ΣΥΜΒΑΣΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΜΙΣΘΙΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ - ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ


Όταν η καταγγελία γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο ή όταν γίνεται αναληθής επίκληση παραβίασης της σύμβασης, σε περίπτωση που έχει τούτο συμφωνηθεί ως λόγος καταγγελίας, η καταγγελία είναι ανίσχυρη και δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την λύση της μίσθωσης, η οποία μίσθωση εξακολουθεί να υφίσταται και ο μισθωτής, αν από αυτόν προήλθε η καταγγελία, εξακολουθεί να οφείλει το μίσθωμα . Η καταγγελία επίσης που γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο ή όταν δεν συντρέχει παράβαση της σύμβασης από το άλλο μέρος, μπορεί να είναι άκυρη ως μονομερής δικαιοπραξία και να θεωρείται συνεπώς ότι δεν έγινε, όταν είναι παράνομη, δηλαδή όταν έγινε υπό συνθήκες που αντιβαίνουν σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ. Τέτοιου είδους παρανομία ενέχει η άσκηση της καταγγελίας όταν γίνεται καταχρηστικά, όταν δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, εφόσον τούτο απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ο περιορισμός τήρησης των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 288 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή της άκυρης ως παράνομης καταγγελίας, η οποία επίσης δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, γεννάται και αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος και προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης κατά τα άρθρα 914, 932 ΑΚ (ΑΠ ε.α. 659/10). Επομένως το αιτούμενο κατά τα ανωτέρω ποσό των 1.860.518 ευρώ που ζητεί για την ζημία που υπέστη λόγω της καταγγελίας των συμβάσεων από τους εκδοχείς στους οποίους δεν καταβλήθηκε το μίσθωμα, δεν αποτελεί ζημία της εναγούσης που αποκαθίσταται ούτε κατά τις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις, εφόσον η σύμβαση έληξε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου και η εναγομένη δεν ευθύνεται για τις περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις που υπήρξαν για την ενάγουσα από την μη παράταση ή ανανέωση της σύμβασης. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή την κανονική λύση της μίσθωσης, δεν είναι υποχρεωμένη η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση τα απωλεσθέντα μισθώματα μίας τριετίας, μετά την λήξη της πρώτης, που ανέρχονται στο ποσό των 1.752.000 ευρώ, όπως η ενάγουσα ζητεί. Πλην όμως η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τα μισθώματα ως αποζημίωση, η οποία αποβλέπει στην κάλυψη της θετικής ζημίας που υπέστη η ενάγουσα για όσο χρόνο αυτή παρακρατεί τα μίσθια και πάντως τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής. Τούτο επειδή η εναγομένη-μισθώτρια είναι υποχρεωμένη να παραδώσει τα μίσθια πράγματα στην ενάγουσα - εκμισθώτρια με την λήξη του ορισμένου χρόνου της σύμβασης ακόμη και αν αυτή δεν είναι κύριος των πραγμάτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην τρίτη μείζονα σκέψη, πράγμα το οποίο δεν έπραξε η πρώτη εναγομένη παρακρατώντας τις συσκευές χωρίς δικαίωμα, από την σύμβαση ή από τον νόμο, μέχρι και τον χρόνο έγερσης της αγωγής (επίδοση). Φορέας δε της αξίωσης αυτής αποζημίωσης είναι η ίδια η ενάγουσα-εκμισθώτρια, δεδομένου ότι δεν αποτελεί απαίτηση για το μίσθωμα η οποία και μόνο έχει εκχωρηθεί στις δανείστριες-εκδοχείς εταιρείες. Επομένως είναι απορριπτέο το αιτούμενο κονδύλιο για την αιτία αυτή των 4.200.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται κατά την αγωγή η αξία των συσκευών. – Εφετείο Αθηνών 24/2011 τμήμα 13ο
Πρόεδρος:     Κλεονίκης Θεοδωρόπουλος
    
Εισηγητής:     Αναστασία Σουρίδη-Μανίκα
Δικηγόροι:     Ν. Ευσταθιάδης, Ε. Γιαννακάκις, I. Δωρή

(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η έφεση κατά της οριστικής απόφασης 615/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 511, 513, 517, 518 Κ.Πολ.Δ.) από την πρώτη και τον τρίτο των εκκαλούντων. Ως προς την πρώτη των εκκαλούντων ειδικότερα, την εταιρεία ………………….. ΑΕ, αναφέρεται στο δικόγραφο ότι αυτή τελεί ήδη σε κατάσταση πτώχευσης και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ορισθέντα ως σύνδικο Νικόλαο Ευσταθιάδη, δικηγόρο, ο οποίος κατά τα ανωτέρω παρέστη κατά την συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Κατά το άρθρο 17 παρ. 1,4 Ν 3588/2007 του Κώδικα Πτώχευσης, από την κήρυξη της πτώχευσης ο πτωχεύσας στερείται αυτοδικαίως της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας και δεν νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά στη διεξαγωγή δικών που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Προς τούτο νομιμοποιείται ο σύνδικος, ο οποίος ενεργεί τόσο ως εκπρόσωπος του πτωχεύσαντα οφειλέτη, όσο και της ομάδας των πιστωτών. Από την πιο πάνω αναφορά στο δικόγραφο της έφεσης προκύπτει αβίαστα ότι την έφεση ασκεί εν προκειμένω ο σύνδικος της πτώχευσης ως νόμιμος εκπρόσωπος της πτωχευσάσης εταιρείας και όχι η ίδια η πτωχεύσασα ατομικά, απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αντιθέτου ισχυρισμού των εφεσίβλητων. Ως προς τους υπό στοιχεία 2α', β' και γ' των εκκαλούντων, ως μελών του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εκκαλούσης και ήδη πτωχευσάσης, η έφεση είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί επειδή αυτοί δεν ήταν διάδικοι στην ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δίκη (άρθρο 516 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή ως προς τους λοιπούς διαδίκους και να εξεταστεί η ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, δικαζόμενη όμως κατά την προσήκουσα διαδικασία των μισθωτικών διαφορών κατά την οποία δικάζονται όλες οι κύριες ή παρεπόμενες διαφορές από μίσθωση κάθε είδους πράγματος, ακόμη και οι διαφορές από αδικοπραξία, αρκεί να έχουν ως ιστορική αιτία τη σύμβαση μίσθωσης, όπως εν προκειμένω, σύμφωνα με τα άρθρα 647 παρ. 1,533, 591 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΕΑ 5501/08, 7185/09 ΕλΔ 09.596 και 10.515).
2. Κατά την διάταξη του άρθρου 608 ΑΚ, η μίσθωση που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λήγει μόλις περάσει αυτός ο χρόνος, χωρίς να απαιτείται τίποτε άλλο. Ως διαρκής όμως ενοχική σύμβαση η μίσθωση ορισμένου χρόνου μπορεί να λυθεί και με καταγγελία, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος και ειδικότερα, όταν σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών καθίσταται επαχθής η συνέχιση της σχέσης μέχρι τη λήξη της, όπως τούτο συνάγεται ως γενική αρχή του δικαίου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 766, 588, 281 και 288 ΑΚ. Μπορεί επίσης να λυθεί με καταγγελία και όταν έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων ότι η παράβαση οιουδήποτε όρου από οιονδήποτε συμβαλλόμενο, παρέχει το δικαίωμα αυτό στον έτερο, όπως η δυνατότητα αυτή προκύπτει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την καταγγελία η σύμβαση της μίσθωσης λύνεται για το μέλλον (άρθρ. 587 ΑΚ). Όταν η καταγγελία γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο ή όταν γίνεται αναληθής επίκληση παραβίασης της σύμβασης, σε περίπτωση που έχει τούτο συμφωνηθεί ως λόγος καταγγελίας, η καταγγελία είναι ανίσχυρη και δεν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της, δηλαδή την λύση της μίσθωσης, η οποία μίσθωση εξακολουθεί να υφίσταται και ο μισθωτής, αν από αυτόν προήλθε η καταγγελία, εξακολουθεί να οφείλει το μίσθωμα. Στην τελευταία αυτή περίπτωση θεμελιώνεται δικαίωμα του εκμισθωτή να ζητήσει να αναγνωρισθεί το ανίσχυρο της καταγγελίας κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ και να υποχρεωθεί ο μισθωτής στην καταβολή των μισθωμάτων μετά την καταγγελία (ΑΠ 659/10, 359/10, 841/10 σε τράπεζα πληροφοριών ΝΟΜΟΣ, ΕΘεσ 2408/06, 1126/07 Αρμ 07,1312 και 08.211, 112/06 ΕλΔμ 07.922, Καρακατσάνης σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΕρμηνΑΚ υπό εισαγ. Παρατηρήσεις στα άρθρα 416-454, αρ. 12 έως 24 και Αιακόπουλος υπό άρθρο 766 αρ. 1, 2, 5, 7). Η καταγγελία επίσης που γίνεται χωρίς σπουδαίο λόγο ή όταν δεν συντρέχει παράβαση της σύμβασης από το άλλο μέρος, μπορεί να είναι άκυρη ως μονομερής δικαιοπραξία και να θεωρείται συνεπώς ότι δεν έγινε, όταν είναι παράνομη, δηλαδή όταν έγινε υπό συνθήκες που αντιβαίνουν σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ. Τέτοιου είδους παρανομία ενέχει η άσκηση της καταγγελίας όταν γίνεται καταχρηστικά, όταν δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, εφόσον τούτο απαγορεύεται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όπως ο περιορισμός τήρησης των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ειδικότερα προκύπτει από το άρθρο 288 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή της άκυρης ως παράνομης καταγγελίας, η οποία επίσης δεν επιφέρει τα αποτελέσματά της, γεννάται και αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος και προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης κατά τα άρθρα 914, 932 ΑΚ (ΑΠ ε.α. 659/10).
3. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 599 και 601 ΑΚ, ο μισθωτής κατά την λήξη της μίσθωσης έχει υποχρέωση να αποδώσει το μίσθιο στην κατάσταση που το παρέλαβε, για όσο δε χρόνο το παρακρατεί μετά την λήξη της μίσθωσης οφείλει ως αποζημίωση το συμφωνημένο μίσθωμα, χωρίς αυτό να αποκλείει το δικαίωμα του εκμισθωτή να απαιτήσει και άλλη αποζημίωση. Η αξίωση αυτή του εκμισθωτή γεννάται από την επομένη ημέρα λύσεως της σύμβασης και διαρκεί μέχρι την ημέρα απόδοσης της κατοχής του μισθίου. Η απόδοση του μισθίου γίνεται στον εκμισθωτή, ακόμη και αν αυτός δεν είναι κύριος του μισθίου, στον τόπο δε όπου αυτό βρίσκεται. Η αποκατάσταση επίσης της περαιτέρω ζημίας που υφίσταται ο εκμισθωτής γίνεται υπό τις προϋποθέσεις των γενικών διατάξεων περί αδυναμίας παροχής και υπερημερίας του οφειλέτη, των άρθρων 335, 343 επ. ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και το πταίσμα του οφειλέτη,το οποίο τεκμαίρεται. Στην ζημία αυτή περιλαμβάνεται και το κατ' άρθρο 297 ΑΚ διαφυγόν κέρδος του εκμισθωτή, δηλαδή το υψηλότερο κέρδος που θα είχε με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων αν εκμίσθωνε το μίσθιο σε άλλο μισθωτή κατά το ίδιο διάστημα της παρακράτησης με μεγαλύτερο μίσθωμα (ΑΠ 1815/07 ΕλΔ 07.1685,Ραψομανίκης σε Γεωργιάδη Σταθόπουλου ΕρμηνΑΚ υπό άρθρο 599 αρ. 2, 7 και 601).
4. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα εταιρεία, ήδη εκκαλούσα, εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι έχοντας ως αντικείμενο την εμπορία προϊόντων και υπηρεσιών τηλεματικής, κατάρτισε, στις 22.1.2003, με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, σύμβαση μίσθωσης δυνάμει της οποίας της εκμίσθωσε δύο χιλιάδες ασύρματες, φορητές συσκευές (τερματικά) και το λογισμικό πρόγραμμα λειτουργίας τους, αντί ημερήσιου μισθώματος 1,15 ευρώ ανά συσκευή, για διάστημα τριών ετών, μετά την πάροδο του οποίου η κυριότητα των μισθίων μπορεί να περιέλθει στην εναγομένη αντί τιμήματος 290 ευρώ ανά συσκευή, υπό τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες, μεταξύ των οποίων είναι και ότι η παραβίαση ή αθέτηση κάποιου όρου της σύμβασης παρέχει δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης. Ότι παρότι η ίδια εκπλήρωνε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, η εναγομένη δεν της κατέβαλε το συμφωνημένο μίσθωμα με αποτέλεσμα να βρεθεί σε δυσμενή θέση αντιμετώπισης των οικονομικών της υποχρεώσεων, να αναγκασθεί να προβεί σε δανεισμό από τράπεζα με επαχθείς όρους, να προβεί στην εκχώρηση λόγου ενεχύρου μέρους του μισθώματος στην δανείστρια τράπεζα καθώς και στην μεταβίβαση της κυριότητας μέρους των συσκευών σε εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης με τις οποίες ακολούθως προέβη σε αντίστροφη χρηματοδοτική μίσθωση των συσκευών και τους εκχώρησε την απαίτηση της για τα μισθώματα, συνολικά δε χρηματοδοτήθηκε με το ποσό των 2.430.000 ευρώ. 'Ότι η εναγομένη συνέχιζε την μη καταβολή των μισθωμάτων, ζητώντας την μείωση του μισθώματος και απειλώντας ότι διαφορετικά θα καταγγείλει την σύμβαση, εκμεταλλευόμενη δε, αντίθετα προς τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, την υπέρτερη οικονομική της κατάσταση και την πιο πάνω δυσμενή οικονομική θέση της ιδίας και την αδυναμία της να αντέξει το οικονομικό βάρος σε περίπτωση μακρόχρονης δικαστικής διεκδίκησης των οφειλομένων, γεγονότα που γνώριζε, επέτυχε, τον Νοέμβριο 2003, μεθοδεύοντας την μη πληρωμή των οφειλομένων, τον εξαναγκασμό της σε συμφωνία μείωσης του ημερήσιου μισθώματος σε 0,80 λεπτά ανά συσκευή και της τιμής εξαγοράς αυτών σε 200 ευρώ και μόνο τότε κατέβαλε τα μισθώματα στην ίδια και στους εκδοχείς των απαιτήσεών της. 'Ότι διαρκούσης της συμβάσεως, πρότεινε στην εναγομένη, τον Απρίλιο 2005 την αναβάθμιση του λογισμικού όλων των συσκευών, κατόπιν υποχρεωτικών οδηγιών που εξέδωσαν εταιρείες διαχείρισης πιστωτικών καρτών και διεξήχθηκαν μεταξύ τους πολύμηνες διαπραγματεύσεις που περιλάμβαναν και προτάσεις αντικατάστασης των συσκευών με άλλες, με δυσμενείς γι' αυτή όρους. 'Ότι ενώ η ίδια αποδεχόταν τους όρους της εναγομένης και ανέμενε την κατάρτιση της νέας συμφωνίας, η εναγομένη κατήγγειλε στις 30.9.2005 την σύμβαση μίσθωσης χωρίς λόγο, κατά παράβαση της σύμβασης, αλλά και των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, προκαλώντας την οικονομική της κατάρρευση δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω δανείστρια τράπεζα και οι χρηματοδοτικές εταιρείες κατήγγειλαν, το έτος 2006 τις συμβάσεις και της ζήτησαν τα οφειλόμενα, το ίδιο δε έπραξαν και ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, ήδη τρίτο εκκαλούντα ο οποίος είχε εγγυηθεί την πληρωμή τους. 'Ότι, λόγω της αντισυμβατικής και παράνομης καταγγελίας της σύμβασης και της εν γένει συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης έχουν επέλθει στους ίδιους οι ακόλουθες ζημίες: Α.- Στην πρώτη εναγομένη: 1) ποσό 1.860.518, 9.3 ευρώ το οποίο της ζητούν η δανείστρια τράπεζα και οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, καθώς και 392.242,08 ευρώ για κατάθεση ρέπος της ιδίας που είχε δοθεί στην τράπεζα ως εγγύηση και κατέπεσε, 2) ποσό 561.400 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η διαφορά του μισθώματος το οποίο θα εισέπραττε αν δεν είχε εξαναγκασθεί στην τροποποίηση της συμβάσεως ως προς το μίσθωμα μέχρι τον χρόνο της συμβατικής λήξης μίσθωσης, η οποία μείωση συμφωνήθηκε με τον όρο παράτασης της διάρκειας της σύμβασης σε έξι έτη, όρος όμως που δεν τηρήθηκε, 3) ποσό 1.752.000 ευρώ που αντιστοιχεί στην απώλεια μισθωμάτων που θα απέφερε η εκμίσθωση των 2.000 συσκευών από την λήξη της πρώτης (αρχικής) τριετίας της σύμβασης, 4) ποσό 4.200.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται η αγοραία αξία των 2000 συσκευών, τις οποίες παράνομα κατακρατεί μετά την καταγγελία η εναγομένη και των οποίων η αξία έχει πλήρως απαξιωθεί από την εν τω μεταξύ χρήση ώστε να μην είναι νοητή η απόδοση αυτών, 5) ποσό 8.000 ευρώ στο οποίο ανέρχονται τα έξοδα μετακόμισης από την έδρα της σε άλλη οικονομικότερη έδρα, στην οποία αναγκάσθηκε να προβεί λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία την οδήγησε η εναγομένη και 6) ποσό 8.000.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της δυσφήμησης που υπέστη στην αγορά και της δεινής οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε από την συμπεριφορά της εναγομένης. Β.- Στον ενάγοντα, που διετέλεσε πρόεδρος του ΔΣ της εναγούσης εταιρείας και είχε εγγυηθεί την πληρωμή των δανείων που είχε αναγκασθεί να συνάψει κατά τα ανωτέρω η ενάγουσα εταιρεία, ποσό 8.000.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δεύτερη εναγομένη τράπεζα προκάλεσε επίσης ηθική βλάβη σε αμφότερους τους ενάγοντες για την αποκατάσταση της οποίας απαιτείται ποσό 8.000.000 ευρώ στον καθένα επειδή συνέπραττε και καθοδηγούσε την πρώτη εναγομένη στην παραβίαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, συμμετέχοντας στις διαπραγματεύσεις για να επιβάλλει τους καταστροφικούς σε βάρος της όρους για την μείωση του μισθώματος με την διαβεβαίωση ότι η ίδια θα αναλάβει τις δόσεις των δανείων της, πράγμα που δεν τήρησε, καθώς επίσης αναλαμβάνοντας και τις διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση του λειτουργικού συστήματος των συσκευών παρελκυστικά, ενώ δεν είχε πρόθεση να ενεργήσει προς τούτο. Ζητούν δε κατόπιν αυτών οι ενάγοντες να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης ως γενόμενη αντισυμβατικά, χωρίς σπουδαίο λόγο, αλλά και με τρόπο παράνομο και καταχρηστικό, καθώς και η υποχρέωση κάθε εναγομένης να καταβάλει στον καθένα από αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, ευθυνόμενη επιπλέον η πρώτη εναγομένη για την μη πληρωμή των μισθωμάτων στους εκδοχείς των σχετικών απαιτήσεων ειδικότερα ως διοικητής αλλότριων, αφού καταβάλλοντας τα συμφωνηθέντα μισθώματα στους εκδοχείς διοικούσε δική της υπόθεση (εναγούσης) αφού αποπλήρωνε έτσι με τα μισθώματα τα δάνειά της. Επικουρικά επίσης, για την περίπτωση απορρίψεως των άλλων βάσεων της αγωγής, η πρώτη εναγομένη ευθύνεται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού επειδή μη καταβάλλοντας τα μισθώματα παρότι χρησιμοποιούσε τις συσκευές μετά την καταγγελία, κέρδισε αδικαιολόγητα όσα θα κατέβαλε σε άλλον για την χρήση τους, καθώς και για τις υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής των συσκευών που η ίδια συνέχισε να της παρέχει, πλουτισμός που ανέρχεται σε 8.768.261,01 ευρώ.
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή με την οποία ζητείται από την ενάγουσα εταιρεία αποζημίωση για την πρόωρη καταγγελία συμβάσεως μίσθωσης ορισμένου χρόνου για το λόγο ότι αυτή έγινε παρά την σύμβαση, χωρίς σπουδαίο λόγο, ενώ συγχρόνως η καταγγελία είναι παράνομη γιατί ασκείται καταχρηστικά ως αντικείμενη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, αλλά και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, ασκούνται αξιώσεις με βάση την ενδοσυμβατική, από τη μίσθωση και την εξωσυμβατική, από την αδικοπραξία, ευθύνη, είναι ορισμένη ως προς τα προαναφερόμενα κονδύλια, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 574, 587, 608, 361, 281, 288, 174, 180, 914, 932, 346 ΑΚ, 70 ΚπολΔ. Ειδικά ως προς την αξίωση αποζημίωσης για το δεύτερο κονδύλιο, η οποία στηρίζεται, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όχι στην πρόωρη καταγγελία της σύμβασης αλλά στην ακυρότητα της τροποποιητικής συμφωνίας με την οποία μειώθηκε το οφειλόμενο ημερήσιο μίσθωμα, επειδή αυτή καταρτίσθηκε την απειλή από οφειλόμενο ημερήσιο μίσθωμα, επειδή αυτή καταρτίσθηκε με την απειλή από την πλευρά της πρώτης εναγομένης ότι διαφορετικά θα καταγγείλει την σύμβαση μίσθωσης (της οποίας όμως τροποποιητικής συμφωνίας δεν ζητείται η ακύρωση), η αγωγή είναι επίσης νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 152 ΑΚ. Εξάλλου, προϋποθέσεις για να κριθεί ως καταπλεονεκτική η ίδια δικαιοπραξία και συνεπώς άκυρη κατά το άρθρο 179 ΑΚ υπό τα προαναφερόμενα στην αγωγή περιστατικά της εκμετάλλευσης αφενός της υπέρτερης οικονομικής δύναμης των εναγομένων και της ανάγκης της εναγούσης να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει με τα δάνεια αφετέρου, πράγμα που δεν επέτρεπε την μακροχρόνια διαδικασία δικαστικής επιδίωξης της απαιτήσεώς της, αλλά και με την μεθόδευση της μη πληρωμής του μισθώματος επί μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν συντρέχουν. Τούτο επειδή, δεν εκτίθεται, ούτε προκύπτει η προφανής δυσαναλογία μεταξύ του οφέλους που πέτυχε η εναγομένη προς την παροχή της εναγούσης, ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την εφαρμογή του άρθρου 179 ΑΚ. Ούτε τέλος η προαναφερόμενη συμπεριφορά, η επαναδιαπραγμάτευση δηλαδή όρων της σύβασης για να επιτευχθεί τροποποίηση αυτών, επωφελέστερη για κάποιο από τα μέρη, αποτελεί αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, κατά την έννοια της ΑΚ 919. Επίσης δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και των διατάξεων περί ευθύνης από την διοίκηση αλλότριων ως προς την αξίωση αποζημίωσης, εφόσον η εναγομένη καταβάλλοντος το μίσθωμα στους εκδοχείς της σχετικής απαίτησης της εναγούσης, δεν ενεργεί αλλότρια υπόθεση (της εναγούσης) αλλά εκπληρώνει δική της υποχρέωση, κατά το άρθρο 462 ΑΚ. Τέλος, η επικουρικά ασκούμενη, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις της ενδοσυμβατικής ή της αδικοπρακτικής ευθύνης, αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού από το άρθρο 904 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη εφόσον δεν γίνεται κανένας προσδιορισμός σε τι συνίσταται το αιτούμενο βάσει αυτής ως πλουτισμός κονδύλιο των 8.768.261,01 ευρώ συνολικά για μισθώματα και υπηρεσίες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε την αγωγή καθ' ολοκληρίαν ως μη νόμιμη, έσφαλλε στην εφαρμογή του νόμου. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση με την οποία παραπονούνται οι εκκαλούντες - ενάγοντες για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση. Αφού δε κρατηθεί από το Δικαστήριο τούτο η υπόθεση, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη (άρθρο 535 Κ.Πολ.Δ.):
5. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και από τις ένορκες βεβαιώσεις τριών μαρτύρων της εναγούσης με αριθμούς 1677, 1678/08 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και 60032/10 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. και δύο μαρτύρων των εναγομένων με αριθμό 26294/08 ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Β. Σ., οι οποίες όλες λήφθηκαν νομότυπα κατ ' άρθρο 650 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης με την απόφαση 203/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε επίσης ως σύνδικος της πτώχευσης ο δικηγόρος Αθηνών Ν. Ε., στον οποίο επιτράπηκε η κατάθεση της κρινόμενης έφεσης και η συζήτηση της με τις εκθέσεις 1527 και 1561/2010 της Εισηγήτριας της πτώχευσης. Μεταξύ της εναγούσης, η οποία εισάγει και εμπορεύεται προϊόντα τηλεματικής, και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, ήδη πρώτης εφεσίβλητης, καταρτίσθηκε εγγράφως στις 22.1.2003 σύμβαση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα εκμίσθωσε στην πρώτη εναγομένη την χρήση 2000 φορητών τερματικών συσκευών ηλεκτρονικής πληρωμής ………GSM EFT/POS, ήτοι του εξοπλισμού (hardware) και των λογισμικών προγραμμάτων λειτουργίας ………………(application software), όπως αυτά περιγράφονται στην σύμβαση, σύμφωνα με την από 16.12.2002 έγγραφη προσφορά της εναγούσης η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης, τις οποίες συσκευές η πρώτη εναγομένη μπορεί κατ' επιλογή της να διαθέτει στις συμβεβλημένες με την ίδια ή με την δεύτερη εναγομένη τραπεζική εταιρεία επιχειρήσεις. Σημειωτέον ότι οι συσκευές αυτές παραχωρούνται, κυρίως από τράπεζες, σε επιχειρήσεις έναντι προμηθείας για την διεξαγωγή μέσω αυτών πληρωμών των πελατών τους με χρήση πιστωτικών ή χρεωστικών καρτών. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε σε τρία έτη (άρθρο 1.03), το ημερήσιο μίσθωμα ορίσθηκε σε 1,15 ευρώ πλέον ΦΠΑ για όλη την διάρκεια της σύμβασης και ότι μετά το πέρας της τριετίας η κυριότητα των συσκευών θα περιέλθει στην πρώτη εναγομένη αντί τιμήματος 290 ευρώ ανά συσκευή, εφόσον αυτή γνωστοποιήσει εγγράφως στην ενάγουσα την πρόθεσή της για την απόκτηση της κυριότητας, ενώ σε περίπτωση παράτασης ή ανανέωσης της εκμίσθωσης πέραν των τριών ετών, το μίσθωμα μειώνεται σε 0,80 λεπτά (άρθρο 5.01, 5.02, 5.03). Η σύμβαση, επιφυλασσομένων των αναφερομένων στο άρθρο 5, ισχύει συνολικά για διάστημα έξι ετών, η τυχόν δε ανανέωση ή παράταση αυτής μπορεί να γίνει μόνο εγγράφως (άρθρο 7). Η δυνατότητα επίσης απόκτησης της κυριότητας αφορά μόνο τις συσκευές και όχι το λογισμικό πρόγραμμα λειτουργίας τους και τις κάρτες …… που τοποθετούνται στις συσκευές για την σύνδεσή τους μέσω δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει την εγκατάσταση των συσκευών στις υποδεικνυόμενες από την εναγομένη επιχειρήσεις, την εκπαίδευση του προσωπικού και την παράδοση, εγκατάσταση και άδεια χρήσης του εξειδικευμένου λογισμικού προγράμματος και την σύνδεση των φορητών συσκευών μέσω του …ZaC, με τα σημεία που θα υποδείξει η εναγομένη, βαρύνεται δε με το κόστος που αφορά την εγκατάσταση, την αναβάθμιση και την υποστήριξη του λογισμικού (άρθρο 5.06). Επίσης, ότι η ενάγουσα αναλαμβάνει το κόστος της εύρυθμης λειτουργίας των συσκευών και του λογισμικού προγράμματος λειτουργίας τους και την πλήρη αντικατάστασή τους σε περίπτωση βλάβης. Με το άρθρο 8.01 συμφωνήθηκε ότι κάθε συμβαλλόμενο μέρος δικαιούται να καταγγείλει εγγράφως την σύμβαση, σε περίπτωση παραβίασης ή αθέτησης κάποιου ή κάποιων από τους όρους της σύμβασης. Στις 25.6.2003 καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγούσης και της Εμπορικής Τράπεζας σύμβαση εκχώρησης, λόγω της εναγούσης για τα μισθώματα 1000 συσκευών, προς εξασφάλιση απαίτησης της τράπεζας από την σύμβαση πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό με αριθμό 8/16.7.1998 και των αυξητικών αυτής συμβάσεων, ύψους 2.500.000 ευρώ. Στις 15.7.2003 η ενάγουσα κατάρτισε με την …………… ΑΤΕΛΗΖΙΝΓΚ ΑΕ Χρηματοδοτικής Μίσθωσης, σύμβαση εκχώρησης της απαίτησης για τα μισθώματα 500 συσκευών, την κυριότητα των οποίων είχε προηγουμένως μεταβιβάσει η ενάγουσα στην εταιρεία αυτή και είχε ακολούθως μισθώσει από αυτή με το σύστημα της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Στις 6.8.2003 κατάρτισε με την ………ASPIS Χρηματοδοτικής Μίσθωσης Α.Ε.,σύμβαση εκχώρησης της απαίτησης για τα μισθώματα των υπολοίπων 500 συσκευών, την κυριότητα των οποίων είχε επίσης προηγουμένως μεταβιβάσει η ενάγουσα στην εταιρεία αυτή και είχε ακολούθως μισθώσει από αυτή με το σύστημα της αντίστροφης χρηματοδοτικής μίσθωσης. Οι συμβάσεις αυτές αναγγέλθηκαν νομίμως στην πρώτη εναγομένη. Περαιτέρω κατόπιν πιέσεων της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα αποδέχθηκε εγγράφως, στις 12.11.2003, πρόταση της πρώτης εναγομένης για μείωση του ημερήσιου μισθώματος σε 0,80 ευρώ και του τιμήματος εξαγοράς κάθε συσκευής σε 200 ευρώ. Στην κατάρτιση της τροποποιητικής αυτής συμφωνίας, ουδόλως όμως αποδείχθηκε ότι ήχθη η ενάγουσα κατόπιν απειλής της πρώτης εναγομένης ότι διαφορετικά θα καταγγείλει την μίσθωση. Επομένως δεν δικαιούται να ζητεί η ενάγουσα ως αποζημίωση το ποσό των 561.400 ευρώ για τη διαφορά των 0,35 λεπτών ημερησίως για κάθε συσκευή μέχρι την λήξη της μίσθωσης, όπως ζητεί. Μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα του ισχυρισμού της πρώτης εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του συγκεκριμένου δικαιώματος της εναγούσης κατά το άρθρο 281 ΑΚ. Παρότι επίσης στα πλαίσια των σχετικών διαπραγματεύσεων είχε συζητηθεί η ανάληψη (μεταφορά) των υποχρεώσεων της εναγούσης προς τις προαναφερόμενες τράπεζα και εταιρείες εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης - τραπέζης, μητρικής εταιρείας της πρώτης, καθώς και η παράταση της διάρκειας της συμβάσεως σε έξι έτη, εν τέλει καμία συμφωνία για τα θέματα αυτά επήλθε, εφόσον κάτι τέτοιο δεν διατυπώθηκε εγγράφως, όπως έπρατταν μέχρι τότε οι διάδικοι για όλες τις συμφωνίες τους και όπως κατά την κοινή πείρα συνηθίζεται στις μεταξύ ανωνύμων εταιρειών, όπως οι διάδικοι, συναλλαγές. Τον Απρίλιο 2004 και ενώ είχε προηγουμένως εκδοθεί οδηγία των εταιρειών που διαχειρίζονται τις πιστωτικές κάρτες VISA και MASTERCARD για αναβάθμιση του λογισμικού των τερματικών συσκευών σε επίπεδο ………EMV Level 2 για την καλλίτερη προστασία των κατόχων καρτών από κλοπές κωδικού (ΡΙΝ) ή αντιγραφή, με την οποία οδηγία καλούνταν οι τράπεζες να συμμορφωθούν στην οδηγία από τις αρχές του 2005 διαφορετικά οι εταιρείες αυτές δεν θα κάλυπταν ζημίες από κλοπές καρτών ή απάτες, η ενάγουσα πρότεινε με επιστολή της στην ενεχύρου, της απαίτησης πρώτη εναγομένη την σχετική αναβάθμιση. Η εναγομένη επέδειξε ενδιαφέρον για την πρόταση αυτή, καθώς και για δεύτερη πρόταση της εναγούσης για αντικατάσταση όλων των τερματικών συσκευών με νέες, τέταρτης γενιάς, προβαίνοντας σε πολύμηνες συζητήσεις σχετικά με τους όρους και τις τιμές της αναβάθμισης ή της αντικατάστασης των τερματικών. Αιφνιδίως και ενώ διεξάγονταν σχετικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, η πρώτη εναγομένη επέδωσε στην ενάγουσα, στις 30.9.2005 εξώδικη δήλωση με την οποία κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση, επικαλούμενη πλημμελή εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ειδικότερα επικαλείτο: 1)'Ότι η ενάγουσα δεν έχει ανταποκριθεί στην συμβατική της υποχρέωση από το άρθρο 5.06 για αναβάθμιση και υποστήριξη του λογισμικού των φορητών συσκευών. 2) 'Ότι το έτος 2004 αναγνώρισε ότι οι συσκευές είναι παλαιάς τεχνολογίας και πρότεινε την αντικατάσταση τους έναντι τιμήματος ενώ είχε συμβατική υποχρέωση αναβάθμισης χωρίς επιβάρυνση. 3) 'Ότι δεν ανταποκρίθηκε στην συμβατική υποχρέωση συντήρησης των συσκευών με εργασία και ανταλλακτικά ή πλήρη αντικατάσταση σε περίπτωση βλάβης τους και ότι επιπλέον αυτών, ενώ βάσει του άρθρου 13.04 κάθε βελτίωση ή αναβάθμιση σχετική με τις φορητές συσκευές ή το λογισμικό πρόγραμμά τους θα γίνεται άμεσα εγγράφως γνωστό στην ίδια, ποτέ η ενάγουσα δεν της γνωστοποίησε οποιαδήποτε αναβάθμιση ή βελτίωση αν και είναι γνωστό στην αγορά ότι η εύρυθμη λειτουργία των συσκευών από 1.1.2005 απαιτεί ειδικές αναβαθμισμένες προϋποθέσεις λειτουργίας που να ανταποκρίνονται στις κατευθυντήριες των αρμοδίων φορέων, αλλά και σε μελλοντικές ρυθμίσεις αναφορικά με τον Ενιαίο Χώρο Πληρωμών σε ευρώ (SΕΡΑ). Πλην όμως όλοι οι επικαλούμενοι από την πρώτη εναγομένη λόγοι καταγγελίας δεν ευσταθούν. Η ενάγουσα, καθ' όλη την διάρκεια της μίσθωσης επέδειξε συμπεριφορά πλήρως εναρμονισμένη προς την σύμβαση, προσφέροντας όλες τις υπηρεσίες που είχαν συμφωνηθεί, ως προς την παροχή εκπαίδευσης, συντήρησης, επισκευής και αντικατάστασης φθαρμένων τερματικών συσκευών και μάλιστα ακόμη και όταν η φθορά τους δεν γινόταν από την συνήθη χρήση, χωρίς καμία επιβάρυνση της πρώτης εναγομένης, παρά τα αναληθώς και αορίστως αναφερόμενα περί του αντιθέτου στην καταγγελία και ικανοποιώντας κάθε απαίτηση της εναγομένης, όπως το ότι συνήνεσε στην μείωση του μισθώματος, το ύψος του οποίου ουδόλως προκύπτει ότι ήταν υπερβολικό, όπως η εναγομένη ισχυρίζεται. Άλλωστε ουδέποτε κατά την διάρκεια της σύμβασης διαμαρτυρήθηκε η εναγομένη για οποιαδήποτε παράβαση των προαναφερόμενων υποχρεώσεων της εναγούσης. Ως προς τον όρο 5.06 της σύμβασης, αυτός, σύμφωνα με όσα για το περιεχόμενο του εκτέθηκαν πιο πάνω, ιδρύει σαφώς υποχρέωση της εναγούσης να αναβαθμίσει και υποστηρίξει με δικό της κόστος, μόνο το κεντρικό λογισμικό διαχείρισης και ελέγχου ZaC των τερματικών συσκευών. Τέτοια υποχρέωση για αναβάθμιση και του λογισμικού των ιδίων των τερματικών συσκευών, πολύ δε περισσότερο υποχρέωση για αντικατάσταση αυτών με άλλα νέας τεχνολογίας, δεν υφίσταται κατά την σύμβαση. Οι φορητές τερματικές συσκευές, τύπου ………Sapphire 9870 ειδικότερα ήταν, κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, άψογες τεχνολογικά, ήταν αυτές που συμφωνήθηκαν και περιγράφονται αναλυτικά στην συνημμένη στην σύμβαση μίσθωσης προσφορά της εναγούσης, παραδόθηκαν στην εναγομένη όλα τα εγχειρίδια, τεχνικά και εφαρμογής και το όλο σύστημα ελέγχθηκε επισταμένως ποιοτικά από την εταιρεία ………DELTA SINGULAR και ήδη ………First Data Hellas: ,στην οποία εγκαταστάθηκε και το κεντρικό λογισμικό Zac. Η δεύτερη, κατά τα ανωτέρω, προσφορά της εναγούσης να αντικαταστήσει τα τερματικά με άλλα τέταρτης γενιάς, δεν αποτελεί αναγνώριση ότι τα μισθωθέντα τερματικά ήταν παλιάς τεχνολογίας κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, αλλά ότι υπήρχαν ήδη νεώτερα με αυξημένες δυνατότητες, δεδομένου ότι στον τομέα της υψηλής ηλεκτρονικής τεχνολογίας, η επιστημονική πρόοδος και ανάπτυξη είναι ταχύτατες και επέρχονται από έτος σε έτος. Εξάλλου η κατά το άρθρο 13.04 δέσμευση της εναγούσης περί αμέσου εγγράφου γνωστοποίησης κάθε βελτίωσης ή αναβάθμισης σχετικής με τις φορητές συσκευές ή το λογισμικό πρόγραμμά τους, πλήρως εκπληρώθηκε με την από τον Απρίλιο 2004 έγγραφη πρόταση της ενάγουσας να αναβαθμίσει τις συσκευές. Με τις προτάσεις της η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι μίσθιες συσκευές δεν διέθεταν τα υποχρεωτικά πρότυπα EMV Standards επιπέδου (Level) 1 και 2. Ο ισχυρισμός αυτός, που σημειωτέον δεν αποτέλεσε λόγο στην γενόμενη καταγγελία (παρά μόνο ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση αναβάθμισης), συνιστά ενδεχομένως έλλειψη ιδιότητας του μισθίου και παρέχει στον μισθωτή δικαίωμα για μείωση του μισθώματος ή αποζημίωσης για μη εκπλήρωση της σύμβασης, αν όντως είχε συνομολογηθεί η ύπαρξή της και επήλθε από την έλλειψη αυτή ζημία. Η ύπαρξη όμως των προτύπων αυτών στις συσκευές δεν είχε συμφωνηθεί, ούτε περιλαμβάνεται στη συνημμένη στη σύμβαση προσφορά της εναγούσης, ούτε όμως υπήρχε κάποια γενική υποχρέωση της εναγούσης να υφίστανται τα πρότυπα αυτά αφού η υποχρεωτική οδηγία των εταιρειών διαχείρισης των καρτών εκδόθηκε μετά την κατάρτιση της σύμβασης, το έτος 2004 και ορίσθηκε ημερομηνία εφαρμογής της από 1.1.2005, προφανώς για να παρασχεθεί χρόνος αναβάθμισης των λογισμικών των υπαρχουσών συσκευών. Η μόνη αναφορά στα πρότυπα EMV Level 1 και 2, γίνεται στην από 16.12.2002 επιστολή της εναγούσης με την οποία αποστέλλεται στην εναγομένη η έγγραφη προσφορά της, η οποία προσφορά και μόνο αποτέλεσε μέρος της μετέπειτα καταρτισθείσης σύμβασης. Στην επιστολή αναφέρεται ότι η προσφερόμενη φορητή συσκευή είναι «EMV approved Level 1 και 2», δηλαδή ότι η συσκευή έχει την δυνατότητα (υποδομή) να αναβαθμιστεί το λογισμικό της στο επίπεδο 1 και 2 και όχι ότι διαθέτει ήδη το επίπεδο (Level) 1 και 2. Στην ίδια επίσης την σύμβαση (άρθρο 2.01), αναφέρεται ότι οι τερματικές συσκευές έχουν επίσημη πιστοποίηση EMV (και όχι EMV Standars Level 1 και 2) και ότι υποστηρίζουν όλες τις συναλλαγές με την χρήση παντός τύπου πιστωτικών καρτών on line ή of line και μπορούν να συνδεθούν με όλα τα τραπεζικά δίκτυα, είναι δε συμβατές με όλα τα επίσημα πρωτόκολλα των διεθνών οργανισμών έκδοσης καρτών, πράγμα αληθές. Εξάλλου καθ' όλο το διάστημα της διαπραγμάτευσης για την αναβάθμιση ή και για την αντικατάσταση των συσκευών, από τον Απρίλιο 2004 μέχρι την καταγγελία, στις 30.9.2005, η εναγομένη ουδέποτε επικαλέστηκε ότι υπήρχε οιαδήποτε έλλειψη στις συσκευές ή ότ ι η ενάγουσα είχε την συμβατική υποχρέωση δωρεάν αναβάθμισης αυτών ή ότι υπήρξε οιασδήποτε μορφής δυσλειτουργία στη χρήση καρτών ή πρόβλημα λόγω της έλλειψης. Η ενάγουσα συνεπώς ουδόλως παραβίασε οιοδήποτε όρο της σύμβασης και η εναγομένη δεν είχε δικαίωμα καταγγελίας κατά τον όρο 8.01 της σύμβασης. Η ασκηθείσα δε μετά ταύτα καταγγελία είναι ανίσχυρη και δεν επέφερε τα αποτελέσματά της, την λύση δηλαδή της σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην δεύτερη μείζονα σκέψη. Η ίδια η καταγγελία, αντίκειται μεν στη σύμβαση, δεν είναι όμως συγχρόνως και παράνομη ως καταχρηστικά ασκούμενη και ειδικότερα ως υπερβαίνουσα προφανώς τα επιβαλλόμενα όρια από την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, εφόσον μόνο το γεγονός ότι αυτή αντίκειται στην σύμβαση, ότι έγινε αιφνιδίως λίγο διάστημα πριν την κανονική λήξη της μίσθωσης και ενώ διεξάγονταν διαπραγματεύσεις για την αναβάθμιση ή την αντικατάσταση των συσκευών, δεν αποτελεί συμπεριφορά που είναι αντίθετη στην ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτείται κατά την καλή πίστη στις συναλλαγές. Τούτο δε επειδή δεν προκύπτει ειδικότερα ότι η μεν εναγομένη διεξήγαγε παρελκυστικά διαπραγματεύσεις χωρίς να έχει ειλικρινή πρόθεση αναβάθμισης ή αντικατάστασης των συσκευών (για ποίο λόγο άραγε;), δημιουργήθηκε δε για την ενάγουσα τέτοια κατάσταση κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων από την παραγωγή της πεποίθησης ότι θα επιτευχθεί η συμφωνία αναβάθμισης ή αντικατάστασης των συσκευών, τέσσερις μάλιστα μήνες περίπου πριν την κανονική λήξη της σύμβασης, ώστε η ανατροπή της να δημιουργεί ιδιαίτερα επαχθή γι' αυτή κατάσταση, γεγονότα τα οποία άλλωστε ουδόλως επικαλείται, ούτε αποδεικνύει. Επομένως δεν υφίσταται, προεχόντως, παράνομη συμπεριφορά κατά την έννοια των ΑΚ 914 και 57 ή αντίθετη στα χρηστά ήθη κατά την έννοια της ΑΚ 919, ώστε συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσονται στις διατάξεις αυτές, να υποχρεούται η εναγομένη να της καταβάλει αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την καταγγελία των κατ' ιδίαν κυρίων συμβάσεων που είχε καταρτίσει με τους εκδοχείς των απαιτήσεων της για τα μισθώματα, δηλαδή από την καταγγελία της πίστωσης σε ανοικτό λογαριασμό και των χρηματοδοτικών μισθώσεων, λόγω μη καταβολής εκ μέρους της των οφειλομένων από τις συμβάσεις αυτές στις δανείστριες, συνολικού ποσού 1.860.518 ευρώ περίπου, για ζημία από έξοδα μετακόμισης των γραφείων της ποσού 8.000 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη, όπως ζητεί με την αγωγή. Πολύ δε περισσότερο δεν υφίσταται τέτοια συμπεριφορά έναντι του δεύτερου ενάγοντα, νόμιμου εκπροσώπου της πρώτης, ως προς τον οποίο δεν κατευθυνόταν καν προσωπικά η επικαλούμενη ως καταχρηστική καταγγελία, ώστε να διατηρεί αυτός αξίωση για χρηματική ικανοποίηση. Συνακόλουθα δεν έχει τέτοια ευθύνη και η δεύτερη εναγομένη η οποία κατά την ενάγουσα κατηύθυνε την παράνομη συμπεριφορά της πρώτης.
Περαιτέρω, εφόσον η καταγγελία δεν επέφερε τα αποτελέσματά της η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει το συμφωνημένο ημερήσιο μίσθωμα μέχρι τον χρόνο που είχε συμφωνηθεί για την λήξη της σύμβασης, δηλαδή από 1.10.2005 έως 22.1.2006. Την απαίτηση όμως αυτή για τα μισθώματα έχει εκχωρήσει η ενάγουσα στις τρεις εταιρείες κατά τα ανωτέρω, οι οποίες μόνες δικαιούνται να επιδιώξουν την είσπραξή τους και την οποία δεν προκύπτει ότι επιδίωξαν. Επίσης δεν υπήρχε υποχρέωση της εναγομένης να συμφωνήσει σε ανανέωση ή σε παράταση της μίσθωσης για τρία ακόμη έτη μέχρι την συμπλήρωση των έξι ετών κατά ανώτατο όριο, όπως προβλέπεται στη σύμβαση, εφόσον σαφώς προκύπτει από αυτή ότι η διάρκειά της ήταν τριετής και ότι η παράταση ή ανανέωση μέχρι τα έξι έτη αποτελεί δυνατότητα και υποχρέωση των συμβαλλομένων, όπως δυνατότητα αποτελεί και η εξαγορά των μίσθιων συσκευών μετά την λήξη της τριετίας. Επομένως το αιτούμενο κατά τα ανωτέρω ποσό των 1.860.518 ευρώ που ζητεί για την ζημία που υπέστη λόγω της καταγγελίας των συμβάσεων από τους εκδοχείς στους οποίους δεν καταβλήθηκε το μίσθωμα, δεν αποτελεί ζημία της εναγούσης που αποκαθίσταται ούτε κατά τις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης διατάξεις, εφόσον η σύμβαση έληξε με την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου και η εναγομένη δεν ευθύνεται για τις περαιτέρω δυσμενείς επιπτώσεις που υπήρξαν για την ενάγουσα από την μη παράταση ή ανανέωση της σύμβασης. Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή την κανονική λύση της μίσθωσης, δεν είναι υποχρεωμένη η εναγομένη να της καταβάλει ως αποζημίωση τα απωλεσθέντα μισθώματα μίας τριετίας, μετά την λήξη της πρώτης, που ανέρχονται στο ποσό των 1.752.000 ευρώ, όπως η ενάγουσα ζητεί. Πλην όμως η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει τα μισθώματα ως αποζημίωση, η οποία αποβλέπει στην κάλυψη της θετικής ζημίας που υπέστη η ενάγουσα για όσο χρόνο αυτή παρακρατεί τα μίσθια και πάντως τουλάχιστον μέχρι την άσκηση της αγωγής. Τούτο επειδή η εναγομένη-μισθώτρια είναι υποχρεωμένη να παραδώσει τα μίσθια πράγματα στην ενάγουσα - εκμισθώτρια με την λήξη του ορισμένου χρόνου της σύμβασης ακόμη και αν αυτή δεν είναι κύριος των πραγμάτων, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην τρίτη μείζονα σκέψη, πράγμα το οποίο δεν έπραξε η πρώτη εναγομένη παρακρατώντας τις συσκευές χωρίς δικαίωμα, από την σύμβαση ή από τον νόμο, μέχρι και τον χρόνο έγερσης της αγωγής (επίδοση). Φορέας δε της αξίωσης αυτής αποζημίωσης είναι η ίδια η ενάγουσα-εκμισθώτρια, δεδομένου ότι δεν αποτελεί απαίτηση για το μίσθωμα η οποία και μόνο έχει εκχωρηθεί στις δανείστριες-εκδοχείς εταιρείες. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει την ενάγουσα ότι μέχρι 20.11.2005 θα έχει συγκεντρώσει τις συσκευές, την κάλεσε να τις παραλάβει και ότι αυτό προκύπτει από εξώδικη απάντηση της που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα στις 10.11.2005, για την οποία συντάχθηκε η έκθεση επιδόσεως 1079/β'/2005 του δικ. επιμελητή Αθηνών Γ. Κ. «(μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη, σχετ. 32)», όπως αναφέρεται στις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Πλην όμως ουδόλως προσκομίζονται τα επικαλούμενα αυτά έγγραφα για να διαπιστωθεί αν όντως προσκλήθηκε η ενάγουσα, ούτε αποδεικνύεται αν όντως αυτή δεν προσήλθε για την παραλαβή ώστε να καταστεί μετά ταύτα υπερήμερος δανειστής (πράγμα άλλωστε του οποίου δεν γίνεται επίκληση). Στην κατάσταση των προσκομιζόμενων από την εναγομένη εγγράφων που υπάρχει προς το τέλος των ιδίων προτάσεων, ως σχετικό με αριθμό 32 αναφέρεται η από 25.6.04 αίτηση της Intellect. Επομένως η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα ποσό 297.600 ευρώ ως αποζημίωση, για το διάστημα από την 23.1.2006 (επομένη της λύσης της σύμβασης) μέχρι και την έγερση της αγωγής στις 27.7.2006 οπότε επιδόθηκε αυτή στην εναγομένη (έκθεση επίδοσης 8113/27.7.2006 της δικ. επιμελήτριας Αθηνών Στ. Μ.), ήτοι για 186 ημέρες παρακράτησης Χ 0,80 ημερήσιο μίσθωμα Χ 2000 συσκευές. Περαιτέρω για την παρακράτηση μετά την λήξη της μίσθωσης οφείλεται ως αποζημίωση εκτός από το μίσθωμα, κάθε περαιτέρω ζημία, όπως η διαφορά μισθώματος που θα μπορούσε να επιτευχθεί σύμφωνα επίσης με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη και η οποία δεν ζητείται, όχι όμως να ζητείται συγχρόνως και αποζημίωση για την απώλεια ή την απαξίωση της αξίας των μισθίων. Επομένως είναι απορριπτέο το αιτούμενο κονδύλιο για την αιτία αυτή των 4.200.000 ευρώ στο οποίο ανέρχεται κατά την αγωγή η αξία των συσκευών.
Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη κατά ένα μέρος ως προς την πρώτη εναγομένη και να απορριφθεί ως προς την δεύτερη εναγομένη και ως προς τον δεύτερο ενάγοντα, να αναγνωρισθεί δε ότι η καταγγελία είναι άκυρη και ότι η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το πιο πάνω ποσό, νομιμοτόκως. Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της πρώτης εναγομένης ανάλογα με την έκταση της ήττας της, ως προς την δεύτερη δε εναγομένη και τον πρώτο ενάγονατα δεν επιβάλλονται έξοδα επειδή οι διάδικοι δεν υποβλήθηκαν ως προς αυτούς σε ιδιαίτερα έξοδα (άρθρα 176, 183, 191 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση ως προς την πρώτη και τον τρίτο των εκκαλούντων.
Απορρίπτει την έφεση ως προς τους λοιπούς εκκαλούντες.
Εξαφανίζει την απόφαση 615/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση και την δικάζει κατ' ουσίαν.
Δέχεται την αγωγή κατά ένα μέρος ως προς την πρώτη εναγομένη και απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο.
Απορρίπτει την αγωγή ως προς τον δεύτερο ενάγοντα και την δεύτερη εναγομένη.
Αναγνωρίζει ότι η αναφερόμενη στο αιτιολογικό της παρούσης καταγγελία της σύμβασης μίσθωσης είναι άκυρη.
Αναγνωρίζει ότι η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρεία, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον σύνδικο της πτώχευσης, ποσό διακοσίων ενενήντα επτά χιλιάδων εξακοσίων ευρώ(297.600), νομιμοτόκως από της επομένης επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Επιβάλλει σε βάρος της πρώτης εναγομένης τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας κατά ένα μέρος, τα οποία ορίζει σε ευρώ 12.000 ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις ... Νοεμβρίου 2010 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι τους δικηγόροι στις 13 Ιανουαρίου 2011.



                                           ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΕ ΤΡΙΤΟ – ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ και 471 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 813/78 (ήδη άρθρο 44 του π.δ. 34/95) και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ.3 και 4 του ν.813 (άρθρο 12 π.δ. 34/95) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχώρησης της χρήσης σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών, εκτός αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εν λόγω εταιρεία. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 455,460,461, 462 και 477 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 , και 2 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 ¨Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής καθώς και ο εις ολόκληρο με αυτόν ενεχόμενος τρίτος, ο οποίος με σύμβαση με τον δανειστή εκμισθωτή αποδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή αυτών, με σχετική δήλωσή του που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ. – Άρειος Πάγος 1245/2010 (Τμήμα Α2’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Δημήτριος Δαλιάνης
Εισηγητής: Χαράλαμπος Ζώης
Δικηγόροι: Ιωάννης Πάσχος

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ και 471 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 813/78 (ήδη άρθρο 44 του π.δ. 34/95) και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ.3 και 4 του ν.813 (άρθρο 12 π.δ. 34/95) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο, μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 ΑΚ και 6 παρ.1 και 2 του ν.813/78, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 του ν.2041/92, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχώρησης της χρήσης σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών, εκτός αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847,850,471 και 477 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι με την άτυπη, υποσχετική σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, παράγεται αυθυπόστατη, έναντι της κυρίας οφειλής, ενοχή του τρίτου (αναδοχέα) έναντι του δανειστή, δημιουργουμένης παθητικής εις ολόκληρο ενοχής, δικαιουμένου του δανειστή, κατ' επιλογή του, να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από τον παλαιό οφειλέτη είτε από τον αναδοχέα του χρέους. Η αναδοχή μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος.. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 455,460,461, 462 και 477 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 , και 2 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 ¨Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής καθώς και ο εις ολόκληρο με αυτόν ενεχόμενος τρίτος, ο οποίος με σύμβαση με τον δανειστή εκμισθωτή αποδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή αυτών, με σχετική δήλωσή του που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαίτησης, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα με την ανακοπή της εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ακύρωση των ατομικών ειδοποιήσεων και της πράξεως χρηματικής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., με τις οποίες βεβαιώθηκε εις βάρος της, ως δημόσιο έσοδο, ποσό 7.406,30 ευρώ. Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες ως άνω πράξεις, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το από 15.1.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης οι Κ χήρα Λ, Α και Β εκμίσθωσαν στους Δ και Ξ, ένα κατάστημα επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από του συμμισθωτές ως κατάστημα κοσμηματοπωλείου. Με τον 5ο όρο του μισθωτηρίου, συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "Απαγορεύεται απολύτως οποιαδήποτε μετατροπή της χρήσης του μισθίου, καθώς και η ολική ή η μερική υπεκμίσθωσή του ή υπό οιονδήποτε τίτλο μετά η άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτον χωρίς τη ρητή έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών. Επιτρέπεται η σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας, που θα έχει νομική προσωπικότητα, μεταξύ των μισθωτριών και της Φ ή και οποιουδήποτε άλλου, στην οποία ομόρρυθμη εταιρία θα μετέχουν οι μισθώτριες με ποσοστό τουλάχιστον 51% και η οποία θα στεγάζεται στο μίσθιο και θα είναι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τις μισθώτριες συνυπεύθυνη και υπόχρεα για την καταβολή των μισθωμάτων και την τήρηση όλων των όρων και συμφωνιών του παρόντος . Οι μισθωτές υποχρεούνται μέσα σε 10 ημέρες από τη σύσταση-δημοσίευση του καταστατικού της εταιρίας να επιδώσουν με δικαστικό επιμελητή στους εκμισθωτές επίσημο αντίγραφο του καταστατικού". Οι μισθωτές αδελφοί, κάνοντας χρήση του άνω όρου του μισθωτηρίου, συνέστησαν μεταξύ τους το έτος 1992 την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι ίδιοι και η οποία έκανε έκτοτε χρήση του μισθίου, χρησιμοποιώντας αυτό ως κατάστημα κοσμηματοπωλείου, και η οποία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, που ήσαν οι συμμισθωτές αδελφοί, αποδέχθηκε τον όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, ότι η υπ' αυτών συσταθείσα εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρο με τους μισθωτές για την καταβολή των μισθωμάτων, καταρτισθείσας έτσι, μεταξύ εκμισθωτών και εταιρίας, σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, χωρίς όμως οι μισθωτές και νόμιμοι εκπρόσωποί της να τηρήσουν τη συμβατική τους υποχρέωση για επίδοση του καταστατικού της εταιρίας στους εκμισθωτές, εντός 10 ημερών από της συστάσεώς της. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι κατά το έτος 1999 (από 1.1. μέχρι 31.12.1999) ούτε οι μισθωτές ούτε η ανακόπτουσα, που αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος των μισθωτών για καταβολή των οφειλομένων στους εκμισθωτές μισθωμάτων, κατέβαλαν στους εκμισθωτές τα οφειλόμενα μισθώματα, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 2.436.000 δρχ. (203.000 δρχ. το μήνα) και οι εκμισθωτές την 25.2.2000, προκειμένου να απαλλαγούν από τη φορολογική τους υποχρέωση για τα μη εισπραχθέντα από αυτούς ως άνω μισθώματα, με σχετικές τους δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.7 του ν. 2238/94, εκχώρησαν την αναλογούσα σε καθέναν απαίτηση επί των μισθωμάτων εις βάρος της ανακόπτουσας στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια του αρμοδίου προϊσταμένου του Δημοσίου Ταμείου της Δ.Ο.Υ. ... βεβαίωσε με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 10768/5.12.2001 πράξη του το άνω ποσό, ως δημόσιο έσοδο εις βάρος της ανακόπτουσας ως οφειλέτη και απέστειλε προς αυτή τις ανακοπτόμενες ατομικές ειδοποιήσεις για την πληρωμή του βεβαιωθέντος ποσού με τις σχετικές επ' αυτού προσαυξήσεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας ανακόπτουσας, με την οποία αυτή ζήτησε την ακύρωση των άνω πράξεων για τους λόγους α) αυτή δεν όφειλε στους εκχωρητές εκμισθωτές το ποσό των εκχωρηθέντων μισθωμάτων, διότι ουδέποτε συνήψαν σύμβαση μίσθωσης με τους εκχωρητές (1ος λόγος), β) διότι ουδέποτε έγινε αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης σ' αυτούς και δεν εκλήθησαν από το Ελληνικό Δημόσιο να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν την έκδοση των ανακοπτομένων πράξεων (2ος λόγος), γ) επικουρικώς, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπήρξε μισθώτρια, υποχρεούμενη στην καταβολή των εκχωρηθέντων μισθωμάτων, ουδέν οφείλει για τα εκχωρηθέντα μισθώματα (3ος λόγος), δ) διότι δεν προκύπτει ότι η εκχωρηθείσα απαίτηση είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη (4ος λόγος) και ε) διότι η εκχωρηθείσα απαίτηση ήταν ανύπαρκτη έναντι αυτής (5ος λόγος). 'Ετσι που έκρινε, το Εφετείο, δεχόμενο εις ολόκληρο ενοχή της αναιρεσείουσας ανακόπτουσας έναντι των εκμισθωτών για την πληρωμή των οφειλομένων από τους μισθωτές μισθωμάτων του μισθίου καταστήματος, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 477,455,463 ΑΚ, 4 παρ.7 ν. 2238/94 και 1,2 του ΚΕΔΕ. Με την κρινόμενη αίτηση η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις: α)ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων εκμισθωτών και μισθωτών, ως προς τον περιεχόμενο στο άνω υπ' αριθμ. 5 όρο της μισθωτικής σύμβασης ειδικότερο όρο πως οι μισθωτές υποχρεούνται εντός 10 ημερών από της δημοσιεύσεως του καταστατικού της εταιρίας να επιδώσουν αντίγραφο αυτού στους εκμισθωτές, προβαίνοντας δε σε ερμηνεία του όρου αυτού και δεχόμενο ότι, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η βούληση των μερών ήταν όπως σε περίπτωση παράβασης της άνω υποχρέωσης των μισθωτών παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας στους εκμισθωτές, παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (1ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και 2ος λόγος), β)ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται στην καταβολή των εκχωρηθέντων μισθωμάτων και απέρριψε το λόγο ανακοπής, ότι αυτή ουδέποτε υπήρξε μισθώτρια των εκχωρητών ή υπομισθώτρια (1ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) και γ) ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 305 και 306 ΑΚ (6ος λόγος) Οι λόγοι αυτοί, ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο δέχθηκε εις ολόκληρο ενοχή της ανακόπτουσας για την καταβολή των οφειλομένων από τους μισθωτές μισθωμάτων του έτους 1999 δυνάμει συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι λόγω μεταβίβασης με τη συναίνεση των εκμισθωτών της μισθωτικής σχέσης στην ανακόπτουσα, ώστε αυτή να ευθύνεται ως μισθώτρια για την καταβολή των μισθωμάτων. Με τους 3ο και 7ο λόγους η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτούς αποδεικτικά μέσα (αγωγές κλπ), τα οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της πως δεν υπήρξε ποτέ μισθώτρια ή υπομισθώτρια του μισθίου. Και οι λόγοι αυτοί από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 είναι αλυσιτελείς, διότι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρθηκε , το Εφετείο δέχθηκε ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων απορρέει από την μεταξύ αυτής και των εκμισθωτών καταρτισθείσα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους. Ο 4ος και 5ος λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο αντιστοίχως οι αιτιάσεις ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη και "έσφαλε ως προς την εκτίμησιν των πραγματικών γεγονότων της υπό κρίσιν υποθέσεως και του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων...", είναι απαράδεκτοι, ο πρώτος μεν διότι δεν ιδρύεται πλέον ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο δεύτερος δε διότι πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Απορριπτομένων όλων των λόγων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ και 22 ν.3693/57)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Αυγούστου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.1288/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από διακόσια ογδόντα (280) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.



                             ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ – ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΜΙΣΘΩΤΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΕ ΤΡΙΤΟ – ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ


Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ και 471 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 813/78 (ήδη άρθρο 44 του π.δ. 34/95) και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ.3 και 4 του ν.813 (άρθρο 12 π.δ. 34/95) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχώρησης της χρήσης σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών, εκτός αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εν λόγω εταιρεία. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 455,460,461, 462 και 477 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 , και 2 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 ¨Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής καθώς και ο εις ολόκληρο με αυτόν ενεχόμενος τρίτος, ο οποίος με σύμβαση με τον δανειστή εκμισθωτή αποδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή αυτών, με σχετική δήλωσή του που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ. – Άρειος Πάγος 1245/2010 (Τμήμα Α2’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Δημήτριος Δαλιάνης
Εισηγητής: Χαράλαμπος Ζώης
Δικηγόροι: Ιωάννης Πάσχος

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 455 επ και 471 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ν. 813/78 (ήδη άρθρο 44 του π.δ. 34/95) και στις εμπορικές μισθώσεις, συνάγεται ότι η μεταβίβαση ολόκληρης της μισθωτικής σχέσης από το μισθωτή προς τρίτο, εκτός των προβλεπομένων στο άρθρο 6 παρ.3 και 4 του ν.813 (άρθρο 12 π.δ. 34/95) περιπτώσεων, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό εκχώρησης και αναδοχής χρέους κατόπιν συναινέσεως του εκμισθωτή. Με την εκχώρηση μεταβιβάζεται η σχέση με την ενεργητική της μορφή και με την αναδοχή χρέους με την παθητική της μορφή. Μόνη η σύμβαση μεταξύ μισθωτή και τρίτου για μεταβίβαση προς το δεύτερο της μισθωτικής σχέσης, χωρίς συναίνεση του εκμισθωτή, δεν καθιστά τον τρίτο, μισθωτή στη σχέση αυτή και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν αποκτά κανένα δικαίωμα από τη μίσθωση έναντι του εκμισθωτή. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 593 ΑΚ και 6 παρ.1 και 2 του ν.813/78, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.1 του ν.2041/92, προκύπτει ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να παραχωρηθεί η χρήση του μισθίου σε τρίτον ή σε εταιρεία που έχει συσταθεί με συμμετοχή και του μισθωτή. Η παραχώρηση όμως αυτή της χρήσης του μισθίου δεν αλλοιώνει υποκειμενικά τη μισθωτική σχέση, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί μεταξύ των αρχικών συμβαλλομένων, εκμισθωτή και μισθωτή και να έχει ο πρώτος την ιδιότητα του εκμισθωτή, ο δεύτερος δε την ιδιότητα του μισθωτή και η νομιμοποίηση για την άσκηση των δικαιωμάτων, που απορρέουν από την αρχική σύμβαση της μίσθωσης, εξακολουθεί να υπάρχει μεταξύ τους. Τα αυτά ισχύουν και σε περίπτωση παραχώρησης της χρήσης σε εταιρεία που θα συσταθεί μεταξύ των συμμισθωτών, εκτός αν ρητά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης στην εν λόγω εταιρεία. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 847,850,471 και 477 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ότι με την άτυπη, υποσχετική σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους, που καταρτίζεται μεταξύ του δανειστή και τρίτου, παράγεται αυθυπόστατη, έναντι της κυρίας οφειλής, ενοχή του τρίτου (αναδοχέα) έναντι του δανειστή, δημιουργουμένης παθητικής εις ολόκληρο ενοχής, δικαιουμένου του δανειστή, κατ' επιλογή του, να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής είτε από τον παλαιό οφειλέτη είτε από τον αναδοχέα του χρέους. Η αναδοχή μπορεί να αφορά και μελλοντικό χρέος.. Ως μελλοντικό χρέος νοείται είτε εκείνο του οποίου ο νομικός λόγος παραγωγής υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης αναδοχής, αλλά δεν έχει γεννηθεί ακόμη (περιορισμένη μελλοντική απαίτηση), είτε εκείνο του οποίου ούτε ο λόγος παραγωγής ούτε η απαίτηση υπάρχει κατά την κατάρτιση της σύμβασης (πλήρης μελλοντική απαίτηση), υπό την προϋπόθεση όμως ότι και στις δύο περιπτώσεις το μελλοντικό χρέος είναι οριστό, μπορεί δηλαδή να προσδιορισθεί κατά τον χρόνο που γεννάται η σχετική αξίωση έναντι του οφειλέτη. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 455,460,461, 462 και 477 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 , και 2 ΝΔ 356/1974 (ΚΕΔΕ) και 4 παρ.7 του ν. 2238/94 ¨Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος" προκύπτει ότι ο υπόχρεος έναντι του Δημοσίου προς καταβολή φόρου για εισόδημα που αποκτά από την εκμίσθωση ακινήτου, όπως είναι και ο εκμισθωτής αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 20 του άνω ν.2238/94, μπορεί να εκχωρήσει προς το Δημόσιο τα μη εισπραχθέντα από αυτόν μισθώματα, στην καταβολή των οποίων υποχρεούται ο μισθωτής καθώς και ο εις ολόκληρο με αυτόν ενεχόμενος τρίτος, ο οποίος με σύμβαση με τον δανειστή εκμισθωτή αποδέχθηκε σωρευτικώς την καταβολή αυτών, με σχετική δήλωσή του που υποβάλλεται στον αρμόδιο για τη φορολογία του προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ., παραδίδοντας συγχρόνως σ' αυτόν τα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα Από της δηλώσεως αυτής του εκχωρητή, με τη βεβαίωση αυτού ότι δεν κατέχει άλλα αποδεικτικά της εκχωρούμενης απαίτησης έγγραφα, το Δημόσιο ως εκδοχέας της εκχωρούμενης απαίτησης υποκαθίσταται ως προς την εκχωρούμενη απαίτηση στα δικαιώματα του εκχωρητή, ως ειδικός διάδοχος αυτού, μη απαιτουμένης, κατά την ειδικώς ρυθμίζουσα την εκχώρηση αυτή διάταξη του άνω άρθρου 4 παρ.7 του ν. 2238/94, αναγγελίας της εκχωρήσεως προς τον εκχωρούμενο οφειλέτη, η δε εκχωρούμενη απαίτηση αποτελεί δημόσιο έσοδο που εισπράττεται από τον εκχωρούμενο οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε.. Στον εκχωρούμενο οφειλέτη, εναντίον του οποίου επισπεύδεται διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη της άνω ιδιωτικής φύσεως εκχωρηθείσας απαίτησης, παρέχεται το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά τα άρθρα 73 επ. του Κ.Ε.Δ.Ε., η οποία δικάζεται από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο, σύμφωνα με τα άρθρα 583- 585 ΚΠολΔ. Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κατά του νομίμου τίτλου και της απαίτησης, στην απόδειξη της οποίας υποχρεούται το καθού η ανακοπή Δημόσιο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ήδη αναιρεσείουσα με την ανακοπή της εναντίον του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, την ακύρωση των ατομικών ειδοποιήσεων και της πράξεως χρηματικής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., με τις οποίες βεβαιώθηκε εις βάρος της, ως δημόσιο έσοδο, ποσό 7.406,30 ευρώ. Το Εφετείο, δικάζοντας έφεση του καθού η ανακοπή Ελληνικού Δημοσίου, κατά της εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες ως άνω πράξεις, δέχθηκε την έφεση και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, απέρριψε την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, δεχόμενο ανελέγκτως ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το από 15.1.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό εμπορικής μίσθωσης οι Κ χήρα Λ, Α και Β εκμίσθωσαν στους Δ και Ξ, ένα κατάστημα επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από του συμμισθωτές ως κατάστημα κοσμηματοπωλείου. Με τον 5ο όρο του μισθωτηρίου, συμφωνήθηκαν επί λέξει τα εξής: "Απαγορεύεται απολύτως οποιαδήποτε μετατροπή της χρήσης του μισθίου, καθώς και η ολική ή η μερική υπεκμίσθωσή του ή υπό οιονδήποτε τίτλο μετά η άνευ ανταλλάγματος παραχώρηση της χρήσης του μισθίου σε τρίτον χωρίς τη ρητή έγγραφη συναίνεση των εκμισθωτών. Επιτρέπεται η σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας, που θα έχει νομική προσωπικότητα, μεταξύ των μισθωτριών και της Φ ή και οποιουδήποτε άλλου, στην οποία ομόρρυθμη εταιρία θα μετέχουν οι μισθώτριες με ποσοστό τουλάχιστον 51% και η οποία θα στεγάζεται στο μίσθιο και θα είναι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον με τις μισθώτριες συνυπεύθυνη και υπόχρεα για την καταβολή των μισθωμάτων και την τήρηση όλων των όρων και συμφωνιών του παρόντος . Οι μισθωτές υποχρεούνται μέσα σε 10 ημέρες από τη σύσταση-δημοσίευση του καταστατικού της εταιρίας να επιδώσουν με δικαστικό επιμελητή στους εκμισθωτές επίσημο αντίγραφο του καταστατικού". Οι μισθωτές αδελφοί, κάνοντας χρήση του άνω όρου του μισθωτηρίου, συνέστησαν μεταξύ τους το έτος 1992 την ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας νόμιμοι εκπρόσωποι είναι οι ίδιοι και η οποία έκανε έκτοτε χρήση του μισθίου, χρησιμοποιώντας αυτό ως κατάστημα κοσμηματοπωλείου, και η οποία, δια των νομίμων εκπροσώπων της, που ήσαν οι συμμισθωτές αδελφοί, αποδέχθηκε τον όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού, ότι η υπ' αυτών συσταθείσα εταιρία ευθύνεται εις ολόκληρο με τους μισθωτές για την καταβολή των μισθωμάτων, καταρτισθείσας έτσι, μεταξύ εκμισθωτών και εταιρίας, σύμβασης σωρευτικής αναδοχής χρέους, χωρίς όμως οι μισθωτές και νόμιμοι εκπρόσωποί της να τηρήσουν τη συμβατική τους υποχρέωση για επίδοση του καταστατικού της εταιρίας στους εκμισθωτές, εντός 10 ημερών από της συστάσεώς της. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται ότι κατά το έτος 1999 (από 1.1. μέχρι 31.12.1999) ούτε οι μισθωτές ούτε η ανακόπτουσα, που αναδέχθηκε σωρευτικώς το χρέος των μισθωτών για καταβολή των οφειλομένων στους εκμισθωτές μισθωμάτων, κατέβαλαν στους εκμισθωτές τα οφειλόμενα μισθώματα, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 2.436.000 δρχ. (203.000 δρχ. το μήνα) και οι εκμισθωτές την 25.2.2000, προκειμένου να απαλλαγούν από τη φορολογική τους υποχρέωση για τα μη εισπραχθέντα από αυτούς ως άνω μισθώματα, με σχετικές τους δηλώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.7 του ν. 2238/94, εκχώρησαν την αναλογούσα σε καθέναν απαίτηση επί των μισθωμάτων εις βάρος της ανακόπτουσας στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια του αρμοδίου προϊσταμένου του Δημοσίου Ταμείου της Δ.Ο.Υ. ... βεβαίωσε με την ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 10768/5.12.2001 πράξη του το άνω ποσό, ως δημόσιο έσοδο εις βάρος της ανακόπτουσας ως οφειλέτη και απέστειλε προς αυτή τις ανακοπτόμενες ατομικές ειδοποιήσεις για την πληρωμή του βεβαιωθέντος ποσού με τις σχετικές επ' αυτού προσαυξήσεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας ανακόπτουσας, με την οποία αυτή ζήτησε την ακύρωση των άνω πράξεων για τους λόγους α) αυτή δεν όφειλε στους εκχωρητές εκμισθωτές το ποσό των εκχωρηθέντων μισθωμάτων, διότι ουδέποτε συνήψαν σύμβαση μίσθωσης με τους εκχωρητές (1ος λόγος), β) διότι ουδέποτε έγινε αναγγελία της εκχωρηθείσας απαίτησης σ' αυτούς και δεν εκλήθησαν από το Ελληνικό Δημόσιο να εκφράσουν τις απόψεις τους πριν την έκδοση των ανακοπτομένων πράξεων (2ος λόγος), γ) επικουρικώς, και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι υπήρξε μισθώτρια, υποχρεούμενη στην καταβολή των εκχωρηθέντων μισθωμάτων, ουδέν οφείλει για τα εκχωρηθέντα μισθώματα (3ος λόγος), δ) διότι δεν προκύπτει ότι η εκχωρηθείσα απαίτηση είναι βεβαία και εκκαθαρισμένη (4ος λόγος) και ε) διότι η εκχωρηθείσα απαίτηση ήταν ανύπαρκτη έναντι αυτής (5ος λόγος). 'Ετσι που έκρινε, το Εφετείο, δεχόμενο εις ολόκληρο ενοχή της αναιρεσείουσας ανακόπτουσας έναντι των εκμισθωτών για την πληρωμή των οφειλομένων από τους μισθωτές μισθωμάτων του μισθίου καταστήματος, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 477,455,463 ΑΚ, 4 παρ.7 ν. 2238/94 και 1,2 του ΚΕΔΕ. Με την κρινόμενη αίτηση η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) αποδίδει στο Εφετείο τις εξής αιτιάσεις: α)ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε την ύπαρξη κενού στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων εκμισθωτών και μισθωτών, ως προς τον περιεχόμενο στο άνω υπ' αριθμ. 5 όρο της μισθωτικής σύμβασης ειδικότερο όρο πως οι μισθωτές υποχρεούνται εντός 10 ημερών από της δημοσιεύσεως του καταστατικού της εταιρίας να επιδώσουν αντίγραφο αυτού στους εκμισθωτές, προβαίνοντας δε σε ερμηνεία του όρου αυτού και δεχόμενο ότι, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η βούληση των μερών ήταν όπως σε περίπτωση παράβασης της άνω υποχρέωσης των μισθωτών παρέχεται δικαίωμα καταγγελίας στους εκμισθωτές, παραβίασε εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (1ος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και 2ος λόγος), β)ότι χωρίς αιτιολογίες άλλως με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται στην καταβολή των εκχωρηθέντων μισθωμάτων και απέρριψε το λόγο ανακοπής, ότι αυτή ουδέποτε υπήρξε μισθώτρια των εκχωρητών ή υπομισθώτρια (1ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) και γ) ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 305 και 306 ΑΚ (6ος λόγος) Οι λόγοι αυτοί, ως αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αλυσιτελείς, διότι το Εφετείο δέχθηκε εις ολόκληρο ενοχή της ανακόπτουσας για την καταβολή των οφειλομένων από τους μισθωτές μισθωμάτων του έτους 1999 δυνάμει συμβάσεως σωρευτικής αναδοχής χρέους και όχι λόγω μεταβίβασης με τη συναίνεση των εκμισθωτών της μισθωτικής σχέσης στην ανακόπτουσα, ώστε αυτή να ευθύνεται ως μισθώτρια για την καταβολή των μισθωμάτων. Με τους 3ο και 7ο λόγους η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα σ' αυτούς αποδεικτικά μέσα (αγωγές κλπ), τα οποία αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της πως δεν υπήρξε ποτέ μισθώτρια ή υπομισθώτρια του μισθίου. Και οι λόγοι αυτοί από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 είναι αλυσιτελείς, διότι ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου αυτά προσκομίστηκαν δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού, όπως προαναφέρθηκε , το Εφετείο δέχθηκε ότι η υποχρέωση της αναιρεσείουσας για καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων απορρέει από την μεταξύ αυτής και των εκμισθωτών καταρτισθείσα σύμβαση σωρευτικής αναδοχής χρέους. Ο 4ος και 5ος λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο αντιστοίχως οι αιτιάσεις ότι δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη και "έσφαλε ως προς την εκτίμησιν των πραγματικών γεγονότων της υπό κρίσιν υποθέσεως και του περιεχομένου των προσκομισθέντων εγγράφων...", είναι απαράδεκτοι, ο πρώτος μεν διότι δεν ιδρύεται πλέον ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο δεύτερος δε διότι πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Απορριπτομένων όλων των λόγων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ και 22 ν.3693/57)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Αυγούστου 2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Χ ΟΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ.1288/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από διακόσια ογδόντα (280) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2010.