002, αφού εισέπραξε για λογαριασμό της εκκαλούσας το σύνολο των παρακάτω εννέα επιταγών ποσού 311.437.113 δραχμών, τις οποίες εξέδωσε σε διαταγή της πολιτικώς ενάγουσας το εδρεύον στο ... της Γερμανίας Τουριστικό Πρακτορείο 1-2 Fly Gmbh, πληρωτέες από την τράπεζα Citibank, τις οποίες το εκδόσαν αυτές πρακτορείο απέστειλε στην πολιτικώς ενάγουσα προς εξόφληση οφειλών του προερχομένων από τη μίσθωση του ξενοδοχείου: α/α Ημερομηνία πληρωμής Αριθμός επιταγής Ποσό σε δραχμές
1 27.01.2001 141831511 20.000.000
2 26.03.2001 141832413 40.000.000
3 26.03.2001 41832414 51.200.153
4 21.04.2001 141832748 32.605.700
5 11.08.2001 141835870 85.187.500
6 08.09.2001 141836648 3.322.402
7 08.09.2001 141836738 68.150.000
8 03.11.2001 141837501 2.408.673
9 01.12.2001 141837877 8.562.685 δια της οπισθογραφήσεως αυτών ως εκπρόσωπος και διαχειριστής της πολιτικώς ενάγουσας, θέτοντας συγχρόνως επί της υπογραφής του την εμπορική - εταιρική σφραγίδα της πολιτικώς ενάγουσας, δεν εισήγαγε το σύνολο των εισπραχθέντων χρημάτων σε μετρητά στο ταμείο της πολιτικώς ενάγουσας ούτε κατέθεσε το σύνολο των χρημάτων στους δύο τραπεζικούς λογαριασμούς όψεως της πολιτικώς ενάγουσας και συγκεκριμένα στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ούτε παρέδωσε στο νέο Δ.Σ. της πολιτικώς ενάγουσας, κατά την παραίτησή του στις 14.11.2002 από την θέση του διευθύνοντος συμβούλου, το συνολικό ποσό των 219.984.711 δρχ. ή 645.589,76 ευρώ, αλλά με πρόθεση το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Ειδικότερα, με την άνω ιδιότητά του, εισέπραξε δια της Εμπορικής Τράπεζας τις 2η, 3η, 4η, 8η και 9η των άνω επιταγών, συνολικού ποσού 134.777.211 δραχμών (40.000.000 + 51.200.153 + 32.605.700 + 2.408.673 + 8.562.685), προς την οποία τις οπισθογράφησε λόγω πληρεξουσιότητας ως αξία προς πίστωση λογαριασμού και το εισπραχθέν από την άνω τράπεζα ποσό μετά από εντολή του κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό, που τηρούσε στην τράπεζα αυτήν η εταιρία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", της οποίας επίσης ήταν εκπρόσωπος και διαχειριστής ο κατηγορούμενος, ενώ την 5η επιταγή ποσού 85.187.500 δρχ. εισέπραξε δια της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου, προς την οποία την οπισθογράφησε εν λευκώ και το εισπραχθέν από την άνω τράπεζα ποσό, επίσης μετά από εντολή του, κατατέθηκε στον υπ' αριθ. ... λογαριασμό της ίδιας ως άνω εταιρείας με την επωνυμία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... ΑΕ", της οποίας ήταν εκπρόσωπος και διαχειριστής, τον οποίο τηρούσε στη Συνεταιριστική Τράπεζα Δωδεκανήσου η εταιρία αυτή (πιστώθηκε ο άνω λογαριασμός), στη συνέχεια δε προέβη σε ανάληψη των άνω ποσών (134.777.211 + 85.187.500 = 219.984.711) από τους παραπάνω λογαριασμούς με αριθ. ... (Εμπορικής) και ... (Συνεταιριστικής), που τηρούσε η εταιρεία "Ξενοδοχειακές - Τουριστικές Επιχειρήσεις ... Α.Ε." με επιταγές έκδοσής του, είτε σε διαταγή του ιδίου είτε σε διαταγή τρίτων, και τα διέθεσε για την κάλυψη προσωπικών του αναγκών και για σκοπούς ξένους προς την πολιτικώς ενάγουσα και όχι προς πληρωμήν οφειλών της τελευταίας. Για τη συγκάλυψη του άνω υπεξαιρεθέντος ποσού α) την 4η των άνω επιταγών ποσού 32.605.700 δραχμών δεν την εμφάνισε καθόλου στο λογιστήριο, με αποτέλεσμα να μην καταχωρηθεί στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας και συνακόλουθα να μην εμφανίζεται ως έσοδο αυτής και β) κατόπιν εντολής του ο λογιστής ΣΤ ενέγραψε παρανόμως στα λογιστικά βιβλία της πολιτικώς ενάγουσας, αφενός ως έσοδο το ποσό των 187.359.011 δρχ., ήτοι τις 2η, 3η, 5η, 8η, και 9η των παραπάνω επιταγών, καίτοι το ποσόν αυτό δεν κατατέθηκε στους λογαριασμούς της πολιτικώς ενάγουσας αλλά στους λογαριασμούς της ΑΕ ..., και αφετέρου ως έξοδο (στις πληρωμές) του λογαριασμού "ταμείο" του έτους 2001 του βιβλίου απογραφών και ισολογισμών της πολιτικώς ενάγουσας, με αναφερόμενη ημερομηνία την 31.12.2001, το ποσό των 221.000.000 δρχ. ή 648.569,33 ευρώ προς την Ελληνική Τράπεζα Βιομηχανικής Αναπτύξεως "ΕΤΒΑ", ενώ στην πραγματικότητα το παραπάνω ποσό δεν αφορούσε πληρωμή προς την ΕΤΒΑ, αφού η ΕΤΒΑ είχε παραιτηθεί στις 10.12.2001 από απαιτήσεις της έναντι της πολιτικώς ενάγουσας, συνολικού ποσού 234.825.062 δρχ. ή 689.141,78 ευρώ, προερχόμενη εκ δανείων και θα έπρεπε το ποσό των 221.000.000 δρχ. να καταχωρηθεί στα έσοδα της εταιρείας στον λογαριασμό "ταμείο" και όχι να μειωθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των εσόδων του έτους 2001 κατά 221.000.000 δρχ., πρόκειται δε για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το είχαν εμπιστευθεί σ' αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως διευθύνοντος συμβούλου και διαχειριστή της πολιτικώς ενάγουσας, το δε συνολικό αντικείμενο της πράξης υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. ή 73.000 ευρώ". Με αυτά που εδέχθη το άνω Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από το οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 375 §§ 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παρεβίασεν ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, αναφέρει και δέχεται το βούλευμα την ιδιότητα του αναιρεσείοντος ως διαχειριστού ξένης περιουσίας και δη του διευθύνοντος συμβούλου της εγκαλούσης - εκκαλούσης εταιρείας υπό την επωνυμίαν "Άγιος Γεώργιος Τουριστικές και Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις ΑΕ", την είσπραξη υπό την ιδιότητά του αυτή των εις αυτό αναφερομένων επιταγών, το ποσόν των οποίων έλαβε στην κατοχή του δια λογαριασμόν της εταιρείας αυτής, την μη παράδοση αυτού στην εταιρεία, δια της τοποθετήσεώς των εις τους δύο λογαριασμούς της και την ιδιοποίηση του ποσού, προς δε και τον τρόπον με τον οποίον αυτή έγινε, του τελευταίου αυτού, βέβαια, μη απαιτουμένου, εν προκειμένω, λεπτομερώς να εκτεθεί, δια την πληρότητα της αιτιολογίας και την μη παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, και ως εκ περισσού αναφερομένου εις μεγάλην έκταση εις το αιτιολογικόν του βουλεύματος. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι το επικαλούμενο υπό του αναιρεσείοντος ότι οι επιταγές εδόθησαν για υποχρεώσεις όχι του ενός ξενοδοχείου, αλλά και των δύο ξενοδοχείων, κατ' ουδέν αποτελεί παραδοχή του βουλεύματος, όπως εξ αυτού προκύπτει εναργώς, αλλά συμπέρασμα του ιδίου, ενώ και το ότι, εις μεν το σκεπτικό αναφέρει ότι τις επιταγές εξέδωσε το γερμανικό πρακτορείο εις διαταγήν "CLUB ST. GEORGE", εις δε το διατακτικό (το βούλευμα) αναφέρει, εις διαταγήν της πολιτικώς ενάγουσας, ουδόλως δημιουργεί αντίφαση ή ασάφεια, καθιστώσα ανέφικτο τον αναιρετικόν έλεγχο της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, αφού αυτήν την πολιτικώς ενάγουσα (πρώτη εταιρεία) εξεπροσώπει ο αναιρεσείων και με την υπογραφήν και αυτής τις οπισθογράφησε και εξοφλήθησαν από την πληρώτρια τράπεζα. Κατ' ακολουθίαν αυτών, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, υποστηρίζουσα τα αντίθετα, είναι αβάσιμος εις το σύνολό της και πρέπει να απορριφθεί, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
Επίσης, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση στο Συμβούλιο τούτο, το οποίο, παρεκτός της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρονται, έστω και συνοπτικά, τα ζητήματα για τα οποία προτίθεται να παράσχει διευκρινίσεις είναι αβάσιμο, διότι με το δικόγραφο της αναιρέσεως προβάλλει και αναλύει τους λόγους για τους οποίους ζητεί την αναίρεση του βουλεύματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθ. 8/10 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ' αριθ. 101/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2010.


                                                                                                         ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΣΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ

Στην περίπτωση που η διασπώμενη εταιρία είχε εκμισθώσει περισσότερα αυτοτελή όμορα ακίνητα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον μισθωτή για ενιαία χρήση και με την πράξη της διάσπασης μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση σε περισσότερες από μια επωφελούμενες εταιρίες, υπό την έννοια ότι σε μια μεταβιβάζεται η μίσθωση, ως προς ένα ή περισσότερα μίσθια ακίνητα και σε άλλη, ως προς τα υπόλοιπα, τότε δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές (βλ. σχετ. Α.Π. 183/1994). Στην περίπτωση αυτή κάθε μια από τις νέες εκμισθώτριες εταιρίες, μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση μισθίου ακινήτου του οποίου κατέστη εκμισθώτρια, και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης, λόγω λήξης της τελευταίας, ο δε μισθωτής, εναγόμενος προς απόδοσης της χρήσης ενός ή περισσοτέρων από τα όμορα ακίνητα, λόγω λήξης της μίσθωσης, έχει δικαίωμα, επικαλούμενος την μίσθωση συνενωμένων μισθίων ακινήτων να προτείνει τον από το άρθρο 11 παρ.3 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 20 του Π.Δ/τος 34/1995) αποκλεισμό της λήξης, μόνο εάν δεν έχει λήξει επίσης, για τον ίδιο λόγο, και η μίσθωση των λοιπών συνενωμένων μισθίων (Α.Π. 583/2000). Άρειος Πάγος 828/2011 (Τμήμα Δ’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Χαράλαμπος Ζώης
Εισηγητής: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου
Δικηγόροι: Διονύσιος Αναγνώστου

(…)
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στις διατάξεις των άρθρων 81§§1και 3, 85 §1 και 88§1 του Ν. 2190/1920, που προστέθηκαν με το π.δ. 498/31-12-1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9-10-1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/855/ΕΟΚ για το εταιρικό δίκαιο, ορίζεται ότι, στην περίπτωση διάσπασης ανώνυμης εταιρίας που πραγματοποιείται με την σύσταση νέων εταιριών, η διασπώμενη εταιρία λύεται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση και μεταβιβάζεται από αυτήν στις άλλες ανώνυμες εταιρίες που .συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) το σύνολο της περιουσίας της (ενεργητικό - παθητικό), έναντι απόδοσης στους μετόχους της μετοχών εκδιδομένων από τις επωφελούμενες εταιρίες. Από την καταχώρηση δε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 84 του ίδιου νόμου, επέρχονται αυτοδικαίως και ταυτοχρόνως χωρίς καμία άλλη διατύπωση, τόσο για τις εταιρίες που συμμετέχουν στη διάσπαση, όσο και έναντι των τρίτων, τα αποτελέσματα της διάσπασης, μεταξύ των οποίων, η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας (ενεργητικού και παθητικού) της διασπώμενης εταιρίας στις επωφελούμενες εταιρίες και η εξαφάνιση της διασπώμενης εταιρίας, η οποία παύει εφεξής να υπάρχει. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η μεταβίβαση του συνόλου της περιουσίας της διασπώμενης εταιρίας στις επωφελούμενες τοιούτες, συνιστά καθολική διαδοχή, όπως άλλωστε ρητώς ορίζεται τούτο στο άρθρο 75 §1 περ. α' του ν. 2190/1920, για την περίπτωση της συγχώνευσης ανωνύμων εταιριών με την σύσταση νέας εταιρίας, η οποία συνιστά όμοια με την διάσπαση περίπτωση, με μόνη διαφοροποίηση, ότι στη συγχώνευση ολόκληρη η περιουσία των συγχωνευόμενων εταιριών χωρίς να διανέμεται, όπως συμβαίνει στην διάσπαση, μεταβιβάζεται στη νέα εταιρία που συνιστάται. Επομένως, μετά την ολοκλήρωση της διάσπασης, δια της καταχώρισης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης, αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση, οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαθίστανται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της διασπώμενης εταιρείας και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, τόσο μεταξύ της διασπώμενης και των επωφελούμενων εταιρειών, όσο και έναντι των τρίτων. Επομένως, οι νέες εταιρείες, ως καθολικοί διάδοχοι της διασπώμενης-εκμισθώτριας εταιρείας και κατά το μέρος που διανέμονται σε κάθε μία εξ αυτών τα περιουσιακά στοιχεία, υπεισέρχονται εκ του νόμου και στη μισθωτική σχέση, στη θέση της αρχικής εκμισθώτριας, χωρίς να απαιτείται, για την υπεισέλευση αυτή, ούτε μεταγραφή της πράξης της διάσπασης, ούτε και συναίνεση του μισθωτή (Ολ.ΑΠ 12/1999, ΑΠ 1018/2001).
Για την τοιαύτη δε υπεισέλευση στη μισθωτική σχέση αρκεί και μόνο η μεταβίβαση της τελευταίας από τη διασπώμενη εκμισθώτρια εταιρία, στις επωφελούμενες από την διάσπαση τοιαύτες και δεν είναι αναγκαία και η κτήση της κυριότητος από αυτές (επωφελούμενες εταιρίες) του μισθίου ακινήτου, που αφορά την μεταβιβαζόμενη, κατά την έννοια της καθολικής διαδοχής, μίσθωση, κάτι που μπορεί να συμβαίνει στην περίπτωση που η εκμισθώτρια (διασπώμενη) εταιρία δεν ήταν και κυρία αυτού, ή η πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1192, 1193 και 1198 Α.Κ., για να επέλθει η μεταβίβαση και της κυριότητας του μισθίου ακινήτου, καθόσον μεταγραφή απαιτείται για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, στην περίπτωση που γίνεται αυτή με την πράξη της διάσπασης σύμφωνα με το άρθρο 85§3 του Ν. 2190/1920 (βλ. Σχετ. ΟΛ.ΑΠ. 12/1999, ΑΠ. 1018/2001). Εξάλλου, στην περίπτωση που η διασπώμενη εταιρία είχε εκμισθώσει περισσότερα αυτοτελή όμορα ακίνητα προκειμένου να χρησιμοποιηθούν από τον μισθωτή για ενιαία χρήση και με την πράξη της διάσπασης μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση σε περισσότερες από μια επωφελούμενες εταιρίες, υπό την έννοια ότι σε μια μεταβιβάζεται η μίσθωση, ως προς ένα ή περισσότερα μίσθια ακίνητα και σε άλλη, ως προς τα υπόλοιπα, τότε δημιουργούνται περισσότερες μισθώσεις με διαφορετικούς εκμισθωτές (βλ. σχετ. Α.Π. 183/1994). Στην περίπτωση αυτή κάθε μια από τις νέες εκμισθώτριες εταιρίες, μπορεί να ασκήσει αγωγή για απόδοση μισθίου ακινήτου του οποίου κατέστη εκμισθώτρια, και το οποίο αποτελούσε μέρος της αρχικής ενιαίας μίσθωσης, λόγω λήξης της τελευταίας, ο δε μισθωτής, εναγόμενος προς απόδοσης της χρήσης ενός ή περισσοτέρων από τα όμορα ακίνητα, λόγω λήξης της μίσθωσης, έχει δικαίωμα, επικαλούμενος την μίσθωση συνενωμένων μισθίων ακινήτων να προτείνει τον από το άρθρο 11 παρ.3 του Ν. 813/1978 (ήδη άρθρο 20 του Π.Δ/τος 34/1995) αποκλεισμό της λήξης, μόνο εάν δεν έχει λήξει επίσης, για τον ίδιο λόγο, και η μίσθωση των λοιπών συνενωμένων μισθίων (Α.Π. 583/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, συνεκδικάζον τις δύο αντίθετες εφέσεις, τις ασκηθείσες κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή της ενάγουσας- νυν αναιρεσίβλητης- εκμισθώτριας εταιρείας, με την οποία ζητούσε την απόδοση του μισθίου ακινήτου λόγω λήξεως της συμβατικής διάρκειας της μίσθωσης και λόγω παρόδου δωδεκαετίας, δέχθηκε ότι, με το από 10-12-1987, μισθωτήριο συμφωνητικό, μεταξύ της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας, με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΕ" και του εναγομένου-νυν αναιρεσείοντος (ΙΚΑ) καταρτίσθηκε σύμβαση, με την οποία η πρώτη εξεμίσθωσε στο δεύτερο το περιγραφόμενο στην αγωγή κτιριακό συγκρότημα, ευρισκόμενο στα Μελίσσια Αττικής, για να το χρησιμοποιήσει το τελευταίο ως θεραπευτήριο-Κλινική, για την ιατρική-νοσοκομειακή περίθαλψη των ασφαλισμένων του.
Επίσης, ότι προηγουμένως, με την από 9-9-1974 σύμβαση μισθώσεως που είχε καταρτιστεί μεταξύ των ιδίων ως άνω συμβαλλομένων, είχε μισθωθεί και πάλι στο ΙΚΑ το ίδιο κτιριακό συγκρότημα, στο οποίο λειτουργούσε το Νοσοκομείο του (1ου Θεραπευτηρίου ΙΚΑ), η μίσθωση δε αυτή διήρκεσε μέχρι 31-12-1987, οπότε άρχισε να ισχύει, η άνω, νέα μίσθωση, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτήν. Έτσι ο μισθωτής (ΙΚΑ) εξακολούθησε να παραμένει στο μίσθιο ακίνητο και να ασκεί σε αυτό την ίδια ως άνω δραστηριότητα (κλινική - νοσοκομείο), όπως είχε συμφωνηθεί και με την νέα μίσθωση. Η τελευταία, ως εμπορική, υπήχθη στις διατάξεις του ν. 813/1978, από το οποίο και διέπεται έκτοτε (ήδη π.δ. 34/1995). Μετά την συμπλήρωση του συμβατικού της χρόνου η μίσθωση παρατάθηκε συμβατικά για μια ακόμα εξαετία, μετά από σχετική δήλωση του μισθωτή, σε εκτέλεση του άνω συμβατικού όρου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι παρατάθηκε αναγκαστικά, αρχικά για τρία (3) ακόμα έτη (άρθρο 2§8 ν. 2235/1994, το οποίο αντικατέστησε το άρθρο 4§1 του ν. 813/78) και εν συνεχεία, για μια ακόμα τριετία (άρθρο 7§6 ν. 2741/1999 με το οποίο, η διάρκεια της μίσθωσης που ρυθμίζεται από το π.δ. 34/1995 ισχύει για διάστημα 12 ετών από την έναρξη της μίσθωσης έστω και αν έχει συμφωνηθεί διάρκεια μικρότερη ή αορίστου χρόνου).
Συνεπώς, η παραπάνω μίσθωση έληξε στις 31-12-1999, τόσον σε ότι αφορά τη συμβατική διάρκειά της, όσον και κατά το μέρος που παρατάθηκε αναγκαστικά από τους παραπάνω νόμους. Κατά την λήξη της, το μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα είχε διαμορφωθεί για όλα τα μίσθια ακίνητα στο ποσό των 11 .412.467 δρχ. Περαιτέρω, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της κρινόμενης αναίρεσης ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας- εκμισθώτριας-νυν αναιρεσίβλητης (προελθούσας από τη διάσπαση της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας), προς άσκηση της ένδικης αγωγής, για απόδοση του μισθίου ζήτημα το οποίο (και μόνο) αφορούν οι δύο (μοναδικοί _ λόγοι αναίρεσης, δέχθηκε τα εξής: Η παραπάνω εκμισθώτρια εταιρία, με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ Η ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία είχε αριθμό Μητρώου Ανωνύμων Εταιριών 72/0 1ΑΤ/Β/8/2178 και λειτουργούσε νόμιμα, με έδρα τον Δήμο ? (οδός ?), από τις 8-9-1930 (ΦΕΚ 257/8-9-1930 τ. Α.Ε και ΕΠΕ), με βάση την υπ' αριθμ. ?/1930 πράξη του Συμβ/φου Αθηνών Ιωάννη Σωτηρόπουλου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 58980/8-9-1930 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, δημοσιευθείσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. ανωτέρω), όπως το αρχικό καταστατικό της είχε επανειλημμένως τροποποιηθεί νομίμως με τις μνημονευόμενες στην αμέσως κατωτέρω πράξη, συμβολαιογραφικές πράξεις, δυνάμει της υπ' αριθμ. ?/22-11-1995 πράξεως διάσπασης και σύστασης ανωνύμων εταιριών της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Αριστ. Θεοδωράκου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ?/1996 πράξη - διόρθωση, της άνω υπ' αριθμ. ?/22-12-1995 πράξεως, της ίδιας Συμβολαιογράφου, και της υπ' αριθμ. ?/4-10-1999 τροποποιητικής πράξης της αυτής επίσης Συμβολαιογράφου, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΜ 7372/29-1-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, καταχωρήθηκε στις 29-12-1995 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών με αριθμό ΜΑΕ 34867/01ΑΤ/Β/95/396 και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 1280/27-3-1996 ΦΕΚ (τ. Α.Ε. και Ε.Π.Ε.), διεσπάσθη, με την ταυτόχρονη σύσπαση πέντε νέων εταιριών, οι οποίες είναι οι εξής:
Ι. "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ.".
ΙΙ. "Α.Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΏΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". III. "ΜΠΙΝΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
IV. "ΠΑΤΡΙΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". V. "Η ΠΕΝΤΕΛΗ" ΑΝΩΝΥΜΗ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ - ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Τα καταστατικά των πιο πάνω πέντε ανωνύμων εταιριών τα οποία αναφέρονται στο ανωτέρω υπ' αριθμ. ?/22-12-1995 συμβόλαιο, εγκρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 7372/29-12-1995 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών και καταχωρήθηκαν στις 29-12-1995 στα Μητρώα Ανωνύμων Εταιριών της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής με τους αριθμούς 34867/01ΑΤ/Β/95/396, 34868/01ΑΤ/Β/95/397, 34869/01ΑΤ/Β/95/398, 34870/01ΑΤ/Β/95/399, 34871/01ΑΤ/Β/95/400 και δημοσιεύθηκαν στα υπ' αριθμ. 1280/27-3-1996, 1356/3-4-1996, 1269/27-3-1996 και 1270/27-3-1996 ΦΕΚ αντίστοιχα (τ. Α.Ε. και ΕΠΕ). Η κατά τα άνω διάσπαση της αρχικής ( εταιρίας (εκμισθώτριας) με την ταυτόχρονη σύσταση των παραπάνω ανωνύμων εταιριών (επωφελούμενων) έγινε σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 81 επ. του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", οι, οποίες προστέθηκαν σε αυτόν με το άρθρο 14 του π.δ. 498/1987, προς εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τα άρθρα 1,2 και 21 της 3ης οδηγίας της ΕΟΚ, κατά τα προαναφερόμενα. Σύμφωνα με την παραπάνω πράξη, όπως αυτή κατά τα ανωτέρω διορθώθηκε και τροποποιήθηκε, και για την οποία τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες διατυπώσεις, ώστε από τις άνω δημοσιεύσεις να επέρχονται τα έννομα αποτελέσματα της, μεταβιβάζονται κατά πλήρες δικαίωμα κυριότητος, νομής και κατοχής, στην πρώτη των άνω επωφελούμενων εταιριών, ήτοι στην εταιρία με την επωνυμία "ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΠΕΝΤΕΛΗ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", τα ανωτέρω υπ' αριθμ. 1 στοιχεία α' και β' ακίνητα που απαρτίζουν το μίσθιο, δηλαδή, εδαφική έκταση 17.022 στρεμμάτων, μέσα στην οποία βρίσκονται, ένα πενταόροφο κτίριο με ημιυπόγειο συνολικής επιφάνειας 6.525 τ.μ. και ο πρώτος όροφος του ημιτελούς κτιρίου της νέας πτέρυγας, συνολικής επιφανείας 812,7 τ.μ., ενώ στην πέμπτη των άνω επωφελούμενων εταιριών, με την επωνυμία "Η ΠΕΝΤΕΛΗ" ΑΝΩΝΥΜΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ-ΤΕΧΝΙΚΗ - ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη) το υπόλοιπο τμήμα του μισθίου, δηλαδή εδαφική έκταση, συνολικής επιφανείας 50.000 τ.μ. με το κείμενο σ' αυτήν κτίσμα, που χρησιμοποιείτο για την λειτουργία νευρολογικής κλινικής, συνολικής επιφανείας 604 τ.μ., ήτοι 302 τ.μ. το ισόγειο και 302 τ.μ. ο πρώτος όροφος. Παράλληλα, με την ίδια πράξη, μεταβιβάστηκε στις άνω επωφελούμενες εταιρίες, η ενοχική σχέση της παραπάνω μίσθωσης, κατά το μέρος που αυτή αναφέρεται στα μίσθια ακίνητα που μεταβιβάζονται σε κάθε μια εξ' αυτών. Όμως, όπως προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από την ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη) εταιρία αποδεικτικά στοιχεία, η άνω πράξη της διάσπασης δεν έχει μεταγραφεί κάτι που απαιτείται και εν προκειμένω, τούτου επιβαλλομένου από το άρθρο 85§3 του Ν. 2190/1920, προκειμένου να καταστεί κυρία η επωφελούμενη από την διάσπαση εταιρία (ενάγουσα) του ακινήτου που μεταβιβάζεται σε αυτήν, βάσει των προαναφερομένων γενικών διατάξεων (άρθρα 1038, 1192, 1193, 1198 Α.Κ.). Έτσι η ενάγουσα (πέμπτη επωφελούμενη) εταιρία, δεν κατέστη κυρία του άνω ακινήτου το οποίο αποτελεί μέρος του ενιαίου μισθίου και επομένως εκ του λόγου αυτού (ως νέα κτήτορας του μισθίου ακινήτου) δεν υπεισήλθε στην μισθωτική σχέση, εφόσον δεν κατέστη κυρία του εν λόγω μισθίου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται στην αγωγή της. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, με την παραπάνω πράξη διάσπασης, μεταβιβάστηκε στην πέμπτη επωφελούμενη εταιρία (ενάγουσα) ολόκληρη η μισθωτική σχέση που υπήρχε μεταξύ της διασπώμενης εταιρίας και του ΙΚΑ (μισθωτή), ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σε σχέση με τα προαναφερόμενα μίσθια ακίνητα, δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για καθολική διαδοχή και όχι για σύμβαση εκχωρήσεως με την οποία μεταβιβάζεται η μισθωτική σχέση και ως εκ τούτου, δεν απαιτείται και εν προκειμένω, συναίνεση του μισθωτή, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση της εκχωρήσεως, που για να συντελεσθεί η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης σε τρίτο, αναγκαία προϋπόθεση προς τούτο ήταν να αποδεχθεί αυτό και ο μισθωτής, υπό την μορφή συναινέσεως (άρθρο 361, 455, 471 Α.Κ.). Για την τοιαύτη δε μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, δεν ήταν αναγκαίο, η διασπώμενη εταιρία να είναι και κύρια του μισθίου ακινήτου, αλλά αρκούσε το γεγονός ότι ήταν εκμισθώτρια αυτού (κάτι που πλήρως αποδεικνύεται από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και συνομολογείται από το εναγόμενο (ΙΚΑ) με τις προτάσεις του), ούτε και απαιτείται μεταγραφή της πράξης με την οποία μεταβιβάστηκε η μισθωτική σχέση, αφού πρόκειται για μεταβίβαση ενοχικής αξιώσεως.
Συνεπώς, με την ολοκλήρωση, κατά τα άνω, της πράξης της διάσπασης με την σύσταση νέων ανωνύμων εταιριών, η ενάγουσα (ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη), πέμπτη επωφελούμενη εταιρία, κατέστη εκμισθώτρια των προαναφερομένων μισθίων ακινήτων, και ως εκ τούτου υπό την τοιαύτη ιδιότητα της νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της επίδικης αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η επίδικη αγωγή, σε ότι αφορά την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται εκ μέρους του εναγόμενου μισθωτή (ΙΚΑ) με τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό του, περί του ότι δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα στην άσκηση της, καθόσον η διασπασθείσα εκμισθώτρια εταιρία δεν ήταν και κυρία του άνω μισθίου ακινήτου και ως εκ τούτου δεν κατέστη κυρία αυτού, και κατά συνέπεια και εκμισθώτρια του τελευταίου, η ενάγουσα (επωφελούμενη) εταιρία, τα οποία δεν συνιστούν ένσταση (στην αγωγή εκτίθενται όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά προς θεμελίωση κατ' άρθρον 216 Κ.Πολ.Δ., της ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας), αλλά άρνηση της αγωγής, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Και υπό τις ως άνω παραδοχές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ως νόμιμη την αγωγή της ενάγουσας-εκμισθώτριας-νυν αναιρεσίβλητης, περί απόδοσης του μισθίου, μετά τη λήξη της μισθωτικής σχέσης. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο ορθώς αποφάνθηκε, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη και δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό και προβλεπόμενη από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο-νυν αναιρεσείον (ΙΚΑ) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος, πέραν του ότι βασίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, δεδομένου ότι το δικάσαν Εφετείο δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι η εκμισθώτρια-ενάγουσα υπεισήλθε στη μισθωτική σχέση, ως καθολική διάδοχος της αρχικής εκμισθώτριας εταιρείας, λόγω της μεταβίβασης από την τελευταία προς αυτήν, της μίσθωσης με την προαναφερθείσα πράξη διάσπασης και όχι, λόγω μεταβίβασης της κυριότητας, όπως, εσφαλμένα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, είναι σε κάθε περίπτωση απορριπτέος, ως αβάσιμος σύμφωνα με τα ανωτέρω. Επίσης, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο δεύτερος, από το άρθρ. 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον υπό του εναγομένου-μισθωτού-νυν αναιρεσείοντα προβληθέντα και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό, για την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της ενάγουσας-εκμισθώτριας, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό, μειωμένη κατά το αρθρ. 22 Ν. 3693/1957, διότι το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΙΚΑ), σύμφωνα με το αρθρ. 19 § 1 του Ν. 1846/1951, απολαύει των δικαστικών και οικονομικών προνομίων του Δημοσίου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-3-2006 αίτηση του ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 1799/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) Ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ




                                                                                              ΛΥΣΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ – ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ


Από τη διάταξη του άρθρου 767 ΑΚ, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι η εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία (τακτική) οποιουδήποτε εταίρου, η οποία αποτελεί δικαίωμα αυτού και ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι σπουδαίου προς τούτο λόγου, επιφέρει τη λύση της εταιρίας. Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να τη δικαιολογεί, ο εταίρος που κατήγγειλε ενέχεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και κακοπιστίας στις συναλλαγές και απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, συνάγεται περαιτέρω ότι καταγγελία της αορίστου διαρκείας εταιρίας, που αποτελεί δικαίωμα του εταίρου, αν ασκήθηκε καταχρηστικώς, έγινε δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιφέρει μεν τη λύση της εταιρίας, πλην όμως συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, από την οποία γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση η και χρηματική ικανοποίηση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ. Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστκά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Ειδικότερα, το δικαίωμα του εταίρου, να προβεί σε λύση με καταγγελία της αορίστου διάρκειας εταιρίας, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους λοιπούς εταίρους δυνατότητες του καταγγέλοντος και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, ούτε αναγνωρίζεται από το νόμο το δικαίωμα αυτό στον καταγγέλοντα εταίρο, ως κύρωση έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς των άλλων εταίρων (Ολ.ΑΠ 12/2004). Άρειος Πάγος 841/210 (Τμήμα Α2’ Πολιτικό)
Πρόεδρος: Δημήτριος Δαλιάνης
Εισηγητής: Χαράλαμπος Ζώης
Δικηγόροι: Ιωάννης Αναστασίου, Παναγιώτης Μανώλης


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 767 ΑΚ, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της καλής πίστης, επιβαλλόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 288 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι η εταιρία που έχει αόριστη διάρκεια λύεται οποτεδήποτε με καταγγελία (τακτική) οποιουδήποτε εταίρου, η οποία αποτελεί δικαίωμα αυτού και ανεξάρτητα από τη συνδρομή ή όχι σπουδαίου προς τούτο λόγου, επιφέρει τη λύση της εταιρίας. Αν όμως η καταγγελία έγινε άκαιρα και δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος που να τη δικαιολογεί, ο εταίρος που κατήγγειλε ενέχεται σε αποζημίωση των λοιπών εταίρων, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου. Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη δημόσιας τάξης διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της ανεντιμότητας και κακοπιστίας στις συναλλαγές και απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, συνάγεται περαιτέρω ότι καταγγελία της αορίστου διαρκείας εταιρίας, που αποτελεί δικαίωμα του εταίρου, αν ασκήθηκε καταχρηστικώς, έγινε δηλαδή κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, επιφέρει μεν τη λύση της εταιρίας, πλην όμως συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, από την οποία γεννιέται ευθύνη προς αποζημίωση η και χρηματική ικανοποίηση των λοιπών εταίρων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 932 ΑΚ. Το δικαίωμα ασκείται καταχρηστκά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου. Το ζήτημα δε, αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει ν' αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματος του. Ειδικότερα, το δικαίωμα του εταίρου, να προβεί σε λύση με καταγγελία της αορίστου διάρκειας εταιρίας, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η καταγγελία αυτή εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τους λοιπούς εταίρους δυνατότητες του καταγγέλοντος και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησης, ούτε αναγνωρίζεται από το νόμο το δικαίωμα αυτό στον καταγγέλοντα εταίρο, ως κύρωση έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς των άλλων εταίρων (Ολ.ΑΠ 12/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δίκασε την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως προς την επικουρική της βάση, με την οποία ζητείτο αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία αδικοπραξίας του εναγομένου, λόγω καταχρηστικής καταγγελίας από αυτόν της μεταξύ τους λειτουργούσας ομόρρυθμης εταιρίας αόριστης διαρκείας, απέρριψε την αγωγή, δεχθέν τα εξής κρίσιμα περιστατικά: Μεταξύ των διαδίκων αδελφών συστήθηκε το έτος 1988 ομόρρυθμη εταιρία αόριστου χρόνου, με την επωνυμία "...ΟΕ" και με σκοπό την εκμετάλλευση παντοπωλείου, στην οποία καθένας των εταίρων θα συμμετείχε κατά ποσοστό 50% στις κερδοζημίες, υποχρεουμένων των εταίρων να παρέχουν και την προσωπική τους εργασία. Διαχειριστής αυτής ορίστηκε ο εναγόμενος, μετά δε τη σύστασή της εκμεταλλεύετο κατάστημα παντοπωλείου, επί της οδού ..., όπου και η έδρα της. Για πολλά χρόνια, η μεταξύ των αδελφών εταίρων συνεργασία ήταν αρμονική και η πορεία της επιχείρησης αρκετά καλή, αφού από τα κέρδη από την εταιρική επιχείρηση αντιμετώπιζαν ικανοποιητικά τις οικογενειακές τους ανάγκες. Από τις αρχές όμως του έτους 2000 οι μεταξύ τους σχέσεις διαταράχθηκαν σε μεγάλο βαθμό, διότι ο ενάγων αρνείτο να συμμετάσχει στις απαιτούμενες δαπάνες για την ανανέωση του εξοπλισμού και την ανακαίνιση του καταστήματος, ο οποίος ήταν παλαιός και απαιτείτο η ανανέωσή του, τόσο για λόγους υγιεινής όσο και για λόγους ανταγωνιστικότητας. Η άρνηση αυτή του ενάγοντος οφείλετο στο ότι αυτός ήταν ηλικίας 58 ετών και ανέμενε το έτος 2005 για να αποχωρήσει, συνταξιοδοτούμενος από το ΤΕΒΕ όπου ήταν ασφαλισμένος, ενώ ο εναγόμενος αδελφός του, που ήταν νεότερος σε ηλικία, απέβλεπε στη διατήρηση και πρόοδο της εταιρείας. Εξ αιτίας των διαφωνιών αυτών, διαταράχθηκαν σοβαρά και οι προσωπικές τους σχέσεις, με συνέπεια να εργάζονται εκ περιτροπής στο κατάστημα, για να μη συναντώνται στον ίδιο χώρο, διότι όσες φορές συνέβη αυτό δημιουργήθηκαν σοβαρά επεισόδια μεταξύ τους, με χειροδικίες και εξυβρίσεις του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου. Την 6.5.2003 ο ενάγων, έχοντας πληροφορηθεί την πρόθεση του εναγομένου διαχειριστή της εταιρίας να συνάψει τραπεζικό δάνειο στο όνομα της εταιρίας για την αντιμετώπιση των δαπανών ανακαίνισης του καταστήματος, επέδωσε στον εναγόμενο εξώδικη δήλωση με την οποία διαμαρτυρήθηκε για τη συμπεριφορά του και δήλωσε για πολλοστή φορά ότι αρνείται να συναινέσει σε οποιαδήποτε ανακαίνιση του καταστήματος, στην οποία, αν τελικά προέβαινε, ο εναγόμενος θα επιβαρύνονταν ατομικά ο ίδιος. Μετά από αυτά ο εναγόμενος με το από 29.5.2003 έγγραφό του, επικαλούμενος σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο στην άρνηση τον ενάγοντος να συμμετάσχει στις δαπάνες ανακαίνισης του καταστήματος και την εξαιτίας αυτής διατάραξη των σχέσεών τους και αδυναμία συνεργασίας, κατάγγειλε την εταιρεία, στη συνέχεια δε, μετά το πέρας της εκκαθάρισης που έγινε την 13-6-2003, ο καταγγείλας την εταιρεία εναγόμενος συνήψε νέα μίσθωση του ιδίου καταστήματος με τον ιδιοκτήτη του, αφού δε προέβη στην ανακαίνιση του καταστήματος, ένα μήνα μετά άρχισε να λειτουργεί την ίδια επιχείρηση ατομικά πλέον. Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά απέρριψε (το Εφετείο) την επικουρική, εξ αδικοπραξίας λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, βάση της αγωγής, μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω έλλειψης επαρκών αιτιολογιών, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς τη μη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914 και 281 ΑΚ. Και τούτο διότι α) δεν δέχεται ότι ο ενάγων, που αρνείτο να συμμετάσχει στις δαπάνες ανακαίνισης του εταιρικού καταστήματος, υποχρεούτο, κατά την εταιρική σύμβαση, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 745 ΑΚ, να αυξήσει ή συμπληρώσει την εισφορά του στην εταιρία, με την καταβολή του αναλογούντος στην εταιρική του μερίδα ποσοστού επί των απαιτουμένων για την ανακαίνιση του καταστήματος δαπανών και β) δεν αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ποιο ποσό απαιτείτο για την ανακαίνιση του καταστήματος, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ενάγων, ο οποίος, όπως δέχεται το Εφετείο, ήταν ηλικίας 58 ετών και ανέμενε τη συνταξιοδότησή του μετά διετία (2005), θα ανέμενε κατά τη διετία αυτή την απόσβεση των δαπανών στις οποίες θα προέβαινε για την ανακαίνιση του καταστήματος, δεδομένου ότι, όπως επίσης δέχεται το Εφετείο, τα κέρδη από την εταιρική επιχείρηση επαρκούσαν για την αξιοπρεπή συντήρηση των οικογενειών τους. Επομένως, ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, ακολούθως δε πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1882/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 15 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΕΠΙΧ/ΣΗΣ – ΕΚΠΡΟΣΩΠΗΣΗ – ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΕΤΑΙΡΙΑΣ-ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ

 

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, που προσδίδουν στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση τη νομική φύση του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, η προσβολή τούτου και των επί μέρους πράξεων, μπορεί να γίνει, όπως και στην ατομική εκτέλεση, μόνο με την ανακοπή ("αντιρρήσεις") του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2006). Τέτοια ανακοπή, κατά της εγκυρότητας της διαδικασίας του επισπευδόμενου και διενεργούμενου εκ μέρους του εκκαθαριστή πλειοδοτικού διαγωνισμού νομιμοποιείται να ασκήσει στο όνομά της ο μέχρι την υπαγωγή στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση φορέας της οφειλέτριας επιχείρησης ή και ο δανειστής της, όταν προβάλλει κάποιο ιδιαίτερο έννομο συμφέρον. Αντίθετα δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ανακοπής αυτής ο εκκαθαριστής, αφού δεν νοείται να λαμβάνει, πέρα από την θέση του επισπεύδοντος τον πλειοδοτικό διαγωνισμό, παράλληλα και εκείνη του καθ' ου, στρεφόμενος έτσι κατά του εαυτού του και των διαδικαστικών πράξεων που ο ίδιος προκάλεσε. Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 48 του ν. 1882/1990, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες. Εξαίρεση ως προς την άσκηση της ανακοπής αυτής από τον εκκαθαριστή υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρείας που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας ως οφειλέτη, οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης. Η εκπροσώπηση της οφειλέτριας εταιρείας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιό της που νόμιμα εκλέχθηκε πριν την ειδική εκκαθάριση. – Άρειος Πάγος 820/2010 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)

 

Πρόεδρος: Δημήτριος Κανελλόπουλος

Εισηγητής: Κων/νος Τσόλας

Δικηγόροι: Εμμανουήλ Φωτάκης

 

 

(…)

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 46α§1 του Ν.1892/1990 "Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις", που προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, προβλέπεται η θέση σε ειδική εκκαθάριση της επιχείρησης η οποία έχει αναστείλει ή διακόψει τη λειτουργία της για οικονομικούς λόγους ή είναι σε κατάσταση παύσης πληρωμών ή έχει πτωχεύσει ή τεθεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών ή υπό προσωρινή διαχείριση ή υπό εκκαθάριση οποιασδήποτε μορφής ή παρουσιάζει έκδηλη οικονομική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της. Η θέση σε ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων αυτών διατάσσεται με απόφαση του εφετείου της έδρας της επιχείρησης, μετά από αίτηση πιστωτών που εκπροσωπούν το 51% τουλάχιστον του συνόλου των κατά της επιχείρησης απαιτήσεων. Εκκαθαριστής διορίζεται υποχρεωτικώς τράπεζα, που λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα ή θυγατρική επιχείρηση τέτοιας τράπεζας που υποχρεούνται να υποδείξουν οι αιτούντες πιστωτές, συνυποβάλλοντες στο εφετείο δήλωσή της ότι αποδέχεται την υπόδειξή της ως εκκαθαριστή. Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι, μετά τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου, ο εκκαθαριστής υποχρεούται να προβεί στη λεπτομερή καταγραφή και την εν συνεχεία πώληση, με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό, όλου του ενεργητικού της επιχείρησης ως συνόλου, είτε η επιχείρηση βρίσκεται σε λειτουργία είτε όχι. Στην παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, ορίζεται, σχετικά με τη διαδικασία μεταβίβασης του ενεργητικού, ότι ο εκκαθαριστής συνάπτει με τον πλειοδότη, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, τη σύμβαση μεταβίβασης του ενεργητικού της επιχείρησης, βάσει των όρων της προσφοράς και των τυχόν άλλων επί τα βελτίω όρων, που υποδείχθηκαν από τους παραπάνω πιστωτές. Η σύμβαση αυτή επέχει θέση τελεσίδικης κατακύρωσης του άρθρου 1003 επ. ΚΠολΔ. Η παράγραφος 8 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι το συνολικό ποσό, το οποίο πρέπει να καταβάλει σύμφωνα με τη σύμβαση στον εκκαθαριστή ο πλειοδότης, επέχει θέση πλειστηριάσματος του άρθρου 1004 επ. ΚΠολΔ. Μετά την καταβολή του συμφωνηθέντος πλειστηριάσματος ή του συμφωνηθέντος ως αμέσως καταβλητέου ποσού και εφόσον τηρήθηκαν στην τελευταία περίπτωση οι συμφωνηθέντες όροι εξασφάλισης πληρωμής του υπολοίπου, ο εκκαθαριστής συντάσσει αμελλητί, ενώπιον του επί του πλειοδοτικού διαγωνισμού συμβολαιογράφου, αντιστοίχως, είτε πράξη εξόφλησης, είτε πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των παραπάνω υποχρεώσεων του πλειοδότη. Η πράξη αυτή, στην οποία προσαρτάται η σύμβαση μεταβίβασης, επέχει θέση περίληψης έκθεσης κατακύρωσης του άρθρου 1005 ΚΠολΔ και εφαρμόζονται επ' αυτής αναλόγως όσα ισχύουν επί της τελευταίας. Εξ άλλου, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 3 του Ν. 2244/1994 ορίζει ότι η κατά το άρθρο 46α παρ. 8 του ν.1892/1990 πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αγοραστή επέχει, κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, θέση περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης του άρθρου 1005 του ΚΠολΔ και έχει ως άμεση έννομη συνέπεια, μετά τη μεταγραφή της και το σχετικό αίτημα προς τον υποθηκοφύλακα, την εξάλειψη και διαγραφή των υφισταμένων υπέρ τρίτων βαρών που έχουν εγγραφεί πριν από τη θέση των επιχειρήσεων σε ειδική εκκαθάριση. Τέλος, στην παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 ορίζεται ότι, από της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος, επέρχονται όλες οι έννομες συνέπειες της καταβολής όλου του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή, που ορίζονται στο άρθρο 1005 ΚΠολΔ. Επί της μεταβιβάσεως του συνόλου του ενεργητικού της επιχείρησης του παρόντος άρθρου δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ. Από το σύνολο των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτές δημόσιος πλειοδοτικός διαγωνισμός, με τον οποίο γίνεται η πώληση της επιχείρησης που έχει τεθεί στη ρυθμιζόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική εκκαθάριση, δεν αποτελεί περίπτωση σύμβασης πώλησης του αστικού δικαίου που καταρτίζεται απλώς με βάση ορισμένες προϋποθέσεις που τάσσονται στο νόμο και με την επιτήρηση της δημόσιας αρχής, αλλά έχει το χαρακτήρα δημόσιου πλειστηριασμού και μάλιστα αναγκαστικού, αφού αποβλέπει, όπως και ο αναγκαστικός πλειστηριασμός, στην εκποίηση της περιουσίας του οφειλέτη για την ικανοποίηση των χρηματικών απαιτήσεων των αναγγελλόμενων προς τούτο πιστωτών του, με μια συλλογική διαδικασία, η οποία είναι συντομότερη από εκείνη που προβλέπεται στον ΚΠολΔ. Τούτο σαφώς συνάγεται από τους προπαρατεθέντες ορισμούς του νόμου αυτού, όπου ορίζεται ρητά ότι το "τίμημα" εξομοιώνεται με το "πλειστηρίασμα" του αναγκαστικού πλειστηριασμού, η "πράξη εξόφλησής του" ή, κατά περίπτωση, η "πράξη πιστοποίησης εκπλήρωσης των αναληφθεισών υποχρεώσεων" με την περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, η "σύμβαση μεταβίβασης" με την έκθεση κατακύρωσης του αναγκαστικού πλειστηριασμού και ο "αποκτών πλειοδότης" με υπερθεματιστή που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που του παρέχονται από το άρθρο 1005 ΚΠολΔ, με απόσβεση έτσι και των εμπράγματων βαρών που έχουν εγγραφεί στα περιουσιακά αντικείμενα της αποκτώμενης από αυτόν επιχείρησης, όπως συμβαίνει και στο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, που προσδίδουν στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση τη νομική φύση του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, η προσβολή τούτου και των επί μέρους πράξεων, μπορεί να γίνει, όπως και στην ατομική εκτέλεση, μόνο με την ανακοπή ("αντιρρήσεις") του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2006). Τέτοια ανακοπή, κατά της εγκυρότητας της διαδικασίας του επισπευδόμενου και διενεργούμενου εκ μέρους του εκκαθαριστή πλειοδοτικού διαγωνισμού νομιμοποιείται να ασκήσει στο όνομά της ο μέχρι την υπαγωγή στην ανωτέρω ειδική εκκαθάριση φορέας της οφειλέτριας επιχείρησης ή και ο δανειστής της, όταν προβάλλει κάποιο ιδιαίτερο έννομο συμφέρον. Αντίθετα δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της ανακοπής αυτής ο εκκαθαριστής, αφού δεν νοείται να λαμβάνει, πέρα από την θέση του επισπεύδοντος τον πλειοδοτικό διαγωνισμό, παράλληλα και εκείνη του καθ' ου, στρεφόμενος έτσι κατά του εαυτού του και των διαδικαστικών πράξεων που ο ίδιος προκάλεσε. Εξάλλου κατά τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το αρ. 48 του ν. 1882/1990, με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, που ορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της εταιρείας ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες. Η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή. Κατά τις περιπτώσεις που δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες του εκκαθαριστή στρέφονται κατά της εταιρείας ως οφειλέτη η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την τυχόν πτώχευση ή την υπαγωγή της στην προσωρινή διοίκηση του Ο.Α.Ε., ή την υπαγωγή της στις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 7 του νόμου αυτού, κατά περίπτωση. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου, με την οποία ανώνυμη εταιρεία τίθεται υπό ειδική εκκαθάριση και διορίζεται εκκαθαριστής, παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων της διοίκησης της εταιρείας, η δε διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπησή της περιέρχεται στον εκκαθαριστή. Εξαίρεση αυτού του κανόνα υπάρχει στην περίπτωση συγκρούσεως των συμφερόντων μεταξύ του εκκαθαριστή και της εταιρείας που τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, η οποία υπάρχει όταν ο εκκαθαριστής στρέφεται με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειές του κατά της εταιρείας ως οφειλέτη, οπότε η εκπροσώπηση της τελευταίας γίνεται από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, η θητεία του οποίου παρατείνεται για το σκοπό αυτό μέχρι τη λήξη τη εκκαθάρισης. Για τον ίδιο λόγο (της σύγκρουσης των συμφερόντων) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκπροσώπηση της οφειλέτριας εταιρείας, στην περίπτωση ασκήσεως από αυτήν της πιο πάνω ανακοπής κατά του επισπευδόμενου από την ειδική εκκαθαρίστρια πλειοδοτικού διαγωνισμού των περιουσιακών της στοιχείων, γίνεται από το διοικητικό της συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της στην ειδική εκκαθάριση. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2006). Εξάλλου η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με την από 25-4-2000 ανακοπή τους εκθέτουν τα ακόλουθα: Η πρώτη από τους ανακόπτοντες ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΑΡΤΑΡΙΚΗ - ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ Α.Ε.", της οποίας οι τρεις τελευταίοι απ' αυτούς είναι μοναδικοί μέτοχοι και δανειστές της για συνολικές απαιτήσεις 739.130.353 δραχμών, που προκύπτουν από το καθολικό της, με τη 293/1998 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46α του ν. 1892/1990 και διορίστηκε ως εκκαθαρίστρια η δεύτερη των καθ'ων ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΒΑ FINANCE Α.Ε.", η οποία προέβη στην πώληση με δημόσιο πλειοδοτικό διαγωνισμό των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού αυτής (ανακόπτουσας εταιρείας), τα οποία και κατακυρώθηκαν στον τρίτο των καθ' ων και, στη συνέχεια, μεταβίβασε τα περιουσιακά αυτά στοιχεία στην, εκπροσωπούμενη από τον τελευταίο, τέταρτη των καθ'ων, με τους όρους που διαλαμβάνονται στην ....σύμβαση μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, που καταρτίστηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Οιχαλίας Μαριγούλας Αξιοτοπούλου, Περαιτέρω, εκτίθεται ότι η υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσα ανακόπτουσα εταιρεία εκπροσωπείται για την άσκηση της ένδικης ανακοπής από τον Πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου Χ1. Ισχυριζόμενοι, στη συνέχεια, οι ανακόπτοντες αφενός ότι είναι "ανυπόστατη" η όλη διαδικασία υπαγωγής της πρώτης απ' αυτούς στην ως άνω ειδική εκκαθάριση και αφετέρου ότι η διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, που διενεργήθηκε από την ορισθείσα ως εκκαθαρίστρια δεύτερη των καθ' ων πάσχει από ακυρότητα, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το ως άνω άρθρο νόμιμη προδικασία, ζήτησαν με την ένδικη ανακοπή τους την ακύρωση των αναφερόμενων πράξεων που αφορούν τη διαδικασία εκποίησης και μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της πρώτης ανακόπτουσας. Το Εφετείο δέχθηκε, ότι, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, η ένδικη ανακοπή έπρεπε να ασκηθεί από τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ειδική εκκαθαρίστρια, η οποία και μόνο νομιμοποιείται στην άσκησή της, ενώ η πρώτη αναιρεσείουσα (οφειλέτρια εταιρεία) δε νομιμοποι-είται ενεργητικώς στην άσκησή της, επειδή τελεί υπό ειδική εκκαθάριση, δεν ισχυρίζονται δε οι αναιρεσείοντες ότι περατώθηκε η διαδικασία της εκκαθάρισης και έτσι έχει παύσει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησής της (επομένως και ο Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου στερείται εξουσίας εκπροσώπησής της), η οποία έχει περιέλθει στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ειδική εκκαθαρίστρια. Ούτε, εξάλλου, όπως στη συνέχεια δέχεται το Εφετείο, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα περιστατικά, υπόκειται σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ της εκκαθαρίστριας και της πρώτης αναιρεσείουσας ως οφειλέτριας υπό την προεκτεθείσα έννοια, σε τρόπο ώστε να νομιμοποιείται στην εκπροσώπησή της ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου αυτής. Αλλά και οι υπόλοιποι αναιρεσείοντες, μέτοχοι της πρώτης, δεν επέχουν θέση δανειστή αυτής και δεν έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν ανακοπή κατά της εκτέλεσης με αυτή την ιδιότητα, αφού δεν επικαλούνται ειδικό έννομο συμφέρον για την άσκησή της, ούτε ισχυρίζονται ότι αναγγέλθηκαν ως δανειστές της για να καταταγούν στον οικείο πίνακα κατάταξης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 46 α και άρθ. 9 παρ. 3 του ν. 1386/1983, όπως αντικαταστάθηκε το άρθ. 48 του ν. 1882/1990, αφού, όπως προεκτέθηκε, νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην άσκηση της ανωτέρω ανακοπής, αφενός η αναιρεσείουσα- οφειλέτρια εταιρεία, η οποία εκπροσωπείται νομίμως από το διοικητικό συμβούλιο που είχε νόμιμα εκλεγεί πριν από την υπαγωγή της υπό ειδική εκκαθάριση, και αφετέρου οι δεύτερος τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή, είναι δανειστές της οφειλέτριας εταιρείας και ο πλειοδοτικός διαγωνισμός έβλαψε, κατά τους ισχυρισμούς τους, τα συμφέροντά τους, αφού το προσφερόμενο (και δεκτό γενόμενο) τίμημα για την πώληση των περιουσιακών στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας, το οποίο δεν ήταν ικανό να καλύψει (και) τις δικές τους απαιτήσεις, υπολειπόταν κατά πολύ εκείνου που θα επιτυγχανόταν αν τηρούνταν, κατ' αυτούς, οι νόμιμες προϋποθέσεις διενέργειας του δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβιάσεως των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 372/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

 

 

 


 

                                                                                                             ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ – ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας. Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι" (Ολομ.ΑΠ 22/1998), με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής. Έτσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας, με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ. Κατ' αυτόν κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Έτσι, μπορούν να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού. Εφόσον όμως η ομόρρυθμη εταιρία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕΝ, δεν μπορούν να επικαλεσθούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης (άρ. 42 περ. 3 ΕΝ). Περαιτέρω, επί αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατά κοινοπραξίας δεν είναι αναγκαίο να επισυναφθεί και το συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας για να προκύψει το πρόσωπο του οφειλέτη της απαιτήσεως. – Άρειος Πάγος 36/2011 (Α1’ Πολιτικό Τμήμα)

Πρόεδρος: Εμμανουήλ Καλούδης
Εισηγητής: Βασίλειος Φούκας
Δικηγόροι: Κων/νος Φραγκανδρέας

(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμο δεν επιτρέπει, όπως τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, οπότε πρέπει να προηγηθεί η έρευνα της ενστάσεως πλαστότητας. Εξάλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν ο κανόνας αυτός του ουσιαστικού δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ.ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για κήρυξη ή μη ακυρότητας, εκπτώσεως ή απαραδέκτου, ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και όχι διατάξεως ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.ΑΠ 1/1999). Τέλος, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.ΑΠ 30/1997, Ολομ.ΑΠ 28/1997). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 741 Α. Κ., 20 ΕΝ και 2 του Β. Δ. της 2/14-5-1835 "Περί της αρμοδιότητας των Εμποροδικείων", συνάγεται ότι η κοινοπραξία, η οποία, με ιδιαίτερη επωνυμία ή με τα ονόματα όλων των μελών της, αναλαμβάνει, ως ανάδοχος, την εκτέλεση τεχνικού έργου, το οποίο, κατά τα ουσιώδη στοιχεία του, αποτελεί επιχείρηση χειροτεχνίας και επομένως αντικειμενικά εμπορική πράξη, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, έχει το χαρακτήρα ομόρρυθμης εταιρείας. Εάν όμως αυτή δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 42 ΕΝ, για τις ομόρρυθμες εταιρείες, διατυπώσεις δημοσιότητας, λειτουργεί ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι" (Ολομ.ΑΠ 22/1998), με όλες τις συνέπειες που απορρέουν από το γεγονός αυτό, δηλαδή εφαρμόζεται το δίκαιο της ομόρρυθμης εταιρίας σε όλη του την έκταση, ως προς τη διαχείριση της εταιρίας, την ευθύνη των εταίρων, τη λύση και τις συνέπειες αυτής. Έτσι, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης, ο οποίος καθιερώνεται, επί ομόρρυθμης εταιρίας, με τη διάταξη του άρθρου 22 ΕΝ. Κατ' αυτόν κάθε ομόρρυθμος εταίρος μπορεί μόνος του να δεσμεύει την εταιρία, ανεξάρτητα από τη σύμπραξη ή ακόμη και την εναντίωση των άλλων. Η νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι ενδοτικού δικαίου και ως εκ τούτου επιτρέπεται στους ομόρρυθμους εταίρους να περιλάβουν στο καταστατικό ρυθμίσεις που παρεκκλίνουν από το νόμο. Έτσι, μπορούν να ορίσουν ότι η εκπροσώπηση της εταιρίας θα γίνεται από περισσότερους, ενεργούντες χωριστά ή από κοινού. Εφόσον όμως η ομόρρυθμη εταιρία δεν υποβληθεί στις διατυπώσεις της δημοσιότητας, τις σχετικές καταστατικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν από τη νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 22 ΕΝ, δεν μπορούν να επικαλεσθούν οι εταίροι έναντι των τρίτων και ως εκ τούτου έναντι αυτών ισχύει σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης (άρ. 42 περ. 3 ΕΝ). Περαιτέρω, επί αιτήσεως προς έκδοση διαταγής πληρωμής κατά κοινοπραξίας δεν είναι αναγκαίο να επισυναφθεί και το συμφωνητικό σύστασης της κοινοπραξίας για να προκύψει το πρόσωπο του οφειλέτη της απαιτήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως εις πράγματα αναγομένη, κρίση του, ότι μεταξύ της αναιρεσίβλητης και της κοινοπραξίας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΤΕ - Κ. Μ. ΑΤΕΒΕ" κατασκευής του έργου του φράγματος Μεσοβουνίου, μέλος της οποίας ήταν και η αναιρεσείουσα, καταρτίσθηκαν οι αναφερόμενες συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, από το κλείσιμο των οποίων προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο, για το οποίο η ήδη αναιρεσίβλητη ζήτησε και εκδόθηκε η προσβληθείσα διαταγή πληρωμής (υπ' αρ. 23172/2005) του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία υποχρεώθηκαν η κοινοπραξία και τα μέλη της, ο καθένας εις ολόκληρο, να καταβάλουν σε αυτή, το ποσό του καταλοίπου του κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού, νομιμοτόκως. Ότι η κοινοπραξία λειτούργησε ως ομόρρυθμη εταιρία "εν τοις πράγμασι". Επομένως, ισχύει η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των εταίρων και ο κανόνας της εταιρικής εκπροσώπησης, κατά του οποίου δεν δύναται να αντιταχθεί καταστατική ρήτρα για την από κοινού εκπροσώπηση, αφού δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας, ώστε, ανεξαρτήτως του κύρους του (προσβληθέντος ως πλαστού) από 10-9-2002 συμφωνητικού, έναντι της αναιρεσίβλητης ίσχυε, σε κάθε περίπτωση, ο κανόνας της ατομικής εκπροσώπησης και η αναληφθείσα έναντι αυτής υποχρέωση από τον εκπρόσωπο του ενός από τα μέλη της πιστωλήπτριας κοινοπραξίας, ως εκπρόσωπο της τελευταίας, δέσμευε την κοινοπραξία και παρήγε απεριόριστη και εις ολόκληρο ευθύνη των μελών της. Τούτο δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, έλαβε υπόψη και άλλα έγγραφα, μεταξύ των οποίων την υπ' αρ..../27-9-2002 σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, την υπ' αρ..../1/23-8-2003 πρόσθετη αυτής πράξη, τους υπ' αριθμούς...,... και... λογαριασμούς και την από 31-12-2004 έγγραφη αναγνώριση του προκύψαντος καταλοίπου. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη απηγορευμένο αποδεικτικό μέσο, δεν παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 741 ΑΚ, 22 ΕΝ και 2 του ΒΔ της 2/14-5-1835, τις οποίες δεν παρεβίασε ούτε εκ πλαγίου, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεως του προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφήρμοσε, ενώ περιέχει σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., του κυρίου δικογράφου, καθώς και οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 14 και 19 Κ.Πολ.Δ., αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 183 και 173 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2009 αίτηση και το από 16-8-2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 917/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.



 

                                                                                                                   ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟΥ

Πρέπει να αναγράφονται :α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) .... Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ.4 π.δ.16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε., όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε. Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε. και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή. Εξάλλου με το ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας η οποία έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ, από τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τόσο εκείνων των άρθρων 87-91 και 93, που είναι εντεταγμένες στο κεφάλαιο Θ αυτού υπό τον τίτλο "δικονομικές διατάξεις" και ρυθμίζουν στο σύνολό τους αποκλειστικά και μόνο την κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) ως τρίτης, όσο και εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη. – Άρειος Πάγος 117/2011 (Τμήμα Α2’ Πολιτικό τμήμα)


 
Πρόεδρος: Ρένα Ασημακοπούλου
Εισηγητής: Ευφημία Λαμπροπούλου
Δικηγόροι: Ηλίας Μαρινάκος

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 201/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.14 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Εξάλλου κατά το άρθρο 987 Κ.Πολ.Δ., που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 Κ.Πολ.Δ. στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου. Επομένως ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο. Περαιτέρω κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε: α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) .... Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε. και 1 αριθ.4 π.δ.16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση. Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε., όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε. Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε. και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως. Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή. Εξάλλου με το ν.δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας η οποία έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος. Οι διατάξεις αυτές είναι ειδικές διότι εισάγουν διαδικαστικά και ουσιαστικά προνόμια με σκοπό την προώθηση της πιστωτικής κινήσεως. Κυρίως με τις δικονομικής φύσεως διατάξεις έχει εισαχθεί ειδική διαδικασία αναγκαστικής εκτελέσεως υπέρ των ανωτέρω ανωνύμων εταιρειών προς ικανοποίηση απαιτήσεων από πιστωτικές συναλλαγές. Στη διαδικασία αυτή, που είναι γνωστή στην πράξη ως αναγκαστική εκτέλεση κατά το σύστημα του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, υπάγεται και η κατάσχεση στα χέρια οποιασδήποτε τράπεζας ως τρίτης, δεδομένου ότι οι τραπεζικοί οργανισμοί που λειτουργούν με εταιρική μορφή ανώνυμης εταιρείας έχουν υπαχθεί στις πιο πάνω διατάξεις. Την κατάσχεση στα χέρια τρίτου ρυθμίζουν οι διατάξεις των άρθρων 87-94 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, από τις οποίες εξακολουθούν να ισχύουν εκείνες των άρθρων 87-91 και 93.
Ειδικότερα κατά το άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. "Διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος της 17 Ιουλίου/13 Αυγούστου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη, εκτός από τις διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94, οι οποίες καταργούνται από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ.". Από τη λογική και τελολογική ερμηνεία της διατάξεως αυτής συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 του πιο πάνω νομοθετικού διατάγματος, με την οποία ορίζεται ότι "εάν η εταιρία έχη και υποκαταστήματα εν Ελλάδι, κατάσχεσις εις χείρας αυτής ως τρίτης επιτρέπεται μόνον παρά τω καταστήματι ή υποκαταστήματι ένθα υφίσταται η κατάθεσις ή άλλη οφειλή προς τον καθ' ου η κατάσχεσις", διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δ. Τούτο διότι με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 52 παρ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ρητά ότι καταργούνται μόνο οι διατάξεις των άρθρων 60, 63, 92 και 94 του ν.δ. της 17-/13-8-1923. Η άποψη ότι από τις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος αυτού διατηρήθηκαν σε ισχύ μόνο εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη είναι αντίθετη με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ, από τις διατάξεις του ανωτέρω νομοθετικού διατάγματος, τόσο εκείνων των άρθρων 87-91 και 93, που είναι εντεταγμένες στο κεφάλαιο Θ αυτού υπό τον τίτλο "δικονομικές διατάξεις" και ρυθμίζουν στο σύνολό τους αποκλειστικά και μόνο την κατάσχεση στα χέρια ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) ως τρίτης, όσο και εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη. Αν ο νομοθέτης ήθελε την κατάργηση των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 87-91 και 93 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για τις διατάξεις των άρθρων 92 και 94 του ίδιου κεφαλαίου (Θ). Η αναφορά δε στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. στην "αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη" προδήλως έγινε γιατί ο νομοθέτης ήθελε να διατηρηθούν σε ισχύ και οι σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 που περιέχονται σε προηγούμενα κεφάλαια με τα στοιχεία ΣΤ και Ζ και αφορούν απαιτήσεις της ανώνυμης εταιρείας (τράπεζας) έναντι τρίτων. Εξάλλου με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 90 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 δεν προσδίδεται νομική προσωπικότητα στα καταστήματα ή υποκαταστήματα της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας αλλά απλώς προσδίδεται σ' αυτά νομική αυτοτέλεια, σε τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής δηλώσεως τρίτου. Στη θέση του τρίτου τοποθετείται το αρμόδιο για την πληρωμή της απαιτήσεως κατάστημα ή υποκατάστημα, στο οποίο προσδίδεται κάποια νομική αυθυπαρξία, όχι όμως και ιδιαίτερη νομική προσωπικότητα. Η επίδοση πρέπει να γίνει στο διευθυντή του καταστήματος ή υποκαταστήματος, ο οποίος προβαίνει στην κατά το άρθρο 985 Κ.Πολ.Δ. δήλωση και ο οποίος είναι όργανο που εκπροσωπεί την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Διάδικος όμως στις δίκες περί την εκτέλεση είναι το νομικό πρόσωπο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας προς το οποίο απευθύνονται τα σχετικά δικόγραφα, επιδίδονται δε στη διοίκηση αυτού κατά το κοινό δίκαιο (άρθρο 126 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.). Η προς το κατάστημα ή υποκατάστημα επίδοση του κατασχετηρίου αποτελεί συστατικό στοιχείο της κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί δε μόνο η σύνταξη του κατασχετηρίου ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου. Αυτό γιατί η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση δια και από της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της. Χωρίς την επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (Α.Π. 884/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2438/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα εξής: "Ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ... για την εξασφάλιση χρέους που βεβαιώθηκε σε βάρος προσώπου με τα στοιχεία "Κ. Σ. Ι" επέβαλε στα χέρια (της) εκκαλούσας-ανακόπτουσας, ως τρίτης, κατάσχεση των κάθε μορφής καταθέσεων του πιο πάνω οφειλέτη στα χέρια της και μέχρι του ποσού των 110.829.527 δραχμών. Η τελευταία όμως δεν προέβη, όπως υποχρεούνταν, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 8 ημερών στη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ [επίδοση του κατασχετηρίου στις 30-7-2001 βλ. την 3732 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και κοινοποίηση της δήλωσης της εκκαλούσας-ανακόπτουσας ως τρίτης προς το Διευθυντή της Δ.Ο.Υ. ... στις 4-10-2001] και για το λόγο αυτό θεωρείται κατά νόμιμο αμάχητο τεκμήριο του άρθρου 33 του ΚΕΔΕ οφειλέτρια του Δημοσίου για το ανωτέρω ποσό .... Όμως η επιβληθείσα κατάσχεση, κατά τα προεκτεθέντα, είναι ανυπόστατη, για το λόγο ότι το επίδικο κατασχετήριο κοινοποιήθηκε όχι σε συγκεκριμένο κατάστημα της Τραπέζης, όπου τυχόν υφίστατο κατάθεση ή οφειλή προς το καθ' ου, αλλά στη Διοίκηση της, με αποτέλεσμα να μη είναι δυνατός ο προσδιορισμός του οφειλέτη και η απαίτηση της οποίας επιδιώκεται η κατάσχεση. Το γεγονός αυτό συνομολογείται από το καθ' ου, το οποίο, όμως ενίσταται στο παράπονο θεωρώντας τούτο ως προβαλλόμενο κατά κατάχρηση δικαιώματος (281 Α.Κ.), καθόσον η ανακόπτουσα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει το υποκατάστημα όπου είχε καταθέσεις ο οφειλέτης του Δημοσίου έχοντας στη διάθεσή της σύγχρονα συστήματα μηχανοργάνωσης (on line διενέργεια των συναλλαγών), που παρέχουν ταχύτατα πληροφορίες από όλα τα υποκαταστήματα. Η προηγηθείσα ένσταση του καθ' ου είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον τα συστήματα που βρίσκονται στην κατοχή της ανακόπτουσας διευκολύνουν την επικοινωνία και τη μετακίνηση της πληροφορίας, δεν μπορούν όμως να αναιρέσουν την εφαρμογή ρητών νομοθετικών ρυθμίσεων, όπως εκείνης του άρθρου 90 του ν.δ/τος της 17.7/13.8.1923. Συνεπεία των ελλείψεων τούτων και της εξαιτίας τους καθυστέρησης ανεύρεσης του οφειλέτη και της υπάρχουσας στα χέρια της απαίτησής του υπέβαλε η ανακόπτουσα τη δήλωση του άρθρου 32 του ΚΕΔΕ εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να λογίζεται ήδη έναντι του εκπροσωπούντος το Ελληνικό Δημόσιο, Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ιλίου.... ως οφειλέτρια της όλης ποσότητος για την οποία έγινε κατάσχεση σε αυτή. Οι παραδεκτώς, κατ' άρθρο 987 ΚΠολΔ, προτεινόμενοι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους ανακοπής, ως αφορώντες το υποστατό και το κύρος αντίστοιχα της επιβληθείσης κατασχέσεως, λόγω των αναφερόμενων ελλείψεων του κατασχετηρίου, είναι βάσιμοι, αποδεικνυόμενοι εξ αυτού [μη κοινοποίηση προς το κατάστημα ή υποκατάστημα της κατάθεσης, αοριστία ως προς τον οφειλέτη]. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, οι ελλείψεις αυτές επέφεραν πράγματι στην ανακόπτουσα βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας του κατασχετηρίου. Λόγω αυτών δεν ήταν σε θέση να προβεί σε νομότυπη δήλωση, κατ' άρθρ. 32 του ΚΕΔΕ. Συνεπεία της ακυρότητας του κατασχετηρίου η ανακόπτουσα υπέβαλε τελικώς δήλωση εκπροθέσμως, με αποτέλεσμα να υποστεί τις εκ του άρθρ. 33 του ΚΕΔΕ δυσμενείς συνέπειες και να λογίζεται ως οφειλέτρια του Δημοσίου για όλη την ποσότητα για την οποία έγινε από αυτή η κατάσχεση....". Στη συνέχεια το δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, δέχθηκε την ανακοπή κατά τους ανωτέρω λόγους της και κήρυξε άκυρο το κατασχετήριο. Με τις πιο πάνω κρίσεις του δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33 και 34 Κ.Ε.Δ.Ε., 987 Κ.Πολ.Δ., 1 εδ.ε, 14 και 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ. και 90 ν.δ. της 17-7/13-8-1923 ούτε κατά παράβαση του νόμου (άρθρου 126 παρ.1 περ.δ Κ.Πολ.Δ.) κήρυξε άκυρη την επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης. Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο (κατά το πρώτο σκέλος του) λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της Αντιπροέδρου Ρένας Ασημακοπούλου, από τη διάταξη του άρθρου 52 περ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι από τις δικονομικές διατάξεις του ως άνω ν.δ/τος του 1923 διατηρούνται σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δικ., μόνον εκείνες που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη. Επομένως, με βάση την εκδηλωθείσα στο άρθρο αυτό (52 περ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ.) βούληση του νομοθέτη, οποιαδήποτε άλλη δικονομική διάταξη του ως άνω ν.δ/τος, που αφορά άλλα θέματα εκτός από την αναγκαστική εκτέλεση σε ενεχυριασμένο και ενυπόθηκο πράγμα, έχει καταργηθεί. Αν ο νομοθέτης ήθελε, πέρα από τις σχετικές με το ενέχυρο και την υποθήκη διατάξεις του ν.δ/τος του 1923 να διατηρήσει σε ισχύ και εκείνες που αφορούν την κατάσχεση στα χέρια τράπεζας, ως τρίτης, χρημάτων, χρεωγράφων ή άλλων κινητών πραγμάτων, θα όριζε τούτο ρητώς, όπως έπραξε για την αναγκαστική εκτέλεση προς ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο ή υποθήκη. Η άποψη ότι διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τη θέση σε εφαρμογή του Κ.Πολ.Δικ. το άρθρο 90 του ν.δ/τος της 17-7/13-8-1923, που συνάγεται με το εξ αντιδιαστολής επιχείρημα ότι με τη διάταξη του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. ορίσθηκε ρητά ότι καταργούνται μόνο τα άρθρα 60, 63, 92 και 94 του παραπάνω ν.δ/τος, είναι εξειδιασμένη και τυπολατρική, αφού, ούτε από το νόμο προκύπτει, ούτε συντελεί στην ομαλή εφαρμογή του θεσμού της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, ειδικά όταν πρόκειται για τράπεζα και οδηγεί σε ανασφάλεια δικαίου. Ειδικότερα η άποψη αυτή: 1) δεν εναρμονίζεται με τη βούληση του νομοθέτη που αποτυπώνεται στο γράμμα του άρθρου 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. και αποβλέπει στη διατήρηση σε ισχύ από τις δικονομικές διατάξεις του ν.δ/τος του 1923 μόνο εκείνων που αφορούν την αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση απαιτήσεων που ασφαλίζονται με ενέχυρο και υποθήκη. Η ρητή αναφορά στο άρθρο 52 αριθ.3 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δικ. των άρθρων 92 και 94 του ν.δ/τος 1923 προδήλως έγινε για να μην αφεθεί καμία αμφιβολία ότι απαιτείται κάποια άδεια του δικαστηρίου για την επιβολή κατασχέσεως στα χέρια της ανώνυμης εταιρίας (τράπεζας) ως τρίτης, όπως απαιτείτο σε πολλές περιπτώσεις πριν από την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δικ. 2) δεν είναι συμβατή με τη διατήρηση σε ισχύ, με το ίδιο επιχείρημα της εξ αντιδιαστολής, και των άλλων άρθρων του κεφαλαίου Θ' του ν.δ/τος 1923 και συγκεκριμένα των άρθρων 87-89 και 93 και 94 και 3) δεν προσαρμόζεται στη μεταβολή των συνθηκών που επήλθε: α) με τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των υποκαταστημάτων τραπέζης που κατέστησε αδύνατη την ανεύρεση από το δανειστή του υποκαταστήματος στο οποίο έγινε η κατάθεση και β) τη μεταβολή των όρων διεξαγωγής των τραπεζικών συναλλαγών και συγκεκριμένα την άμεση και αυτόματη επικοινωνία μεταξύ όλων των καταστημάτων τράπεζας και μεταβίβαση της πληροφορίας σε όλο το δίκτυό της. Συνεπώς, κατά τη μειοψηφίσασα άποψη, έπρεπε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των ανωτέρω βάσιμων λόγων της αίτησης.
Κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον, επικαλούμενο το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται νόμιμης βάσεως και συγκεκριμένα ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας του κατασχετηρίου εφόσον δεν αιτιολογεί "σε τι συνίσταται η κατά την κρίση του αοριστία του κατασχετηρίου ως προς τον οφειλέτη, του οποίου στο κατασχετήριο προσδιορίζεται, ως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 30 του ΚΕΔΕ, το επώνυμο "Κ.", το όνομα "Σ." και το όνομα πατρός "Ι."". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής διότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, εκτός από την παραδοχή περί ακυρότητας της κατασχέσεως με την κατά το αναιρετήριο φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία, περιέχεται σ' αυτήν και παραδοχή περί ανυποστάτου της ίδιας κατασχέσεως, η οποία (παραδοχή) δεν πλήττεται με βάσιμο λόγο αναιρέσεως και η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), που όμως θα ορισθεί μειωμένη, όπως ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.1 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 2438/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2011.


   
                                                                                                    ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ – ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΕ – ΠΕΡΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ

Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία. Για την συνέχισει της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του υπουργού εμπορίου. Το στάδιο της εκκαθάρισης όμως δεν μπορεί να υπερβεί σε καμία περίπτωση την δεκαετία. Η καταχώρηση διαγραφής της εταιρίας στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ΑΕ. Αν, όμως, διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το Μητρώο Ανωνύμων Εταιριών.Λήψη άδειας από το μονομελές πρωτοδικείο εκποιήσεως ακινήτων - "Τα πωληθέντα, τρία ακίνητα βρίσκονται στις τοποθεσίες, και συγκεκριμένες θέσεις της νήσου ..., στις οποίες όμως δεν περιέχονται καθόλου αρχαιότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΝ 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων" Β) Τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, κατόπιν κοινών δηλώσεων (και υποδείξεων ακόμα), τόσο εκ μέρους των  δύο (2) συνεκκαθαριστών της εκκαλούσας, όσο ακόμη και του εκπροσώπου της εφεσίβλητης δικηγόρου ΑΑ, με γνώμονα όμως και κύρια επιδίωξη-πλην και άλλων- να καταδειχθεί πως, το τίμημα που καταβλήθηκε συνολικώς (για την αγοραπωλησία των τεσσάρων ως άνω ακινήτων μεταξύ των οποίων και τα τρία, εδώ ήδη, ενδιαφέροντα), των 54.000.000 δραχμών και με την παραδοχή μάλιστα και του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί του ότι πέραν αυτού του τιμήματος κατέβαλε (ως μη υπόχρεη) το συνολικό ποσό για την αγοραπωλησία αυτήν, των 63.194.810 δρχ. από τα οποία, για το τίμημα 54.000.000 δρχ και 9.194.810 δρχ για φόρο μεταβίβασης ακινήτου και έξοδα συμβολαιογράφου, ανταποκρίνονταν στη τότε (το έτος 1988) πραγματική (αγοραία) αξία των ακινήτων αυτών, λόγω του ότι δηλαδή και στα εν λόγω τρία ακίνητα βρίσκονταν αρχαιότητες, μολονότι όμως και σε αυτά (τα τρία) ακίνητα δεν υπήρχε καμία αρχαιότητα, η οποία να είχε κηρυχθεί μάλιστα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, ούτε και σύμφωνα και με τον άνω νόμο "περί αρχαιοτήτων" τον οποίο αυτές ρητώς παρέπεμπαν, όπως αντιθέτως, πλην αβασίμως υποστηρίζει η εφεσίβλητη. –Άρειος Πάγος 30/2010 (Τμήμα Α1’)

Πρόεδρος:  Ιωάννης Παπανικολάου
Εισηγητής: Δημήτριος Τίγγας
Δικηγόροι: Γεώργιος Στεφανάκης, Μιχαήλ Σταθόπουλος, Ιωάννης-Δινύσιος Φιλιώτης


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 72 του Α.Κ. "μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί, βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση. Ωσότου περατωθεί η εκκαθάριση και για τις ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει". Κατά το άρθρο 49 παρ. 6 του ν. 2.190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", όπως η παρ. 6 έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995. "Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία από την ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, οπότε και η εταιρία διαγράφεται από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών. Για τη συνέχιση της εκκαθάρισης πέραν της πενταετίας απαιτείται ειδική άδεια του Υπουργού Εμπορίου. Το στάδιο της εκκαθάρισης όμως δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση να υπερβεί τη δεκαετία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η ανώνυμη εταιρία, όπως όλα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μετά τη λύση της και την είσοδό της στο (αναγκαίο) στάδιο της εκκαθαρίσεως, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι υφίσταται μέχρις ότου επιτευχθεί ο σκοπός της εκκαθαρίσεως των εκκρεμών σχέσεών της και η διανομή του τυχόν καθαρού ενεργητικού στους μετόχους της. Η περάτωση της εκκαθάρισης και συγχρόνως της εταιρείας επέρχεται, όταν οι εκκαθαριστές ενεργήσουν τις αναγκαίες πράξεις εκκαθάρισης, συντάξουν απογραφή, δημοσιεύσουν τις εγκριθείσες από τη γενική συνέλευση οικονομικές καταστάσεις πέρατος της εκκαθάρισης και προβούν στην καταχώριση της διαγραφής της εταιρείας στο ΜΑΕ (άρθρα 7α παρ. 1 στοιχ. ιβ, ιγ, 49 παρ. 2, 5 ν. 2190/1920. Η καταχώριση της διαγραφής στο ΜΑΕ έχει σχετικά συστατικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι χωρίς αυτή δεν επέρχεται περάτωση της ΑΕ. Αν, όμως, διαπιστωθεί ότι η εταιρεία είχε και άλλη περιουσία, δεν επέρχεται η περάτωσή της, έστω και αν είχε διαγραφεί από το ΜΑΕ. Τα παραπάνω ισχύουν και αν ακόμη έχει γίνει υπέρβαση των άνω χρονικών ορίων διάρκειας της εκκαθάρισης, δηλ. της πενταετίας ή της δεκαετίας μετά από άδεια της διοίκησης. Δηλαδή, οι χρονικοί περιορισμοί, που είχαν τεθεί για την περάτωση της εκκαθαρίσεως της ανώνυμης εταιρίας με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995 απέβλεπαν, ως κατευθυντήριες αρχές, στη συντόμευση του χρόνου διενέργειας της εκκαθαρίσεως και όχι σε αποκλεισμό από το νόμο της εκκαθάρισης όσων εκκρεμών σχέσεων δεν θα καθίστατο δυνατό να διεκπεραιωθούν εγκαίρως, δηλαδή μέσα στα χρονικά περιθώρια αυτής της διατάξεως, όπως τούτο εμμέσως επιβεβαιώνεται και από το ότι η παράγραφος 6 του άρθρου 49 ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ.1 του ν. 2339/1995, έχει ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 58 του ν. 3604/2007, με το οποίο ανατίθεται, μετά την πενταετία από τη λύση της ανώνυμης εταιρίας, η επιτάχυνση και περάτωση της εκκαθάρισής της, χωρίς χρονικούς περαιτέρω περιορισμούς, στη γενική συνέλευση των μετόχων και επί ασυμφωνίας στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της εταιρίας, το οποίο αποφασίζει κατόπιν προσφυγής του εκκαθαριστή ή μετόχων, που εκπροσωπούν το 1/20 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης. Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997) ή παραλείπει να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που δεν ασκεί γι' αυτό επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/1989).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, από το κύριο και το πρόσθετο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία είχε λυθεί και δεν περάτωσε την εκκαθάρισή της μέσα στην προθεσμία του άρθρου 49 παρ. 6 του ν. 2190/1920, όπως έχει προστεθεί με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 2339/1995, έπαυσε να υπάρχει ως νομικό πρόσωπο, λόγω διαγραφής της από τα οικεία μητρώα με την από 16-8-2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 10437/19-8-2004 (τεύχος Δ) και τον ισχυρισμό της αυτό η αναιρεσείουσα, για ανυπαρξία της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο και κατά συνεκδοχή έλλειψης και πληρεξουσιότητας των δικηγόρων της, τον προέβαλε με τις έγγραφες προτάσεις της, δεν έχει ληφθεί υπόψη. Κατά τα προεκτιθέμενα όμως, εφόσον η περιορισμένης χρονικής ισχύος διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, με την οποία είχε προστεθεί η διάταξη του άρθρου 49 παρ.6 του ν. 2190/1920, δεν απέβλεπε σε αποκλεισμό συνεχίσεως της εκκαθαρίσεως πέρα από τα καθοριζόμενα με αυτή χρονικά πλαίσια, κατ' απόκλιση της γενικής διατάξεως του άρθρου 72 του ΑΚ (που καθιερώνει πλασματική συνέχιση της ύπαρξης του νομικού προσώπου, που έχει διαλυθεί και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεώς του), δεν είχε έννομη επιρροή για τη συνέχιση διεξαγωγής της δίκης στο Εφετείο (με τη συναφή δικαστική πληρεξουσιότητα) η διαγραφή της αναιρεσίβλητης από τα μητρώα ανωνύμων εταιριών και ο σχετικός, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο επικουρικώς προβαλλόμενος με τον αυτό ως άνω, κατά το οικείο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως δεν κήρυξε απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, είναι εφόσον δεν είχε στερηθεί η τελευταία της ικανότητας να συνεχίσει τη δίκη, αβάσιμος. Επίσης και ο σε συνάρτηση με τους προηγούμενους προβαλλόμενος πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το κύριο δικόγραφο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ψέγεται η απόφαση του Εφετείου για εσφαλμένη ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 14 παρ. 1 ν. 2339/1995, είναι, ενόψει όσων έχουν προεκτεθεί, αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 322 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ "το δεδικασμένο εκτείνεται και στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά". Κατά δε το άρθρο 324 του ίδιου Κώδικα "δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνον για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, όταν η αγωγή απορρίπτεται για τυπικό λόγο, δεν δημιουργείται δεδικασμένο για το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το δεδικασμένο που παράγεται εμποδίζει την επανάσκηση της αγωγής με το ίδιο δικονομικό ελάττωμα (ΑΠ 41/1987). Το απαράδεκτο αυτό δεν υφίσταται, όταν η, αγωγή, που απορρίφθηκε ως αόριστη (ή μη νόμιμη), ασκούμενη και πάλι περιλαμβάνει πρόσθετα περιστατικά, έλκοντας σε εφαρμογή άλλον κανόνα δικαίου, που επιτρέπει τη διερεύνηση της έννομης συνέπειας υπό διαφορετική νομική εκδοχή (ΑΠ 41/1987). Εξάλλου κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία "αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη", στον αναιρετικό έλεγχο υπόκειται η κρίση, αν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν τούτο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση (ΑΠ 297/1999, 1933/1984), προκειμένου δε να διαπιστωθεί τούτο επισκοπούνται τα διαδικαστικά έγγραφα και η απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο, για να ελεγχθεί η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 15/1998). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ προκύπτει ότι η ακυρότητα της δικαιοπραξίας λόγω αντιθέσεώς της στα χρηστά ήθη, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 178, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών από εκείνα της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατ' άρθρο 179, το οποίο αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου. Στην κρινόμενη υπόθεση με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, δεύτερο λόγο αναιρέσεως του κύριου δικογράφου και του δικογράφου προσθέτων λόγων, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι εσφαλμένως απέρριψε την ένσταση της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της εναντίον αυτής αγωγής της αναιρεσίβλητης για αναγνώριση της ακυρότητας, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της μεταξύ αυτών συμβάσεως πωλήσεως των αναφερόμενων τριών ακινήτων, λόγω δεδικασμένου, επειδή προγενέστερη αγωγή της αναιρεσίβλητης εναντίον εκείνης, με το ίδιο περιεχόμενο, είχε απορριφθεί ως αόριστη, με την 6072/1994 (τελεσίδικη) απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των με το αυτό αντικείμενο δύο ως άνω δικών (άρθρο 560 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ) προκύπτουν τα εξής: Με την από 10-8-1991 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη εκμετάλλευση της ανάγκης, κουφότητας και απειρίας των μετόχων της από τους εκπροσώπους της ίδιας, αλλά και της αναιρεσίβλητης, συνεπεία της οποίας εκμεταλλεύσεως οδηγήθηκε στην κατάρτιση συμβολαιογραφικώς της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως ακινήτων αυτής προς την αναιρεσίβλητη με υποπολλαπλάσιο τίμημα από την αγοραία αξία των ακινήτων, ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής και άλλως την ακύρωση αυτής, ως προϊόντος απατηλής συμπεριφοράς των ανωτέρω προσώπων. Το Εφετείο Αθηνών με την 6072/1994 απόφασή του, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, αφού η εναντίον αυτής αναίρεση απορρίφθηκε με την 971/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, απέρριψε την αγωγή ως αόριστη μερικώς, κατά την κύρια βάση της, περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της πωλήσεως ως αισχροκερδούς, λόγω μη επαρκούς προσδιορισμού της ανάγκης της αναιρεσείουσας και κατά τα λοιπά ως μη νόμιμη. Ακολούθως με την από 14-7-1997 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσίβλητη ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως των ακινήτων της, ως αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη, επικαλούμενη τόσο περιστατικά που είχε περιλάβει στην προηγούμενη αγωγή της, όσο και επιπρόσθετα τοιαύτα, σχετικά με τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι δύο εκκαθαριστές της για να εξαπατήσουν αυτή (και τους μετόχους της) για την αναγκαιότητα πωλήσεως των ακινήτων της με τίμημα περίπου 50.000.000 δραχμών (ενώ η συνολική αξία τους ανερχόταν σε 1.000.000.000 δρχ. περίπου). Επομένως, εφόσον το δεδικασμένο από την απόρριψη της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης ως αόριστης κάλυπτε μόνον το κριθέν δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγικής βάσης αναγνωρίσεως της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως, ως καταπλεονεκτικής (άρθρ. 179 ΑΚ), η άσκηση της δεύτερης αγωγής της αναιρεσίβλητης με διαφορετική νομική βάση (άρθρο 178 ΑΚ) και με επικαλούμενα επί πλέον περιστατικά δεν καθιστούσε ανεπίτρεπτη την εξέτασή της από το Εφετείο εξαιτίας της αρνητικής λειτουργίας του ως άνω δεδικασμένου και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δικ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη" ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς, εμφρόνως και υγιώς σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικώς από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίον αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν (Ολ.ΑΠ 981/2006). Η σε αμφοτεροβαρή σύμβαση ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν επιφέρει καθεαυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας, εκτός αν τούτο επιτεύχθηκε με εκμετάλλευση της ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου, οπότε δημιουργείται ακυρότητα της αισχροκερδούς δικαιοπραξίας κατ' εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 179 του Α.Κ.. Κατά το άρθρο 67 Α.Κ. αυτός που έχει τη διοίκηση του νομικού προσώπου επιμελείται των υποθέσεων αυτού και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 Α.Κ., οι περί αντιπροσωπείας και εντολής διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί του διοικητού νομικού προσώπου. Ως διοικητής δε θεωρείται κατά το άρθρο 74 Α.Κ. ο εκκαθαριστής. Περαιτέρω το άρθρο 214 του Α.Κ. "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 Α.Κ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευομένου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 72-76, 777-778 του Α.Κ. και 18 του Εμπ.Νόμου συνάγεται, ότι επί εκκαθαρίσεως εμπορικής εταιρίας που λύθηκε, οι περισσότεροι εκκαθαριστές ενεργούν από κοινού ως αντιπρόσωποι του κατά πλάσμα του νόμου, για τις ανάγκες της εκκαθαρίσεως, εξακολουθούντος νομικού προσώπου της εταιρίας, εκτός αν η απόφαση του δικαστηρίου ή των εταίρων για το διορισμό των εκκαθαριστών προβλέπει να ενεργεί και καθένας από αυτούς χωριστά. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 20-12-1971 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο 35/18-1-1972 φύλλο της Εφημερίδας της κυβερνήσεως, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρία λύθηκε και έκτοτε τελεί υπό εκκαθάριση, στα πλαίσια της οποίας, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ο ΒΒ (Δικηγόρος Αθηνών) και ο ΓΓ (ιδιωτικός υπάλληλος), που με την από 15-1-1987 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας, είχαν διοριστεί, ως εκκαθαριστές αυτής, υπέβαλαν, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, αίτηση, για να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, τα ακίνητα που περιέγραφαν σε αυτή, προς αντιμετώπιση των χρεών της ως άνω υπό εκκαθάριση εταιρείας προς τρίτους, δηλαδή λόγω αφεύκτου ανάγκης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με την 651/1988 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκασή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, στις 11-7-1988, και αφού κηρύχθηκε κατεπείγουσα, με τη 1332/1988 πράξη του Προϊσταμένου του Πρωτοδικείου Αθηνών, για να δικαστεί στο τμήμα των δικαστικών διακοπών, εξέδωσε την 3696/29-7-1988 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση και παρεσχέθη η άδεια στους ανωτέρω αιτούντες, υπό την ιδιότητά τους, ως εκκαθαριστών της υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας, να εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του δημοσίου πλειστηριασμού (όπου, όπως αναφέρει, "απαιτείται πολύς χρόνος, ικανός να ματαιώσει την επίτευξη του παραπάνω τιμήματος υπάρχουσας προσφοράς 50.000.000 δραχμών, δεδομένου ότι αποδείχτηκε ότι, η εταιρεία είχε σημαντικές οφειλές "από χρέη της απέναντι σε τρίτους, ύψους 7.000.000 δραχμών περίπου, για την αντιμετώπιση των οποίων και προς διευκόλυνση του έργου των εκκαθαριστών, εν όψει και των προαναφερόμενων στην απόφαση εκείνη δυσμενών για την περιοχή συνθηκών") κρίθηκε αναγκαία η εκποίηση των παρακάτω τεσσάρων (4) κτημάτων, που βρίσκονται στην Κοινότητα ... στη νήσο ..., άνευ των διατυπώσεων του δημόσιου πλειστηριασμού, με ελάχιστο συνολικό τίμημα πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) δραχμών και συγκεκριμένα:1) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 1.092 στη θέση "..." αντί δραχμών 400.000, μετά του επί του αγρού μικρού οικίσκου ερειπωμένου. 2) Ένα κτήμα έκτασης μ.τ. 19.191, μετά την επ' αυτού κάθε φύσεως ερειπωμένων κτισμάτων, συστατικών, παρακολουθημάτων και προσαυξημάτων, που βαρύνεται με δουλεία υπέρ της ΔΕΗ, αντί τιμήματος δραχμών 12.600.000, που βρίσκεται στη θέση "...", "...". 3) Ένα κτήμα μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων που βρίσκεται στις θέσεις "...", "...", "..." της Κοινότητας ..., έκτασης μ.τ. 43.230 ή όσης έκτασης και αν είναι, αντί τιμήματος δραχμών 30.000.000, βρίσκονται δε τα παραπάνω 1, 2, 3 κτήματα στη χερσόνησο του ... και 4) Ένα αγρό έκτασης μ.τ. 10.627, που βρίσκεται στο "..." πρώην περιφέρειας Δήμου ..., ήδη Κοινότητας ..., εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός οικισμού, αντί τιμήματος δραχμών 7.000.000". Ακολούθως, οι ως άνω εκκαθαριστές προέβησαν στην εκποίηση των ακινήτων, αγοράστρια δε αυτών ήταν η εναγόμενη (ήδη αναιρεσείουσα) αλλοδαπή εταιρία, η οποία έχει εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ειδικότερα, με το .../2-9-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτων (αντί δραχμών συνολικά 54.000.000 - προσωρινή αξία κατά την εκτίμηση του εφόρου συνολικά 83.900.000 δραχμές) της συμβολαιογράφου Αθηνών Βασ. Παπαηλία, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κέας και με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ..., η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) πώλησε και μεταβίβασε στην εναγόμενη (αναιρεσείουσα), την οποία εκπροσώπησε ο δικηγόρος Αθηνών ΑΑ τα άνω ακίνητα. Οι εκκαθαριστές της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) ΒΒ και ΓΓ δήλωσαν ενώπιον της συμβολαιογράφου ότι η υπό εκκαθάριση (πωλήτρια) εταιρία έχει στην κυριότητα νομή και κατοχή της τέσσερα (4) αγροτεμάχια που βρίσκονται όλα στην περιοχή ... του λιμένος ... της νήσου ..., τα οποία περιήλθαν σ' αυτή σε μεγαλύτερη έκταση με το .../16-9-1938 καταστατικό Συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Πρωτόπαπα που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κέας (τομ. ... αρ. ...), κατόπιν εισφοράς τους από το ιδρυτικό μέλος της πωλήτριας ανώνυμης εταιρία "Ανώνυμη Ναυτική και Εμπορική Εταιρία Μιχαλινός". Αυτή εισέφερε, μεταξύ άλλων ακινήτων, και τα ακίνητά της τα ευρισκόμενα στη νήσο ... (...), που αναφέρονται και περιγράφονται στο άρθρο έκτο (6ο ) του παραπάνω καταστατικού υπό τους αριθμούς επτά (7), οκτώ (8), εννέα (9), δέκα (10), ένδεκα (11), δώδεκα (12) και δεκατρία (13) και μετά των πάσης φύσεως κτισμάτων, εγκαταστάσεων, παραρτημάτων και παρακολουθημάτων αυτών. Από τα παραπάνω, ακίνητα που αναφέρονται στο άρθρο 6 του Καταστατικού Συμβολαίου, τα με τους αριθμούς 7, 8, 9, 11 και 13 βρίσκονται σης συνεχόμενες θέσεις "...", "..." και " ..." του ... του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., στη χερσόνησο του ... και τα με τους αριθμούς 10 και 12 βρίσκονται στην περιφέρεια ... του λιμένος ... του τέως ομωνύμου Δήμου ..., ήδη περιφέρειας της Κοινότητας ... νήσου ..., μακράν της χερσονήσου του ... Ότι από τη συνολική έκταση των παραπάνω ακινήτων, έκταση μέτρων τετραγωνικών δέκα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα πέντε (10.645,00) της περιοχής "..." απαλλοτριώθηκε, πριν από τη λύση και θέση της εταιρείας υπό εκκαθάριση, υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών προς συνέχιση Αρχαιολογικών εκσκαφών, με τη με αριθμό Π 12316/4988 της 6-8-1966 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προεδρίας Κυβερνήσεως, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 149/14-9-1966 (τεύχος Δ'), ενώ με την 32849/26-4-1971 απόφαση του Υπ. Βιομηχανίας (ΦΕΚ 98/8-5-1971 Τα Δ') αφενός μεν απαλλοτριώθηκε έκταση 240 τμ υπέρ της ΔΕΗ για τις ανάγκες παρακείμενου σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, για εγκατάσταση αγωγών προσαγωγής και απαγωγής θαλασσίου ύδατος, αφετέρου δε συνεστήθη δουλεία διελεύσεως αγωγών μεταφοράς πετρελαίου επί εδαφικής λωρίδας 250 τμ. Ύστερα από τα προαναφερόμενα (δήλωσαν οι εκκαθαριστές της αναιρεσίβλητης) η πωλήτρια εταιρία είχε στις 2-9-1988 στην κυριότητά της, από μεν τα ακίνητα που βρίσκονται στη χερσόνησο του "..." 1) Αγρό με το επ' αυτού ερειπωμένο οικίσκο, εμβαδού 1.092 τμ, μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο, στη θέση "..." του ... του λιμένος ..., 2) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 19.161,60 τμ μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων, συνολικού όγκου 6.500 κυβ. μέτρων, στη θέση ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου άρτιο και οικοδομήσιμο. 3) Αγροτεμάχιο, εμβαδού 43.229,75 τμ, μετά των επ' αυτού ερειπωμένων κτισμάτων και μιας προβλήτας στις συνεχόμενες θέσεις ..., ... και ... του ... του λιμένος ..., εκτός σχεδίου,άρτιο και οικοδομήσιμο. Τα προπεριγραφόμενα τρία αυτά ακίνητα βρίσκονται στη Χερσόνησο ..., η οποία (χερσόνησος) με την αρ. Φ 01/58395/2246/21-11-1989 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών, κηρύχθηκε ως αρχαιολογικός χώρος (ΦΕΚ 921/31-12-1984 Τα Β'), από δε τους ευρισκόμενους μακράν της χερσονήσου του ... της νήσου ..., στη θέση ... του λιμένος ... δύο αγρούς, τμήμα του δευτέρου από αυτούς (πρώην αμυγδαλεώνα), εμβαδού 1385,10 τμ είχε δωρηθεί στη Σχολική Εφορεία και το υπόλοιπο αποτέλεσε το τέταρτο πωληθέν, ήτοι 4) Αγροτεμάχιο έκτασης 10.627 τμ μετά των επ' αυτού μικρών παλαιών κτισμάτων, στη θέση ... του τέως Δήμου ..., εκτός σχεδίου και εντός ζώνης, άρτιο και οικοδομήσιμο. Το τίμημα συμφωνήθηκε σε 400.000, 13.100.000, 32.500.000 και 8.000.000 δραχμές για το 1ο, 2ο, 3ο και 4ο ακίνητο αντιστοίχως, από το οποίο 2.000.000 δρχ κατέβαλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αγοράστριας, ενώπιον της συμβολαιογράφου, προς τους εκκαθαριστές της πωλήτριας και για το οποίο εξέδωσε την ... τραπεζική επιταγή σε διαταγή της πωλήτριας. Επίσης στο ίδιο συμβόλαιο η αγοράστρια δήλωσε ότι έχει πλήρη γνώση της νομικής και πραγματικής κατάστασης των μεταβιβαζόμενων ακινήτων και ότι τα τρία ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή Χερσονήσου ... έχουν κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού μνημονεύει την απόρριψη της προηγούμενης (από 10-8-1991) αναγνωριστικής της ακυρότητας της πωλήσεως αγωγής της αναιρεσίβλητης και την ανάκληση της άδειας εκποίησης των ακινήτων με την 1581/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προβαίνει σε αναλυτική περιγραφή της κηρυχθείσης ως αρχαιολογικού χώρου "Χερσονήσου ... Λιμένος ...", παραθέτοντας αποσπάσματα της από 21-11-1984 αποφάσεως του Υπουργού Πολιτισμού με την αρ. 5/4-7-1984 γνωμοδότηση του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Νήσων, αλλά και φωτοαντίγραφα του συνοδευτικού χάρτη, όπου αποτυπώνεται η οριοθέτηση του αρχαιολογικού χώρου με τα γράμματα Α, Β, Γ από τη νοτιοανατολική πλευρά της, με την οποία διαχωρίζεται η χερσόνησος ..., με τον περιλαμβανόμενο σ' αυτή αρχαιολογικό χώρο, από την υπόλοιπη έκταση του νησιού, αφήνοντας εκτός αρχαιολογικού χώρου τη γειτονική περιοχή με το τοπωνύμιο "..." και περικλείοντας σ' αυτή, την περιοχή με το τοπωνύμιο ... Ως προς τα τρία από τα πωληθέντα ακίνητα, που ανήκαν στην κυριότητα της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης (ο αγρός, εμβαδού 1.092 τμ ανήκε στο μη διάδικο ...) και περιγράφονται στο πωλητήριο συμβόλαιο, ήτοι: 1) αγρός εκτάσεως 19.191,60 τμ στη θέση "..." του ... της λιμένος ..." του τέως Δήμου ..., 2) αγρός εκτάσεως 43.229,75 τμ στις θέσεις "...", "...", "..." του ... του τέως Δήμου ... και 3) αγρός εμβαδού 10.627 τμ στη γεωγραφική περιοχή ... της νήσου ..., συνεκτιμώντας το Εφετείο τη δήλωση των εκπροσώπων των διαδίκων στο πωλητήριο συμβόλαιο ότι σ' αυτά "περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες", με ειδική αναφορά στις σχετικές υπουργικές αποφάσεις για τις αρχαιότητες της περιοχής ... και την ενημέρωση των μετόχων της αναιρεσίβλητης και την επιδίωξη επίτευξης παράνομων ωφελημάτων από τον έναν εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η εφεσίβλητη, στην προσπάθειά της να μεταστρέψει υπέρ της ίδιας την τελική έκβαση της δίκης, αρχήθεν είχε προβάλει και εξακολουθεί μάλιστα και στο στάδιο τούτο της δίκης να υποστηρίζει, περί του ότι, στο ίδιο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο (με τον αρ. 10224/1988) όπου αναφέρεται μάλιστα ως από κοινού γενόμενη δήλωση και δη, τόσο του δικηγόρου ΑΑ, που εκπροσώπησε την εφεσίβλητη, όσο και των συνεκκαθαριστών τότε της εκκαλούσας (ενάγουσας), ΒΒ, δικηγόρου (που ήδη απεβίωσε) και ΓΓ, που την εκπροσώπησαν κατά την κατάρτιση αυτού καταγράφεται ότι, σε όλα και μάλιστα και στα τρία (3) προαναφερόμενα ακίνητα περιέχονται σημαντικού ενδιαφέροντος αρχαιότητες. Είναι δε πράγματι κατ' αρχήν αληθές ότι, στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο γίνεται πλην άλλων, όπως σε αυτό και ειδική (και εκτενής) αναφορά της δηλώσεως εκ μέρους των εκπροσώπων αμφοτέρων των διαδίκων, που συμβάλλονται στο ως άνω αγοραπωλητήριο συμβολαιογραφικό έγγραφο, όπως ακριβώς πιο πάνω επισημαίνει η εφεσίβλητη - εναγόμενη (βλ. ειδικότερα στο συμβόλαιο αυτό). Ωστόσο όμως απολύτως ενδιαφέρουσα ωσαύτως δε και διαφωτιστική και σαφής και εξόχως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια εξήγηση, περί της τοιαύτης καταγραφής των ανωτέρω ειδικώς δηλώσεων των αντισυμβαλλομένων διαδίκων παρέχεται, ιδίως από τα όσα κατέθεσε, ως προς το ζήτημα αυτό ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ. Ειδικότερα, ο ως άνω μάρτυρας ο οποίος ήταν μάλιστα μέτοχος και αυτός της εκκαλούσας από το έτος 1984 μέχρι και το 1990, οπότε και έπαυσε πλέον να έχει αυτήν την ιδιότητα, μετά λόγου γνώσεως και με αντικειμενικότητα και αμεροληψία αλλά και με πειστικότητα κατέθεσε ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή τα ακόλουθα εξόχως ενδιαφέροντα: Ότι, πριν τη σύναψη του πιο πάνω συμβολαιογραφικού εγγράφου ο ήδη από του έτους 1973 φίλος του, δικηγόρος ΒΒ τον συνάντησε, επιδεικνύοντάς του και σχετικά τοπογραφικά των επίδικων ακινήτων και του είπε - χωρίς και να γνωρίζει όμως αυτός ότι, ο μάρτυρας αυτός ήταν ήδη μέτοχος της εκκαλούσας - εάν ενδιαφέρεται είτε ο ίδιος αυτός, προσωπικώς, είτε άλλος γνωστός του, να αγοράσει τα εν λόγω ακίνητα της εκκαλούσας, τα οποία, βρίσκονται στις περιοχές ... και ..., όπου ακόμη και ο εν λόγω συνεκκαθαριστής της εκκαλούσας τα τοποθετούσε αυτά, ήδη από τότε και δη πριν την κατά τα ως άνω πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς τους στην εφεσίβλητη. Ότι, κατόπιν τούτου ο ίδιος (ανωτέρω μάρτυρας) απευθύνθηκε στον κατονομαζόμενο εκτιμητή-μεσίτη ακινήτων ..., που με τη σειρά του τον πληροφόρησε, ότι, τα ακίνητα (τα τρία αυτά) είχαν αξία τότε, 900.000.000 έως 1.000.000.000 δραχμές και συνολική μάλιστα (και τα 4) που ξεπερνούσε το ένα (1) δισεκατομμύριο δραχμές. Ότι ακόμη, είχε ήδη συγκληθεί η Γενική Συνέλευση των μετόχων της εκκαλούσας, στην οποία μάλιστα ο άνω μάρτυρας της εκκαλούσας δεν παραβρέθηκε και ότι, - όπερ και το σημαντικότερο-α) θα πωληθούν όλα αυτά, τα ακίνητα στο 30% της πραγματικής τους τότε αξίας, β) ένα 5% έως 10%, περίπου (και μόνο) θα αναφερόταν στα σχετικά συμβόλαια πώλησής τους και γ) το υπόλοιπο (25% ή 20% δηλαδή) αποτιμώμενο σε δραχμές, περίπου 200.000.000, θα δινόταν "κάτω από το τραπέζι" στον ίδιον, δηλαδή στον τότε συνεκκαθαριστή της εκκαλούσας ΒΒ, προσωπικά. Ότι ωστόσο, όμως, η επίσης κατονομαζόμενη (από τον ανωτέρω μάρτυρα της εκκαλούσας) εταιρία DOLBY S.A (και μάλιστα οι εκπρόσωποί της) που συνεργαζόταν μάλιστα με την ιδική του (του μάρτυρα δηλαδή αυτού) εταιρεία και που είχε επιδείξει σχετικό ενδιαφέρον, για την αγορά των τεσσάρων (4) αυτών ακινήτων της εκκαλούσας στη νήσο ... - μεταξύ δε των οποίων και τα ήδη ενδιαφέροντα ένδικα (ως άνω τρία) ακίνητα - όταν πληροφορήθηκε από τον ίδιον αυτόν (τον άνω μάρτυρα) την ως άνω πρόταση του συνεκκαθαριστή ΒΒ, δεν την αποδέχτηκε, ήτοι αρνήθηκε να "δώσει τα λεφτά κάτω από το τραπέζι" καθόσον άλλωστε - όπως τον πληροφόρησαν τον ως άνω μάρτυρα - στην αγορά αυτή θα προέβαινε με λίζινγκ, βάσει χρηματοδοτήσεως μάλιστα, μέσω Τράπεζας, όπου για το λόγον αυτόν επεβάλλετο να δήλωνε όλα τα χρήματα που θα καταβάλλονταν στην εκκαλούσα ως τίμημα ...". Και καταλήγει το Εφετείο: "Τα πωληθέντα, (ως άνω) τρία ακίνητα βρίσκονται στις τοποθεσίες, και συγκεκριμένες θέσεις της νήσου ..., στις οποίες όμως δεν περιέχονται καθόλου αρχαιότητες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΚΝ 5351/1932 "περί Αρχαιοτήτων" Β) Τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, κατόπιν κοινών δηλώσεων (και υποδείξεων ακόμα), τόσο εκ μέρους των ανωτέρω δύο (2) συνεκκαθαριστών της εκκαλούσας, όσο ακόμη και του εκπροσώπου της εφεσίβλητης δικηγόρου ΑΑ, με γνώμονα όμως και κύρια επιδίωξη-πλην και άλλων- να καταδειχθεί πως, το τίμημα που καταβλήθηκε συνολικώς (για την αγοραπωλησία των τεσσάρων ως άνω ακινήτων μεταξύ των οποίων και τα τρία, εδώ ήδη, ενδιαφέροντα), των 54.000.000 δραχμών και με την παραδοχή μάλιστα και του ισχυρισμού της εφεσίβλητης περί του ότι πέραν αυτού του τιμήματος κατέβαλε (ως μη υπόχρεη) το συνολικό ποσό για την αγοραπωλησία αυτήν, των 63.194.810 δρχ. από τα οποία, για το τίμημα 54.000.000 δρχ και 9.194.810 δρχ για φόρο μεταβίβασης ακινήτου και έξοδα συμβολαιογράφου, ανταποκρίνονταν στη τότε (το έτος 1988) πραγματική (αγοραία) αξία των ακινήτων αυτών, λόγω του ότι δηλαδή και στα εν λόγω τρία ακίνητα βρίσκονταν αρχαιότητες, μολονότι όμως και σε αυτά (τα τρία) ακίνητα δεν υπήρχε καμία αρχαιότητα, η οποία να είχε κηρυχθεί μάλιστα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες Υπουργικές Αποφάσεις, ούτε και σύμφωνα και με τον άνω νόμο "περί αρχαιοτήτων" τον οποίο αυτές ρητώς παρέπεμπαν, όπως αντιθέτως, πλην αβασίμως υποστηρίζει η εφεσίβλητη: Γ) Στην ως άνω εξωπραγματική καταγραφή στο συμβόλαιο αυτό - όπως και το συμπέρασμα αυτό μορφώνεται σύμφωνα με όσα αναμφιβόλως πιο πάνω γίνονται δεκτά ως αποδεικνυόμενα-προήλθαν οι ανωτέρω, που εκπροσώπησαν τις αντίδικες αυτές εταιρίες, αφενός μεν για να ωφεληθεί και δη αθεμίτως, ωσαύτως δε και υπαιτίως η εφεσίβλητη, ήτοι με το να καταβάλει αυτή το ποσό, μόνο των 53.600.000 δραχμών (δηλαδή 54.000.000 μείον 400.000 χιλιάδες που υπολογίστηκε η αξία του μη ήδη επίδικου ακινήτου των 1092 τμ., ίσον 53.600.000 δρχ.) ή έστω των 63.194.810 δρχ. συνολικώς, όπως ισχυρίστηκε η εφεσίβλητη, ενώ όμως και με τις μετριότερες των εκτιμήσεων (για την άνω χρονική περίοδο, το έτος 1988), όπως πιο κάτω γίνεται ειδικότερος λόγος, προς τούτο, η πραγματική (αγοραία) αξία αυτών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, αφετέρου δε και επειδή -σημαντικώς και δη κατά το μεγαλύτερο μέρος συνέβαλε προς τούτο - πλην και άλλων (ΓΓ κλπ.) - ιδίως ο δικηγόρος ΒΒ, που μολονότι ήταν, από κοινού συνεκκαθαριστής τότε, μαζί και με τον προαναφερόμενο (ΓΓ) "κινούσε τα νήματα" έχοντας πρωταγωνιστικό, ρόλο για την επίτευξη του στόχου αυτού γιατί, προσδοκούσε σε ίδιο αυτού όφελος, όπως άλλωστε το είχε εκμυστηρευτεί ήδη στον μάρτυρα της εκκαλούσας ΔΔ. Στην υπαίτια όμως αυτή και παράνομη ωσαύτως συμπεριφορά, του ανωτέρω συνεκκαθαριστή, την οποία αγνοούσε, τόσο το νομικό πρόσωπο της εκκαλούσας εταιρίας, όσο ακόμη και η συντριπτική πλειοψηφία των μετόχων αυτής - πλην οπωσδήποτε υπέπεσε και στην αντίληψη και της εφεσίβλητης καθόσον άλλωστε η τελευταία αυτή τελικώς ωφελήθηκε στην πραγματικότητα, σε βάρος της εκκαλούσας και για την οποία, δεν μπορεί πλέον να λογοδοτήσει ούτε ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων ο ανωτέρω για την πιο πάνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του για την οποία επίσης κατέθεσε ο άνω μάρτυρας, αναφέροντας και ότι όταν ρώτησε αυτόν αν οικονόμησε από την εδώ ενδιαφέρουσα πώληση, απάντησε ότι και γι' αυτό είχε λάβει ο ίδιος τις σχετικές πρόνοιες προς συγκάλυψη και δη πλην άλλων και στις φορολογικές αρχές (βλ. και για τούτο στην κατάθεση αυτή), λόγω του ότι ήδη απεβίωσε-δεν είχε συναινέσει η εκκαλούσα, ούτε και την ενέκρινε ή την αποδέχτηκε έκτοτε κατά οποιοδήποτε τρόπο, Δ) Η πραγματική (αγοραστική) αξία, για τα τρία (3) αυτά ένδικα ακίνητα, κατά το χρόνο της συνάψεως της αγοραπωλησίας τους με το πιο πάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, δεν ήταν δυνατόν να υπολειφθεί τότε, των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών ήτοι με την εκτίμηση της συνολικής τους εκτάσεως βάσει της ειδικότερης ως άνω θέσεώς τους, στην νήσο ... (που το συνολικό εμβαδόν μάλιστα της επιφάνειάς της ανέρχεται στα 135.000 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα) και της μεγάλης εγγύτητάς της, προς την ... και την ... (μιάμιση περίπου ώρα, με πλοίο τότε της ακτοπλοϊκής γραμμής). Πιο συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, επίσης κατά πλειοψηφία δέχεται ότι, δεδομένης της συνολικής εκτάσεως των τριών (3) αυτών ακινήτων, που ανέρχεται σε 73.048,35 τετραγωνικά μέτρα βλ. προς τούτο, ήτοι ως προς το ακριβές εμβαδό τους ομοίως και στην άνω γνωμοδοτική έκθεση ... και ...) και του ότι, ναι μεν βρίσκονται όλα αυτά (τα τρία ακίνητα) εκτός σχεδίου πόλεως, πλην όμως από τότε ήταν και άρτια και οικοδομήσιμα (ήδη από τον σκοπητέο δηλαδή, ως άνω χρόνο) ακόμη δε ήταν ήδη προσπελάσιμα, τόσο από τη θάλασσα, όσο και από τον εκεί δρόμο, προς την περιοχή "..." και δη, ανά τέσσερα στρέμματα, τότε και άλλως πως τουλάχιστον ανά τμήματα από οκτώ (8)στρέμματα (σύμφωνα και με τον ισχύοντα τότε Ν. 1337/1983 και τους σχετικούς πολεοδομικούς όρους δομήσεως (βλ. σχετικώς και στο ΦΕΚ 270/Δ/31-5-1985) η αντίστοιχη συνολική, κατά μέσο μάλιστα όρο αξία τους εκτιμάται προς 10.000 ανά μέτρο τετραγωνικό και κατά συνέπεια αυτή (η αξία) ήδη είναι πολλαπλάσια του καταβληθέντος ήδη τιμήματος, ανερχόμενη στο προαναφερόμενο ποσό (των 730.483.000 δραχμών και πενήντα λεπτών). Η ως άνω εκτιμώμενη αξία, υπολείπεται βέβαια εκείνης για την οποία κατέθεσε ο μάρτυρας της εκκαλούσας ..., δικηγόρος, συμβουλευθείς προς τούτο, όπως επίσης κατέθεσε, τους δύο (2) προαναφερθέντες ιδιοκτήτες αγοραστές ακινήτων στην ..., ... και ..., καθώς ακόμη και εκείνης για την οποία ισχυρίζεται η εκκαλούσα (ύψους κατά τους ισχυρισμούς της και δη κατά το χρόνο των ένδικων συμβάσεων για τα τρία ως άνω ακίνητα, που το ανεβάζει σε ένα (1) περίπου δισεκατομμύριο δραχμές), ωστόσο όμως, κρίνεται ως απολύτως δικαιολογημένη, σύμφωνα με τα πιο πάνω, επίσης πλήρως αποδεικνυόμενα, πραγματικά περιστατικά. Πρέπει δε και να σημειωθεί ότι ακόμη και ο επιληφθείς αρμοδίως του σχετικού φορολογικού ελέγχου, για την επιβολή του σχετικού φόρου μεταβιβάσεως, Έφορος εκτίμησε ότι, η προσωρινή αξία απλώς ανερχόταν τότε (στις 2-9-1988) στο ποσό των 83.900.000 δραχμών συνολικά και για τα τέσσερα αυτά ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία (3) ακίνητα, για τα οποία εδώ ενδιαφέρει, με δικαίωμα όμως (προφανές) περαιτέρω επανελέγχου -λόγω της προσωρινότητας του άνω φορολογικού ελέγχου- για τον οποίο όμως, δεν προέκυψε εάν τυχόν επακολούθησε (και σε ποια τιμή οδήγησε). Αλλά και πέραν και του ως άνω επισημαινόμενου γεγονότος, που δεν αμφισβητείται μάλιστα, ούτε από την εφεσίβλητη και από το οποίο καταδεικνύεται( και από αυτό) ότι, δεν ανταποκρινόταν το πιο πάνω τίμημα στην πραγματική (αγοραία ή εμπορική) αξία των τριών (3) αυτών ακινήτων και ανεξαρτήτως και του εάν ακόμη συνήργησαν ή όχι για την πώληση των τριών ( 3) αυτών ακινήτων, στο ως άνω πολύ χαμηλό τίμημα και εφοριακοί υπάλληλοι κλπ (ως άνω) όπως περί τούτων κατέθεσε ειδικώς ο μάρτυρας της εκκαλούσας ΔΔ και που όπως επίσης αξιοπίστως ανέφερε ότι τον πληροφορούσε ο συνεκκαθαριοτής της εκκαλούσας ΒΒ (βλ. και περί τούτου στην κατάθεση αυτού) κρίνεται τελικώς ότι, στη συγκεκριμένη αυτήν περίπτωση, από τις ειδικότερες ως άνω συνθήκες και περιστάσεις) και δη, στο σύνολο αυτών εκτιμώμενων -όπως ακριβώς πιο πάνω εκτέθηκαν- κάτω από τις οποίες έγινε η πώληση και μεταβίβαση της κυριότητας των τριών (3) αυτών ακινήτων, στην εφεσίβλητη, ενόψει δηλαδή όχι μόνο της μεμονωμένης αιτίας (και αφορμής) που κίνησε τις πιο πάνω αντισυμβαλλόμενες εταιρίες και τους προαναφερόμενους εκπροσώπους τους, για να συνάψουν την αγοραπωλησία των τριών (3) αυτών ακινήτων ή του σκοπού (και μόνο) που αυτές απέβλεψαν με αυτήν (την αγοραπωλησία και τη μεταβίβασή τους κατά κυριότητα) αλλά το σύνολο όλων αυτών των συνθηκών (και περιστάσεων) και πιο συγκεκριμένα ακόμη, σύμφωνα με τα εντοπιζόμενα πιο πάνω μέσα και τις προαναφερόμενες ειδικώς πράξεις και παραλείψεις των άνω εκπροσώπων, καθώς επίσης και τις μεθοδεύσεις που από αυτούς, κατά τα ως άνω, χρησιμοποιήθηκαν και που τελικώς και επιβλήθηκαν (και επικράτησαν) για την κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων (βάσει του ως άνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου) και με τόσο μικρό (και αναντίστοιχο) όπως πιο πάνω τίμημα, και δη μόνο των 12.600.000 δραχμών, των 19.191,60 τ.μ., των 30.000.000 δραχμών, για το έτερο, των 43.230,75 τ.μ. και των 7.000.000 δραχμών για το τρίτο ακίνητο των 10.627 τ.μ., οι συμβάσεις (όλες αυτές) που καταρτίσθηκαν με τρόπο τόσο βλαπτικό, σε βάρος των συμφερόντων της εκκαλούσας, χωρίς καμία ιδική της μάλιστα υπαιτιότητα προς τούτο, αντιβαίνουν ευθέως και δη αντικειμενικώς, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ) - για όμοιες δηλαδή συναλλακτικές περιπτώσεις όπως και η εδω ένδικη - στα χρηστά ήθη, ήτοι στις κρατούσες αντιλήψεις του μέσης ηθικής (και συνέσεως) κοινωνικού ανθρώπου και κατά συνέπεια, σύστοιχα και με τις αναφερόμενες στην αρχή νομικές σκέψεις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, είναι απολύτως άκυρες, στο σύνολό τους και ως μηδέποτε γενόμενες, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 178 και 180 του ΑΚ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και αναγνώρισε την ακυρότητα, λόγω αντιθέσεως στα χρηστά ήθη, της συμβάσεως πωλήσεως των τριών ως άνω ακινήτων. 'Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας στον υπαγωγικό συλλογισμό του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 178 και 214 του ΑΚ, διότι: 1) Για τη θεμελίωση της κρίσης του ότι τα επίδικα τρία ακίνητα της αναιρεσίβλητης δεν εμπίπτουν σε αρχαιολογικό χώρο, ώστε να υποβαθμίζεται σημαντικά η αγοραία αξία τους στο ύψος περίπου που προσδιορίσθηκε με το μεταξύ των διαδίκων πωλητήριο συμβόλαιο και με αφετηρία ότι η σ'αυτό αναφορά της θέσης των ακινήτων στην περιοχή ... και ταυτόχρονα στη χερσόνησο ..., οι οποίες φέρονται ότι είναι διαφορετικές, αλλά γειτνιάζουσες περιοχές της νήσου ... με όχι διακεκριμένα όρια, όπως και ότι η θέση των ακινήτων συσχετίζεται με τον οριοθετημένο με την αρ. Φ01/58345/21-11-1984 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών αρχαιολογικό χώρο: α) Δεν γίνεται μνεία του τρόπου περιγραφής των επιδίκων ακινήτων στον κτητικό τίτλο κυριότης της αναιρεσίβλητης και αντιπαραβολή αυτής της περιγραφής τους με εκείνη στο πωλητήριο συμβόλαιο, έτσι ώστε να διαγιγνώσκεται, αν σ'αυτό έχουν περιληφθεί και ποία διαφορετικά περιγραφικά στοιχεία των ακινήτων και η ακριβέστερη θέση τους στις αμφισβητούμενες περιοχές. β) Ενώ δέχεται ότι από τα εισφερθέντα στην αναιρεσίβλητη, από το ιδρυτικό μέλος της ανώνυμη εταιρία "Μ.", επτά (7) ακίνητα, μεταξύ των οποίων και τα τρία επίδικα, απαλλοτριώθηκε έκταση 10.645 τ.μ της περιοχής ... προς συνέχιση αρχαιολογικών ανασκαφών και ότι οι θέσεις ... και ..., όπου βρίσκονται και τα τρία επίδικα ακίνητα, είναι συνεχόμενες με τη θέση ..., που περιλαμβάνεται στο εσωτερικό του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τον ενσωματωμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση (κατά μεταφορά από την υπουργική απόφαση) χάρτη των περιοχών ...-..., ανεπαρκώς αιτιολογείται ότι οι θέσεις των επιδίκων ακινήτων δεν εμπίπτουν στον αρχαιολογικό αυτό χώρο από κάποια πλευρά τους, εφόσον δεν προσδιορίζεται αν η τοποθεσία ... εξαντλεί τη νοτιοδυτική γωνία του οριοθετημένου αρχαιολογικού χώρου ούτε η κατεύθυνση προσανατολισμού προς την οποία είναι συνεχόμενες οι θέσεις ... και ... των επιδίκων ακινήτων, 2) Ανεπαρκώς αιτιολογείται η, συνιστώσα αρνητική προϋπόθεση για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος, έλλειψη συναινέσεως της πλειοψηφίας των συγκροτούντων το νομικό πρόσωπο της αναιρεσίβλητης μετόχων αυτής ως προς την (χαρακτηριζόμενη) κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής εξουσίας των εκκαθαριστών της είσπραξη από τον έναν από αυτούς παράνομης και επιζήμιας για την αντιπροσωπευομένη προμήθειας διαμεσολάβησης κατά την πώληση των επιδίκων ακινήτων, από την αναιρεσίβλητη αγοράστρια τούτων, όπως και ως προς τις συναφείς ενέργειές τους πριν και κατά τη σύνταξη του πωλητηρίου συμβολαίου, αφού:  αναφέρεται μεν ότι είχε συγκληθεί για την πώληση αυτή η γενική συνέλευση των μετόχων της αναιρεσίβλητης, αλλά δεν προσδιορίζεται τί αποφασίσθηκε ούτε ποιοί μετείχαν και ποιό ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου αντιπροσώπευαν και β) για τον εν γνώσει τελούντα των ως άνω περιστατικών -κατόπιν πληροφορήσεως του εκκαθαριστή ΒΒ- μάρτυρα της αναιρεσίβλητης και μέτοχο αυτής ΔΔ δεν προσδιορίζεται πόσες μετοχές είχε και αν αυτές αντιπροσώπευαν την πλειοψηφία ή μειοψηφία των μετοχών της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, ώστε να εκτιμηθεί ο βαθμός γνώσης από την αναιρεσίβλητη της προβαλλόμενης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εκκαθαριστών της. 3) Ως προς την αναγκαία συμμετοχή, στην πώληση και είσπραξη παράνομης προμήθειας 200.000.000 δραχμών από τον εκκαθαριστή ΒΒ, του δεύτερου εκκαθαριστή ΓΓ, στην οποία συμμετοχή προσδίδεται επίσης αντίθεση στα χρηστά ήθη, με συνέπεια να κρίνεται άκυρη η πώληση των επιδίκων ακινήτων, δεν παρατίθεται κάποια αιτιολογία ως προς το ενυπάρχον, σε κάθε δικαιοπραξία αυτού του είδους και αποδοκιμαστέο αίτιο, που κίνησε αυτόν να καταχρασθεί της εμπιστοσύνης της αντιπροσωπευομένης του (αναιρεσίβλητης), συμπράττονtας με ψευδείς δηλώσεις του για την ύπαρξη πραγμάτων αρχαιολογικού ενδιαφέροντος κάτω από το έδαφος των πωλουμένων ακινήτων, με σκοπό μεγάλης υποβάθμισης της αγοραίας αξίας τους και από το ποσό της μείωσης να μην επιδιώξει να επωφεληθεί στο ελάχιστο ο ίδιος ούτε η αντιπροσωπευομένη του, αλλά μόνον η αγοράστρια και ο συνεκκαθαριστής του. 4) Με ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι για την αντίθεση στα χρηστά ήθη της πωλήσεως των επιδίκων ακινήτων λήφθηκαν υπόψη η αιτία (και αφορμή) που κίνησε τις συμβαλλόμενες εταιρίες και τους εκπροσώπους τους, ο σκοπός στον οποίο αυτές απέβλεψαν και το σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων, συγκεκριμένα δε οι πράξεις και παραλείψεις των εκπροσώπων τους, χωρίς να προσδιορίζεται υπό ποία έννοια εκτιμήθηκε, για τη διάγνωση της αντιθέσεως της δικαιοπραξίας στα χρηστά ήθη, η συμπεριφορά του ΑΑ ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας και ιδίως αν αυτός μερίμνησε για να δοθούν χρήματα "κάτω από το τραπέζι" στον ΒΒ, καθώς και η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης κατά την έκφραση της δικαιοπρακτικής δηλώσεως βουλήσεώς της δια των αντιπροσωπευόντων αυτή εκκαθαριστών της, αλλά αρκείται μόνον στο ότι οι ενέργειες των τελευταίων είχαν ως πρωταρχική επιδίωξη την εξυπηρέτηση ιδιοτελών επιδιώξεων του ενός από αυτούς και της κατά συμπαιγνία αντισυμβαλλόμενης αναιρεσείουσας προς βλάβη των νομίμων συμφερόντων της αναιρεσίβλητης. Επομένως οι τρίτος κατά το τρίτο μέρος του, πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του από το αναιρετήριο και πέμπτος και έκτος που πρόσθετου δικογράφου, από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6859/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.



   
                                                                                          ΟΜΟΡΡΥΘΜΗ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ- ΕΥΘΥΝΗ ΟΜΟΡΡΥΘΜΟΥ ΕΤΑΙΡΟΥ

Στη ρύθμιση του άρθρου 268 του Α.Κ. εμπίπτουν και οι απαιτήσεις κατά ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, οι οποίες προ της παρόδου πενταετίας από τη λύση της εταιρίας έχουν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των εις ολόκληρον ευθυνομένων ομορρύθμων εταίρων. μη εκκαθαριστών (άρθρο 22 Ε.Ν.), οπότε δεν ισχύει έναντι αυτών ή των κληρονόμων τους η βραχυπρόθεσμη (5ετής) παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά η εικοσαετής παραγραφή. Και τούτο, ενόψει του ότι ναι μεν η θεσπιζόμενη χάριν των ομορρύθμων εταίρων ειδική (πενταετής παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν. ισχύει ανεξάρτητα από την παραγραφή έναντι της εταιρίας και δεν μεταπίπτει σε εικοσαετή κατά την Α.Κ. 268 έναντι του ομόρρυθμου εταίρου με μόνη την έκδοση εναντίον της εταιρείας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως για το εταιρικό χρέος (Ολ. Α.Π. 889/1983). – 32/2010 Άρειος Πάγος (Τμήμα Α1’)


ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ιωάννης Παπανικολάου
ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: Δημήτριος Τίγγας
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ: Θωμάς Παπαδούλης, Χρήστος Νικολαΐδης


(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' του Α.Κ. "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Η θεσμοθέτηση της διατάξεως αυτής προς το συμφέρον της έννομης τάξης, στο οποίο αποβλέπει και ο θεσμός της παραγραφής γενικότερα, υπαγορεύθηκε από το ότι, μετά τη βεβαίωση της αξιώσεως με τελεσίδικη απόφαση ή δημόσιο έγγραφο εκτελεστό δεν υφίσταται ούτε δυνατότητα αμφισβητήσεώς της ούτε δυσχέρεια στην απόδειξή της, που με την πάροδο του χρόνου, λόγω εξασθενήσεως των αποδεικτικών μέσων, δημιουργεί αβεβαιότητα, καθιστώντας την απονομή της δικαιοσύνης προβληματική και επισφαλή. Διότι, μετά την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως ή τη βεβαίωση με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό για την απαίτηση παύει να υφίσταται η ανάγκη αποφυγής των προαναφερόμενων δυσμενών για την απονομή της δικαιοσύνης συνεπειών, η οποία (ανάγκη) αποτελεί και το λόγο για τον οποίο καθιερώθηκαν οι διάφορες βραχυχρόνιες παραγραφές (Ολ. ΑΠ 30/1987, 610/1976). Στη ρύθμιση του άρθρου 268 του Α.Κ. εμπίπτουν και οι απαιτήσεις κατά ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας, οι οποίες προ της παρόδου πενταετίας από τη λύση της εταιρίας έχουν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των εις ολόκληρον ευθυνομένων ομορρύθμων εταίρων - μη εκκαθαριστών (άρθρο 22 Ε.Ν.), οπότε δεν ισχύει έναντι αυτών ή των κληρονόμων τους η βραχυπρόθεσμη (5ετής) παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά η εικοσαετής παραγραφή. Και τούτο, ενόψει του ότι ναι μεν η θεσπιζόμενη χάριν των ομορρύθμων εταίρων ειδική (πενταετής παραγραφή του άρθρου 64 του Ε.Ν. ισχύει ανεξάρτητα από την παραγραφή έναντι της εταιρίας και δεν μεταπίπτει σε εικοσαετή κατά την Α.Κ. 268 έναντι του ομόρρυθμου εταίρου με μόνη την έκδοση εναντίον της εταιρείας τελεσίδικης δικαστικής αποφάσεως για το εταιρικό χρέος (Ολ. Α.Π. 889/1983), ωστόσο από τη βεβαίωση του εταιρικού χρέους, πριν από την πάροδο της εν λόγω πενταετίας, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση σε βάρος των ομορρύθμων εταίρων προσωπικά, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Εμπ.Ν. δεν συντρέχει πλέον αποχρών λόγος μη ισχύος και έναντι αυτών της εικοσαετούς παραγραφής του άρθρου 268 του Α.Κ., εφόσον έχει παύσει έτσι να υφίσταται η ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των εταιρικών χρεών, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του άρθρου 64 του Ε.Ν., χάριν μετριασμού της απεριόριστης και εις ολόκληρον ευθύνης των ομορρύθμων εταίρων. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) του δικογράφου της από 10-7-2000 ανακοπής των αναιρεσιβλήτων, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, προκύπτουν τα εξής: Η αναιρεσείουσα κοινοποίησε στις αναιρεσίβλητες την από ...επιταγή της προς πληρωμή κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου εκτελεστού της αρ. 5/1974 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του μεταγενεστέρως θανόντος συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών (κληρονομηθέντος από αυτές) Δ1 ως ομορρύθμου μέλους της ετερόρρυθμης εταιρίας "... Ε.Ε." και με την οποία υποχρεώθηκε ο τελευταίος, λόγω της προαναφερόμενης ιδιότητάς του, (για χρέος της εταιρείας στην οποία μετείχε), να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 1.828.694 δραχμών νομιμοτόκως από 4-3-1972. Κατά της ως άνω επιταγής, ως πρώτης πράξεως της αναγκαστικής εκτελέσεως, άσκησαν οι αναιρεσίβλητες την από 10-7-2000 ανακοπή και ζήτησαν την ακύρωση της επιταγής, προβάλλοντας απόσβεση της αξιώσεως της αναιρεσείουσας που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, λόγω της 5ετούς παραγραφής του άρθρου 64 Ε.Ν., ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα είχε επιδόσει στον κληρονομηθέντα από τις αναιρεσίβλητες Δ1 την από ... επιταγή της, ενώ στις 27-12-1988 λύθηκε η ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία με έγγραφο (συμφωνητικό) που δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Αθηνών και έκτοτε μέχρι την επίδοση στις αναιρεσίβλητες της από ... (δεύτερης) επιταγής προς πληρωμή του τελεσιδίκως επιδικασθέντος ποσού των 1.828.694 δραχμών παρήλθε πενταετία. Η ανακοπή έγινε δεκτή με την 720/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η εναντίον αυτής έφεση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε ότι η τελεσιδικία της καταψηφιστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως προς το εταιρικό χρέος του κληρονομηθέντος από τις αναιρεσίβλητες δεν μετέβαλε το χρόνο παραγραφής, από 5ετή κατά το άρθρο 64 του Ε.Ν., σε 20ετή κατά το άρθρο 268 του Α.Κ.. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 64 του Ε.Ν. και 268 του Α.Κ. με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της πρώτης και μη εφαρμογή της τελευταίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ένδικη ανακοπή των αναιρεσιβλήτων, αλλά και τις παραδοχές του Εφετείου, εφόσον κατά τη λύση της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, στην οποία μετείχε ο δικαιοπάροχος αυτών Δ1 ως ομόρρυθμο μέλος, είχεν εκδοθεί εναντίον του τελευταίου η 5/1974 απόφαση του Εφετείου Αθηνών για το επίμαχο εταιρικό χρέος προς την αναιρεσείουσα, άρχισε έκτοτε να ισχύει ως προς αυτό το χρέος η εικοσαετής παραγραφή του άρθρου 268 του Α.Κ., η οποία διεκόπη με την επίδοση στις ...προς τον Δ1 της από ... επιταγής της αναιρεσείουσας και μέχρι την επίδοση της ανακοπτόμενης από ...(δεύτερης) επιταγής της αναιρεσείουσας προς τις αναιρεσίβλητες δεν είχε συμπληρωθεί και πάλι η εικοσαετής παραγραφή, που διεκόπη έτσι για δεύτερη φορά, ενώ η κατά την 27-12-1988 λύση της εταιρίας δεν επέφερε μεταβολή του χρόνου της παραγραφής του εταιρικού χρέους, το οποίο ήταν ήδη εκκαθαρισμένο με την ως άνω τελεσίδικη δικαστική απόφαση.
Συνεπώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 64 του Ε.Ν., αλλά εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 268 του Α.Κ. και έπρεπε γι' αυτό να απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγος της η ανακοπή. Εντεύθεν έπεται ότι είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. μοναδικός λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3181/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.


   
    
    
                                                                                                                          ΑΦΑΝΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑ – ΛΥΣΗ ΑΦΑΝΟΥΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ

Η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία η εμφανής εταιρία, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων ο,τιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφόσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι προς πραγματική πλήρωση της αιρέσεως εξομοιώνεται η πλασματική πλήρωσή της και θεμελιώνεται εναντίον εκείνου, ο οποίος εναντίον της καλής πίστης εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης, επειδή θα ζημιωνόταν από την πλήρωση, δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ εκείνου, ο οποίος είχε δικαίωμα εξαρτώμενο από την αίρεση. Συμφώνησαν επιπροσθέτως με το ίδιο συμφωνητικό ότι σε περίπτωση που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού (21-7-2000) βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της επιχείρησης ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών (σύνολο ενεργητικού και παθητικού), η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισπράττονταν από την πώληση αυτή επί πλέον του ποσού των 24.000.000 δραχμών, θα διανεμόταν, ισομερώς και τούτο μεταξύ τους. Τελικά μέσα στον παραπάνω χρόνο (τέλη Ιουλίου 2000) βρέθηκε πράγματι αγοραστής και συγκεκριμένα ο Ρ1, ο οποίος και προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Όμως η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της αδικαιολόγητης και αντίθετης προς την καλή πίστη άρνησης του εναγομένου, ο οποίος, όπως άλλωστε είχε και κάθε συμφέρον, την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου όπου είχε προγραμματιστεί σχετική συνάντηση για τη διευθέτηση των λεπτομερειών και τη σύναψη της σύμβασης πώλησης. Ο Εναγόμενος ματαίωσε υπαίτια την πώληση αφού βρέθηκε αγοραστής που προσέφερε κατά 80% υψηλότερο τίμημα αγοράς από την αξία που όρισαν οι διάδικοι για την επιχείρησή τους,γι’ αυτό τον λόγο κρίθηκε βάσιμη η αγωγή. – 36/2010 Άρειος Πάγος (Τμήμα Α1’)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Ιωάννης Παπανικολάου
ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: Δημήτριος Τίγγας
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ: Απόστολος Μπανιώτης, Μιχαήλ Ζαχαριάδης


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 204 Α.Κ., όποιος έχει δικαίωμα που εξαρτάται από αίρεση, μπορεί, αν πληρώθηκε η αίρεση, να ζητήσει αποζημίωση από τον άλλο, εφόσον κατά τη διάρκεια της αβεβαιότητας ματαίωσε ή έβλαψε υπαίτια το δικαίωμα που εξαρτάται από την αίρεση. Κατά δε το άρθρ. 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη, εκείνος που θα τον ζημίωνε η πλήρωσή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι προς πραγματική πλήρωση της αιρέσεως εξομοιώνεται η πλασματική πλήρωσή της και θεμελιώνεται εναντίον εκείνου, ο οποίος εναντίον της καλής πίστης εμπόδισε την πλήρωση της αίρεσης, επειδή θα ζημιωνόταν από την πλήρωση, δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ εκείνου, ο οποίος είχε δικαίωμα εξαρτώμενο από την αίρεση. Η έννοια της καλής πίστης νοείται αντικειμενικώς, ως η αντίληψη του μετρίως ευπρεπούς και τιμίως φερομένου κοινωνικού ανθρώπου και μπορεί η συμπεριφορά να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ή τη σύμβαση ή τα συναλλακτικά ήθη ενέργειας. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 47-50 Ε.Ν, 741 επ. 758, 762, 361, 719 Α.Κ. συνάγεται ότι η στερούμενη νομικής προσωπικότητας αφανής εταιρία, στην οποία η εμφανής εταιρία, υποχρεούται να καταστήσει κοινό όλων των εταίρων ο,τιδήποτε αποκτά από τη λειτουργία της εταιρίας, όταν λύεται δεν ακολουθεί στάδιο εκκαθάρισης, εφόσον τούτο δεν συμφωνήθηκε με την εταιρική σύμβαση ή δεν διατάχθηκε από το δικαστήριο ως τρόπος διακανονισμού των περιουσιακών σχέσεων των εταίρων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Απ 12-13/1995, 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 25-10-1998 ιδιωτικού συμφωνητικού, συστήθηκε μεταξύ των διαδίκων και του τρίτου Μ1 αφανής εταιρία, με εμφανή εταίρο τον εναγόμενο και αφανείς εταίρους τους λοιπούς, με έδρα τα ..., με αντικείμενο την εκμετάλλευση της επιχείρησης καφέ - μπαρ με την επωνυμία "'....'' και με συμμετοχή τους στις κερδοζημίες κατά ποσοστό 1/3 ο καθένας. Η αφανής αυτή εταιρία λειτούργησε μέχρι τον Ιούλιο 2000 και με το από 21-7-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό οι ανωτέρω εταίροι αυτής συμφώνησαν τη λύση της και μετά από έλεγχο και σχετική καταγραφή προσδιόρισαν τα χρέη της εταιρίας (παθητικό] στο ποσό των 19.500.000 δραχμών, το δε ενεργητικό της σε 4.500.000 δραχμές. Με το ίδιο συμφωνητικό συμφώνησαν οι εταίροι να αναλάβει ο εναγόμενος την εξόφληση των χρεών προς τρίτους, να λάβει ο καθένας τους το ποσό των 1.500.000 δραχμών, από το ενεργητικό και να εξακολουθήσει τη λειτουργία της επιχείρησης, ατομικά πλέον ο εναγόμενος. Συμφώνησαν επιπροσθέτως με το ίδιο συμφωνητικό ότι σε περίπτωση που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού (21-7-2000) βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της επιχείρησης ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών (σύνολο ενεργητικού και παθητικού), η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισπράττονταν από την πώληση αυτή επί πλέον του ποσού των 24.000.000 δραχμών, θα διανεμόταν, ισομερώς και τούτο μεταξύ τους. Τελικά μέσα στον παραπάνω χρόνο (τέλη Ιουλίου 2000) βρέθηκε πράγματι αγοραστής και συγκεκριμένα ο Ρ1, ο οποίος και προσέφερε ως τίμημα το ποσό των 40.000.000 δραχμών. Όμως η πώληση δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της αδικαιολόγητης και αντίθετης προς την καλή πίστη άρνησης του εναγομένου, ο οποίος, όπως άλλωστε είχε και κάθε συμφέρον, την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να προσέλθει στο γραφείο του δικηγόρου όπου είχε προγραμματιστεί σχετική συνάντηση για τη διευθέτηση των λεπτομερειών και τη σύναψη της σύμβασης πώλησης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι τελικά ο εναγόμενος πώλησε την επιχείρηση μόνος του, σε άλλο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), σε διαφορετικό πρόσωπο και εισέπραξε μόνος του το τίμημα, όπως τούτο βεβαιώθηκε και από το μάρτυρα του ιδίου Μ1 που είναι ο τρίτος εταίρος. Το Δικαστήριο στηρίζει την ως άνω κρίση του, κυρίως στην κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος ...(αδελφού του) και στην ένορκη βεβαίωση του Ρ1, ο οποίος είναι και ο κατά τα ανωτέρω υποψήφιος αγοραστής της επιχείρησης. Αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό επιβεβαίωσαν ότι ο τελευταίος ήθελε πράγματι να αγοράσει την επιχείρηση αντί του ποσού των 40.000.000 δρχ., το οποίο και προσέφερε και ότι τελικά η ματαίωση της πώλησης οφειλόταν στην άρνηση του εναγομένου, ο οποίος την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να μεταβεί στο γραφείο του προαναφερθέντος δικηγόρου, όπου και είχε προγραμματιστεί το σχετικό ραντεβού. Με βάση τα δεδομένα αυτά ο εναγόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 204 σε συνδ. με το άρθρο 207 ΑΚ, υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστη ο ενάγων από την παραπάνω συμπεριφορά του και η οποία είναι ίση με το ποσό των 5.333.333 (40.000.000 - 24.000.000 = 16.000.000) δραχμών, που ισοδυναμεί με 15.651,74 ευρώ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει το αγωγικό αίτημα αποζημίωσης, έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της δηλαδή για το ποσό των 20.053,79 ευρώ, από τις οποίες ποσό δραχμών 16.000.000 ή 15.651,74 ευρώ για την ανωτέρω αιτία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όσον αφορά την επιδίκαση του ποσού των 15.651,74 ευρώ παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 204, 207, 762, 361 και 719 του Α.Κ., που εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς, και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων πληρώσεως της διαλυτικής αιρέσεως, από την οποία εξαρτήθηκε η ικανοποίηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόληψη επί πλέον ποσοστού της διανεμητέας εταιρικής περιουσίας μετά τη λύση της εταιρίας των διαδίκων, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα: α) Ενώ δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η αφανής εταιρία των διαδίκων (με τον μη διάδικο Μ1) λύθηκε στις 217-2000 και μετά από έλεγχο και καταγραφή των χρεών της εταιρίας (19.500.000 δρχ) προσδιόρισαν από κοινού το ενεργητικό της εταιρικής περιουσίας σε 24.000.000 δρχ., από το οποίο, μετά την αφαίρεση του παθητικού, απέμεινε διανεμητέο στους εταίρους καθαρό ποσό 4.500.00 δραχμών και συμφωνήθηκε, επί πλέον, ότι σε περίπτωση, που εντός 45 ημερών από της υπογραφής του συμφωνητικού, βρισκόταν αγοραστής που θα προσέφερε για την αγορά της περιελθούσης στον αναιρεσίβλητο επιχειρήσεως ποσό μεγαλύτερο των 24.000.000 δραχμών, η επιχείρηση θα πωλούνταν σ' αυτόν και οποιοδήποτε ποσό που θα εισεπράττετο επί πλέον των 24.000.000 δραχμών θα διανεμόταν στους εταίρους ισομερώς, δεν καθίσταται σαφές, αν η εταιρία είχε επί πλέον περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα λάμβανε υπόψη ο υποψήφιος αγοραστής για να προσφέρει μεγαλύτερο τίμημα από εκείνο που εκτίμησαν ως πραγματική αξία της εταιρίας τους οι διάδικοι ή απέβλεψαν σε πιθανή βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως της εταιρίας τους εντός του 45ημέρου ή απλώς εκτίμησαν ότι κάτι τέτοιο μπορούσε να είναι αποτέλεσμα των διαπραγματευτικών ικανοτήτων τους. 2) Με ανεπαρκή και ελλιπή αιτιολογία γίνεται δεκτό ότι βρέθηκε υποψήφιος αγοραστής (Ρ1) που προσέφερε, περί τα τέλη Ιουλίου του 2000, τίμημα 40.000.000 δραχμών για την αγορά της επιχειρήσεως χωρίς να αναφέρεται, αν προέκυψε κάποια αιτία υπερτιμήσεως κατά 80% της αγοραίας αξίας της επιχειρήσεως ή προϋπήρχε αυτή η αξία της ή αποτέλεσε υποκειμενική εκτίμηση του υποψήφιου αγοραστή, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί αν κατά την αρχή της καλής πίστης όφειλε ο αναιρεσίβλητος να θεωρήσει ότι υπήρχε σοβαρή συναλλακτική πρόθεση του αγοραστή και η άρνηση του ιδίου να συμπράξει ήταν αδικαιολόγητη. 3) Ανεπαρκώς αιτιολογείται επίσης ότι ο αναιρεσίβλητος είχε συμφέρον από τη ματαίωση της πωλήσεως της επιχειρήσεως μέσα στο συμφωνημένο χρόνο, χωρίς να προσδιορίζεται, αν το συμφέρον του συνίστατο στην παράταση της εκμεταλλεύσεως από τον ίδιο της επιχειρήσεως ή στην αναφερόμενη πώλησή της σε μεταγενέστερο χρόνο (μετά την παρέλευση των 45 ημερών), αφού άλλωστε δεν αναφέρεται πότε πωλήθηκε η επιχείρηση και ποιό ήταν το ύψος του τιμήματος που εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος. Επομένως είναι βάσιμοι οι εκ του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔικ δύο πρώτοι, κατά το οικείο μέρος τους, λόγοι αναιρέσεως, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω και μόνον κεφάλαιό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ) μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1083/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως στο σκεπτικό. Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, κατά το αναιρούμενο μέρος.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.


 

                                                                                                            ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΤΙΚΟΥ ΑΕ

 

΄Εγκριση τροποποίησης του καταστατικού της Α.Ε. με την επωνυμία  «INDEX ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ».Υπ.Εμπορίου/Κ2-48/9.1,2012

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ,
ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΓΕΝΙΚΗ Δ/ΝΣΗ ΕΣΩΤ. ΕΜΠΟΡΙΟΥ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΑΕ & ΠΙΣΤΕΩΣ
ΤΜΗΜΑ B΄
Ταχ. Δ/νση : Πλ. Κάνιγγος
Ταχ. Κώδικας : 101 81
Πληροφορίες : Α. Βερίου
Τηλέφωνο : 210 3893481
TELEFAX : 210 3838981
Αθήνα 9 - 1 - 2012
Αριθμ. Πρωτ. : Κ2 - 48

Ο ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ANAΠΤΥΞΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ &
ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις :
α. Του άρθρου 37 του Εμπορικού Νόμου και των άρθρων 4 και 7β παρ. 8
του Κ.Ν. 2190/20 «Περί Ανωνύμων Εταιρειών».
β. Του Π._. 397/88 «Οργανισμός του Υπουργείου Εμπορίου», όπως τροπο-
ποιήθηκε μεταγενέστερα και ισχύει.
γ. Του Π._. 27/1996 «Συγχώνευση των Υπουργείων Τουρισμού, Βιομηχα-
νίας Ενέργειας και Τεχνολογίας και Εμπορίου, στο Υπουργείο Ανάπτυξης».
δ. Του Π._. 59/1996 «Σύσταση Γενικής Γραμματείας Εμπορίου στο Υπουρ-
γείο Ανάπτυξης».
ε) Του Π._. 65/2011 (ΦΕΚ Α΄ 147) «…συγχώνευση των Υπουργείων Οι-
κονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Θαλάσσιων Υποθέσεων,
Νήσων και Αλιείας στο Υπουργείο Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυ-
τιλίας….» καθώς και του Π_66/2011 (ΦΕΚ Α΄148) «Διορισμός Υπουργών
Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».
ΑΔΑ: ΒΟΝΥΦ-74Κ
2
στ) Του π.δ. 109/2011 (ΦΕΚ Α΄ 243) «Διορισμός του Λουκά Παπαδήμου του
δημητρίου ως Πρωθυπουργού».
ζ) Του π.δ. 110/2011 (ΦΕΚ Α΄ 243) «Διορισμός Αντιπροέδρων της Κυβέρ-
νησης, Υπουργών, Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών».
2. Την αριθμ. Υ-13/24-11-2011( ΦΕΚ 2740/2011 τεύχος Β΄) απόφαση
του Πρωθυπουργού «Καθορισμός αρμοδιοτήτων του Αναπληρωτή Υπουργού
Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας Σωκράτη Ξυνίδη».
3. Την αριθμ. Β3-426/30-11-2011 (ΦΕΚ 2782/2011 τεύχος Β΄) απόφαση
του Αναπληρωτή Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας
με θέμα «Εξουσιοδότηση για υπογραφή εγγράφων “Με εντολή Αναπληρωτή
Υπουργού“ στον Γενικό Γραμματέα Εμπορίου.... κ.λ.π. ».
4. Την από 30 - 12 - 2011 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης
των μετόχων της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «INDEX ΧΡΗΜΑ-
ΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕ-
ΣΙΩΝ».
5. Την από 4-1-2012 αίτηση της ως άνω Α.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ
1. Εγκρίνουμε την τροποποίηση του άρθρου 9 του καταστατικού της ανώ-
νυμης εταιρείας με την επωνυμία «INDEX ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝ_ΝΥ-
ΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ» και αριθμό μη-
τρώου 23689/06/Β/91/23, σύμφωνα με την από 30 – 12 – 2011 απόφαση
της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της.
2. Η παρούσα απόφαση να καταχωρηθεί στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών
της Υπηρεσίας μας.
3. Ανακοίνωση της καταχώρισης να δημοσιευθεί στο Τεύχος ΑΕ - ΕΠΕ &
Γ.Ε.ΜΗ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως.