Περιορισμοί Δόμησης - Αρχαιολογικός χώρος - Ακαδημία Πλάτωνος - Κλιμάκωση συντελεστή δόμησης.

 

 

ΣτΕ 2261/2014 2261/2014

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση του από 29.4. 2013 π.δ/τος «Τροποποίηση του συντελεστή δόμησης των οικοπέ­δων και του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους των κτιρίων στην περιοχή γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο Ακαδημίας Πλάτωνος του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών» (τ. ΑΑΠ 165/15.5.2013).

3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει η εταιρεία «Artume Ανώνυμη Εται­ρεία Ανάπτυξης Ακινήτου και Κινητής Περιουσίας», φερόμενη ως ιδιο­κτή­τρια ακινήτου στο Ο.Τ. 75/124, το οποίο εξαιρέθηκε τελικά από τις ρυθμί­σεις του προσβαλλομένου διατάγματος.

4. Επειδή, το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Οι αιτούντες όμως με στοιχεία 2, 12, 26, 28, 29, 31 και 32 του δικογράφου δεν νομιμοποιήθηκαν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει και συνεπώς ως προς αυτούς η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

5. Επειδή, οι λοιποί αιτούντες, φερόμενοι ως κάτοικοι της ευρύτε­ρης περιοχής, ασκούν με έννομο συμφέρον την κρινόμενη αίτηση, ισχυρι­ζόμενοι ότι με τις ρυθμίσεις του προσβαλλόμενου διατάγματος δεν προ­στατεύεται επαρκώς η περιοχή Ακαδημίας Πλάτωνος και ειδικότερα ο αρ­χαιολογικός χώρος που περιλαμβάνεται σ' αυτή.

6. Επειδή, οι αιτούντες, στρέφονται κατά του προσβαλλομένου π.δ/τος και κατά το μέρος που η Διοίκηση δεν συμμορφώθηκε με τις παρα­τηρήσεις του σχετικού Πρακτικού Επεξεργασίας του Συμβουλίου Επικρα­τείας και εξαίρεσε από τις ρυθμίσεις του τμήμα του τομέα ΙΙΙ, όπου και η ιδιοκτησία της παρεμβαινούσης, καίτοι το σύνολο της επίμαχης περιοχής είχε μελετηθεί ενιαία και είχε περιληφθεί στο σχέδιο διατάγματος που υπο­βλήθηκε στο Συμβούλιο Επικρατείας προς επεξεργασία.

7. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 24 του Συντάγμα­τος, καθίσταται υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη διοίκηση η λήψη των αναγκαίων κανονιστικών, γενικών ατομικών ή ατομι­κών μέτρων, προληπτικού ή κατασταλτικού χαρακτήρα, για δε τα δικαστή­ρια η παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο περιβάλλον. Συνεπώς, η πα­ράλειψη της διοίκησης προς λήψη των μέτρων τούτων, που μπορεί να συνίσταται ακόμη και στην έκδοση ή τροποποίηση κανονιστικών διοικητι­κών πράξεων, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας υποκεί­μενη σε ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ/τος 18/1989, διότι διαφορετικά η συνταγματική επιταγή θα μετέπιπτε σε απλή θεωρητική διακήρυξη αρχής με αποτέλεσμα να παρα­μένει το περιβάλλον χωρίς ουσιαστική προστασία, παρά την σαφώς αντί­θε­τη βούληση του συνταγματικού νομοθέτη (ΣτΕ 3974 - 3978/2010 7μελούς, 2274/2011). Η παράλειψη αυτή μπορεί καταρχήν, να συντρέχει και σε περίπτωση εγκρίσεως ή τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου και επιβολής πολεοδομικών περιορισμών, όταν λ.χ. μια περιοχή μελετήθηκε ενιαία ή έχει κοινά χαρακτηριστικά που επιβάλλουν την πολεοδομική της μεταχείριση ως συνόλου. (πρβλ. ΣτΕ 2924/2011, 1242/2008).

8. Επειδή, οι διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος απευθύ­νουν στο νομοθέτη, τυπικό ή κανονιστικό, την επιταγή να ρυθμίσει τη χω­ροταξική ανάπτυξη και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας με βάση ορ­θολογικό σχεδιασμό υπαγορευόμενο από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, την φυσιογνωμία και τις ανάγκες κάθε περιοχής. Ου­σιώ­δες στοιχείο του σχεδιασμού αυτού είναι ο καθορισμός ή η τροπο­ποίη­ση των όρων δόμησης και ιδίως του συντελεστή δόμησης και των χρή­σεων γης. Κριτήρια για τον καθορισμό των στοιχείων αυτών, όπως και γενικά της πολεοδομικής ανάπτυξης των πόλεων και των οικιστικών εν γέ­νει περιοχών είναι η εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας των οικισμών, δη­λαδή της ικανότητάς τους να επιτελούν την κύρια λειτουργία τους και για τους ίδιους, αλλά και για το ευρύτερο χωρικό πλαίσιο, στο οποίο εντάσσο­νται και η εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης των κα­τοίκων, λόγοι δε αναγόμενοι στην υφιστάμενη πραγματική κατάσταση, κα­θώς και στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, λαμβάνονται υπόψη μόνο επικουρικώς (πρβλ. ΣτΕ 376/2014 Ολομ., 3341/2013 Ολομ., 123/ 2007 Ολομ., 2005/2003 Ολομ.).

9. Επειδή, περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του ν. 1337/1983, με το νόμο αυτό θεσπίζεται σύστημα πολεοδομικού σχεδια­σμού που περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα σχεδιασμού. Το πρώτο από τα επίπεδα αυτά του πο­λεοδομικού σχεδιασμού πραγματοποιείται με το γενικό πολεοδομικό σχέ­διο, το οποίο συνιστά τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης και πε­ριέχει κατ' αρχήν γενικούς ορισμούς και κατευθύνσεις. Επιτρέπεται όμως, κατ' εξαίρεση, να θεσπίζονται με το γενικό πολεοδομικό σχέδιο και ειδικότερες πολεοδομικές ρυθμίσεις, που συνιστούν βασικές επιλογές και αναγκαία στοιχεία της εισαγόμενης με το σχέδιο πρότασης πολεοδομικής οργάνωσης, αναπόσπαστα συνδεδεμένα με αυτή. Σύμφωνα δε με τις προ­αναφερόμενες διατάξεις, οι ρυθμίσεις που περιέχονται στο γενικό πολεο­δομικό σχέδιο, τόσο εκείνες που συνιστούν γενικούς ορισμούς και κατευ­θύνσεις όσο και οι ειδικότερες, οι οποίες έχουν τυχόν περιληφθεί στο σχέ­διο αυτό, είναι δεσμευτικές για την πολεοδομική μελέτη, η οποία εντάσσε­ται στο δεύτερο στάδιο πολεοδομικού σχεδιασμού (ΣτΕ Ολ. 2283/2000, 4578/2001, Ολ. 3144/2004). Εξάλλου, ο καθορισμός μέσου συντελεστή δό­μησης ανήκει στο κανονιστικό μέρος του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, εφόσον αποτελεί όρο δόμησης και η σχετική διάταξη του Γ.Π.Σ. είναι αμέ­σως εφαρμοστέα και, επομένως, δεσμευτική κατά την έκδοση οικοδομικών αδειών για την ανοικοδόμηση ακινήτων ευρισκομένων στις περιοχές αυτές, η ρύθμιση δε αυτή ελέγχεται παρεμπιπτόντως κατά τον έλεγχο των διοικη­τικών πράξεων που εκδίδονται κατ' επίκληση αυτής (ΣτΕ 937/2008, 548/ 2008, 653/2013).

10. Επειδή, εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρ­θρων 152 παρ. 5, 160 παρ. 1 και 2 του Κ.Β.Π.Ν., που κυρώθηκε με το άρ­θρο μόνο του από 14.7/27.7.1999 π.δ. (Δ΄ 580), 8 επομ. του ν. 2508/1997 (Α΄ 124) και 14 παρ. 6 του ν. 3028/2002, οι οποίες είναι ερμηνευτέες, σύμ­φωνα και με την απορρέουσα από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγμα­τος υποχρέωση του Κράτους, για την προστασία της αρχαιολογικής κλη­ρο­νομιάς, συνάγεται ότι, προκειμένου να προστατευθεί ή να αναδειχθεί αρ­χαιολογικός χώρος, επιτρέπεται η τροποποίηση, με τις πάγιες διατάξεις του Κ.Β.Π.Ν., των προβλεπομένων από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο όρων και περιορισμών δόμησης ευρύτερης περιοχής που έχει χαρακτηρι­σθεί από το Γ.Π.Σ. ως «περιοχή ανάπλασης», στην οποία εντάσσεται ο αρχαιολογικός χώρος, υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι προβλεπόμε­νοι όροι και οι περιορισμοί δόμησης δεν αναιρούν τη δυνατότητα ανάπλα­σης της περιοχής στο μέλλον σύμφωνα με τις ειδικές νομοθετικές διατά­ξεις, εφόσον, δηλαδή, οι όροι αυτοί στοιχούν προς τις προβλέψεις του Γ.Π.Σ. και θεσπίζονται αιτιολογημένα, κατόπιν μελέτης που έχει εκπονηθεί με σκοπό την πολεοδομική αναμόρφωση της περιοχής.

11. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοι­χεία του φακέλου, με το Γ.Π.Σ. Αθηνών, το οποίο εγκρίθηκε με την 255/45/1988 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Δ΄ 80), προ­βλέφθηκε η οικιστική διάρθρωση του Δήμου της Αθήνας σε 7 διαμερί­σμα­τα, σε 38 συνοικίες και 129 πολεοδομικές ενότητες (γειτονιές) με μέση πυκνότητα κατοίκων και μέσο συντελεστή δόμησης ανά γειτονιά. Συγκε­κριμένα, το 4ο διαμέρισμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συνοικία της Ακα­δημίας Πλάτωνος, η οποία περιλαμβάνει τις γειτονιές Ακαδημίας Πλά­τωνος και Αγίου Γεωργίου. Για τη γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος προ­τείνεται πυκνότητα κατ./HA 220 και μέσος συντελεστής δόμησης 2,10, ενώ για τη γειτονιά Αγίου Γεωργίου προτείνεται πυκνότητα κατ./HA 350 και μέ­σος συντελεστής δόμησης 3,00. Με το Γ.Π.Σ. προτείνονται επίσης, για την τόνωση της κατοικίας και της ποιότητάς της, αναπλάσεις υποβαθμισμένων περιοχών, όπως είναι η περιοχή γύρω από την Ακαδημία Πλάτωνος, κα­θώς και η δημιουργία βιοτεχνικού πάρκου στο 4ο διαμέρισμα, στην πε­ριο­χή μεταξύ των οδών Λεωφ. Κηφισού - Αντιγόνης - Λεωφ. Καβάλας και της Ακαδημίας Πλάτωνος, όπου κατά το χρόνο εκπόνησης του Γ.Π.Σ. υπήρχαν οχλούσες χρήσεις όπως συνεργείων, βιοτεχνιών, μεταφορών και αποθη­κών. Εξάλλου, προτείνεται η λήψη μέτρων για την προστασία του πολι­τιστι­κού και φυσικού περιβάλλοντος της πόλης, στο πλαίσιο της οποίας προ­τείνεται, ειδικότερα, η δημιουργία ιστού μνημείων με τη δη­μιουργία ενιαίου δικτύου ροής πεζών. Ο ιστός αυτός είναι δυνατόν να συγκρο­τείται από αμιγείς πεζοδρόμους ή και άξονες πεζών, στους οποίους περιλαμ­βάνεται ο άξονας Κεραμεικός - Πλατεία Αγίου Γεωργίου - Ακαδη­μία Πλά­τωνος. ’λλωστε και στην ενότητα ΣΤ. του Γ.Π.Σ. με τις πολεοδομι­κές πα­ρεμβάσεις για την αναμόρφωση προβληματικών περιοχών περι­λαμ­βάνεται η ανάπλαση της περιοχής γύρω από την περιοχή της Ακαδη­μίας Πλάτω­νος, η οργάνωση τριών βιοτεχνικών πάρκων και ενός βιομη­χανικού πάρ­κου στην περιοχή, μεταξύ των οποίων προβλέπεται και βιοτε­χνικό πάρ­κο στην Ακαδημία Πλάτωνος, καθώς και η ανάπλαση της Ακα­δημίας Πλάτω­νος, για την πλήρη πολεοδομική οργάνωση της περιοχής, αλλά και επεμ­βάσεις στα στοιχεία που συνθέτουν τον ποιοτικό χαρακτήρα της περιοχής, ειδικότερα δε με τη δημιουργία αρχαιολογικού πάρκου. Όπως, βεβαιώνεται και στην από 4.5.2009 εισήγηση του Τμήματος Πο­λεοδομικών Μελετών της Διεύθυνσης Σχεδίου Πόλεως του Δήμου Αθη­ναίων, η γειτονιά Ακα­δη­μίας Πλάτωνος είναι περιοχή Γενικής Κατοικίας, ενώ, σύμφωνα με την ίδια ως άνω εισήγηση, στη γειτονιά, με βάση το Γ.Π.Σ., εντάσσεται τμήμα του Κέντρου Συνοικίας, το οποίο επεκτείνεται και στη γειτονιά/συνοικία Κο­λοκυνθού και τμήμα Κέντρου Γειτονιάς, το οποίο επεκτείνεται και στις γει­τονιές ’γιος Κωνσταντίνος και Κολωνός. Πέραν του Αρχαιολογικού ’λ­σους, προβλέπονται, κυρίως στην περίμετρό του, και άλλοι χώροι «αστι­κού πρασίνου», σημαντική έκταση προβλέπεται ως «αθλητισμός» και προ­βλέπονται και δύο χώροι «εκπαίδευσης». Τέλος, τμήμα της γειτονιάς εντάσ­σεται στην ευρύτατη περιοχή «βιομηχανικού πάρκου», η οποία πε­ριβάλλει τη γειτονιά βόρεια μέχρι τα όρια του Δήμου Αθηναίων, δυτικά και εν μέρει νότια, και αποτελεί συνέχεια της περιοχής Ελαιώνα των Δήμων Αθηναίων και Περιστερίου, η οποία έχει καθοριστεί ως «ΒΙΟΠΑ προς εξυ­γίανση» (σχετική η 2/31.7.13 εισήγηση του Τμήματος Γ.Π.Σ. του ΟΡΣΑ προς την εκτελεστική επιτροπή του οργανισμού). Στην ίδια αυτή εισήγηση αναφέρεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής εντάχθη­κε στο σχέδιο πόλεως το έτος 1968, με το από 1.11.1968 β.δ. (Δ΄ 224/ 20.11.1968), ως επέ­κταση των προϋφιστάμενων, ήδη από το 19ο αιώνα σχε­δίων πόλης, δε­δομένου ότι το νοτιότερο τμήμα της, νότια της οδού Τηλεφάνους και ανατολικά της οδού Μαραθωνομάχων, είχε ενταχθεί στο σχέδιο πόλης το 1893, ενώ τα Ο.Τ. που βρίσκονται επί της οδού Λέ­νορμαν εντάχθηκαν στο σχέδιο το 1917. Εξάλλου, οι ισχύοντες, μέχρι την έκδοση του προσβαλ­λόμενου π.δ/τος, όροι δόμησης στην περιοχή καθορί­ζονταν, κυρίως, με το από 23.6./27.6.2978 π.δ. «Περί καθορισμού συντε­λεστών δομήσεως περιοχής Αθηνών» (Δ΄ 312), σε συνδυασμό με τις προ­βλέψεις του από 1.11.1968 β.δ. (Δ΄ 224/20.11.1968), ως ακολούθως: α/ Σ.Δ. 3.00, κάλυψη 70%, μέγιστο ύψος 27 μ., μέγιστος αριθμός ορόφων 7, β/ για την περιοχή που περικλείεται από τις οδούς Αντιγόνης, Ηρούς, Λ. Κηφισού και Ακράγα­ντος - περιοχή «Βιομηχανικού Κέντρου Αθηνών» όπου η ιδιοκτησία της παρεμβαινούσης, (Ο.Τ. 124, ΦΕΚ Δ΄ 629/1978), Σ.Δ. 2.40, κάλυψη 70%, μέγιστο ύψος 17,50 μ., μέγιστος αριθμός ορόφων 5, γ/ για την περιοχή που περιβάλλει το Αρχαιολογικό ’λσος της Ακαδη­μίας Πλάτωνος, έχουν καθοριστεί με την απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ03/74279/ 4510/2004 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του Υφυπουργού Πολιτισμού (Δ΄ 911), Σ.Δ. 3,00, μέγιστος αριθμός ορόφων 5 και πυλωτή ή 6 άνευ πυ­λωτής, με συνο­λικό ύψος 18 μ. όπως, περαιτέρω, προκύπτει, στο Τεχνικό Πρόγραμμα του Δήμου Αθηναίων του 2009 εντάχθηκε η Πολεοδομική Μελέτη της Ακα­δημίας Πλάτωνος και η εκ­πόνησή της αναλήφθηκε από τη Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως. Η Α΄ Φάση της Μελέτης Πολεοδομικού Ανα­σχεδιασμού της γειτονιάς Ακαδημίας Πλά­τωνος και της περιοχής που πε­ριβάλλει τη γειτονιά και το αρχαιολογικό άλσος ολοκληρώθηκε με τη σύντα­ξη του σχε­τικού τεύχους τον Σεπτέμβριο του 2009. Είχαν ήδη προηγη­θεί, επίσης, εκ μέρους του Δήμου Αθηναίων, η μελέτη για την τακτοποίηση του ορίου του Αρχαιολογικού ’λσους, η Προκαταρκτική Πρό­ταση για τον πολεοδομικό ανασχεδιασμό της περιοχής και η 967/11.5.2009 πράξη του Δημοτικού Συμβουλίου με την οποία απο­φασίστηκε η αναστολή επί ένα έτος της έκ­δοσης οικοδομικών αδειών στο σύνολο της περιοχής μελέτης. Στη μελέτη αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλ­λων, τα εξής: Η γειτονιά της Ακαδημίας Πλά­τωνος ανήκει στο 4ο Δημοτικό Διαμέρισμα και έχει έκταση περίπου 615 στρ. Η ευρύτερη περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος περιλαμβάνει και μια περιοχή μεταξύ της γειτονιάς και της περιοχής Ελαιώνα του Δήμου Αθη­ναίων και Περιστερίου, η οποία σύμ­φωνα με το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αθηναίων δεν είναι «γειτονιά», καθώς προσδιορίζεται ως Βιο­τεχνικό Πάρκο (ΒΙΟΠΑ). Η έκτα­ση της περιοχής αυτής είναι πε­ρίπου 395 στρ., τα δομικά χαρακτηρι­στικά της συγκεκριμένης περιοχής απαιτούσαν και απαιτούν συνολικό ανασχε­διασμό, δηλαδή αναθεώρηση του πολεο­δομικού σχεδίου. Ο χαμη­λός βαθμός υλοποίησης του ρυμοτομι­κού σχε­δίου σε μέρος της περιοχής, η αναλογικά χαμηλή πυκνότητα κατοί­κων και ο αντίστοιχος δομημένος όγκος, η άμεση γειτνίαση με τη βιομη­χανική πε­ριοχή του Κηφισού, οι προοπτι­κές προστασίας και ανάδειξης του Αρ­χαιολογικού ’λσους, σε συνδυασμό με τα επακόλουθα προβλήματα … συνέτειναν στην ανάγκη όχι απλής αναβάθμισης αλλά συνολικού σχεδια­σμού της. Στη γειτονιά αυτή ανήκει και το Αρχαιολογικό ’λσος της Ακαδη­μίας Πλάτωνος, το οποίο είναι ένας μεγάλης σημασίας αρχαιολογικός χώ­ρος και ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικούς ελεύθερους χώρους πρα­σίνου - περιπάτου, παιχνιδιού και αθλητικών δραστηριοτήτων της πό­λης.… Σήμερα τμήμα της γειτονιάς της Ακαδημίας Πλάτωνος, ανατολικά του Αρχαιολογικού ’λσους, έχει δια­μορφωθεί σε μια τυπική γειτονιά της πόλης, στην οποία τα παλαιότερα χαμηλά κτίσματα αντικαθίστανται στα­δια­κά από πολυώροφες κατασκευές με βάση τους ισχύοντες όρους δό­μη­σης. Η επαφή του αρχαιολογικού χώ­ρου με το υπόλοιπο πολιτιστικό πάρ­κο της Αθήνας διακόπτεται από την πυκνοδομημένη ζώνη που ορίζε­ται κατά προσέγγιση από τις σημερινές οδούς Σαλαμίνος και Πλαταιών και στη συνέχεια Μοναστηρίου και Τιμαίου, όπου εκτεινόταν το Δημόσιο Σήμα. Το ίδιο το άλσος χωρίζεται σε δύο τμή­ματα από την οδό Κρατύλου …, που το διασχίζει. Όμως, το βόρειο τμήμα της γειτονιάς, εκατέρωθεν της προ­βλεπόμενης «λεωφόρου» Σβώλου, είναι μια περιοχή όπου λειτουρ­γούν κυρίως βιοτεχνίες, υπαίθριοι αποθηκευτικοί χώροι, χώροι στάθμευ­σης επαγ­γελματικών οχημάτων κ.λπ. Η περιοχή αυτή είναι ουσιαστικά αδια­μόρφωτη, καθώς δεν έχει υλοποιηθεί τόσο το ρυμο­τομικό σχέδιο, που κα­θιερώθηκε με την ένταξή της στο σχέδιο πόλεως (1968), όσο και μετα­γε­νέστερες τροποποιήσεις του, κατάσταση που δημι­ουργεί συνθήκες υπο­βάθμι­σης και αυθαιρεσίας ….. 3. Προβλήματα και δυ­νατότητες. Το μέτωπο της Λεωφ. Αθηνών, και ιδίως στη ζώνη από την οδό Μητροδώρου μέχρι και τον ανισόπεδο κόμβο του Κηφισού συγκεντρώνει πλέον έντονη επιχει­ρηματική δραστηριότητα, που επιφέρει σταδιακά τη με­ταβολή του βιο­μηχα­νικού χαρακτήρα της περιοχής. …». Η μελέτη αυτή πρό­τεινε στη συνέχεια όρους δόμησης για τη συγκεκριμένη περιοχή (με­ταξύ άλλων: σ. δ. 1,6 και μέ­γιστο ύψος 12,5 μ. για την περιοχή γύρω από το αρχαιολογικό άλσος και σ.δ. 2,4 και μέγιστο ύψος 17,5 μ. για το 0.Τ. 124). Εν όψει των κα­τευθύνσεων του Γ.Π.Σ. για την περιοχή μελέτης, καθο­ρίστηκαν οι παρα­κάτω ζώνες ενιαίων χρήσεων γης, με βασικές επιδιώξεις την ενίσχυση της κατοικίας και την προστασία του Αρχαιολογικού ’λσους, με αποτροπή εγκα­τάστασης ασύμβατων ή οχληρών δραστηριοτήτων. Ειδι­κότερα ση­μειώ­νεται ότι δεν θεωρείται σκόπιμη η «αποστείρωση» της περιο­χής κα­τοικίας, αλλά αντίθετα είναι επιθυμητή η μείξη ήπιων χρήσεων, που ενι­σχύει την καθημερινή λειτουργία μιας γειτονιάς. … Στο επίμαχο Ο.Τ. 124 προ­τείνεται χρήση ΒΙΟΠΑ 2, με τη σημείωση ότι στην περιοχή αυτή πε­ριλαμβάνονται τα προτεινόμενα τότε για διατήρηση και προστασία, αξιό­λογα βιομηχανικά κτήρια των συγκροτημάτων Λαναρά και Μουζάκη. Το Δη­μοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με την 2011/28.9.2009 πράξη του ενέκρινε την Α΄ Φάση της ως άνω Μελέτης, καθώς και τα σχε­τικά με την τήρηση διαδικασίας δημοσιοποίησης και διαβούλευσης ως προς τα στοι­χεία της μελέτης. Η μελέτη διαβιβάστηκε με το 193891/8.9.2009 έγ­γραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Μελετών της Διεύθυνσης Σχεδίου Πό­λεως του Δήμου Αθηναίων προς τη Διεύθυνση Πο­λεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.Π.Ε.Κ.Α., η οποία, με το 4748/4.2.2010 έγ­γραφό της, γνω­στοποίησε προς τον Δήμο ότι, κατά την άποψη του Υπουργείου, η ιστορικότητα της περιοχής και η ανάγκη προβολής και ανά­δειξής της θα δικαιολογούσαν δραστικότερη παρέμβαση στο πλαίσιο του χωροταξικού σχεδιασμού, εν­δεχομένως και από αυτήν που προβλέπεται στο Γ.Π.Σ., δεδομένου ότι, εν τοις πράγμασι, ο χαρακτήρας της περιοχής έχει διαμορ­φωθεί εντελώς δια­φορετικά από τις προβλέψεις του Γ.Π.Σ., γε­γονός που δικαιολογεί την επανεξέταση της γενικής κατηγορίας χρήσεων του βιο­τεχνικού πάρκου. Στο ίδιο έγγραφο εκτίθεται, πλην άλλων, ότι βάσει των προβλέψεων του Γ.Π.Σ. για την ανάπλαση της περιοχής γύρω από την Ακαδημία Πλάτωνος και τη δημιουργία αρχαιολογικού πάρκου, είναι δυνα­τόν στο πλαίσιο των διατάξεων του ν. 2508/1997 ή του άρθρου 99 ν. 1892/1990, να γίνει συνο­λι­κή μελέτη ανάπλασης της υπόψη ή και της ευ­ρύτερης περιοχής και ότι, πάντως, σε ένα πρώτο στάδιο θα ήταν δυνατή και η προώθηση προ­τά­σεων αναθεώρησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχε­δίου και των συντε­λεστών και άλλων όρων δόμησης σε ευαίσθητα ση­μεία της περιοχής σύμ­φωνα με τις διατάξεις του ν.δ. της 17.7.1923. Τέλος, στο αυτό έγγραφο εξετάζονται διεξοδικά οι προτάσεις του Δήμου και διευ­κρινίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η κατά ζώνες κλιμάκωση του συντελεστή δό­μησης πέριξ του αρχαιολογικού χώρου κρίνεται σκόπιμη ακόμα και χωρίς τις συγκεκριμένες κατευθύνσεις του εγκεκριμένου Γ.Π.Σ. ως προς το μέσο Σ.Δ., υπό την επι­φύλαξη πάντως σύνταξης κατάλληλου τοπογραφι­κού/κτηματογραφικού διαγράμματος και αναλυτικότερης παράθεσης του σκε­πτικού του καθορι­σμού των συγκεκριμένων τομέων. Ακολούθως, με την 11452/19.3.2010 απόφαση της Υπουργού Π.Ε.Κ.Α. (ΑΑΠΘ 116), και αφού ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, οι αποφάσεις 286/23.02.2009, 967/11.05.2009 και 2425/30.11.2009 του Δ.Σ. του Δήμου Αθηναίων, ανε­στάλη επί ένα έτος η έκδοση οικοδομικών αδειών σε διάφορα οικοδομικά τετράγωνα εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής της Ακαδημίας Πλάτω­νος. Εν τω μεταξύ, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθηναίων με την 357/8.3.2010 πράξη του ενέκρινε τη συνέχιση και ολο­κλήρωση της με­λέ­της πολεοδομικού ανασχεδιασμού της Ακαδημίας - Πλά­τωνος και ενέμει­νε στην αναγκαιότητα και τον επείγοντα χαρακτήρα για την επιβολή αναστο­λής έκδοσης οικοδομικών αδειών στο σύνολο, κατ' αρ­χήν, της πε­ριοχής, και πάντως τουλάχιστον στην έκταση της γειτονιάς «Ακαδημία Πλά­τωνος». Επίσης, το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Αθη­ναίων έκρινε αναγκαία την επίσπευση των απαλλοτριώσεων που εκκρε­μούν για το αρ­χαιολογικό άλσος, ενώ υπογράμμισε την ανάγκη να ληφ­θούν αποφάσεις για τον ανα­σχεδιασμό της ευρύτερης περιοχής, προς την κατεύθυνση δη­μιουργίας υπερτοπικού πόλου πολιτισμού και πρασίνου στην περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος. Μετά ταύτα και την δημόσια δια­βούλευση επί της Α΄ φάσης της μελέτης, η Διεύθυνση Σχεδίου Πόλεως του Δήμου, προ­χώρησε στο 2ο στά­διο («Β΄ φάση») της διαδικασίας με τη «Με­λέτη Πολεο­δομικού Ανασχεδια­σμού Γειτονιάς Ακαδημίας Πλάτωνος - Β΄ φάση (γενικό σχέδιο πολεοδομι­κής οργάνωσης - χρήσεις γης - όροι δόμη­σης)», διατύ­πωσε δε στην 185190/17.9.2010 εισήγηση την πρόταση για τον καθορισμό πέντε περιο­χών με κλιμακούμενους Σ.Δ. και περιορισμούς δόμησης. Πα­ράλληλα, και ενώ εκκρεμούσε η έγκριση από το Δημοτικό Συμβούλιο της μελέτης του 2ου σταδίου, δεδομένου ότι η σχετική συζή­τηση αναβλήθηκε με την 1442/20.9.2010 απόφαση του Δημοτικού Συμ­βουλίου, υποβλήθηκε η από 22.11.2010, εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεο­δομικού Σχεδιασμού προς το Κ.Σ.Χ.Ο.Π., με σκοπό τον επανακαθορισμό των συντελεστών δό­μησης και του επιτρεπομένου μέγιστου ύψους των κτιρίων της περιοχής γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος, ως πρώτη προσέγγιση του στόχου προστασίας και ανάδειξης του χώρου αυτού. Όπως, ειδι­κό­τερα, εκτίθεται στην ανωτέρω εισήγηση, οι τροποποιήσεις των όρων δόμη­σης προτάθηκαν με κυρίαρχο κριτήριο του σχεδιασμού την προ­στασία και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και ως πρώτη προσέγ­γιση του στόχου προστασίας, διότι οι εν λόγω τροποποιή­σεις αποσκοπού­σαν στην αντιμε­τώπιση άμεσων αναγκών, εναρμονίζονταν προς το σκοπό της ανάπλασης, ήταν σύμφωνες με τις κατευθύνσεις του Ρυθμιστικού Σχε­δίου και του Γ.Π.Σ. και διασφάλιζαν μελλοντικές παρεμ­βάσεις με βάση τις ει­δικές διατά­ξεις του ν. 2508/1997. Περαιτέρω, σύμ­φωνα με την εισήγηση, οι προτει­νόμενες από τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού παρεμ­βάσεις αφο­ρούσαν όχι μόνον την περιοχή μελέτης του Δήμου (δηλαδή την γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος), αλλά και το συνε­χόμενο αυτής «βιο­τεχνικό πάρ­κο» καθώς και τμήμα της όμορης γειτονιάς «Αγίου Γεωργίου» της ίδιας συνοικίας το οποίο γειτνιάζει άμεσα με τον αρ­χαιολογικό χώρο, σύμφωνα δε με το Γ.Π.Σ. στη γειτονιά της Ακαδημίας Πλάτωνος ορίζεται μέσος Σ.Δ. 2,1 και στην όμορη γειτονιά του Αγ. Γεωρ­γίου ορίζεται μέσος Σ.Δ. 3,0. Καθοριστικό μέσο άμεσης παρέμβασης για την επίτευξη του πα­ραπάνω στόχου και την πρόληψη μη αναστρέψιμων πραγματικών κατα­στάσεων θεωρείται, κατά την εισήγηση, ο επανακαθορι­σμός του συντελε­στή δόμη­σης του συνόλου της ανωτέρω περιοχής, δεδο­μένου ότι ο συντε­λεστής αυτός συναρτάται άμεσα με τις πυκνότητες οίκη­σης, που επη­ρεάζουν τα μεγέθη της απαιτούμενης κοινωνικής και τεχνικής υποδομής και τους κυκλοφοριακούς φόρτους, τα κτιριακά ύψη κ.λπ. Εξάλ­λου, κατά την αυτή εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.Π.Ε.Κ.Α., θα έπρεπε οι Σ.Δ. να κλιμακωθούν κατά ζώνες γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο, με τον μεγαλύτερο Σ.Δ. να διαμορφώνεται κατά μήκος των μεγάλων οδικών αξόνων που περιβάλλουν και οριοθετούν την περιοχή της γειτο­νιάς, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν «τείχος προ­στασίας» του χώρου από την ηχητική όχλησή του, τον μικρότερο Σ.Δ. στη ζώνη άμεσης επαφής με τον αρχαιολογικό χώρο και τον μέσο Σ.Δ. του Γ.Π.Σ. στην υπόλοιπη περιοχή, ενώ ανάλογα θα έπρεπε να κλιμακωθούν και τα επιτρεπόμενα ύψη κτιρίων για την καλύτερη οπτική ανάδειξη του χώρου. Επίσης, η αυτή Διεύθυνση εξέφρασε τη συμφωνία της με την πρό­ταση του Δήμου (Α΄ στά­διο της Μελέτης) για τον καθορισμό Σ.Δ. 1,6 για τα Ο.Τ. που έχουν άμεση γειτνίαση με το αρχαιολογικό άλσος της Ακαδημίας Πλάτωνος, πρότεινε, όμως, και επεξέτεινε την πρόταση αυτή με την ένταξη μίας σειράς Ο.Τ. σε ολόκληρη την περίμετρο του αρχαιολογικού χώρου και διεύρυνε τη 2η ζώ­νη περιορίζοντας έτσι την 3η, προκειμένου να επιτύχει τον μέσο Σ.Δ. 2,1 του Γ.Π.Σ. Ακόμη, πρότεινε τη διατήρηση του Σ.Δ. 2,4 στο Ο.Τ. 124 επί της Κηφισού και τον καθορισμό του ίδιου Σ.Δ. κατά μήκος των οδών Λένορ­μαν και Αθηνών σε επιφάνεια και έκταση τέτοια που, σε συνδυασμό με την άμεση 1η ζώνη γύρω από το ’λσος με Σ.Δ. 1,6, να προκύπτει μέ­σος Σ.Δ. (κατ' εκτίμηση) μικρότερος ή ίσος του μέσου Σ.Δ. που προβλέπει το Γ.Π.Σ. Η κλιμάκωση ανά τομείς ισχύει και για το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων, για τον καθορισμό του οποίου ελήφθησαν υπόψη και άλλα κριτήρια, όπως το μικρό όριο αρτιότητας των οικοπέδων, η ανάγκη παροχής δυνατότητας επικοινωνίας των υποχρεωτι­κών ακαλύ­πτων του οικοπέδου μέσω pilotis και η ανάγκη παροχής δυνα­τότητας κατασκευής ύψους ορόφου μεγαλύτερου από το ελάχιστο επιτρε­πόμενο βάσει κτιριο­δομικού κανονισμού, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις ισχύουσες όσο και τις προβλεπόμενες από το Γ.Π.Σ. χρήσεις. Με βάση τα ανωτέρω πολεοδομικά κριτήρια η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχε­διασμού εισηγήθηκε, εν τέλει, τον επανακαθορισμό στην προαναφερθείσα περιοχή των όρων και περιορισμών δόμησης σε τρεις τομείς, ως εξής: -τομέας Ι στα Ο.Τ. ή τμήματα Ο.Τ. της περιοχής γύρω από τον αρχαιολο­γικό χώρο, με Σ.Δ. 1,6 και ύψος κτιρίων 12 μ. (έναντι των ισχυόντων 3,0 και 18 μ. ή 27 μ.), - το­μέας ΙΙ, στο μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής, με Σ.Δ. 2,1 και ύψος κτι­ρίων 15 μ. (έναντι των ισχυόντων 3,0 και 27 μ.) και τομέας ΙΙΙ, με Σ.Δ. 2,4 και ύψος κτιρίων 18 μ. (έναντι των ισχυόντων 3,0 και 27 μ. ή 2,4 και 17,5 στο Ο.Τ. 124). Το Κ.Σ.Χ.Ο.Π. γνωμοδότησε ομόφωνα με την 134/συν.13/24. 11.2010 πράξη του υπέρ της ανωτέρω εισήγησης της Διεύ­θυνσης Πο­λεο­δομικού Σχεδιασμού. Με το 2306/18.1.2011 έγγραφο της Διεύθυνσης Πο­λεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.ΠΕ.Κ.Α. η ως άνω γνωμοδό­τηση δια­βιβά­στηκε για διατύπωση απόψεων προς τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουρ­γείου Πολιτισμού, από τις οποίες η 1η Εφορεία Βυζαντινών Αρ­χαιο­τή­των δεν διετύπωσε αντιρρήσεις (βλ. το 7025/7.11.2011 έγγραφο), ενώ πο­λύ αργότερα, η Γ΄ ΕΠΚΑ διατύπωσε τις απόψεις της για το θέμα, με το Φ1/3/ 2487/6.4.2012 έγγραφό της προς τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασι­κών Αρχαιοτήτων. Με το έγγραφο αυτό, η ως άνω εφορεία πρότεινε, με­ταξύ άλλων, την ένταξη του Ο.Τ. 124 στον τομέα ΙΙ με σ.δ. 2,1 και μέγι­στο επιτρεπόμενο ύψος 15μ. Πρότεινε, εξάλλου, τη διερεύνηση της κήρυ­ξης ως διατηρητέων των βιομηχανικών συγκροτημάτων «Μουζάκη» και «Λα­ναρά» στο Ο.Τ. 124, την ένταξη στη ρύθμιση και των Ο.Τ. 137, 138, 139, 159 και 160 (περιοχή που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τον αρ­χαιολογικό χώρο, αποτελώντας ουσιαστικά το ΒΔ μέτωπο αυτού, η οποία περιλαμβάνει χώρους βιοτεχνικής δραστηριότητας και το σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων) και την ένταξη στον τομέα Ι και των Ο.Τ. 69, 70 και 102 (ώστε να διευρυνθεί το μέτωπο περιμετρικά του Αρχαιολο­γικού Χώρου και του σχεδιαζόμενου Νέου Μουσείου της πόλης των Αθη­νών). Τελικώς, κατόπιν της 148/26.4.2012 απόφασης της Επιτροπής Ποιό­τητας Ζωής του Δήμου Αθηναίων, το Δημοτικό Συμβούλιο, με την 370/ 15.5.2012 απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της προαναφερθείσας πράξης του Κ.Σ.Χ.Ο.Π. για τον περιορισμό του συντελεστή δόμησης και του ύψους των κτιρίων στην περιοχή γύρω από τον Αρχαιολογικό Χώρο της Ακα­δημίας Πλάτωνος. Ακολούθως καταρτίσθηκε σχέδιο διατάγματος, επί του οποίου εκδόθηκε το 77/2013 Πρακτικό Επεξεργασίας. Με το Πρα­κτικό αυ­τό έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: «… οι καθοριζόμενοι με το υπό επεξεργασία σχέδιο όροι και περιορισμοί δόμησης (συντελεστές δό­μησης και μέγιστο ύψος κτιρίων) της ευρύτερης περιοχής του ρυμοτομικού σχε­δίου Αθηνών, η οποία περιβάλλει το Αρχαιολογικό ’λσος στην Πολεοδο­μική Ενότητα Ακαδημία Πλάτωνος, θεσπίζονται κυρίως για την άμεση ανά­δειξη και προστασία του αρχαιολογικού χώρου, αλλά και προ­κειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή του σχεδίου και η ανάπλαση της ευρύτερης πε­ριοχής που περιβάλλει τον αρχαιολογικό χώρο, σύμφωνα δηλαδή με τις επιταγές και κατευθύνσεις του Γ.Π.Σ. Εξάλλου, οι όροι και περιορισμοί δόμησης που προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στην περιοχή παρέμβασης είναι ιδιαίτερα αυξημένοι, διατηρήθηκαν μάλιστα σε ισχύ με την κοινή απόφαση ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ03/74279/4510/13. 10.2004 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του Υφυπουργού Πολιτι­σμού (Σ.Δ. 3, μέγιστο ύψος 18 μ.). Ανεξαρτήτως, όμως, της νομιμότητας, κατά τούτο, της ανωτέρω κοινής απόφασης, της διατήρησης δηλαδή αυξη­μένων όρων και περιορισμών δόμησης σε περιοχή που εφάπτεται του αρ­χαιολογικού χώρου, οι ισχύοντες όροι και περιορισμοί δόμησης στο σύ­νολο της περιο­χής παρέμβασης έχουν οδηγήσει μέχρι τούδε, σε αντίθεση με τα όσα προβλέπει το Γ.Π.Σ., σε υπερβολική δόμηση της περιοχής, ιδίως, λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει από την έγκριση και εφαρμογή του ρυ­μοτομικού σχεδίου και τις δυσχέρειες ανάπλασης της περιοχής, αλλά και της εκτεταμένης άρσης ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων στην πε­ριοχή πα­ρέμ­βασης. Ενόψει των ανωτέρω, για να είναι σύννομες στο σύ­νολό τους οι ρυθμίσεις του σχεδίου διατάγματος και σύμφωνες προς την, απορρέουσα από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, υποχρέωση προ­στασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, αλλά και προς τις κατευθύνσεις του Γ.Π.Σ., το οποίο επιτάσσει την ανάπλαση της περιοχής, ο Σ.Δ. του τομέα ΙΙΙ δεν μπο­ρεί να υπερβαίνει τον μέσο συντελεστή δόμησης που προβλέπει το Γ.Π.Σ. για την περιοχή αυτή, δηλαδή το Σ.Δ. 2,1. Επιπροσθέτως, ειδικό­τερα ως προς το τμήμα της περιοχής του τομέα ΙΙΙ, το οποίο έχει μέτωπο τον Κη­φισό, ο προβλεπόμενος Σ.Δ. 2,4 και το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος κτι­ρίων του τομέα ΙΙΙ, δεν προτείνονται νομίμως, διότι η περιοχή αυτή ευ­ρί­σκεται εγγύς του αρχαιολογικού χώρου, τμήμα της ίδιας περιοχής περι­λαμβάνεται, ορθώς, στον τομέα ΙΙ με Σ.Δ. 2,1, τα δε Γ.Π.Σ. των όμο­ρων Δήμων στα σημεία που γειτνιάζουν με το τμήμα αυτό του τομέα ΙΙΙ προ­βλέπουν αισθητά μικρότερους συντελεστές δόμησης. Κατόπιν των ανω­τέρω, το υπό επεξεργασία σχέδιο προτείνεται μεν κατ' αρχήν, νο­μίμως, δοθέντος όμως, ότι οι όροι και περιορισμοί δόμησης του τομέα ΙΙΙ δεν πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα, να υπερβαίνουν το μέσο Σ.Δ. που προ­βλέπει το Γ.Π.Σ., στο σχέδιο που θα δημοσιευθεί οι όροι και περιορι­σμοί δόμησης του τομέα ΙΙΙ πρέπει να ορισθούν όπως στον τομέα ΙΙ, δη­λαδή μέγιστος Σ.Δ. 2,1 και μέγιστο ύψος κτιρίων 15 μ. Ως εκ τούτου, ο τομέας ΙΙΙ πρέπει να ενοποιηθεί με τον τομέα ΙΙ, αφού παρέλκει ο καθορι­σμός αυτο­τελούς τομέα ΙΙΙ …». Τέλος, στο ως άνω Πρακτικό Επεξεργασίας διατυπώ­θηκε έντονη υπόδειξη στη Διοίκηση για άμεση δημοσίευση του δια­τάγμα­τος, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω δημιουργία μη αναστρέψιμων καταστάσεων στην επίμαχη περιοχή, ενόψει της επικείμε­νης λήξης, στις 8.4.2013, της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών. Στη συνέχεια, το σχέδιο διατάγματος προωθή­θηκε για δημοσίευση, συνοδευό­μενο από το 26/29.3.2013 υπηρε­σιακό σημείωμα της Δ/νσης Πο­λεοδομικού Σχεδια­σμού προς τη Δ/νση Νο­μοθετικού Έργου. Στο σημείωμα αυτό αναφέρεται ότι, σε συμμόρφωση με τις παρατηρήσεις του Π.Ε. 77/2013, έγινε «μερική ενοποίηση Τομέων ΙΙ και ΙΙΙ με κατάργηση του Τομέα ΙΙΙ» και ότι «η εν λόγω «μερική» ενοποίηση συνίσταται στην εξαίρεση από την προωθού­μενη ρύθμιση των Ο.Τ. 124, 126, 127, 128 του Τομέα ΙΙΙ, που εκτείνονται μεταξύ των Λ. Κηφισού και των οδών Αίμωνος, Αντιγόνης και Λένορμαν. Και αυτό γιατί στη θέση αυτή προωθείται από τον ΟΡΣΑ σημειακή τρο­ποποίηση του Γ.Π.Σ. του Δήμου (απόφαση της ΕΕ του ΟΡΣΑ της 17ης Συνεδρίασης/Θέμα 8/10.12.2012), που θα διαμορφώσει νέες κατευ­θύνσεις για τη ρύθμιση του παρόντος». Η ως άνω αιτιολογία για την εξαίρεση των προαναφερθέντων Ο.Τ. επανα­λαμβάνεται και στην από 19.4.2013 ειση­γητική έκθεση του Αναπληρωτή Υπουργού, που συνόδευε το σχέδιο του προσβαλλόμενου διατάγματος. Στο υπ' αριθ. 5323/30.1.2014 έγγραφο από­ψεων της Δ/νσης Πολεοδομι­κού Σχεδιασμού προς το Συμβούλιο της Επικρατείας, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι κατά το χρόνο που εστάλη στην ως άνω υπηρεσία το Πρακτικό Επεξεργασίας 77/2013 (21.3.2013), είχε επίσης περιέλθει σ' αυτή πρό­ταση του Οργανισμού Αθή­νας (8/10. 12.2012) για σημειακή τροποποίηση του Γ.Π.Σ. σε τμήμα της περιοχής που περιλαμβάνετο στο αρχικό σχέδιο π.δ/τος (Ο.Τ. 124 περ. 75), και το οποίο βρίσκεται εκτός των ορίων της γειτονιάς Ακαδημίας Πλά­τωνος, και εντός ΒΙΟΠΑ (για το οποίο το Γ.Π.Σ. 1988 δεν προέβλεπε μέσο Σ.Δ.). Ενόψει δε της ανάγκης άμεσης δημο­σίευσης του σχεδίου διατάγμα­τος, προ της λήξης της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών, προτά­θηκε η «προσωρινή εξαίρεση» από το προωθού­μενο διάταγμα «του Ο.Τ. 124 και των σε χωρική του συνέχεια και με ομοειδή χαρακτηριστικά - εκτός των ορίων της γειτονιάς - Ο.Τ. 126, 127 και 128». Στο αυτό έγγραφο της Δ/νσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού αναφέ­ρεται περαιτέρω ότι για το Ο.Τ. 124 περ. 75 οι κατευθύνσεις σημειακής τροποποίησης του Γ.Π.Σ. οριστικο­ποιήθηκαν με την απόφαση της Εκτελε­στικής Επιτροπής του ΟΡΣΑ 2/31. 7.2013 χωρίς πρόταση καθορισμού Σ.Δ., και κατόπιν αυτού η Δ/νση Πο­λεοδομικού Σχεδιασμού ζήτησε από τη Δ/νση Νομοθετικού τη σύνταξη συμπληρωματικού σχεδίου π.δ/τος και για το τμήμα της περιοχής που είχε εξαιρεθεί από το από 29.4.2013 π.δ/γμα, ώστε να προβλεφθεί υπαγωγή του στον Τομέα ΙΙ του εν λόγω Δ/τος (ήτοι, Σ.Δ. 2,1 και μέγιστο ύψος κτι­ρίων 15 μ.). Στο ως άνω έγγραφο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι τυχόν καθορισμός σε ολόκληρη την περιοχή μελέτης Σ.Δ. 1,6, θα απέκλινε ση­μαντικά από τον καθορισμένο από το Γ.Π.Σ. μέσο Σ.Δ. 2,1, ενώ θα δρούσε ανασταλτικά στην ανάπλαση της περιοχής, δεδο­μένου ότι η ιδιω­τική πρω­τοβουλία θα επέλεγε τη διατήρηση του τυχόν υλοποιημένου Σ.Δ. 3,0, αντί της υλοποίησης του νέου αισθητά μειωμένου Σ.Δ., με αποτέλε­σμα την επι­βράδυνση της ανανέωσης του κτιριακού αποθέματος της περιοχής. Εξάλ­λου, στο υπ' αριθ. ΥΠΠΟ/ΓΔΑΜΤΕ/ΕΝΜΑ/ 224664/31048/8804/16.1.2014 έγγραφο απόψεων της Εφορείας Νεωτέ­ρων Μνημείων Αττικής προς το Συμβουλίου της Επικρατείας, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το 2009 δια­βι­βάστηκε από την ΕΥΠΕ στην ΕΝΜΑ φάκε­λος που αφο­ρούσε την ανέγερ­ση «Συγκροτήματος πολυχρήσεων πολιτι­σμού - αναψυ­χής - εμπο­ρίου ACADEMY GARDENS» επί της λεωφόρου Κηφισού και εντός του συγκρο­τήματος της «Κλωστοϋφαντουργίας Μου­ζάκη», και η ΕΝΜΑ με το 775/17. 2.2009 έγγραφό της ενημέρωσε την ΕΥΠΕ, την πα­ρεμβαίνουσα εταιρεία και το Πολεοδομικό Γραφείο του Δή­μου Αθηναίων, ότι εξετάζει στη ζώνη του Κηφισού παλαιές εργοστασιακές μονάδες που πιθανά εμπίπτουν στις διατάξεις του ν. 3028/2002 και σε πε­ρίπτωση κατεδάφισης των κτη­ρίων θα πρέπει να υποβληθεί σχετικός φά­κελος στην υπηρεσία αυτή. Ακο­λούθως, η μη κερδοσκοπική εταιρεία «MONUMENTA» κατέθεσε το 2010 αίτημα χα­ρακτηρισμού ως νεωτέρων μνημείων του βιομηχανικού συγκρο­τήματος της «Κλωστοϋφαντουργίας Μουζάκη» καθώς και του παρακείμε­νου συγκρο­τήματος των «Κλωστηρίων Λαναρά - Κύρ­τση». Στο ως άνω έγ­γρα­φο της ΕΝΜΑ αναφέρεται, περαι­τέρω, ότι κατά την αυτοψία που διενερ­γήθηκε 6.7.2011 διαπιστώθηκε ότι τα κτίρια του συγκροτήματος «Μου­ζά­κη» έχουν κατεδαφιστεί στο μεγαλύ­τερο μέρος τους και τα τμήματα που απομένουν δεν παρουσιάζουν ιδιαί­τερο σχε­διασμό. Σχετικά με το ίδιο ζή­τημα, στο ΥΠΠΟ/ΓΠΑΠΚ/Γ΄ ΕΠΚΑ/156693/82783/6910/13.9.2013 έγ­γρα­φο της ΕΠΚΑ αναφέρεται ότι το «συγκρότημα Μουζάκη κατεδαφίστηκε υπό αδιευ­κρίνιστες συνθήκες …». Ως προς τους όρους δόμησης στην περιοχή 75 και στο Ο.Τ. 124 η ΕΝΜΑ με το πιο πάνω έγγραφό της πρό­τεινε να ισχύ­σουν και στον Τομέα ΙΙΙ αυτοί του Τομέα ΙΙ, δηλαδή Σ.Δ. 2,1 και μέγι­στο ύψος κτιρίων 15 μ. Την ίδια άποψη εξέφρασε και η Δ/νση Προϊστορι­κών και Κλασσικών Αρχαιοτή­των στο ΥΠΠΟΑ/ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΑΧ/Φ03/ 234453/126932/15307/6884/4.12.2013 έγγραφό της όπου διευ­κρινίζει ότι η θετική γνώμη της για την τροποποίηση του Γ.Π.Σ. στο Ο.Τ. 75/124 δια­τυπώθηκε υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα ενταχθεί στην πε­ριοχή καθορι­σμού όρων δόμησης γύρω από τον αρ­χαιολογικό χώρο Ακα­δημίας Πλάτωνος, με σ.δ. 2,1 και ύψος 15 μ. Τελικά, με την 48264/21.8.2013 από­φαση του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέρ­γειας και Κλι­ματικής Αλλαγής (τ. ΑΑΠΘ 333/20.9.2013), χαρακτηρί­σθηκαν ως δια­τηρη­τέα τα κτίρια του πρώην βιομηχανικού συγκροτήματος «Κλω­στήρια Λα­να­ρά - Κύρτση». Εξάλλου, με την 7752/13. 2.2014 από­φαση του Υπουρ­γού και του Αναπληρωτή Υπουργού Περι­βάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (τ. ΑΑΠΘ 57/24.2.2014), τροποποιή­θηκε κατ' επί­κληση, και της ως άνω (2/13/31.7.2013) γνω­μοδότησης της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΟΡΣΑ, το Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Δήμου Αθηναίων στην περιοχή του ΒΙΟΠΑ Ακαδημίας Πλάτω­νος και ειδι­κότερα στο Ο.Τ. 124 περιοχής 75, με τη μετατροπή της χρήσης γης από ΒΙΟΠΑ σε ΒΙΟΠΑ προς εξυγίανση, προβλέφθηκαν δε σε αυτό χρήσεις γης και η έκδοση προεδρικού δια­τάγμα­τος για την έγκριση τροποποίησης της πολεοδομικής μελέτης.

12. Επειδή, υπό τα ανωτέρω στοιχεία ανωτέρω δεδομένα, μετά την έκδοση του Πρακτικού Επεξεργασίας 77/2013, η Διοίκηση όφειλε άμεσα να δημοσιεύσει το σχετικό προεδρικό διάταγμα για τους όρους δόμησης στην περιοχή γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο της Ακαδημίας Πλάτωνος, ενόψει και της επικείμενης λήξης της αναστολής έκδοσης οικοδομικών αδειών, ως προς τμήμα όμως του Τομέα ΙΙΙ (Ο.Τ. 124), υπήρχε σε εξέλιξη διαδικασία τροποποίησης του Γ.Π.Σ., η οποία μάλιστα ολοκληρώθηκε με την έκδοση της μνημονευθείσης ήδη υπουργικής απόφασης (7752/13.2.2014). Ως εκ τούτου η ενέργεια της Διοικήσεωςνα δημοσιεύσει το προσβαλ­λόμενο προεδρικό διάταγμα εξαιρώντας, προσκαίρως, το επί­μα­χο Ο.Τ. 124 και τα σε άμεση χωρική συνέχεια, Ο.Τ. 126, 127 και 128, κρίνεται δικαιολογημένη, δεδομένου ότι προκύπτει η πρόθεση της Διοίκη­σης να ολοκληρώσει, άμεσα, την υλοποίηση της ενιαία μελετημένης τρο­ποποίησης των όρων δόμησης στην ως άνω περιοχή, με την έκδοση σχε­τικού προεδρικού διατάγματος. Τούτο, άλλωστε, προβλέπεται ρητά και στην ως άνω 7752/13.2.2014 απόφαση τροποποίησης του Γενικού Πολεο­δομικού Σχεδίου στο Ο.Τ. 124, κατά τη διαδικασία όμως εκδόσεως του προεδρικού διατάγματος τροποποίησης των όρων δόμησης για τα ως άνω Ο.Τ. πρέπει να ληφθούν υπόψη, πέραν του χαρακτηρισμού του ΒΙΟΠΑ ως ΒΙΟΠΑ προς εξυγίανση, οι στόχοι του Γ.Π.Σ. για την περιοχή, οι ισχύοντες όροι δόμησης (για το Ο.Τ. 124 Σ.Δ. 2,4 και ύψος 17,5 μ.), οι μελέτες του Δήμου Αθηναίων και οι προτάσεις των αρμοδίων υπηρεσιών (Δ/νση Πο­λεοδομικού Σχεδιασμού, ΕΝΜΑ και ΕΠΚΑ προτείνουν Σ.Δ. 2,1 και ύψος 15 μ.), καθώς και η γειτνίαση με το χαρακτηρισμένο ως διατηρητέο παρακεί­μενο βιομηχανικό συγκρότημα «Κλωστηρίων Λαναρά - Κύρτση». Έως την ολοκλήρωση δε της διαδικασίας αυτής δεν είναι επιτρεπτή οποιαδήποτε δόμηση στα παραπάνω ακίνητα και η έκδοση σχετικών οικοδομικών αδειών (πρβλ. ΣτΕ 963/2007).

13. Επειδή, περαιτέρω, από όσα έχουν ήδη εκτεθεί, προκύπτει ότι η κλιμάκωση των όρων δόμησης είχε επιλεγεί ως λύση και από τη Μελέτη Α΄ φάσης του Δήμου Αθηναίων, λαμβανομένης υπόψη και της διαφορο­ποίησης των συνθηκών των Ο.Τ. της περιοχής ιδίως εκείνων με μέτωπο σε μεγάλους οδικούς άξονες, όπως η Λ. Αθηνών, η Λ. Κηφισού και η οδός Λένορμαν, καθώς και της ανάγκης επίτευξης του στόχου του Γ.Π.Σ. για μείωση του μέσου σ.δ. από 3,00 σε 2,10. Η κλιμάκωση αυτή κρίθηκε σκό­πιμη και από τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού, η οποία συνεκτί­μησε και την πλήρη εφαρμογή του σχεδίου πόλης σε τμήμα της περιοχής μελέτης, αναφέρεται δε συγκεκριμένα στην από 22.11.2010 εισήγηση προς το ΚΣΧΟΠ ότι θα έπρεπε οι Σ.Δ. να κλιμακωθούν κατά ζώνες γύρω από τον αρχαιολογικό χώρο, με τον μεγαλύτερο Σ.Δ. να διαμορφώνεται κατά μήκος των μεγάλων οδικών αξόνων που περιβάλλουν και οριοθετούν την περιοχή της γειτονιάς, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτόν «τείχος προ­στασίας» του χώρου από την ηχητική όχλησή του, τον μικρότερο Σ.Δ. στη ζώνη άμεσης επαφής με τον αρχαιολογικό χώρο και τον μέσο Σ.Δ. του Γ.Π.Σ. στην υπόλοιπη περιοχή, ενώ ανάλογα θα έπρεπε να κλιμακωθούν και τα επιτρεπόμενα ύψη κτιρίων για την καλύτερη οπτική ανάδειξη του χώ­ρου. Σε κάθε περίπτωση, οι όροι δόμησης που θεσπίσθηκαν για τον Το­μέα ΙΙ (όπως αυτός διαμορφώθηκε μετά και την ενοποίησή του με το με­γαλύτερο μέρος του Τομέα ΙΙΙ) είναι σαφώς ευμενέστεροι από τους προϊσχύ­σαντες (Σ.Δ. 2,1 και ύψος κτιρίων 15 μ. έναντι των ισχυόντων 3,0 και 27 μ.), ως προς το ζήτημα αυτό δε δεν διετύπωσαν αντιρρήσεις ούτε οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Ενόψει τούτων η επιλογή της κλιμάκωσης του συντελεστή δόμησης υπαγορεύθηκε από πολεοδομικά κριτήρια, δεν προβάλλεται δε με επίκληση συγκεκριμένων στοιχείων ότι ο σ.δ. του Τομέα ΙΙ είναι απρόσφορος για την προστασία και ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου, και ο σχετικός λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, περαιτέρω δε απαραδέκτως πλήττεται η ουσιαστική κρίση της Διοίκησης, ως προς τη σκοπιμότητα και επάρκεια των επίμαχων ρυθμί­σεων (πρβλ. ΣτΕ 3748/2008).

14. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορ­ριφθεί και να γίνει δεκτή η παρέμβαση.



Προστασία μνημείων - Δικαίωμα αποζημίωσης - Περιορισμοί δόμησης πέριξ αρχαιολογικών χώρων - Περιεχόμενο αγωγής αποζημίωσης θιγομένου - Ακίνητο εκτός σχεδίου πόλης -.

 

Αριθμός 3224/2009

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009, με την εξής σύνθεση: Γ. Παπαμεντζελόπουλος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Σκαλτσούνης, Ευθ. Αντωνόπουλος, Β. Γρατσίας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 8 Νοεμβρίου 2005 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο παρέστη με τον Κ. Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των: 1) ... και 4)... οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Γ. Κατσαμάνη (Α.Μ. 14493), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 4212/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Ευθ. Αντωνόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, και τον πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος αναφέρθηκε στην εισήγηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 4212/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 9295/2002 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφανίσθηκε η απόφαση αυτή και στη συνέχεια έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή τους και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε αυτούς συνολικά ως αποζημίωση το ποσό των 456.404,98 ευρώ λόγω περιορισμών δόμησης επιβληθέντων σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους.

3. Επειδή, αρμοδίως επιλαμβάνεται της εκδικάσεως της αιτήσεως αυτής το Α΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον πρόκειται για περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση ευθέως εκ του νόμου (ΣΕ 3000/2005, 3009/2006, 1920/2007).

4. Επειδή, στο άρθρο 91 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) ορίζεται ότι: «Ο Υπουργός Πολιτισμού δύναται με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά γνώμη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, να καθορίζει εντός των αρχαιολογικών χώρων που βρίσκονται εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων οικισμών, ζώνες στις οποίες, κατά περίπτωση, θα απαγορεύεται παντελώς η δόμηση (ζώνη Α΄) ή θα επιτρέπεται (ζώνη Β΄) υπό όρους και περιορισμούς που ορίζονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων κατά τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Πολιτισμού. Η διαδικασία της οριοθετήσεως των ζωνών και του καθορισμού των όρων και περιορισμών δόμησης, κατά τ’ ανωτέρω, πρέπει να ολοκληρούται εντός εξαμήνου από της υποβολής της σχετικής προτάσεως από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία». Εξάλλου, στο άρθρο 24 του Συντάγματος, πριν την αναθεώρησή του το έτος 2001, ορίζονταν τα εξής: «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωσιν του Κράτους. Το Κράτος υποχρεούται να λαμβάνη ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα προς διαφύλαξιν αυτού … 6. Τα μνημεία και αι παραδοσιακαί περιοχαί και στοιχεία τελούν υπό την προστασίαν του Κράτους. Νόμος θέλει ορίσει τα αναγκαία προς πραγματοποίησιν της προστασίας ταύτης περιοριστικά της ιδιοκτησίας μέτρα, ως και τον τρόπον και το είδος της αποζημιώσεως των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται ειδικώς το πρώτον αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός μεν τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαίτερων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοιώσεως ή υποβαθμίσεως του περιβάλλοντος τα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, ερειδόμενοι αποκλειστικά στο άρθρον 24 του Συντάγματος, δύνανται να έχουν καταρχήν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν όμως υποχρέωση αποζημιώσεως του θιγομένου ιδιοκτήτου κατά την παράγραφο 6 του άρθρ. 24 του Συντάγματος, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Και ναι μεν προβλέπεται από την τελευταία συνταγματική διάταξη η έκδοση ειδικού νόμου, ο οποίος θα καθορίσει, μεταξύ άλλων, τον τρόπο και το είδος της αποζημιώσεως, που δύναται να είναι και διάφορος από τη ρύθμιση του άρθρ. 17 του Συντάγματος, αλλά, και όταν ελλείπει σχετική νομοθετική ρύθμιση, γεννάται ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοικήσεως να εξασφαλίσει την προστασία του μνημείου στο διηνεκές και παράλληλα την αποζημίωση του πληττόμενου ιδιοκτήτη. Επιπλέον, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 91 του ν. 1892/1990, που προβλέπει τον καθορισμό με υπουργική απόφαση ζωνών απόλυτης απαγορεύσεως της δομήσεως και υπό περιορισμούς δομήσεως προς προστασίαν αρχαιολογικών χώρων, είναι σύμφωνη προς τη συνταγματική ρύθμιση της αυξημένης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Περαιτέρω, από τη σκοπουμένη από τη διάταξη αυτή προστασία των αρχαιολογικών χώρων συνάγεται δυνατότητα επιβολής, κατ’ εφαρμογήν αυτής, και περιορισμών σε κάθε χρήση γης και στη γεωργική εκμετάλλευση, εφ’ όσον και κατά το μέτρο που η εν λόγω εκμετάλλευση δύναται να βλάψει τα αρχαία. Εφ’ όσον δε συνεπεία των περιορισμών αυτών επέρχεται ματαίωση του πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, παρέχεται στον θιγόμενο ιδιοκτήτη δικαίωμα αποζημιώσεως. Η αξίωση δε αυτή για αποζημίωση γεννάται, κατά την έννοια του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος, ελλείψει ειδικής νομοθετικής ρυθμίσεως, από της παρόδου ευλόγου χρόνου από της επιβολής των περιοριστικών μέτρων, εφόσον βεβαίως ο ενδιαφερόμενος ιδιοκτήτης επιδιώξει με αίτησή του προς τη Διοίκηση ή ευθέως προς το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο την αποκατάσταση της ζημίας (ΣτΕ 1517/1993, 3963/1995, 3337/1999, βλ. και ΣτΕ 3146/1986 Ολομ., 2801/1991 Ολομ., 2725/1997, 4575/1998, 784/ 1999, 1432/2002, 530/2003 Ολομ., 2876, 3627/2004, 982, 3000/2005). Τέλος, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι ο ιδιοκτήτης ακινήτου στο οποίο επιβλήθηκαν οι πιο πάνω δυσμενείς όροι, δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για την απομείωση της αξίας του ακινήτου του λόγω του περιορισμού των δυνατοτήτων αξιοποιήσεως και εκμεταλλεύσεώς του. (ΣτΕ 3009/2006). Για τη θεμελίωση δε της απαιτήσεώς του αυτής δύναται να επικαλεσθεί με την αγωγή του συγκεκριμένον τρόπο εκμεταλλεύσεως του ακινήτου του που δεσμεύεται, σύμφωνα με την κατά προορισμό χρήση του, ούτως ώστε να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός της μειώσεως της αξίας του εν λόγω ακινήτου από την επιβολή των περιοριστικών μέτρων, που αποτελεί και το αντικείμενο της αποζημιώσεως (ΣΕ 1920/2007). Εφόσον δε ο ιδιοκτήτης του ακινήτου επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η κατά προορισμό χρήση του ακινήτου, καίτοι αυτό ευρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως, ήταν η οικιστική του εκμετάλλευση κατά τους όρους του νομοθετικού καθεστώτος που εγκύρως ίσχυε στην περιοχή πριν την επιβολή των περιορισμών, τότε αλυσιτελώς προβάλλονται από το Δημόσιο λόγοι που αφορούν στη δυνατότητα γεωργικής εκμεταλλεύσεως του ακινήτου αυτού, δεδομένου ότι, ενόψει και της πρόσφατης νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Δ.Δ.Α.) επί του άρθρου 1 παρ. 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.ΣΔ.Α. (Ε.Δ.Δ.Α. 11.12.2008 Θεοδωράκης κλπ. κατά Ελλάδος και 6.12.2007 ΖΑΝΤΕ-Μαραθωνήσι κατά Ελλάδος), σύμφωνα με την οποία η κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας ότι η κατά προορισμό χρήση κάθε εκτάσεως που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως δεν μπορεί να είναι άλλη από την αγροτική ή κτηνοτροφική ή δασοπονική εκμετάλλευσή της, εισάγει αμάχητο τεκμήριο εξαιρετικά αυστηρό, είναι δυνατή και για εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλεως η υπό προϋποθέσεις οικιστική τους εκμετάλλευση, η οποία προσδίδει, κατά κανόνα, μεγαλύτερη αξία σ’ αυτές σε σύγκριση με άλλους τρόπους εκμετάλλευσης.

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητοι είναι εξ αδιαιρέτου κύριοι ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στο Δήμο Λαυρίου, εκτός σχεδίου πόλεως και στην ειδικότερη θέση «Κολώνες Σουνίου», στην οδό Αθηνών-Σουνίου, συνολικής έκτασης 5.184 τ.μ. Το εν λόγω αγροτεμάχιο περιήλθε στην πρώτη, τρίτο και τέταρτο από αυτούς αιτία δωρεάς από τον ..., στη δεύτερη δε αιτία γονικής παροχής από τον ίδιο ... Εξάλλου, στο 1182/1995 συμβόλαιο δωρεάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. .., σύμφωνα με δήλωση του μηχανικού ...που προσαρτάται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα, το εν λόγω αγροτεμάχιο χαρακτηρίζεται ως «άρτιο και οικοδομήσιμο κατά παρέκκλιση και βρίσκεται σε εκτός σχεδίου περιοχή, στη ζώνη «Δ» της περιοχής «Παραλιακή Λεωφόρος Βουλιαγμένης-Σουνίου, σύμφωνα με τα π.δ. 27.5.1978 (Δ΄ 263) και 8.3.1985 (Δ΄ 90)». Με το π.δ/μα της 17.2.1998 «Καθορισμός χρήσεων γης και όρων και περιορισμών δόμησης στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 περιοχή της χερσονήσου Λαυρεωτικής [Ν. Αττικής]» (Α΄ 125), η περιοχή που βρίσκεται το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, που είναι η περιοχή Β1, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στο 16046/17.2.2001 έγγραφο του Προϊστάμενου του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου, χαρακτηρίσθηκε ως περιοχή απόλυτης προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων και απαγορεύθηκε σε αυτήν κάθε δόμηση. Προηγουμένως, με το από 22.6.1983 π.δ/μα (Δ΄ 284) ολόκληρη η εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του 1923 περιοχή του Ν. Αττικής είχε καθορισθεί ως Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.). Οι αναιρεσίβλητοι με αγωγή που άσκησαν στις 17.9.2001 ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών προέβαλαν ότι στο ακίνητό τους επιβλήθηκε de facto απαλλοτρίωση, αφού με το πιο πάνω διάταγμα απαγορεύθηκε κάθε δόμηση, αν και στην περιοχή αυτή από τη δεκαετία του 1960 υπάρχει οικοδομική δραστηριότητα για παραθεριστές, αλλά και για κατοικία μόνιμης διαμονής. Έτσι όμως αυτοί ζημιώθηκαν, αφού έχουν στην ιδιοκτησία τους ακίνητο που δεν μπορούν να το εκμεταλλευθούν. Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να τους καταβάλει την αποζημίωση που αναφέρεται στην αγωγή τους, υπολογίζοντας την κατά μ² αξία του προνομιούχου λόγω της θέσεώς του ακινήτου κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του πιο πάνω π.δ/τος στο ποσό των 110.000 δρχ. και συνολικά στο ποσό των 570.240.000 δρχ. Το διοικητικό πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι οι εντός των Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου τιθέμενοι περιορισμοί ως προς την ανέγερση οικοδομών σε εκτός σχεδίου πόλεως περιοχές αποτελούν νόμιμους περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, αφού η εκτός σχεδίου πόλεως ιδιοκτησία δεν έχει ως κύριο προορισμό την οικιστική εκμετάλλευση, ενώ η υποχρέωση της διοίκησης προς αποζημίωση γεννάται μόνο στην περίπτωση που οι τιθέμενοι περιορισμοί δόμησης δεσμεύουν την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της, και ότι στην προκειμένη περίπτωση το ακίνητο των εναγόντων βρίσκεται σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλεως και είναι αγροτεμάχιο, έκρινε ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωσή τους και απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη. Με την από 18.3.2003 έφεσή τους κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν ότι λόγω των ιδιοτήτων του ένδικου ακινήτου, το οποίο εφάπτεται με τον επαρχιακό δρόμο Αθηνών-Σουνίου σε πλάτος 78 μ., με απεριόριστη θέα στον κόλπο του Σουνίου και στο ναό του Ποσειδώνος, είχε στην πραγματικότητα από πολλών δεκαετιών και μέχρι τη δημοσίευση του επίμαχου π.δ/τος χαρακτήρα και προορισμό οικιστικό, τούτο δε συνάγεται από το γεγονός ότι στην περιοχή που αυτό βρίσκεται έχει οικοδομηθεί πληθώρα πολυτελών κατοικιών και ξενοδοχείων, ότι κατά το χρόνο της κτήσεως αυτού είχε οικιστική χρήση και μάλιστα ποσοστό κάλυψης 40%, επιτρεπομένης της ανέγερσης τουριστικών εγκαταστάσεων ή κατοικιών εμβαδού 2.074 μ², (β.δ. 13.2.1971, Δ΄ 53), εν συνεχεία μειώθηκε ο συντελεστής δομήσεως στο 15%, επιτρεπομένης της ανεγέρσεως κτιρίου συνολικού εμβαδού 778 μ² (β.δ. 30.6.1973, Δ΄ 187), περαιτέρω η περιοχή εντάχθηκε στη ζώνη «Δ» και ο συντελεστής δόμησης ορίσθηκε στο 1%, επιτρεπομένης της ανέγερσης εγκαταστάσεων εξυπηρετήσεως του κοινού εμβαδού 52 μ² (συν 26 μ² υπόγειο, π.δ. 27.5.1978, Δ΄ 263), ακολούθως τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 2 του πιο πάνω π.δ/τος και τμήματα της αρχικής ζώνης «Δ» υπήχθησαν στη ζώνη «Α» και επετράπη η ανέγερση παντός είδους κτιρίου (π.δ. 25.1.1980, Δ΄ 120). Περαιτέρω, ο συντελεστής δόμησης στη ζώνη «Δ» παρέμεινε 0,01 και για υπόγειο χώρο 00,15 [π.δ. 8.3.1985, Δ΄ 90], ενώ με το προαναφερόμενο π.δ/γμα εντάχθηκε στη ζώνη της απόλυτης προστασίας Β1. Προς απόδειξη των ανωτέρω προσκόμισαν νομίμως (σύμφωνα με το άρθρο 185 του Κ.Δ.Δ.) ένορκες βεβαιώσεις μεταξύ άλλων και του πολιτικού μηχανικού ..., από την οποία προέκυπταν τα προαναφερόμενα, καθώς και ότι με βάση το ισχύον πριν από την απαγόρευση κάθε δομήσεως προεδρικό διάταγμα της 8.5.1985 μπορούσε να οικοδομηθεί ισόγειο 51,84 μ², υπόγειο 77,76 μ² και ημιυπαίθριοι χώροι 20,74 μ². Εξάλλου, η ισχύς του πιο πάνω π.δ/τος της 8.3.1985 για το εν λόγω ακίνητο προκύπτει και από το 1513/5.2.1997 έγγραφο του Προϊσταμένου του Πολεοδομικού Γραφείου Μαρκόπουλου. Περαιτέρω, αυτοί προσκόμισαν για να αποδείξουν την αξία του ένδικου ακινήτου: α) περίληψη του 15.939/24.9.2001 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Δημητρακοπούλου (περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως), απ’ όπου προκύπτει ότι ακίνητο άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο λόγω των προαναφερόμενων περιορισμών, που κατά τους ισχυρισμούς τους βρίσκεται πλησίον του ενδίκου, μεταβιβάσθηκε κατά τα 3/8, συνολικού εμβαδού 4.078 μ², με τιμή κατακύρωσης 5.011.000 δρχ. και τιμή Εφορίας 18.786.836 δρχ., β) την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση (του Θ. Σχίζα), καθώς και ένορκη βεβαίωση, που έχει νομότυπα ληφθεί, του Σ. Γκολετσόπουλου, που έχει ακίνητο στην ίδια περιοχή, για την αξία του ακινήτου του. Σύμφωνα δε με την τελευταία αυτή βεβαίωση, οι τιμές των αγροτεμαχίων κατά τα έτη 1994-1995 ανέρχονταν σε 45.000 δρχ. ανά μ². Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο προσκόμισε το 710/29.1.2002 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Λαυρίου, με το οποίο η κατά την 1.2.1998 αξία του ένδικου ακινήτου προσδιορίζεται στις 19.000 δρχ. ανά μ² και συνολικά στο ποσό των 98.496.000 δρχ. Για τον προσδιορισμό αυτό ελήφθησαν υπόψη συγκριτικά στοιχεία που προκύπτουν από μεταβίβαση που πραγματοποιήθηκε στις 7.3.1995 ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 4.022 μ² προς 11000 ανά μ². Το αγροτεμάχιο αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, βρίσκεται στην όμορη θέση «Ωριγόνι» Σουνίου σε απόσταση 250 μ. από την οδό Αθηνών-Σουνίου και 700 μ. από τη θάλασσα. Στο εν λόγω έγγραφο αναφέρεται ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων υπερτερεί του συγκριτικού στοιχείου ως προς την απόσταση από το δρόμο και τη θάλασσα και ως προς το χρόνο εκτίμησης. Εν συνεχεία, στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι σύμφωνα με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού του ν. 2753/1999, που ισχύει από 17.11.1999, η αξία του εν λόγω ακινήτου ανέρχεται στα 70.806.146 δρχ. Τέλος, αυτοί προσκόμισαν και νομίμως θεωρημένες φωτογραφίες του ακινήτου τους, των ξενοδοχείων που βρίσκονται πλησίον αυτού, καθώς και γειτονικών πολυτελών κατοικιών. Εξάλλου, το Δημόσιο ισχυρίσθηκε, όπως και πρωτοδίκως, ότι η περιοχή Β1 περί τον αρχαιολογικό χώρο του Σουνίου ταυτίζεται με τη θεσμοθετημένη από το Υπουργείο Πολιτισμού ζώνη Α΄ απόλυτης προστασίας δυνάμει της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/14.12.1995 αποφάσεως [1070/Β/95] κατ’ εφαρμογή της διατάξεως το άρθρου 91 του ν. 1892/1990, και ότι αυτό συνάγεται από τα αναφερόμενα στην αγωγή ως προς τη θέση του ακινήτου, χωρίς όμως απόλυτη βεβαιότητα, καθόσον δεν υφίσταται διάγραμμα στο οποίο να σημειώνεται η θέση του ένδικου ακινήτου. Κατά συνέπεια, οι περιορισμοί επιβλήθηκαν το πρώτον με την πιο πάνω απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και κανένας επιπλέον περιορισμός δεν επιβλήθηκε με το πιο πάνω π.δ/γμα, για το λόγο δε αυτό παρεγράφη η αξίωση των αναιρεσίβλητων προς αποζημίωση, ενώ το εν λόγω ακίνητο αποτελεί αγροτεμάχιο προοριζόμενο για γεωργική εκμετάλλευση και όχι οικόπεδο και με την επιβολή των εν λόγω περιορισμών δεν αναιρείται η κατά προορισμό χρήση του και δεν οφείλεται ως εκ τούτου αποζημίωση. Το Διοικητικό Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι από τα στοιχεία του φακέλου δεν προέκυπτε αν το εν λόγω ακίνητο είχε ενταχθεί με την προαναφερόμενη κανονιστική απόφαση στη ζώνη Α΄, όπως ισχυριζόταν το Ελληνικό Δημόσιο, με την οποία, άλλωστε, είχαν επιβληθεί και περιορισμοί ως προς τη γεωργική εκμετάλλευση του ακινήτου, που διατηρήθηκαν και με το προαναφερόμενο π.δ/γμα (της 17.2.1998), έκρινε αναγκαίο, με την 4758/2003 προδικαστική απόφασή του, να αναβάλει την έκδοση οριστικής αποφάσεως και να υποχρεώσει το Ελληνικό Δημόσιο να διενεργήσει έλεγχο, από τον οποίο να προκύπτει η ακριβής θέση του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων σε σχέση με την ορισθείσα με την προαναφερόμενη απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού ζώνη Α΄, με ακριβή σημείωση της θέσης αυτής στον συνημμένο στην κανονιστική αυτή απόφαση χάρτη και να συντάξει σχετική αιτιολογημένη έκθεση. Σε εκτέλεση της προδικαστικής αυτής αποφάσεως προσκομίσθηκαν στο εφετείο στοιχεία (χάρτης της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού, το 1405/4.3.2004 έγγραφο της Προϊσταμένης του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας, το 16858/29.4.2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., το 4300/18.5.2004 έγγραφο της Β΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ και το ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ02/47901/3125/ 23.6.2004 έγγραφο της Διεύθυνσης Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων), από τα οποία προέκυπτε σαφώς ότι το ακίνητο των καθών ευρίσκεται στην καθορισθείσα από το Υπουργείο Πολιτισμού ζώνη Α΄ και ειδικότερα στη ζώνη Α8 απόλυτης προστασίας, όπως καθορίσθηκε με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/61126/3407/14.12.1995 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Στην εν λόγω ζώνη, όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή απόφαση, εκτός από τον αρχαιολογικό χώρο του Σουνίου, υπάρχουν πολλές και σημαντικές αρχαιότητες. Περιλαμβάνει τον κύριο πυρήνα των αρχαίων μεταλλευτικών εγκαταστάσεων με εργαστήρια, πλυντήρια, εργαστήρια καμίνων, τήξεως μετάλλων, δεξαμενές, καθώς και λείψανα άλλου είδους εγκαταστάσεων και κτιρίων, λείψανα οικιών, αγροικίες, ταφικούς περιβόλους, αρχαίους δρόμους κ.λπ. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αξίωση προς αποζημίωση, η οποία απορρέει, ελλείψει νομοθετικής ρυθμίσεως, από το άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος, δεν παρεγράφη, όπως υποστήριζε το Ελληνικό Δημόσιο. Και αυτό γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω αξίωση γεννήθηκε μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τουλάχιστον τριών ετών από τη δημοσίευση στις 29.12.1995 της προαναφερόμενης ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ02/61126/3407/14.12.1995 κανονιστικής αποφάσεως, με την οποία επιβλήθηκαν οι πιο πάνω περιορισμοί. Τούτο δε λόγω της υφισταμένης δυσκολίας των ενδιαφερομένων ιδιοκτητών προς γνώση του κανονιστικού πλαισίου που διέπει το ακίνητο για το οποίο πρόκειται και των αλλεπαλλήλων μεταβολών που το νομικό αυτό πλαίσιο κατά καιρούς υπέστη. Συνεπώς, η αγωγή τους, που ασκήθηκε στις 17.9.2001, ασκήθηκε προ της παρόδου πενταετίας από τη γέννηση της επίμαχης αξιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 για το Δημόσιο Λογιστικό (Α΄ 247) και δεν έχει παραγραφεί. Περαιτέρω δε, έκρινε το Εφετείο ότι η επιβολή των προαναφερόμενων περιορισμών δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων ως θιγομένων ιδιοκτητών κατά την παράγραφο 6 του άρθρου 24 του Συντάγματος, καθόσον με αυτούς επέρχεται ουσιώδης οριστική στέρηση της χρήσεως της ιδιοκτησίας τους σύμφωνα με τον προορισμό της. Και ναι μεν μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να δομηθεί η μη αστική γη, και μάλιστα καταρχήν για χρήσεις υποβοηθητικές του κυρίου προορισμού της (γεωργική και κτηνοτροφική εκμετάλλευση), όμως, στην προκειμένη περίπτωση, με την πιο πάνω κανονιστική απόφαση επιβάλλονται ουσιώδεις περιορισμοί και στην κατά προορισμό χρήση αυτής. Συγκεκριμένα, δεν είναι δυνατή η πλήρης γεωργική εκμετάλλευση του ακινήτου, αφού παρέχεται η δυνατότητα της ελαφράς μόνο καλλιέργειας προς αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης των μνημείων. Εν συνεχεία, εκτός του ότι απαγορεύεται παντελώς η οποιαδήποτε δόμηση, απαγορεύεται και η δόμηση κατασκευών υποβοηθητικών της γεωργικής ή κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης. Περαιτέρω, για την κατά το χρόνο της επιβολής των προαναφερόμενων περιορισμών (29.12.1995) ανεύρεση της αξίας του ακινήτου, με την οποία ισούται η οφειλόμενη στους αναιρεσίβλητους αποζημίωση, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, καταρχάς, ότι αυτό, λόγω του ότι κείται εκτός σχεδίου, προορίζεται προς γεωργική εκμετάλλευση. Εν συνεχεία, έπρεπε να ληφθούν υπόψη τα γενικά χαρακτηριστικά του, δηλαδή ότι ευρίσκεται στη θέση «Κολώνες Σουνίου», σε απόσταση 200 μέτρων από τη θάλασσα, εφαπτόμενο της εθνικής οδού Αθηνών-Σουνίου, καθώς και ότι έχει έκταση 5184 τ.μ. Περαιτέρω, πρόσφορα στοιχεία προς σύγκριση, εν προκειμένω, αποτελούσαν εκείνα που προκύπτουν από την προαναφερόμενη κατά τις 7.3.1995 μεταβίβαση αγροτεμαχίου εμβαδού 4022 τ.μ. στην όμορη θέση «Ωριγόνι» προς 11.000 δρχ. ανά τ.μ. Το ένδικο ακίνητο πλεονεκτούσε λόγω χρόνου κρίσεως, αποστάσεως από την εθνική οδό και αποστάσεως από τη θάλασσα. Εξάλλου, έπρεπε να ληφθεί υπόψη και η προς τούτο προσκομιζόμενη ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ... ως προς την αξία των ακινήτων της περιοχής. Σύμφωνα με αυτήν, κατά τα έτη 1994-1995 η αξία αυτών ανερχόταν σε 45.000 δρχ. περίπου ανά τ.μ. Κατά συνέπεια, μετά από συνεκτίμηση των πιο πάνω στοιχείων και ενόψει του ότι δεν αναιρείτο πλήρως η κατά προορισμό χρήση του κρινόμενου ακινήτου, κρίθηκε ότι η αξία του ένδικου ακινήτου ανέρχεται σε 88,041 ευρώ ανά τ.μ. (δηλαδή 30.000 δρχ.). Κατά συνέπεια, η αξία του ένδικου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο ανερχόταν σε 456.404,98 ευρώ, (δηλαδή 5.184 Χ 88,041). Το ποσό δε αυτό έπρεπε να καταβληθεί στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση, αναλόγως του ποσοστού της ιδιοκτησίας καθενός από αυτούς. Με τις σκέψεις αυτές το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, εκδίκασε και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν εφετείο προέβη σε ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσίβλητων. Και τούτο γιατί οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους είχαν υποστηρίξει ότι η ζημία τους επήγαζε από τις απαγορεύσεις που θεσπίσθηκαν με το π.δ. της 17/27.2.1998, ενώ το δικάσαν εφετείο δέχθηκε ότι η ζημία τους προήλθε από τους περιορισμούς που επιβλήθηκαν με την ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/14.12.1995 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αβασίμως, διότι το προαναφερθέν π.δ. της 17/27.2.1998 (Α΄ 125) ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: ʼρθρο 1. «Στην εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προ του έτους 1923 ευρύτερη περιοχή της Χερσονήσου Λαυρεωτικής (Ν. Αττικής) και ειδικότερα των Δήμων Καλυβιών, Θορικού, Κερατέας Λαυρεωτικής και των Κοινοτήτων Αγίου Κωνσταντίνου, Αναβύσσου, Κουβαρά, Παλαιάς Φώκαιας και Σαρωνίδας, η οποία περιοχή εμπίπτει εντός της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου του Νομού Αττικής που εγκρίθηκε με το από 22.6.1983 Π.Δ/γμα (Δ΄ 284), καθορίζονται χρήσεις γης και όροι και περιορισμοί δόμησης κατά περιοχές, Α, Β1, Β2, Β3, Γ, Δ, Ε, Ζ, Η, θ, 11, 12 και περιοχές τουριστικών εγκαταστάσεων ΕΟΤ, απασχολησιοθεραπευτικού κέντρου παιδιών με ειδικές ανάγκες και τουρισμού, αναψυχής Λαγονησίου, που φαίνονται σε δέκα τέσσερα (14) σχετικά πρωτότυπα διαγράμματα σε κλίμακα 1:10.000, που θεωρήθηκαν από τον Προϊστάμενο της Δ/νσης Τοπογραφικών Εφαρμογών με την 20.874/1997 πράξη του και που αντίτυπα τους σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύονται με το παρόν διάταγμα, όπως στα επόμενα άρθρα». ʼρθρο 2. «Α. … Β. Περιοχές με στοιχείο Β1. Περιοχές απολύτου προστασίας τοπίου και αρχαιολογικών χώρων. Στις περιοχές αυτές απαγορεύεται κάθε δόμηση». Επίσης, στην παράγραφο 30 του άρθρου 3 του εν λόγω π.δ/τος ορίζεται ότι: «Ειδικές διατάξεις προστασίας, όπως αρχαιολογικών χώρων, ιστορικών τόπων, περιοχών ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους, αυστηρότερες των προβλεπομένων από τις διατάξεις του παρόντος Διατάγματος, εξακολουθούν να ισχύουν», ενώ, τέλος, όπως έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων εμπίπτει στη ζώνη Α8 απόλυτης προστασίας της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/14.12.1995 υπουργικής αποφάσεως και στην περιοχή Β1 του π.δ/τος. Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι περιορισμοί της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/14.12.1995 υπουργικής αποφάσεως εντάσσονται στις ρυθμίσεις της θεσπισθείσας με το εν λόγω π.δ/μα Ζ.Ο.Ε. (πρβλ. Σ.τ.Ε. 3572/2003) και, συνεπώς, η ζημία που επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι έχει προέλθει από τους περιορισμούς δομήσεως που αποτέλεσαν κοινό περιεχόμενο τόσο της υπουργικής αποφάσεως όσο και του π.δ/τος.

7. Επειδή, προβάλλεται περαιτέρω ότι ο προορισμός του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων, ως ευρισκομένου εκτός σχεδίου, δεν ήταν η οικιστική αξιοποίηση, αλλά η γεωργική εκμετάλλευση. Ως εκ τούτου, το δικάσαν εφετείο έσφαλε κρίνοντας ότι η μη ύπαρξη δυνατότητας πλήρους γεωργικής εκμεταλλεύσεως και δομήσεως κατασκευών υποβοηθητικών της γεωργίας ή κτηνοτροφίας συνιστά ουσιώδη περιορισμό της ιδιοκτησίας τους. Κατά την αντίληψη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το εφετείο δεν αξιολόγησε τον ισχυρισμό του ότι το ακίνητο δεν είχε καλλιεργηθεί. Ο λόγος αυτός προβάλλεται αλυσιτελώς, εφόσον, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό στην τέταρτη σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει και των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως και κατ’ έφεση, θα έπρεπε να αποζημιωθούν όχι βάσει της αξίας που είχε το ένδικο ακίνητο ως προοριζόμενο για γεωργική εκμετάλλευση, όπως δέχθηκε το εφετείο, αλλά βάσει της δυνατότητας οικιστικής αξιοποιήσεως κατά το καθεστώς που ίσχυε πριν από την επιβολή των επίμαχων περιορισμών, οπότε και η επιδικαζόμενη αποζημίωση θα ήταν μεγαλύτερη. Ενόψει δε των ανωτέρω, αλυσιτελώς επίσης προβάλλεται και ο συναφής ισχυρισμός ότι το εφετείο δεν εξετίμησε ορθώς τα συγκριτικά στοιχεία που προσεκόμισαν οι διάδικοι για τον προσδιορισμό του ύψους της αποζημιώσεως που επεδίκασε στους αναιρεσίβλητους. Εξάλλου, ο λόγος αυτός, και υπό την εκδοχή ότι δεν ελήφθη υπόψη το συγκριτικό στοιχείο που προσεκόμισε το Δημόσιο, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, γιατί το εφετείο αιτιολόγησε την κρίση του λαμβάνοντας ρητώς υπόψη και το συγκριτικό στοιχείο του Δημοσίου.

8. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί ενάρξεως του χρόνου παραγραφής μετά την πάροδο τριετίας από τη δημοσίευση της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/ 14.12.1995 υπουργικής αποφάσεως είναι εσφαλμένη. Κατά την αντίληψη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, η αξίωση των αναιρεσιβλήτων είχε παραγραφεί, διότι από τη δημοσίευση της υπουργικής αυτής αποφάσεως έως την άσκηση της αγωγής (17.9.2001) είχε παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995 πενταετία. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά στην τέταρτη σκέψη, η αξίωση αποζημιώσεως βάσει της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 6 δεν γεννάται πριν από την πάροδο ευλόγου χρόνου από την επιβολή των περιορισμών του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως του ακινήτου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ορθώς δέχεται το δικάσαν εφετείο, η αξίωση των αναιρεσιβλήτων γεννήθηκε μετά την πάροδο ευλόγου χρόνου τριών ετών από τη δημοσίευση (29.12.1995) της ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/ΦΟ2/61126/3407/14.12.1995 υπουργικής αποφάσεως, δοθέντος άλλωστε, ότι το νομικό πλαίσιο των περιορισμών επί του ακινήτου υπέστη αλλεπάλληλες μεταβολές. Συνεπώς, κατά την άσκηση της αγωγής (17.9.2001) δεν είχε παρέλθει η πενταετία.

9. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση και

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ. Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Οκτωβρίου 2009. Ο Προεδρεύων Σύμβουλος   Η Γραμματέας

 

 

Γ. Παπαμεντζελόπουλος Μ. Βλασερού

 

Περιορισμοί δόμησης - Αρνητική αγωγή. Έννοια και περιεχόμενο. Γ.Ο.Κ. Παράβαση διατάξεων του. Εφετείο Πατρών Πολιτικό απόφαση 93/2007

 

 

Από το άρθρο 1108 Α.Κ., το οποίο εφαρμόζεται αναλόγως και επί προσβολής του δικαιώματος της επικαρπίας (άρθρ. 1173 ΑΚ) και της ψιλής κυριότητας (Παπαδοπούλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδ. 1989, σελ. 367), συνάγεται ότι η αρνητική αγωγή βάση έχει την κυριότητα του ενάγοντος και την προσβολή αυτής από τον εναγόμενο με πράξη ή παράλειψη, που επηρεάζει την κυριότητα του ενάγοντος, χωρίς να έχει αφαιρεθεί από τον κύριο η νομή του πράγματος. Η προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος από τον εναγόμενο πρέπει να είναι παράνομος, με την έννοια ότι γίνεται χωρίς δικαίωμα από τον εναγόμενο και με αυτή προσβάλλεται το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος (ΑΠ 438/192 ΕλλΔνη 35, 1025, Κ. Παπαδοπούλου, ό.π., σελ. 363 επ.). Περαιτέρω από το άρθρο 1000 ΑΚ, που προσδιορίζει το θετικό και αρνητικό περιεχόμενο του δικαιώματος της κυριότητας, συνάγεται ότι οι εξουσίες του κυρίου πάνω στο πράγμα, οι οποίες κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος δεν επιτρέπεται να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος, περιορίζονται είτε από δικαιώματα τρίτων, είτε απ’ ευθείας από το νόμο. Νόμιμοι περιορισμοί της κυριότητας επιβάλλονται κυρίως από τις διατάξεις του γειτονικού ιδιωτικού δικαίου (άρθρα 1003 έως 1032 Α.Κ.) και επομένως, επί ομόρων ακινήτων, παράνομη προσβολή της κυριότητας (διατάραξη) θα στοιχειοθετείται κατά νόμο, μόνον εφόσον ο κύριος του ενός ακινήτου κινείται εκτός των ορίων που οριοθετούν το οικείο δικαίωμα του οι διατάξεις του γειτονικού δικαίου του Αστικού Κώδικα, αφού μόνον τότε διαταράσσει παρανόμως την κυριότητα του γείτονα του (ΕΑ 2579/2003 ΕλλΔνη 2003, 1423) και από ειδικούς διοικητικούς νόμους, όπως είναι ο εκάστοτε ισχύον ΓΟΚ, με τους κανόνες του οποίου, για χάρη του δημόσιου συμφέροντος, τίθενται περιορισμοί του δικαιώματος της κυριότητας σε οικοδομούμενα ακίνητα (συντελεστής δόμησης και κάλυψης, ύψος κτιρίου, τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο, κατασκευή προεξοχών, κ.λ.π.). Με τις διατάξεις αυτές του ΓΟΚ, που είναι δημοσίου δικαίου, δεν παράγονται συνήθως ιδιωτικά δικαιώματα υπέρ τρίτων, αλλά δημιουργούν, κατ΄ αρχήν σφαίρα εξουσίας της διοίκησης, η δράση της οποίας υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων (ΕφΠατρ 887/2002 ΑχΝομ 2003, 178). Ειδικότερα, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1 και 60 του από 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 ν.δ/τος «περί σχεδίων πόλεως κλπ», και 17 του ν. 1337/1983, λαμβανόμενες σε συνδυασμό με τους ορισμούς των Γενικών Οικοδομικών Κανονισμών, που θεσπίστηκαν από το έτος 1929 και μετά, και ιδιαίτερα των άρθρων 118, 119, 121, 122 και 125 παρ. 1 και 2, 127 του ν.δ. 8/1973, 22 και 27 παρ. 1 του νόμου 1577/1985, η κατεδάφιση, ολικά ή μερικά, οικοδομής που κατασκευάστηκε κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από το νόμο περιορισμών και όρων δομήσεως αποφασίζεται και διατάσσεται (εφόσον οι εν λόγω όροι δεν περιέχουν σύσταση δουλείας προς όφελος γειτονικού ακίνητου, ώστε με την παράβαση των να προσβάλλεται εμπράγματο δικαίωμα του γείτονος), από την οικεία διοικητική αρχή, η οποία είναι και αποκλειστικώς αρμόδια γι’ αυτό. Επομένως, κάθε διαφορά περί την παράβαση τέτοιων όρων και περιορισμών και που έχει ως αντικείμενο την καθαίρεση του κτίσματος που κατασκευάσθηκε παρανόμως, διαφεύγει από την κατά το άρθρο 1 ΚΠολΔ δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων (Ολ. ΑΠ 5/1952 ΕΕΝ Ιθ, 298, ΑΠ 450/77 ΕΕΝ 44, 824, 393/1964 ΝοΒ 12, 930). Εξάλλου, κατά την αληθή έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, δικαίωμα αποζημίωσης από παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), γεννάται όχι μόνο όταν μ΄ αυτή προσβάλλεται ιδιότυπο δικαίωμα (ιδιοκτησίας, προσωπικότητας κλπ), αλλά και όταν μ’ αυτή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον, που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος. Για να συμβεί όμως το τελευταίο, για να υπάρξει δηλαδή δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται η υπαίτιος παραβιαζόμενη διάταξη να είναι κατά το γράμμα της ή κατά το σκοπό του νομοθέτη, προστατευτική του προσβαλλόμενου ατομικού συμφέροντος ή τουλάχιστον και τούτου. Η παράβαση επομένως διάταξης του τέθηκε αποκλειστικώς για την προστασία του γενικού συμφέροντος δεν γεννά δικαίωμα αποζημίωσης ούτε στην περίπτωση κατά την οποία με την εν λόγω διάταξη θεραπεύεται εμμέσως (από τη φύση των πραγμάτων) και το θιγόμενο με την παράβαση της ατομικό συμφέρον, το οποίο όμως δεν σκόπησε να προστατεύσει ο νομοθέτης(ΑΠ 479/1976 ΝοΒ 24, 1055, ΑΠ 33/1979 ΝοΒ 27, 958, Γ. Μπαλή, Γεν. Αρχ. Εκδ. 8π, παρ. 171 αριθ. 1, Γεωργιάδη- Σταθοπούλου Αστ. Κωδ. ’ρθρ 914, αριθ. 50 έως 55, Καυκά Ενοχ. Έκδ. Δ΄ άρθρο 914 παρ. 6, Β σελ. 725, 726), οι δε διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, με τις οποίες επιβάλλονται όροι και περιορισμοί δόμησης και ειδικότερα αυτές, με τις οποίες προβλέπεται το υποχρεωτικώς ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου, η ελάχιστη απόσταση του κτιρίου από των πλαγίων και οπισθίων ορίων του οικοπέδου κλπ, θεσπισθείσες για λόγους υγιεινής, ασφάλειας, γενικής οικονομίας και αισθητικής της πόλης, δεν ενέχουν σύσταση δουλείας υπέρ των όμορων ιδιοκτησιών και σκοπούν αποκλειστικώς την προστασία του γενικού συμφέροντος. Ο χαρακτήρας αυτός των άνω διατάξεων ως προστατευτικών του γενικού συμφέροντος και μόνο (ΑΠ 1855/1984 ΝοΒ 1985, 1042), προκύπτει και από το γεγονός ότι στη διαδικασία χαρακτηρισμού αυθαιρέτου (στην έννοια του οποίου υπάγονται και κτίσματα καθ΄ υπέρβαση των νομίμων οικοδομικών διατάξεων), δεν προβλέπεται συμμετοχή των βλαπτομένων από την αυθαίρετη κατασκευή γειτόνων, ως ενδιαφερομένων, ούτε και κοινοποίηση των σχετικών αποφάσεων σ΄ αυτούς. Αν πράγματι εσκοπείτο να προστατευθεί με τις άνω διατάξεις και έννομο συμφέρον των κυρίων των γειτονικών ακινήτων, τότε κατά τη λογική του δικαίου, θα είχε προβλεφθεί και τρόπος συμμετοχής των ανωτέρω στην άνω διαδικασία για να ακουσθούν και οι απόψεις των. Επίσης, διάφοροι κατά καιρούς νόμοι, με τους οποίους προβλέφθηκαν εξαίρεση αυθαιρέτων οικοδομών από την κατεδάφιση (βλ. αρθ. 1 παρ. 1 α.ν. 410/1968 αρ. 1 ν. 720/77, αρθ. 15, 16 ν. 1337/1983 κλπ.), ποτέ δεν εξάρτησαν την εν λόγω αναίρεση από τη βλάβη που υφίστανται από τη διατήρηση των οι κύριοι των γειτονικών ακινήτων, όπως λογικά θα έπρεπε να συμβεί αν και με τις άνω διατάξεις εσκοπείτο και η προστασία του ατομικού συμφέροντος των γειτόνων. Έτσι λ.χ. με το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 410/68 η εξαίρεση αυθαιρέτων οικοδομών από την κατεδάφιση εξαρτήθηκε από μόνο το γεγονός ότι «η διατήρησις τούτων δεν θέτει εν κινδύνω την ασφάλειαν της κατασκευής ουδέ αποβαίνει υπέρμετρος εις βάρος της πόλεως», ενώ εξάλλου με τα άρθρα 16 και 20 του ν.1337/1983 προβλέφθηκε η οριστική εξαίρεση αυθαιρέτων κτισμάτων εντός σχεδίου πόλεως από την κατεδάφιση υπό μόνους τους όρους ότι «δεν παραβλάπτουν υπέρμετρα την πόλη ή τον οικισμό η στοιχείο αυτών, που έχει ιδιάζουσα σημασία, με σημαντική υπέρβαση του συντελεστή δόμήσης και των ακάλυπτων χώρων ή με αύξηση του ύψους», ότι «δεν παραβλάπτουν το έμμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον γενικά ή με την ειδική χρήση που έχουν», ότι «δεν είναι επικίνδυνα από στατική άποψη». Εξάλλου, με το άρθρο 1 του ισχύοντος Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 1577/1985), ορίζεται πλέον σαφώς ότι σκοπός του νόμου αυτού είναι «ο καθορισμός όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων για την εκτέλεση οποιασδήποτε κατασκευής εντός ή εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών, ώστε να προστατεύεται το φυσικό, οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον, καθώς και να εξυπηρετείται το κοινωνικό συμφέρον». Συμβαίνει βεβαίως με την ύπαρξη των άνω διατάξεων, με τις οποίες προβλέπονται το υποχρεωτικώς ακάλυπτο μέρος του οικοπέδου, η ελάχιστη απόσταση του κτιρίου από τα όρια αυτού κλπ., να θεραπεύεται και το ατομικό συμφέρον των ιδιοκτητών των γειτονικών ακινήτων, πλην η θεραπεία του εν λόγω συμφέροντος είναι στην περίπτωση αυτή έμμεσο αποτέλεσμα της προστασίας του γενικού συμφέροντος, στο οποίο αποκλειστικώς απέβλεψε ο νομοθέτης. Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι από μόνη την εκ μέρους ιδιοκτήτη οικοπέδου παράβαση των διατάξεων του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, με τις οποίες επιβάλλονται περιορισμοί στην κάλυψη των οικοπέδων, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης άλλου ιδιοκτήτη ομόρου ακινήτου κατά το άρθρο 914 ΑΚ. Στις περιπτώσεις αυτές, ο βλαπτόμενος στα συμφέροντα του ιδιοκτήτης του ομόρου ακινήτου μπορεί να προστατευθεί: α) αν η παράβαση καλύπτεται από παράνομη άδεια της αρμοδίας διοικητικής αρχής, με αίτηση ακύρωσης της εν λόγω άδειας στο Συμβούλιο Επικρατείας, και β) αν η παράβαση λαμβάνει χώρα χωρίς να υπάρχει παράνομη πράξη ή παράλειψη της αρμοδίας διοικητικής αρχής (ως λ.χ. κατά υπέρβαση της νομίμως χορηγηθείσας άδειας), με καταγγελία προς την αρμόδια διοικητική αρχή, που είναι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, αποκλειστικώς αρμόδια να διατάξει και την κατεδάφιση της παρανόμως ανεγειρόμενης οικοδομής. Διαφορετική βεβαίως λύση αρμόζει όταν η παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων προσλαμβάνει και τον χαρακτήρα παράβασης των περί γειτονικού δικαίου άρθρων 1003 έως 1032 Α.Κ., όπως προαναφέρθηκε. Στην περίπτωση αυτή έχει ο προσβαλλόμενος ιδιοκτήτης των όμορων ακινήτων και την προστασία από τα άνω άρθρα, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 1108 και 1104ΑΚ, χωρίς τότε ν’ αποκλείεται σ’ αυτόν και το δικαίωμα της αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αν συντρέχουν οι σχετικοί όροι (ΑΠ 1855/1984 ό.π, ΕΑ 12757/1987 ΕλλΔνη 1989, 1193). Στην υπό κρίση όμως αγωγή ουδόλως γίνεται επίκληση παράβασης εκ μέρους του εναγομένου των περί γειτονικού δικαίου ως άνω διατάξεων, η δε παράβαση εκ μέρους του ιδίου των πολεοδομικών διατάξεων και αληθής υποτιθέμενη, εφόσον δεν διαταράσσει παρανόμως την ψιλή κυριότητα και επικαρπία των εναγόντων δεν γεννά υπέρ αυτών δικαίωμα αποζημίωσης, ούτε καθιδρύει αρμοδιότητα του δικαστηρίου για την καθαίρεση των κτισμάτων που κατασκευάσθηκαν παράνομα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Επομένως η αγωγή δεν είναι νόμιμη.

Αστικός κώδικας 1108, Αστικός Κώδικας 1173, Αστικός 1000, Αστικός Κώδικας 1003, Νόμος 1337/1983 άρθρο 17 άρθρο 22 άρθρο 27

 

 

Οικόπεδα - Περιορισμοί δόμησης - Νομός Κυκλάδων

 

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 781/2001

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Τόλια, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Θεόδωρο Μπάκα, Γεώργιο Χριστόφιλο και Ελευθέριο Τσακόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Φεβρουαρίου 2001, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ: Των αναιρεσειόντων : 1) Ε.Κ. συζ. Α. το γένος R.U., κατοίκου Δάφνης Αττικής, 2) R.U. (Ρ.Ό.) του R. κατοίκου Ανοβέρου Γερμανίας, 3) Α.U. (A.Ό.) του R., κατοίκου Ανοβέρου Γερμανίας παρέστησαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Χ.Ξ..

Της αναιρεσίβλητης : Θ.-Ν. - Ε.Κ. συζ. Σ., το γένος Θ.Δ., κατοίκου Αθηνών, η οποία παρέστη δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Β. Α.-Τ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις, 127/1997 του ιδίου δικαστηρίου, καθώς και η 273/1998 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της εφετειακής αυτής αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-12-1998 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Μπάκας ανέγνωσε την από 1-3-2000 εισήγηση του κωλυομένου να μετάσχει της συνθέσεως του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Δαμιανού Παπαθανάση, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη της αντιδίκου πλευράς στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ν.δ 690/1948, περί συμπληρώσεως των περί σχεδίων πόλεων διατάξεων", το οποίο έχει πάλι τεθεί σε ισχύ με το άρθρο 6 Ν. 651/1977, σαφώς προκύπτει, ότι ένα οικόπεδο δεν μπορεί να κατατμηθεί έτσι, ώστε τα διαιρούμενα τμήματά του να μην είναι άρτια και οικοδομήσιμα. Εξάλλου, με το π.δ. 11.5/2-6-1989, το οποίο ορίζει τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης των οικοπέδων των οικισμών του νομού Κυκλάδων, που έχουν χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακοί με το από 19/10/1978 π.δ. "περί χαρακτηρισμού ως παραδοσιακών οικισμών τινών του κράτους κλπ, μεταξύ των οποίων και ο οικισμός "ΞΥΝΑΡΑ" Τήνου, όπου κείται ο οικοπεδαγρός των διαδίκων, του οποίου διατάχθηκε η διανομή, για να είναι άρτιο και οικοδομήσιμο ένα οικόπεδο πρέπει να έχει ελάχιστο εμβαδό 600 μ2 και ελάχιστο πρόσωπο 13 μ. σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση. Σύμφωνα με το άρθρο 1 εδ. στ' του ιδίου ως άνω π.δ., οικόπεδο που δεν έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση, για να είναι οικοδομήσιμο πρέπει... να τεθεί σε κοινή χρήση, με συμβολαιογραφική πράξη, έκταση κατά μήκος της μιας πλευράς του οικοπέδου για τη δημιουργία κοινοχρήστου χώρου που να συνδέει το οικόπεδο με το υφιστάμενο δίκτυο κυκλοφορίας του οικισμού. Η παραπάνω έκταση πρέπει να έχει πλάτος 4 μέτρα και μήκος 18 μέτρα στην περίπτωση που το οικόπεδο έχει ελάχιστο εμβαδό 2.000 μ2. Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, διαίρεσε το επίκοινο οικοπεδαγρό των διαδίκων, συνολικού εμβαδού 4.080,80 μ2, που βρίσκεται μέσα στον παραδοσιακό οικισμό "ΞΙΝΑΡΑ" της νήσου Τήνου, σε δύο οικόπεδα, ίσης αξίας, "Α", εμβαδού 1.767 μ2 και "Β" εμβαδού 2.313 μ2. Επί πλέον συνέστησε υπερ του "Β" οικοπέδου δουλεία διόδου επί εδαφικής λωρίδας του "Α" οικοπέδου, πλάτους 3 μέτρων και μήκους 50 μέτρων κατά μήκος της δυτικής πλευράς του τελευταίου, η οποία αρχίζει από πλατεία του οικισμού και καταλήγει στο "Β" οικόπεδο. Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχεται, ότι με την διαίρεση αυτήν προκύπτουν δύο άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα προέβη στην επιδίκαση του "Α" οικοπέδου στην αναιρεσίβλητη, που είχε υποβάλλει νομίμως και σχετική προς τούτο αίτηση, ενώ του "Β" οικοπέδου διέταξε η δια πλειστηριασμού πώληση, ώστε ο καθένας από τους αναιρεσείοντες να λάβει από το εκπλειστηρίασμα χρηματικό ποσό ανάλογο προς τη μερίδα του (1/6), αφού δεν είχε υποβληθεί από αυτούς παραδεκτώς αίτηση εγκατάστασής τους από κοινού στο εύλογω "Β" οικόπεδο. Με το να αποφανθεί, όμως, έτσι το Εφετείο, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφασή του αν το οικοπεδικό τμήμα "Β" έχει πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο ή σε χώρο που έχει τεθεί σε κοινή χρήση επί μήκους 18 μ. και πλάτους 4 μ, ως ορίζουν οι προεκτεθείσες διατάξεις του οικιστικού νόμου, για να κριθεί αν αυτό είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, παραβίασε τόσο ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου πολεοδομικές διατάξεις, όσο και εκ πλαγίου, αφού στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αναφορικά με την υπαγωγή του πραγματικού στους ως άνω κανόνες δικαίου. Συνεπώς, ο τα αυτά υποστηρίζων πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. είναι βάσιμος και πρέπει η προσβαλλομένη απόφαση να αναιρεθεί, παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 273/1998 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αιγαίου, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει σε τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δραχμές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαϊου 2001 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στις 15 Μαϊου 2001.

τζαμάς ιορδανίδης αργυρούπολη ελληνικό, νέα σμύρνη κρύσταλλα τζάμια, ηλιούπολη τζάμια κρύσταλλα, άλιμος τζάμια κρύσταλλα ιορδανίδης


6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB
PRchecker.info

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ