ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΟΡΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ

Αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα ημέρες στις άλλες μισθώσεις. Η καταγγελία για το λόγο αυτό που ισχύει και για τις εμπορικές μισθώσεις, μένει χωρίς αποτέλεσμα, αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία, αυτή καταβάλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί μετά τυχόν έξοδα καταγγελίας. Περαιτέρω από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι είναι δυνατόν να συμφωνήσουν, ότι η παράβαση οπουδήποτε όρου της μισθωτικής συμβάσεως από το μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη μίσθωση, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα χωρίς προηγούμενη διαμαρτυρία αυτού προς το μισθωτή ή αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της συμβάσεως ή αν από αυτή, προκύπτει κίνδυνος για το μίσθιο ή παραβλέπεται αυτό ή όχι κατά οποιοδήποτε τρόπο.

 

Αριθμός 1109/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντα: Η. Μ. του Δ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Μαντζουράνη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Γερασιμούλας Σιμωνέτου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15 ΕΙΔ/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 154/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/3/2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 13/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 574 AK με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα. Κατά δε το άρθρο 596 ΑΚ ο μισθωτής δεν απαλλάσσεται από το μίσθωμα, αν εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει το μίσθιο από λόγους που αφορούν τον ίδιο. Έχει όμως δικαίωμα να αφαιρέσει από το μίσθωμα καθετί που ωφελήθηκε ο εκμισθωτής χρησιμοποιώντας το μίσθιο με άλλο τρόπο. Από τις παραπάνω διατάξεις, που ισχύουν και επί εμπορικών μισθώσεων (άρθρο 44 του π.δ/τος 44/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων"), προκύπτει ότι επί μισθώσεως ορισμένης διάρκειας ο μισθωτής στον οποίο παραχωρήθηκε η χρήση του μισθίου, υποχρεούται να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα στο μισθωτή, και αν ακόμη αδυνατεί από λόγους που αφορούν το ίδιο ή δεν θέλει να κάνει χρήση του μισθίου. Ακόμη κατά το άρθρο 597 ΑΚ, αν ο μισθωτής καθυστερεί το μίσθωμα ολικά ή μερικά, ο εκμισθωτής δικαιούται να καταγγείλει τη μίσθωση τουλάχιστον πριν ένα μήνα, αν πρόκειται για μίσθωση που η διάρκειά της συμφωνήθηκε για ένα χρόνο ή περισσότερο, και πριν από δέκα ημέρες στις άλλες μισθώσεις. Η καταγγελία για το λόγο αυτό που ισχύει και για τις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 15 του προαναφερόμενου π/δτος), μένει χωρίς αποτέλεσμα, αν ο μισθωτής πριν περάσει η προθεσμία, αυτή καταβάλει το καθυστερούμενο μίσθωμα μαζί μετά τυχόν έξοδα καταγγελίας (ΑΠ 561/2010). Περαιτέρω από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι επί μισθώσεως πράγματος είναι δυνατόν να συμφωνήσουν, ότι η παράβαση οπουδήποτε όρου της μισθωτικής συμβάσεως από το μισθωτή παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να λύσει μονομερώς τη μίσθωση, χωρίς καμμία άλλη προϋπόθεση και ειδικότερα χωρίς προηγούμενη, κατά το άρθρο 594 ΑΚ διαμαρτυρία αυτού προς το μισθωτή ή αν η παράβαση αφορά ουσιώδη ή επουσιώδη όρο της συμβάσεως ή αν από αυτή, προκύπτει κίνδυνος για το μίσθιο ή παραβλέπεται αυτό ή όχι κατά οποιοδήποτε τρόπο. Η συμφωνία αυτή ισχύει και επί μισθώσεων που υπάγονται στις διατάξεις του ν.813/1978, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ/τος 34/1995, το οποίο ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι οι κατά τον παρόντα νόμο μισθώσεις, εφόσον δεν ορίζει κάτι άλλο από αυτόν, διέπονται από τους συμβατικούς τους όρους και τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΠ 1660/1991 και 1423/1986).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε με την ανέλεγκτη από τον ’ρειο Πάγο κρίση του ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) ως προκύψαντα από τις αποδείξεις τα ακόλουθα περιστατικά: "Με το από 1-5-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, η ’. Α. εκμίσθωσε προς τον εναγόμενο ένα ακίνητο του οποίου ήταν επικαρπώτρια και συγκεκριμένα οικοπεδικό χώρο εμβαδού 150 τμ με το επ' αυτού ισόγειο κτίσμα 40 τ.μ., που βρίσκεται σε κεντρική τοποθεσία της Μυκόνου και παράδωσε σ' αυτόν τη χρήση του μισθίου, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως κατάστημα ενοικίασης αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε πενταετής, από 1-5-2001 έως 30-4-2006 και το μίσθωμα συμφωνήθηκε σε 30.000 δρχ. μηνιαίως (88,04 ευρώ) πλέον χαρτοσήμου. Μετά τον επισυμβάντα το έτος 2003 θάνατο της εκμισθώτριας-επικαρπώτριας, ο μέχρι τότε ψιλός κύριος του ακινήτου Ι. Φ. απέκτησε την πλήρη κυριότητα του μισθίου και το έτος 2005, δυνάμει του υπ' αριθμ…/26-5-2005 πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικ. Ανδριοπούλου που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε το μίσθιο ακίνητο στον ενάγοντα, ο οποίος ενημέρωσε το μισθωτή για τη μεταβίβαση και υπεισήλθε πλέον στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μισθώσεως ως εκμισθωτής. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το μίσθωμα των 88 ευρώ μηνιαίως που είχε συμφωνηθεί με το προαναφερόμενο αρχικό συμφωνητικό ήταν μηδαμινό σε σχέση με την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, η οποία, στην τουριστική Μύκονο και ιδιαίτερα σε κεντρικό σημείο της είναι πολύ υψηλή. Έτσι ήταν εύλογο και αναμενόμενο ότι ο ενάγων, αφού έγινε κύριος του μισθίου, θα επιδίωκε την αναπροσαρμογή-αύξηση του μισθώματος. Πράγματι το καλοκαίρι του ίδιου έτους (2005) ευρισκόμενος στη Μύκονο για διακοπές ήλθε σε επαφή με τον εναγόμενο και ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος σε 1500 ευρώ μηνιαίως. Για το κύρος της τροποποιητικής συμφωνίας δεν είναι υποχρεωτικός ο έγγραφος τύπος, εφόσον ο έγγραφος τύπος της αρχικής συμφωνίας ήταν αποδεικτικός και όχι συστατικός. Είναι επομένως φανερό ότι έλαβε πράγματι χώρα αναπροσαρμογή του μισθώματος, όχι όμως στο ποσό των 1500 ευρώ μηνιαίως, όπως ισχυρίζεται (και απαιτούσε) ο ενάγων, αλλά στο ποσό των 1320 ευρώ μηνιαίως, πλέον χαρτοσήμου. Τούτο προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από τη με ημερομηνία 31-8-2005 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου, ποσού 16.404 ευρώ, την οποία, το καλοκαίρι του 2005, στα πλαίσια της συμφωνίας για την αύξηση του μισθώματος, εξέδωσε ο εναγόμενος μισθωτής εις διαταγήν του ιδίου και αφού την οπισθογράφησε τη μεταβίβασε και την παρέδωσε στον ενάγοντα εκμισθωτή, για την εξόφληση των μισθωμάτων ενός έτους, δηλαδή από το Μάϊο του 2005, που ο ενάγων υπεισήλθε στη μίσθωση ως εκμισθωτής, έως το τέλος Απριλίου 2006 που ήταν ο συμβατικός χρόνος λήξης της μίσθωσης. Το ποσό ακριβώς της επιταγής των δέκα έξι χιλ. τετρακοσίων τεσσάρων ευρώ αντιστοιχεί στο μηνιαίο μίσθωμα των 1320 ευρώ πλέον χαρτοσήμου 47 ευρώ (1320 + 47 ευρώ Χ 12 μήνες =16.404 ευρώ)....... Ενώ έτσι είχαν τα πράγματα, ο εναγόμενος αντιδρώντας στην πιεστική απαίτηση του ενάγοντος για περαιτέρω αύξηση του μισθώματος στο ποσό των 1500 ευρώ και επωφελούμενος του γεγονότος ότι η ήδη επιτευχθείσα συμφωνία αναπροσαρμογής δεν είχε γίνει εγγράφως-, ανακάλεσε την επίμαχη επιταγή, με αποτέλεσμα να μην πληρωθεί, όταν ο ενάγων την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 7-9-2005, λόγω ανακλήσεως, μολονότι υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, παράλληλα δε κατέθεσε στις 10-10-2005 στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 1056,48 ευρώ για τα μισθώματα ενός έτους, υπολογισμένα με το αρχικό μίσθωμα των 88,04 ευρώ. Όμως, το μίσθωμα αυτό δεν ίσχυε πλέον, αφού μεσολάβησε, κατά τα ανωτέρω, η αναπροσαρμογή του σε 1320 ευρώ και συνεπώς ο εναγόμενος κατέστη υπερήμερος ως προς την πληρωμή του υπόλοιπου, μέχρι το ποσό των 1320 ευρώ, μέρους του μισθώματος. Μετά τα περιστατικά αυτά οι σχέσεις των διαδίκων οξύνθηκαν ιδιαίτερα, ακολούθησε η μεταξύ τους ανταλλαγή εξώδικων και, εν τέλει, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή που επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 20-4-2006, με την οποία, ισχυριζόμενος ότι το μίσθωμα ανέρχεται σε 1500 ευρώ και ότι ο εναγόμενος του οφείλει 18.000 ευρώ για τα μισθώματα ενός έτους, κατάγγειλε τη μίσθωση και ζήτησε την απόδοση του μισθίου και την καταβολή του ποσού των 18.000 ευρώ. Ο εναγόμενος, ωστόσο, προκειμένου να αποτρέψει τα αποτελέσματα της καταγγελίας και ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις του για το εάν όφειλε πράγματι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, έσπευσε στις 8-5-2006 να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (Γραφείο Μυκόνου) το ποσό των 19.060,80 ευρώ, για την κάλυψη τόσο του ποσού των μισθωμάτων, όπως τα υπολόγιζε και τα απαιτούσε ο ενάγων, όσο και των εξόδων καταγγελίας, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. …/8-5-2006 Γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, το οποίο εμπρόθεσμα προσέφερε στον ενάγοντα, που αρνήθηκε να το παραλάβει. Η δημόσια κατάθεση των μισθωμάτων και η προσφορά του σχετικού γραμματίου στον ενάγοντα ο οποίος σημειωτέον είναι κάτοικος Αθηνών δικαιολογούνται από το γεγονός των ιδιαίτερα τεταμένων σχέσεων των διαδίκων, εξαιτίας των οποίων υπήρχε ο κίνδυνος να μην αποδεχθεί ο ενάγων τα μισθώματα και να απωλέσει στο μεταξύ ο εναγόμενος την προθεσμία του ενός μηνός, μέσα στην οποία όφειλε να ενεργήσει ώστε να αποτραπούν τα έννομα αποτελέσματα της καταγγελίας. Σημειώνεται, πάντως, ότι έκτοτε, κατά το διαρρεύσαν διάστημα της αντιδικίας, ο εναγόμενος συνεχίζει να καταβάλλει το αυξημένο μίσθωμα (ετησίως) επιφυλασσόμενος για κάθε αχρεώστητη καταβολή. Τέλος αποδείχθηκε ότι το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 18.000 ευρώ, για το οποίο είχε εκδοθεί το προαναφερόμενο υπ' αριθμ…/8-5-2006 γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης), έχει ήδη εισπραχθεί από τον ενάγοντα (στις 17-6-2008, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της ένδικης αγωγής), όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ…./2009 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον ο μισθωτής πριν παρέλθει μήνας από την καταγγελία κατέβαλε τα καθυστερούμενα μισθώματα προσφέροντας στον εκμισθωτή το γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης-προσέφερε μάλιστα περισσότερα από τα πράγματι οφειλόμενα-η καταγγελία έμεινε χωρίς αποτέλεσμα σύμφωνα με το άρθρο 597 παρ. 2 ΑΚ και η μίσθωση δεν λύθηκε, οπότε η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και δη καθ' ολοκληρίαν, εν όψει του ότι και το αιτούμενο με αυτήν ποσό έχει ήδη εξοφληθεί. Έσφαλε επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε την αγωγή. Κατά συνέπειαν πρέπει, κατά παραδοχή της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων της ως και κατ' ουσίαν βάσιμων, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και, αφού διακρατηθεί στο Δικαστήριο αυτό η υπόθεση, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο κατέληξε στην τυπική και ουσιαστική παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, την εξαφάνιση της υπ' αρ. 15 ΕΙΔ/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου (που είχε δεχθεί την από 5-4-2006 αγωγή του αναιρεσείοντος) και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής μόνο ως προς την ερειδομένη στο άρθρο 597 ΑΚ βάση της την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του Αστικού Κώδικα και του π.δ/τος 34/1995, ως και εκείνες των άρθρων 349, 427 και 430 ΑΚ τις οποίες ορθά εφάρμοσε, δεχόμενο ότι δεν επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της επίδικης εμπορικής μίσθωσης εκ μέρους του εκμισθωτή αναιρεσείοντος λόγω της σύννομης καταβολής των οφειλομένων μισθωμάτων και των εξόδων καταγγελίας εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου μισθωτή. Επομένως ο πρώτος από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα γιατί το Εφετείο άφησε αίτηση της ένδικης αγωγής τους αδίκαστη και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 9 περ. τελευταία ΚΠολΔ προβλεπόμενη αναιρετική πλημμέλεια. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με τον παραπάνω λόγο διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας δεν εξέτασε τη δεύτερη βάση της ένδικης αγωγής του περί καταγγελίας της επίδικης εμπορικής μίσθωσης σύμφωνα με τον όρο 14 του από 1-5-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, δηλονότι τη βάση της αγωγής περί καταγγελίας της μίσθωσης από τη σύμβαση (άρθρο 361 ΑΚ), μετά την απόρριψη της πρώτης βάσης (καταγγελίας της μίσθωσης σύμφωνα με το νόμο) ως κατ' ουσίαν αβάσιμης. Ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι νόμιμος (ΑΠ 824/2008) και πρέπει να εξετασθεί κατ'ουσίαν. Πράγματι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ύψος των οφειλομένων μισθωμάτων και γι' αυτό και μόνο ο μισθωτής αναιρεσίβλητος προχώρησε στη δημόσια κατάθεση αυτών τα οποία και ανέλαβε από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκμισθωτής. Δηλονότι το Εφετείο δέχθηκε μόνο ότι η κατ'άρθρο 597 ΑΚ καταγγελία της επίδικης μίσθωσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκμισθωτή έμεινε χωρίς αποτέλεσμα και η μίσθωση δεν λύθηκε, "οπότε η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως κατ'ουσίαν αβάσιμη και δη καθ'ολοκληρίαν ενόψει του ότι και το αιτούμενο με αυτόν ποσό έχει ήδη εξοφληθεί". Ενώ, όπως προκύπτει από την κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση από το Δικαστήριο αυτό επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 7-4-2006 και υπ'αρ. εκθεσ. Κατάθεσης 606/2006 αγωγής του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος ζήτησε από τον αντίδικό του- τότε εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο την απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου του σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ και ειδικότερα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 14 του από 1-5-2001 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, με τον οποίο (όρο) συμφωνήθηκε ότι " η μη εμπρόθεσμη καταβολή του μισθώματος ως και κάθε άλλης σχετικής με τη μίσθωση δαπάνης ή η παράβαση οποιουδήποτε από τους όρους του συμφωνητικού αυτού ή του Νόμου παρέχει στον εκμισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει αμέσως και μονομερώς τη μίσθωση, να αποβάλει τον μισθωτή από το μίσθιο και τη σχετική νόμιμη διαδικασία". Tην ανωτέρω δεύτερη -επικουρική βάση της ένδικης αγωγής όμως το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εξέτισε μετά την ουσιαστική απόρριψη της από το άρθρο 597 ΑΚ πρώτης βάσης της ίδιας αγωγής κα έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.9 περ. γ ΚΠολΔ πλημμέλεια. Επομένως ο δεύτερος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζεται από τον αναιρεσείοντα, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ'ουσίαν βάσιμος.

Με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο της δικανικής ομολογίας της βάσης της ένδικης αγωγής από τον εναγόμενο αναιρεσίβλητο που παραδεκτά επικαλέστηκε ο ενάγων και ήδη ο αναιρεσίβλητος κατά την ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών. Όμως, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ουδαμώς συνάγεται, ότι ο τελευταίος πρότεινε αντιφατικούς ισχυρισμούς ως προς το κρίσιμο ζήτημα του ύψους του μισθώματος της επίδικης μίσθωσης, ούτε συνάγεται ομολογία του (άρθρο 261 εδ.β' ΚΠολΔ) ως προς την επικαλούμενη από τον ενάγοντα αναιρεσείοντα προφορική συμφωνία της αναπροσαρμογής του μηνιαίου μισθώματος της επίδικης εμπορικής μίσθωσης στο ποσό των 1500 ευρώ, όπως ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του ο αναιρεσείων, χωρίς ο εν λόγω ισχυρισμός να αποδειχθεί από όλη την αποδεικτική διαδικασία βάσιμος. Επομένως ο παραπάνω τρίτος και ο τελευταίος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν όλων των προεκτιθέμενων πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα ως προς το μέρος που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η δεύτερη από το άρθρο 361 ΑΚ βάση της ένδικης από 5-4-2006 αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, που την εξέδωσε για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενος μέρος της, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η ένδικη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 742/2000), προσέτι δε να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 154/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αναίρεση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια (1600) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

***************

 

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

Έγκυρη είναι και η συμφωνία ότι ο εκμισθωτής θα δικαιούται μεγαλύτερη αποζημίωση από μισθώματα 4 μηνών. Μετά την κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση από τα δικαιώματα του π.δ. 34/1995 είναι έγκυρες και ισχυρές, εφόσον συνομολογούνται με μεταγενέστερο της κατάρτισης της μίσθωσης έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Δυνατότητα συνομολόγησης όρου επιμήκυνσης της τρίμηνης αναβλητικής προθεσμίας μετά την παρέλευση της οποίας επέρχονται τα αποτελέσματα της καταγγελίας από το μισθωτή και διεύρυνσης του ύψους της οφειλόμενης αποζημίωσης. Είναι άκυρη η εκ των προτέρων συμφωνία περί παραίτησης από τα δικαιώματα του μεν μισθωτή να καταγγείλει τη μίσθωση, μετά πάροδο δύο ετών και του εκμισθωτή να λάβει ως αποζημίωση μισθώματα 4 μηνών. Είναι όμως έγκυρη μεταγενέστερη συμφωνία.

 

Αριθμός 213/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στο Πικέρμι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Χατζηγιαννάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Πολέμη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2875/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6821/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-2-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βασιλάκη-Φραγκίσκου ανέγνωσε την από 24-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995 (άρθρο 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν. 2041/1992), επί συμβάσεως μισθώσεως ρυθμιζόμενης από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει την μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μισθώσεως το δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφ' όσον αφενός μεν η μίσθωση παραμένει ενεργής αφ' ετέρου δε έχει παρέλθει διετία από της ενάρξεως της. Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία εξ μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτού να καταβάλει στον εκμισθωτή εφ' άπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά τον χρόνο ασκήσεως της καταγγελίας. Η διάταξη δε αυτή, με την οποία παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει προώρως την μίσθωση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μισθώσεως και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση, καταλαμβάνει δε και τις υφιστάμενες μισθώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2741/1999, με το άρθρο 7§6 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Π.Δ 34/1995 και η διάρκεια της εμπορικής μισθώσεως ορίσθηκε σε δώδεκα έτη. Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995, κατά την οποία "η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφ" όσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά". Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διαθέσεως αυτών οι "κατά την κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο Π.Δ 34/1995. Εν σχέσει δε προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γενέσεως του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την εξάμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημιώσεως μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων. Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω, συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την "κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι, ως άνω, συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφ" όσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5§1του Συντάγματος και του άρθρου 361ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας. (ΑΠ 284/2010, ΑΠ 246/2011). Εξάλλου κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού,, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά στο οποίο το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 8/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του ως αποδειχθέντα τα εξής: Με το από 15-10-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα εκμίσθωσε στο εναγόμενο, νεόδμητο συγκρότημα κατοικιών, που αποτελείται από έξη κτίρια, εμβαδού, συνολικά, 2.850 τμ. τα οποία είναι περιφραγμένα και βρίσκονται στο Πικέρμι Αττικής στη θέση "Άγιος Σπυρίδων ή Διώνη" στη συμβολή των οδών ... και ... . Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής, δηλαδή από 15-10-1999 έως 14-10-2002 και το μίσθωμα σε 13.700.000 δραχμές, ήδη 40.205.40 ευρώ μηνιαίως, το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατ' έτος, κατά το ποσοστό του πληθωρισμού σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί από το εναγόμενο για τη στέγαση και νοσηλεία προσώπων, που περιθάλπει, για τους σκοπούς και τις ανάγκες του προγράμματος Άμεσης Παρέμβασης για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των ασθενών και για τους σκοπούς και τις ανάγκες της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Το εναγόμενο, με βάση τα παραπάνω συμφωνημένα, παρέλαβε την χρήση του μισθίου και το χρησιμοποιούσε για τους παραπάνω σκοπούς. Στη συνέχεια με την από 5-10-2000 έγγραφη τροποποίηση του μισθωτηρίου οι διάδικοι συμφώνησαν ότι "... δια την κατά τις ως άνω περιπτώσεις λύση της μισθώσεως εκ μέρους του μισθωτή Ψ.Ν.Α. ο τελευταίος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ειδοποιήσει τον ως άνω αντισυμβαλλόμενο εκμισθωτή εγγράφως δώδεκα μήνες πριν από την καθοριζόμενη στη σχετική ειδοποίηση ημέρα λύσεως της μισθώσεως, από της οποίας παύει και κάθε υποχρέωση προς καταβολήν μισθώματος. Επιπλέον συμφωνείται ότι σε περίπτωση συνδρομής κάποιας από εκ των ως άνω περιπτώσεων καταγγελίας, το συγκεκριμένο μίσθιο θα είναι το τελευταίο από τα λοιπά μισθωθέντα μετά τον σεισμό της 7-9-1999, του οποίου η μίσθωση θα καταγγελθεί". Η ένδικη μίσθωση, όπως άλλωστε έγινε δεκτό με την ως άνω 855/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, υπάγεται, στις διατάξεις του π.δ. 34/1995, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 περ.γ αυτού. Επομένως η από 5-10-2000 μεταγενέστερη τροποποίηση του μισθωτηρίου συμφωνητικού για καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δώδεκα μήνες πριν από την ημέρα λύσης αυτής, είναι έγκυρη [άρθρο 45 του π.δ. 34/1995]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 29-4-2002 το εναγόμενο επέδωσε στην ενάγουσα την με ίδια ημερομηνία εξώδικη δήλωσή του, με την οποία δήλωνε ότι αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 36 παρ. 3 του π.δ. 715/1979. την πρόωρη λύση της μίσθωσης και την αποχώρηση του από το μίσθιο στις 31-5-2002, Η παράπανω εξώδικη δήλωση είναι πρόδηλο ότι αποτελεί καταγγελία της μίσθωσης. Όμως για την καταγγελία αυτή δεν τηρήθηκε η ως άνω συμφωνία, ότι δηλαδή η καταγγελία έπρεπε να γίνει δώδεκα μήνες πριν από τη λύση της μίσθωσης. Όπως έγινε δεκτό δε με την ως άνω απόφαση του Αρείου Πάγου στην ένδικη μίσθωση δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 36 του π.δ.715/1979. αλλά η αντίστοιχη του άρθρου 43 του π.δ.34/1995. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 223 και 224 ΚΠολΔικ, η ενάγουσα επικαλείται το πρώτον την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 34/1995 με τις προτάσεις της στην κατ' έφεση δίκη, αλυσιτελώς προβάλλεται, γιατί η νομική βασιμότητα της αγωγής και η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που επικαλούνται οι διάδικοι στις αντίστοιχες διατάξεις νόμου, εναπόκειται στο Δικαστήριο και, ήδη, όπως προαναφέρθηκε, κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο ότι η αποζημίωση για την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης υπάγεται στις διατάξεις του π.δ.34/1 995 και όχι του π.δ. 715/1979. Ενόψει αυτών η από 29-4-2002 έγγραφη καταγγελία της μίσθωσης από το εναγόμενο επέφερε τα αποτελέσματα της, τη λύση, δηλαδή της μίσθωσης, όχι, όμως, αμέσως μετά την περιέλευσή της στην ενάγουσα στις 29-4-2002, ούτε και από την απόδοση στην ενάγουσα του μισθίου στις 31-5-2002, αλλά μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας, εφόσον παρήλθε διετία από την έναρξη της μίσθωσης, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω νομική σκέψη. Οφείλει ως εκ τούτου το εναγόμενο α) το κατά τον χρόνο της καταγγελίας της μίσθωσης μηνιαίο μίσθωμα έξη μηνών από αυτή [καταγγελία] δηλαδή [40.205,40 επί 6] 241.232.40 ευρώ. Όμως επειδή ήδη έχει καταβληθεί το μίσθωμα του μηνός Μαΐου 2002 η οφειλή περιορίζεται σε [241.232,40 πλην 40.205,40] 201.027 ευρώ και β) ως αποζημίωση, μισθώματα τεσσάρων μηνών ποσό [4. επί 40.205,40] 160.821,60 ευρώ και συνολικά [201.027 και 160.821,60] 361.848,60 ευρώ. Με βάση τις άνω παραδοχές το Εφετείο στέρησε την προσβαλλομένη νομίμου βάσεως καθόσον περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ενώ δέχθηκε ότι η από 5-10-2000 μεταγενέστερη τροποποίηση του μισθωτηρίου συμφωνητικού για καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δώδεκα μήνες πριν από την ημέρα λύσης αυτής είναι έγκυρη (άρθρο 45 του πδ 34/1995) και ότι για την καταγγελία αυτή δεν τηρήθηκε η ως άνω συμφωνία ότι δηλαδή η καταγγελία έπρεπε να γίνει δώδεκα μήνες πριν από τη λύση της μίσθωσης εντούτοις στη συνέχεια δέχεται ότι η από 29-4-2002 έγγραφη καταγγελία της μίσθωσης από το εναγόμενο επέφερε τα αποτελέσματά της τη λύση δηλαδή της μίσθωσης όχι αμέσως μετά την περιέλευσή της στην ενάγουσα στις 29-4-2002 ούτε και από την απόδοση στην ενάγουσα του μισθίου στις 31-5-2002, αλλά μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας εφόσον παρήλθε διετία από την έναρξη της μίσθωσης, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 43 του πδ. 34/1995. Επομένως ο υπό στοιχείο 3 λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως της ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 45 του π.δ. 34/1995 είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύγκρουση αυτού από δικαστές άλλους, εκτός εκείνων που δίκασαν να καταδικασθεί δε το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθέν, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθ.176, 183 ΚΠολΔ) κατά τα εις το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 6821/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζεις στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

**************

 

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΣΕ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ – ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ – ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ – Η ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΕΛΛΕΙΨΥ ΝΟΜΙΜΗΣ ΒΑΣΗΣ

 

Αριθμός 996/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. Μ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λιούμα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΤΑΤΣΗΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε.", με διακριτικό τίτλο "ΤΟ ΣΤΑΧΥ" που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Πολυζόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/10/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 302/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/3/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση ανέγνωσε την από 27/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παράγραφοι 1 και 2 του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" το μίσθωμα κατά τη σύναψη της σύμβασης καθορίζεται ελεύθερα από τους συμβαλλομένους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που ορίζεται στη σύμβαση. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του μισθώματος ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά διετία από την έναρξη της σύμβασης και καθορίζεται σε ποσοστό ετησίως όχι κατώτερο του έξι (6%) της αντικειμενικής αξίας του μισθίου και για τους ακάλυπτους χώρους του τέσσερα (4%) και στις περιοχές που δεν ισχύει το σύστημα αυτό, της αγοραίας αξίας τους. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο νόμος δίδει προβάδισμα στην ιδιωτική βούληση και ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία ως προς το χρόνο σύναψης της συμφωνίας, ως προς το περιεχόμενό της και το ύψος του κατ' αναπροσαρμογή μισθώματος, ως προς τη χρονική διάρκεια της σχετικής λειτουργίας, αφού λειτουργεί πλήρως η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του ΠΔ 34/1995 η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί για βραχύτερο ή για αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου. Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη κάποιου νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου (in fraudem legis) θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση. Έτσι η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Την 1-9-2000 η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη, εκμίσθωσε στους Γ. Π. και Κ. Τ., μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία *Κ. Τ. και Σια ΟΕ*, ένα ισόγειο κατάστημα ιδιοκτησίας της, εμβαδού 84 τ.μ. που βρίσκεται στα ... επί της οδού ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από την τελευταία για τη λειτουργία επιχείρησης αρτοποιϊας, ζαχαροπλαστικής και λοιπών συναφών δραστηριοτήτων, κατήρτισαν δε γι' αυτό το από 1-9-2000, ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, κατά το οποίο: η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε για έξι (6) χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής της σχετικής μισθωτικής συμβάσεως, ήτοι από 1-9-2000 μέχρι 31-8-2006, η οποία ήδη συνεχίζεται εκ του νόμου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 6 και 8 του Ν 2741/1999 για δώδεκα έτη. Το αρχικό μίσθωμα προκαταβαλλόμενο την πρώτη ημέρα κάθε μήνα ορίσθηκε σε 370.000 δρχ, αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο σε ποσοστό 6% επί του καταβαλλόμενου μισθώματος, αρχής γενομένης από την πρώτη ημέρα του δεύτερου έτους της μισθώσεως. Με βάση τη συμφωνία τους αυτή (2ος όρος της μισθώσεως) το μηνιαίο μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε διαδοχικά στα ποσά των α) 392000 δρχ από 1-9-2001 έως 31-8-2002 β) 413700 δρχ από 1-9-2002 έως 31-8-2003 γ) 440500 δρχ από 1-9-2003 έως 31-8-2004 δ) 467000 δρχ από 1-9-2004 έως 31-8-2005 και ε) 495000 δρχ από 1-9-2005 έως 31-8-2006. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι, συμφώνησαν (4ος και 5ος όρος του μισθωτηρίου) την εξακολούθηση της μίσθωσης και πέραν της συμβατικής διάρκειας, σε περίπτωση που οι μισθωτές αρνηθούν να υπογράψουν νέα σύμβαση στις 31-8-2006 με αναπροσαρμοζόμενο μίσθωμα 900000 δραχμών. Με τον ίδιο όρο, καθορίζουν επίσης ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος σε ποσοστό 15% για κάθε νέο έτος αρχής γενομένης στις 31-8-2007. Ακόμη, αποδείχθηκε, ότι οι όροι αυτοί, που τέθηκαν κατά την κατάρτιση της ένδικης μίσθωσης για προσδιορισμό μισθώματος σχεδόν διπλάσιου αυτού που θα καταβάλλεται στο τέλος του έκτου μισθωτικού έτους και του ποσοστού αναπροσαρμογής τριπλάσιου σχεδόν εκείνου που θα καταβάλλεται στο τέλος του έβδομου έτους της μισθώσεως για την περίπτωση που θα εξακολουθήσει για τον ανωτέρω λόγο η μισθωτική σχέση μεταξύ των συμβαλλομένων και πέρα απ' τη συμβατική (εξαετή) διάρκεια αυτής ενέχει, κατά τα εκτεθέντα, ανεπίτρεπτη παραίτηση από την προστασία της νομοθεσίας περί επαγγελματικής στέγης κατά τη σύναψη της μισθώσεως και συνεπεία αυτού, τέθηκε προς καταστρατήγηση των αναγκαστικού δικαίου, περί ελάχιστης διάρκειας διατάξεων του ΠΔ 34/1995, είναι άκυροι. Σημειώνεται ακόμη ότι το ανωτέρω μηνιαίο μίσθωμα και το ποσοστό αναπροσαρμογής, κατά το χρόνο που γενικώς επικρατεί η ρύθμιση της υπολειπόμενης του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ) ετήσιας αναπροσαρμογής επί των εμπορικών μισθώσεων και σε τάξη μεγέθους 75% επ' αυτού (ΔΤΚ), ενώ ο τελευταίος κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2002 μέχρι και το 2006 κυμαίνεται από 2,7% μέχρι 3,7%, όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα της Γενικής Γραμματείας Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος, που με επίκληση προσκομίζει η εκκαλούσα, είναι ασύνηθες και υπερβατικό και δεν τελεί σε αρμονία με την οικονομική κατάσταση που επικρατεί στην ΑΓΟΡΆ και τη γενικότερη κίνηση των τιμών και εισοδημάτων. Επομένως, η ένδικη αγωγή, ως προς το κεφάλαιο περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της προαναφερθείσης συμφωνίας, είναι βάσιμη και κατ' ουσίαν κατά το μέρος που υπερβαίνει εκείνο το 6% ετησίως. Και τούτο, επειδή ο έγκυρος όρος περί σταδιακής αναπροσαρμογής του μισθώματος ισχύει και για το διάστημα που παρατείνεται αναγκαστικά η σύμβαση μισθώσεως καταστήματος, δηλαδή και για χρόνο μεταγενέστερο του συμφωνημένου χρόνου λήξεως της μισθώσεως, εφόσον δεν έχει αποκλεισθεί συμβατικώς η ισχύς αυτού του όρου". Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της μισθώτριας εταιρίας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε ότι νομίμως είχε συμφωνηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος και για τον πέραν του συμβατικού νόμιμο χρόνο της μίσθωσης στο ποσό και το ποσοστό που αναφέρεται στους 4ο και 5ο και αναγνώρισε ότι οι τελευταίοι όροι είναι άκυροι ως τεθέντες προς καταστρατήγηση του άρθρου 5 του ΠΔ 34/1995 που καθορίζει την ελάχιστη διάρκεια της μίσθωσης επαγγελματικής στέγης σε 12 έτη. Με τους λόγους της αναίρεσης (Α και Β) η αναιρεσείουσα εκμισθώτρια προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του ΠΔ 34/1995, καθώς και των διατάξεων 3, 174, 180, 181, 361 και 371 ΑΚ. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ενόψει του καθιερούμενου προβαδίσματος της ιδιωτικής βούλησης κατά τον καθορισμό του μισθώματος και τους όρους αναπροσαρμογής και της καθιερούμενης κατ' απόλυτο τρόπο ελάχιστης διάρκειας (δωδεκαετούς) της επαγγελματικής μίσθωσης, ευθέως παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διότι με τους ανωτέρω όρους καθορίζεται ο τρόπος αναπροσαρμογής του μισθώματος κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου και του χρόνου της συνέχισης αυτής μέχρι τη συμπλήρωση της νόμιμης διάρκειας. Οι λόγοι αναίρεσης, επομένως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος, ήτοι καθόσον αφορά το κεφάλαιο της αγωγής για ακυρότητα των όρων περί αναπροσαρμογής του μισθώματος, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, η αναιρεσίβλητη εταιρία πρέπει, ως ηττηθείσα, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4/2009 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος στο ίδιο Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Μαϊου 2011.

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριο συνεδρίαση στις 16 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

**************

 

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟΥ – ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΕΦΕΣΗΣ ΚΑΤ’ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ – ΜΙΣΘΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

Εκείνος που δικαιούται να ασκήσει την έφεση και  διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία αυτής είναι 15 ημέρες. Υπαγωγή και των διαφορών που προκύπτουν από τις εμπορικές μισθώσεις καθώς και οι διαφορές από την ΑΚ 601 και άρθρο 23 του Νόμου 813/1978, στην ιδία προθεσμία. Το εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου, που προκύπτει από απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το πρώτο σκέλος και ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο τοιούτο, την ένσταση των εναγομένων - μισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποίαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει ουσιαστικά δεκτή και συνεπεία τούτου απορρίψει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατά το κεφάλαιο όμως που αφορούσε την εν λόγω ένσταση, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο εφετείο με την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραπονέθηκαν με λόγο εφέσεως για την κατ' ουσίαν παραδοχή της. Συνεπώς, η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς το κεφάλαιο αυτό.

 

Αριθμός 1294/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Αφες Ε. Σ. Ο.Ε." που εδρεύει στην Θήβα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Ε. Σ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κακόγιανου και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Σ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Κακόγιανου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Σ. του Φ., 2) Ά. Β. του Γ., 3) Κ. Β. του Γ., 4) Χ. Β. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αστέριο Κουρούπη και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20/11/2006 και 27/11/2006 αντίθετες αγωγές των ως άνω διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 161/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/2/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 24/2/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 24-2-2010 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 161/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως και όχι ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 902/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 48 του Π/Δ 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων" κάθε διαφορά από τη μίσθωση που ρυθμίζεται από το παρόν διάταγμα υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου ή του Ειρηνοδικείου, ανάλογα με το ποσό του καταβαλλόμενου μισθώματος, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 14 παρ. 1 εδ β και 16 αρ. 1 ΚΠολΔ. Στην αρμοδιότητα των ως άνω δικαστηρίων υπάγονται και οι διαφορές από παρεπόμενες συμβάσεις της μίσθωσης, καθώς και εκείνες από το άρθρο 601 ΑΚ και 23 του Ν. 813/1978. Οι διαφορές από τα προηγούμενα εδάφια εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των άρθρων 647 έως 662 ΚΠολΔ. Από τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής με την οποία ο νομοθέτης θέλησε να υπαγάγει στην ταχεία και ολιγοδάπανη διαδικασία των διαφορών περί παραδόσεων ή αποδόσεως μισθίου όλες τις διαφορές που πηγάζουν από τις εμπορικές μισθώσεις και τις συναφείς με αυτές συμβάσεις συνάγεται ότι υποβάλλονται στη διαδικασία αυτή και οι διαφορές από τα άρθρα 576, 577 και 584 ΑΚ, αυτές δηλαδή που γεννιούνται αν λείπει κατά τη συνομολόγηση της σύμβαση η συμφωνημένη, ιδιότητα του μισθίου ή αν δεν παραδόθηκε στο μισθωτή ή του παρεμποδίσθηκε η χρήση του μισθίου. Επομένως, και για τις διαφορές αυτές έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 652 ΚΠολΔ, κατά την οποία η προθεσμία της έφεσης, αν εκείνος που δικαιούται να την ασκήσει διαμένει στην Ελλάδα, είναι δέκα πέντε (15) ημέρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, ως εκπρόθεσμη, την υπό ημερομηνία 20/3/2008 ασκηθείσα έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αρ. 125/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών δεχθέν ότι, από το ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο της εκκαλουμένης, με την επ' αυτού σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδος ... και του εφετηρίου, τα οποία είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι η ως άνω εκκαλουμένη απόφαση είχε επιδοθεί στον πληρεξούσιο δικηγόρο των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Λάμπρο Γκάνη, δικηγόρο Χαλκίδος στις 4/3/2008 και η υπό ημερομηνία 20/3/2008 έφεση είχε κατατεθεί στην γραμματεία του εκδόσαντος την εκκαλουμένη απόφαση στις 2/4/2008, ήτοι ασκήθηκε μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 652 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, ότι η μη ολοκληρωθείσα επίδοση της εκκαλουμένης από τον δικαστικό επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θηβών ... στον δεύτερο πληρεξούσιο των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων Κων/νο Ζέρβα, δικηγόρο Θηβών, διότι δεν προέκυπτε ημερομηνία επίδοσης, είναι άνευ εννόμου επιρροής, καθόσον οι ανωτέρω με την ως άνω πρώτη επίδοση είχαν κάνει την επιλογή τους, αφού και οι δύο ανώτεροι πληρεξούσιοι είχαν παραστεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος που εξέδωσε την εκκαλουμένη κατά την ως άνω μισθωτική διαδικασία.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, Π1 10 Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ως άνω έφεση, των αναιρεσειόντων κατά της ανωτέρω εκκαλουμένης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που απέρριψε αγωγής τους για καταβολή αποζημιώσεως, κι επίσης απέρριψε, συνεκδικασθείσα αγωγή των αναιρεσιβλήτων για καταβολή μισθωμάτων, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης στο δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο, είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας το ως αμάχητη αλήθεια, όσο κι αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκε τελεσίδικα και τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν οι έννομες συνέπειες.

Εξ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 16 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, το οποίο προέβη αυτεπαγγέλτως ή κατά πρότασης κάποιου από τους διαδίκους σε έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σε αυτό η απόφαση, όσο και η κρίση της συνδρομή ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων , κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και το αποτέλεσμα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. α ΚΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων. Για την εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την άσκηση δικαιώματος, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, απαιτείται, κατ' αρχήν, αδράνεια του δικαιούχου για μεγάλο χρονικό διάστημα και παράλληλα να συντρέχουν κι άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που να προέρχονται από τη συμπεριφορά του ίδιου, από την οποία, εν όψει και της αδράνεια του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε ευλόγως στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης αυτού, οπότε και μόνο η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα αντίκειται προφανώς στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ ο προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού η διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδία αγωγών, εγγράφων προτάσεων και εφετηρίων προκύπτουν τα εξής:

Επί της από 20/11/06 αγωγής των αναιρεσειόντων (μισθωτών) και την από 27/11/06 αγωγής των αναιρεσιβλήτων (εκμισθωτών), οι οποίες συνεκδικάσθηκαν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, εκδόθηκε η υπ' αρ. 125/2007 απόφαση του μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο απέρριψε την μεν πρώτη, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι η σύμβαση μίσθωσης δεν λύθηκε συνεπεία καταγγελίας της μισθώτριας και ότι αυτή δεν εδικαιούτο να ζητήσει αποζημίωση για τις δαπάνης ανακαίνισης του μισθίου ακινήτου (καταστήματος), την δε δεύτερη, με την οποία οι ενάγοντες - εκμισθωτές ζητούσαν καθυστερούμενα μισθώματα, ως ασκηθείσα καταχρηστικά ,δεχόμενο σχετική ένσταση των εναγομένων - μισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Προς θεμελίωση της ένστασης τους αυτή οι ενιστάμενοι - αναιρεσειόντες επικαλέσθηκαν α) ότι οι αντίδικοί τους εγνώριζον κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι το μίσθιο ακίνητο ήταν υπό απαλλοτρίωση και το απέκρυψαν, ότι εάν αυτό τους ήταν γνωστό δεν θα είχαν συνάψει τη σύμβαση και δεν θα δαπανούσαν το χρηματικό ποσό των 61.813,15 ευρώ για ανακαίνιση του μισθίου καταστήματος του οποίου τελικά δεν έκαναν χρήση και τέλος, ότι παρά τις επιδόσεις εξωδίκων, μετά διαμαρτυριών, δηλώσεων και προσκλήσεων, δημιουργήθηκε, ευλόγως, σε αυτούς η πεποίθηση ότι λύθηκε η μεταξύ τους σύμβαση και συνήψαν νέα τοιαύτη με τρίτους μισθώνοντας παρακείμενο ακίνητο, και β) ότι η καθυστέρηση, επί οκτάμηνο, της δικαστικής διεκδίκησης των μισθωμάτων είναι καταχρηστική, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Το Εφετείο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση συνεπεία, άσκησης, αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, αφού προηγουμένως απέρριψε, ως εκπρόθεσμη, την ασκηθείσα έφεση των εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσειόντων, έκαναν τυπικά και ουσιαστικά δεκτή την έφεση των εφεσιβλήτων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη κατά το μέρος που είχε απορρίψει την αγωγή των εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων, δίκασε την από 27/11/2006 αγωγή αυτών, την οποίαν έκανε ουσιαστικά δεκτή, επιδικάζοντας τα αιτούμενα μισθώματα. Επίσης, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, που προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος και ως μη νόμιμη κατά το δεύτερο τοιούτο, την ανωτέρω ένσταση των εναγομένων - μισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποίαν το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κάνει ουσιαστικά δεκτή και συνεπεία τούτου απορρίψει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατά το κεφάλαιο όμως που αφορούσε την εν λόγω ένσταση, η υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παραπονέθηκαν με λόγο εφέσεως για την κατ' ουσίαν παραδοχή της.

Συνεπώς, η απόφαση του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είχε καταστεί τελεσίδικη ως προς το κεφάλαιο αυτό.

Επομένως, το Εφετείο, παρά το νόμο δέχτηκε την ύπαρξη δεδικασμένου και απέρριψε εξαιτίας αυτού την ως άνω ένσταση κατά το πρώτο σκέλος της ως απαράδεκτη. Έτσι, υπέπεσε στην επικαλούμενη, κατ' ορθήν εκτίμηση, από τον ΑΡΙΘΜΌ 16 περ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο, αναφορικά με την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος των αναιρεσειόντων να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το κεφάλαιο που αφορά την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στο σύνολό της δηλαδή και κατά το μέρος που αυτή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενόψει του ότι το νόμιμο ή μη της επίμαχης ενστάσεως θα κριθεί από το σύνολο των επικαλούμενων περιστατικών, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 161/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

 (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως και καταδικάσει του αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22/07/2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

*****************

ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΕ ΝΠΔΔ – ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΩ ΙΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΟΥ ΜΙΣΘΙΟΥ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥ ΣΕ ΝΠΔΔ

 

Οι διατάξεις του ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του κατωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ. Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περιπτ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ. 496/1974, με τις οποίες διατάξεις (των άρθρων 40 παρ. 1 περ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979) ορίζονται, ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ώφειλεν να λάβει γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως". Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν. 813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1744/1991. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

 

Αριθμός 194/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου εταιρίας με την επωνυμία "ΘΗΤΑ ΜΙ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε" , που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Παύλο Ιωαννίδη και Τριανταφυλλιά Κωστούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Μαΐου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 281/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1015/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 6 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο  της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση, και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας τού ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).

Εξάλλου, οι διατάξεις του ν. 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", όπως ισχύουν (μετά την ισχύ του π.δ. 34/10-2-1995 που κωδικοποίησε τις διατάξεις νόμων περί εμπορικών μισθώσεων), εφαρμόζονται και στις μισθώσεις ακινήτων, που καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, ως εκμισθωτή, υπό την προϋπόθεση ότι οι μισθώσεις αυτές εμπίπτουν στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 αυτού (ήδη 1 και 2, 3 του ανωτέρω π.δ.), διότι ο ν. 813/1978, σε σχέση με τις προστατευόμενες μισθώσεις επαγγελματικής στέγης, περιέχει ρύθμιση ειδική, η οποία, ως τέτοια, επικρατεί της νομοθεσίας που αναφέρεται στη διαχείριση της περιουσίας των ΝΠΔΔ. Ενόψει αυτών, στις μισθώσεις, που υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ν. 813/1978, οι οποίες καταρτίζονται με ΝΠΔΔ, δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 παρ. 1 περιπτ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979 "περί τρόπου ενεργείας υπό των ΝΠΔΔ προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων ακινήτων, εκποιήσεων κινητών πραγμάτων ως και εκτελέσεως εργασιών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 43 παρ. 4 του ν.δ. 496/1974, με τις οποίες διατάξεις (των άρθρων 40 παρ. 1 περ. ζ' και 44 παρ. 4 του π.δ. 715/1979) ορίζονται, ότι "ο μισθωτής δεν δικαιούται εις μείωσιν του μισθώματος από της κατακυρώσεως της μισθώσεως και εφεξής. Το ΝΠΔΔ δεν ευθύνεται έναντι του μισθωτού δια την πραγματικήν κατάστασιν εις ην ευρίσκεται το μίσθιο και ης ώφειλεν να λάβει γνώσιν ούτος και δεν υποχρεούται εκ του λόγου τούτου, εις επιστροφήν ή μείωσιν του μισθώματος ούτε εις την λύσιν της μισθώσεως". Και τούτο, διότι οι διατάξεις του ν. 813/1978 ως ειδικές, κατισχύουν των διατάξεων αυτών (ΑΠ 1744/1991. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται επί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων τόσο του οφειλέτη όσο και του δανειστή, που απορρέουν από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, ασχέτως αν αυτή προέρχεται από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει η διάταξη αυτή στον δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια στο μέτρο εκείνο, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του ν. 818/1978, η οποία προβλέπει την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, δεν προκύπτει ειδικώς, αν στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (ΑΚ 388), επιτρέπεται αναπροσαρμογή του μισθώματος με βάση το άρθρο 288 ΑΚ, εκ τούτου όμως δεν έπεται, ότι ο νομοθέτης θέλησε να αποκλείσει την εφαρμογή της. Η αναφορά στο νόμο του άρθρου 388 ΑΚ, οφείλεται στο ότι η διάταξη αυτή αποτελεί τυπική περίπτωση εφαρμογής της καλής πίστης επί των αμφοτεροβαρών, όπως η μίσθωση, συμβάσεων, καθώς και στη θέληση του νομοθέτη να άρει τις αμφισβητήσεις, που είχαν ανακύψει υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς εμπορικών μισθώσεων, ως προς την έκταση της εφαρμογής της και δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε οφειλή, διατάξεως του άρθρου 288 του ΑΚ. Αν τέτοια βούληση υπήρχε, θα έπρεπε, ενόψει του χαρακτήρα της διάταξης αυτής ως γενικής και αναγκαίας για την περιστολή ή αποφυγή των ακυροτήτων, στις οποίες θα μπορούσε να καταλήξει το ανωτέρω σύστημα αναπροσαρμογής του μισθώματος, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ, να δηλωθεί ρητώς (Oλ. ΑΠ 9/1997). Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ είναι αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς η εφαρμογή της καλής πίστης στην εκπλήρωση των ενοχικών σχέσεων δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά εκ των προτέρων με παραίτηση του ενός ούτε με συμφωνία και των δύο μερών και, επομένως, τέτοια παραίτηση ή συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω, βασική εκδήλωση της καλής πίστης με αντίκτυπο στην κύρια παροχή είναι η αναπροσαρμογή του ύψους αυτής. Έτσι, με βάση την ΑΚ 288, μπορεί να επιβάλλεται μείωση του ύψους της παροχής, όταν αυτή έγινε δυσβάστακτη για τον οφειλέτη εξαιτίας π.χ. μεταγενέστερης μεταβολής συνθηκών. Τέλος, από τον συνδυασμό, των διατάξεων των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ συνάγεται ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να παραδώσει στον μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, στην περίπτωση δε που κατά το χρόνο της παράδοσής του στον μισθωτή, το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ως επίσης και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε μία τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, πλην όμως, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 και 581 του ΑΚ, ο εκμισθωτής δεν ευθύνεται για πραγματικά ελαττώματα γνωστά στο μισθωτή και για συμφωνημένες ιδιότητες που την έλλειψή τους γνώριζε ο τελευταίος κατά τη συνομολόγηση της σύμβασης, όπως επίσης και όταν αυτός (μισθωτής) παρέλαβε ανεπιφύλακτα το μίσθιο γνωρίζοντας το ελάττωμα ή την έλλειψη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η περί της ιδιότητας του μισθίου συμφωνία δεν απαιτείται να είναι ρητή, αλλά δύναται κατά τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να θεωρηθεί και σιωπηρώς συμφωνηθείσα, όταν επί τοιούτων πραγμάτων υπάρχουν στις συναλλαγές συνήθεις ιδιότητες του μισθίου, τις οποίες ο μισθωτής ευλόγως εδικαιούτο να προσδοκά ως υπάρχουσες, ως φύσει εξυπακουόμενες ή όταν ο εκμισθωτής δήλωσε ως υπάρχουσες, θεωρούνται ως συμφωνηθείσες, χωρίς να γίνεται ειδική μνεία περί αυτών στη σύμβαση. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, τα ακόλουθα: "Το εναγόμενο ν.π.δ.δ. ιδρύθηκε με το π.δ. 411/1995 για να αποτελέσει το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της .... Η ανάπτυξη του νοσοκομείου αυτού θα γινόταν με βάση τον Οργανισμό του σταδιακά με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου του σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του αρμόδιου Υπουργείου Υγείας. Το καλοκαίρι 1999 είχε αποπερατωθεί η κτιριακή υποδομή του και είχε εξοπλισθεί με τα αναγκαία ιατρικά μηχανήματα και την κατάλληλη επίπλωση. Είχε μάλιστα αρχίσει η μερική λειτουργία του με την πρόσληψη προσωπικού (ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού) 450 ατόμων. Λειτουργούσαν δε κλινικές ικανές να νοσηλεύσουν 120 ασθενείς. Όμως, με βάση τον Οργανισμό του, το Νοσοκομείο μπορούσε να αναπτύξει μέχρι 708 κλίνες και για τη στελέχωσή του προβλέπονταν η πρόσληψη επί πλέον προσωπικού 1.600 ατόμων περίπου (δηλαδή συνολικά 2.000). Το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου, εκτιμώντας ότι από το 2000 θα στελεχώνονταν όλες οι υπηρεσίες του σε ποσοστό τουλάχιστον 80% της προαναφερόμενης δυναμικότητάς του, προκήρυξε πλειοδοτικό διαγωνισμό για την εκμίσθωση των κυλικείων του νοσοκομείου που προορίζονταν για την εξυπηρέτηση του προσωπικού, των ασθενών και των επισκεπτών. Με τη διακήρυξη η τιμή εκκίνησης για καθένα από τα δύο ένδικα κυλικεία (το ένα είναι κοντά στο αμφιθέατρο του ισογείου εμβαδού 10 τ.μ. και το άλλο στα εξωτερικά ιατρεία του πρώτου ορόφου, εμβαδού 18,26 τ.μ.) καθορίσθηκε σε 1.300.000 δρχ το μήνα. Τα μισθώματα εκκίνησης ορίσθηκαν σε τέτοια μεγάλα ύψη λόγω της φύσεως των μισθίων κυλικείων, τα οποία κατά κανόνα έχουν πελατεία εξασφαλισμένη και αναγκαστική. Παράλληλη αιτία του ύψους αυτών ήταν και το γεγονός ότι υπήρχε προσδοκία, αν όχι πλήρους αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου, η ανάπτυξη αυτής μέχρι το 80%. Η ενάγουσα αναδείχθηκε πλειοδότρια για τα ανωτέρω ακίνητα, προσφέροντας μίσθωμα 2.760.000 δρχ (8.100 ευρώ) και 2.540.000 δρχ (7.454 ευρώ), αντίστοιχα. Έτσι καταρτίσθηκε μεταξύ των μερών η από 14.1.2000 σύμβαση μισθώσεως των κυλικείων αυτών για δύο έτη (1.2.2000 έως 31.1.2002) αντί των ανωτέρω μισθωμάτων. Το χαρτόσημο θα βάρυνε τη μισθώτρια, η οποία παρέλαβε τα μίσθια και εγκαταστάθηκε σ' αυτά. Όταν γινόταν ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΌΣ, απασχολούνταν στο νοσοκομείο προσωπικό 450 ατόμων, οι κατά μέσο όρο νοσηλευόμενοι ασθενείς ημερησίως ήταν 100, οι συγγενείς και επισκέπτες 300 κατά μέσο όρο, και οι εκπαιδευόμενοι φοιτητές 200. Συνολικά, δηλαδή κατά μέσο ημερησίως κυκλοφορούσαν στο νοσοκομείο περί τα 1050 άτομα, που ήταν και η πιθανή πελατεία των κυλικείων. Αν βέβαια το νοσοκομείο είχε πλήρη ανάπτυξη, το εύρος της πελατείας θα ήταν πολύ μεγαλύτερο και θα άγγιζε τα 4.600 άτομα ημερησίως, διότι το προσωπικό θα ήταν 2.000 άτομα, οι νοσηλευόμενοι κατά μέσο όρο 600, οι συνοδοί και επισκέπτες τους κατά μέσο 1.800 και οι εκπαιδευόμενοι φοιτητές 200. Όπως προαναφέρθηκε, υπήρχε η προσδοκία ότι τον Φεβρουάριο 2000 η δυναμικότητα του νοσοκομείου θα είχε αναπτυχθεί σε ποσοστό 80%. Με βάση αυτή την εκτίμηση υπολογίζεται ότι η πελατεία των κυλικείων θα ήταν 3.680 άτομα κατά μέσο όρο ημερησίως. Στην εκτίμηση αυτή άλλωστε απέβλεψε τόσο η ενάγουσα και γι' αυτό πλειοδότησε για το μίσθωμα των κυλικείων στα ανωτέρω ύψη, όσο και το διοικητικό συμβούλιο και γι' αυτό καθόρισε τα ποσά εκκινήσεως σε τόσο μεγάλα ύψη. Ναι μεν στο μισθωτήριο δεν αναφέρεται κάποια διαβεβαίωση του εκμισθωτή για τα μεγέθη αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου, ούτε συναρτήθηκε το μίσθωμα ευθέως με αυτά, πλην όμως υπήρξε προφορική διαβεβαίωση των εκπροσώπων του για την ανάπτυξη της δυναμικότητας σε ποσοστό 80%, διότι αυτή ήταν και η δική τους προσδοκία. Οι προσδοκίες όμως αυτές δεν επιβεβαιώθηκαν. Όταν εγκαταστάθηκε η μισθώτρια στα μίσθια, αλλά και στη συνέχεια, το νοσοκομείο εξακολουθούσε να υπολειτουργεί, έχοντας την ίδια ακριβώς δυναμικότητα όπως κατά το χρόνο του διαγωνισμού. Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε με εξώδικη δήλωσή της προς το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου και ζήτησε την αναπροσαρμογή του μισθώματος με ανάλογη μείωση αυτού κατά ποσοστό 70%. Το εναγόμενο αρνήθηκε και έτσι προέκυψε η υπό κρίση διαφορά. Εφόσον, λοιπόν, το μέγεθος της αναπτύξεως της δυναμικότητας του νοσοκομείου του εναγομένου, με το οποίο συναρτάται άμεσα και το μέγεθος της πελατείας των κυλικείων αυτού, αποτέλεσε (σιωπηρά έστω) ουσιαστική προϋπόθεση για την κατάρτιση της ένδικης μισθώσεως, η δε μισθώτρια δεν ανέλαβε τον σχετικό επιχειρηματικό κίνδυνο, η μη πλήρωση αυτής της προϋποθέσεως διατάραξε την ισορροπία της συμβάσεως, έτσι ώστε παροχή (μίσθια) και αντιπαροχή (μίσθωμα) να τελούν σε σημαντική δυσαναλογία. Γι' αυτό οι αρχές της καλής πίστεως και τα συναλλακτικά ήθη επιβάλλουν, σύμφωνα άλλωστε και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, να αναπροσαρμοσθεί το μίσθωμα που οφείλει η ενάγουσα για το ένδικο διάστημα, δηλαδή την πρώτη διετία της μίσθωσης, κατά την οποία οι ανωτέρω συνθήκες παρέμειναν ίδιες. Για να υπάρχει αναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να μειωθεί το μίσθωμα των κυλικείων κατά ποσοστό 60%, όπως άλλωστε έκρινε τελεσίδικα η υπ' αριθ. 170/2002 απόφαση του δικαστηρίου αυτού για άλλο κυλικείο του ίδιου νοσοκομείου, για το οποίο πλειοδότης-μισθωτής αναδείχθηκε τρίτος ....

Συνεπώς, το καταβλητέο μηνιαίο μίσθωμα πρέπει να προσδιοριστεί ως εξής: Για το κυλικείο που είναι κοντά στο αμφιθέατρο του ισογείου εμβαδού 10 τ.μ. σε 3.240 ευρώ και για το άλλο στα εξωτερικά ιατρεία του πρώτου ορόφου εμβαδού 18,26 τ.μ. σε 2.981,6 ευρώ. Το χαρτόσημο θα βαρύνει κατά τη σύμβαση τη μισθώτρια. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν διαβεβαίωσε (ούτε ρητά ούτε σιωπηρά) την ενάγουσα ότι η δυναμικότητα του νοσοκομείου του θα αναπτυχθεί μέχρι το 80% στην κρίσιμη διετία, αλλά ότι αντίθετα τα όργανά του ρητά επέστησαν την προσοχή των διαγωνιζομένων για τα ύψη, στα οποία θα πλειοδοτούσαν, διότι το νοσοκομείο θα αναπτύσσονταν σε βάθος χρόνου και σταδιακά, δεν είναι βάσιμος και πρέπει απορριφθεί αφού, αν δεν επρόκειτο να λειτουργήσει το νοσοκομείο από την αρχή σε μέγεθος δυναμικότητας τουλάχιστον 80%, τότε λογικό θα ήταν να μην εκτεθούν σε διαγωνισμό προς εκμίσθωση και τα 4 κυλικεία, όπως έγινε, αλλά λιγότερα και σταδιακά, δεδομένου ότι για την εξυπηρέτηση των διακινούμενων στο νοσοκομείο προσώπων θα αρκούσαν και λιγότερα από τα 4 κυλικεία, ακόμη και ένα μόνο. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει κατά ένα μόνο μέρος δεκτή και, αφού μειωθεί το μίσθωμα κατά ποσοστό 60%, να αναπροσαρμοστεί στα ανωτέρω ύψη για την κρίσιμη διετία". Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 268 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να δικαιολογηθεί η μείωση του συμφωνημένου μισθώματος όχι κατά ποσοστό 70% που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά κατά 60% που έκρινε ως αναγκαίο το Εφετείο. Επομένως, με τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά της σ' αυτόν κατά το άλλο μέρος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, της μείωσης δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος κατά ποσοστό 60% και όχι 70%, που είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία της σύμβασης και να μη τελούν σε σημαντική δυσαναλογία οι δύο παροχές και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά την αναιρεσείουσα σε αντίθεση με το ότι: α) δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σε ποια αποδεικτικά στοιχεία στηρίχθηκε, β) υπέστη η αναιρεσείουσα μισθώτρια συνολική ζημιά 2.576.401 δρχ. και γ) ήταν απρόσφορο συγκριτικό στοιχείο η υπ' αριθ. 170/2002 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-9-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΗΤΑ ΜΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1015/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

****************

ΝΟΜΙΜΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ – ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ ΚΑΙ ΛΥΣΗΣ ΑΥΤΗΣ ΜΕ ΜΙΑ ΝΕΟΤΕΡΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Η διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων διακρίνεται σε συμβατική και σε νόμιμη. Η νόμιμη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων ήταν αρχικά έξι (6) έτη (άρθρο 4 παρ. 1 του ν.813/1978). Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2235/1994, (άρθρο 5 παρ.1 ΠΔ 34/1995), ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για εννέα (9) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας". Στη συνέχεια με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 τροποποιήθηκε το άρθρο 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ...". Με το άρθρο 7 παρ. 8 του ν. 2741/1999 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου μισθώσεις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τροποποιήθηκε η προηγούμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 μόνο ως προς την υποχρεωτική διάρκεια της μίσθωσης για 12 χρόνια και όχι για το υπόλοιπο περιεχόμενό της. Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις προηγούμενες μισθώσεις, αλλά αφορά μόνο την αρχική συμβατική διάρκεια και όχι και τη νεότερη συμφωνία για σύντμηση του χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την τροποποίηση με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και την επέκταση της νόμιμης διάρκειας σε 12 χρόνια. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο. Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφωνείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο. Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος (άρθρο 599 αριθ.1 ΑΚ).

 

Αριθμός 594/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "MARMARAS NAVIGATION LTD" που εδρεύει στην ..., διατηρεί νόμιμη εγκατάσταση γραφείων στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "ASSOMATI INVESTMENT CORPORATION", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Παραβαντή και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 810/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 114/2007 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/2/2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων διακρίνεται σε συμβατική και σε νόμιμη. Η νόμιμη διάρκεια των εμπορικών μισθώσεων ήταν αρχικά έξι (6) έτη (άρθρο 4 παρ. 1 του ν.813/1978). Με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2235/1994, (άρθρο 5 παρ.1 ΠΔ 34/1995), ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για εννέα (9) έτη, ακόμη και αν έχει συναφθεί για βραχύτερο ή αόριστο χρόνο, μπορεί όμως να λυθεί με νεότερη συμφωνία, που αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας". Στη συνέχεια με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 τροποποιήθηκε το άρθρο 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και ορίστηκε ότι "η μίσθωση ισχύει για δώδεκα (12) έτη, ...". Με το άρθρο 7 παρ. 8 του ν. 2741/1999 ορίστηκε ότι "οι διατάξεις των παρ. 6 και 7 εφαρμόζονται και στις υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου μισθώσεις". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι τροποποιήθηκε η προηγούμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 μόνο ως προς την υποχρεωτική διάρκεια της μίσθωσης για 12 χρόνια και όχι για το υπόλοιπο περιεχόμενό της. Η διάταξη αυτή καταλαμβάνει και τις προηγούμενες μισθώσεις, αλλά αφορά μόνο την αρχική συμβατική διάρκεια και όχι και τη νεότερη συμφωνία για σύντμηση του χρόνου, η οποία εξακολουθεί να ισχύει και μετά την τροποποίηση με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999 του άρθρου 5 παρ. 1 του ΠΔ 34/1995 και την επέκταση της νόμιμης διάρκειας σε 12 χρόνια. Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων με εκείνη του άρθρου 361 ΑΚ προκύπτει ότι η εμπορική μίσθωση, όπως και κάθε άλλη σύμβαση, μπορεί να λυθεί με νεότερη αντίθετη συμφωνία, η οποία μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, είτε την άμεση λύση της μίσθωσης, είτε τη λύση της σε χρόνο συντομότερο από εκείνον που ισχύει σύμφωνα με το νόμο. Η μεταγενέστερη αυτή της συνάψεως της συμβάσεως εμπορικής μισθώσεως συμφωνία για να είναι έγκυρη, πρέπει να καταρτίζεται ανάμεσα στον εκμισθωτή και το μισθωτή και να αποδεικνύεται με έγγραφο βέβαιης χρονολογίας, να συμφωνείται δε η άμεση λύση της μίσθωσης ή η λύση της σε ρητά καθοριζόμενο χρονικό σημείο. Στην περίπτωση αυτή η λύση της μίσθωσης επέρχεται ευθύς ως συμπληρωθεί ο συμφωνηθείς εγγύτερος χρόνος (άρθρο 599 αριθ.1 ΑΚ). Η νεότερη αυτή συμφωνία ενέχει παραίτηση του μισθωτή από δικαιώματα που του παρέχει ο ν. 813/1978 ή άλλος τροποποιητικός αυτού μεταγενέστερος νόμος (ΑΠ 1264/2001). Για το λόγο αυτό είναι αδιάφορο αν η συμφωνία έγινε πριν ή μετά την ισχύ του ν. 2741/1999. Το νοηματικό περιεχόμενο του άρθρου 7 παρ. 6 του ως άνω νόμου είναι ότι η δωδεκαετής διάρκεια των μισθώσεων καταλαμβάνει και τις υφιστάμενες μισθώσεις, στις οποίες δεν έχουν καταρτισθεί νεότερες συμφωνίες, για συντομότερο χρόνο διάρκειας. Συνεπώς, εφόσον οι νεότερες συμφωνίες καταρτίζονται πριν από το χρόνο έναρξης του νόμου που κάθε φορά παρατείνει αναγκαστικά τη μίσθωση, οι ως άνω μισθώσεις δεν παρατείνονται, αλλά λύνονται στον ρητά καθοριζόμενο με τη νεότερη συμφωνία χρόνο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε, εκτός των άλλων, ότι στην αγωγή διαλαμβάνονται και τα ακόλουθα: "Με την από 14-4-2003 αγωγή της, όπως αυτή παραδεκτά διευκρινίστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) ισχυρίστηκε ότι με το από 17/3/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, η πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) μίσθωσε, από τον ΑΑ για το χρονικό διάστημα 17/3/1998 μέχρι 31/3/2007, αντί μηνιαίου μισθώματος, το οποίο στις 31/3/2003 ανερχόταν, (μετά από σταδιακές αναπροσαρμογές αυτού), σε 1691 €, τις ευρισκόμενες στον έκτο όροφο της οικοδομής, επί της οδού ..., (στον ...), οριζόντιες ιδιοκτησίες, υπό στοιχεία 4,5,6, και 7, συνολικής επιφάνειας 191 τ.μ. περίπου, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για τη στέγαση των γραφείων της. Ότι στη συνέχεια με το από 1/10/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό σύντμησης συμβατικού χρόνου μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των ίδιων προσώπων και έχει βέβαιη χρονολογία, συμφωνήθηκε ότι η διάρκεια της ένδικης μίσθωσης θα λήξει στις 31/3/2003, η οποία ορίστηκε ως δήλη ημέρα απόδοσης του μισθίου ... Ότι την πιστή τήρηση των όρων της παραπάνω σύμβασης μίσθωσης εγγυήθηκε προσωπικά η δεύτερη εναγομένη ( ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ), ... Ότι ακολούθως με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Β. Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ΑΑ μεταβίβασε την κυριότητα του μισθίου στην ενάγουσα εταιρία, εκχωρώντας συγχρόνως σ' αυτή όλα τα δικαιώματά του από την επίδικη μίσθωση, στην οποία και υπεισήλθε ως κυρία πλέον του μισθίου, γεγονός που γνωστοποίησε στους εναγομένους με την από 4/1/2000 εξώδικη κλήση της. Ότι αν και από τις 31/3/2003 έχει λήξει ο συμβατικός χρόνος της εν λόγω μίσθωσης, η πρώτη εναγομένη αρνήθηκε να της αποδώσει το μίσθιο και εξακολουθεί, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, να κάνει χρήση αυτού". Κατόπιν όλων αυτών ζήτησε: α)να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου ...". Η ένδικη αγωγή, με το περιεχόμενο και το αιτήμα, που προαναφέρθηκαν, κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νόμιμη και αφού αυτή απέρριψε τον ισχυρισμό των εναγομένων ήδη αναιρεσειούσων, που υποστήριζαν ότι η ένδικη μίσθωση εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τις 31/3/2010, παραταθείσα από το νόμο για 12 συνολικά έτη, με την αιτιολογία ότι η επικαλούμενη από την ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη νεότερη συμφωνία δεν καταρτίστηκε μετά την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 2741/1999, (δηλ. μετά τις 28-9-99), εξαφάνισε την πρωτόδικη 810/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δέχτηκε τα αντίθετα κατ' αποδοχή του ανωτέρω ισχυρισμού, ακολούθως δε και αφού μετά από εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι αποδείχθηκαν οι πιο πάνω αγωγικοί ισχυρισμοί δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη να αποδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

II. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-2-2007 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία MARMARAS NAVIGATION Ltd κλπ, για αναίρεση της 114/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ανέρχονται σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

*************

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 2648/1998 – ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΕΓΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ – ΠΑΡΑΤΑΣΗ – ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ

 

Αριθμός 1162/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Αναστάσιο Μπάνο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., κατοίκου..., 4) Φ1 του Θ1, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Χ1 χήρας Θ1, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Φ2, το γένος Θ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δερματάκη και κατέθεσε προτάσεις, 7) Χ2, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 8) Φ3 του Θ1, 9) Φ4 του Θ1, 10) ..., 11) ..., 12) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/2/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3091/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8018/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/2/2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο δήλωσε ότι οι 5η ... και 7ος ... εξ αυτών απεβίωσαν, η μεν Χ1, στις 14/6/2005 σύμφωνα με το υπ' αριθμό ... ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, ο δε Χ2 στις 13/9/2004 σύμφωνα με το από .... ιατρικό πιστοποιητικό θανάτου, και την δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, Φ1 του Θ1, Φ2 το γένος Θ1, Φ3 του Θ1, Φ4 του Θ1 (ήτοι 4ος, 6η, 8η και 9ος των ως άνω αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα).

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 24/3/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Πλαστήρα Αναστασάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του (μόνου) λόγου αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης νομίμως φέρεται προς συζήτηση, μετά τη διακοπή της δίκης την επειθούσα λόγω θανάτου των πέμπτης και εβδόμου εκ των αρχικώς αναιρεσιβλήτων Χ1 και Χ2 και τη νόμιμη επανάληψη αυτής, κατά τα άρθρα 286 εδ. α, 287, 290, 291 ΚΠολΔ, μεταξύ του αναιρεσείοντος και των τετάρτου, έκτης, ογδόης και ενάτου των νυν αναιρεσιβλήτων ..., ...,...και ..., οι οποίοι συνεχίζουν τη δίκη, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των ως άνω θανόντων αρχικώς αναιρεσιβλήτων, χωρίς να προβάλλεται αντίρρηση, από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενοι από τη δικηγόρο τους Σοφία Δερματάκη, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Αναγνωστόπουλου. Με το άρθρο 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 ορίζονται τα εξής: α) Η διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του π.δ. 19/19-11-1932 αντικαθίσταται ως εξής: "1) Στις μισθώσεις ακινήτων για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών ή άλλη δημόσια χρήση εφαρμόζονται ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης, την αναπροσαρμογή του μισθώματος και την καταγγελία της σύμβασης από τον εκμισθωτή λόγω ιδιόχρησης ή ανοικοδόμησης του ακινήτου οι διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως ισχύουν", β) Στην παράγραφο 3 του άρθρου 29 του π.δ./τος 19/19-11-1932 προστίθενται εδάφια, που έχουν ως εξής: "Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται παράταση για μία μόνο φορά της μίσθωσης χωρίς τη διεξαγωγή δημοπρασίας, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίνεται τούτο απολύτως αναγκαίο και δικαιολογείται επαρκώς από τη στεγαζόμενη υπηρεσία. Η παράταση αυτή γίνεται με απλή δήλωση του Υπουργού των Οικονομικών που κοινοποιείται τον εκμισθωτή τρεις τουλάχιστον μήνες πριν από τη λήξη της ισχύουσας μίσθωσης, το δε μίσθωμα αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του π.δ. 34/1995 όπως αυτές ισχύουν". γ) Οι διατάξεις της προηγούμενης περίπτωσης β αυτής της παραγράφου, εφαρμόζονται μόνο σε μισθώσεις που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι η νέα ρύθμιση, με την οποία οι μισθώσεις για στέγαση δημοσίων υπηρεσιών υπάγονται στο καθεστώς των εμπορικών μισθώσεων του π.δ. 34/1995, αφορά μισθώσεις, που συνάπτονται μετά την ισχύ του ν. 2648/1998 που αρχίζει από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, που έγινε στις 22-10-1998. Τούτο μάλιστα συνάγεται από το συνδυασμό των εδαφίων β και γ της νέας ρύθμισης, τα οποία εισάγουν μεταβατική ρύθμιση, που αφορά τις υφιστάμενες μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2648/1998, η θέσπιση των οποίων σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε νόημα κατά το περί τούτου εξαγόμενο εξ αντιδιαστολής επιχείρημα (ΑΠ 342/2002). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτήν προκύπτει, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε τα εξής: Δυνάμει του από 26-3-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες εκμίσθωσαν στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον αναπληρωτή Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, τμήμα του πρώτου ορόφου και συγκεκριμένα τους χώρους Α1, Α2, Α3, Α4 και Α6 ενός ακινήτου, που βρίσκεται στην ..., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κατ' επέκταση στέγαση μερικών υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας. Η μίσθωση αυτή έγινε χωρίς μειοδοτική δημοπρασία (άρθρο 10 παρ. 2 του π.δ. 19/19-11-1932), σύμφωνα με το από 18-1-1996 πρακτικό επιτροπής στέγασης δημοσίων υπηρεσιών σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ... εγκριτική της μισθώσεως απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή Αθηνών, διέπεται δε ως προς τους όρους της, που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, από τις διατάξεις του προαναφερθέντος π.δ/τος, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 34 του Εισαγωγικού αυτού Νόμου. Η διάρκεια της μισθώσεως ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από την ημέρα παραλαβής του μισθίου που έγινε στις 16-4-1996 (βλ. το από 16-4-1996 πρωτόκολλο παραδόσεως-παραλαβής) μέχρι 27-12-1998. Μετά την πάροδο του ως άνω συμφωνημένου χρόνου, η μίσθωση έληξε, εφόσον δεν τηρήθηκαν εκ μέρους του εναγομένου οι διατυπώσεις νόμιμης παράτασης αυτής, το εναγόμενο όμως εξακολούθησε να παραμένει στην χρήση και την κατοχή του μισθίου, οπότε η μίσθωση θεωρείται κατά νομικό πλάσμα ότι παρατάθηκε σιωπηρά, εφόσον οι ενάγοντες εκμισθωτές δεν εναντιώθηκαν στη χρησιμοποίηση αυτή (άρθρο 28 παρ. 2 του ως άνω π.δ/τος 19/19-11-1932). Ήδη όμως οι τελευταίοι εναντιώθηκαν με την άσκηση της ένδικης αγωγής, που επιδόθηκε στον Υπουργό των Οικονομικών στις 17-3-2004 ως εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου.

Συνεπώς βάσιμα οι ενάγοντες ζητούν την απόδοση του μισθίου, αφού η ένδικη μίσθωση έχει λήξει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η ένδικη μίσθωση, καταληφθείσα από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 41 παρ. 17 του ν. 2648/1998 και διεπόμενη πλέον από τις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995, ισχύει επί δωδεκαετία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ανωτέρω π.δ/τος όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 6 του ν. 2741/1999, ως υφιστάμενη κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου (28-9-1999), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε η ένδικη μίσθωση συναφθείσα πριν από την ισχύ του νόμου 2648/1998 δεν καταλαμβάνεται από την ρύθμιση του άρθρου 41 παρ. 17 αυτού. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη πιο πάνω διάταξη ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό και ο περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (μόνος) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί το ηττηθέν αναιρεσείον (Ελληνικό Δημόσιο) στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 6-2-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 8018/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

***************

ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ – ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ – ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 288 ΤΟΥ ΑΚ (ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ)

Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος και της αναπροσαρμογής του ή από το χρόνο της μεταγενέστερης (συμβατικής ή νόμιμης) αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτό των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ' αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών. Εξάλλου, κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

 

Αριθμός 1464/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ʼγγελο Σκιαδά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., κατοίκων ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Λαγομάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/2007 αγωγή του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 489/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 15/1542/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/2/2008 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 13/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης (ολ. ΑΠ 927/1992). Επομένως, με βάση την πιο πάνω διάταξη, η οποία είναι εφαρμοστέα και επί των εμπορικών μισθώσεων, ενόψει του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995, ο εκμισθωτής εμπορικής μίσθωσης μπορεί να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ολ. ΑΠ 9/1997). Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και άλλων όμορων και ομοειδών ακινήτων, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο οφείλει πρώτα να διαγνώσει, αν μεταξύ του οφειλομένου, κατά το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως ("ελεύθερου"), υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου), και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτομίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 633/2007). Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος και της αναπροσαρμογής του ή από το χρόνο της μεταγενέστερης (συμβατικής ή νόμιμης) αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτό των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετ' αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών. Εξάλλου, κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται, κατ' άρθρο 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα, που υπάρχει όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται, κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, σύμφωνα με τα όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Εν προκειμένω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας ως Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα, αναφορικά με την αναπροσαρμογή κατ' άρθρο 288 ΑΚ του μισθώματος του αναφερομένου σ' αυτή μισθίου εμπορικού καταστήματος: " ... Με το από 30-12-1994 συμφωνητικό η δικαιοπάροχος αδελφή του ενάγοντος (ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου) Ρ1, είχε εκμισθώσει στην εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) για χρονικό διάστημα πέντε ετών, δηλαδή μέχρι 31-12-1999 ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 85,57 τ.μ., με πατάρι 21 τ.μ. και υπόγειο 85,57 τ.μ. της ιδιοκτησίας της, όπως αυτό με λεπτομέρεια περιγράφεται στην αγωγή, αντί μηνιαίου μισθώματος 80.000 δρχ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει η εναγόμενη ως κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρικών συσκευών, χωρίς να υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής του. Μετά την παρέλευση της ως άνω ημερομηνίας, η εναγόμενη παρέμεινε στο μίσθιο ακίνητο, σύμφωνα με τη νομοθεσία περί εμπορικών μισθώσεων (αρθρ. 5 του ΠΔ 34/79), όπως προκύπτει από 10-1-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και της ως άνω εκμισθώτριας και η διάρκεια της μίσθωσης παρατάθηκε για 9 επιπλέον έτη, δηλ. μέχρι την 31-12-2013, ενώ το μίσθωμα αναπροσαρμόσθηκε στο ποσό των 280 ευρώ και συμφωνήθηκε η αναπροσαρμογή αυτού σε ποσοστό 2% ανά 2 έτη. Ωστόσο, την 7-10-2006 απεβίωσε η ως άνω εκμισθώτρια του και την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου απέκτησε ο ενάγων-αδελφός της, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Γιαννιτσών Γεωργίου Κοντού, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ'αριθ. 133/2006 πρακτικό του Μον.Πρωτ.Γιαννιτσών, αφού αποδέχθηκε την κληρονομιά της με την υπ'αριθ. ...δήλωση ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αύξ. αριθμό ... . Όπως αποδείχθηκε το εν λόγω μίσθιο βρίσκεται στον κεντρικότερο εμπορικό δρόμο της πόλης των ... επί της ... . Τα καταστήματα που βρίσκονται πάνω σε αυτό το δρόμο παρουσιάζουν σημαντική αύξηση της μισθωτικής τους αξίας λόγω της μεγάλης ζήτησης που υπάρχει στην περιοχή αυτή και αντίστοιχα της μικρής προσφοράς τέτοιων καταστημάτων. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι : α) δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού εκμισθώθηκε από τη .... στη ... ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 90 τ.μ. το οποίο έχει υπόγειο και πατάρι και βρίσκεται στην ίδια με το επίδικο κατάστημα οικοδομή, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2003 έως 31-12-2009, με μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα το ποσό των 1.250 ευρώ, το οποίο σήμερα μετά τις συμβατικές αναπροσαρμογές του ανέρχεται στο ποσό των 1.450 ευρώ, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα βιβλιοχαρτοπωλείο, β) δυνάμει του από ...ιδιωτικού συμφωνητικού, εκμισθώθηκε από τους ... και ... στην ... ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 92 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια οδό και απέναντι από το επίδικο, για το χρονικό διάστημα από 1-6-2006 έως 1-6-2016, με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.400 ευρώ για τον πρώτο χρόνο, 1.500 ευρώ για τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο χρόνο, 1.550 ευρώ για τους πέμπτο, έκτο και έβδομο χρόνο και 1.600 ευρώ για τους όγδοο, ένατο και δέκατο χρόνο, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης ενδυμάτων, γ) δυνάμει του από 1-7-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού εκμισθώθηκε από τους ... και .... στη .... ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 28 τ.μ., επί της οδού ..., για το χρονικό διάστημα από 1-7-2006 έως 30-6-2012 με μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 724 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 4% ετησίως προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης παιδικών υποδημάτων, δ) δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού, εκμισθώθηκε από το ... στον ...., ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 50 τ.μ., με υπόγειο 50 τ.μ. και βοηθητικό χώρο, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2011, με μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα το ποσό των 1.000 ευρώ για τον πρώτο χρόνο, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα πώλησης υποδημάτων και δερμάτινων ειδών, ε) το έτος 2006 εκμισθώθηκε από τον ... ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 48,50 τ.μ. επί της οδού .... με μίσθωμα 1.184 ευρώ, στ) δυνάμει του από ... ιδιωτικού συμφωνητικού εκμισθώθηκε στον ..., ένα ισόγειο κατάστημα επιφανείας 20 τ.μ. περίπου, με ένα αποθηκευτικό βοηθητικό χώρο, επί της οδού ...., για το χρονικό διάστημα από 6-4-2006 έως και 5-4-2012, με μηνιαίο καταβαλλόμενο μίσθωμα το ποσό των 200 ευρώ αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 6% ετησίως, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως εργαστήριο επιδιόρθωσης υποδημάτων και κατασκευής κλειδιών, ζ) ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 70 τ.μ. που βρίσκεται επί της οδού ..., που χρησιμοποιείται ως επιχείρηση με την επωνυμία "...", καταβάλλεται ως μίσθωμα το ποσό των 520 ευρώ και η) ένα ισόγειο κατάστημα εμβαδού 40 τ.μ. με πατάρι 10 τ.μ., επί της οδού ... που καταβάλλεται ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 340 ευρώ. Ο ενάγων ως κληρονόμος διαδέχθηκε τη δικαιοπάροχο του σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της μισθωτικής σχέσης (1710 ΑΚ), ωστόσο το γεγονός της διαδοχής στο πρόσωπο του εκμισθωτή συνιστά μία μεταβολή που δεν αφήνει ανεπηρέαστη τη συμβατική σχέση. Συγκεκριμένα, η συμφωνία που συνήψε η δικαιοπάροχος του ενάγοντα στις 10-1-2005 σύμφωνα με την οποία το καταβαλλόμενο μίσθωμα ήταν 280 ευρώ και η αναπροσαρμογή αυτού θα γίνονταν σε ποσοστό 2% ανά 2 έτη, έγινε στα πλαίσια της ελεύθερης διαπράγμευσης μεταξύ των συγκεκριμένων συμβαλλομένων δηλ. της Ρ1 με την εναγόμενη. Το γεγονός ότι κατά τη σύναψη της συμφωνίας αυτής το συμφωνηθέν μίσθωμα ήταν κατά πολύ μικρότερο από το σύνηθες καταβαλλόμενο είτε δεν ενδιέφερε την τότε εκμισθώτρια είτε η ίδια το αγνοούσε. Σε κάθε περίπτωση, η συμβατική της αυτή επιλογή δεν μπορεί να δεσμεύσει υπέρμετρα τη βούληση του διαδόχου της, ο οποίος ενώ εξακολουθεί να διατηρεί τη συμβατική ιδιότητα του εκμισθωτή, ωστόσο θεωρεί ότι αδικείται παράφορα με το να εμμένει στη συμφωνία καταβολής ενοικίου στο 1/5 περίπου της αντικειμενικής του αξίας. Από την άλλη μεριά, η εμμονή της εναγομένης στην καταβολή μισθώματος κατώτερου κατά το 1/5 περίπου της τρέχουσας αντικειμενικής μισθωτικής του αξίας είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλεται στις συναλλαγές, παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών η οποία πρέπει πάντοτε συνεκτιμάται.

Συνεπώς, αυτή η ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου αποτελεί λόγο αναπροσαρμογής του μισθώματος με βάση το 288 ΑΚ ,σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση, δεδομένου ότι η εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2041/1992 απαιτεί να μην έχει προβλεφθεί συμβατικά η αναπροσαρμογή ή η συμφωνία αναπροσαρμογής να έχει λήξει.... Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχει νόμιμος λόγος για αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος. Έτσι, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου, που είχε κρίνει ομοίως. Όμως με την εξενεχθείσα ως άνω κρίση του το Πολυμελές Πρωτοδικείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ, αφού δέχτηκε ότι έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση οι ως άνω διατάξεις μόνο εκ του γεγονότος ότι υπάρχει μεγάλη απόκλιση μεταξύ του καταβαλλομένου και αναπροσαρμοζόμενου ανά διετία κατά 2% μισθώματος και εκείνου που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, χωρίς να δέχεται ότι έχει επέλθει ουσιώδης μεταβολή των συνθηκών από την γενομένη στις 10-1-2005 αναπροσαρμογή μέχρι την άσκηση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., είναι βάσιμος και, κατά παραδοχή αυτού, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 15/1542/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

***********

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ – ΑΣΤΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ – ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ ΣΤΙΣ ΟΠΟΙΕΣ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Οι μισθώσεις ακινήτων τα οποία χρησιμοποιούνται κατά ρητή ή και σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων για την διενέργεια εμπορικών πράξεων υπάγονται και οι μισθώσεις ακινήτων. Ιδιότητα εμπόρου. Δεν υπάγονται στις εμπορικές μισθώσεις, οι μισθώσεις οικοδομικών συγκροτημάτων προκειμένου να υπομισθωθούν σε τρίτους, εις ολόκληρον ή τμηματικά, αποκλειστικά για κατοικία, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι ο μισθωτής μετέρχεται κατά σύνηθες επάγγελμα πράξεις εμπορικές (στεγάζοντας την επιχείρησή του εκτός του άνω οικοδομικού συγκροτήματος) ή ότι προέβη στην υπεκμίσθωσή τους με σκοπό το κέρδος.

Αριθμός 2141/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ Φ. ΑΝΤΥΠΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ", που εδρεύει στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Δούκα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1130/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8448/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/6/2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης, ανέγνωσε την από 15/4/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 8448/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 στοιχ. α' του ΠΔ 34/1995 "Κωδικοποίηση των διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", που ορίζει ότι, στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων, οι οποίες συνάπτονται για επιχείρηση σ'αυτά εμπορικών πράξεων ή για άσκηση επαγγέλματος ή δραστηριότητας που προστατεύεται από το παρόν, συνάγεται ότι στη ρύθμιση του ως άνω ΠΔ με την επιφύλαξη των εξαιρέσεως του άρθρου 4 αυτού, υπάγονται πλην άλλων, όλες οι μισθώσεις ακινήτων, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των συμβαλλομένων, για επιχείρηση σ'αυτά εμπορικών εν γένει πράξεων και δη είτε αντικειμενικώς εκ του νόμου (άρθρα 2 και 3 του ΔΒ/τος της 2/14-5-1935 περί αρμοδιότητος Εμποροδικείων), εμπορικών, είτε υποκειμενικώς εμπορικών, λόγω της ιδιότητας εκείνου που τις ενεργεί, ως εμπόρου, σύμφωνα με το τεκμήριο του άρθρου 8 παρ.2 του ως άνω ΒΔ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης εάν παραβιάσθηκε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, Ο κανόνας, δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005 και 36/1988). Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση, και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: Το αναιρεσίβλητο με το από 6-12-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το οποίο υπογράφηκε μετά από τη διενέργεια δημοπρασίας και έγκριση αρμοδίως των πρακτικών της, εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο κείται στο Δήμο ... και επί των οδών ... και ..., έχει συνολική επιφάνεια 2.471 τμ. και αποτελείται από τρία κτίρια με στοιχεία Α, Γ και Ε, αποτελούμενο α) το πρώτο από δύο διαμερίσματα του υπερυψωμένου ισογείου, δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου και δύο διαμερίσματα του δευτέρου ορόφου, β) το δεύτερο από τις υπ' αριθμ. 1, 2 και 3 διώροφες κατοικίες (μεζονέτες) με υπόγειο και γ) το τρίτο από την υπ' αριθμ. 1 διώροφη κατοικία (μεζονέτα). Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τετραετής, με έναρξη στις 5-12-1996 και λήξη στις 5-12-2000, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στα 3.860.000 δρχ., αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 10% ανά διετία, το οποίο έπρεπε να καταβάλλεται από το μισθωτή την 10η ημέρα κάθε μήνα. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε, ότι το μίσθιο συγκρότημα θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για κατοικίες, ενώ παρασχέθηκε στο μισθωτή το δικαίωμα να προβεί σε ολική ή τμηματική υπομίσθωση του μισθίου. Ακολούθως ο εναγόμενος μισθωτής, κάνοντας χρήση του συμβατικού δικαιώματος του για υπομίσθωση του μισθίου, προέβη στην υπεκμίσθωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών του μισθίου συγκροτήματος σε τρίτα πρόσωπα, φυσικά και νομικά, καταρτίζοντας αντίστοιχες συμβάσεις μισθώσεως. Με τις συμβάσεις αυτές οι οριζόντιες ιδιοκτησίες εκμισθώθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά και μόνο ως κατοικία του μισθωτή ή τρίτων προσώπων που όριζε ο μισθωτής. Ο εναγόμενος με την ως άνω από 6-12-1996 μίσθωση απέκτησε τη χρήση του μισθίου συγκροτήματος και των αποτελουσών αυτό οριζοντίων ιδιοκτησιών με επαχθή αιτία και στη συνέχεια προέβη στην υπεκμίσθωση τους, προσβλέποντας στην αποκόμιση κέρδους από την είσπραξη των συμφωνηθέντων μισθωμάτων. Ο αναιρεσείων, ο οποίος μετέρχεται κατά σύνηθες επάγγελμα πράξεις εμπορικές (επιχείρηση προμήθειας) την επιχείρηση του την στεγάζει σε ακίνητο, εκτός του ως άνω επιδίκου συγκροτήματος, που βρίσκεται στο ...επί της οδού .... Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι έληξε η μίσθωση με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας της μισθώσεως, της τετραετίας, αφού η μίσθωση αυτή δεν υπαγόταν στις διατάξεις του ΠΔ 34/1995 ώστε να είναι διάρκειας 12 ετών, δεδομένου ότι στο μίσθιο συγκρότημα κατοικιών ο αναιρεσείων και οι υπομισθωτές δεν άσκησαν σ'αυτό εμπορικές πράξεις, αφού αυτό χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά για κατοικία και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρώτοδικη απόφαση που έχει δεχθεί την ένδικη αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης αφού διέλαβε πλήρεις και σαφείς χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινομένης αίτησης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα είναι αβάσιμοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2008 αίτηση για αναίρεση της 8448/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

**************

ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ – ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΤΗΜΑΤΑ – ΑΙΓΙΑΛΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΙΑ – ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΚΤΗΜΑΤΩΝ

Κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 2819/2000, οι μισθώσεις των ακινήτων της παραγράφου 1 ή τμημάτων αυτών, δηλαδή εκείνων που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, είχαν χαρακτηρισθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2636/1998 ως "Τουριστικά Δημόσια Κτήματα" και η διοίκηση και διαχείρισή τους είχε ανατεθεί στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (αρ. 9 παρ.1 ν.δ. 4109/1960 και 12α παρ.1 και 2 ν.δ. 180/1946, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το αρ. 2 αν 827/1948) δεν υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς τους. Το αρ.1 του Ν 2971/2001 στην παράγραφο 1 ορίζει ότι "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της", στην παράγραφο 2 ότι "παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα" και στην παράγραφο 3 ότι "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού". Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα". Εξάλλου κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

 

 

Αριθμός 1215/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Πετράκη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ιωάννη Σίδερη (κωλυομένων των Αρεοπαγιτών Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένης Μαραμαθά και Αντωνίου Παπαθεοδώρου) και Γεωργία Λαλούση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-αιτούσας την επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "...... Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "......" που εδρεύει στις ...... Βόλου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαπέτρο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καθ' ης η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ...." (.....), που εδρεύει στο ....., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Παπαγιαννίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, και την από 11/2/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2006 αίτησή της και την από 18/1/2008 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 13/2/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων αναίρεσης και επαναφοράς των πραγμάτων στην πρότερη κατάσταση, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 22 παρ.2 του ν. 2819/2000, οι μισθώσεις των ακινήτων της παραγράφου 1 ή τμημάτων αυτών, δηλαδή εκείνων που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, είχαν χαρακτηρισθεί μέχρι τη θέση σε ισχύ του ν. 2636/1998 ως "Τουριστικά Δημόσια Κτήματα" και η διοίκηση και διαχείρισή τους είχε ανατεθεί στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (αρ. 9 παρ.1 ν.δ. 4109/1960 και 12α παρ.1 και 2 ν.δ. 180/1946, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το αρ. 2 αν 827/1948) δεν υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς τους. Το αρ.1 του Ν 2971/2001 στην παράγραφο 1 ορίζει ότι "αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που βρέχεται από τη θάλασσα από τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της", στην παράγραφο 2 ότι "παραλία είναι η ζώνη ξηράς που προστίθεται στον αιγιαλό, καθορίζεται δε σε πλάτος μέχρι και πενήντα (50) μέτρα από την οριογραμμή του αιγιαλού, προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα" και στην παράγραφο 3 ότι "παλαιός αιγιαλός είναι η ζώνη της ξηράς, που προέκυψε από τη μετακίνηση της οριογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλιότερα υφιστάμενου αιγιαλού". Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου "ο αιγιαλός, η παραλία, η όχθη και η παρόχθια ζώνη είναι πράγματα κοινόχρηστα και ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο τα προστατεύει και τα διαχειρίζεται", ενώ κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου "ο παλαιός αιγιαλός και η παλαιά όχθη ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και καταγράφονται ως δημόσια κτήματα". Εξάλλου κατά τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, σχετικά με τη φύση του επίδικου μισθίου ακινήτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην διαχείριση και διοίκηση του ΕΟΤ ανήκε μία συνολική έκταση 21.298 τ.μ. εκ των οποίων έκταση 1.455 τ.μ. κυριότητος του ΕΟΤ, έκταση εμβαδού 15.075 τουριστικού δημοσίου κτήματος και έκταση 4.768 τ.μ. ιδιοκτησίας του Δήμου ..... Η συγκεκριμένη έκταση έχει χαρακτηριστεί τουριστικό δημόσιο κτήμα με το υπ' αριθμ ....... (ΦΕΚ Α'89/11-6-1962). Η ως άνω έκταση είναι κοινόχρηστος χώρος αφού κατά το μεγαλύτερο τμήμα του είναι αιγιαλός στη μεγαλύτερη έκτασή του και δεν συμπεριλαμβάνεται στην ιδιωτική αλλά στη δημόσια περιουσία του δημοσίου. Με την από .... σύμβαση ο ΕΟΤ παραχώρησε στο Δήμο .... την παραπάνω έκταση στην οποία υπάρχουν λουτρικές εγκαταστάσεις γνωστές ως "πλαζ ....." για χρονικό διάστημα 20 ετών με δυνατότητα του Δήμου να παραχωρήσει την χρήση και εκμετάλλευση αυτής σε Δημοτική Επιχείρηση. Η άνω χρήση παραχωρήθηκε με την υπ' αριθ ΕΣ ..... απόφαση του Νομάρχη Μαγνησίας. Στη συνέχεια η Δημοτική Επιχείρηση με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Βόλου" (ΔΗ.Τ.Ε.Β.) εκμίσθωσε με το από .... ιδιωτικό συμφωνητικό την άνω λουτρική έκταση στην εναγομένη, για χρονικό διάστημα 5 ετών και με ετήσιο μίσθωμα 28.000 ευρώ. Η μίσθωση αυτή την 30-4-2003 έληξε και η μισθώτρια αρνήθηκε να αποδώσει τη χρήση του μισθίου στην εκμισθώτρια. Επομένως, ορθώς από το Δικαστήριο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της εκκαλούσας, ενώ έγινε βάσιμη στην ουσία της η αγωγή της εκμισθώτριας αφού η ως άνω μίσθωση δεν υπάγεται στις προστατευόμενες εμπορικές μισθώσεις και επομένως με την πάροδο του ορισμένου χρόνου είχε λήξει, χωρίς να απαιτείται καταγγελία προς τούτο. Άρα, αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ίδια, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχτηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης για απόδοση του μισθίου, λόγω λήξης του ορισμένου χρόνου της μίσθωσης και απέρριψε την αντίθετη αγωγή της αναιρεσείουσας. Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 5 του Ν 2971/2001, καθώς και την υπ' αριθμόν 1102490/7687α/16-9-1998 Υπουργική Απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών (ΦΕΚ 759/Δ'/1-10-1998) με την οποία καθορίστηκαν οι γραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού στην περιοχή των ...... Βόλου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω αναφερόμενες ως παραβιασθείσες ουσιαστικές διατάξεις, ούτε αυτές ήταν εφαρμοστέες αφού σύμφωνα με τις παραδοχές του το μίσθιο είναι νόμιμα χαρακτηρισμένο ως τουριστικό δημόσιο κτήμα και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη ΛΉΨΗ υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια διότι, κατά τα εκτιθέμενα, δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από αυτήν δύο έγγραφα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Μαγνησίας (..... και .....). Από τη βεβαίωση του δικαστηρίου όμως ότι για την εξαγωγή του αποδεικτικού πορίσματος έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που μετ' επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι" σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, επομένως, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού δεν έλαβε υπόψη ομολογία της ενάγουσας εταιρίας (δημοτικής επιχείρησης) που περιεχόταν στο δικόγραφο της αγωγής πως ο εκμισθωθείς χώρος αποτελεί δημόσιο τουριστικό κτήμα, γεγονός από το οποίο συνάγεται, κατά τους ισχυρισμούς της, ότι αποτελεί ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που νομίμως προτάθηκαν με την έφεση της αναιρεσείουσας και ειδικότερα τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι, δηλαδή, ο εκμισθωθείς χώρος αποτελεί δημόσιο τουριστικό κτήμα. Ο λόγος και κατά τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος διότι το Εφετείο δέχθηκε πως το μίσθιο ακίνητο είναι νόμιμα χαρακτηρισμένο δημόσιο τουριστικό κτήμα, ισχυρισμός που περιεχόταν στην αγωγή της ενάγουσας δημοτικής επιχείρησης αλλά και στην έφεση της αναιρεσείουσας και, επομένως, δεν υπέπεσε στις προαναφερόμενες πλημμέλειες.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την προαναφερόμενη πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το δικόγραφο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, περιείχε δύο αντιφατικές βάσεις. Από τη επισκόπηση της αγωγής που εξέτασε και δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η ενάγουσα δημοτική επιχείρηση εκθέτει ότι εκμίσθωσε στην αναιρεσείουσα την επίδικη έκταση, την οποία χαρακτηρίζει ως τουριστικό δημόσιο κτήμα-αιγιαλό και ζητεί την απόδοση αυτού επειδή έληξε ο συμβατικός χρόνος της μίσθωσης, ισχυρίζεται δε σ' αυτή ότι η μίσθωση δεν υπάγεται στην προστασία της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις για δύο λόγους και συγκεκριμένα: 1) επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Ν 2819/2000, οι μισθώσεις των ακινήτων που έχουν χαρακτηρισθεί ως "Τουριστικά Δημόσια Κτήματα", όπως το επίδικο μίσθιο, δεν υπάγονται στις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εμπορικές μισθώσεις, ανεξαρτήτως του χρόνου συνάψεώς τους και 2) επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν 2741/1999 (άρθρο 4 παρ. 1 περ. ε' του ΠΔ 34/1995) εξαιρούνται της προστασίας του νόμου οι μισθώσεις εν γένει κοινοχρήστων χώρων. Με αυτό το ΠΕΡΙΕΧΌΜΕΝΟ η αγωγή δεν περιέχει αντιφατικές βάσεις, αλλά μία βάση επαρκώς στηριζόμενη και στο άρθρο 22 παρ.2 του ν. 2819/2000 και εκ περισσού η αγωγή μνημονεύει τη μη εφαρμοζόμενη εν προκειμένω, σύμφωνα με τον ισχυρισμό ότι το μίσθιο έχει νόμιμα χαρακτηρισθεί ως "Τουριστικό Δημόσιο Κτήμα", διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 2741/1999. Το Εφετείο επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αρ, 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ούτε λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε εκ του πράγματος.

Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης και μάλιστα με το πρώτο μέρος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7 παρ.1 και 2 του ν. 2741/1999 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 2 ΑΚ, επειδή δέχθηκε ότι η επίδικη μίσθωση, η οποία έχει συναφθεί με το από ..... ιδιωτικό συμφωνητικό και είχε συμφωνηθεί γι' αυτή συμβατική διάρκεια πέντε (5) ετών καταλαμβάνεται από την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του Ν2741/1999 η οποία έχει αναδρομική ισχύ και επομένως δεν υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις που ισχύουν για τις εμπορικές μισθώσεις. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι πλήττει την πλεοναστικώς διατυπωθείσα κρίση του δικαστηρίου για ανύπαρκτη βάση της αγωγής που να στηρίζεται στις διατάξεις για τις εμπορικές μισθώσεις (πδ 34/1995 και άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Ν 2741/1999), ενώ το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται στην αιτιολογία για τη παραδοχή της μοναδικής βάσης της αγωγής της αναιρεσίβλητης που θεμελιώνεται στις διατάξεις του Ν 2819/2000. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο, όπως εκτιμάται, μέρος του, είναι αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα παραθέτει κυρίως την παρ.2 του άρθρου 22 του ν. 2819/2000, καθώς επίσης και τις παραγράφους 1 και 3 του ίδιου άρθρου, ακόμη δε και την ερμηνεία που δίνει η ίδια (αναιρεσείουσα) στις διατάξεις αυτές του ν. 2819/2000, χωρίς, όμως, να αποδίδει συγκεκριμένη αιτίαση κατά της αναιρεσιβαλλομένης, υπαγόμενη στον ΑΡΙΘΜΌ 1 ή 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση από το Εφετείο των διατάξεων του ν. 2819/2000, που εφαρμόστηκαν από το Δικαστήριο εκείνο, αλλά και ήταν εφαρμοστέες σύμφωνα με τις παραδοχές του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Νοεμβρίου 2006 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "...... ΟΕ" για αναίρεση της 450/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ