ΣΗΜΑΤΑ


Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 5 τού αυτού νόμου ορίζεται ότι “Εάν το σήμα αποτελείται από το ίδιο το όνομα του καταθέτη, το αυτό δε όνομα έχει ήδη κατατεθεί από άλλον ως σήμα για να διακρίνει ταυτόσημα ή ομοειδή προϊόντα, πρέπει να προστεθεί κάποιο διακριτικό σημείο για τη σαφή διάκρισή του από το προηγούμενο”. Ως όνομα, κατά την έννοια τής διατάξεως αυτής, νοείται, επί φυσικού προσώπου, ο συνδυασμός κυρίου ονόματος και επωνύμου, δηλαδή το αστικό όνομα αυτού, το οποίο αποτελεί και προστατευόμενο στοιχείο τής προσωπικότητός του (πρβλ ΣΕ 2837/2007, 7μ). Εξ άλλου, όπως συνάγεται από την αυτή διάταξη, τα ονοματικά σήματα είναι δεκτικά καταθέσεως υπό τους αυτούς όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς (και απολαύουν τής αυτής προστασίας), όπως και τα λοιπά. Ως εκ τούτου δεν είναι δεκτικό καταθέσεως σήμα το οποίο ταυτίζεται ή προσομοιάζει προς προγενέστερο σήμα (ονοματικό ή μη), έστω και αν το νεώτερο σήμα ταυτίζεται, κατά το ουσιώδες μέρος του, με το όνομα τού καταθέτη (πρβλ ΠΕΚ, Τ-40/03, Julin Mura Entrena κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στα πλαίσια τής Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) και Bodegas Mur?a SA). Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι “η έννοια τής “αναγνωρισιμότητας” όπως και η έννοια τού “σήματος φήμης” είναι αόριστες αξιολογικές έννοιες”, ότι γιά τον χαρακτηρισμό σήματος ως φήμης πρέπει να διαπιστώνεται ότι αυτό πληροί κριτήρια τόσο ποσοτικά (μερίδιο αγοράς) όσο και ποιοτικά (γενικότερη ακτινοβολία, η χρήση τους να ανακαλεί στους καταναλωτές αισθήματα κύρους και πολυτέλειας) και ότι ο χαρακτηρισμός σήματος ως σήματος φήμης “προϋποθέτει την απόδειξη άλλων γεγονότων, όπως το εύρος κυκλοφορίας τη διαφημιστική προβολή, το μερίδιο αγοράς, το δίκτυο διανομής κλπ. – ΣτΕ 1542/2010 (Τμήμα Β’)”

Πρόεδρος: Δ. Κωστόπουλος
Εισηγητής:  Ι. Σύμπλης
Δικηγόροι: Δημήτριος Κουράκος, Κων/νος Μπελογιάννης, Βασίλειος Αντωνόπουλος, Νικόλαος Γεωργακόπουλος

(…)
3. Eπειδή με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση τής 1696/2005 αποφάσεως τού Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτήν έγινε δεκτή έφεση τής αναιρεσίβλητης εταιρείας “Καπνοβιομηχανία Καρέλια ΑΕ” κατά τής 4770/2003 αποφάσεως τού Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή και, κατ’ αποδοχήν τριτανακοπής τής αναιρεσίβλητης εταιρείας εξαφανίσθηκε η 6286/2001 απόφαση τού αυτού διοικητικού πρωτοδικείου και αναγνωρίσθηκε ότι πρέπει να διαγραφεί από τα Βιβλία Σημάτων το 141757/1998 λεκτικό σήμα “KARELIA” τής αναιρεσείουσας, το οποίο είχε κατατεθεί προς διάκριση προϊόντων τών κλάσεων 3, 5, 10, 14, 25, 29, 30, 32, 33, 35, 36 και 42. Με τις εξαφανισθείσες πρωτόδικες αποφάσεις η μεν τριτανακοπή τής αναιρεσίβλητης εταιρείας είχε απορριφθεί, η δε προσφυγή τής αναιρεσείουσας είχε γίνει δεκτή, είχε ακυρωθεί η 4757/1999 απόφαση τής Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και είχε γίνει δεκτή η δήλωση καταθέσεως τού επιμάχου σήματος.
4. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμόν 7114/20.1.2009 έκθεση επιδόσεως τού Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως και της κατ’ αρθρ. 20 πδ 18/1989 (Α' 8) πράξεως του Προέδρου του Β Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο Υπουργό, σύμφωνα με την παρ. 4 τού άρθρ. 21 τού αυτού προεδρικού διατάγματος [όπως η παράγραφος αυτή, η οποία είχε αντικατασταθεί με το άρθρ. 32 τού ν. 2721/1999 (Α 112/3.6.1999) αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 8 τού ν. 2944/2001 (Α 222/8.10.2001)]. Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 28 τού αυτού προεδρικού διατάγματος, η κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται και κατά τα λοιπά παραδεκτώς, είναι τύποις δεκτή και εξεταστέα περαιτέρω, παρά τη μη παράσταση τού αναιρεσίβλητου Υπουργού κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υποθέσεως.
5. Επειδή, στην παράγραφο 1 (περίπτωση γ) τού άρθρου 4 τού ν. 2239/1994, “Περί Σημάτων” (Α 152) ορίζεται ότι “Σημείο δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση: α) (...) γ) εάν ταυτίζεται ή ομοιάζει με προγενέστερο σήμα και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, που δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρηθεί το προγενέστερο σήμα, εφόσον τούτο έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού”. Κατά την έννοια τής διατάξεως αυτής σήμα φήμης είναι εκείνο το οποίο είναι γνωστό σε σημαντικό τμήμα τού οικείου κοινού από τα προϊόντα ή υπηρεσίες που καλύπτει (ΔΕΚ, C-375/97, General Motors Co κατά Yplon SA, 14.9.1999).
6. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 5 τού αυτού νόμου ορίζεται ότι “Εάν το σήμα αποτελείται από το ίδιο το όνομα του καταθέτη, το αυτό δε όνομα έχει ήδη κατατεθεί από άλλον ως σήμα για να διακρίνει ταυτόσημα ή ομοειδή προϊόντα, πρέπει να προστεθεί κάποιο διακριτικό σημείο για τη σαφή διάκρισή του από το προηγούμενο”. Ως όνομα, κατά την έννοια τής διατάξεως αυτής, νοείται, επί φυσικού προσώπου, ο συνδυασμός κυρίου ονόματος και επωνύμου, δηλαδή το αστικό όνομα αυτού, το οποίο αποτελεί και προστατευόμενο στοιχείο τής προσωπικότητός του (πρβλ ΣΕ 2837/2007, 7μ). Εξ άλλου, όπως συνάγεται από την αυτή διάταξη, τα ονοματικά σήματα είναι δεκτικά καταθέσεως υπό τους αυτούς όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς (και απολαύουν τής αυτής προστασίας), όπως και τα λοιπά. Ως εκ τούτου δεν είναι δεκτικό καταθέσεως σήμα το οποίο ταυτίζεται ή προσομοιάζει προς προγενέστερο σήμα (ονοματικό ή μη), έστω και αν το νεώτερο σήμα ταυτίζεται, κατά το ουσιώδες μέρος του, με το όνομα τού καταθέτη (πρβλ ΠΕΚ, Τ-40/03, Juli?n Mur?a Entrena κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στα πλαίσια τής Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) και Bodegas Mur?a SA).
7. Eπειδή, εν προκειμένω, το διοικητικό εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Με την 4757/1999 απόφαση τής Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων απορρίφθηκε η 141757/1998 δήλωση τής αναιρεσείουσας γιά κατάθεση τού ημεδαπού σήματος “KARELIA” προς διάκριση προϊόντων και υπηρεσιών τών κλάσεων 1-33 και 35-42, με την αιτιολογία ότι αυτό ταυτίζεται με προγενέστερα σήματα φήμης τής αναιρεσίβλητης εταιρείας “Καπνοβιομηχανία ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΕ”. Προσφυγή τής αναιρεσειούσης (με την οποία το αίτημα καταχωρίσεως τού σήματος περιορίσθηκε στις κλάσεις 3, 5, 10, 14, 25, 29, 30, 32, 33, 35, 36 και 42) έγινε πρωτοδίκως δεκτή. Το διοικητικό εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως τής αναιρεσίβλητης κατά τής απορρίψεως τριτανακοπής της κατά τής ανωτέρω αποφάσεως τού διοικητικού πρωτοδικείου και λαμβάνοντας υπ’ όψη α) ότι ή εταιρεία αυτή, η οποία λειτουργεί από το έτος 1888, έχει καθιερώσει στην ελληνική αγορά πλήθος σημάτων (KARELIAS SPECIAL, karelias special, ΚΑΡΕΛΙΑ LIGHT, ΚΑΡΕΛΙΑ SUPER LIGHTS, ΚΑΡΕΛΙΑ OLYMPIC SPECIAL MILD, ΚΑΡΕΛΙΑ αφοι, ΚΑΡΕΛΙΑ ΦΙΛΤΡΟ, ΚΑΡΕΛΙΑ ΡΕΚΟΡ, Τέλειον αφοι Καρέλια, KARELIA INTERNATIONAL, KARELIA UNIVERSAL, KARELIA club, KARELIA EXCELLENCE, KARELIA Royal, KARELIA LIGHTS, KARELIA ULTRA, KARELIA Rex LIGHTS, KARELIA MEDIUM, KARELIA ULTRA LOW, KARELIA Slims, GEORGE KARELIAS AND SONS, KARELIA ROYAL SUPER LIGHTS, KARELIA ROYAL INTERNATIONAL και KARELIA ROYAL LIGHTS) “χαρακτηριστικό τών οποίων είναι η ύπαρξη τής λέξεως “ΚΑΡΕΛΙΑ”, με ιδιαίτερα έντονη διακριτική δύναμη και με μικρότερες λέξεις που συνήθως χαρακτηρίζουν τον τύπο τού τσιγάρου”, τα οποία “είναι κατά τα κοινώς γνωστά ευρύτατα διαδεδομένα στην ελληνική αγορά και αναγνωρίζονται όχι μόνο από τους καπνιστές - άμεσους καταναλωτές τών καπνικών προϊόντων - αλλά ακόμη και από τους μη καπνιστές, οι οποίου τα συναντούν καθημερινά τόσο στα περίπτερα και στα καταστήματα που διαθέτουν μεταξύ άλλων και είδη καπνιστών, όσο και στις έντυπες διαφημίσεις ή στις υπαίθριες διαφημίσεις, δηλαδή κατά τα κοινώς γνωστά το σήμα “ΚΑΡΕΛΙΑ” είναι γνωστό στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό, β) ότι το σήμα “ΚΑΡΕΛΙΑ”, ως ονοματικό σήμα διαθέτει αυξημένη ιδιαιτερότητα, δεδoμένου ότι η λέξη αυτή δεν συναντάται στην ελληνική γλώσσα και διαθέτει μοναδικότητα αφού χρησιμοποιείται κατ’ αποκλειστικότητα γιά την διάκριση προϊόντων τής κλάση 34, δηλαδή τσιγάρων και λοιπών καπνικών προϊόντων, γ) ότι διαθέτει σημαντικό βαθμό εκτίμησης από το κοινό γιά την ποιότητα τών προϊόντων που διακρίνει το σήμα, πράγμα που επιβεβαιώνει η επί σειρά ετών λειτουργία τής εταιρείας δ) ότι η λέξη “ΚΑΡΕΛΙΑ” η οποία δεν έχει καμία σχέση με τα κοινά ελληνικά επίθετα, δεν δημιουργεί αθέμιτο μονοπώλιο, ως προς τη λέξη αυτή η ένδειξη”, έκρινε ότι η μακροχρόνια χρήση αυτών τών σημάτων από την αναιρεσίβλητη εταιρεία, η οποία επί δεκαετίες διατηρεί μιά σταθερή θέση στην αγορά τών καπνικών προϊόντων, έχει καταστήσει αυτά στο σύνολό τους σήματα φήμης. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο (κατ’ απόρριψη σχετικών ισχυρισμών τής αναιρεσείουσας, με τους οποίους αυτή αμφισβητούσε ότι τα σήματα τής αναιρεσίβλητης εταιρείας είναι σήματα φήμης) έκρινε ότι ούτε το μερίδιο αγοράς τών προϊόντων τής αναιρεσίβλητης, ούτε το κόστος τών διαφημίσεων που έχει πραγματοποιήσει γιά την προβολή τους επηρεάζει τον χαρακτηρισμό τους ώς σημάτων φήμης, αφού κατά τα κοινώς γνωστά, στην ελληνική αγορά τα καπνικά προϊόντα με το σήμα “ΚΑΡΕΛΙΑ” έχουν μεγάλη αναγνωρισιμότητα, πρόκειται γιά ένα σήμα το οποίο έχει εδραιωθεί στην αγορά, έχει διαφημιστεί πολλαπλώς και έχει καθιερωθεί στην συνείδηση τού καταναλωτικού κοινού. Με την αιτιολογία δε αυτή έκρινε ότι το επίμαχο σήμα δεν μπορούσε να γίνει δεκτό προς κατάθεση, λόγω ομοιότητος προς προκατατεθειμένα σήματα φήμης.
8. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι “η έννοια τής “αναγνωρισιμότητας” όπως και η έννοια τού “σήματος φήμης” είναι αόριστες αξιολογικές έννοιες”, ότι γιά τον χαρακτηρισμό σήματος ως φήμης πρέπει να διαπιστώνεται ότι αυτό πληροί κριτήρια τόσο ποσοτικά (μερίδιο αγοράς) όσο και ποιοτικά (γενικότερη ακτινοβολία, η χρήση τους να ανακαλεί στους καταναλωτές αισθήματα κύρους και πολυτέλειας) και ότι ο χαρακτηρισμός σήματος ως σήματος φήμης “προϋποθέτει την απόδειξη άλλων γεγονότων, όπως το εύρος κυκλοφορίας τη διαφημιστική προβολή, το μερίδιο αγοράς, το δίκτυο διανομής κλπ”. Ο πιό πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι η φήμη σήματος δηλαδή, το αν αυτό και τα προϊόντα που διακρίνει είναι ευρέως γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, δεν συνιστά νομικό χαρακτηρισμό τού σήματος, αλλά πραγματική κατάσταση και, επομένως, η διαπίστωσή της ούτε προϋποθέτει ούτε εξαρτάται από την απόδειξη άλλων γεγονότων.
9. Επειδή, προβάλλεται ότι το διοικητικό εφετείο δεν εξήτασε τον ισχυρισμό τής αναιρεσειούσης, ότι το επώνυμο "ΚΑΡΕΛΙΑ" δεν διαθέτει ιδιαιτερότητα και ότι χρησιμοποιείται, με την ανοχή τής αναιρεσίβλητης και από άλλες επιχειρήσεις, πλην τής τελευταίας, όπως η εταιρεία πετρελαιοειδών με την επωνυμία "ΚΑΡΕΛΙΑΣ - ΜΠΟΥΦΕΑΣ ΑΕ" και η εταιρεία μεταφορών με την επωνυμία "ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΦΟΙ ΑΕ", και ότι, επομένως, εφ’ όσον “εχει διαμορφωθεί μία κατάσταση χρήσεως τού ονόματος ΚΑΡΕΛΙΑ το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί γιά τη διάκριση σήματος ή επιχειρήσεως από τρίτους”, η (κατ’ επίκληση φήμης τών σημάτων της) τριτανακοπή τής αναιρεσίβλητης ασκήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά. Ο πιό πάνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως διότι η αναιρεσείουσα δεν είχε επικαλεσθεί ότι η λέξη ΚΑΡΕΛΙΑ περιλαμβάνεται σε σήματα, αλλά στην επωνυμία (που διέπεται από άλλους κανόνες δικαίου) άλλων επιχειρήσεων, και συνεπώς ο ισχυρισμός της αυτός, ως αλυσιτελής, δεν ήταν ουσιώδης και νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρά.
10. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι τα ονοματικά σήματα εκ φύσεως διαθέτουν μειωμένη διακριτική δύναμη και απολαύουν στενότερης προστασίας και ότι, ως εκ τούτου, η αναιρεσίβλητη εταιρεία δεν μπορεί, κατά μονοπώληση τής λέξεως “ΚΑΡΕΛΙΑ” να τής στερήσει το προστατευόμενο από το αρθ. 5 τού ν. 2239/1995, τον Αστικό Κώδικα (αρθ. 57 και 58, περί προστασίας τής προσωπικότητος) και το Σύνταγμα (η αναιρεσείουσα επικαλείται τα άρθ. 74 και 75, τα οποία όμως αφορούν την νομοθετική διαδικασία) δικαίωμα να καταθέσει ως σήμα το όνομά της. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, κατά το πρώτο μεν σκέλος, ώς αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην σκέψη 6, κατά το δεύτερο δε σκέλος προεχόντως διότι ερείδεται επί τής εσφαλμένης προϋποθέσεως ότι προσεβλήθη το δικαίωμά της να χρησιμοποιήσει το όνομά της ως σήμα, ενώ το όνομά της, ως στοιχείο τής προσωπικότητός της, είναι γένους θηλυκού και αποτελείται από το κύριο όνομα και το επώνυμό της (πρβλ. ΣΕ 2837/2007, 7μ).
11. Επειδή, συμφώνως προς τα ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση τού παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη τής αναιρεσίβλητης εταιρείας που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.   
 
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2009  και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Μαΐου 2010.