ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 567/2015

 

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ (ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ) ΕΤΟΣ:2015 ΣΕΛ.: 818

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Αλεξανδρής, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Κ. Μαρίνου, Στ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.

Για να δικάσει την από 27 Απριλίου 2009 αίτηση:

της κοινοπραξίας εργοληπτικών επιχειρήσεων ..., η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιωάννη Χατζηϊωάννου (Α.Μ. 4499), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα κοινοπραξία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2808/2008 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Στ. Λαμπροπούλου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ΄ αριθμ. 1078759, 1078760/2009 ειδικά έντυπα παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της αποφάσεως 2808/2008 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη προσφυγή της αναιρεσείουσας, αναδόχου του έργου «Στερέωση, Αποκατάσταση και Ανάδειξη Παναθηναϊκού Σταδίου», κατά της τεκμαιρόμενης απορρίψεως ενστάσεως και αιτήσεως θεραπείας της αναιρεσείουσας, κατά απορρίψεως αιτήματος να περιληφθεί στον 3ο Α.Π.Ε. του έργου, μεταξύ άλλων, το ποσό των 280.435 ευρώ, που αφορά πρόσθετη αμοιβή (πριμ) λόγω περαίωσης, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, των εργασιών του ανωτέρω έργου σε χρόνο συντομότερο από τη λήξη της συμβατικής προθεσμίας.

2. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984 (Α΄ 23), προκύπτει ότι, διαφορά, η οποία προκαλείται από πράξη ή παράλειψη της Διευθύνουσας το έργο Υπηρεσίας ή και της Προϊσταμένης αυτής Αρχής, η οποία προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, φέρεται ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου με προσφυγή, αφού προηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη στη νόμο διοικητική προδικασία. Εφόσον δε, εξ άλλου, το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 1406/1983 (Α΄ 182), προβλέπει ότι οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις υπόκεινται σε προσφυγή, για να ασκηθεί προσφυγή κατά της τελειούσης την ενδικοφανή διοικητική διαδικασία πράξεως ή παραλείψεως, απαιτείται, η πράξη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που προσεβλήθη με ένσταση, να ήταν εκτελεστή (ΣτΕ 2210/2009, 2758, 1683/2008, 2002/2005, 3210/2004, 1131/2003, 899/1993). Αν αντιθέτως, η πράξη αυτή, ως εκ του περιεχομένου της και των συνθηκών, υπό τις οποίες εκδόθηκε, ήταν επιβεβαιωτική προηγούμενης, η κατ΄ αυτής ένσταση ήταν, για το λόγο αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθώς και εν τέλει η προσφυγή (ΣτΕ 2758/2008, 3210/2004). Σε περίπτωση, επομένως, που η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία εκδώσει διαδοχικώς πράξεις με το αυτό αντικείμενο, βλαπτικές των συμφερόντων του αναδόχου, κατά της προγενέστερης δε ο ανάδοχος δεν άσκησε εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς τα νόμιμα ενδικοφανή μέσα και τελικώς προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, απαραδέκτως στρέφεται κατά της μεταγενέστερης βλαπτικής πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας με τα προβλεπόμενα ενδικοφανή μέσα και εν συνεχεία, με προσφυγή, δεδομένου ότι η μεταγενέστερη πράξη ως επιβεβαιωτική της προηγούμενης, στερείται εκτελεστού χαρακτήρα (ΣτΕ 1683/2008, 447/2005, 899/1993). Περαιτέρω, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες, η σχετική νομοθεσία δεν προβλέπει την έκδοση εκτελεστής πράξεως ή όταν δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της Διοικήσεως αλλά, αντιθέτως, περί πράξεως, της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, τότε, στην περίπτωση, κατά την οποία, στη συνέχεια, η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει σχετική απαίτησή του, το ένδικο μέσο, με το οποίο ο ανάδοχος δύναται να την διεκδικήσει δικαστικώς είναι η ευθεία αγωγή για αποζημίωση, η οποία εκδικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο Διοικητικό Εφετείο (ΣτΕ 2747/2013, 4179/2011, 3589/2009 επταμ., 3614/2008, 1591/2007). Η επίλυση διαφοράς, η οποία αναφύεται από διοικητική σύμβαση, δια της ασκήσεως, μεταξύ άλλων και αγωγής, προβλέφθηκε και νομοθετικώς με το άρθρο 4 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 3481/2006 (Α΄ 162), με το οποίο αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 13 του ν. 1418/1984. Εξ άλλου, με το άρθρο 10 παρ. 5 του εν λόγω ν. 3481/2006 ορίσθηκε ότι οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 3 του ιδίου αυτού νόμου εφαρμόζονται και στις ήδη εκτελούμενες συμβάσεις έργων, ενώ αγωγές που έχουν ασκηθεί ενώπιον των αρμοδίων Δικαστηρίων χωρίς τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για το λόγο αυτό.

3. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα ανέλαβε, στο πλαίσιο της από 26.3.2003 συμβάσεως με το Ελληνικό Δημόσιο, την εκτέλεση του έργου «Στερέωση, Αποκατάσταση και Ανάδειξη Παναθηναϊκού Σταδίου», συνολικής αρχικής συμβατικής δαπάνης ποσού 6.407.252,67 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.. Η προθεσμία εκτελέσεως του έργου ήταν αρχικώς 304 ημέρες, που με διαδοχικές αποφάσεις του Υπουργού Πολιτισμού παρατάθηκε έως 12.8.2004. Σε όλες τις ως άνω αποφάσεις παρατάσεως του έργου προβλεπόταν η καταβολή πρόσθετης αμοιβής (πριμ) στην περίπτωση που οι εργασίες ολοκληρωθούν νωρίτερα από τον προβλεπόμενο χρόνο και, μάλιστα, πριν την 12.6.2004 (έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων). Οι εργασίες του ένδικου έργου περαιώθηκαν, τελικώς, στις 11.6.2004. Η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία υπέβαλε, στις 25.11.2004, τον 14ο λογαριασμό – πιστοποίηση του εν λόγω έργου, στον οποίο περιλαμβάνονται οι εκτελεσθείσες εργασίες και η δαπάνη προμήθειας υλικού, καθώς και ποσό 280.435 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. 50.478,30 ευρώ, που αφορά πρόσθετη αμοιβή (πριμ) λόγω της ταχύτερης περαίωσης του έργου. Η πιστοποίηση αυτή δεν πληρώθηκε στη συνέχεια, με την αιτιολογία ότι δεν οφείλεται το εν λόγω πριμ, ενώ, εξ άλλου, δεν προέκυπτε ότι η πιστοποίηση επεστράφη στην ανάδοχο εντός μηνός από την υποβολή της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 8 του ν. 1418/1984, ούτε το Ελληνικό Δημόσιο υπεστήριξε κάτι τέτοιο. Κατά της ανωτέρω παραλείψεως της Υπηρεσίας να ικανοποιήσει το αίτημα της αναιρεσείουσας Κοινοπραξίας για την καταβολή του εν λόγω πριμ, που εκδηλώθηκε με την παράλειψή της να εξοφλήσει την υποβληθείσα από 25.11.2004 14η πιστοποίηση, δεν προκύπτει, κατά το δικάσαν δικαστήριο, συγκεκριμένη αμφισβήτηση από την Κοινοπραξία, η οποία άλλωστε υποστήριξε ότι, η 14η πιστοποίηση, η οποία δεν είχε επιστραφεί εντός μηνός από την υποβολή της, είχε αυτοδικαίως εγκριθεί από 25.12.2004 και ήταν εκκαθαρισμένη και αμέσως πληρωτέα. Η ανάδοχος αναιρεσείουσα υπέβαλε μάλιστα και σχετική όχληση για καταβολή τόκων υπερημερίας από 25.12.2004, λόγω μη εξοφλήσεως εγκεκριμένης πιστοποίησης. Μεταγενεστέρως, στις 3.6.2005, κατά τη σύνταξη και υποβολή του 3ου Α.Π.Ε. του έργου, η αναιρεσείουσα Κοινοπραξία υπέγραψε αυτόν με επιφύλαξη, διότι δεν είχε συμπεριληφθεί στον εν λόγω Α.Π.Ε. κονδύλιο ύψους 280.435 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., που αφορούσε την ανωτέρω καταβολή πρόσθετης αμοιβής – πριμ και είχε περιληφθεί στη 14η πιστοποίηση, κατά τα ανωτέρω, χωρίς να έχει πληρωθεί έως τότε. Κατά της παραλείψεως αυτής της Υπηρεσίας να συμπεριλάβει στον 3ο Α.Π.Ε. το ως άνω ποσό, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 17.6.2005 ένσταση και στη συνέχεια την από 15.11.2005 αίτηση θεραπείας, που απερρίφθησαν, τελικώς δε την από 17.4.2006 προσφυγή, με το ίδιο περιεχόμενο και αίτημα, να περιληφθεί στον 3ο Α.Π.Ε. το ποσό των 280.435 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., προκειμένου να καταστεί δυνατή η εξόφληση της 14ης πιστοποιήσεως του εν λόγω έργου, που είχε εγκριθεί αυτοδικαίως. Το Εφετείο έλαβε υπόψη του ότι : α) η παράλειψη της Υπηρεσίας να εξοφλήσει την 14η πιστοποίηση του έργου, στην οποία είχε περιληφθεί το ποσό των 280.435 ευρώ πλέον Φ.Π.Α., που αφορά πρόσθετη αποζημίωση (πριμ), αποτελεί την αρχική βλαπτική πράξη της Υπηρεσίας, όσον αφορά την καταβολή του εν λόγω ποσού στην αναιρεσείουσα Κοινοπραξία, η οποία είναι και η μόνη εκτελεστή και, συνεπώς, προσβλητή με ενδικοφανή μέσα και τελικώς με προσφυγή στο Δικαστήριο πράξη, τα ανωτέρω δε ισχύουν, κατά το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός εάν, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, η 14η πιστοποίηση έχει γίνει οριστική ή έχει αυτοδικαίως εγκριθεί, β) με τη μεταγενέστερη σύνταξη του 3ου Α.Π.Ε., στον οποίο δεν συμπεριελήφθη το ανωτέρω κονδύλιο, εκδηλώνεται η εμμονή του κυρίου του έργου στη μη αναγνώριση οφειλής του πιο πάνω ποσού (του οποίου ήδη είχε αρνηθεί την εξόφληση με την πληρωμή της 14ης πιστοποίησης), εν προκειμένω δε πραγματοποιείται απλή εφαρμογή και επιβεβαίωση της ανεξόφλητης 14ης πιστοποίησης και μάλιστα χωρίς νέα έρευνα της υπόθεσης. Εν όψει αυτών, το Εφετείο έκρινε ότι, η σύνταξη του 3ου Α.Π.Ε., κατά το μέρος που αφορά την πρόσθετη αποζημίωση – πριμ, που δεν συμπεριελήφθη σε αυτόν, αποτελεί επιβεβαιωτική πράξη προηγούμενης που έχει γίνει οριστική (της 14ης πιστοποιήσεως που υπεβλήθη και δεν εξοφλήθηκε), για το λόγο δε αυτό, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη εκτελεστής πράξεως. Τα ανωτέρω, ισχύουν, κατά το Εφετείο, ανεξάρτητα από το γεγονός αν έχει εγκριθεί αυτοδικαίως ή όχι η 14η πιστοποίηση, όπως είχε υποστηριχθεί από την αναιρεσείουσα, διότι, ειδικά στην περίπτωση αυτή, που επιδιώκεται η υλοποίηση πράξεως που έχει καταστεί οριστική και εκκαθαρισμένη, πλην όμως η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει τη σχετική απαίτηση, ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικώς την απαίτησή του μόνον με ευθεία αγωγή αποζημιώσεως και όχι με προσφυγή. Με το σκεπτικό αυτό, η προσφυγή της αναιρεσείουσας απερρίφθη ως απαράδεκτη.

4. Επειδή, η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου είναι, ενόψει όσων αναφέρθηκαν στην σκέψη 2, ορθή, αφού, εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα όφειλε να επιδιώξει την υλοποίηση της πληρωμής της ένδικης πρόσθετης αμοιβής (πριμ) ύψους 280.435 ευρώ, βάσει του υποβληθέντος 14ου λογαριασμού, ασκώντας ακόμη και το ένδικο βοήθημα της αγωγής, υπό την εκδοχή επιπλέον ότι ο λογαριασμός αυτός είχε αυτοδικαίως εγκριθεί. Η πρώτη δε εκείνη παράλειψη της αναθέτουσας αρχής να ικανοποιήσει την απαίτηση της αναιρεσείουσας είχε εκτελεστό χαρακτήρα, ενώ η προσβληθείσα, εκ μέρους της αναιρεσείουσας, παράλειψη της Διοικήσεως να συμπεριλάβει την ένδικη απαίτηση εκείνης επί της πρόσθετης αμοιβής στον 3ο πλέον Α.Π.Ε. αποτελεί εμμονή του κυρίου του έργου και, ως εκ τούτου, η ικανοποίηση της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας δεν θα ηδύνατο να επιδιωχθεί, εν προκειμένω, παραδεκτώς ούτε δια της ασκήσεως αγωγής με αίτημα την υλοποίηση της τελευταίας αυτής παραλείψεως. Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλει η αναιρεσείουσα ότι : α) εν όψει του ότι ο 3ος Α.Π.Ε. ήταν «τακτοποιητικός», απέβλεπε δηλαδή στην τακτοποίηση όλων των δαπανών του ένδικου έργου, έπρεπε να περιληφθεί σ΄ αυτόν η, προβλεπόμενη στη σύμβαση, πρόσθετη αμοιβή (πριμ), η βλαπτική δε αυτή παράλειψη της Διοικήσεως να συμπεριλάβει στον εν λόγω Α.Π.Ε. την ένδικη πρόσθετη αμοιβή, σε αντίθεση με τα κριθέντα, δεν είναι επανάληψη προηγούμενης όμοιας βλαπτικής παραλείψεως, αφού, εν πάση περιπτώσει, η τελευταία αυτή αφορούσε, πέραν της καθυστερήσεως πληρωμής του 14ου λογαριασμού και την καθυστέρηση πληρωμής και του 12ου και 13ου λογαριασμού, οι οποίοι, στη συνέχεια, εγκρίθηκαν, εν πάση περιπτώσει, ρητώς, σε αντίθεση με τον 14ο, ο οποίος εγκρίθηκε αυτοδικαίως, β) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να προβεί στην διαπίστωση, εάν ο 14ος λογαριασμός είχε ή όχι εγκριθεί αυτοδικαίως και, συνεπώς, η άρνηση εξοφλήσεως αυτού δεν έχει τις συνέπειες βλαπτικής και δη εκτελεστής παραλείψεως, εν πάση δε περιπτώσει, κατά τα προβαλλόμενα, η καθυστέρηση εξοφλήσεως του αυτοδικαίως εγκεκριμένου 14ου λογαριασμού δεν ισοδυναμεί προς άρνηση εξοφλήσεώς του, και, πάντως, δεν ήταν αρχική των συμφερόντων της αναιρεσείουσας βλαπτική παράλειψη, γ) εάν η φερόμενη και κριθείσα ως αρχική βλαπτική παράλειψη ήταν η άρνηση της Διοικήσεως να εξοφλήσει τον 14ο λογαριασμό, η Διοίκηση έπρεπε σχετικώς να ενημερώσει την αναιρεσείουσα περί της εκτελεστότητος της εν λόγω παραλείψεως, περί του ότι αυτή υπόκειται στην άσκηση ενδικοφανών μέσων πριν την άσκηση προσφυγής, με αποτέλεσμα την άρση του απαραδέκτου της τελευταίας και δ) το Εφετείο έκρινε μεν ότι, η επιδίωξη της υλοποιήσεως της οφειλής προς την αναιρεσείουσα, η οποία έχει καταστεί οριστική, είναι δυνατή μόνο με την άσκηση αγωγής, δεν αιτιολογεί όμως γιατί δεν μετέτρεψε την προσφυγή σε αγωγή, ερμηνεύοντάς την σχετικώς, αφού είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων δε και η προηγηθείσα όχληση, περαιτέρω μάλιστα ότι η εν λόγω πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προβάλλεται, συνιστά παράλειψη ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, και δη αφού, αφενός μεν το Εφετείο παραλείπει να παραθέσει στο εισαγωγικό τμήμα της προσβαλλόμενης αποφάσεως το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας, περί αναγνωρίσεως της, απολύτως εκκαθαρισμένης, οφειλής του αναιρεσιβλήτου προς την αναιρεσείουσα, αφετέρου δε, με το, από 19.5.2008, υπόμνημα της αναιρεσείουσας, ενώπιον του Εφετείου, είχαν αναφερθεί οι διατάξεις περί του δικαστικού ενσήμου και είχε επισημανθεί η πρόθεση της αναιρεσείουσας να προβεί στην καταβολή του, εάν ήθελε κριθεί ότι το ένδικο μέσο έχει χαρακτήρα αγωγής, αφού μάλιστα, όπως προβάλλεται, η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής, σε υποθέσεις δημοσίων έργων, θεσπίσθηκε νομοθετικώς μετά την κατάθεση της ένδικης προσφυγής, στις 17.4.2006.

5. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 28 Ιανουαρίου 2015

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος     Ο Γραμματέας

Μ. Καραμανώφ           Δ. Λαγός

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Φεβρουαρίου 2015.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος

Μ. Καραμανώφ           Ελ. Γκίκα

 

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 935/2015

 

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. Παπαδοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Φ. Γιαννακού, Στ. Λαμπροπούλου, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Δ. Λαγός.

Για να δικάσει την από 27 Σεπτεμβρίου 2011 αίτηση:

του …, ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Χαρίκλεια Βασιλείου (Α.Μ. 10260), που την διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1) Περιφέρειας Θεσσαλίας - Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας, η οποία δεν παρέστη και 2) Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Μιχ. Αλεξανδρίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 265/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Φ. Γιαννακού.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια του αιτούντος, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 2917405, 1121394,5/2011 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄), ζητείται η αναίρεση της 265/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία απορρίφθηκε η από 5.9.2002 αγωγή του αναιρεσείοντος, αναδόχου του έργου «Δρόμος οικισμού Χειμαδίου Κοινότητος Καλοχωρίου συνδ. Μαρμαρίνης επ. οδού Αγιάς», για την καταβολή σε αυτόν ποσού 83.253.377 δραχμών, ήδη 244.323,92 ευρώ (πλέον Φ.Π.Α.), ως αμοιβή για την εκτέλεση υπερσυμβατικών εργασιών.

2. Επειδή, η αγωγή του αναιρεσείοντος στρεφόταν μόνον κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λάρισας, η οποία και μόνη παρέστη κατά τη συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου. Με τα δεδομένα αυτά, ήτοι, εφόσον ο Υπουργός Οικονομικών δεν ήταν διάδικος στην ουσιαστική δίκη, δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην κατ’ αναίρεση δίκη και απαραδέκτως στρέφεται κατ’ αυτού η κρινομένη αίτηση (ενδεικτικώς, ΣτΕ 2509/2013), πρέπει δε να κηρυχθεί απαράδεκτη η παράσταση αυτού (ενδεικτικώς, ΣτΕ 4974/2012 7μ.).

3. Επειδή, εξάλλου, η υπόθεση εισήχθη προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 27ης.5.2013, αναβλήθηκε δε αυτεπαγγέλτως, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222), με το 132/27.5.2013 πρακτικό, λόγω μη παραστάσεως των αναιρεσιβλήτων και μη προσκομίσεως στο Δικαστήριο αποδεικτικών επιδόσεως της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και της πράξεως του Προέδρου περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου σε αυτούς. Κατόπιν τούτου, νομίμως εισάγεται η υπόθεση προς συζήτηση κατά την παρούσα δικάσιμο, παρά τη μη παράσταση της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας Θεσσαλίας - Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας (η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3 περ. ε΄ και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010, Α΄ 87, όπως το τρίτο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 13 του ν. 4071/2012, Α΄ 85, μετά την κατάργηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λάρισας υπεισήλθε αυτοδικαίως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της και συνεχίζει αυτοδικαίως της εκκρεμείς δίκες της).

4. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ… Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ...».

5. Επειδή, η κρινομένη αίτηση ασκήθηκε στις 29.9.2011 και, επομένως, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (ενδεικτικώς, ΣτΕ 429/2015, 68/2014). Όπως δε προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ανώτερο των 200.000 ευρώ. Εξάλλου, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 11 του ν. 1418/1984 και 53 και 55 του π.δ/τος 609/1985. Ο λόγος, όμως, αυτός προβάλλεται χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά σε ισχυρισμό με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι ως άνω διατάξεις για την κάμψη του απαραδέκτου. Και ναι μεν κατά την προβολή του ως άνω λόγου γίνεται και επίκληση της 1627/2003 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, η επίκληση, όμως, αυτή γίνεται απλώς προς θεμελίωση του βασίμου του λόγου αναιρέσεως και όχι ειδικώς προς άρση του απαραδέκτου αυτού. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται απαραδέκτως, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του ν. 3900/2010 (ενδεικτικώς, ΣτΕ 429/2015, 68/2014, 976/2012, 1790/2011 7μ.).

6. Επειδή, στο άρθρο 12 του ν. 1418/1984 (Α΄ 23), με το οποίο καθιερώνεται, πριν από άσκηση προσφυγής στο διοικητικό εφετείο, σύστημα διοικητικής επιλύσεως των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση των συμβάσεων δημοσίων έργων, προβλέπεται ότι κατά των πράξεων της Διευθυνούσης Υπηρεσίας που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, αυτός δικαιούται, μέσα σε τακτή προθεσμία, να ασκήσει ένσταση στην Προϊσταμένη Αρχή και, στη συνέχεια, αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Περαιτέρω, το άρθρο 13 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου, με τις διατάξεις του οποίου ρυθμίζονται τα της δικαστικής επιλύσεως των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση συμβάσεων κατασκευής δημοσίων έργων, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 2940/2001 (Α΄ 180), προέβλεπε τα εξής: «Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου επιλύεται με προσφυγή στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων...». Η ανωτέρω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 4 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 3481/2006 (Α΄ 162/2.8.2006), ως εξής: «1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος νόμου ...», ενώ με την περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3481/2006 προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 ως ακολούθως: «Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης», σύμφωνα δε με την παρ. 5 του άρθρου 10 του ν. 3481/2006 «Οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 4 εφαρμόζονται και στις ήδη εκτελούμενες συμβάσεις έργων. Αγωγές που έχουν ασκηθεί ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων χωρίς τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας, δεν θεωρούνται απαράδεκτες για το λόγο αυτόν». Τέλος, με το άρθρο πρώτο του ν. 3669/2008 (Α΄ 116/18.6.2008) κυρώθηκε η κωδικοποίηση της νομοθεσίας που αφορά στην κατασκευή των δημοσίων έργων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο του ίδιου νόμου, ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με το άρθρο 77 του εν λόγω Κώδικα ορίσθηκε ότι: «1. Κάθε διαφορά μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών που προκύπτει από τη σύμβαση κατασκευής δημόσιου έργου επιλύεται με την άσκηση προσφυγής ή αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο κατά τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ή του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διάκριση μεταξύ των ενδίκων βοηθημάτων της προσφυγής και της αγωγής (άρθρα 63 και 71) ισχύει και στις διαφορές του παρόντος Κώδικα. 3. ... Δεν απαιτείται η τήρηση ενδικοφανούς προδικασίας στις περιπτώσεις που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας δεν σωρεύεται αίτημα ακύρωσης ή τροποποίησης διοικητικής πράξης ή παράλειψης». Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 63, 68 παρ. 2, 71 παρ. 1, 73 παρ. 2, 79 παρ. 2 και 4 και 80 παρ. 1 και 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97), αίτημα της προσφυγής μπορεί να είναι η ολική ή μερική ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως ή παραλείψεως ή η τροποποίηση της προσβαλλομένης πράξεως, ενώ αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής ή η αναγνώριση της σχετικής αξιώσεως, ανάλογη δε με τον χαρακτήρα του ενδίκου βοηθήματος, ως προσφυγής ή αγωγής, είναι και η εξουσία του δικαστηρίου σε περίπτωση αποδοχής του.

7. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων που προπαρατέθηκαν συνάγεται ότι το ένδικο βοήθημα το ασκούμενο επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση συμβάσεως δημοσίου έργου πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 3481/2006 (με το άρθρο 4 παρ. 3 περ. α΄ του οποίου ρητά προβλέφθηκε η δυνατότητα ασκήσεως και αγωγής για την επίλυση τέτοιας διαφοράς) ήταν εκείνο της προσφυγής, στην οποία, όμως, μπορούσε να σωρευθεί και αίτημα καταψηφίσεως ή αναγνωρίσεως της σχετικής χρηματικής αξιώσεως, όπως γινόταν δεκτό και υπό το προγενέστερο του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας νομοθετικό καθεστώς (ΣτΕ 1557/2013). Κατά συνέπεια, ο ανάδοχος δημοσίου έργου μπορούσε να ικανοποιήσει τις διάφορες απαιτήσεις του, κατά κανόνα, με την κατά τα άρθρα 2 παρ. 1 και 7 παρ. 2 του ν. 1406/1983 προσφυγή κατά της πράξεως της Διοικήσεως, η οποία ήταν βλαπτική για τα συμφέροντά του, μετά την τήρηση της προβλεπομένης ενδικοφανούς διαδικασίας, ακόμη και όταν ο ανάδοχος επεδίωκε την ανόρθωση της προξενηθείσης σ’ αυτόν ζημίας από πράξεις ή παραλείψεις του κυρίου του έργου κατά την εκτέλεση της οικείας συμβάσεως, διότι και οι αξιώσεις αυτές του αναδόχου κατά του κυρίου του έργου πηγάζουν από τη σύμβαση και δεν συνιστούν περιπτώσεις αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ή άλλης αποζημιώσεως κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ν. 1406/1983 (ενδεικτικώς, ΣτΕ 350/2014, 2229/ 2009, 1591, 1375/2007, 2017/2006, 441, 1871/2002, 3324, 4597/1998). Κατ’ εξαίρεση, ήταν επιτρεπτή και η άσκηση ευθείας αγωγής αποζημιώσεως, εκδικαζομένης σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο, επί διαφοράς από την εκτέλεση δημοσίου έργου, εφόσον είχε ήδη αναγνωρισθεί η αξίωση του αναδόχου και επιδίωκε πλέον αυτός την ικανοποίησή της (ενδεικτικώς, ΣτΕ 350/2014, 1557, 2747/2013, 2403/2012, 865/2011, 1077/2010, 2229, 1074/2009, 750/2009). Η άσκηση, δηλαδή, αγωγής ήταν επιτρεπτή, όταν δεν επρόκειτο περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της Διοικήσεως, αλλά, αντίθετα, περί πράξεως της οποίας αυτός επεδίωκε την υλοποίηση, όπως επί πράξεως της Διευθυνούσης Υπηρεσίας περί εγκρίσεως του τελικού ή ενδιάμεσου λογαριασμού του έργου, η οποία αποτελούσε την πιστοποίηση για την πληρωμή του, οπότε, στην περίπτωση που, παρά την έγκριση του λογαριασμού, η Διοίκηση, στη συνέχεια, αρνείτο να ικανοποιήσει την σχετική απαίτησή του, το ένδικο μέσο με το οποίο ο ανάδοχος μπορούσε να διεκδικήσει δικαστικά την απαίτησή του ήταν η κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1406/1983 ευθεία αγωγή για αποζημίωσή του, η οποία εκδικαζόταν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο και για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείτο η προηγούμενη τήρηση ενδικοφανούς διαδικασίας (ενδεικτικώς, ΣτΕ 2105/2014, 2735/2013, 4133/2012, 4427/2011, 3614/2008, 2498/2008, 1701/2008, 422/2008, 1591/2007). Η νεότερη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 περ. α΄ του ν. 3481/2006 δεν είχε ως σκοπό να μεταβάλει την υιοθετηθείσα από την ανωτέρω παρατεθείσα νομολογία ερμηνεία, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, το οποίο δεν προέβλεπε ρητώς το ένδικο βοήθημα της αγωγής προς ικανοποίηση απαιτήσεων από σύμβαση, αλλά να ενσωματώσει στη νομοθεσία τη λύση που είχε γίνει δεκτή νομολογιακώς. Συνεπώς, και υπό την ισχύ της ως άνω νεότερης διατάξεως, ο ανάδοχος μπορεί να επιδιώξει με αγωγή μόνον την ικανοποίηση απαιτήσεώς του, η οποία έχει ήδη αναγνωρισθεί με πράξη της Διοικήσεως, για την άσκηση δε της αγωγής δεν απαιτείται η προηγούμενη τήρηση ενδικοφανούς διαδικασίας, κατά τη ρητή διάταξη του εδ. β΄ της ίδιας ως άνω παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3481/2006. Επομένως, υπό την ισχύ της διατάξεως του εδ. α΄ της εν λόγω παρ. 3, όπως και υπό το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, στην περίπτωση βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της Διοικήσεως δεν μπορεί αυτός να επιδιώξει την ικανοποίησή του, εναλλακτικά, είτε με την άσκηση προσφυγής προς ακύρωση ή τροποποίηση της εν λόγω πράξεως είτε με την άσκηση αγωγής για την καταψήφιση ή την αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως, την ικανοποίηση της οποίας αρνείται η Διοίκηση με την πράξη αυτή, αλλά μόνον με την άσκηση προσφυγής (ΣτΕ 4896/2014). Τα αυτά πρέπει να γίνουν δεκτά, για την ταυτότητα του λόγου, και υπό την ισχύ της διατάξεως του άρθρου 77 του (κωδικοποιητικού) ν. 3669/2008.

8. Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, με την από 23.7.1996 σύμβαση μεταξύ της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Λάρισας και του αναιρεσείοντος, ανέλαβε αυτός την εκτέλεση του έργου «Δρόμος οικισμού Χειμαδίου Κοινότητος Καλοχωρίου συνδ. Μαρμαρίνης επ. οδού Αγιάς», έναντι συμβατικού εργολαβικού ανταλλάγματος 89.690.000 δραχμών (πλέον 16.416.000 δρχ. για Φ.Π.Α.). Κατά την εκτέλεση του έργου προέκυψε η ανάγκη εκτελέσεως συμπληρωματικών εργασιών γενικών εκσκαφών, εκβραχισμών, κατασκευής επιχωμάτων και τεχνικών έργων απορροής των ομβρίων υδάτων, για τις οποίες δόθηκαν εντολές του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της διευθυνούσης υπηρεσίας. Για την πληρωμή μέρους των υπερσυμβατικών εργασιών, ποσού 37.084.000 δραχμών, συντάχθηκε στις 17.9.1997 από τη διευθύνουσα υπηρεσία ο 2ος Ανακεφαλαιωτικός Πίνακας Εργασιών, που συμπεριέλαβε τη δαπάνη συμβατικών εργασιών και την τελική αναθεώρηση αυτών με συνολική υπέρβαση 5.300.000 δραχμών, καθώς και συμπληρωματική σύμβαση συνολικής δαπάνης 37.084.000 δραχμών (αναθεώρηση 2.056.829 δραχμές). Όμως, η Περιφέρεια Θεσσαλίας, με την 3589 ΠΕΠ/ 29.10.1997 απόφασή της και ύστερα από έλεγχο και εισήγηση των τεχνικών συμβούλων της Μικτής Επιτροπής Καθοδήγησης (ΜΕΚ), δεν συμφώνησε για την προέγκριση της συμπληρωματικής συμβάσεως, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν απρόβλεπτες περιστάσεις σύμφωνα με την εγκύκλιο 8/96. Η περαίωση του έργου έγινε εμπροθέσμως στις 23.12.1997, σύμφωνα με τη σχετική βεβαίωση του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Δ.Τ.Υ.Ν.Α. Λάρισας. Εξάλλου, στις 6.7.2001 συντάχθηκε, από τη συσταθείσα εν τω μεταξύ επιτροπή παραλαβής εργασιών, πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής του έργου, στο οποίο συμπεριελήφθησαν όλες οι εργασίες, συμβατικές και πρόσθετες, χωρίς, όμως, να ολοκληρωθεί η παραλαβή με την έγκριση του πρωτοκόλλου από την Προϊσταμένη αρχή. Με την αγωγή του, ασκηθείσα ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας στις 30.10.2002, ο αναιρεσείων υποστήριξε ότι αν και πραγματοποίησε όλες τις επίδικες εργασίες κατόπιν ρητής εντολής του Προϊσταμένου του Τμήματος Συγκοινωνιακών Έργων της Διευθύνσεως Τεχνικών Υπηρεσιών, οι εργασίες δε αυτές ήταν απαραίτητες για την ολοκλήρωση του έργου και παραλήφθηκαν με το ως άνω πρωτόκολλο, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό των 83.253.377 δραχμών, στο οποίο ανήλθε η αξία των εργασιών, παρότι με την από 7.7.1999 εξώδικη πρόσκληση – δήλωση την κάλεσε προς τούτο. Για τον λόγο αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι παρά το νόμο και τη σύμβαση η αναιρεσίβλητη Περιφερειακή Ενότητα αρνήθηκε να εγκρίνει το ως άνω ποσό των 83.253.377 δραχμών, ως εργολαβική αμοιβή για την εκτέλεση εργασιών πέραν εκείνων που ορίζονται από την ως άνω σύμβαση και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει νομμοτόκως το ποσό αυτό (πλέον Φ.Π.Α.), κατ’ εφαρμογή του άρθρου 288 του Αστικού Κώδικα, άλλως, επικουρικά, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η αγωγή εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου κατά τη δικάσιμο της 25.10.2007, όμως, το δικαστήριο, με την 44/2008 απόφασή του, κήρυξε εαυτό καθ’ ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε το ένδικο βοήθημα προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας. Το Διοικητικό Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του έλαβε υπόψη του ότι δεν έχει υπογραφεί συμπληρωματική σύμβαση για την εκτέλεση των παραπάνω συμπληρωματικών εργασιών, διότι δεν υπάρχει σύμφωνη γνώμη της Περιφέρειας Θεσσαλίας, η οποία με το 3589 ΠΕΠ/29.10.1997 έγγραφό της και ύστερα από έλεγχο και εισήγηση των τεχνικών συμβούλων της Μικτής Επιτροπής Καθοδήγησης, δεν συμφώνησε για προέγκριση της συμπληρωματικής συμβάσεως, για τον λόγο ότι δεν υπάρχουν απρόβλεπτες περιστάσεις, ότι περαιτέρω το συνταχθέν για την παραλαβή όλων των εργασιών πρωτόκολλο προσωρινής και οριστικής παραλαβής δεν εγκρίθηκε από την προϊσταμένη αρχή, σύμφωνα με τα άρθρα 53 παρ. 3 και 55 παρ. 1 του π.δ/τος 609/1985, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η παραλαβή, ούτε ο αναιρεσείων υπέβαλε στην αναιρεσίβλητη την κατά το άρθρο 55 παρ. 2 του ίδιου π.δ/τος όχληση προς διενέργεια της εγκρίσεως, ώστε να επέλθει αυτοδίκαιη παραλαβή, ενώ η ως άνω από 7.7.1999 εξώδικη όχληση – δήλωση, που, πάντως, αναφέρεται σε προγενέστερο χρονικό διάστημα, αποτελούσε απλή εξώδικη πρόσκληση για πληρωμή του εν λόγω ποσού. Το Διοικητικό Εφετείο έλαβε, επίσης, υπόψη ότι δεν υποβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα λογαριασμός (πιστοποίηση) για το αιτούμενο ποσό αμοιβής για τις ανωτέρω εργασίες, εγκεκριμένος από τον Προϊστάμενο της Διευθύνουσας υπηρεσίας, ώστε μετά την έγκριση αυτή να ανακύπτει υποχρέωση προς πληρωμή του. Με τις σκέψεις αυτές έγινε τελικώς δεκτό ότι η ένδικη αγωγή, με την οποία επιδιώκεται η καταψήφιση μη γεγενημένης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.

9. Επειδή, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, για τον οποίο προβάλλεται με το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου, προβάλλεται, ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει εκδοθεί κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 77 του ν. 3669/2008, διότι, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, η άσκηση απευθείας αγωγής του αναδόχου δημοσίου έργου κατά του κυρίου του έργου επιτρέπεται σε κάθε περίπτωση που στο δικόγραφο της αγωγής δεν σωρεύεται αίτημα ακυρώσεως ή τροποποιήσεως διοικητικής πράξεως και όχι μόνον στις περιπτώσεις εκείνες που η απαίτηση του αναδόχου είναι αναγνωρισμένη και εκκαθαρισμένη, δια της εγκρίσεως σχετικού λογαριασμού – πιστοποιήσεως, όπως εσφαλμένως έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση. Προβάλλεται συναφώς, ότι εφόσον στην αγωγή δεν σωρεύεται αίτημα ακυρώσεως ή τροποποιήσεως διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως και η αγωγική απαίτηση έχει αναγνωρισθεί από τον κύριο του έργου με τη σύνταξη και έγκριση του πρωτοκόλλου προσωρινής και οριστικής παραλαβής (έχει δε συνομολογηθεί από τον κύριο του έργου με τις εκθέσεις των απόψεών του και τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν στα διοικητικά δικαστήρια), είναι επιτρεπτή η άσκηση απευθείας αγωγής, χωρίς την τήρηση της ενδικοφανούς προδικασίας. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην έβδομη σκέψη, για την παραδεκτή άσκηση αγωγής απαιτείται, κατά τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων, η ύπαρξη εκκαθαρισμένης απαιτήσεως. Επομένως, εφόσον το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι με την ένδικη αγωγή επιδιώκεται η καταψήφιση μη γεγενημένης και εκκαθαρισμένης απαιτήσεως, ορθώς την απέρριψε ως απαράδεκτη.

10. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, στο σύνολό της.

 

ΔΙΑ ΤΑΎΤΑ

Κηρύσσει απαράδεκτη την παράσταση του Υπουργού Οικονομικών.

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2013 και στις 2 Μαρτίου 2015

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος    Ο Γραμματέας

Μ. Καραμανώφ     Δ. Λαγός

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 16 Μαρτίου 2015.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος    Η Γραμματέας

Μ. Καραμανώφ     Δ. Κατσάνη

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 984/2015

 

Πρόεδρος : Ανδριανή Πασσά

Εισηγήτρια : Άννα Μπόνου, Εφέτης

Δικηγόροι : Νικ. Μουρδουκούιας, Ιω. Μάρκου

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ ΕΤΟΣ: 2015 ΣΕΛ.: 595

 

1. Η ενάγουσα εταιρία με την κρινόμενη καταψηφιστική αγωγή, η οποία με την 133/06/15.6.2006 σύμβαση προμήθειας, που είχε συνάψει με το εναγόμενο Νοσοκομείο, κατ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2286/1995 (Α 19) και του π.δ. 394/1996 (Α 266), ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών καθαριότητας των χώρων του εναγόμενου, ζητεί να υποχρεωθεί το τελευταίο να καταβάλει σ αυτήν το συνολικό ποσό των 32.980,06 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, νομιμοτόκως σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 166/2003, το οποίο αφορά στην αναπροσαρμογή του συμβατικού ανταλλάγματος για τις παρασχεθείσες υπηρεσίες στα πλαίσια της πιο σύμβασης παροχής υπηρεσιών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2007 μέχρι 31.12.2007 επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. ΑΚ).

2. Η ένδικη διαφορά ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης προμήθειας. Η σύμβαση αυτή είναι διοικητική, καθόσον ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι ΝΠΔΔ, εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, που είναι ο καθαρισμός χώρων δημόσιου νοσοκομείου απαραίτητων για την επιτέλεση του έργου του και διέπεται από τις διατάξεις του ν. 2286/1995 και του π.δ. 394/1996, κατ εφαρμογή των οποίων καταρτίστηκε, οι οποίες εξασφαλίζουν στο ΝΠΔΔ υπερέχουσα θέση έναντι της αντισυμβαλλόμενης ενάγουσας εταιρείας, αφού επιτρέπουν τη μονομερή επέμβαση αυτού στο συμβατικό δεσμό με την επιβολή κυρώσεων. Κατά συνέπεια η επίλυση της διαφοράς αυτής ανήκει στη δικαιοδο­σία και την καθ ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου αυτού (ΣτΕ 1107/2003, 3763/1999, 3676/1997, 4467/1995), παραδε­κτώς δε επιδιώκεται με την άσκηση αγωγής, κατά το άρθρο 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΣτΕ 1083/2004, 1127/2003 κ.ά.). Επομένως η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία.

3. Στο π.δ. 394/1996 «Κανονισμός Προμηθειών Δημοσίου» (Α 266) ορίζεται, στο άρθρο 24 ότι:«...», στο άρθρο 26 ότι:«...», στο άρθρο 27 ότι:«...», στο άρθρο 28 ότι: «...» και στο άρθρο 35 ότι: «...».

5. Με την 18/7.6.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβου­λίου του Νοσοκομείου, αποφασίσθηκε η απ ευθείας ανάθεση του καθαρισμού των χώρων του, για το διάστημα από 1.7.2006 έως 31.12.2006, με μηνιαίο τίμημα 83.800 ευρώ πλέον ΦΠΑ. Στην απόφαση αυτή προβλέφθηκε επίσης και η δυνατότητα παράτασης της σύμβασης μέχρι την ολοκλήρωση του διαγωνισμού, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε αναπροσαρμογή του τιμήματος στην περίπτωση παράτασης ισχύος της σύμβασης που θα υπογραφεί. Ενόψει αυτού, σε ό,τι αφορά στο ύψος του τιμήματος κατά το χρονικό διάστημα που εγκρίθηκε η παράταση της επίμαχης σύμβασης (1.1.2007 μέχρι 31.12.2007), μη νομίμως συμφωνήθηκε με την εν λόγω σύμβαση, ο καθορισμός αυτού, σε περίπτωση παράτασης, με βάση τη μεταβολή του γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή, δεδομένου ότι στην ανωτέρω απόφαση ανάθεσης, η οποία αποτελεί πράξη που διέπει την ανάθεση και δεσμεύει τόσο την αναθέτουσα αρχή όσο και τον ανάδοχο (πρβλ. ΣτΕ 3692/1989. 2992/1983, 1534/1982 κ.ά.), δεν είχε γίνει σχετική πρόβλεψη, ούτε είχε δοθεί σχετική αρμοδιότητα στον Διοικητή του Νοσο­κομείου με την ίδια απόφαση, κατά την υπογραφή της σύμβα­σης. Συνεπώς, όσα αντίθετα προς τα ανωτέρω προβάλλει η ενάγουσα, είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ενόψει αυτού δεν θεμελιώνεται υποχρέωση του εναγόμενου Νοσοκομείου να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό, που αντιστοιχεί στην αναπρο­σαρμογή του μηνιαίου εργολαβικού ανταλλάγματος σε ποσο­στό 2,6%, σύμφωνα με το γενικό δείκτη τιμών καταναλωτή, που αναφέρεται στο εν λόγω τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών.

6. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα οικο­νομικά στοιχεία της ένδικης σύμβασης και των παρατάσεων της, κρίνει ότι η σημειωθείσα αύξηση του κόστους εκτέλεσης της παρεχόμενης υπηρεσίας, λόγω της κατά τα άνω επελθού­σης αύξησης του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά ποσοστό 2,6%, (βλ την προσκομιζόμενη από 7-6-2007 ανακοίνωση (για την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων) του Υπουργείου Οικο­νομίας και Οικονομικών - Γενική Γραμματεία Εθνικής Στατιστι­κής Υπηρεσίας). ενόψει και των οριζόμενων στα άρθρα 200 και 288 του Αστικού Κώδικα περί ερμηνείας των συμβάσεων και εκπλήρωσης της παροχής κατά την καλή πίστη και τα συναλ­λακτικά ήθη. ευρίσκεται εντός των ορίων του αναληφθέντος από την ενάγουσα-ανάδοχο επαγγελματικού κινδύνου και δεν κατέστησε την παροχή της υπερμέτρως επαχθή, ούτε ανέτρεψε την οικονομική ισορροπία της επίδικης σύμβασης κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (βλ. ΣτΕ 1749. 924/2009. 2993, 1892/2006, 3298/2005, 2635, 1969 2004, 3172/2002 κ.α.), ενώ και η επικαλούμενη από αυτή, εξαιτίας της εν λόγω μεταβολής, αύξηση του ημερομι­σθίου των εργαζόμενων στην παροχή των εν λόγω υπηρεσιών δεν αποδεικνύεται από κανένα στοιχείο, απορριπτόμενου ως αβάσιμου του επικουρικού λόγου της αγωγής.

7. Όπως έχει κριθεί, το ένδικο βοήθημα της ευθείας αγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. ΑΚ), δύναται να ασκήσει ο προμηθευτής και για αξίωση που έχει μεν ως πηγή διοικητική σύμβαση, η οποία, όμως, είναι στο σύνολο της άκυρη (ΣτΕ 3234/2011, 3544/2010, 2229/2009, 2015/2006, 1999/2005). Ενόψει αυτών, δεν είναι δυνατή η ικανοποίηση της αξίωσης της ενάγουσας κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εφόσον δεν αμφισβητείται το κύρος της ΦΥ 204/03/19-4-2005 σύμβασης, απορριπτόμενης και της επικουρικής βάσης της κρινόμενης αγωγής.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 243/2014

 

Πρόεδρος: Γεώργιος Κουσουλός, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Δικαστές: Δημήτριος Καπαρός, Χρήστος Χόρτης (εισηγητής), Εφέτες Δ.Δ.

Δικηγόροι: Αλέξανδρος Υφαντής

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΑΧΑΪΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΤΟΣ: 2016 ΣΕΛ.: 252

 

(…) Η κρινόμενη από 21.11.2003 αγωγή, νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση μετά την έκδοση της67/2011 παραπεμπτικής από­φασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πύργου.

(..) Με την αγωγή αυτή, ο ενάγων, ως ανά­δοχος του έργου του Γενικού Νοσοκομεί­ου Ζακύνθου«Αγιος Διονύσιος» (ν.π.δ.δ.) «Χρωματισμοί (εσωτερικών  εξωτερικών τοίχων, ορόφων, θυρών) τουΓ.Ν. Ζ.» δυνά­μει της από 22.5.2001 σύμβασης που υπέ­γραψε με τον Πρόεδρο του ως άνω νοσο­κομείου αντί συνολικού ποσού (...) δρχ. (με Φ.Π.Α.) σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ.609/85 καιτου ν. 1418/84, ζητά παραδεκτώς, όπως το αίτημα αυτού μετατρά­πηκε με το από 13.1.2013υπόμνημά του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του ενα­γόμενουνοσοκομείου (…) να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των …. ευρώ, νομιμοτόκως από 19.9.2001 άλλωςαπό 24.5.2003 άλλως από της επιδόσεως της αγωγής, ως αμοιβή για την εκτέλεση υπερσυμβατικώνεργασιών στα πλαίσια εκτέλεσης της ένδικης πιο πάνω σύμβασης ως συνέχεια και συμπλήρωση τωναρχικώς συμφωνη­θέντων.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1 και 8 παρ. 1,2 του ν. 1418/84 (Α΄23) σε συνδυασμόμε εκείνες των άρθρων 34 παρ. 2 και 43 παρ.1 και 2 του π.δ. 609/85 (Α΄ 223) συνάγεται ότι οανάδοχος δε μπορεί κατ’ αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιό­τητα, το είδος ή την ποσότητα των εργα­σιών, όπως αυτά ορίζονται στη σύμβαση, χωρίς προηγούμενησύναψη νέας σύμ­βασης, κατόπιν διαπραγματεύσεων και προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Ανα­κεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ), καθώς και ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημιώσεως γιαμεταβολές στο έργο, οι οποίες έγιναν χωρίς προηγούμενη έγγρα­φη εντολή, έστω και αν αυτέςβελτιώνουν το έργο. Από τις ίδιες, όμως, διατάξεις δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλί­νουντης συμβάσεως και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα δια­δικασία, να κριθούν στησυνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου, ή σε περίπτωση διαφωνίας και ασκήσεως εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο, ως αναγκαί­ες, δηλαδή ωςεργασίες οι οποίες επιβάλ­λονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή την λειτουργικότητα του έργου,οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύναψη νέας σύναψης και τησύνταξη ΑΠΕ (πρβλ. ΣΕ 1214/2007, 610, 3237/06, 142,595, 3307, 3529/05, 4162/97).

Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Στα πλαίσιαεκτέλεσης της από 22.5.2001 ένδικης σύμβασης που ανα­φέρθηκε στην αρχή της παρούσας, το Διοικητικό Συμβούλιο του Γενικού Νοσο­κομείου Ζακύνθου «Ο Άγιος Διονύσιος», ως προϊσταμένηαρχή του έργου, με το 16/24.5.2001 πρακτικό του, ενέκρινε τη σύναψη συμπληρωματικής σύμβασης του έργου «Χρωματισμοί εσωτερικών  εξωτερικών τοίχων και θυρών του Γ.Ν.Ζ.», με τους ίδιουςόρους και έκπτωση με τον ενάγοντα αρχικό ανάδοχο του έργου αυ­τού, μετά από πρόταση τουΠροϊστάμε­νου Τεχνικών Υπηρεσιών του Νοσοκομεί­ου, «προκειμένου να γίνει περισσότερο έργο…..καινα βαφτούν περισσότεροι χώροι, διότι…..οι ανωτέρω εργασίες είναι απαραίτητες μιας και το κτίριοέχει να βα­φτεί πάρα πολλά χρόνια». Η Διεύθυνση Τε­χνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυ­τοδιοίκησης Ζακύνθου ως Διευθύνουσα Υπηρεσία διαβίβασε, με το 3256/3.9.2001 έγγραφό της, τουςανακεφαλαιωτικούς πίνακες της κύριας και συμπληρωματικής σύμβασης του εν λόγω έργου, δαπάνης(..) και (..) δραχμών (με Φ.Π.Α.) αντίστοι­χα, στο Συμβούλιο Δημοσίων Εργων της Ν.Α. Ζακύνθου,εισηγούμενη την έγκρισή τους και αναφέροντας ότι ο πίνακας της συμπληρωματικής σύμβασης«περιλαμ­βάνει εργασίες χρωματισμών γενικώς εσωτερικά και εξωτερικά του κτιρίου απαραίτητες γιατην ολοκλήρωση του έργου και που προέκυψαν μετά τη μελέτη… ». (Επιφάνειας 2.600 τ.μ.). Στησυνέχεια, το ως άνω Συμβούλιο Δημοσίων Έργων, με το 16/14.9.2001 πρακτικό του, γνωμοδό­τησεομόφωνα υπέρ της έγκρισης των σχετικών πινάκων, σύμφωνα με την παρα­πάνω εισήγηση, στηνοποία και παραπέ­μπει. Περαιτέρω, ο από 19.11.2001 4ος λο­γαριασμός του εν λόγω έργου, πουαφορά αποκλειστικά τις εργασίες που εκτελέστη­καν στο πλαίσιο της συμπληρωματικής σύμβασης μετον ενάγοντα αρχικό ανά­δοχο, καθώς και η συνημμένη σε αυτόν από 1.11.2001 4η πιστοποίηση τωνπρος πληρωμή εκτελεσθεισών εργασιών, δια­βιβάστηκαν με το από 4261/19.11.2001 έγγραφο τηςΔιεύθυνσης Τεχνικών Υπη­ρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ζακύνθου στο Γ.Ν.Ζ, το ΣυμβούλιοΔι­οίκησης του οποίου τον ενέκρινε με το 5/31.5.2002 πρακτικό του. Σε εκτέλεση του ως άνωλογαριασμού  εντολής πλη­ρωμής εκδόθηκε το 615/2002 χρηματικό ένταλμα πληρωμής του ως άνωνοσο­κομείου, ποσού (...) ευρώ, τη θεώρηση του οποίου αρνήθηκε ο Επίτροπος του ΕλεγκτικούΣυνεδρίου στο νομό Ζακύν­θου με τη σκέψη ότι η επίμαχη ανάθεση εκτέλεσης συμπληρωματικώνεργασιών στον αρχικό ανάδοχο (ενάγοντα) του έρ­γου είναι μη νόμιμη αφού δεν προκύπτει ότι οι ενλόγω εργασίες κατέστησαν ανα­γκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων (σχετ. και οι αριθ. 97/2002και 136/2003 πράξεις του IV του Τμήματος του Ελεγκτι­κού Συνεδρίου). Ακολούθως ασκήθηκε η υπόκρίση από 21.11.2003 αγωγή με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί το εναγό­μενο νοσοκομείο ωςκύριος του έργου να του καταβάλει το ως άνω ποσό ως αμοιβή για την εκτέλεση των εν λόγωεργασιών και σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαι­ολογήτου πλουτισμού, νομιμοτόκως από τηςεπίδοσης της αγωγής. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, λαμ­βάνοντας υπόψη ότι ο έλεγχος από το Ελεγκτικό Συμβούλιο στα πλαίσια εκτέ­λεσης της ένδικης διοικητικής σύμβασης δεν εμποδίζει ενπροκειμένω το δικαστι­κό έλεγχο της σχετικής διαφοράς (ΣτΕ 1340/2011, 839/2012, 1115/2013) καιότι οι επίμαχες συμπληρωματικές εργασίες ναι μεν εκτελέστηκαν χωρίς τελικά να τη­ρηθεί η οριζόμενηδιαδικασία (ήτοι χωρίς προηγούμενη σύναψη νέας σύμβασης και έγκριση ΑΠΕ) δεδομένου όμως ότιήταν αναγκαίες για την ολοκλήρωση του έρ­γου, γεγονός που όχι μόνο δεν αμφισβη­τείται αλλάβεβαιώνεται κατά τα προανα­φερθέντα, οι εργασίες αυτές έπρεπε να νομιμοποιηθούν εκ των υστέρωνμε τη σύναψη νέας σύμβασης και την έγκριση του ΑΠΕ. Συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίσηαγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου νοσοκομεί­ου, κατά τις διατάξεις περίαδικαιολογή­του πλουτισμού, να καταβάλει στον ενά­γοντα το ποσό των …. ευρώ, εντόκως από τηνεπίδοση της αγωγής (…)

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την αγωγή.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 897/2014

 

Πρόεδρος: Χριστίνα Μισούλη - Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Δικαστές: Καλλιρρόη Σαφαρίκα (Εισηγήτρια), Σοφία Καπριδάκη, Εφέτες Δ.Δ.

Δικηγόροι: Αλίκη  Ελένη Χαϊκάλη, Πέτρος Κωνσταντινόπουλος.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΑΧΑΪΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΤΟΣ: 2016 ΣΕΛ.: 212, 343

 

[…] Επειδή, με την προσφυγή αυτή η προσφεύγουσα με την επωνυμία «Η. Α.Τ.Ε.», ανάδοχος τουέργου «Ανάπλαση Ι. Κ. Κ.» επιδιώκει την ακύρωση της σιωπη­ρής απόρριψης από το ΓενικόΓραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας της από 29-9-2011 αιτήσεως θεραπείας της κατά της184/2011 αποφάσεως του Δημοτι­κού Συμβουλίου του Δήμου Καλαβρύτων (Προϊσταμένη Αρχή τουέργου), με την οποία δηλώνεται ρητά η βούλησή του να μη συμμορφωθεί στις 69212/20069/10-12-2009 και 68644/19929/10-12-2009 αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα Περι­φέρειας ΔυτικήςΕλλάδας. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 94 (παρ. 1 και 2) τουΣυντάγματος, 2 του ν. 1406/1983 (Α΄182), 12 και 13 του ν.1418/1984 (Α΄23), και 17 του π.δ/τος171/1987 (Α΄84), όταν εκδίδεται από τη Διοίκηση πράξη βλαπτι­κή για τον ανάδοχο δημοσίου έργου,αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώ­τα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη διαδικασίαδιοικητικής επιλύσεως της δια­φοράς και, μόνο, κατόπιν να ασκήσει προ­σφυγή στο αρμόδιο διοικητικόεφετείο, είτε κατά της πράξεως, στην οποία η δια­δικασία αυτή κατέληξε, είτε κατά της πα­ραλείψεωςεκδόσεώς της. Όταν, όμως, δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της Διοικήσεως,αλλά, αντίθετα, περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώ­κει την υλοποίηση, τότε, στην περίπτωση που,στη συνέχεια, η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει την απορρέουσα από την εν λόγω πράξη απαίτησητου, το ένδικο βο­ήθημα με το οποίο ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την καταβολή του σχετικού ποσού είναι η κατ’ άρθρο 2 παρ. 2 του ν. 1406/1983 ευθεία αγωγή για απο­ζημίωση, η οποίαεκδικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο διοι­κητικό εφετείο (ΣτΕ 1867/2012, 865/2011, 3432/2010, 3614/2008, 1591/2007). Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από ταστοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Μεταξύ του Δήμου Καλαβρύτων και τηςπροσφεύγουσας ανώνυμης εται­ρείας (Η. Α.Τ.Ε.) υπογράφηκε η από 16-5-2005 σύμβαση, βάσει τηςοποίας η τελευ­ταία ανέλαβε την εκτέλεση του δημοτικού έργου «Ανάπλαση Ιστορικού Κέντρου Κα­λαβρύτων», προϋπολογισθείσης δαπάνης 714.964,80 ευρώ (χωρίς Φ.Π.Α.). Επίσης, στις 29-3-2006υπογράφηκε η  Συμπλη­ρωματική Σύμβαση, ποσού 208.202,19 ευρώ (πλέον αναθεωρήσεως καιΦ.Π.Α.). Στις 2-6-2009 η προσφεύγουσα κατέθε­σε ενώπιον της Προϊσταμένης Αρχής του έργουένσταση (αριθ. πρωτ. 29967/8426) κατά του 4ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) τηςΑρχικής Σύμβασης, του 3ου Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργα­σιών (Α.Π.Ε.) της ΣυμπληρωματικήςΣύμ­βασης και του 4ου Πρωτοκόλλου Κανο­νισμού Τιμών Μονάδων Νέων Εργασιών (ΠΚΤΜΝΕ), ηοποία απερρίφθη σιωπηρώς, κατά της σιωπηρής δε απόρριψης της έν­στασης, η προσφεύγουσαάσκησε αίτηση θεραπείας (αριθ. πρωτ. 50844/12434/14-9-2009) ενώπιον του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας (ΓΓΠ) Δυτικής Ελλάδας, η οποία έγινε δεκτή με την 69212/20069/10-12-2009απόφαση του τελευταίου. Εξάλ­λου, με την 68644/19929/10-12-2009 απόφαση του ΓΓΠ έγινε επίσηςδεκτή αί­τηση θεραπείας της προσφεύγουσας κατά της σιωπηρής απορρίψεως από την Προϊ­σταμένηΑρχή της 34190/9736/22-6-2009 ενστάσεώς της κατά της 5594/1524/5-5-2009 αποφάσεως τηςΔιευθύνουσας Υπηρεσίας, με την οποία απορρίφθηκε αίτημα της προσφεύγουσας περί αυτο­δίκαιηςέγκρισης των με αριθ. 39 έως 57 αναλυτικών επιμετρήσεων. Κατά των ως άνω αποφάσεων(69212/20069/10-12-2009 και 68644/19929/10-12-2009) ο Δή­μος Καλαβρύτων άσκησε τις με αριθ.καταχ. 12 και 13/2010 προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Λόγω παρόδου, όμως, τουχρόνου και της παράλειψης της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να τροποποιή­σει τους ανωτέρω ΑΠΕ και νασυνάψει το 4ο ΠΚΤΜΝΕ, η προσφεύγουσα στις 19-3-2010 άσκησε ένσταση ενώπιον της Προ­ϊσταμένης Αρχής του έργου, κατά της ως άνω παράλειψης της Διευθύνουσας Υπη­ρεσίας, η οποίααπερρίφθη σιωπηρώς, κατά της σιωπηρής δε απόρριψης αυτής αίτηση θεραπείας (υπ’ αριθ. 5591/27-5-2010), η οποία επίσης απερρίφθη σιωπη­ρώς, και κατά τη σιωπηρής απορρίψεως θεραπείαςπροσφυγή, για την οποία με την 321/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου καταργήθηκε η δίκη,λόγω παραι­τήσεως της προσφεύγουσας από το δικό­γραφο της εν λόγω προσφυγής. Στη συνέ­χεια ηΔιευθύνουσα Υπηρεσία του έργου με το υπ’ αριθ. πρωτ. 160684/19805/31-12-2010 έγγραφό τηςπρος το Δημοτι­κό Συμβούλιο του Δήμου Καλαβρύτων (Προϊσταμένη του έργου Αρχή) απέστει­λε προςέγκριση τους ως άνω ΑΠΕ και το ΠΚΤΜΝΕ. Με την 184/2011, όμως, απόφα­ση της ΠροϊσταμένηςΑρχής απερρίφθη η έγκριση αυτών, κατά της οποίας η προ­σφεύγουσα άσκησε την από 29-9-2011αίτηση θεραπείας στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννή­σου, ΔυτικήςΕλλάδας και Ιονίου, η οποία απερρίφθη σιωπηρώς, λόγω παρέλευσης της τρίμηνης προθεσμίας. […]

Επειδή, σύμφωνα με όσα έγιναν δε­κτά σε προηγούμενη σκέψη, ενώπιον του διοικητικού εφετείουφέρεται με προσφυ­γή η διαφορά, η οποία προκαλείται από πράξη της διευθύνουσας το έργο υπη­ρεσίας ή και της Προϊσταμένης αρχής, η οποία προσβάλλει έννομο συμφέρον του αναδόχου, αφούπροηγουμένως τηρηθεί η διαγραφόμενη από το νόμο διοικητι­κή προδικασία. Εν προκειμένω, όμως, η184/2011 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Καλαβρύτων (Προϊ­στάμενης του έργουΑρχής), με την οποία δηλώνεται ρητά η βούληση αυτού να μην συμμορφωθεί στις 69212/20069/10-12-2009 και 68644/19929/10-12-2009 απο­φάσεις του Γενικού Γραμματέα Περιφέρει­ας ΔυτικήςΕλλάδας, δεν είναι βλαπτική για τον ανάδοχο πράξη, κατά την έννοια των προαναφερομένωνδιατάξεων, αλλά πράξη με την οποία η Διοίκηση αρνείται την υλοποίηση των ως άνω αποφάσεων τουΓΓΠ (μη εκτέλεση των ως άνω εκτε­λεστών διοικητικών πράξεων), κατά συ­νέπεια στερείταιεκτελεστότητας, μη υπο­κείμενη παραδεκτώς σε ενδικοφανή και περαιτέρω ένδικα μέσα.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη προσφυγή.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 716/2013

 

Πρόεδρος: Χριστίνα Μισούλη, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Δικαστές: Σοφία Καπριδάκη, Καλλιρόη Σαφαρίκα (Εισηγήτρια), Εφέτες Δ. Δ. Δικηγόροι: ΑικατερίνηΜπαλατσού, Αναστάσιος Παπαϊωάννου, Πέτρος Κωνσταντινόπουλος

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΑΧΑΪΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΤΟΣ: 2015 ΣΕΛ.: 292

 

«… 1. Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή … ζητεί να υποχρεωθεί το εναγόμενο νοσοκομείο (ν.π.δ.δ.)να της καταβάλει: α) ποσό 4.780,58 ευρώ συμπεριλαμβα­νομένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6% πουαντιστοιχεί σε τόκους υπερημερίας στα ποσά των αναφερομένων στην αγω­γή ως εξοφληθέντωντιμολογίων και β) ποσό 6.649,04 ευρώ συμπεριλαμβανο­μένου του τέλους χαρτοσήμου 3,6% που αντιστοιχεί σε τόκους υπερημερίας στα ποσά των αναφερομένων στην αγωγή ως ανεξοφλήτωντιμολογίων. Ειδικότερα, τα ως άνω ποσά προέκυψαν κατά την εκτέ­λεση των υπ΄αριθμ. 5152/2004,από 21-11-2003, από 16-12-2003, 5496/2005, από 24-10-2005 και από 1-10-2007 συμβάσε­ωνπρομηθειών.

2. Επειδή, στο όρθρο 122 παρ. 1, 2 και 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999 - ΦΕΚ97 Α΄) ορίζεται ότι: «Κοινό ένδικο βοήθημα μπορεί να ασκη­θεί από τον ίδιο διάδικο για συναφείς πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, εφόσον το δικαστήριο είναι ως προς όλες κατά τόποαρμόδιο. 2. Συναφείς είναι οι πράξεις και οι παραλείψεις α) όταν στηρί­ζονται στην ίδια νομικήπραγματική βάση ή β) όταν η νομιμότητα της μιας ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της άλλης. 3. ... 5.Αν δεν συντρέχουν ως προς όλες τις πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, οι προϋποθέσεις τωνπαρ. 1-3 κατά πε­ρίπτωση, εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται στην παρ. 2 του όρθρου 121».Εξάλλου στο άρθρο 121 του ανωτέρω Κώ­δικα, όπως οι παρ. 2 και 3 αυτού αντικατα­στάθηκαν από τοάρθρο 22 παρ. 4 του ν. 3226/2004 (ΦΕΚ 24 ΑΛ) ορίζεται ότι: «2. Αν δεν συντρέχουν οιπροϋποθέσεις ομοδικί­ας, το ένδικο βοήθημα κρατείται ως προς τον πρώτο και τους ομόδικους μεαυτόν διατάσσεται ο χωρισμός του ως προς τους υπόλοιπους. 3. Με την απόφαση που δια­τάσσει τοχωρισμό προσδιορίζονται, κατά

προτίμηση, σε συγκεκριμένη δικάσιμο, για να δικαστούν οι χωριζόμενες υποθέ­σεις».

3.Επειδή, οι αξιώσεις της ενάγουσας βα­σίζονται σε διαφορετικές πραγματικές βάσεις, εφόσοναναφέρονται σε έξι (6) διαφορετικές συμβάσεις προμήθειας από τις οποίες οι υπ’.αριθμ. 5152/2004και 5496/2005 συμβάσεις προμήθειας συνή-φθησαν μεταξύ της ενάγουσας και του ΕλληνικούΔημοσίου, η πρώτη με τους όρους της Διακήρυξης 235/2003 και η δεύτερη με τους όρους τηςΔιακήρυξης 180/2004, οι δε λοιπές μεταξύ της ενάγου­σας και του εναγομένου νοσοκομείου, την εκτέλεση των οποίων αυτή είχε αναλάβει, συνεπώς οι επίδικες αξιώσεις δεν είναι συ­ναφείς. Ως εκτούτου πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η κρινόμενη αγωγή μόνο ως προς τις αξιώσειςαπό την προτασσόμενη 5152/2004 σύμβαση και να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τιςαξιώσεις από κάθε μία από τις λοιπές συμβάσεις, ενώ προκειμένου να εκδικασθεί η υπόθεση και ωςπρος αυτές, πρέπει να κατατεθούν αυτοτελή δικόγρα­φα (πέντε), κατά χωρισμό του αρχικού, μέσα σεπροθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της παρούσας στην ενά­γουσα προμηθεύτρια, ταοποία θα δικασθούν κατά τη δικάσιμο της 4ης Απριλίου 2014 και ώρα 10 π.μ…… …. 6. Επειδή, το π.δ. 166/2003 (Α΄ 138 της 5/6/2003), με το οποίο έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στιςδιατάξεις της Οδηγίας 2000/35/ΕΚ του Ευρωπαϊ­κού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ηςΙουνίου 2000 «για την καταπο­λέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές»(ΕΕL 200 της 882000 σ. 35), ορίζει στο άρθρο 4 ότι: «1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέραπου ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πλη­ρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθε­σμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεταιυπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους: α. Εάν παρέ­λαβε το τιμολόγιο ή άλλοισοδύναμο για πληρωμή έγγραφο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής τωνυπηρεσιών ή αν δεν παρέλαβε ή δεν είναι βέβαιο πότε παρέλαβε τέτοιο έγ­γραφο, μόλις περάσουν 30ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παρο­χή των υπηρεσιών. β. Εάν από το νόμο ή τησύμβαση προβλέπεται διαδικασία αποδοχής ή ελέγχου για την επαλήθευση της αντιστοιχίαςσυμφωνημένων και παραλαμβανομένων αγαθών ή υπηρεσιών, μόλις περάσουν 30 ημέρες από τηνολο­κλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου, εφόσον παρέλαβε το τιμολόγιο ή άλλο ισοδύναμογια πληρωμή έγγραφο μέχρι την ολοκλήρωση της εν λόγω δια­δικασίας, γ. Εάν η παραλαβή τωναγαθών ή η παροχή των υπηρεσιών ή η διαδικα­σία αποδοχής ή ελέγχου έχει προηγηθεί, μόλιςπεράσουν 30 ημέρες από το χρόνο παραλαβής του τιμολογίου ή άλλου ισο­δύναμου για πληρωμήεγγράφου, δ. Στις συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δη­μοσίων αρχών της παραγράφου  του άρθρου 3 του παρόντος, η προθεσμία καταβολής τόκων σε κάθε μία από τις πα­ραπάνω περιπτώσεις,ορίζεται αποκλει­στικώς σε 60 ημέρες. 3. Ο δανειστής δικαι­ούται τόκους, εφόσον α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό,εκτός, εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρη­ση. 4. Το ύψος του τόκουυπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτό­κιοπου εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης,η οποία πραγματο­ποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου [επιτόκιο αναφοράς] προσαυξημένο κατά επτά εκα­τοστιαίες μονάδες [«περιθώριο»], εφόσον δεν ορίζεταιδιαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρατου οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επό­μενους έξι μήνες.» Τέλος , το άρθρο 3 παρ. 1 ατου ίδιου Π.Δ/τος ορίζει ότι: « Δημό­σια αρχή» είναι κάθε αναθέτουσα αρχή ή φορέας ,όπως ορίζεταιστα προεδρικά διατάγματα για τις δημόσιες συμβάσεις προμηθειών (Π.Δ 370/1995 ΦΕΚ Α’199),υπηρεσιών (Π.Δ. 346/1998, ΦΕΚ Α’230) εξαιρουμένων τομέων (Π.Δ 57/2000, ΦΕΚ Α’45),καιΔημοσίων έργων (Π.Δ.334/ 2000ΦΕΚ Α 279) όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν…..

. 9. Επειδή, με δεδομένα αυτά, εφόσον τα αναφερόμενα στα ως άνω τιμολόγια-δελτία αποστολήςείδη παραδόθηκαν στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου και εκ­δόθηκαν τα αντίστοιχα πρωτόκολλα πα­ραλαβής, τα οποία και προσκομίσθηκαν, στο Δικαστήριο, η ενάγουσα δικαιούται τόκους υπερημερίαςμετά την πάροδο 60 ημερών από την παραλαβή των ειδών από το ως άνω νοσοκομείο και την έκδοσητου εκάστοτε πρωτοκόλλου παραλαβής μέχρι την ημέρα εξόφλησης του εκάστοτε τι­μολογίου, μεεπιτόκιο υπερημερίας αυτό που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύριαπρά­ξη αναχρηματοδότησης προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες, κατ’άρθρον 4 παρ. 2 περ.β΄ σε συνδυασμό με την περίπτωση δ΄ της ίδιας παραγράφου, και 4, και οι οποίοι ανέρχονται στοσυνο­λικό ποσό την 1177, 64 ευρώ πλέον του αναλογούντως τέλους χαρτοσήμου 3,6%, ήτοι 1) ΤΔΑ4926/18-1-2005, τόκος 44,49 €, 2) ΤΔΑ 5189/4-2-2005, τόκος 93,16 €,

3) ΤΔΑ 5464/22-2-2005, τόκος 63,92 €,

4) ΤΔΑ 5944/24-3-2005, τόκος 75,63€, 5) ΤΔΑ 6359/19-4-2005, τόκος 61,38 €, 6)ΤΔΑ 6382/21-4-2005, τόκος 53,99€, 7) ΤΔΑ 6556/6-5-2005, τόκος 82,51€, 8) ΤΔΑ 7090/7-6-2005, τόκος 102,68€, 9) ΤΔΑ 7471/28-6-2005, τόκος 90,99€, 10) ΤΔΑ 7639/6-7-2005, τόκος 135,8 €, 11) ΤΔΑ 7869/19-7-2005, τόκος 175,44€, και 12) ΤΔΕ 7940/22-7-2005, τόκος 130,81€. 10. Επειδή, κατόπιν τωνανωτέρω, το δικαστήριο δέχεται την αγωγή ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας από τηνπροτασσόμενη στο δικόγραφο 5152/2004 σύμ­βαση. Περαιτέρω το Δικαστήριο, εκτιμώ­ντας τιςπεριστάσεις κρίνει ότι πρέπει να απαλλαγεί το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα τηςενάγουσας (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε΄ Κ.Δ.Δ.)…»

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 999/2012

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την εξής σύνθεση: Θ. Παπαευαγγέλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Μ. Καραμανώφ, Μ. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Κατσάνη.

Για να δικάσει την από 16 Απριλίου 2004 αίτηση:

του ..., ο οποίος δεν παρέστη.

κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ» (Ο.Ε.Κ.), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Χαρ. Ανδρεάτου (Α.Μ. 7244), που την διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 3793/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Μ. Καραμανώφ.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου ν.π.δ.δ., η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας κατεβλήθη το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 1258524/6/2006 ειδικά γραμ. παραβόλου), ζητείται η αναίρεση της 3793/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, τα οποία αντιστοιχούσαν αφενός σε μέρος του τιμήματος που όφειλε ο Οργανισμός από την αγορά εκ μέρους του ημιτελών διαμερισμάτων πολυκατοικιών ευρισκομένων στην περιοχή του Νέου Φαλήρου, τα οποία είχαν ανεγερθεί από τον αναιρεσείοντα, αφετέρου δε σε ποσά που ο αναιρεσείων κατέβαλε για αποκατάσταση φθορών των πολυκατοικιών, οι οποίες είχαν προκληθεί για τις ανάγκες ελέγχου αντοχής, η οποία πραγματοποιήθηκε από όργανα του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ., καθώς και σε ποσά που δαπάνησε για την κατασκευή δικτύου φυσικού αερίου για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω διαμερισμάτων.

2. Επειδή, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 (ΦΕΚ Α’ 182) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, οι οποίες δεν είχαν μέχρι τότε υπαχθεί σε αυτά, μεταξύ δε των διαφορών αυτών περιλαμβάνονται, κατά την παρ. 2 περ. ι του ανωτέρω άρθρου, και οι διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, εκδικαζόμενες, κατά το άρθρο 7 παρ. 2 του ίδιου νόμου και στη συνέχεια κατά το άρθρο 6 παρ. 2 περ. α’ του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α’ 97/17.5.1999) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τα διοικητικά εφετεία. Εξάλλου, η σύμβαση θεωρείται ως διοικητική αν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), β) με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίον ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, και γ) ο συμβατικός δεσμός διέπεται από εξαιρετικές ρήτρες, οι οποίες προσδίδουν υπερέχουσα θέση στο συμβαλλόμενο Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., δηλαδή θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό, και οι οποίες προκύπτουν είτε από το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε από τους όρους της οικείας διακηρύξεως, είτε από το ίδιο το περιεχόμενο της συμβάσεως (βλ. Σ.τ.Ε. 3774/2003, 3106/2002, 2247/1999, 1886/1996, 1031/1995, Α, Ε, Δ, 21/1997, 3/1999, 10/2003, 6/2007).

3. Επειδή, κατά το ν.δ. 2963/1954 (ΦΕΚ Α’ 195) ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 παρ. 1) και έχει ως σκοπό την «παροχή κατοικίας επί αυτοτελούς οικοδομής ή επί ορόφοις οικοδομής, ή διαμερίσματος ορόφου εις εργάτας και υπαλλήλους συνδεομένους μετά των εργοδοτών δια σχέσεως εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ως και υπαλλήλους νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εφ’ όσον δεν κέκτηνται ούτοι ή η σύζυγος αυτών ιδιόκτητον τοιαύτην» (άρθρο 2 παρ. 1). Το Διοικητικό Συμβούλιο του ανωτέρω Οργανισμού αποφασίζει εφ’ όλων των ζητημάτων διοικήσεως και διαχειρίσεως προς εκπλήρωση των σκοπών του Οργανισμού (άρθρο 4 παρ. 1) και καταρτίζει κανονισμούς, που ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, «τα της αποκτήσεως καταλλήλων χώρων δια την ανέγερσιν των κατοικιών» (άρθρο 4 παρ. 2 περ. η’) και ψηφίζονται κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 διαδικασία. Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 2 περ. η’ του ν.δ/τος 2963/1954 εκδόθηκε ο Κανονισμός «περί αποκτήσεως καταλλήλων χώρων δια την ανέγερσιν των κατοικιών» του Οργανισμού, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. 45265/1/54/11-23.11.1954 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 229) και με τον οποίο ρυθμίσθηκε η διαδικασία για την απόκτηση οικοδομησίμων εκτάσεων για την ανέγερση κατοικιών προς εκπλήρωση των σκοπών του Οργανισμού. Ειδικότερα, με τον Κανονισμό αυτό προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, ότι, για την απόκτηση των οικοδομησίμων εκτάσεων με αγορά διενεργείται μεν διαγωνισμός, αλλά το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού μπορεί είτε να αποφασίσει, με αιτιολογημένη απόφαση, την αγορά του κατά την κρίση του καταλληλοτέρου και συμφεροτέρου ακινήτου, χωρίς να δεσμεύεται από την τυχόν μικρότερη τιμή άλλου ακινήτου ή τις προτάσεις της αρμόδιας Επιτροπής Δημοπρασίας, είτε να αποφασίσει την επανάληψη του διαγωνισμού (άρθρο 7 παρ. 1) και ότι, εάν εντός διμήνου, από της προσκομίσεως από τον πωλητή του επιλεγέντος γηπέδου και του τελευταίου αιτηθέντος τίτλου κυριότητος, ο Οργανισμός δεν ήθελε καλέσει αυτόν να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο, αυτός απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωσή του, εφόσον δηλώσει τούτο εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 4). Στη συνέχεια, με το άρθρο 1 της υπ’ αριθμ. 94/9.7.1982 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 20 του ν. 1332/1983 (ΦΕΚ Α’ 30), ορίσθηκε ότι ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας «μπορεί να αγοράζει και έτοιμα ή μισοτελειωμένα σπίτια ή διαμερίσματα για να τα παραχωρήσει είτε όπως είναι είτε τελειωμένα κατά την αρχική σύμβαση κατασκευής του οικοδομήματος…» (παρ. 2) και ότι για την εφαρμογή του μέτρου αυτού «εφαρμόζονται αναλόγως οι κανονισμοί του Οργανισμού, όπως κάθε φορά ισχύουν, ή εκδίδεται κανονισμός, σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. Δ. 2963/54» (παρ. 3), με το άρθρο δε 2 της εν λόγω Πράξεως ορίσθηκε ότι οι συμβάσεις για αγορά των ανωτέρω ακινήτων απαλλάσσονται από κάθε φόρο μεταβιβάσεως ακινήτων και ανταλλαγής και από τα υπέρ τρίτων τέλη και δικαιώματα. Εξάλλου, με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 1346/1983 (ΦΕΚ Α’ 46) ορίσθηκε ότι: «Η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων που αγοράζονται από τον ΟΕΚ σε εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 94/9.7.82 Π.Υ.Σ. θα γίνεται από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης από τους πωλητές…». Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 3 της υπ’ αριθμ. 94 /1982 Πράξεως του Υπουργικού Συμβουλίου εκδόθηκε, μετά τον κρίσιμο για την προκειμένη υπόθεση χρόνο, Κανονισμός «περί αγοράς κατοικιών ή διαμερισμάτων υπό του ΟΕΚ», ο οποίος εγκρίθηκε με την 50635/12.6 – 1.7.1992 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας (Β’ 419).

4. Επειδή, εν προκειμένω, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα ακόλουθα. Μετά από σχετική πρόσκληση του Ο.Ε.Κ. για την αγορά κατοικιών ή διαμερισμάτων προκειμένου να παραχωρήσει αυτά στα πρόσωπα που δικαιούνται εργατικής κατοικίας, [και μετά την τήρηση προς τούτο της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του οικείου κανονισμού], εγκρίθηκε από το Δ.Σ. του Οργανισμού η αγορά διαφόρων ημιτελών διαμερισμάτων πολυκατοικιών που βρίσκονται στο Νέο Φάληρο του Πειραιά, τα οποία ανεγείρονταν από τον εργολάβο ..., σε οικόπεδα του ..., με το σύστημα της αντιπαροχής. Κατόπιν αυτού συνετάγησαν τα 5402, 5403/21.11.89 και 5988/31.12.90 συμβόλαια αγοραπωλησίας μεταξύ Ο.Ε.Κ. και των ανωτέρω εργολάβου και οικοπεδούχου, της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., με τα οποία επωλήθησαν στον Ο.Ε.Κ. τα προαναφερόμενα ημιτελή διαμερίσματα με την υποχρέωση να ολοκληρωθεί η κατασκευή τους από τον εργολάβο και να παραδοθούν στον Οργανισμό, μαζί με τους κοινόχρηστους χώρους, πλήρως αποπερατωμένα, έως τις 30/6/92, αντί του συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος δρχ. (304.408.340 + 303.206.640 + 212.300.000 = ) 819.914.980, καταβαλλόμενου ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, όπως ειδικότερα ορίζεται στα εν λόγω συμβόλαια. Με την από 16.4.2002 αγωγή, που άσκησε ο αναιρεσείων ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ισχυρίσθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος Οργανισμός παρανόμως και αντισυμβατικώς αφενός μεν παρακράτησε από το συνολικό τίμημα των διαμερισμάτων διάφορα ποσά, με την αιτιολογία ότι διαπιστώθηκαν κακοτεχνίες στην κατασκευή τούτων, ενώ δεν του κατέβαλε διάφορα ποσά που δαπάνησε για την αποκατάσταση φθορών στην πλάκα των πολυκατοικιών που προκάλεσαν τρίτοι και για την κατασκευή, κατόπιν συμφωνίας, δικτύου φυσικού αερίου στα διαμερίσματα. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, αφού απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για καταβολή ποσών με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, έκρινε περαιτέρω, ότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις δεν ήταν διοικητικές, αλλά είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων του ιδιωτικού δικαίου και, ως εκ τούτου, για την εκδίκαση των αξιώσεων του αναιρεσείοντος, οι οποίες απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια. Για να καταλήξει στην κρίση του αυτή το δικάσαν διοικητικό εφετείο έλαβε υπόψη ότι ναι μεν οι ανωτέρω συμβάσεις αποβλέπουν στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, πλην οι διατάξεις του εγκριθέντος με την 50635/12.6-1.7/1992 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας Κανονισμού «Περί αγοράς κατοικιών ή διαμερισμάτων υπό του ΟΕΚ» δεν περιλαμβάνουν ρήτρες που να αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και να δημιουργούν υπέρ του ανωτέρω Οργανισμού υπερέχουσα θέση και να του δίνουν τη δυνατότητα να επεμβαίνει μονομερώς στη σύμβαση και να επιβάλλει κυρώσεις στον αντισυμβαλλόμενο ιδιώτη. Ειδικότερα, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι τέτοιες ρήτρες δεν μπορούν να θεωρηθούν όσες αναφέρονται στο άρθρο 12 του ως άνω Κανονισμού, καθώς αυτές αναφέρονται στη μη ευθύνη του Ο.Ε.Κ. για τυχόν δαπάνες του πωλητή κατά το προσυμβατικό στάδιο (προγραμματισμού, προσφοράς και «κατ’ αρχήν έγκρισης» καταλληλότητας διαμερισμάτων), δεν έχουν δε σχέση με τις συμβάσεις που συνήφθησαν τελικά μεταξύ Οργανισμού και αναιρεσείοντος και τους όρους τους. Εξάλλου, κρίθηκε ότι τα επίμαχα συμβόλαια περιείχαν τους συνήθεις, κοινούς όρους, σε ισότιμη βάση των συμβαλλομένων, που περιλαμβάνονται στα συμβόλαια αγοραπωλησίας ημιτελών (υπό κατασκευήν με το σύστημα της αντιπαροχής) διαμερισμάτων και δεν περιείχαν κανέναν όρο που να αποκλίνει απ’ αυτούς και να δημιουργεί εξαιρετικό καθεστώς υπερέχουσας θέσης του Ο.Ε.Κ. έναντι του ενάγοντος, ούτε περιείχαν ρήτρα εφαρμογής διατάξεων που διέπουν τα δημόσια έργα. Άλλωστε, τέτοιες ρήτρες δεν περιείχε ούτε η πρόσκληση του Οργανισμού προς τους ενδιαφερόμενους πωλητές για την υποβολή προσφορών ή σε άλλο έγγραφο της σχετικής με την αγορά διαδικασίας (όπως π.χ. την από Σεπτεμβρίου 1987 πρόσκληση 8ου προγράμματος αγοράς διαμερισμάτων στο λεκανοπέδιο Αττικής ή τον από Σεπτεμβρίου 1987 «Συνοπτικό πίνακα ελαχίστων απαιτήσεων της τεχνικής περιγραφής (Συγγραφής υποχρεώσεων) για τα υπό κατασκευήν αγοραζόμενα από τον Ο.Ε.Κ. διαμερίσματα» 8ου προγράμματος Αττικής), ούτε στις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, με τις οποίες εγκρίθηκε η αγορά των συγκεκριμένων διαμερισμάτων. Τέλος, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι οι αναγραφόμενες στα προαναφερόμενα συμβόλαια, ποινική ρήτρα σε βάρος του οικοπεδούχου και του εργολάβου και ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου σε περίπτωση καθυστερήσεως παραδόσεως των διαμερισμάτων στον Ο.Ε.Κ., αποτελούν συνήθεις ρήτρες του ιδιωτικού δικαίου και δεν μπορούν να προσδώσουν στις συμβάσεις χαρακτήρα δημοσίου δικαίου. Με τα δεδομένα αυτά το διοικητικό εφετείο απέρριψε την ασκηθείσα ενώπιόν του αγωγή του αναιρεσείοντος ως απαράδεκτη.

5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο εσφαλμένως απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, διότι η ένδικη διαφορά έχει χαρακτήρα διαφοράς από διοικητική σύμβαση και υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων. Η κρίση, όμως, της προσβαλλομένης ότι οι συναφθείσες μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού συμβάσεις έχουν το χαρακτήρα συμβάσεων του ιδιωτικού και όχι του δημοσίου δικαίου είναι, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως έλαβε υπόψη, για να κρίνει το χαρακτήρα των επιμάχων συμβάσεων, τον εγκριθέντα με την 50635/12.6 – 1.7.1992 απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εργασίας Κανονισμό «περί αγοράς κατοικιών ή διαμερισμάτων υπό του ΟΕΚ», καθόσον αυτός εκδόθηκε μετά τη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων (ΣτΕ 3193/2006), κατά το χρόνο κατά τον οποίο συνήφθησαν οι επίμαχες συμβάσεις δεν υπήρχαν, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που προπαρατέθηκαν, διατάξεις νόμου ή κανονιστικής πράξης, οι οποίες να διέπουν ειδικότερα τις συμβάσεις αγοράς ημιτελών διαμερισμάτων για την εκπλήρωση των σκοπών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας και, πολύ περισσότερο, να προβλέπουν εξαιρετικές ρήτρες που να εξασφαλίζουν στον Οργανισμό αυτόν, ως αγοραστή, υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου. Τέτοια ρήτρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ούτε η προβλεπόμενη από το άρθρο 21 παράγραφος 1 του ν. 1346/1983 εκτίμηση της αξίας των προς αγορά ακινήτων από το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών, ούτε η δυνατότητα του Οργανισμού να διενεργεί, με όργανά του, αυτοψίες για τον έλεγχο της τηρήσεως των συμβατικών υποχρεώσεων των κατασκευαστών διαμερισμάτων κατά την παραλαβή των αποπερατωμένων διαμερισμάτων, που συνάγεται από την πρόβλεψη υπηρεσίας στον Οργανισμό επιφορτισμένης με την διενέργεια των εν λόγω αυτοψιών (βλ. άρθρο 4 παράγραφος 11 παρ. στ’ του π.δ. 249/1989, Α’ 117). Εξάλλου, το γεγονός ότι οι συμβάσεις αγοράς ακινήτων για την εκπλήρωση των σκοπών του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας απαλλάσσονται από το φόρο μεταβιβάσεως ακινήτων και ανταλλαγής και από τα υπέρ τρίτων τέλη και δικαιώματα ουδεμία επιρροή ασκεί, ως προς το εξεταζόμενο ζήτημα, ανεξαρτήτως αν και σε συμβάσεις μεταξύ ιδιωτών ο νομοθέτης δύναται να χορηγεί παρόμοιες απαλλαγές. Οι συμβάσεις αυτές διέπονται από τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον ούτε η πρόσκληση προς τους ενδιαφερόμενους πωλητές για την υποβολή προσφορών ή άλλο έγγραφο της σχετικής με την αγορά διαδικασίας, ούτε οι ίδιες οι συμβάσεις που τελικώς συνήφθησαν μεταξύ του ήδη αιτούντος και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, περιείχαν ρήτρες, που να προσδίδουν στον εν λόγω Οργανισμό υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου ιδιώτη, προφανώς εν όψει του ότι τέτοια δυνατότητα δεν παρείχε, κατά τα προεκτεθέντα, το ισχύον νομοθετικό καθεστώς. Ούτε, τέλος, η ποινική ρήτρα σε βάρος του ήδη αιτούντος ή η ρήτρα εκπτώσεως αυτού, σε περίπτωση καθυστερήσεως παραδόσεως των διαμερισμάτων, που προβλέπονται στις επίμαχες συμβάσεις, προσδίδουν στις συμβάσεις αυτές το χαρακτήρα διοικητικών συμβάσεων, καθ’ όσον τέτοιες ρήτρες μπορούν να περιληφθούν και σε συμβάσεις αγοραπωλησίας ημιτελών διαμερισμάτων που συνάπτονται μεταξύ ιδιωτών. Εξ’ άλλου, δεν αρκεί για να χαρακτηρισθούν οι εν λόγω συμβάσεις ως διοικητικές το γεγονός ότι ο ένας συμβαλλόμενος, δηλαδή ο Οργανισμός, είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ότι οι συμβάσεις αυτές αποβλέπουν σε σκοπό, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο αποκαταστατικό σκοπό (Α.Ε.Δ. 19 – 21/2009, 6/2007, ΣτΕ 3683 – 5/2008, 3193/2006). Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

6. Επειδή, κατά τούτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2011

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Η Γραμματέας

Θ. Παπαευαγγέλου       Δ. Κατσάνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου 2012.

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος  Ο Γραμματέας

Θ. Παπαευαγγέλου       Λ. Ρίκος

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ..............................................

Ο Πρόεδρος του ΣΤ’ Τμήματος Η Γραμματέας του ΣΤ΄Τμήματος

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 18ο Τριμελές

ΑΠΟΦΑΣΗ 1269/2009

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΤΟΣ: 2011 ΣΕΛ.: 915

 

συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2009, με δικαστές τους: Δημήτριο Βασιλόπουλο, Πρόεδρο Εφετών Δ.Δ., Νικόλαο Ψαρρό - Εισηγητή και Κωνσταντίνη Αραχωβίτου-Αδαμοπούλου, Εφέτες Δ.Δ. και γραμματέα την Χαρίκλεια Καραγιάννη, δικαστική υπάλληλο,

για να δικάσει την αγωγή με χρονολογία 21 Ιανουαρίου 2008,

της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιό της δικηγόρο Σταμάτη Σταμόπουλο

κατά του ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ «ΛΑΪΚΟ», το οποίο δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά λογίζεται ότι παραστάθηκε μετά την υποβολή της από 20-1-2009 δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Τζίμα, βάσει του άρθρου 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ.

Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τον διάδικο που παραστάθηκε, ο οποίος δήλωσε όσα αναφέρονται στα πρακτικά,

μελέτησε τη δικογραφία και

σκέφτηκε σύμφωνα με το νόμο.

 

1. Επειδή, με την υπό κρίση αγωγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο δικαστικό ένσημο (92588, 92579, 92586, 92577, 9257892580, 129342, 129343, 129344, 129345, 129346, 129347, 60190, 60189 και 129340 έντυπα αγωγόσημου σειράς Α΄), η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την κρινόμενη αγωγή, επικαλούμενη ότι με βάση σχετική σύμβαση μεταξύ αυτής και του εναγομένου Νοσοκομείου ανέλαβε ως ανάδοχος την εκτέλεση του έργου «Ανακαίνιση και βελτίωση πτέρυγας Χειρουργείων Γενικής Χειρουργικής», ζητά παραδεκτώς να υποχρεωθεί το εναγόμενο Γ.Ν.Α. «Λαϊκό» να της καταβάλει: 1) Τα ανεξόφλητα από το 2ο και 3ο Λογαριασμό ποσά των α) 12.828,18 και β) 14.448,84 ευρώ αντιστοίχως, εντόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του Π.Δ. 166/2003, το πρώτο από 12.9.2006 και το δεύτερο από 2-2-2007 ημερομηνία της ρητής εγκρίσεως τους, αντιστοίχως, άλλως το πρώτο από 13.10.2006 και το δεύτερο από 3-3-2007, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε μήνας από τη ρητή έγκρισή τους, αντιστοίχως (άρθρο 5 παρ. 10 του Ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 166/2003), άλλως και επικουρικώς το πρώτο από 28.11.2006 και το δεύτερο από 8-3-2007, ημερομηνία υποβολής στη διευθύνουσα υπηρεσία της έγγραφης όχλησης, αντιστοίχως, έως και την ολοσχερή εξόφληση των ανωτέρω ποσών

2. Επειδή, ο ν. 1418/1984 (ΦΕΚ 23, Α), ο οποίος στις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 αυτού καθιερώνει, προ της ασκήσεως προσφυγής στο Διοικητικό Εφετείο, σύστημα διοικητικής επιλύσεως των διαφορών που ανακύπτουν από την εκτέλεση των δημοσίων έργων, προβλέποντας ότι κατά των πράξεων της Διευθύνουσας Υπηρεσίας που προσβάλλουν έννομο συμφέρον του αναδόχου, αυτός δικαιούται, μέσα σε τακτή προθεσμία, να ασκήσει ένσταση στην Προϊσταμένη Αρχή και, στη συνέχεια, αίτηση θεραπείας ενώπιον του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων, ορίζει στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 10 ότι: «Οι λογαριασμοί των κατά τη σύμβαση οφειλόμενων ποσών συντάσσονται κατά μηνιαία χρονικά διαστήματα, εκτός αν η σύμβαση ορίζει άλλες προθεσμίες. Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους. Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεστεί. Αν η πληρωμή του καθυστερήσει πέρα από ένα (1) μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου ή μελετητή, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από το χρόνο υποβολής της, τόκος υπερημερίας, ίσος με το ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) του τόκου των εξαμηνιαίων γραμματίων του Δημοσίου ……», ενώ στη διάταξη του άρθρου 40 του π.δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ 223, Α), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του προαναφερθέντος ν. 1418/1984 ορίζεται ότι: «1. Η πραγματοποίηση των τμηματικών πληρωμών που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984, ή της οριστικής πληρωμής του εργολαβικού ανταλλάγματος και η εκκαθάριση όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων από την εκτέλεση της εργολαβικής συμβάσεως γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τις πιστοποιήσεις που συντάσσονται σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους. 2. ...... 7. Οι λογαριασμοί υποβάλλονται στη Διευθύνουσα Υπηρεσία που τους ελέγχει και τους διορθώνει, αν είναι ανάγκη, μέσα στην προθεσμία που προβλέπει η παρ. 8 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 …… Ο λογαριασμός μετά τον έλεγχο εγκρίνεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και έτσι εγκεκριμένος αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του αναδόχου …… 9. …… Με τον τελικό λογαριασμό γίνεται εκκαθάριση του εργολαβικού ανταλλάγματος και όλων των αμοιβαίων απαιτήσεων που έχουν σχέση με την εκτέλεση της σύμβασης».

3. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, όταν εκδίδεται από τη Διοίκηση πράξη βλαπτική για τον ανάδοχο, αυτός οφείλει, επί ποινή απαραδέκτου, πρώτα να ακολουθήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 13 του ν. 1418/1984 διαδικασία διοικητικής επιλύσεως της διαφοράς και, μόνο, κατόπιν να ασκήσει προσφυγή στο αρμόδιο διοικητικό εφετείο, είτε κατά της πράξεως, στην οποία η διαδικασία αυτή κατέληξε, είτε κατά της παραλείψεως εκδόσεώς της (ΣτΕ 2645/1992, 3324/1998, 1127/2003). Όταν, όμως, δεν πρόκειται περί βλαπτικής για τον ανάδοχο πράξεως της Διοικήσεως, αλλά, αντίθετα, περί πράξεως της οποίας αυτός επιδιώκει την υλοποίηση, όπως επί πράξεως της Διευθύνουσας Υπηρεσίας περί εγκρίσεως του τελικού λογαριασμού του έργου, η οποία αποτελεί την πιστοποίηση για την πληρωμή του, τότε, στην περίπτωση που, στη συνέχεια, η Διοίκηση αρνείται να ικανοποιήσει τη σχετική απαίτησή του, το ένδικο μέσο με το οποίο ο ανάδοχος μπορεί να διεκδικήσει δικαστικά την απαίτησή του, είναι η ευθεία αγωγή για αποζημίωση, η οποία εκδικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθμό από το αρμόδιο διοικητικό εφετείο (ΣτΕ 1591/2007). Άλλωστε, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του ν. 3481/2006 (ΦΕΚ 162, Α΄), τροποποιήθηκε το άρθρο 13 του ν. 1418/1984 και θεσπίσθηκε η επίλυση των διαφορών των συμβαλλομένων μερών και με αγωγή, χωρίς την τήρηση της ενδικοφανούς διαδικασίας, στις περιπτώσεις που η απαίτηση είναι αναγνωρισμένη και εκκαθαρισμένη, διάταξη η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 5 του ιδίου νόμου, ισχύει και στις ήδη εκτελούμενες, κατά την έναρξη της ισχύος του, συμβάσεις έργων.

4. Επειδή, περαιτέρω, το Π.Δ. 166/2003 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην οδηγία 2000/35 της 29-6-2000 για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές (ΦΕΚ 138, Α)» ορίζει στο άρθρο 4 ορίζεται ότι: «1. Τόκος υπερημερίας οφείλεται από την ημέρα που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής ή το τέλος της περιόδου πληρωμής που ορίζει η σύμβαση. 2. Εάν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος, χωρίς να απαιτείται όχληση, και οφείλει τόκους: ..…. 4. Το ύψος του τόκου υπερημερίας που είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου [«επιτόκιο αναφοράς»] προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες [«περιθώριο»], εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στην σύμβαση. Το επιτόκιο αναφοράς το οποίο ισχύει την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι μήνες ……». Τέλος, ο ν. 3669/2008 «Κύρωση της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κατασκευής δημοσίων έργων» (ΦΕΚ 116, Α΄) ορίζει στο άρθρο 53 παρ. 9 ότι: «Αν η πληρωμή ενός λογαριασμού καθυστερήσει χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου, πέρα του διμήνου από την υποβολή του, οφείλεται, αν υποβληθεί έγγραφη όχληση και από την ημερομηνία υποβολής της, τόκος υπερημερίας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 166/2003 (ΦΕΚ 38 Α`) και ο ανάδοχος μπορεί να διακόψει τις εργασίες, αφού κοινοποιήσει στη διευθύνουσα υπηρεσία ειδική έγγραφη δήλωση».

5. Επειδή, εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρο 17, παρ. 1 εδάφ. β΄ του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774/1980 - ΦΕΚ 189, Α'), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 26 και 29 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247, Α), με τις οποίες ορίζεται ότι τα χρηματικά εντάλματα και οι λοιποί τίτλοι πληρωμής συνοδεύονται με τα κατά νόμο δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την κατά του Δημοσίου απαίτηση, συνάγεται ότι οι πάρεδροι, οι επίτροποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και τα αρμόδια τμήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά τη διενέργεια του προληπτικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, δεν μπορούν να ελέγξουν παρεμπιπτόντως, με την ευκαιρία αυτού του ελέγχου, την νομιμότητα των ατομικών διοικητικών πράξεων, οι οποίες συνοδεύουν το χρηματικό ένταλμα ή άλλο τίτλο πληρωμής και στις οποίες στηρίζεται, δεδομένου ότι οι πράξεις αυτές και αν ακόμη δεν είναι σύννομες, παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες τους και θεωρούνται ως έγκυρες, εφ' όσον δεν ανακλήθηκαν από τη διοίκηση ή δεν ακυρώθηκαν με δικαστική απόφαση (ΣτΕ 207/2006, 3564/1986).

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Με βάση την 6/27.2.2006 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Περιφερειακού Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «Λαϊκό», αποφασίστηκε η διενέργεια διαγωνισμού μεταξύ περιορισμένου αριθμού προσκαλουμένων εργοληπτικών επιχειρήσεων και με το σύστημα προσφοράς ενιαίου ποσοστού έκπτωσης σε συμπληρωμένο τιμολόγιο της Υπηρεσίας κατ’ άρθρο 4 παρ. 4 περ. α' Ν. 1418/1984 και αρθρ. 6 Π.Δ. 609/198 για την ανάδειξη αναδόχου του έργου «Ανακαίνιση και βελτίωση πτέρυγας Χειρουργείων Γενικής Χειρουργικής», συνολικού προϋπολογισμού 60.000 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Ο διαγωνισμός διεξήχθη την 11.5.2006 και το αποτέλεσμα του εγκρίθηκε με τη 14/11.5.2006 απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, με την οποία και ανακηρύχθηκε ανάδοχος η ενάγουσα εταιρεία με μέση τεκμαρτή έκπτωση 9%. Ακολούθως, την 14.6.2006 υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας και του εναγομένου, σύμβαση κατασκευής έργου, με την οποία της ανατέθηκε η εκτέλεση του ανωτέρω έργου έναντι συνολικού κατ’ αποκοπή εργολαβικού ανταλλάγματος 54.599,76 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων απροβλέπτων και ΦΠΑ). Ως αρχική συνολική προθεσμία για την κατασκευή και αποπεράτωση του έργου ορίστηκαν εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υπογραφής της συμβάσεως, ήτοι έως 13.8.2006. Κατά την πορεία εκτέλεσης των εργασιών αποφασίστηκε η εκτέλεση υπερσυμβατικών ποσοτήτων και νέων εργασιών και προς τούτο την 27.7.2006 και με την 24/27.7.2006 απόφασή του, το Δ.Σ. του εναγομένου Νοσοκομείου, προϊσταμένη αρχή του έργου, ενέκρινε τη σύναψη συμπληρωματικής συμβάσεως, ύψους 27.299,89 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων απροβλέπτων και Φ.Π.Α.), η οποία συνοδευόταν από τον 1° Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.) και το 1° Πρωτόκολλο Κανονισμού Τιμών Μονάδος των Νέων Εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.), τα οποία εγκρίθηκαν με την ίδια ως άνω απόφαση της προϊσταμένης αρχής. Η Συμπληρωματική Σύμβαση υπεγράφη την 28.7.2007 και η συνολική προθεσμία για την αποπεράτωση του έργου παρατάθηκε έως την 26.9.2006, οπότε και ολοκληρώθηκε η εργολαβία και εκδόθηκε η σχετική Βεβαίωση Περαίωσης των εργασιών. Την 5.9.2006 η ενάγουσα εταιρία υπέβαλε στη διευθύνουσα υπηρεσία του έργου, ήτοι τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών του Π.Γ.Ν.Α. «Λαϊκό», προς έγκριση και πληρωμή τον 2° λογαριασμό της ένδικης εργολαβίας, συνοδευόμενο από ταυτάριθμη Πιστοποίηση και Συνοπτική Επιμέτρηση εργασιών, συνολικού ποσού 38.941,08 ευρώ, εκ των οποίων 32.723,60 ευρώ για εργασίες και 6.217,48 ευρώ για τον αναλογούντα ΦΠΑ. Ειδικότερα, ποσό ύψους 26.112,90 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) αντιστοιχούσε σε εκτελεσθείσες εργασίες που περιλαμβάνονταν στην αρχική σύμβαση, ενώ το υπόλοιπο ποσό, ύψους 12.828,18 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.), αφορούσε νέες εργασίες εγκεκριμένες με τον 1° Α.Π.Ε. και συμπεριληφθείσες στη Συμπληρωματική Σύμβαση. Η διευθύνουσα υπηρεσία προέβη, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 10 του άρθρ. 5 του ν. 1418/1984, στον έλεγχο του υποβληθέντος λογαριασμού, ο οποίος, αφού ελέγχθηκε και υπεγράφη από την επιβλέπουσα μηχανικό του έργου, εγκρίθηκε την 12.9.2006 από τον προϊστάμενο της διευθύνουσας υπηρεσίας στο σύνολό του, ήτοι για ποσό 38.941,08 ευρώ. Κατόπιν, την ίδια ημέρα, εξεδόθη και η 2η Εντολή Πληρωμής για το προαναφερόμενο ποσό. Στη συνέχεια, την 28.11.2006, και δεδομένου ότι το εναγόμενο καθυστερούσε να προβεί στην πληρωμή του εγκεκριμένου από 12.9.2006 2ου λογαριασμού, αν και είχε παρέλθει διάστημα πέραν του ενός μηνός από τη ρητή έγκρισή του, η ενάγουσα υπέβαλε στη διευθύνουσα υπηρεσία την 15008/28.11.2006 έγγραφη όχληση, προκειμένου να καταστεί τοκοφόρος η ως άνω απαίτησή της. Την 8.11.2006 υπεβλήθη στη διευθύνουσα υπηρεσία η Τελική Επιμέτρηση της εργολαβίας, η οποία εγκρίθηκε την 2.12.2006 στο σύνολό της. Κατόπιν, την 7.12.2006 υπεβλήθη στην ίδια ως άνω υπηρεσία, προς έγκριση και πληρωμή, ο συνταχθείς βάσει της εγκεκριμένης Τελικής Επιμέτρησης 3ος λογαριασμός (Τελικός) της ένδικης εργολαβίας, συνοδευόμενος από ταυτάριθμη Πιστοποίηση, συνολικού ποσού 14.448,84 ευρώ, εκ των οποίων 12.141,99 ευρώ για εργασίες και 2.306,96 για τον αναλογούντα ΦΠΑ. Ο ανωτέρω λογαριασμός ελέγχθηκε από τη διευθύνουσα υπηρεσία, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην §10 του αρθρ. 5 του Ν. 1418/1984, και εγκρίθηκε την 2.2.2007, οπότε και εκδόθηκε η 3η Εντολή Πληρωμής για το σύνολο του ποσού του περιεχομένου στον λογαριασμό αυτό, δηλαδή 14.448,84 ευρώ. Την 8.3.2007 και δεδομένου ότι έως τότε δεν είχε πληρωθεί ο 2ος λογαριασμός, παρά την από 28.11.2006 έγγραφη όχληση μας, ενώ είχε περάσει και διάστημα πέραν του μηνός, χωρίς να πληρωθεί ούτε ο 3ος λογαριασμός, υπεβλήθη από την ενάγουσα νέα όχληση, για την πληρωμή αμφότερων των ανωτέρω λογαριασμών, αλλά και για την έναρξη της τοκοφορίας του οφειλόμενου με τον 3° λογαριασμό ποσού. Παρά την έγκριση των ως άνω λογαριασμών και την υποβολή στη διευθύνουσα υπηρεσία των προαναφερθεισών εγγράφων οχλήσεων, το εναγόμενο Νοσοκομείο δεν έχει εξοφλήσει ολοσχερώς, έως σήμερα τους 2° και 3° λογαριασμούς. Ειδικότερα, έναντι του συνολικώς οφειλομένου από τον 2° λογαριασμό ποσού των 38.941,08 ευρώ (συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ), κατεβλήθη στην ενάγουσα την 9.11.2007 ποσό 26.112,90 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 12.828,18 παραμένει ανεξόφλητο. Επίσης, ανεξόφλητο στο σύνολό του παραμένει και το οφειλόμενο εκ του 3ου λογαριασμού ποσό των 14.448,84 ευρώ. Mε την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα εταιρία ζητά να υποχρεωθεί το εναγόμενο Νοσοκομείο να της καταβάλει: 1) Τα ανεξόφλητα από το 2ο και 3ο Λογαριασμό ποσά των α) 12.828,18 και β) 14.448,84 ευρώ αντιστοίχως, εντόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του Π.Δ. 166/2003, το πρώτο από 12.9.2006 και το δεύτερο από 2-2-2007 ημερομηνία της ρητής εγκρίσεώς τους, αντιστοίχως, άλλως το πρώτο από 13.10.2006 και το δεύτερο από 3-3-2007, ημερομηνία κατά την οποία παρήλθε μήνας από τη ρητή έγκρισή τους, αντιστοίχως (άρθρο 5 παρ. 10 του Ν. 1418/1984 σε συνδυασμό με άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 166/2003), άλλως και επικουρικώς το πρώτο από 28.11.2006 και το δεύτερο από 8-3-2007, ημερομηνία υποβολής στη διευθύνουσα υπηρεσία της έγγραφης όχλησης, αντιστοίχως, έως και την ολοσχερή εξόφληση των ανωτέρω ποσών. Το εναγόμενο Νοσοκομείο με το υπόμνημά του συνομολογεί τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ενώ αναφορικά με τη μη πλήρη εξόφληση του 2ου ως άνω λογαριασμού, προβάλλει ως λόγο, επικαλούμενο και το 13611/1-11-2007 έγγραφό του, τη μη θεώρηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με τις 89 και 143/2007 πράξεις του, του σχετικού Χ/Ε 336/2007 εντάλματος ποσού 38.941,08 ευρώ, κατά το τμήμα που αφορούσε εργασίες της συμπληρωματικής σύμβασης που υπεγράφη στις 28-7-2007. Επίσης, από το ίδιο ως άνω έγγραφο προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρία έχει εκδώσει για την είσπραξη του ποσού των 38.941,08 ευρώ, που αφορά το 2ο λογαριασμό, το 1109/20-12-2006 τιμολόγιο.

7. Επειδή, ανεξάρτητα από τη νομιμότητα των επικαλουμένων από το εναγόμενο πράξεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι ένδικοι λογαριασμοί, ως διοικητικές πράξεις που δεν έχουν ανακληθεί από τη Διοίκηση, ούτε έχουν ακυρωθεί δικαστικώς, παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ως άνω υποβληθέντες, στα πλαίσια εκτέλεσης της ένδικης διοικητικής συμβάσεως, 2ος και 3ος λογαριασμοί εγκρίθηκαν, αρμοδίως, όπως, κατά περιεχόμενο, υποβλήθηκαν, πλην όμως δεν εξοφλήθηκαν πλήρως, χωρίς υπαιτιότητα της ενάγουσας αναδόχου του ενδίκου έργου, νομίμως η τελευταία ζητά να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της εξοφλήσει τις ως άνω εκκαθαρισμένες απαιτήσεις της με την κρινόμενη ευθεία αγωγή εκ συμβάσεως. Επομένως, πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο Νοσοκομείο να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία: 1) Τα ανεξόφλητα από το 2ο και 3ο Λογαριασμό ποσά των α) 12.828,18 ευρώ και β) 14.448,84 ευρώ αντιστοίχως, από τα οποία εντόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του Π.Δ. 166/2003, το πρώτο ως προς το ποσό των 10.390,73 ευρώ (12.828 ευρώ για εργασίες πλην ΦΠΑ 2437,45 ευρώ = 10.390,73 ευρώ για εργασίες) από 29.11.2006 και το δεύτερο ως προς το ποσό των 12.141,99 ευρώ που αφορά τις εργασίες του 3ου λογαριασμού από 9-3-2007, επομένη υποβολής στη διευθύνουσα υπηρεσία των αντιστοίχων εγγράφων οχλήσεων, έως και την ολοσχερή εξόφληση των ανωτέρω ποσών, κατά το εν μέρει βάσιμο αίτημα της αγωγής. Τούτο, γιατί τόσο η διάταξη της παρ. 10 του άρθρου 5 του ν. 1418/1984 κατά το μέρος που ορίζει ότι οφείλεται, τόκος υπερημερίας ίσος με το 85% του τόκου των εξαμηνιαίων εντόκων γραμματίων του Δημοσίου, όσο και η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, είναι ανίσχυρες ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και στη διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρβλ. ΣτΕ 807/2007 Ολομ., 3651/2002), απορριπτομένου του αιτήματος της αγωγής να καταβληθούν τόκοι και επί των ποσών του Φ.Π.Α., πρωτίστως διότι ο ενάγων δεν αποδεικνύει ότι τα ποσά αυτά έχουν αποδοθεί στο Δημόσιο. Περαιτέρω, το αίτημα της αγωγής να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η παρούσα απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, αφού η παρούσα απόφαση αποτελεί τίτλο εκτελεστό, σύμφωνα με το άρθρο 199 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

8. Επειδή, κατ’ ακολουθία, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 ΚΔΔ).

 

Δια ταύτα

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει το εναγόμενο Π.Γ.Ν.Α. «Λαϊκό» να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία: 1) Τα ανεξόφλητα από το 2ο και 3ο Λογαριασμό ποσά των α) 12.828,18 ευρώ και β) 14.448,84 ευρώ αντιστοίχως, από τα οποία εντόκως, με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας που ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 4 του Π.Δ. 166/2003, το πρώτο ως προς το ποσό των 10.390,73 ευρώ (12.828 ευρώ συνολικά πλην ΦΠΑ 2.437,45 ευρώ = 10.390,73 ευρώ για εργασίες) από 29.11.2006 και το δεύτερο ως προς το ποσό των 12.141,99 ευρώ που αφορά τις εργασίες του 3ου λογαριασμού από 9-3-2007, επομένη υποβολής στη διευθύνουσα υπηρεσία των αντιστοίχων εγγράφων οχλήσεων, έως και την ολοσχερή εξόφλησή τους.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2009 και δημοσιεύθηκε στην ίδια πόλη, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, στις 30 Απριλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΨΑΡΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 13620/2003

 

 

Πρόεδρος: Γ. Ρέκκας

Δικηγόροι: Ι. Πετρόγλου, Μ. Βασδέκη

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΤΟΣ 2004 ΣΕΛΙΔΑ 300

 

 

Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή ζητείται να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως από της 30.3.2000 (οχλήσεως) το ποσό των 1.942.000 δραχμών ή 5.699,19 Ευρώ, ως αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Α.Κ., για την ζημία την οποία υπέστη από την παράνομη συ­μπεριφορά των οργάνων του. Η αγωγή αρμοδίως φέρεται για συζήτηση στο δικαστήριο τούτο, α­φού, δε, τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις και καταβλήθηκε το ανάλογο δικαστικό ένσημο, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί πε­ραιτέρω κατ ουσία.

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται και για την ευθύνη των Νομικών Προσώπων Δημο­σίου Δικαίου (αρθρ. 106 Εισ.Ν.Α.Κ.) «Για παρά­νομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσί­ας που τους έχει ανατεθεί το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έ­γινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...». Κατά την έν­νοια των διατάξεων αυτών, για τη γένεση ευθύ­νης του Δημοσίου ή των άλλων Νομικών Προσώ­πων Δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαι­τείται, μεταξύ άλλων, οι πράξεις ή οι παραλείψεις των οργάνων τους να είναι παράνομες, παραβιά­ζουσες ορισμένη διάταξη νόμου προστατεύουσα δικαίωμα ή συμφέρον του ζημιωθέντος, η παρά­νομη δε αυτή ενέργεια να τελεί σε εσωτερική συνάφεια προς την υπηρεσία και να συντρέχει αι­τιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της επελθού­σης ζημίας (Σ.τ.Ε 289/95, Α. Π. 1258/85, Δ.Εφ.Αθ. 1605/93, 314/1992 κ.ά.).

Επειδή, στο άρθρο 10 του Ν. 825/1978 (Α 189) ορίζεται ότι: «1. Ο ασφαλισμένος του Ι.Κ.Α. δικαιούται σύνταξης, εάν κατά την υποβολή της αίτησης έχει πραγματοποιήσει δέκα χιλιάδες πε­ντακόσιες (10.500) τουλάχιστον ημέρες εργασίας, στην πραγματική ασφάλιση του Ι.Κ.Α. και έχει συμπληρώσει το 58ο έτος της ηλικίας... 2. Δια τον υπολογισμόν των υπό της προηγουμένης παρα­γράφου, απαιτουμένων 10.500 ημερών εργασίας λαμβάνεται υπ όψει κατά τας διατάξεις του Ν.Δ. 4202/1961 «περί διατηρήσεως των εκ της κοινω­νικής ασφαλίσεως δικαιωμάτων εις περιπτώσεις μεταβολής ασφαλιστικού φορέως» και ο χρόνος εξηρτημένης εργασίας έναντι αμοιβής εις την ασφάλισιν ετέρου φορέως ασφαλίσεως. Δεν λαμ­βάνεται υπ όψει ο χρόνος προαιρετικής ασφαλί­σεως ο αναγνωρισθείς..., ο χρόνος ασφαλίσεως πλέον των 300 ημερών εργασίας ετησίως, καθώς και οιοσδήποτε έτερος χρόνος λογιζόμενος ως συντάξιμος (ανεργίας, ασθενείας κλπ.) δυνάμει ειδικών διατάξεων».

Επειδή, εξάλλου, δεδομένου ότι η κοινωνική νομοθεσία είναι περίπλοκη, ασαφής και δυσκολερμήνευτη, γεγονός που δυσχεραίνει τους ασφαλισμένους στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, που πηγάζουν από τη σχέση της κοινωνικής α­σφάλισης, η αρχή της χρηστής διοίκησης σε συνδυασμό με την συνταγματικώς κατοχυρωμένη αρχή του κοινωνικού κράτους υποχρεώνει τα όρ­γανα των ασφαλιστικών οργανισμών, όταν επέρχεται ο ασφαλιστικός κίνδυνος, να ενημερώνουν σωστά τους ασφαλισμένους για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1611/82).

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων γεννήθηκε την 30.3.1940 και πραγματοποίησε στην ασφάλιση του Ι.Κ.Α. 10.815 ημέρες εργασίας από 23.2.1960 έως 30.7.1999. Από αυ­τές οι 300 ημέρες αφορούν χρόνο σπουδών χρο­νικής περιόδου 1.10.1963 έως 30.9.1964, που α­ναγνωρίσθηκαν ως συντάξιμες με την 802421/12.9.1985 απόφαση του Διευθυντή του Υπ/τος Ι.Κ.Α. Αθηνών, ύστερα από σχετική αίτηση του ε­νάγοντος, οι 1.450 ημέρες είναι χρόνος σκηνοθε­τικής εργασίας, που αναγνωρίστηκαν με την 802255/3.4.1987 απόφαση του ιδίου Διευθυντή Ι.Κ.Α. και οι 250 ημέρες αντιστοιχούν σε χρόνο στρατιωτικής υπηρεσίας χρονικής περιόδου από 23.2.1960 έως 4.9.1962 που αναγνωρίστηκαν με εξαγορά του χρόνου αυτού ασφάλισης. Ακολού­θως, υπεβλήθη από τον ίδιο τον Μάιο του έτους 1998 αίτηση ανακεφαλαίωσης των ημερών ασφά­λισης, ώστε να καταστεί δυνατός ο υπολογισμός των απαιτούμενων για τη συμπλήρωση της τριακονταπενταετίας ημερών εργασίας, ως προϋπο­θέσεως για τη συνταξιοδότηση του. Με την από 20.5.1998 βεβαίωση του τμήματος Ανακεφαλαίω­σης του Περιφ. Υπ/τος Ι.Κ.Α. Συντάξεων, ο ενά­γων πληροφορήθηκε ότι από τις 9.863 ημέρες εργασίας στο Ι.Κ.Α., οι 9.850 υπολογίζονται για την απονομή σύνταξης λόγω τριακονταπενταετίας, στις οποίες έχουν συνυπολογιστεί μεταξύ άλ­λων και 300 ημέρες σπουδών που είχαν αναγνω­ριστεί ως ημέρες ασφάλισης με την προαναφερό­μενη απόφαση. Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία ο προσφεύγων υπέβαλε στις 31.7.1999 την παραί­τηση του από την ΕΡΤ, στην οποία εργαζόταν και ζήτησε από το Ι.Κ.Α. τη συνταξιοδότηση του λό­γω τριακονταπενταετίας, με την 5769/30.7.1999 αίτηση του. Στη συνέχεια, σε επικοινωνία που εί­χε με τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. του υπεδεί­χθη να ζητήσει εξαγορά του χρόνου στρατιωτικής θητείας του (250 ημέρες), ώστε να είναι δυνατή η συμπλήρωση των 10.500 ημερών εργασίας που απαιτούνται για τη χορήγηση σύνταξης με τις δια­τάξεις του Ν. 1846/51 περί Ι.Κ.Α. Το γεγονός αυτό οφειλόταν στο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 του Ν. 825/1978, για τη συμπλήρωση 10.500 ημερών εργασίας, ως προϋποθέσεως για την χορήγηση πλήρους συντάξεως γήρατος, δεν συνυπολογίζεται οιοσδήποτε άλλος χρόνος που αναγνωρίστηκε ως συντάξιμος με ειδικές διατά­ξεις. Ετσι μετά την αφαίρεση του χρόνου σπου­δών (300 ημέρες), ο ενάγων συμπλήρωνε μόνο 9.863 ημέρες συνολικά, εκ των οποίων οι 9.550 ήταν βάσει των διατάξεων περί τριακονταπενταε­τίας. Κατόπιν τούτων ο προσφεύγων απευθύνθη­κε στο Συνήγορο του Πολίτη, ο συνεργάτης του οποίου επικοινώνησε με την προϊσταμένη του τμήματος ανακεφαλαίωσης του Υπ/τος Ι.Κ.Α. Συ­ντάξεων, η οποία παραδέχθηκε ότι η πράξη ανακεφαλαίωσης εκδόθηκε εκ παραδρομής, καθώς ο χρόνος σπουδών δεν έπρεπε να συνυπολογιστεί στην 35ετία (βλ. τη σχετική επιστολή του Συνηγόρου του Πολίτη προς το Ι.Κ.Α.). Με βάση τα α­νωτέρω ο προσφεύγων προκειμένου να συμπλη­ρώσει τον απαιτούμενο αριθμό ημερών εργασίας για να συνταξιοδοτηθεί με τις ανωτέρω διατάξεις περί τριακονταπενταετίας, ζήτησε την αναγνώρι­ση ως συντάξιμου χρόνου του χρόνου της στρατιωτικής του υπηρεσίας. Εν συνεχεία, με την Δ/19Ε/99/1/2000 απόφαση του τμήματος εσόδων του τοπικού Υπ/τος Ι.Κ.Α. Χαλανδρίου, αναγνω­ρίστηκαν στον προσφεύγοντα, με εξαγορά, 250 ημέρες στρατιωτικής υπηρεσίας, ως χρόνος α­σφάλισης στον κλάδο Συντάξεων του Ι.Κ.Α. και με την 1089/28.1.2000 απόφαση του Διευθυντή του Περιφ. Υπ/τος Ι.Κ.Α. Συντάξεων, χορηγήθηκε σ αυτόν σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις περί 35ετίας, βάσει 10.815 ημερών εργασίας που πραγματοποιήθηκαν από 23.2.1960 έως 30.7. 1999 (ημέρες 35ετίας 10.500).

Επειδή, ήδη με την κρινόμενη αγωγή ισχυρίζε­ται ότι αν δεν είχε μεσολαβήσει η εσφαλμένη δια­βεβαίωση του αρμοδίου Τμήματος Ανακεφαλαίωσης του Υπ/τος Ι.Κ.Α. Χαλανδρίου, περί του ότι διέθετε τον απαιτούμενο αριθμό ημερομισθίων για τη συνταξιοδότηση του με βάση τις διατάξεις της 35ετίας, δεν θα παραιτήτο από την υπηρεσία του και δεν θα υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης, αλλά δεδομένου ότι ήταν μόλις 59 ετών θα συνέ­χιζε την εργασία του λίγο καιρό ακόμη, προκειμέ­νου να συμπληρώσει τα 10.500 ημερομίσθια. Συνεπεία δε της ως άνω εσφαλμένης διαβεβαίωσης αναγκάστηκε, προκειμένου να θεμελιώσει δικαί­ωμα πλήρους συντάξεως (35ετίας) να εξαγοράσει 250 ημέρες στρατιωτικής υπηρεσίας, καταβάλ­λοντος το ποσό των 942.000 δραχμών. Ετσι ο ε­νάγων ζητά ως αποζημίωση το ως άνω ποσό, βάσει των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., για τη ζημία που υπέστη από την ως άνω παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς του, διαβεβαίωση περί του πραγματικού χρόνου ασφαλίσεως του. Πε­ραιτέρω ζητά να του καταβληθεί το ποσό του 1.000.000 δραχμών, ως ηθική βλάβη την οποία υπέστη, από την μεγάλη ψυχική δοκιμασία την οποία πέρασε, προκειμένου να βρει τρόπο να συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλι­σης, και η οποία ψυχική δοκιμασία οφείλεται στην ως άνω παράνομη συμπεριφορά των οργάνων της διοικήσεως. Συνολικά ο ενάγων ζητά να υπο­χρεωθεί το εναγόμενο Ιδρυμα να του καταβάλει το ποσό των 1.920.000 δραχμών νομιμοτόκως από 22.3.2000, ημερομηνία κατά την οποία υπέ­βαλε αίτηση προς το Ι.Κ.Α. και ζήτησε να του αποκατασταθεί η ως άνω ζημία του.

Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και τις προπαρατεθείσες διατάξεις το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη του ειδικότερα ότι: α) τα αρμόδια όργανα του Ι.Κ.Α. ερμήνευσαν εσφαλμένως τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 825/1978, θεωρώντας ότι συνυπολογίζεται ο χρόνος 300 ημερών σπουδών για τη συμπλήρωση 10.500 ημερών εργασίας με συνέπεια να ενημερώσουν εσφαλμένως τον ενά­γοντα με την από 20.5.1998 βεβαίωση του ότι πληροί τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης του βάσει 35ετίας, παραβιάζοντας την υποχρέωση τους που πηγάζει από την αρχή της χρηστής διοικήσεως να ενημερώνουν ορθά τους ασφαλισμένους σχετικά με την ασφαλιστική τους κατά­σταση, β) ο ενάγων υπέβαλε την παραίτηση του από την ΕΡΤ και εν συνεχεία την 5769/30.7.1999 αίτηση του για συνταξιοδότηση από το Ι.Κ.Α., στη­ριζόμενος στην ως άνω εσφαλμένη βεβαίωση πε­ρί του συνολικού χρόνου εργασίας του, η οποία, ανεξάρτητα από τη δεσμευτικότητά της, του δημι­ούργησε πεπλανημένη εικόνα για την ασφαλιστι­κή του κατάσταση, γ) το γεγονός ότι στο σώμα της απόφασης αναγνώρισης του χρόνου σπου­δών δεν αναγράφεται ότι αυτός δεν συνυπολογί­ζεται για 35ετία, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενά­γων, στηριζόμενος στις ως άνω μη νόμιμες θετικές ενέργειες και παραλείψεις των οργάνων του Ι.Κ.Α. θεώρησε καλόπιστα ότι είχε κατά το χρονι­κό διάστημα αυτό θεμελιώσει δικαίωμα απονομής πλήρους σύνταξης, με τις διατάξεις της 35ετίας και φυσικά ότι δεν θα απαιτείτο η εξαγορά άλλου χρόνου. Επομένως, η εξαγορά του χρόνου στρα­τιωτικής υπηρεσίας του ενάγοντα, με την καταβο­λή 942.000 δραχμών οφείλεται αποκλειστικά στην ως άνω μη νόμιμη και υπαίτια συμπεριφορά των οργάνων του Ι.Κ.Α., με συνέπεια αυτός να ζημιω­θεί κατά το ποσό αυτό. Κατ ακολουθίαν συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., ήτοι οι πα­ράνομες, όπως προεκτέθηκε, πράξεις και παρα­λείψεις των οργάνων του Ι.Κ.Α. και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτών και της επελθούσης ζη­μίας του ενάγοντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επήλθε η προαναφερθείσα ζημία του ενά­γοντος, το βαθμό της υπαιτιότητας που επέδειξαν τα όργανα του ιδρύματος (εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων, εσφαλμένη πληροφόρηση), και τα δι­δάγματα της κοινής πείρας κρίνει ότι ο ενάγων δεν υπέστη ηθική βλάβη.

Επειδή, κατ ακολουθία πρέπει να γίνει εν μέ­ρει δεκτή η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ιδρυμα να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 942.000 δραχμών νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολο­σχερή εξόφληση, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/74 «Περί λογιστικού Ν.Π.Δ.Δ.» και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω της κατά ένα μέρος νίκης και ήττας αυτών, κατ άρθρο 275 παρ. 1 εδ. γ του Κ.Δ.Δ.

 

ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1180/2002

 

 

Πρόεδρος: Γ.-Στ. Κούρτης, Αντιπρόε­δρος.

Εισηγητής: Αντ. Τομαράς, Σύμβουλος.

Δικηγόροι: Δ. Στρατόγλου, Ν. Καραγιώργης (Πάρεδρος ΝΣΚ).

 

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ ΕΤΟΣ 2003 ΣΕΛΙΔΑ 908

 

 

 

 

Επειδή με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ορί­ζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παρα­λείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημοσίας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός αν η πράξη ή η παρά­λειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέρο­ντος. Η αποζημίωση αυτή ορίζεται σύμ­φωνα με τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ δηλαδή ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα και περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετι­κή ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος, εκείνο δηλαδή που προσδοκά κανείς με πι­θανότητα, συμφωνά με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περι­στάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί (βλ. και ΟλΑΠ 20/1992 ΕλΔ 1992). Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι η αγωγή απο­ζημίωσης κατά του Δημοσίου για παράνο­μες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, παρέχεται στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημοσίου όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέ­σθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας της και δεν συνδέονται με την ι­διωτική διαχείριση της περιουσίας του Δη­μοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995 ΕλΔ 1995). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ συνδυαζόμενη με τα άρθρα 297 και 298 ΑΚ προκύπτει επίσης ότι το Δημόσιο ευθύνεται σε καταβολή αποζημίω­σης για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του από τις οποίες ε­πήλθε ζημία τρίτου όταν οι πράξεις ή πα­ραλείψεις αυτές τελούνται ή σημειώνονται κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί και τελούν σε εσωτερι­κή συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρε­σίας ή γίνονται κατά κατάχρηση αυτής. Η τελευταία περίπτωση υπάρχει όταν η ζη­μιογόνος πράξη τελέσθηκε καθ υπέρβαση των ανατεθέντων καθηκόντων ή επ ευ­καιρία ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των διαταγών που έχουν δοθεί στα όργανα (ΑΠ 752/1998 ΕλΔ 1999). Επίσης πρέπει να συντρέχει συγχρόνως και πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της επελθούσης ζημίας, πράγμα που συμ­βαίνει όταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής η συμπεριφορά αυτή κατά το χρόνο και τους όρους υπό τους οποίους συνέβη, ήταν ικανή κατά την συ­νηθισμένη πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτου και ασυνήθιστου περιστατικού να επιφέρει ζημία (ΑΠ 638/1992 ΕλΔ 1994). Συνεπώς προϋποθέσεις για την ευθύνη του Δημοσί­ου κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ είναι α) ύ­παρξη οργάνου του Δημοσίου, όχι μόνο υπαλλήλου αυτού, αλλά οιουδήποτε προ­σώπου που διατελεί στην υπηρεσία του Δημοσίου β) ύπαρξη πράξης ή παράλειψης αυτού η οποία είναι παράνομη γ) έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της ανατεθειμέ­νης σε αυτό υπηρεσίας και δ) συνιστά ά­σκηση δημοσίας εξουσίας. Ετσι πρόσωπα στα οποία δεν έχει ανατεθεί εξουσία, όπως λ.χ. τεχνίτες, εργάτες κλπ. δεν είναι όργανα κατά την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Εφ.Αθ. 7350/1991 ΕλΔ 1993). Εξάλλου στις παραγράφους 1-3 και 7 του άρθρου 1 του α.ν. 599/1968 (άρθρ. 66 πα­ραγρ. 1, 5 Π.Δ. 1041/1979 και ήδη Π.Δ. 166/2000) ορίζεται ότι ο κανονισμός των εις βάρος του Δημοσίου πληρωτέων συντάξεων, βοηθημάτων και επιδομάτων με εξαίρεση εκείνων που χορηγούνται με βά­ση προσωπικούς νόμους ενεργείται από την Υπηρεσία Συντάξεων του Γενικού Λο­γιστηρίου του Κράτους (ΓΛΚ) με πράξη του διευθυντή της αρμόδιας διεύθυνσης κανονισμού συντάξεων. Η πράξη κανονι­σμού συντάξεων είναι υποχρεωτική για το Δημόσιο και για τον ενδιαφερόμενο, υπό­κειται δε στα προβλεπόμενα ένδικα μέσα, δηλαδή κατ αρχή σε ένσταση η οποία α­σκείται για κάθε λόγο ενώπιον της Επιτρο­πής Ελέγχου Πράξεων Κανονισμού συντά­ξεων (ΕΕΠΚΣ) η οποία αποφασίζει γι αυ­τή. Η εξέταση της νομιμότητας της πράξης ή απόφασης που εκδίδονται κατά τις ανω­τέρω διατάξεις, με διαδικασία άλλη εκτός απ αυτή που καθορίζεται στα άρθρα 1 και 2 του α.ν. 599/1968 απαγορεύεται. Το άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου (599/68) ορίζει περαιτέρω ότι η πράξη κανονισμού σύντα­ξης και η απόφαση της ΕΕΠΚΣ υπόκειται σε έφεση ενώπιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου που ασκείται από τον Υπουργό Οικονομικών, καθώς και από όποιον έχει έννομο συμφέρον. Στις ε­φέσεις αυτές, όπως και στις αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που εκδίδονται με­τά από έφεση, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρί­ου (Π.Δ. 774/1980). Ομως σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 α.ν. 1854/1951, όπως αντικα­ταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 10 ν. 1489/1984 (άρθρο 60 παρ. 1 Π.Δ. 1041/79 και ήδη Π.Δ. 166/2000) δεν επιτρέπεται σε καμία ανεξαρτήτως περίπτωση να αναγνωρισθούν αναδρομικά οικονομικά δι­καιώματα από συντάξεις για χρονικό διά­στημα πέραν των τριών ετών από τη πρώ­τη του μηνός κατά τον οποίο εκδίδεται η σχετική πράξη ή απόφαση. Ετσι για το χρονικό διάστημα το προγενέστερο του χρόνου που καθορίστηκε με την πράξη ή απόφαση συνταξιοδότησης του αρμοδίου για την απονομή σύνταξης οργάνου, δηλα­δή για το χρονικό διάστημα που δεν καλύ­πτεται από τον αναδρομικό καθορισμό της σύνταξης σύμφωνα με το άρθρο 60 παρ. 1 του Π.Δ. 1041/1979 και ήδη του Π.Δ. 166/2000 και το οποίο διάστημα πάντοτε αρχίζει από την κατάθεση από τον ενδιαφερόμενο στην αρμόδια υπηρεσία απονομής σύνταξης της σχετικής αίτησης του, ο θιγόμενος από τον ως άνω αναδρομικό καθορισμό της σύντα­ξης δικαιούται: α) σε άσκηση έφεσης ενώ­πιον του οικείου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου κατά της πράξης ή απόφασης κανονισμού σύνταξης στην οποία μπορεί να εκθέσει τους λόγους οι οποίοι δεν δι­καιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή της διατάξεως αυτής του άρθρου 60 παρ. 1 Π.Δ. 1041/1979 και ήδη του Π.Δ. 166/ 2000 και σε περίπτωση που η έφεση του αυτή γίνει αμετάκλητα δεκτή και κριθεί α­νεφάρμοστη η διάταξη αυτή, τότε αυτός θα λάβει αναδρομικά σύνταξη για διάστημα μεγαλύτερο των τριών ετών από την πρώ­τη του μήνα κατά τον οποίο εκδόθηκε η σχετική πράξη ή απόφαση και β) σε άσκη­ση σχετικής αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για τη λήψη σε χρήμα απο­ζημίωσης για το προγενέστερο διάστημα αυτό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής. Η αποζημίωση, περιλαμβάνει αφενός μην τη θετική του ζημία που ισούται με ποσό ισόποσο της σύντα­ξης που στερήθηκε, αφετέρου δε το διαφυ­γόν κέρδος του σύμφωνα με το άρθρο 298 ΑΚ. Η αγωγή αυτή καταβολής αποζημίω­σης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει ως περιε­χόμενο την αναγνώριση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ούτε μη εφαρμογή της διάτα­ξης του άρθρου 60 παρ. 1 Π.Δ. 1041/79 και ήδη Π.Δ. 166/2000, εφόσον η ισχύς ή μη της διάταξης αυτής δεν είναι προϋπόθεση επιδίκασης της αιτούμενης αποζημίωσης, ούτε κωλύει την επιδίκαση αυτής διότι η αποζημίωση αυτή ανάγεται σε άλλο χρονι­κό διάστημα, στηρίζεται σε εντελώς δια­φορετική νομική βάση, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη σε σχέση με το δικαίωμα σε σύνταξη και δεν αποκλείεται με βάση την ρύθμιση του άρθρου 60 παρ. 1 Π.Δ. 1041/1979 και ήδη του Π.Δ. 166/2000. Η τελευταία διάταξη αναφέρεται σε αναδρο­μική καταβολή σύνταξης χωρίς να απο­κλείει την εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ που αφορά σε καταβολή αποζη­μίωσης (πρβλ. ΟλΕΣ 96/2002). Η αποζη­μίωση επιδικάζεται μόνο εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ με σκοπό την αποκατάσταση της τυχόν περιουσιακής ζημίας που υπέστη εξαιτίας της παράνομης συμπεριφοράς των οργά­νων της διοίκησης από την υστέρηση της σύνταξης του κατά το προγενέστερο του χρόνου έναρξης καταβολής αυτής χρονικό διάστημα και στην περίπτωση αυτή το πο­σό της σύνταξης αποτελεί μόνο μέτρο υ­πολογισμού της ζημίας του. Ειδικά η αγω­γή αυτή με βάση το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφόσον οδηγεί εμμέσως σε μεταβολή του χρόνου έναρξης των οικονομικών αποτελεσμάτων του συ­νταξιοδοτικού δικαιώματος (ΑΕΔ 4/2001 ΕλΔ 2001). Ομως σε περίπτωση άσκησης τέτοιας αγωγής ενώπιον του Ελε­γκτικού Συνεδρίου, σύμφωνα με το άρθρο 123 του Π.Δ./τος 1225/1981, που αποτελεί τη Δικονομία του, εφόσον για την άσκηση αυτής δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στις δια­τάξεις του, είναι εφαρμοστέες αναλόγως οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα και σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η αγωγή αυτή εκτός από τα στοιχεία που ο­ρίζονται στα άρθρα 118 ή 117 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του ε­ναγόμενου β) ακριβή περιγραφή του αντι­κειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αί­τημα, ώστε η αγωγή να μη είναι αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως. Ειδικότερα δε σε τέτοια αγωγή με βάση το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ για το ορισμένο αυτής πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς: α) τα παρανόμως ενεργήσαντα όργανα του ενα­γομένου, β) η συγκεκριμένη παράνομη πράξη ή παράλειψη κάθε οργάνου αυτού (εναγόμενου) που να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση ανατεθειμένης σ αυτό υπηρεσί­ας, που να τελεί σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας, η οποία να συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας και γ) η συγκεκριμένη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και η αιτία αυτής καθώς και αν ζητείται διαφυγόν κέρδος, εξειδικευμένη και λεπτομερή μνεία συγκεκριμένων περιστατικών, περι­στάσεων και μέτρων που καθιστούν πιθα­νό το ζητούμενο διαφυγόν κέρδος με ιδιαί­τερη επίκληση των κονδυλίων της ζημίας αυτής, ώστε για τα ανωτέρω θέματα σε πε­ρίπτωση αμφισβήτησης της αγωγής από τον εναγόμενο να μπορεί να διαταχθεί από το Δικαστήριο η προσήκουσα απόδειξη (Ολ.ΑΠ 20/1992 ΕλΔ 1992, ΑΠ 638/1992 ΕλΔ 1994). Στην προ­κειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 15.5.2001 αγωγή, για την οποία καταβλή­θηκε το προσήκον δικαστικό ένσημο (βλ. υπ αριθ. 6157903 τύπου Β Διπλότυπο Εί­σπραξης ΔΟΥ Β-Γ Θεσσαλονίκης και το υπ αριθ. 3716835/02 γραμμ. είσπρ. της Ε­θνικής Τράπεζας για λογαριασμό του Δικ. Μεγάρου) και η οποία αρμοδίως κατά τα προεκτεθέντα φέρεται ενώπιον του Δικα­στηρίου τούτου, ο ενάγων εκθέτει ότι με την υπ αριθ. 714/24.5.1996 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (ΙΙΙ Τμήμα) έγινε δε­κτή η από 26.8.1985 αίτηση του ως αγωνι­στή Εθνικής Αντίστασης και κανονίστηκε σ αυτόν μηνιαία πολεμική σύνταξη βάσει του ποσοστού αναπηρίας του σε 56.650 δρχ. πληρωτέα σ αυτόν από το Δημόσιο Ταμείο, αναδρομικά από τριετίας, που αρ­χίζει από την πρώτη του αντίστοιχου μήνα προς αυτόν κατά τον οποίον εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση. Οτι αρχικά η από 26.8.1985 αίτηση του απορρίφθηκε με την 20194/ 1989 πράξη της 2ης Δ/νσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν έχει το νόμιμο ποσοστό αναπηρίας 25% αλλά 11% και άσκησε κατά της πρά­ξης αυτής έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που έγινε δεκτή με την ως άνω 714/1996 απόφαση του, αναγνωρισθείσης ούτω της αντικειμενικής παρανομίας των οργάνων της διοίκησης λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και ότι με βάση της διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ πρέπει να αποζημιω­θεί για την ζημία την οποία του προκάλεσε η παράνομη πλέον ως άνω πράξη της Υ­πηρεσίας Συντάξεων του Γ.Λ.Κ. και ειδι­κότερα από 26.8.1985 έως 30.4.1993 χρο­νικό διάστημα, δηλαδή για το πέραν της τριετίας για το οποίο έκρινε η απόφαση του ΠΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, η οποία ζημία ανέρχεται στο ποσό των 10.463.344 δρχ. (113.732 Χ 92 μήνες). Οτι λόγοι της αγωγής εκτός των ανωτέρω είναι η αντίθεση του άρθρου 60 παρ. 1 Π.Δ. 1041/1979 στα άρθρα 17, 20 παρ. 1, 94 και 98 του Συντάγματος 1975. Οτι η υπόθεση συ­νταξιοδότησης του ήταν απλή στη διερεύ­νηση της από νομική και πραγματική άπο­ψη, χωρίς να επιδειχθεί απ αυτόν παρελ­κυστική συμπεριφορά, ώστε από υπαιτιό­τητα των αρμοδίων διοικητικών οργάνων του ΓΛΚ οφείλεται ότι η οριστική επίλυση της διαφοράς έγινε σε χρόνο που υπερβαί­νει την τριετία από την υποβολή της αίτη­σης συνταξιοδότησης. Οτι κατ εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τ αντί­θετα όσων δέχθηκε η προσβληθείσα από­φαση, που εσφαλμένα εφάρμοσε την αντι­συνταγματική διάταξη του άρθρου 60 παρ. 1 του Π.Δ. 1041/1979, ενώ έπρεπε να ανα­γνωρισθεί σ αυτόν δικαίωμα λήψης σύ­νταξης από την υποβολή της σχετικής αί­τησης του στις 26.8.1985 άλλως με την συμπλήρωση τριμήνου από της υποβολής της αίτησης του, που θεωρείται ως εύλογος χρόνος και ότι η απαίτηση του, που δεν υ­πέπεσε σε παραγραφή, είναι δικαστικά επιδιώξιμη με την έκδοση της 714/1996 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου. Ζητεί­ται με την κρινόμενη αγωγή να υποχρεω­θεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 10.463.344 δρχ. νομιμοτόκως από του χρόνου καταβολής εκάστης σύνταξης ή ε­πικουρικά από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 26.8.1985 έως 30.4.1993 για το οποίο δεν καταβλήθηκε σύνταξη εξαιτίας της αναφε­ρόμενης στην αγωγή παράνομης πράξης του αρμόδιου συνταξιοδοτικού οργάνου του εναγόμενου, που αναγνωρίσθηκε τελι­κά με την 714/1996 απόφαση του Δικα­στηρίου τούτου αφού η σύνταξη του κα­θορίσθηκε μόνο για το χρονικό διάστημα από 1.1.1993 έως 31.12.1995. Η κρινόμενη αγωγή, η οποία κατά τα προεκτεθέντα εκ­δικάζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ. και ουδόλως διευκρινίσθηκε με τις κατατεθείσες από τον ενάγοντα κατά την παρούσα δικάσιμο (24.5.2002) από 15.5.2002 προτάσεις του (οι οποίες είναι ομοίου περιεχομένου με την αγωγή) κατά την εκτίμηση του δικογράφου αυτής υπό του Δικαστηρίου στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρ. 105 ΕισΝΑΚ, είναι δε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτί­μησης, αφού στο δικόγραφο αυτής, δεν προσδιορίζονται σαφώς: α) ποιο ή ποια εί­ναι τα παρανόμως ενεργήσαντα όργανα του εναγόμενου και ποια είναι η συγκεκρι­μένη παράνομη πράξη ή παράλειψη αυτών που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της α­νατεθείσας σ αυτά υπηρεσίας, που να τε­λεί σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλε­ση της υπηρεσίας αυτής και β) από ποια συγκεκριμένη ζημία (θετική ή μη) προέρ­χεται το αιτούμενο με την αγωγή ποσό που υπολογίζεται σε 10.463.344 δρχ. για το διάστημα των 92 μηνών του χρονικού δια­στήματος από 26.8.1985 έως 30.4.1993, α­φού δεν εκτίθεται σαφώς από ποια ποσά και από ποια αιτία προέρχεται το μηνιαίο ποσό ζημίας του ενάγοντος σε 113.732 δρχ. Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή ως αόρι­στη πρέπει να απορριφθεί, χωρίς όμως κα­ταδίκη του ενάγοντα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης του εναγομένου, ελλείψει αιτήματος αυτού, αφού κατά τα προεκτεθέντα, για τις αγωγές ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ελλείψει παντελώς ειδικής ρύθμισης για τη διαδικασία εκδί­κασης αυτών, εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 123 του Π.Δ./τος 1225/1981 α­ναλόγως οι διατάξεις του Κ.Πολ.Δ., στις ο­ποίες συγκαταλέγονται και οι διατάξεις περί δικαστικής δαπάνης των άρθρων 176 έως 179 Κ.Πολ.Δ. Τέλος πρέπει να επι­στραφεί στον ενάγοντα το κατατεθέν πα­ράβολο (βλ. προσάγ. σειρ. Α υπ αριθ. 5021831, 5021832, 5021833, 5021999 και 5022000) αφού αυτό οφείλεται σύμφωνα με τα άρθρα Π.Δ. 774/1980 και 61 Π.Δ. 1225/1981 επί ασκουμένων ενώπιον του Ελεγκτικού Συνεδρίου εφέσεων και όχι α­γωγών.

Αριθμός 2891/1999

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α'

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 1999 με την εξής σύνθεση : Ν. Παπαδημητρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α' Τμήματος, Γ. Παναγιωτόπουλος, Θ. Παπαευαγγέλου, Ειρ. Σάρπ, Δ. Μαρινάκης, Σύμβουλοι, Μ. Πικραμένος, Χρ. Ντουχάνης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ευαγ. Κουμεντέρη, Γραμματέας του Α' Τμήματος.

Γ ι α να δικάσει την από 7 Δεκεμβρίου 1990 αίτηση :

Τ ο υ Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, ο οποίος παρέστη με την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

κ α τ ά του Νικολάου Γ. Νικολάου, κατοίκου Ναυπλίου, οδός Νικηταρά αρ. 4, ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 106/1990 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ειρ. Σάρπ.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του Δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται, κατά τον νόμο, ατελώς και άνευ καταβολής παραβόλου, το Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζητεί την αναίρεση της 106/1990 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Τριπόλεως, με την οποία απερρίφθη έφεση αυτού κατά της 47/1989 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου, ερειδομένη στις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να καταβάλει σ' αυτόν ως αποζημίωση το ποσό των 649.455 δραχμών, και ειδικότερα ποσό 449.455 δρχ. για αποκατάσταση αποθετικής ζημίας και ποσό 200.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης.

2. Επειδή, η υπόθεση παραπέμφθηκε στην επταμελή σύνθεση του Α' Τμήματος με την 3230/1998 απόφαση του ίδιου Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση λόγω της σπουδαιότητος του ζητήματος που ανέκυψε, αν δηλαδή η αφορώσα αποσπάσεις υπαλλήλων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1491/1984 έχει τεθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, από την επίλυση του οποίου εξαρτάται και η επίλυση του περαιτέρω ζητήματος αν, σε περίπτωση παραβάσεως της εν λόγω διατάξεως, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος.

3. Επειδή, η συζήτηση ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως του Τμήματος νομίμως εχώρησε, αν και δεν παρέστη ο αναιρεσίβλητος, εφόσον, όπως προκύπτει από το από 23.2.1999 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητή του Δικαστηρίου Εμμ. Παπαδάκη, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον παραστάντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού κατά τη συζήτηση ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως αντίγραφα της προαναφερθείσης παραπεμπτικής αποφάσεως 3230/1998 και της από 18.12.1998 πράξεως του Προέδρου του Τμήματος περί ορισμού εισηγητού και δικασίμου της υποθέσεως ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως.

4. Επειδή, το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος (Εισ.Ν.Α.Κ.) ορίζει ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος . . .". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το Δημόσιο δεν ενέχεται σε αποζημίωση, σε περίπτωση παράνομης πράξεως ή παραλείψεως των οργάνων του

αν η παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι δε αν η διάταξη αυτή έχει μεν τεθεί κατ' αρχήν χάριν του γενικού συμφέροντος αποβλέπει όμως παραλλήλως και στην προστασία του ζημιωθέντος ιδιώτη.

5. Επειδή, το άρθρο 145 παρ. 2 του Π.Δ. 611/1977 (Φ. 198), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 του Ν. 1491/1984 (Φ. 173), ορίζει ότι "Για την αντιμετώπιση έκτακτων υπηρεσιακών αναγκών, ο νομάρχης μπορεί με απόφασή του να αποσπά, για ένα το πολύ χρόνο, μέσα στα όρια της περιφέρειάς του, υπαλλήλους των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου του νομού σε υπηρεσίες του αυτού ή άλλου υπουργείου, ανεξαρτήτως εάν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις. Για την απόσπαση αυτή ο νομάρχης ενημερώνει τον αρμόδιο υπουργό". Η διάταξη αυτή, αποβλέπουσα στην εξασφάλιση της ομαλής και εύρυθμης λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών, όταν ανακύπτουν έκτακτες και απρόβλεπτες υπηρεσιακές ανάγκες, έχει μεν τεθεί κατ' αρχήν χάριν του γενικού συμφέροντος, σκοπεί όμως παραλλήλως στην προστασία των δημοσίων υπαλλήλων, εις βάρος των οποίων επιβάλλεται το μέτρο της αποσπάσεως, με τις θεσπιζόμενες προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η λήψη του μέτρου τούτου.

6. Επειδή, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής : Ο αναιρεσίβλητος, δημόσιος υπάλληλος με ειδικότητα μηχανολόγου - υπομηχανικού, υπηρέτησε ως προϊστάμενος του Τμήματος Συγκοινωνιών διαδοχικώς στις Νομαρχίες Αργολίδος (από 11.4.1973 έως 5.11.1976), Κορινθίας (από 5.11.1976 έως 22.7.1982) και Μεσσηνίας (από 22.7.1982 έως 9.5.1986). Με την 10330/9.5.1986 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας αποσπάσθηκε για ένα έτος στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας, με την αιτιολογία ότι παρετηρείτο "μη ικανοποιητική λειτουργία στο Τμήμα Συγκοινωνιών Μεσσηνίας σε ορισμένα θέματα" και ότι υπήρχαν "έκτακτες και σοβαρές υπηρεσιακές ανάγκες στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Μεσσηνίας". Η ανωτέρω απόσπαση ανακλήθηκε με την 6589/17.3.1987 απόφαση του ίδιου ως άνω Νομάρχη και ο αναιρεσίβλητος αποσπάσθηκε για ένα έτος ως απλός υπάλληλος στο Νομαρχιακό Ταμείο Μεσσηνίας, στο οποίο ανέλαβε υπηρεσία στις 18.3.1987. Η δεύτερη αυτή απόφαση περί αποσπάσεως ακυρώθηκε ως παράνομη με την 2068/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως του αναιρεσιβλήτου. Σε εκτέλεση της ακυρωτικής αυτής αποφάσεως ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε υπηρεσία στις 30.10.1987 ως απλός υπάλληλος στο Τμήμα Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας

Την ίδια ημέρα ο αναιρεσίβλητος, με αίτησή του προς τον Υπουργό Μεταφορών και Επικοινωνιών, ζήτησε να ορισθεί και πάλι προϊστάμενος του ανωτέρω Τμήματος, στο οποίο εν τω μεταξύ είχε ήδη τοποθετηθεί ως προϊστάμενος άλλη υπάλληλος του κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού με βαθμό Α'. Εξάλλου, αίτηση του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζήτησε να συμμετάσχει στα υπερωριακά συνεργεία του Τμήματος Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας, απερρίφθη με τη 20550/27.8.1987 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας, με την αιτιολογία ότι ο αναιρεσίβλητος είχε προσφύγει στο Διοικητικό Εφετείο κατά της αποφάσεως του Νομάρχη περί αποσπάσεώς του στο Νομαρχιακό Ταμείο Μεσσηνίας. Κατόπιν τούτου ο αναιρεσίβλητος άσκησε αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει αποζημίωση προς αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, καθώς και της ηθικής βλάβης που υπέστη από παράνομες πράξεις και παραλείψεις του Νομάρχη Μεσσηνίας, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.1986 έως 31.12.1987. Το ανωτέρω Διοικητικό Πρωτοδικείο, με την 47/1989 απόφασή του, έκρινε ότι η προαναφερθείσα 10336/9.5.1986 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας, με την οποία αποσπάσθηκε ο αναιρεσίβλητος από το Τμήμα Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας, στο οποίο υπηρετούσε ως προϊστάμενος, στη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας, δεν είναι νόμιμη. Και τούτο διότι η αιτιολογία αυτής, αναφερομένη αορίστως στο ότι παρατηρείται μη ικανοποιητική λειτουργία στο Τμήμα Συγκοινωνιών και ότι η απόσπαση γίνεται για την κάλυψη σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, χωρίς προσδιορισμό αφενός μεν των λόγων μη ικανοποιητικής λειτουργίας του Τμήματος και τη σχέση αυτών με το πρόσωπο και τις διοικητικές ικανότητες του αναιρεσιβλήτου και αφετέρου των υπηρεσιακών αναγκών, του είδους και της κατηγορίας των, ώστε να είναι δυνατός ο έλεγχος της νομιμότητος της ενέργειας της διοικήσεως, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 16 του Ν. 1491/1984, ευρίσκεται δε σε πλήρη αντίθεση με τα στοιχεία του φακέλλου. Από τα στοιχεία αυτά, όπως αναφέρεται στην πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι, κατά τον χρόνο που έγινε η ανωτέρω απόσπαση του αναιρεσιβλήτου, το Τμήμα Συγκοινωνιών της Νομαρχίας Μεσσηνίας είχε έντονη ανάγκη από στελέχωση και μάλιστα από υπάλληλο της ειδικότητος του αναιρεσιβλήτου (όπως προκύπτει από το έγγραφο 25649/27.11.1986 του Νομάρχη Μεσσηνίας προς το Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών, με το οποίο εζητείτο η ενίσχυση του τμήματος με ένα μηχανικό - μηχανολόγο) και ότι προς κάλυψη της ανάγκης αυτής ο Νομάρχης Μεσσηνίας προέβη σε αποσπάσεις υπαλλήλων και από εντελώς διαφορετικές με το αντικείμενο του τμήματος αυτού υπηρεσίες (π.χ. απόσπαση υπαλλήλου του Κολυμβητηρίου Καλαμάτας με την 4007/13.2.1987 απόφασή του). Στη συνέχεια το Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη ότι η 6589/17.3.1987 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας

με την οποία ο αναιρεσίβλητος αποσπάσθηκε στο Νομαρχιακό Ταμείο Μεσσηνίας, ακυρώθηκε ως μη νόμιμη με την 2068/1987 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, έκρινε ότι με τις ανωτέρω δύο παράνομες πράξεις του Νομάρχη περί αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου, οι οποίες εκδόθηκαν κατά την άσκηση της ανατεθείσης σ' αυτόν δημοσίας εξουσίας, παραβιάσθηκαν οι σχετικές με τις αποσπάσεις των δημοσίων υπαλλήλων διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικος, οι οποίες έχουν θεσπισθεί όχι μόνον για το γενικό συμφέρον, αλλά και προς προστασία των υπαλλήλων από αυθαίρετες μετακινήσεις από την οργανική τους θέση, και ότι, επομένως, το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου για τη ζημία που υπέστη από τις παράνομες αυτές πράξεις. Περαιτέρω, το Διοικητικό Πρωτοιδκείο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, αν δεν είχε αποσπασθεί παρανόμως ο αναιρεσίβλητος, θα συμμετείχε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, ως προϊστάμενος του Τμήματος Συγκοινωνιών από τον Μάϊο 1986 έως τις 29.7.1987, ημερομηνία κατά την οποία τοποθετήθηκε προϊστάμενος του εν λόγω Τμήματος άλλος υπάλληλος, στις συνεδριάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων και των Γενικών Συνελεύσεων του ΚΤΕΛ Νομού Μεσσηνίας και του ΚΤΕΛ Αστικών Γραμμών Καλαμάτας και θα ελάμβανε μηνιαία κατ' αποκοπή αποζημίωση αντιστοίχως 12.000 και 8.000 δρχ. και ότι για τον ίδιο λόγο δεν έλαβε αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.1986 έως 31.10.1987, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ζημία συνολικώς 449.455 δραχμών και ότι, επομένως, το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν ως διαφυγόν κέρδος το ποσό τούτο. Τέλος, το Διοικητικό Πρωτοδικείο, αφού έλαβε υπόψη αφενός μεν ότι ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1973 έως 9.5.1986, οπότε εκδόθηκε η πρώτη περί αποσπάσεώς του απόφαση, υπηρετούσε ως προϊστάμενος του Τμήματος Συγκοινωνιών διαφόρων Νομαρχιών και ότι με τις ένδικες αποσπάσεις τοποθετήθηκε ως απλός υπάλληλος, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η εντύπωση στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υπηρεσιακές ανάγκες, και αφετέρου ότι η δοθείσα με την 20550/27.8.1987 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας απάντηση στο αίτημά του για υπερωριακή απασχόληση ευθέως προσβάλλει την προσωπικότητά του, έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθόρισε στο ποσό των 200.000 δραχμών. Έφεση του Δημοσίου κατά της ανωτέρω πρωτόδικης αποφάσεως απερρίφθη με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, όπως προκύπτει από το εν γένει περιεχόμενό της, υιοθέτησε την προπαρατεθείσα αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως αφενός μεν ως προς την κατ' αρχήν ύπαρξη ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση του αναιρεσιβλήτου και αφετέρου ως προς την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποκατάσταση της γενομένης στον αιτούντα ηθικής βλάβης.

7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα

Όαδιότι κατά παράβαση του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. έκρινε ότι το Δημόσιο ευθύνεται σε αποζημίωση στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η φερομένη ως παραβιασθείσα, με τις πράξεις περί αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου, διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 1491/1984 έχει τεθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πέμπτη σκέψη της παρούσης, η επίμαχη διάταξη δεν έχει τεθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, αλλά αποβλέπει και στην προστασία των δημοσίων υπαλλήλων.

8. Επειδή, προκειμένου να αποσπασθεί υπάλληλος κατ' εφαρμογήν της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 16 του Ν. 1491/1984, πρέπει να προκύπτει η ύπαρξη συγκεκριμένων εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών είτε από την ίδια την πράξη είτε από τα στοιχεία του φακέλλου. Στην προκειμένη περίπτωση το Διοικητικό Εφετείο, υιοθετήσαν, κατά τα προεκτεθέντα, την επί του ζητήματος αυτού αιτιολογία της πρωτόδικης αποφάσεως, δέχθηκε ότι η 10330/9.5.1986 απόφαη του Νομάρχη Μεσσηνίας περί της πρώτης αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου όλως αορίστως ανέφερε ότι "παρατηρείται μη ικανοποιητική λειτουργία στο Τμήμα Συγκοινωνιών" και ότι η απόσπαση γινόταν για κάλυψη "σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών", χωρίς να προσδιορίζει ειδικώς τις ανάγκες αυτές, και ότι αντιθέτως από τα στοιχεία του φακέλλου προέκυπτε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάγκη ενισχύσεως με υπαλλήλους, και μάλιστα με υπάλληλο της ειδικότητος του αναιρεσιβλήτου, είχε η υπηρεσία, από την οποίαν είχε αυτός αποσπασθεί, και ότι προς κάλυψη των αναγκών της υπηρεσίας αυτής αποσπάσθηκαν από άλλες υπηρεσίες υπάλληλοι με ειδικότητες εντελώς διάφορες του αντικειμένου αυτής. Με τα ανωτέρω δεδομένα, εφόσον δηλαδή ούτε από την απόφαση περί αποσπάσεως ούτε από τα στοιχεία του φακέλλου προέκυπταν οι επιβάλλουσες την απόσπαση έκτακτες υπηρεσιακές ανάγκες, νομίμως με την προσβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ανωτέρω 10330/9.5.1986 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας περί αποσπάσεως του αναιρεσιβλήτου δεν ήταν νόμιμη. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος με την κρινόμενη αίτηση λόγος αναιρέσεως ότι η ανωτέρω κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον άλλωστε το Δημόσιο δεν ισχυρίζεται ότι είχε προβάλει ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα, τη συνδρομή δηλαδή εκτάκτων υπηρεσιακών αναγκών, ειδικωτέρους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν έτυχαν απαντήσεως.

9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται περαιτέρω ότι μη νομίμως επιδικάσθηκαν στον αναιρεσίβλητο 1) ποσό 300.000 δραχμών ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την απώλεια μηνιαίας κατ

αποκοπή αποζημιώσεως, την οποία θα ελάμβανε αν συμμετείχε ως προϊστάμενος του Τμήματος Συγκοινωνιών στις συνεδριάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων και Γενικών Συνελεύσεων των ΚΤΕΛ, και 2) ποσό 149.455 δραχμών ως αποζημίωση για απολεσθείσα αμοιβή υπερωριακής απασχολήσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα ποσά αυτά είχαν ήδη επιδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, το Δημόσιο δε δεν προέβαλε με την έφεσή του αιτιάσεις κατά των σχετικών με αυτά σκέψεων της εν λόγω αποφάσεως.

10. Επειδή, κατά την έννοια του παρατεθέντος σε προηγούμενη σκέψη άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., σε περίπτωση ευθύνης του Δημοσίου από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του, τα δικαστήρια της ουσίας δύνανται, εκτός της αποζημιώσεως προς αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας, να επιδικάσουν εις βάρος του Δημοσίου εύλογη χρηματική ικανοποίηση σε εκείνον που υπέστη προσβολή της προσωπικότητός του, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 59 του Αστικού Κώδικος.

11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του προαναφερθέντος άρθρου 59 του Αστικού Κώδικος, το Διοικητικό Εφετείο επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το ποσό των 200.000 δραχμών ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση ηθικής βλάβης, χωρίς προηγουμένως να κρίνει αιτιολογημένως ότι αυτός υπέστη βαρεία προσβολή της προσωπικότητός του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος, συνεπεία αφενός μεν των παρανόμων πράξεων περί αποσπάσεώς του και της τοποθετήσεώς του με αυτές σε θέση απλού υπαλλήλου, αφετέρου δε της απορρίψεως του αιτήματός του περί υπερωριακής απασχολήσεως, υπέστη βαρεία προσβολή της προσωπικότητός του, διότι από τις ανωτέρω πράξεις δημιουργήθηκε με βεβαιότητα στο ευρύ κοινό η εντύπωση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις υπηρεσιακές ανάγκες.

12. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, κ α ι

Επιβάλλει εις βάρος του Δημοσίου την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου στη δίκη ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως του Τμήματος, η οποία ανέρχεται σε δεκατέσσερις χιλιάδες (14.000) δραχμές.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 1999.

Ο Πρόεδρος του Α' Τμήματος Η Γραμματέας του Α' Τμήματος

 

 

Ν. Παπαδημητρίου Ευαγ. Κουμεντέρη

Και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση

 

της 27ης Σεπτεμβρίου 1999.

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘ. 2303/97

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ ΕΤΟΣ: 1998 ΣΕΛΙΔΑ: 149

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

 

 

 

Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων (άρθρα: 94 (§§ 1,2) του Συντ. 1975/1986 και 1,2 του ν. 1406/1983) συνάγεται, ότι η δικαστική η επίλυση όλων γενικά των διαφορών, που ανακύπτουν από την εκτέλεση διοικητικών συμβάσεων, ακόμη και αυτών, που έχουν ως αντικείμενο την ανόρθωση ζημίας, που προκλήθηκε από ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή άλλου ΝΠΔΔ., κατά την εκτέλεση της σύμβασης, επιδιώκεται με την άσκηση προσφυγής. Εξάλλου, οι αξιώσεις που έχουν ως πηγή τη σύμβαση, δεν συνιστούν περιπτώσεις αποζημίωσης, κατά τα άρθ. 105 και 106 του ΕισΝΑΚ ή άλλης αποζημίωσης, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθ. 2 του ν. 1406/83 και συνεπώς, δεν χωρεί στην περίπτωση αυτή, η προβλεπόμενη από την τελευταία διάταξη αγωγή. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω δεν έχουν σ’ αυτή την περίπτωση εφαρμογή ούτε οι διατάξεις του αρθ. 19 του ν. 868/19 η παρ. 1 του οποίου προβλέπει την αγωγή αποζημίωσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, ως ανεξάρτητο ένδικο βοήθημα σε σχέση προς την προσφυγή, την αίτηση ακύρωσης ή άλλα ένδικα βοηθήματα κατά της διοικητικής πράξης ή παράλειψης από την οποία απορρέει η προς αποζημίωση αξίωση, το οποίο μπορεί ν’ ασκηθεί και αυτοτελώς κατ’ επιλογή του ενδιαφερομένου, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται σε αξιώσεις προς ανόρθωση ζημίας, που προκλήθηκε απ’ αυτή την υποκείμενη σε προσβολή με τα πιο πάνω ένδικα βοηθήματα διοικητική πράξη και η ικανοποίηση των οποίων θα μπορούσε να επιδιωχθεί με αγωγή κατά την παρ. 2 του άρθ. 2 του ν. 1406/83 (ΣτΕ 2645/92).

6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

PRchecker.info
Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ