ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 7/2016

 

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α? Τμήματος, Σπ. Μαρκάτης, Ά. Καλογεροπούλου, Σύμβουλοι, Στ. Κτιστάκη, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α? Τμήματος.

Για να δικάσει:

Α. Την από 29 Ιουνίου 2009 αίτηση:

της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας και ήδη Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Καρέλα (Α.Μ. 16585), που τον διόρισε με απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής Περιβάλλοντος - Πολεοδομίας και Ποιότητας Ζωής της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας,

κατά των: 1. ... και 3. α. ... και

β. ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων και ήδη ενηλικιωθέντων τέκνων τους ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Περιφέρεια επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 242/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Β. Την από 14 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση:

των: 1. ..., 2. ..., η οποία παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Χαράλαμπο Χρυσανθάκη, που τον διόρισε στο ακροατήριο, 3. α. ..., β. ..., ως ασκούντων τη γονική μέριμνα των ανηλίκων και ήδη ενηλικιωθέντων τέκνων τους ..., οι οποίοι παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Χαράλαμπο Χρυσανθάκη, που τον διόρισαν στο ακροατήριο, και 4 ..., ο οποίος παρέστη με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Χαράλαμπο Χρυσανθάκη, που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά των: 1. Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και

Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος παρέστη με τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, 2. Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας και ήδη Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Αθανάσιο Καρέλα (Α.Μ. 16585), που τον διόρισε με απόφαση της Νομαρχιακής της Επιτροπής Περιβάλλοντος - Πολεοδομίας και Ποιότητας Ζωής, και 3. Δήμου Πατρέων Αχαΐας, ο οποίος δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή οι αναιρεσείοντες επιδιώκουν να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 242/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ά. Καλογεροπούλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε:

Α) Τον πληρεξούσιο της αναιρεσείουσας Περιφέρειας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Β) Τον πληρεξούσιο των αναιρεσειόντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο της αναιρεσίβλητης Περιφέρειας και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας (πρώτη αίτηση), για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, σύμφωνα με το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 - Α΄31), καταβολή παραβόλου, η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, ήδη Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας (άρθρα 3 παρ. 1 και 3 περιπτ. ζ΄, 283 παρ. 2 και 286 του ν. 3852/2010 - Α΄87, - ΣτΕ 3809, 2899, 2896/2013), ζητεί την αναίρεση της 242/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού έγινε εν μέρει δεκτή έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίστηκε εν μέρει η 9/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, περαιτέρω δε, αφού εκδικάστηκε η αγωγή τους και έγινε εν μέρει δεκτή, αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει σ’ αυτούς ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 ΕισΝΑΚ, το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην αποκατάσταση της ζημίας από τη δαπάνη στην οποία αυτοί υποβλήθηκαν προκειμένου να εκδοθεί άδεια οικοδομής στο όνομα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη με έγγραφο της Προϊσταμένης της Διευθύνσεως Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή των αναιρεσιβλήτων είχε απορριφθεί στο σύνολό της.

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση των ... κ.λπ. (5 συνολικώς αναιρεσειόντων) (δεύτερη αίτηση), για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (958153 και 958154/2009 ειδικά έντυπα παραβόλου, σειράς Α΄),όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 20.11.2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ζητείται η αναίρεση της ίδιας ως άνω 242/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατά της 9/2006 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών.

3. Επειδή, οι αιτήσεις αυτές, οι οποίες στρέφονται κατά της ίδιας εφετειακής αποφάσεως, πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω συνάφειας

(πρβ. ΣτΕ 2202/2014).

4. Επειδή, νομίμως παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο ως αναιρεσείουσα στην πρώτη αίτηση αναιρέσεως και ως αναιρεσίβλητη στη δεύτερη αίτηση η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, η οποία νομιμοποιείται ενεργητικώς στην πρώτη αίτηση και παθητικώς στη δεύτερη αίτηση, ως καθολική διάδοχος της διατελεσάσης διαδίκου στην κατ’ έφεση δίκη Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας [άρθρα 114 παρ. 4 και 5 και 283 παρ. 2 του ν. 3852/2010-87 Α΄, όπως ισχύει μετά την προσθήκη νέων εδαφίων με την παρ. 4 του άρθρου 49 του ν. 3943/2011 (Α΄ 66) και την αντικατάσταση του τρίτου εδαφίου με την παρ. 13 του άρθρου 6 του

ν. 4071/2012/Α΄ 85/11.4.2012].

5. Επειδή, μη νομίμως παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, όσον αφορά τη δεύτερη αίτηση, ο ..., ο οποίος μετέσχε στη δίκη ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνον ως ασκών τη γονική μέριμνα των ανήλικων τότε υιών του ..., εφόσον οι ως άνω υιοί του, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από αυτούς στο Δικαστήριο δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων, γεννηθέντες αμφότεροι στις 16.12.1993, έχουν ήδη ενηλικιωθεί, παρέστησαν δε οι ίδιοι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο και νομιμοποίησαν τον παραστάντα επ’ ονόματί τους δικηγόρο.

6. Επειδή, νομίμως παρέστη κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ως προς τη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως του ... κ.λπ., ως αναιρεσίβλητο το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ήταν νικήσας διάδικος στην κατ’ έφεση δίκη, στην οποία και παρέστη και δεν αντέλεξε ως καθού η έφεση των ...κ.λπ. Πράγματι, η ως άνω έφεση εστρέφετο και κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με αυτήν δε αμφισβητήθηκε, μεταξύ άλλων, ήχθη δε, κατά συνέπεια, το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, ενώπιον του Εφετείου, η ορθότητα της κρίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως περί απορρίψεως της αγωγής των αναιρεσειόντων ... κ.λπ. ως απαράδεκτης ως προς το αίτημα της ως άνω αγωγής περί ανακατασκευής του κτίσματος των αναιρεσειόντων, κατ’ επίκληση του π.δ. της 15-28.4.1988, μεταξύ άλλων, από το Δημόσιο και περί καταβολής σε αυτούς, μεταξύ άλλων και από το Δημόσιο, της δαπάνης ανακατασκευής του ως άνω κτίσματός τους, ο σχετικός δε λόγος εφέσεως απορρίφθηκε από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, το οποίο επεκύρωσε, με άλλη αιτιολογία, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, τη σχετική κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως.

7. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…», στο δε άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζονται τα εξής: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, απαιτείται παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας οργάνων του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξεως ή παραλείψεως ή υλικής ενέργειας ή παραλείψεως υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας (βλ. ΣτΕ 1396/2014 7μ. σκ. 12, 2271/2013 7μ. σκ. 4, 3839/2012 7μ. σκ. 5, 347/2012 σκ. 5 κ.ά.). Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει τη ζημία (βλ. ΣτΕ 1184, 266/2013, 4100/2012 κ.ά.). Οι κατά το άρθρο αυτό προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (πρβ. ΣτΕ 322/2009

επτ. κ.ά.). Σε περίπτωση δε συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υποχρεούνται να αποκαταστήσουν κάθε θετική ή αποθετική ζημία, τα δε δικαστήρια της ουσίας μπορούν, επί πλέον, να επιδικάσουν σε βάρος τους χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Αστικού Κώδικα. (ΣτΕ 2736/2007 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, στην περίπτωση κατά την οποία ο κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ λόγος ευθύνης του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι η έκδοση ευνοϊκής για τον ζημιωθέντα πράξεως παρά την έλλειψη των νόμιμων προϋποθέσεων εκδόσεώς της, στο κύρος της οποίας ο ζημιωθείς ανυπαιτίως πίστεψε, η ευθύνη του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση εκτείνεται στην αποκατάσταση του αρνητικού διαφέροντος (διαφέροντος εμπιστοσύνης) που περιλαμβάνει τόσο την αποκατάσταση της περιουσίας του ζημιωθέντος στην θέση, στην οποία θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η έκδοση της μη νομίμου πράξεως (θετική ζημία), όσο και το κέρδος που ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε εξ άλλης αιτίας, αν αυτός δεν είχε πιστέψει ανυπαιτίως στο κύρος της πράξεως (αποθετική ζημία). Στην περίπτωση αυτή δεν νοείται αποκατάσταση θετικού διαφέροντος, δηλαδή αποζημίωση για ό,τι θα αποκόμιζε ο ζημιωθείς, αν η πράξη ήταν νόμιμη (πρβ. ΣτΕ 866/2011 επτ.).

8. Επειδή, περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 71 παρ. 1 και 73 παρ. 2 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α 97) Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, οι οποίες, αντιστοίχως, ορίζουν ότι: «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος, ο οποίος έχει κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου» και ότι: «Αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι α) η καταψήφιση της αξιούμενης παροχής ή β) η αναγνώριση της αντίστοιχης αξίωσης», προκύπτει ότι με την αγωγή δεν μπορεί να ζητηθεί η αναγνώριση της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας εννόμων σχέσεων ή δικαιωμάτων αλλά μόνο η αναγνώριση ή καταψήφιση χρηματικής αξιώσεως (πρβ. ΣτΕ 2112/1995, 1468/2008 σκ. 4, βλ. ΣτΕ 3872/2009

σκ. 3, 615/2012 7μ.), η δε πράξη ή παράλειψη, την οποία έχει ως βάση η χρηματική αυτή αξίωση, ελέγχεται, ως προς την νομιμότητά της, όπως ρητώς ορίζεται στο άρθρο 80 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα, μόνο παρεμπιπτόντως, εφ’ όσον δεν υφίσταται δεδικασμένο (ΣτΕ 615/2012 7μελούς). Δεν είναι δε νοητή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας, η οποία να προέρχεται από έννομες σχέσεις ή δικαιώματα των οποίων ζητείται η αναγνώριση παρά μόνον η άσκηση αγωγής με αίτημα την αποκατάσταση ζημίας η οποία είναι απότοκος συγκεκριμένης παράνομης πράξεως ή παραλείψεως της Διοικήσεως με την οποία εκδηλώνεται άρνηση της Διοικήσεως να ικανοποιήσει συγκεκριμένο αίτημα του διοικουμένου, το οποίο προβλέπεται από διάταξη νόμου.

9. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 52 παρ. 1 και 2 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών» (Α΄ 228) ορίζεται ότι: «1. Πάσα οικοδομή και εκτέλεσις οιασδήποτε εργασίας δομήσεως… εντός ή εκτός των πόλεων, κωμών κ.λπ. υπόκειται ως προς την μελέτην, την εκτέλεσιν και την χρησιμοποίησιν αυτής από απόψεως υγιεινής, ασφαλείας, αισθητικής και εν γένει τηρήσεως των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και οιωνδήποτε ετέρων (καθ’ όλα τα στάδια της κατασκευής και μετά ταύτην) εις τον έλεγχον του Κράτους, ασκούμενον υπό της κατά το παρόν διάταγμα αρμοδίας υπηρεσίας κατά τα ειδικώτερον δια διατάγματος κανονισθησόμενα. 2. Προς ανέγερσιν, επισκευήν ή κατεδάφισιν οιασδήποτε οικοδομής και προς εκτέλεσιν οιωνδήποτε εργασιών δομήσεως … υπό οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, απαιτείται η προηγουμένη έγγραφος άδεια της αρμοδίας υπηρεσίας…». Περαιτέρω, στο άρθρο 22 του ν. 1577/1985 «Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός»

(Α΄ 210), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «1. Για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης εντός ή εκτός οικισμού απαιτείται οικοδομική άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. …

2. … 3. Κάθε κατασκευή που εκτελείται α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 ή

β) καθ’ υπέρβαση της άδειας ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή

δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων, είναι αυθαίρετη και

υπάγεται στις σχετικές για τα αυθαίρετα διατάξεις του ν. 1337/1983, όπως ισχύουν. ...»

10. Επειδή, περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του εκδοθέντος κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 12 του άρθρου 17 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985

(Α΄ 4), π.δ. της 8/13.7.1993 «Τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των ανεγειρομένων οικοδομών» (Δ΄ 795): “Η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις.”, στο άρθρο 2 του ίδιου π.δ., το οποίο κωδικοποίηθηκε με το άρθρο 330 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. 14/27.7.1999- Δ΄ 580), ορίζεται ότι: “ Αρμόδια όργανα για την χορήγηση οικοδομικών αδειών... είναι οι αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης ή οι αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων ή κοινοτήτων, στις οποίες μεταβιβάζονται... οι σχετικές αρμοδιότητες...”. Επίσης, στο άρθρο 19 του Εσωτερικού Οργανισμού Οργάνωσης και Λειτουργίας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αχαΐας (απόφαση Νομαρχιακού Συμβουλίου Αχαΐας 27/31.3.1995, Β’ 357/4.5.1995), με τίτλο: “Δ/ΝΣΗ ΧΩΡΟΤΑΞΙΑΣ-ΟΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ” ορίζεται ότι: «Έργο της Δ/νσης είναι ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός των οικισμών, η άσκηση αρμοδιοτήτων που έχουν μεταβιβασθεί στη Ν.Α. από το ΥΠΕΧΩΔΕ καθώς και τα θέματα περιβάλλοντος. 1. ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ... 2. ΤΜΗΜΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΑΔΕΙΩΝ-ΤΟΠΓΡΑΦΙΚΟ. Τα αντικείμενα του τμήματος αφορούν: Οικοδομικές άδειες... Έκδοση οικοδομικών αδειών. Προέλεγχος για έκδοση οικοδομικών αδειών. Έλεγχος για μελετών και έκδοση οικοδομικών αδειών... 3. ΤΜΗΜΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΩΝ. Στατικός έλεγχος. Πρωτόκολλα και αποφάσεις ετοιμόρροπων (τήρηση διαδικασίας Δ/γμα 3.4.1929). Αποφάσεις επικινδύνως ετοιμορρόπων (Δ/γμα 13.4.1929, ΦΕΚ 153/Α΄)...”.

11. Επειδή, εξ άλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 24 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας. …» και στην παρ. 6 ότι: «Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ- ν. 1577/1985, Α΄210) [(άρθρο 110 του ΚΒΠΝ (Δ΄580)], όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 του ν. 2831/2000 (Α΄140), ορίζονται τα εξής: «1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της κατά περίπτωση αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου, γνώμη του αρμόδιου συμβουλίου χωροταξίας, οικισμού και περιβάλλοντος και γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, μπορεί να χαρακτηρίζονται οικισμοί ή τμήματά τους ως παραδοσιακοί, με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και τη διατήρηση και ανάδειξη του ιδιαίτερου πολεοδομικού, αισθητικού, ιστορικού, λαογραφικού και αρχιτεκτονικού χαρακτήρα τους και να θεσπίζονται περιορισμοί δόμησης και χρήσεις κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθρου 9 του π.δ. 437/1985 "καθορισμός και ανακατανομή αρμοδιοτήτων των υπουργείων" (Φ.Ε.Κ. 157 Α). … 2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται κτίρια ή τμήματά του ως διατηρητέα για τους λόγους που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης, κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του νόμου αυτού και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. … 5. α) Ακίνητα και στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ανακατασκευάζονται στην αρχική τους μορφή αν έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα ή έχει κινηθεί γι’ αυτά η διαδικασία χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων με την κοινοποίηση στους ενδιαφερόμενους ή στον οικείο δήμο ή κοινότητα της αιτιολογικής έκθεσης χαρακτηρισμού και βρίσκονται σε κατάσταση επικινδύνου ετοιμορροπίας και επιβάλλεται η κατεδάφισή τους, εφόσον δεν υφίσταται η δυνατότητα άμεσης αποσόβησης του κινδύνου με ηπιότερα μέτρα, όπως αντιστηρίξεις, υποστυλώσεις, επισκευές, μερικές κατεδαφίσεις. Η ανακατασκευή γίνεται βάσει λεπτομερούς μελέτης αποτύπωσης και φωτογραφικής και κάθε άλλης δυνατής τεκμηρίωσης της υφιστάμενης κατάστασης που απαιτείται πριν από την υλοποίηση των μέτρων που επιβάλλονται από το σχετικό πρωτόκολλο επικινδύνου ετοιμορροπίας και κατεδάφισης του κτιρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του π.δ. 13/22.4.1929 (ΦΕΚ 153 Α?) "περί επικινδύνων οικοδομών". Στη μελέτη αποτύπωσης προσδιορίζονται και όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη ή τμήματα του κτιρίου που φέρουν γλυπτικό ή επίπλαστο διάκοσμο και τα οποία διασώζονται κατά την κατεδάφιση για να χρησιμοποιηθούν στην ίδια θέση ή ως πρότυπα στην ανακατασκευή του κτιρίου. Η ανακατασκευή εγκρίνεται με απόφαση του κατά περίπτωση Υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας Υπηρεσίας του. β) Διατηρητέα κτίρια τα οποία έχουν κατεδαφιστεί από γεγονότα που οφείλονται σε ανωτέρα βία, όπως σεισμό, πυρκαγιά, πλημμύρα ή κρίνονται κατεδαφιστέα με πρωτόκολλα επικινδύνως ετοιμορρόπου οικοδομής, επανακατασκευάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του προεδρικού διατάγματος της 15.4.1988 (ΦΕΚ 317 Δ). γ) Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του ν. 1337/1983 έχουν εφαρμογή για τα διατηρητέα κτίρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, καθώς και για τα κτίρια για τα οποία έχει κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο ή στον οικείο δήμο ή κοινότητα ή πολεοδομική υπηρεσία αιτιολογική έκθεση για το χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέων. Οι ίδιες διατάξεις έχουν εφαρμογή και για τα κτίρια εκείνα, για τα οποία εκδίδεται πρωτόκολλο επικινδύνως ετοιμορρόπου οικοδομής, μετά την κοινοποίηση της αιτιολογικής έκθεσης χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων». Εξ άλλου, στο άρθρο 32 του ν. 1337/1983 (Α΄33), το οποίο παραπέμπει μεν στις αντίστοιχες, σε σχέση με το άρθρο 4 του ν. 1577/1985, διατάξεις του προηγούμενου ΓΟΚ (άρθρο 79 του ν.δ/τος 8/1973, Α΄124), πλην εξακολουθεί να ισχύει (πρβ. ΣτΕ 1413/2003 7μ.) ορίζονται τα εξής: «1. ... 4. (Η παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 1337/1983 στοιχεί προς το άρθρο 269 του ΚΒΠΝ). Οι ιδιοκτήτες ή νομείς των κτιρίων της παρ. 6 (εννοείται του άρθρου 79 του ν.δ. 8/1973) οφείλουν να διατηρούν τα αρχιτεκτονικά, καλλιτεχνικά και στατικά στοιχεία αυτών και σε οποιαδήποτε περίπτωση καταστροφής τους να τα ανακατασκευάζουν σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας Επιτροπής Ενάσκησης Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, έστω και αν η καταστροφή οφείλεται σε ανώτερη βία. Αν οι ιδιοκτήτες ή νομείς παραλείπουν την υποχρέωσή τους αυτή, μπορεί να επεμβαίνει το δημόσιο ή ο οικείος Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης και να εκτελεί τις εργασίες καταλογίζοντας τη σχετική δαπάνη σε βάρος των υποχρέων. Αυτοί που με όποιο τρόπο κατέχουν τα ακίνητα έχουν την υποχρέωση να δέχονται τις πιο πάνω παρεμβάσεις. Μπορεί το σύνολο ή μέρος της δαπάνης επισκευών ή ανακατασκευών να αναληφθεί από το Δημόσιο ή τον οικείο Ο.Τ.Α., αν οι υπόχρεοι βρίσκονται σε αδυναμία να αντιμετωπίσουν τις δαπάνες αυτές σε σχέση με την απόδοση από την εκμετάλλευση του κτιρίου και αν ταυτόχρονα η βλάβη δεν έγινε από σκόπιμη ενέργειά τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται με Π.Δ/γμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Με όμοια Π.Δ/τα μπορεί να ρυθμιστούν οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, τα αρμόδια για κάθε περίπτωση όργανα, οι διοικητικές κυρώσεις για πράξεις ή παραλείψεις που αντιβαίνουν στις πιο πάνω διατάξεις και κάθε σχετική ή συμπληρωματική λεπτομέρεια». Κατ’ εξουσιοδότηση των ανωτέρω διατάξεων των ν. 1337/1983 και 1577/1985 εκδόθηκε το π.δ. της 15-28.4.1988 (άρθρο 270 ΚΒΠΝ), «Διατήρηση, επισκευή ή ανακατασκευή αρχιτεκτονικών, καλλιτεχνικών και στατικών στοιχείων διατηρητέων κτιρίων» (Δ΄317). Στο εν λόγω διάταγμα ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 1: 1. Σε περίπτωση καταστροφής ή αλλοίωσης των αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών στοιχείων διατηρητέων κτιρίων της παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 1577/1985 καθώς και των κτιρίων που βρίσκονται σε παραδοσιακούς οικισμούς κατά την παρ. 1 του ίδιου άρθρου, η αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία ή ο δήμος ή η κοινότητα, εφόσον τα παραπάνω κτίρια δεν ανήκουν κατά πλήρη κυριότητα στο δημόσιο ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, τάσσει εύλογη προθεσμία στον υπόχρεο για την έναρξη και λήξη των εργασιών για την ανακατασκευή τους. Σε περίπτωση καταστροφής των στατικών στοιχείων των παραπάνω κτιρίων, τα αρμόδια, σύμφωνα με τις διατάξεις περί επικινδύνων οικοδομών, όργανα τάσσουν εύλογη επίσης προθεσμία για την έναρξη και λήξη εργασιών υποστήλωσης και αντιστήριξης των κτιρίων ώστε να αρθεί ο κίνδυνος. 2. Κάθε εργασία για την ανακατασκευή των στοιχείων της προηγουμένης παραγράφου, γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις της Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε.), η οποία σε περίπτωση επικινδύνων οικοδομών αποφαίνεται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες. 3. Σε περίπτωση που οι υπόχρεοι δεν αρχίσουν τις εργασίες αποκατάστασης του κτιρίου ή αρχίσουν τις εργασίες αποκατάστασης αλλά δεν τις περατώσουν μέσα στις προθεσμίες που τους έχουν ταχθεί, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρ. 5 του παρόντος και ταυτόχρονα η πολεοδομική υπηρεσία ή ο δήμος ή η κοινότητα μπορεί να χορηγήσουν νέα προθεσμία για την αποπεράτωση των εργασιών. 4. Αν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες της παρ. 1 και 3, μπορεί το δημόσιο ή ο δήμος ή η κοινότητα να αναλάβουν την εκτέλεση των εργασιών που απαιτούνται, καταλογίζοντας όλη ή μέρος της σχετικής δαπάνης σε βάρος των υποχρέων. Άρθρο 2: … Άρθρο 3: 1. Για τη χορήγηση οικοδομικής άδειας επισκευής ή ανακατασκευής κτιρίων που έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρ. 4 του Νόμ. 1577/1985 ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει στην οικεία Πολεοδομική Υπηρεσία μαζί με τα σχετικά δικαιολογητικά της μελέτης του και έγχρωμες φωτογραφίες όλων των όψεων του κτιρίου, καθώς και φωτογραφίες εσωτερικών χώρων, όπου υπάρχει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. 2. Από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών και μέχρι αποπερατώσεως της επισκευής ή της ανακατασκευής, εκτός από τους ελέγχους που γίνονται στις φάσεις που προβλέπονται από το από 3.9.1983 π.δ/γμα (ΦΕΚ 394/Δ), δύναται κατά την κρίση της Υπηρεσίας που χορηγεί την άδεια, ανάλογα με το είδος και την έκταση της επισκευής ή ανακατασκευής του κτιρίου, να ελέγχονται οι εργασίες και σε άλλες φάσεις. 3. … Άρθρο 4: 1. Οι ιδιοκτήτες ή οι νομείς των κτιρίων του άρθρ. 1 του παρόντος επωμίζονται τις δαπάνες για την επισκευή ή ανακατασκευή των στατικών, αρχιτεκτονικών και καλλιτεχνικών στοιχείων τους και οφείλουν με ίδια μέσα, ύστερα από έγκριση της αρμόδιας αρχής μετά από γνώμη της ΕΠΑΕ εκδιδομένης κατά τη νόμιμη διαδικασία, να προβαίνουν στις αναγκαίες επισκευές ή ανακατασκευές.

2. Αν οι πιο πάνω υπόχρεοι αδρανούν, κωλυσιεργούν, καθυστερούν ή αδυνατούν να προβούν στις σχετικές εργασίες, τις εργασίες αυτές μπορεί να τις εκτελέσει το δημόσιο ή ο οικείος Ο.Τ.Α. υπό τις προϋποθέσεις του άρθρ. 1 του παρόντος, καταλογίζοντας κατ’ αρχήν τις σχετικές δαπάνες σε βάρος των υποχρέων. 3. Στην περίπτωση που η δαπάνη της επισκευής ή ανακατασκευής υπερβαίνει ορισμένα εύλογα όρια που καθορίζονται από τη σχέση δαπάνης και προσόδου από την εκμετάλλευση του ακινήτου, τότε, εφόσον η φθορά δεν προήλθε από σκόπιμη ενέργεια του ιδιοκτήτη, υποχρεούται το Δημόσιο ή ο οικείος Ο.Τ.Α. να αναλάβει το σύνολο ή μέρος της δαπάνης αυτής στο μέτρο που υπερβαίνει τα πιο πάνω όρια, ιδίως δε: α) Σε περίπτωση μη πραγματοποίησης επαρκών εισοδημάτων, από την εκμετάλλευση του κτιρίου. ... β) Στην ύπαρξη διαφωνιών κάθε μορφής ανάμεσα στους συγκυρίους ή συνομείς που οδηγούν στην αδυναμία οικονομικής εκμετάλλευσης του ακινήτου. 4. Η διαπίστωση για τη συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων γίνεται από το φορέα που θα αναλάβει τη δαπάνη... Οι δαπάνες για την ανέγερση της πιο πάνω νέας οικοδομής προϋπολογίζονται από την οικεία πολεοδομική υπηρεσία. 5. Το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. στη δαπάνη αποκατάστασης του κτιρίου καθορίζεται με απόφαση του Υπουργείου αν η σχετική δαπάνη βαρύνει τον προϋπολογισμό του Υπουργείου είτε με απόφαση του Νομάρχη αν η σχετική δαπάνη βαρύνει τον νομαρχιακό προϋπολογισμό είτε με απόφαση του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου αν η σχετική δαπάνη βαρύνει τον δήμο ή την κοινότητα. …

6. Η καταβολή της δαπάνης γίνεται μετά την έναρξη της ιδιοκατοίκησης ή της εκμετάλλευσης του κτιρίου και πάντως το αργότερο σε έξη (6) μήνες μετά το τέλος των εργασιών επισκευής ή ανακατασκευής. 7. Η δαπάνη βαρύνει τον ιδιοκτήτη του ακινήτου και καταβάλλεται για λογαριασμό του από το δημόσιο βεβαιώνεται στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο, σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. Αν η δαπάνη καταβάλλεται από τον δήμο ή την κοινότητα εισπράττεται με απλές βεβαιωτικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων. 8. Κατά της πράξεως καταλογισμού χωρεί προσφυγή ενώπιον του κατά τόπου αρμοδίου διοικητικού Πρωτοδικείου του οποίου η απόφαση υπόκειται σε αναίρεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Άρθρο 5: 1. Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος δ/τος επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη του ακινήτου πρόστιμο από 100.000 δρχ. έως 5.000.000 για καταστροφή χαρακτηριστικών αρχιτεκτονικών στοιχείων του κτιρίου ανάλογα με την έκταση της επέμβασης και κατά την αιτιολογημένη κρίση της πολεοδομικής αρχής. Οι ίδιες κυρώσεις επιβάλλονται και για

τις παραβάσεις των διατάξεων της παρ. 4 εδαφ. α του άρθρ. 32 του

Νόμ. 1337/1983. 2. Σε περίπτωση κατεδάφισης των κτιρίων του άρθρ. 1 κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος, επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη εκτός των κυρώσεων της προηγουμένης παρ. 1 και η ολική ανακατασκευή του κτιρίου σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας Επιτροπής Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου και κατόπιν άδειας της οικείας πολεοδομικής υπηρεσίας. 3. Σε περίπτωση που χαρακτηρίζεται κτίριο ως διατηρητέο στο οποίο έχει γίνει επέμβαση (κατεδάφιση, αλλοίωση, κλπ.) σύμφωνα με νόμιμη άδεια, η αποκατάσταση του γίνεται με δαπάνη του Δημοσίου, δήμου ή κοινότητας χωρίς να επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο αυτό κυρώσεις στον ιδιοκτήτη. 4. Τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου βεβαιώνονται στο Δημόσιο Ταμείο, εισπράττονται ως δημόσιο έσοδο και αποδίδονται ολόκληρα στο Ειδικό Ταμείο Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΤΕΡΠΣ)».

12. Επειδή, περαιτέρω, στο π.δ. 13.-22.4.1929, «Περί επικινδύνων οικοδομών» (Α΄153), ορίζονται τα εξής: «Άρθρο 1 (άρθρο 422 ΚΒΠΝ):

1. Διακρίνονται 4 περιπτώσεις επικίνδυνων οικοδομών. Επικίνδυνοι από απόψεως στατικής και δομικής από απόψεως υγιεινής, από απόψεως ασφαλείας κατά του πυρός, και από απόψεως κυκλοφορίας του κοινού εις τον εσωτερικόν χώρον συναθροίσεως. 2. Οικοδομή και εν γένει κατασκευή τις θεωρείται επικίνδυνος από απόψεως στατικής και δομικής (κοινώς ετοιμόρροπος) όταν λόγω ανεπαρκούς ή κακής θεμελιώσεως κακής ποιότητας ή συνθέσεως των υλικών εξ’ ών αποτελείται κακοτέχνου εργασίας, δομήσεως, υποσκαφής ή διαβρώσεως υπό υδάτων ή ετέρων υγρών ακαταλλήλου διατάξεως ή συνδέσεως ή ανεπαρκών διαστάσεων των στοιχείων αυτής δεν παρουσιάζη εν όλω ή εν μέρει την απαιτουμένην δια τα φορτία τα οποία θα βαστάζη, και εν γένει τον προορισμόν της ασφάλειαν. Δι’ άς περιπτώσεις δεν έχει εκδοθή ειδικός κανονισμός ασφαλείας (ήτοι όρια ασφαλείας υλικών, τηρητέοι κανόνες υπολογισμού, όροι ποιότητος και επεξεργασίας και εφαρμογής υλικών, κανόνες δομήσεως και δοκιμαί υλικών και κατασκευών), λαμβάνονται υπόψη τα γενικώς εν τη επιστήμη ισχύοντα εν σχέσει προς την ειδικήν φύσιν και επεξεργασίαν των υλικών και τον τρόπον δομήσεως της υπό έλεγχον κατασκευής. Οσάκις υφίστανται σαφείς ενδείξεις του κινδύνου εκδηλούμεναι δια σημαντικών καθιζήσεων, παρεκκλίσεων, αποσυνθέσεων μαζών τοιχοποιίας ρωγμών, δηλωτικών στατικής ανεπαρκείας εις σημείον επικίνδυνον, ο κίνδυνος θεωρείται ως άμεσος και η κατασκευή χαρακτηρίζεται κοινώς ως επικινδύνως ετοιμόρροπος. Το αυτό ισχύει και οσάκις δεν υπάρχουσι μεν τοιαύται εξωτερικαί ενδείξεις αλλ’ εκ του υπολογισμού ή του τρόπου δομήσεως (δια τα υπό εκτέλεσιν έργα) ή της επενεργείας ωρισμένων γνωστών αιτίων προκύπτη αναμφισβήτητος η ύπαρξις του κινδύνου. … 3. … 4. … Άρθρο 2 (άρθρο 423 ΚΒΠΝ.): 1. Πας πολίτης δικαιούται να καταγγέλη την πιθανολογούμενην ύπαρξιν κινδύνου εις τας οικοδομάς η δε αστυνομική αρχή και η επί της εφαρμογής του σχεδίου υπηρεσία δικαιούνται να θέτωσιν υπό έλεγχον προς εξακρίβωσιν υπάρχοντος τυχόν κινδύνου πάν κατασκεύασμα είτε αποπερατωθέν είτε υπό κατασκευήν διατελούν. 2. Εν πάση περιπτώσει αρμοδία δια την ενάσκησιν του ελέγχου, ως προς τον υφιστάμενον κίνδυνον κατασκευών είναι η επί της εφαρμογής του σχεδίου τεχνική υπηρεσία, εις ήν και πρέπει να παραπέμπηται πάσα σχετική καταγγελία ή αίτησις η δε αστυνομική αρχή οφείλει να επιβάλλει την εκτέλεσιν των υπό της υπηρεσίας ταύτης αποφασιζομένων κατά το παρόν διάταγμα. 3. … Άρθρο 3 (άρθρο 424 ΚΒΠΝ.): Εις κτίρια επικίνδυνα από απόψεως υγιεινής ή ασφαλείας κατά του πυρός επιβάλλεται η άρσις του κινδύνου ή τα εκ της τυχόν μη τοιαύτης άρσεως αναγκαστικά μέτρα, εφόσον ο οικοδομικός κανονισμός προβλέπει ρητώς τούτο δια την υπό τον έλεγχον περίπτωσιν. Εάν όμως ο κίνδυνος υφίσταται, ως προς την ασφάλειαν της κατασκευής από απόψεως στατικής ή δομικής ή από οποιασδήποτε απόψεως εις χώρους συγκεντρώσεως του κοινού, η άρσις αυτού και τα εκ τυχόν μη άρσεως μέτρα επιβάλλονται αμέσως εις πάσαν περίπτωσιν άνευ ουδεμιάς εξαιρέσεως. Άρθρο 4 (άρθρο 425 ΚΒΠΝ.): 1. Η επί του ελέγχου του κινδύνου υπηρεσία (ο υπό του νομομηχανικού ή προϊσταμένου του επί της εφαρμογής του σχεδίου γραφείου ή του προϊσταμένου των υποτεταγμένων αυτών γραφείων οριζόμενος τεχνικός υπάλληλος) κατόπιν καταγγελίας ή αιτήσεως ή ειδοποιήσεως υπό της αστυνομικής αρχής ή και οίκοθεν ενεργούσα προβαίνει εις την αυτοψίαν προς εξακρίβωσιν του κινδύνου συντάσσουσα περί τούτου σχετικήν έκθεσιν (πρωτόκολλο). … 2. Η ως άνω έκθεσις πρέπει να διασαφηνίζη το εξετασθέν ακίνητον και να καθορίζη το είδος και την έκτασιν του κινδύνου, ως επίσης και λεπτομερώς τα εφαρμοστέα προς άρσιν αυτού μέτρα, το αναγκαίον ή ού της εν όλω ή εν μέρει εκκενώσεως των διαμερισμάτων δια την πραγματοποίησιν των μέτρων τούτων και την προθεσμίαν εντός της οποίας πρέπει ταύτα να αρθώσι (αναλόγως του βαθμού του κινδύνου). … Η έκθεσις πλην των άλλων πρέπει να μνημονεύη εάν η κατεδάφισις επιβάλλεται λόγω αποκλεισμού των επισκευών ως επίσης να ορίζη σαφώς και λεπτομερώς τας συνεπείας των εν αυτή υποδεικνυομένων. 3. Δια την αποτροπήν του κινδύνου πρέπει να υποδεικνύωνται τα ηπιώτερα κατά προτίμησιν μέτρα οίον επισκευαί, ενισχύσεις, μεταρρυθμίσεις, προσθήκαι κλπ. εν εσχάτη δε ανάγκη οριστικαί κατεδαφίσεις. Πάντως αι υποδεικνυόμεναι εργασίαι πρέπει να επιτρέπωνται υπό των κειμένων διατάξεων (π.χ. περίπτωσις μη επισκευής, αλλά κατεδαφίσεως επισκευασίμου μεν αλλά ρυμοτομούμενου επικίνδυνου τμήματος κτιρίου) ή του οικοδομικού κανονισμού, εις περίπτωσιν δε κατεδαφίσεως μεσοτοίχου προς ανοικοδόμησιν ασφαλέστερου και των εκ ταύτης συνεπειών (Κεφάλαια XVI και XVII οικοδομικού κανονισμού) να επιβάλληται μόνιμος τρόπος αποσοβήσεως του κινδύνου και ουχί πρόχειρα μέτρα. Ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εφαρμόζη ταχέως και εμπροθέσμως τα εν τη εκθέσει της αυτοψίας υποδεικνυόμενα μέτρα δικαιούμενος να πραγματοποιή και ριζικώτερα τοιαύτα. … 4. Μη πραγματοποιούντος του ιδιοκτήτου εμπροθέσμως την εφαρμογήν των εν τη εκθέσει υποδεικνυόμενων μέτρων τότε η αστυνομική αρχή καθ’ υπόδειξη της κατά τα ανωτέρω παρ. 1 τεχνικής υπηρεσίας, προβαίνει εις άρσιν του κινδύνου, εφαρμόζουσα τα επόμενα μέτρα: α) ... β) ... Άρθρο 5 (άρθρο 426 ΚΒΠΝ.): 1. Αντίγραφον της κατά το προηγούμενον άρθρον εκθέσεως κοινοποιείται υπό της τεχνικής υπηρεσίας δια της αστυνομικής αρχής εις τον ιδιοκτήτην και τους τυχόν ενοίκους. … Οι ενδιαφερόμενοι δικαιούνται να υποβάλωσιν ενστάσεις κατά της τυχόν εκθέσεως της τεχνικής υπηρεσίας εντός ωρισμένης ανατρεπτικής προθεσμίας, οριζομένης εν αυτή τη εκθέσει...”.

13. Επειδή, τέλος, με την υπ’ αριθμ. οικ./1381/ΤΣΕΠ31.2/1993 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων με τίτλο «Σύσταση Τομέα Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων (Τ.Α.Σ.) Νομού Αχαΐας» (Β΄649), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση της από 28.7.1978 Πράξεως Νομοθετικού Περιεχομένου «Περί αποκαταστάσεως ζημιών εκ σεισμών Βορείου Ελλάδος κ.λπ. …» (Α΄117), η οποία κυρώθηκε με το ν. 867/1979 (Α΄24), ορίστηκαν τα ακόλουθα: «1. Το έργο της αποκατάστασης των ζημιών από το σεισμό που έγινε στις 14 Ιουλίου 1993 ανατίθεται στη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών του Νομού Αχαΐας και πραγματοποιείται από τον Τομέα Αποκατάστασης Σεισμόπληκτων (Τ.Α.Σ.) με τις οδηγίες και τον άμεσο έλεγχο της Υ.Α.Σ.. 2. Στη Δ/νση Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Αχαΐας συνιστάται Τομέας Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων με έδρα την Πάτρα και με αρμοδιότητες στην περιοχή, που τα όριά της καθορίστηκαν με την Πράξη 117/4.8.93 του Υπουργικού Συμβουλίου (ΦΕΚ Α`133/9.8.93). 3. Διάρθρωση Τ.Α.Σ.: Τον Τομέα Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων (Τ.Α.Σ.) που συνιστάται στην Πάτρα, απαρτίζουν τα Γραφεία: α. Γραφείο Μελετών Επισκευών και Ελέγχου Δανείων. β. Γραφείο Κατασκευών και ελέγχου ποιότητας της κατασκευής. γ. Γραφείο Πολεοδομίας. δ. Γραφείο Διοικητικό και Γραμματείας. 4. Αρμοδιότητα Τ.Α.Σ.: Στην αρμοδιότητα του Τομέα Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων υπάγονται τα ακόλουθα θέματα που κατανέμονται στα Γραφεία του ως εξής: α. Γραφείο Μελετών Επισκευών και Ελέγχου Δανείων. Στην Αρμοδιότητα του Γραφείου ανήκουν: - Ο έλεγχος των στατικών και αντισεισμικών μελετών των επισκευών, των κτιρίων, που έχουν βλαφθεί. - Όλες οι τεχνικοοικονομικές διαδικασίες για τη χορήγηση αδειών επισκευής, η έγκριση δανείων επισκευών και ανακατασκευών, η παρακολούθηση της απορρόφησης δανείων και η τήρηση στατιστικών στοιχείων. … β. Γραφείο Κατασκευών και Ελέγχου Ποιότητας της Κατασκευής: Στην αρμοδιότητα του Γραφείου ανήκουν: - Η εποπτεία και ο έλεγχος των εργασιών για την επισκευή ή ανακατασκευή των φερόντων στοιχείων και τοιχοδομών των ιδιωτικών κτηρίων, η χορήγηση βεβαιώσεων για την πρόοδο των εργασιών για τη δανειοδότηση, η επίβλεψη της βελτίωσης ή εκτέλεσης δημόσιων έργων και κτηρίων που χρηματοδοτούνται από το πρόγραμμα της αποκατάστασης σεισμοπλήκτων αν δεν υπάρχει άλλος φορέας για την επίβλεψη αυτή... γ. Γραφείο Πολεοδομίας: Στην αρμοδιότητα του Γραφείου ανήκουν: - Η έκδοση οικοδομικών αδειών και – Η εφαρμογή πολεοδομικών διατάξεων για την ανακατασκευή των κτηρίων που κρίθηκαν κατεδαφιστέα ή η δαπάνη για την επισκευή τους είναι υπέρμετρη. δ. ...». Επιπλέον, με την υπ’ αριθμ. 1387/ΤΣΕΠ32/1993 απόφαση των Υφυπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, «Πιστωτικές διευκολύνσεις για την αποκατάσταση των ζημιών από το σεισμό της 14ης Ιουλίου 1993 σε περιοχές του Ν. Αχαΐας» (Β΄648), εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση των ίδιων ως άνω νομοθετικών ρυθμίσεων, ορίστηκαν τα εξής: «Α. ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΠΡΟΣ ΙΔΙΩΤΕΣ: Ι. Εγκρίνεται η χορήγηση στεγαστικών δανείων για την αποκατάσταση των ζημιών σε κτίρια οποιασδήποτε χρήσης που προκάλεσε ο σεισμός της 14ης Ιουλίου 1993 σε περιοχές του Νομού Αχαΐας: 1. ...».

14. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων της πολεοδομικής νομοθεσίας συνάγονται τα εξής: Οι διαδικασίες χαρακτηρισμού οικοδομών το μεν ως διατηρητέων κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ) και κατ’ επιταγή των άρθρων 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος (πρβ. ΣτΕ 744/2003 σκ. 6), το δε ως επικινδύνως ετοιμόρροπων, είναι αυτοτελείς και διακριτές μεταξύ τους και αποβλέπουν σε διαφορετικό σκοπό, ήτοι η μεν πρώτη στην προστασία στο διηνεκές στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς που κρίνονται διατηρητέα, ενώ η δεύτερη στην προστασία του κοινού από στατικώς επικίνδυνα κτήρια (ΣτΕ 3536/2006 7μ. σκ. 7, 3476/2008 σκ. 4, 1181/2009 σκ. 6, 5416/2012 σκ. 6 κ.ά.). Τούτων παρέπεται ότι η κρατική προστασία των οικοδομών αυτών ως στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, που συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, αρχιτεκτονική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας, η οποία εκδηλώνεται με την επιβολή εις βάρος των ιδιοκτητών και νομέων τους της υποχρεώσεως επαναφοράς τους στην αρχική τους μορφή (ΣτΕ 774/2003 σκ. 6, 1413/2003 7μ. σκ. 5), δεν περιλαμβάνει μόνο τη δυνατότητα αποκαταστάσεως της στατικής και δομικής τους επάρκειας εφόσον είναι δεκτικές επισκευών, όπως στην περίπτωση των απλώς ετοιμόρροπων οικοδομών, αλλά εκτείνεται και στην ολική και εξ υπαρχής ανακατασκευή τους μετά την κατεδάφιση (ΣτΕ 1413/2003 7μ. σκ. 7, 3536/2006 7μ. σκ. 7, 3476/2008 σκ. 4, 1181/2009 σκ. 6, 5416/2012 σκ. 6 κ.ά.). Επομένως, ο χαρακτηρισμός μίας οικοδομής ως επικινδύνως ετοιμόρροπης και η συνεπεία του χαρακτηρισμού αυτού κατεδάφισή της δεν καθιστά υποχρεωτική την ανάκληση της πράξεως χαρακτηρισμού της ως διατηρητέας, εφόσον από την ισχύ της τελευταίας εξαρτάται το είδος και η έκταση των επιτρεπόμενων ή επιβαλλόμενων επεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένης της μερικής ή ολικής ανακατασκευής της (πρβλ. ΣτΕ 3476/2008 σκ. 4, 1181/2009 σκ. 6, 5416/2012 σκ. 5). Το ζήτημα δε της αναλήψεως των δαπανών αποκαταστάσεως διατηρητέου κτίσματος ρυθμίζεται ειδικώς στις διατάξεις του άρθρου 5 του π.δ. της 15.-28.4.1988 και δη αναλόγως του αν η βλάβη ή η κατεδάφιση συνδέονται με νόμιμες ή μη άδειες (ΣτΕ 1413/2003 7μ. σκ. 7, 4559/2005 σκ. 7). Οι διατάξεις του εν λόγω διατάγματος συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων ως προς το ζήτημα της καλύψεως των δαπανών αποκαταστάσεως διατηρητέου κτίσματος, οι δαπάνες δε αυτές βαρύνουν, καταρχήν, τον ιδιοκτήτη ή νομέα του κτίσματος εκτός εάν πρόκειται για δαπάνες: α) που υπερβαίνουν ένα εύλογο όριο, οπότε ανακύπτει υποχρέωση του Δημοσίου ή των ΟΤΑ να αναλάβουν το σύνολο ή μέρος του υπερβάλλοντος, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 4 και εκδοθεί η απόφαση της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, ή β) που αφορούν στην πλήρη αποκατάσταση οικοδομής κατεδαφισθείσας δυνάμει νόμιμης άδειας. Ειδικώς στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την οποία κατεδαφίζεται διατηρητέο κτήριο ύστερα από άδεια των αρμόδιων αρχών, αγωγή αποζημιώσεως κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχεί στις δαπάνες αποκαταστάσεως του διατηρητέου κτίσματος κατ’ επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 5 του ως άνω π.δ., ασκείται παραδεκτώς μόνον εφόσον έχει προηγηθεί άρνηση ή έχει στοιχειοθετηθεί παράλειψη της Διοικήσεως να ικανοποιήσει εν όλω ή εν μέρει σχετικό αίτημα του διοικουμένου, αίτημα, δηλαδή, για απόδοση της σχετικής δαπάνης, ύστερα από τον υπολογισμό της, δεν είναι δε παραδεκτή η άσκηση ευθείας αγωγής με αίτημα την απόδοση των σχετικών δαπανών αποκαταστάσεως του διατηρητέου κτίσματος χωρίς να έχει προηγηθεί η υποβολή σχετικού αιτήματος ενώπιον της Διοικήσεως (πρβ. ΣτΕ 4627/2013 7μ. σκ. 5) ούτε, άλλωστε, είναι παραδεκτή αγωγή με αίτημα την αναγνώριση της υποχρεώσεως των αρμοδίων οργάνων να προβούν στην ανακατασκευή του κατεδαφισθέντος κατόπιν νόμιμης άδειας διατηρητέου κτηρίου (και της αναγνωρίσεως αντίστοιχου δικαιώματος υπέρ των ιδιοκτητών του διατηρητέου κτίσματος), κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 7.

15. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε συνδυασμό προς τα λοιπά, παραδεκτώς ληπτέα υπόψη κατ’ αναίρεση, διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε στην ιδιοκτησία του ένα διώροφο κτήριο επί της οδού ..., αριθμός 11 στην Πάτρα, το οποίο υπέστη ζημιές κατά τη διάρκεια των σεισμών του έτους 1993. Για την αποκατάστασή τους υπέβαλε την από 30.9.1993 αίτηση ενώπιον του Τομέα Αποκαταστάσεως Σεισμοπλήκτων (ΤΑΣ) της Νομαρχίας Αχαΐας. Στις 19.7.1994 πραγματοποιήθηκε αυτοψία στο εν λόγω ακίνητο και συνετάγη η 4368/93/6.9.1994 «βεβαίωση αυτοψίας ωμοπλινθόκτιστου κτηρίου» από τον Προϊστάμενο του ΤΑΣ, στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι

«... οι ζημίες του δεν επιδέχονται ουσιαστική αποκατάσταση με επισκευή που θα εξασφαλίζει την αναγκαία αντισεισμική αντοχή του και κρίνεται κατεδαφιστέο». Ωστόσο, με την 898/2.2.1995 απόφαση του Προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας η προαναφερόμενη βεβαίωση αυτοψίας ανακλήθηκε λόγω μη νόμιμης εκδόσεώς της. Ακολούθως, αρμόδιοι υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Αχαΐας, αφού διενήργησαν αυτοψία στην εν λόγω οικοδομή, συνέταξαν το 10155/9.2.1995 (εκ παραδρομής αναγράφεται στην αναιρεσιβαλλόμενη το έτος 1998) «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής». Με το εν λόγω πρωτόκολλο διαπιστώθηκε ότι η επίμαχη οικοδομή συνιστούσε διώροφο λιθόκτιστο κεραμοσκεπές κτίσμα, που παρουσίαζε σοβαρές ζημιές οι οποίες εκδηλώνονταν με διαμπερείς ρηγματώσεις της φέρουσας τοιχοποιίας, αποσάθρωση υλικών και μερική κατακρήμνιση της στέγης, κρίθηκε, δε, περαιτέρω ότι έπρεπε να κατεδαφισθεί μέχρι τα θεμέλια εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση του ως άνω πρωτοκόλλου. Εξ άλλου, με το οικ.1386/20.2.1995 έγγραφο του Προϊσταμένου του ΤΑΣ της Νομαρχίας Αχαΐας, κοινοποιήθηκαν στο Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών δεκατρία (13) πρωτόκολλα απλώς και επικινδύνως ετοιμόρροπων οικοδομών, μεταξύ των οποίων και αυτό που αφορούσε την επίμαχη οικοδομή. Ακολούθως, η Επιτροπή Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (ΕΠΑΕ), θεωρώντας, μεταξύ άλλων, το κτίσμα αυτό ως αξιόλογο, εισηγήθηκε, με το 15/18.4.1995 πρακτικό της (θέμα 25ο), να τηρηθούν οι νόμιμες διαδικασίες για τον χαρακτηρισμό του ως διατηρητέου, ενώ με το 18/17.5.1995 (θέμα 15ο) πρακτικό της, η ΕΠΑΕ διατύπωσε γνώμη υπέρ του χαρακτηρισμού αυτού. Παράλληλα, η Προϊσταμένη του Τμήματος Πολεοδομίας της Νομαρχίας Αχαΐας με το Χ2391/9.5.1995 έγγραφό της προς την Επιτροπή Επανεξετάσεως Πρωτοκόλλων Επικινδυνότητας ζήτησε τον επανέλεγχο, μεταξύ άλλων, και του επίδικου κτίσματος και την πρόταση άλλων ηπιότερων μέτρων, ώστε να αρθεί ο κίνδυνος και να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση της διαδικασίας χαρακτηρισμού και διασώσεως των κτηρίων αυτών. Στις 7.8.1995 περιήλθε στο Τμήμα Πολεοδομίας Αχαΐας το 955/29.6.1995 έγγραφο του ΤΑΣ, με το οποίο εκδηλώθηκε η άρνηση της αρχής αυτής να προβεί σε επανεξέταση των κοινοποιηθέντων πρωτοκόλλων απλώς και επικινδύνως ετοιμόρροπων οικοδομών, με την αιτιολογία ότι αυτά είχαν συνταχθεί από τους αρμόδιους υπαλλήλους του ΤΑΣ, σύμφωνα με το π.δ. 13/22.4.1929 «περί επικινδύνων οικοδομών». Το έγγραφο δε αυτό κοινοποιήθηκε και στον πρώτο αναιρεσίβλητο στις 24.8.1995. Τελικώς, το 10155/9.2.1995 πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής κοινοποιήθηκε στον ίδιο αναιρεσίβλητο ύστερα από την από 29.12.1995 παραγγελία της Διευθύντριας Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΧΟΠ), της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως (Ν.Α.) Αχαΐας προς το Β΄ Αστυνομικό Τμήμα Πατρών. Στο κοινοποιηθέν πρωτόκολλο αναφερόταν ότι επρόκειτο για διώροφο λιθόκτιστο κτίσμα, το οποίο παρουσίαζε σοβαρές ζημιές που εκδηλώνονταν με διαμπερείς ρηγματώσεις της φέρουσας τοιχοποιίας, αποσάθρωση υλικών και μερική κατακρήμνιση της στέγης, καθώς και ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς καταλόγους των Υπουργείων Πολιτισμού και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, δεν ήταν διατηρητέο. Επιπλέον, όμως, σε άλλη παράγραφο του ίδιου εγγράφου αναφερόταν ότι είχε ξεκινήσει η διαδικασία χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου. Ακολούθως, εκδόθηκε η 9420/1760/

31.3.1997 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Δ΄362/7.5.1997), με την οποία χαρακτηρίσθηκαν ως διατηρητέα κτήρια που βρίσκονταν εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Πατρέων, μεταξύ δε αυτών και το επίμαχο κτήριο. Στις 4.6.1997 κοινοποιήθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο, ..., το ΑΒΜ/1539/4.6.1997 κλητήριο θέσπισμα, με το οποίο του αποδόθηκε η κατηγορία ότι στις 11.3.1997 καταλήφθηκε, ως ιδιοκτήτης του διώροφου κτίσματος επί της οδού ... αριθμ. 11 στην Πάτρα, να μην το έχει κατεδαφίσει, μη συμμορφούμενος προς το 10155/9.2.1995 πρωτόκολλο της Πολεοδομίας Πατρών. Κατά την εκδίκαση, όμως, της υποθέσεως αυτής στις 13.10.1997 στο Πταισματοδικείο, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος αθωώθηκε λόγω της επιγενόμενης συμμορφώσεώς του προς το προαναφερόμενο πρωτόκολλο. Μετά την κατεδάφιση του επίμαχου κτηρίου ο ... υπέβαλε ενώπιον της Διευθύνσεως ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως (Ν.Α.) Αχαΐας την από 22.12.1997 αίτηση, με την οποία ζήτησε να του χορηγηθεί άδεια οικοδομής προκειμένου να ανεγείρει στο ως άνω ακίνητό του νέα τετραώροφη οικοδομή με υπόγειο και πατάρι. Το αίτημά του αυτό έγινε δεκτό και του χορηγήθηκε η 204/5.3.1998 άδεια οικοδομής. Ωστόσο, ενώ είχαν ξεκινήσει οι οικοδομικές εργασίες, η Προϊσταμένη της Διευθύνσεως ΧΟΠ της Ν.Α. Αχαΐας ζήτησε, με το 2673/10.3.1999 έγγραφό της, από το Β΄ Αστυνομικό Τμήμα Πατρών να προβεί στη διακοπή τους, διότι κατά την έκδοση της άδειας οικοδομής δεν είχε ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το κτήριο είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο. Κατόπιν αυτού, οι ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 24.12.2001 αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, προβάλλοντας ότι, σε συμμόρφωση προς το 10155/9.2.1995 «πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής», κατεδάφισαν το επίμαχο κτίσμα στα τέλη Μαρτίου του έτους 1997, χωρίς ουδέποτε να έχουν λάβει γνώση ότι αυτό επρόκειτο να χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο, ισχυριζόμενοι ότι η σχετική σημείωση στο προαναφερόμενο πρωτόκολλο είχε τεθεί εκ των υστέρων, γεγονός που αποτελούσε παραποίηση δημοσίου εγγράφου, με αποτέλεσμα να συνεχισθεί η διαδικασία κατεδαφίσεως του κτίσματος και να εκδοθεί νέα οικοδομική άδεια για την ανοικοδόμησή του. Περαιτέρω, ισχυρίστηκαν ότι ο χαρακτηρισμός του εν λόγω κτίσματος ως διατηρητέου ήταν παράνομος, αφού, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε περίπτωση που μία οικοδομή κριθεί ως επικινδύνως ετοιμόρροπη, με συνέπεια να είναι υποχρεωτική η κατεδάφισή της μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, χωρίς να προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής ενστάσεων λόγω της αμεσότητας των επαπειλούμενων κινδύνων, εμποδίζεται ο χαρακτηρισμός της ως διατηρητέας. Επίσης, υποστήριξαν ότι από την αντιφατική συμπεριφορά των συναρμόδιων υπηρεσιών, οι οποίες, αφενός μεν επέβαλαν την κατεδάφιση του κτηρίου και κατόπιν χορήγησαν νέα οικοδομική άδεια, αφετέρου δε προέβησαν, εν αγνοία των αναιρεσειόντων, στη διαδικασία κηρύξεώς του ως διατηρητέου και διέταξαν τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων υπέστη ζημία ποσού 5.000.000 δρχ. ή 14.673,50 ευρώ, που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει για την έκδοση της 204/1998 άδειας οικοδομής, την αποκατάσταση της οποίας ζητούσε με την αγωγή του. Επιπλέον, υποστήριξαν ότι, εξαιτίας των παράνομων αυτών πράξεων και παραλείψεων των οργάνων των αρμοδίων υπηρεσιών, ο ίδιος αναιρεσίβλητος υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του, προς αποκατάσταση της οποίας ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό των 29.347,03 ευρώ. Τέλος, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι το Δημόσιο και ο Δήμος Πατρέων όφειλαν με δαπάνες τους να προβούν στην ανακατασκευή του διατηρητέου κτηρίου, κατ’ εφαρμογή της διατάξεώς της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. της 28.4.1988 και να τους καταβληθεί ως αποζημίωση το κόστος ανακατασκευής του διατηρητέου κτηρίου τους, το οποίο υπολόγισαν σε 135.000.000 δρχ. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους προσκόμισαν: α) την υπ’ αριθμ. 204/1998 άδεια οικοδομής, β) εξώδικες δηλώσεις προς τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας και το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, γ) την από 18.12.2001 ανάλυση κόστους ανακατασκευής της οικοδομής, ως διατηρητέας, της αρχιτέκτονα ..., καθώς και άλλα ιδιωτικά έγγραφα της ίδιας αρχιτέκτονος, στα οποία υπολογιζόταν ότι το κόστος ανακατασκευής της οικοδομής τους ως διατηρητέας θα ανερχόταν στο ποσό των 135.000000 δρχ. και δ) το 5652/1997 συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας και δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας της Συμβολαιογράφου Πατρών, Θεοδώρας Μεταξά, με το οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του εν λόγω οικοπέδου στους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ήτοι στη θυγατέρα του ... και στους ανήλικους (τότε) εγγονούς του .... Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της με την 9/2006 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πατρών, κατά της οποίας οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πατρών. Το τελευταίο, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα της αναιρεσείουσας Ν.Α. Αχαΐας παρανόμως δεν επανεξέτασαν την κατάσταση της χαρακτηρισθείσας ως επικινδύνως ετοιμόρροπης οικοδομής, λαμβάνοντας υπόψη και σταθμίζοντας τον χαρακτηρισμό της ως διατηρητέας, ούτως ώστε, εάν διαπίστωναν ότι ο κίνδυνος ήταν δυνατόν να αποτραπεί με την αποκατάσταση της στατικής επάρκειάς της, να αναθεωρούσαν την έκθεση αυτοψίας επικινδύνως ετοιμόρροπης οικοδομής ή, σε αντίθετη περίπτωση, να προέβαιναν σε ανάκληση του χαρακτηρισμού της ως διατηρητέας. Επομένως, κατά το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού τα ως άνω όργανα «παρανόμως δεν προέβησαν, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση της πράξεως χαρακτηρισμού της ως άνω οικοδομής ως διατηρητέας στις ανωτέρω ενέργειες με αποτέλεσμα να δημιουργείται αμφιβολία ως προς το ποια από τις εκδοθείσες πράξεις έπρεπε να εφαρμοσθεί», θεμελιωνόταν ευθύνη της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον συνέτρεχε παρανομία των οργάνων της, που εκδηλώθηκε κατά την άσκηση από αυτά της δημόσιας εξουσίας που τους είχε ανατεθεί, βρισκόταν σε εσωτερική συνάφεια με αυτήν και τελούσε σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με το αναφερόμενο στην αγωγή ζημιογόνο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, κατά το δικάσαν διοικητικό εφετείο, εφόσον το 10155/9.2.1995 πρωτόκολλο αυτοψίας επικίνδυνα ετοιμόρροπης οικοδομής υπεγράφη από τους μηχανικούς στις 9.2.1995 και εμπεριείχε σαφή εντολή κατεδαφίσεως εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίησή του του ως άνω κτίσματος, η δε Διεύθυνση ΧΟΠ της Ν.Α. Αχαΐας στο 14344/3.3.2000 έγγραφό της ανέφερε ότι η διαδικασία χαρακτηρισμού του κτηρίου ως διατηρητέου είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο- Μάιο του έτους 1995, η πρόταση «έχει ξεκινήσει η διαδικασία χαρακτηρισμού του», που εμπεριεχόταν στο 10155/9.2.1995 πρωτόκολλο, είχε συμπληρωθεί μεταγενεστέρως της εκδόσεώς του και δεν προέκυπτε από κάποιο στοιχείο ότι κατά την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου αυτού στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στις 29.12.1995 είχε ήδη συμπληρωθεί η ανωτέρω φράση. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι οι αναιρεσίβλητοι, ενόψει των ανωτέρω παράνομων ενεργειών των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, εδικαιούντο να λάβουν αποζημίωση για το κόστος εκδόσεως της 204/1998 οικοδομικής άδειας, την οποία, ύστερα από τη διαταχθείσα διακοπή των οικοδομικών εργασιών, δεν μπόρεσαν να υλοποιήσουν και το οποίο κόστος, όπως προέκυπτε από το σώμα της ως άνω πρωτοδίκως προσκομισθείσας οικοδομικής άδειας, ανερχόταν σε 4.705.341 δρχ. ή 13.808,77 ευρώ, εξαφάνισε δε ως προς το σχετικό κεφάλαιο την πρωτόδικη απόφαση κατά μερική παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι τα αιτήματα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία είχαν διατυπώσει στην αγωγή τους, να αναγνωρισθεί αφενός μεν ότι το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Πατρέων όφειλαν με δαπάνες τους να προβούν στην ανακατασκευή του κατεδαφισθέντος κτηρίου και αφετέρου ότι τα ως άνω νομικά πρόσωπα υπείχαν υποχρέωση εις ολόκληρον καταβολής στους αναιρεσιβλήτους ποσού 135.000.000 δρχ. ή 410.858 ευρώ που αντιστοιχούσε στο κόστος της μελλοντικής ανακατασκευής του κτηρίου αυτού, δεν ετίθεντο στην αγωγή ως επικουρικά αιτήματα και συνεπώς ήταν αντιφατικά, άρα απορριπτέα. Και τούτο διότι, σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εάν μεν γινόταν δεκτό ότι το Δημόσιο ή ο Δήμος Πατρέων υπεχρεούντο σε ανακατασκευή του κτηρίου, τότε, προδήλως, οι αναιρεσίβλητοι δεν εδικαιούντο των δαπανών ανακατασκευής, αφού αυτές θα βάρυναν το Δημόσιο ή το Δήμο που θα διενεργούσε αυτή την ανακατασκευή, ενώ εάν επιδικαζόταν στους αναιρεσιβλήτους το προαναφερθέν ποσό (135.000.000 δρχ. ή 410.858 ευρώ) προκειμένου αυτοί να ανακατασκευάσουν το κτήριο, δεν μπορούσε να υλοποιηθεί η υποχρέωση του Δημοσίου ή Δήμου Πατρέων για ανακατασκευή του κτηρίου. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο επικύρωσε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, την κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως προς τα ως άνω αιτήματα ως απαράδεκτη. Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο, ως το πρώτον προβαλλόμενο με το υπόμνημα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιόν του, το λόγο εφέσεως σχετικά με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος για καταβολή αποζημιώσεως ποσού 10.000.000 δρχ. ή 29.347,03 ευρώ στον πρώτο αναιρεσίβλητο λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, με τη σκέψη ότι με την έφεση δεν αμφισβητήθηκε η σχετική απορριπτική κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχτηκε εν μέρει την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο της αποκαταστάσεως της δαπάνης για την έκδοση της 204/1998 οικοδομικής άδειας και αναγνώρισε την υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους ως αποζημίωση το ποσό των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην ανωτέρω δαπάνη.

16. Επειδή, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αχαΐας (πρώτη αίτηση) ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν έκανε δεκτό το παράπονο της ανωτέρω Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως περί αοριστίας της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, η αγωγή ήταν αόριστη, τα δε αιτήματά της αντιφατικά. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλεται ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων ήταν αόριστη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ως άνω αγωγή, όπως προκύπτει από το σχετικό δικόγραφο, το οποίο, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται ευθέως από το αναιρετικό δικαστήριο και όπως αυτή περιγράφεται ανωτέρω, είχε συγκεκριμένα αιτήματα και δεν ήταν αόριστη. Ειδικώς δε ως προς το κονδύλιο των 13.808,77 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην αποκατάσταση της δαπάνης για την έκδοση της 204/1998 οικοδομικής άδειας επ’ ονόματι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ο λόγος αυτός παρίσταται απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι το σχετικό αίτημα της αγωγής ήταν σαφώς καθορισμένο, εφόσον σε αυτό αναφερόταν το αιτούμενο ποσό και η αιτία για την οποία το ποσό αυτό οφειλόταν (πρβ. ΣτΕ 201/2014 σκ. 8, 1468/2008 σκ. 4, 215/2008 σκ. 4). Το δικάσαν δε διοικητικό εφετείο, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 73 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄97), θεώρησε το ως άνω αίτημα της αγωγής ως ορισμένο. Περαιτέρω, όπως βεβαιώνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω ποσό των 13.808,77 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, το ύψος της δαπάνης στην οποία αυτοί είχαν υποβληθεί προκειμένου να τους χορηγηθεί η ανωτέρω οικοδομική άδεια, προέκυπτε από το σώμα της πρωτοδίκως προσκομισθείσας 204/1998 οικοδομικής αυτής άδειας. Επομένως, αβασίμως η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση προβάλλει ότι το ως άνω κονδύλιο της αγωγής εσφαλμένως έγινε δεκτό από το δικάσαν διοικητικό εφετείο, διότι δεν προέκυπταν από την αγωγή οι επί μέρους δαπάνες με ανάλυση κατά ειδικότερο κονδύλιο (αμοιβές μηχανικών για εκπόνηση μελετών, καταβολή εισφορών ασφαλιστικά ταμεία κ.λπ.). Κατά το μέρος δε που με το λόγο αυτό προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι δεν απέρριψε ως αντιφατικά τα λοιπά αιτήματα της αγωγής αφενός μεν περί ανακατασκευής του επίμαχου κτηρίου με δαπάνη των εναγομένων, αφετέρου δε περί καταβολής, ως αποζημιώσεως, του ποσού που αντιστοιχεί στη δαπάνη αυτή, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως έγινε δεκτός από το δικάσαν δικαστήριο, το οποίο απέρριψε τα ως άνω αιτήματα της αγωγής ως αντιφατικά.

17. Επειδή, περαιτέρω, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση προβάλλει με την ως άνω πρώτη αίτηση αναιρέσεως ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, απέρριψε ισχυρισμό της, σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή απαραδέκτως στρεφόταν κατ’ αυτής ως προς το αίτημα για την αποκατάσταση της ζημίας που αντιστοιχούσε στην απόδοση των δαπανών για την έκδοση της 204/1998 οικοδομικής άδειας. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, υπόχρεοι για την κάλυψη των δαπανών αποκαταστάσεως στην προτέρα κατάσταση κατεδαφισθέντος κτηρίου που χαρακτηρίστηκε διατηρητέο είναι, κατά το π.δ. της 15.-28.4.1988 (Δ΄317), το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Πατρέων και όχι η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, το ίδιο δε ισχύει, κατά συνεκδοχή, και για τις δαπάνες για την έκδοση της ως άνω άδειας οικοδομής και τη σχετική αποζημίωση για την αποκατάσταση της αντίστοιχης ζημίας. Συνεπώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αφού η αναιρεσείουσα δεν είχε εκ του νόμου ευθύνη να αποκαταστήσει τις επεμβάσεις σε διατηρητέο κτήριο, δεν βαρυνόταν και με τη δαπάνη για την έκδοση της ως άνω οικοδομικής άδειας, το δικάσαν

δε διοικητικό εφετείο έπρεπε να είχε απορρίψει το σχετικό κονδύλιο

της αγωγής ως προς την αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε

διότι, εν προκειμένω το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατά την έννοια

της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατέληξε στην κρίση ότι η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση ευθυνόταν να αποκαταστήσει τη ζημία των αναιρεσιβλήτων που αντιστοιχούσε στη δαπάνη στην οποία αυτοί υποβλήθηκαν για την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας προκειμένου αυτοί όχι να αποκαταστήσουν το χαρακτηρισθέν ως διατηρητέο κατεδαφισθέν κτίσμα τους αλλά προκειμένου να ανεγείρουν στο ακίνητό τους τετραώροφη οικοδομή, αφού έκρινε ότι ενέργειες, στις οποίες είχαν προβεί όργανα της ως άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως κατά την έκδοση της ανωτέρω οικοδομικής άδειας, ήταν παράνομες και συγκεκριμένα ότι παρανόμως τα αρμόδια κατά νόμο για την έκδοση της ως άνω άδειας όργανα της ανωτέρω Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως προέβησαν στην έκδοση της 204/1998 οικοδομικής άδειας επ’ ονόματι του πρώτου αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι επρόκειτο για διατηρητέο κτίσμα. Ειδικότερα, η Προϊσταμένη της Διευθύνσεως ΧΟΠ της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας ζήτησε, με το 2673/10.3.1999 έγγραφό της, από το Β΄ Αστυνομικό Τμήμα Πατρών να προβεί στη διακοπή των οικοδομικών εργασιών στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, διότι, κατά την έκδοση της άδειας οικοδομής για την έναρξη οικοδομικών εργασιών στο ως άνω ακίνητο από τα αρμόδια προς τούτο κατά νόμο όργανα της αναιρεσείουσας Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως, τα όργανα αυτά δεν είχαν λάβει υπόψη τους το γεγονός ότι το κτήριο που βρισκόταν στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο, με συνέπεια να υποβληθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δαπάνη εκδόσεως της ως άνω οικοδομικής άδειας, την υλοποίηση της οποίας, ενόψει του χαρακτηρισμού του κτηρίου τους ως διατηρητέου, ουδέποτε μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον, δηλαδή, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι τα αρμόδια όργανα της ως άνω Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως εξέδωσαν παρανόμως, για τον ως άνω λόγο, την ανωτέρω οικοδομική άδεια, ορθώς το δικάσαν δικαστήριο, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, κατέληξε στην κρίση ότι υπόχρεη να αποζημιώσει τους αναιρεσιβλήτους για τη δαπάνη στην οποία αυτοί είχαν υποβληθεί προκειμένου να λάβουν την ως άνω οικοδομική άδεια, στο κύρος της οποίας οι αναιρεσίβλητοι καλοπίστως πίστεψαν, ήταν η αναιρεσείουσα Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση. Η δαπάνη δε αυτή είναι αυτοτελής δαπάνη και αποτελούσε ξεχωριστό κονδύλιο της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, διάφορο από το κονδύλιο της ίδιας αγωγής περί αποδόσεως της δαπάνης ανακατασκευής του κατεδαφισθέντος διατηρητέου κτηρίου των αναιρεσιβλήτων, κατ’ επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. της 15.-28.4.1988, η οποία βαρύνει πράγματι είτε το Δημόσιο είτε την αρμόδια δημοτική αρχή, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στις επί μέρους διατάξεις του ως άνω π.δ.

18. Επειδή, προβάλλεται, επίσης, ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο προέβη σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και, ενόψει αυτού, δέχθηκε εν μέρει την έφεση των αναιρεσιβλήτων αντί να την απορρίψει εξ ολοκλήρου. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος (ΣτΕ 3362/2013 σκ. 7, 117/2011 σκ. 6 κ.ά.). Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε με νόμιμη αιτιολογία ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν γνώση του γεγονότος ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο και ότι καλοπίστως το κατεδάφισαν και στη συνέχεια καλοπίστως ζήτησαν να οικοδομήσουν τετραώροφη οικοδομή, για την ανέγερση της οποίας εκδόθηκε η 204/1998 οικοδομική άδεια, όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση, ότι, δηλαδή, οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο, ότι ήταν εξ αρχής ενήμεροι για την έναρξη της διαδικασίας κηρύξεως του κτηρίου ως διατηρητέου και ότι, παρόλα αυτά, προέβησαν σε κατεδάφισή του και εν συνεχεία ζήτησαν την έκδοση της ως άνω οικοδομικής άδειας προκειμένου να ανεγείρουν στο ακίνητό τους τετραώροφη οικοδομή, με συνέπεια να απορρέει εξ αυτού του γεγονότος συνυπαιτιότητά τους, κατ’ άρθρο 300 ΑΚ, πλήττουν την περί του αντιθέτου ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν εγνώριζαν ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο και πρέπει να απορριφθούν ως απαραδέκτως προβαλλόμενα.

19. Επειδή, όπως εξετέθη ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με την αγωγή τους ζήτησαν, μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί ότι το Ελληνικό Δημόσιο και ο Δήμος Πατρέων όφειλαν, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. της 15.4.1988, με δαπάνες τους να προβούν στην ανακατασκευή του κατεδαφισθέντος κτηρίου τους, περαιτέρω δε ζήτησαν να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των ανωτέρω νομικών προσώπων να καταβάλουν εις ολόκληρον στους αναιρεσείοντες το ποσό των 135.000.000 δρχ, το οποίο αντιστοιχεί στο κόστος της μελλοντικής ανακατασκευής του κτηρίου αυτού. Τα αιτήματα όμως αυτά, με τα οποία αφενός μεν ζητήθηκε η αναγνώριση “δικαιώματος” των αναιρεσειόντων (και αντίστοιχη υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου ή του Δήμου Πατρέων), κατ’ επίκληση διατάξεως νόμου, αφετέρου δε, έστω και επικουρικά, η επιδίκαση αποζημιώσεως, ίσης με τη δαπάνη ανακατασκευής του κτιρίου τους ως συνέπεια της αναγνωρίσεως του ανωτέρω “δικαιώματος” των αναιρεσειόντων χωρίς αυτοί να επικαλούνται ότι έχουν οι ίδιοι ήδη υποβληθεί στη σχετική δαπάνη ανακατασκευής του χαρακτηρισθέντος ως διατηρητέου κτηρίου τους που κατεδαφίστηκε ή ότι απευθύνθηκαν στη Διοίκηση με συγκεκριμένο αίτημα ειδικώς για την απόδοση της δαπάνης ανακατασκευής του κτηρίου τους, επικαλούμενοι τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. της 15.4.1988 και ότι η Διοίκηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά τους αυτό, δεν μπορούσαν, κατά τα εκτεθέντα στις σκέψεις 7 και 13, να αποτελέσουν αιτήματα αγωγής του ΚΔΔ, ως προς τα αιτήματα δε αυτά η αγωγή των αναιρεσειόντων ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη. Και ναι μεν οι αναιρεσείοντες προέβαλαν με το δικόγραφο της αγωγής τους ότι απηύθηναν το από 23.2.2001 εξώδικο έγγραφο προς το Τμήμα Πολεοδομίας Πατρών και το Τμήμα Παραδοσιακών του ΥΠΕΧΩΔΕ με περιεχόμενο “να προβούν οι εναγόμενοι στις κατά νόμο υποχρεώσεις τους προκειμένου να ολοκληρωθεί η οικοδομή μας, που εξ υπαιτιότητος και παρανομίας δικής τους, δεν μπορούμε να ολοκληρώσουμε”, πλην, όπως περιγράφουν το έγγραφο αυτό στο ως άνω δικόγραφο, δεν προκύπτει ούτε, άλλωστε, οι αναιρεσείοντες προέβαλαν ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, ότι με το έγγραφο αυτό ζητήθηκε ειδικώς από το Δημόσιο ή το Δήμο Πατρέων (ο οποίος φαίνεται να μην περιλαμβάνεται μεταξύ των αποδεκτών του εγγράφου αυτού, όπως αυτό περιγράφεται από τους αναιρεσείοντες στην αγωγή τους) να αποδοθεί η δαπάνη για την ανακατασκευή του κατεδαφισθέντος κτίσματός τους, κατ’ επίκληση της παρ. 3 του άρθρου 5 του π.δ. του της 15.4.1988, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, ότι με την αγωγή τους οι αναιρεσείοντες ζήτησαν να αποκατασταθεί η ζημία τους από την παράνομη σιωπηρή άρνηση του ως άνω Δήμου ή του Δημοσίου να ικανοποιήσει το σχετικό τους αίτημα. Με τα δεδομένα αυτά, ορθώς, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων ως προς τα ανωτέρω αιτήματα, οι λόγοι δε αναιρέσεως οι οποίοι προβάλλονται με την υπό κρίση δεύτερη αίτηση, όπως αυτή συμπληρώθηκε με το από 20.11.2009 δικόγραφο πρόσθετων λόγων και οι οποίοι πλήττουν την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία απορρίφθηκε κατά το μέρος αυτό η αγωγή των αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα την κρίση ότι η αγωγή αυτή ήταν απορριπτέα ως προς τα ως άνω αιτήματα, διότι τα αιτήματα αυτά ήταν μεταξύ τους αντιφατικά, εφόσον δεν ετίθεντο στην αγωγή επικουρικά, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς. Ειδικότερα, ενόψει, των προεκτεθέντων, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι λόγοι με τους οποίους προβάλλεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 80 και επομ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προέβη στην απόρριψη ως αντιφατικών των αιτημάτων των αναιρεσειόντων για αναγνώριση της υποχρεώσεως του Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Πατρέων να προβούν στην ανακατασκευή του επίμαχου και χαρακτηρισθέντος ως διατηρητέου κτηρίου με δικές τους δαπάνες και να επιδικασθεί εις βάρος τους και εις ολόκληρον το ποσό των 140.000.000 δραχμών (ή 410.858 ευρώ), που αντιστοιχούσε στην ανωτέρω δαπάνη, ως αποζημίωση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, εξαιτίας των παρανόμων πράξεων της Διοικήσεως (χαρακτηρισμός της οικοδομής ως επικινδύνως ετοιμόρροπης και διατηρητέας) και ότι το δικάσαν δικαστήριο όφειλε, στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος που διέπει τη διοικητική δίκη, είτε να εξετάσει αρχικώς το πρώτο από τα ως άνω αιτήματα, η αποδοχή του οποίου θα καθιστούσε την απόρριψη του δεύτερου ως αλυσιτελούς, και ακολούθως το δεύτερο, είτε να εξετάσει και να κάνει δεκτό όποιο από τα δύο ήταν, κατά την κρίση του, νόμιμο. Περαιτέρω, ενόψει των προεκτεθέντων, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς και οι λόγοι που προβάλλονται με το από 20.11.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, συναφώς, ότι το κύριο αίτημα της αγωγής ήταν το πρώτο από το ανωτέρω αιτήματα, δηλαδή το αίτημα για αποκατάσταση “in natura”, το δε αίτημα αποζημιώσεως είχε επικουρικό χαρακτήρα καθώς και τα προβαλλόμενα ότι το δικάσαν δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τα ανωτέρω αιτήματα διαδοχικά και τέλος ότι η σχετική κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου παρίσταται προϊόν υπέρμετρης τυπολατρίας, κατά παράβαση των σχετικών επιταγών του Συντάγματος (άρθρο 20 παρ. 1 και 25) και της ΕΣΔΑ (άρθρο 6 παρ. 1και 13) για αποτελεσματική δικαστική προστασία.

20. Επειδή, εξ άλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 97 του Κ.Δ.Δ. που αφορά το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως ορίζονται τα εξής: “Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο περιορίζεται να κρίνει την υπόθεση μέσα στα όριο των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της πρωτόδικης απόφασης...”, στη δε παρ. 1 του άρθρου 98 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: “Αν η έφεση κριθεί βάσιμη, το δικαστήριο, κατά περίπτωση, είτε εξαφανίζει εν όλω ή εν μέρει την πρωτόδικη απόφαση και δικάζει, κατά το μέρος που εξαφανίζει την απόφαση, το ένδικο βοήθημα, είτε τη μεταρρυθμίζει”.

21. Επειδή, με το δικόγραφο της κρινόμενης δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, περαιτέρω, ότι παρίσταται εσφαλμένη η κρίση του δικάσαντος διοικητικού εφετείου με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτο και συγκεκριμένα ως το πρώτον προβαλλόμενο με το υπόμνημα μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου το παράπονό τους σχετικά με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος της αγωγής για καταβολή αποζημιώσεως ποσού 10.000.000 δρχ. ή 29.347,03 ευρώ στον πρώτο αναιρεσείοντα λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι η σκέψη της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία το σχετικό παράπονο ήταν απαράδεκτο, διότι με το δικόγραφο της εφέσεως δεν αμφισβητήθηκε η σχετική απορριπτική κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως αλλά η κρίση αυτή αμφισβητήθηκε το πρώτον με το υπόμνημα που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του εφετείου, είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, κατά τους αναιρεσείοντες, η κρίση του εφετείου, ύστερα από αποδοχή της εφέσεως τους, ότι ήταν παράνομη η συμπεριφορά των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Αχαΐας, και ότι εξ αιτίας της παράνομης αυτής συμπεριφοράς υπήρχε υποχρέωση της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως να αποζημιώσει τους αναιρεσείοντες έπρεπε να οδηγήσει στην εν όλω εξαφάνιση της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου και να καταστήσει εκ νέου εκκρεμή την αγωγή τους ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου στο σύνολό της, ως προς το σύνολο, δηλαδή των αιτημάτων της, επομένως και ως προς το αίτημα της αγωγής που αφορούσε την επιδίκαση στον πρώτο αναιρεσείοντα του ως άνω ποσού ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητάς του. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι το ως άνω αίτημα της αγωγής που αφορούσε την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος ήταν αυτοτελές αίτημα σε σχέση με τα λοιπά αιτήματα της αγωγής, η απόρριψη δε του αιτήματος αυτού της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποτελούσε χωριστό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως, το οποίο οι αναιρεσείοντες έπρεπε να προσβάλουν ειδικώς με το δικόγραφο της εφέσεως, ώστε η διαφορά να αχθεί προς κρίση ενώπιον του διοικητικού εφετείου ως προς το κεφάλαιο αυτό της πρωτόδικης αποφάσεως (πρβ. ΣτΕ 322/2014 7μ. σκ. 7, 2021/2010 σκ. 8, 3088/1990 σκ. 2 κ.ά.). Δεν αρκούσε δε για να αχθεί το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου η αμφισβήτηση με την έφεση των αναιρεσειόντων της κρίσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι εν προκειμένω είχαν συντελεστεί ή όχι παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της Διοικήσεως κατά την έκδοση της 204/1998 οικοδομικής άδειας και η αμφισβήτηση της ορθότητας της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς την μη επιδίκαση του κονδυλίου της αγωγής που αντιστοιχούσε στη δαπάνη εκδόσεως της εν λόγω άδειας, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, διότι η τελευταία αυτή κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως αποτελούσε αυτοτελές, σε σχέση με την κρίση της ίδιας αποφάσεως περί μη επιδικάσεως αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως. Εφόσον, επομένως, με το δικόγραφο της εφέσεως οι αναιρεσείοντες δεν προσέβαλαν το σχετικό κεφάλαιο της πρωτόδικης αποφάσεως περί μη επιδικάσεως αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος και δεν αμφισβήτησαν τη σχετική με το κεφάλαιο αυτό κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς το ως άνω αίτημα της αγωγής, απαραδέκτως αμφισβήτησαν τη σχετική κρίση του ως άνω δικαστηρίου το πρώτον με το υπόμνημα που κατέθεσαν ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου. Με το τελευταίο μόνον να αναπτύξουν τους προβληθέντες λόγους εφέσεως μπορούσαν και όχι να προβάλουν νέα παράπονα κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, όπως ορθώς έκρινε το δικάσαν δικαστήριο, όλα δε τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση τα προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες ότι με την έφεσή τους παραπονέθηκαν για το σύνολο της πρωτόδικης αποφάσεως, δεδομένου ότι αυτοί με την έφεσή τους παραπονέθηκαν για την κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως ότι αυτοί ήταν “συνυπαίτιοι” για την έκδοση της 204/2008 οικοδομικής άδειας, υπό την έννοια ότι ζήτησαν να τους χορηγηθεί η ως άνω άδεια ενώ γνώριζαν ότι το ακίνητό τους είχε χαρακτηρισθεί ως διατηρητέο καθώς και για την κρίση της πρωτόδικης αποφάσεως ότι δεν αποδείχθηκε ότι η δαπάνη για την έκδοση της άδειας αυτής ανερχόταν στο ποσό που ανέφεραν οι αναιρεσείοντες, όχι όμως και για την απόρριψη του αυτοτελούς κονδυλίου της αγωγής τους που αφορούσε την επιδίκαση αποζημιώσεως για την αποκατάσταση της προσβολής της προσωπικότητας του πρώτου αναιρεσείοντος.

22. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, οι υπό κρίση συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει τις συνεκδικαζόμενες αιτήσεις.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου ως προς τη δεύτερη αίτηση. Και

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες ιδιώτες τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων για τη δεύτερη αίτηση αναιρέσεως, δηλαδή τη δικαστική δαπάνη της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας και τη δικαστική δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται για καθέναν από τους αναιρεσιβλήτους αυτούς σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Φεβρουαρίου 2015

 Ο Πρόεδρος του Α? Τμήματος   Η Γραμματέας του Α Τμήματος

Ν. Σακελλαρίου   Β. Ραφαηλάκη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 11ης Ιανουαρίου 2016.

 Ο Πρόεδρος του Α? Τμήματος  Η Γραμματέας του Α Τμήματος

Αν. Γκότσης   Β. Ραφαηλάκη

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με τη σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ..............................................

Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος  Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 33/2015

 

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σ. Μαρκάτης, Ολ. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Κ. Κονιδιτσιώτου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 18 Οκτωβρίου 2011 αίτηση:

του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ..., η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η   υπ’ αριθ. 1307/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Εμμανουηλίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται, κατά το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31), η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1307/2010 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά της 1941/2006 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Οργανισμός να της καταβάλει, νομιμοτόκως και σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, ποσό 3.665,38 ευρώ, ως αποζημίωση για τη μη καταβολή σε αυτήν της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας, για τη χρονική περίοδο από 1.3.1998 έως 31.1.2002.

3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην παρ. 3 προϋποθέσεων (Σ.τ.Ε. 1395, 2300-2, 3412-3/2014). Περαιτέρω, αν με την αίτηση αναιρέσεως αμφισβητείται μόνο το ύψος των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ύψος της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων ( Σ.τ.Ε. 903,904, 1395, 2300-2, 3412-3/2014). Εξάλλου, αν κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό των τόκων, γιατί είναι άγνωστο σε ποιο χρονικό σημείο θα εκπληρωθεί η σχετική παροχή (καταβολή τόκων), δεν συντρέχει κατ’ αρχήν λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω του αντικειμένου της δίκης (Σ.τ.Ε. 903,904, 1395, 2300-2, 3412-3/2014), εκτός αν, ενόψει και του ύψους της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς είναι, προδήλως, κατώτερο των 40.000 ευρώ (ΣτΕ 1875/2012 , 7μ., 3792/2012, 903,904, 1395, 2300-2, 3412-3/2014).

4. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 2 του ν. 3900/2010 ορίζει ότι «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας …». Κατά τη διάταξη αυτή, όταν υπάρξει απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο νομοθέτης επιτρέπει μεν την κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, αφήνοντας, πάντως, το ζήτημα αυτό στην ευχέρεια του διαδίκου. Συνεπώς, έστω και αν η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική ρητή κρίση, η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 δεν εξετάζεται χωρίς την προβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος (βλ. ΣτΕ 2412/2012 7μ., 1435, 2300-2, 3412-3/2014).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις 18.10.2011 και επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (11.1.2010). Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ύψος των οφειλόμενων από την επίδοση της αγωγής τόκων, αν δηλαδή οι τελευταίοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο ή με βάση το ειδικώς προβλεπόμενο για το Δημόσιο και τα εξομοιούμενα με αυτό ν.π.δ.δ. από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, Α΄ 139) επιτόκιο 6%. Με τα δεδομένα αυτά, το ποσό της κρινόμενης διαφοράς περιορίζεται μόνο στους τόκους της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται σε ποσό 3.665,38 ευρώ και, συνεπώς, είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ. Ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ.1 του ν.3900/2010, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Οργανισμού, κατά τους οποίους το ακριβές ποσό των τόκων δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, επειδή είναι άγνωστη η χρονική περίοδος που καταλαμβάνει η απαίτηση αυτή. Ενόψει δε του απαραδέκτου αυτού, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Οργανισμού που ερείδονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάσθηκε από τον τελευταίο ως άνω νόμο (Σ.τ.Ε. 625, 1291, 1304, 1326,1650, 2300-2, 3412-3/2014), αν και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Οργανισμού περί σπουδαίου νομικού ζητήματος που τίθεται με την κρινόμενη αίτηση, αναφέρεται όχι στο ισχύον καθεστώς, αλλά στο προηγούμενο, εκείνο του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112) [ΣτΕ 1875/2012, 7μ., 1808/2013, 1395, 3412-3/2014]. Εξάλλου, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει μεν ρητή κρίση περί αντιθέσεως διατάξεων νόμου (του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου) σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, ελλείψει, όμως, προβολής σχετικού ειδικού ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 για την άρση του απαραδέκτου, το ζήτημα της ενδεχομένης συνδρομής των προϋποθέσεων της τελευταίας αυτής διατάξεως δεν εξετάζεται, κατά τα προεκτεθέντα, αυτεπαγγέλτως (βλ. ΣτΕ 2412/2012 7μ. 1435, 2300-2, 3412-3/2014).

6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2014

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης  Μ. Βλασερού

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας του Α' Τμήματος

Αν. Γκότσης  Β. Ραφαηλάκη

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 41/2015

 

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σ. Μαρκάτης, Ολ. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 5 Ιουλίου 2011 αίτηση:

του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά της ..., η οποία δεν παρέστη.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η   υπ’ αριθ. 15532/2010 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Εμμανουηλίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται, κατά το νόμο (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31), η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 15532/2010 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού κατά της 14444/2004 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή της αναιρεσίβλητης και υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων Οργανισμός να της καταβάλει, νομιμοτόκως και σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, το ποσό των 3.583,80 ευρώ, ως αποζημίωση για τη μη καταβολή σε αυτήν της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας, για τη χρονική περίοδο από 1.1.1998 έως 31.12.2001.

3. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της…». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, προκειμένου να κριθεί παραδεκτή αίτηση αναιρέσεως, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο ως άνω παραγράφων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των αναφερομένων στην παρ. 3 προϋποθέσεων (Σ.τ.Ε. 1395, 2300-2, 3412-3/2014). Περαιτέρω, αν με την αίτηση αναιρέσεως αμφισβητείται μόνο το ύψος των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ύψος της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων (Σ.τ.Ε. 903,904, 1395, 2300-2, 3412-3/2014). Εξάλλου, αν κατά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό των τόκων, γιατί είναι άγνωστο σε ποιο χρονικό σημείο θα εκπληρωθεί η σχετική παροχή (καταβολή τόκων), δεν συντρέχει κατ’ αρχήν λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως λόγω του αντικειμένου της δίκης (Σ.τ.Ε. 903,904, 1395, 2300-2/2014), εκτός αν, ενόψει και του ύψους της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς είναι, προδήλως, κατώτερο των 40.000 ευρώ (ΣτΕ 1875/2012 , 7μ., 3792/2012, 903,904, 1395, 2300-2, 3412-3/2014).

4. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 2 του ν. 3900/2010 ορίζει ότι: «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας …». Κατά τη διάταξη αυτή, όταν υπάρξει απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο νομοθέτης επιτρέπει μεν την κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, αφήνοντας, πάντως, το ζήτημα αυτό στην ευχέρεια του διαδίκου. Συνεπώς, έστω και αν η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει σχετική ρητή κρίση, η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 δεν εξετάζεται χωρίς την προβολή σχετικού ισχυρισμού εκ μέρους του αναιρεσείοντος (βλ. ΣτΕ 2412/2012 7μ., 1435, 2300-2, 3412-3/2014).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών στις 13.7.2011 και επομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ύψος των οφειλόμενων από την επίδοση της αγωγής τόκων, αν δηλαδή οι τελευταίοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο ή με βάση το ειδικώς προβλεπόμενο για το Δημόσιο και τα εξομοιούμενα με αυτό ν.π.δ.δ. από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, Α΄ 139) επιτόκιο 6%. Με τα δεδομένα αυτά, το ποσό της κρινόμενης διαφοράς περιορίζεται μόνο στους τόκους της απαίτησης της αναιρεσίβλητης, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 3.583,80 ευρώ και, συνεπώς, είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ. Ενόψει των προεκτεθέντων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται απαραδέκτως, σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 παρ.1 του ν.3900/2010, απορριπτομένων ως αβασίμων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Οργανισμού, κατά τους οποίους το ακριβές ποσό των τόκων δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί, επειδή είναι άγνωστη η χρονική περίοδος που καταλαμβάνει η απαίτηση αυτή. Ενόψει δε του απαραδέκτου αυτού, καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος Οργανισμού που ερείδονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από τον τελευταίο πιο πάνω νόμο (Σ.τ.Ε. 625, 1291, 1304, 1326,1650, 2300-2, 2312-3/2014), ο δε ειδικότερος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Οργανισμού περί σπουδαίου νομικού ζητήματος που τίθεται με την κρινόμενη αίτηση, αναφέρεται όχι στο ισχύον καθεστώς, αλλά στο προηγούμενο, εκείνο του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112) [ΣτΕ 1875/2012 7μ., 1808/2013, 1395, 2312-3/2014]. Εξάλλου, ναι μεν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ρητή κρίση περί αντίθεσης διατάξεων νόμου (του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου) σε διατάξεις υπέρτερης τυπικής ισχύος, ελλείψει, όμως, προβολής σχετικού ειδικού ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του ν. 3900/2010 για την άρση του απαραδέκτου, το ζήτημα της ενδεχομένης συνδρομής των προϋποθέσεων της τελευταίας αυτής διάταξης δεν εξετάζεται, κατά τα προεκτεθέντα, αυτεπαγγέλτως (βλ. ΣτΕ 2412/2012 7μ. 1435, 2300-2, 2312-3/2014).

6. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης  Β. Κατσιώνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2015.

 Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας του Α' Τμήματος

 Αν. Γκότσης   Β. Ραφαηλάκη

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 124/2015

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Σπ. Μαρκάτης, Ο. Ζύγουρα, Σύμβουλοι, Δ. Εμμανουηλίδης, Αικ. Ρωξάνα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 25 Αυγούστου 2009 αίτηση:

του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στην Αθήνα (Πατησίων 30), ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των: 1) ... και 55) ..., οι οποίες δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 121/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Αικ. Ρωξάνα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, νομίμως ασκηθείσα χωρίς την καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 121/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού συνεκδικάσθηκαν αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Οργανισμού και, κατόπιν αποδοχής εφέσεως ορισμένων εκ των αναιρεσιβλήτων, μεταρρυθμίσθηκε η 16604/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση, κατόπιν εν όλω ή εν μέρει αποδοχής της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να τους καταβάλει ποσά κυμαινόμενα από 914 έως 4.258,78 ευρώ με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα από 1.3.1997 έως 31.12.2001 της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας. Με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μετά τη μεταρρύθμιση της πρωτόδικης απόφασης αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του ΟΓΑ να καταβάλει αποζημίωση νομιμοτόκως και προκειμένου για πέντε αναιρεσίβλητες, οι αγωγές των οποίων είχαν μεν γίνει πρωτοδίκως εν μέρει δεκτές, πλην όμως είχε παραλειφθεί ο υπολογισμός και η αναγνώριση της σχετικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος Οργανισμού.

2. Επειδή, ο αναιρεσείων Οργανισμός με την 2051/20455/ 21.11.2014 δήλωσή του περί παραιτήσεως (αρ.πρωτ. ΣτΕ Π 7082/21.11.2014), στην οποία επισυνάπτονται 14 θεωρημένα από τον Πρόεδρο του Ν.Σ.Κ. Πρακτικά της Τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 6 του ν. 3086/2002 (Α΄ 324) του Γραφείου Νομικού Συμβούλου του ΟΓΑ, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως ως προς τις 4η, 6η, 10η, 11η, 13η, 19η, 24η, 26η, 28η, 30ή, 32η, 34η, 35η, 36η, 39η, 52η και 53η των αναιρεσιβλήτων και, συγκεκριμένα, ως προς τις ..... Συνεπώς, η δίκη πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), εξακολουθεί όμως να διατηρεί το αντικείμενό της ως προς τις λοιπές τριάντα οκτώ (38) αναιρεσίβλητες.

3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση, παρά τη μη παράσταση των αναιρεσιβλήτων στο ακροατήριο, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από την 6625Β/26.4.2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., αντίγραφα της κρινομένης αιτήσεως και της από 15.11.2011 πράξεως του Προέδρου του Α΄ Τμήματος περί εισηγητή και δικασίμου της υποθέσεως επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στις αναιρεσίβλητες.

4. Επειδή, στην παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με τα άρθρα 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112/10.7.2009), και ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), το οποίο άρχισε να ισχύει από 1.1.2011 (άρθρο 70 του τελευταίου αυτού νόμου), ορίζεται ότι «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ… Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο, όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) …, β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων». Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, οι οποίες, σύμφωνα με τα άρθρα 35 (παρ. 3) και 51 του ως άνω ν. 3772/2009 καταλαμβάνουν τις εφ’ εξής (10.7.2009) ασκούμενες αιτήσεις αναίρεσης, θεσπίζεται ως πάγια ρύθμιση το απαράδεκτο της άσκησης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε όλες γενικώς τις υποθέσεις, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ, ως εξαίρεση δε το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναίρεσης, εάν ο αναιρεσείων προβάλει με το εισαγωγικό δικόγραφο και με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, μεταξύ άλλων, ότι, αν και το ποσό της διαφοράς είναι κατώτερο από 40.000 ευρώ, με την αίτηση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων (βλ. Σ.τ.Ε. 3475-76/2011 Ολ., 4991/2012 , 4158/2013 , 533/2014 κ.ά.). Εξάλλου, από τις ανωτέρω διατάξεις, συνάγεται ότι, εάν με την αίτηση αμφισβητείται μόνο το ποσό των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ποσό της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων (Σ.τ.Ε. 3793/2012 , 2211/2014 , βλ. και Σ.τ.Ε. 977/2009 ). Εφόσον δε κατά την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με την οποία αμφισβητείται μόνο η ανωτέρω παρεπόμενη απαίτηση, δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί το ακριβές ποσό των τόκων, γιατί είναι άγνωστο σε ποιο χρονικό σημείο θα εκπληρωθεί η σχετική παροχή (καταβολή τόκων), δεν συντρέχει, κατ’ αρχήν, λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο, εκτός αν, εν όψει του ποσού της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ (Σ.τ.Ε. 3793/2012 , 2211 , 2647 , 3339 , 3722/2014 ).

5. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, οι αναιρεσίβλητες είναι πολύτεκνες μητέρες, οι οποίες ελάμβαναν την ισόβια σύνταξη του άρθρου 63 παρ. 4 ν. 1892/1990, η οποία διεκόπη λόγω υπερβάσεως του εισοδηματικού ορίου που έθετε το άρθρο 39 του ν. 2459/1997 και η κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα Π3δ/οικ1078/ 19.3.1997 ΚΥΑ. Η παροχή αυτή άρχισε να καταβάλλεται εκ νέου από 1.1.2001, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 50 του ν. 2972/2002. Με την από 22.8.2003 κοινή αγωγή τους οι αναιρεσίβλητες ισχυρίσθηκαν, ότι η θέσπιση με την ως άνω διάταξη ανώτατου ορίου οικογενειακού εισοδήματος για τη χορήγηση της ισόβιας σύνταξης αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 2 του Συντάγματος. Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός όφειλε να τους καταβάλει νομιμοτόκως ορισμένα ποσά, ως αποζημίωση για τη μη χορήγηση κατά διαφορετικά χρονικά διαστήματα της ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας. Το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή, εν όλω ή εν μέρει ως προς ορισμένες αναιρεσίβλητες και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα Οργανισμό να τους καταβάλει ποσά κυμαινόμενα από 914 έως 4.258,78 ευρώ, σύμφωνα με το γενικώς ισχύον επιτόκιο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής Κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, εκ μέρους του ΟΓΑ αφενός, και πέντε αναιρεσιβλήτων αφετέρου, ως προς τις οποίες, ενώ είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, το διοικητικό πρωτοδικείο είχε παραλείψει να υπολογίσει και να αναγνωρίσει το οφειλόμενο ποσό αποζημιώσεως. Το δικάσαν διοικητικό εφετείο απέρριψε την έφεση του ΟΓΑ και έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων. Στη συνέχεια δε, αφού μεταρρύθμισε την πρωτόδικη απόφαση, υπολόγισε τα οφειλόμενα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωση του ΟΓΑ να καταβάλει νομιμοτόκως τις επίδικες απαιτήσεις.

6. Επειδή, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διοικητικού εφετείου την 1η.9.2009, υπό την ισχύ, δηλαδή, των διατάξεων του ν. 3772/2009. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αμφισβητείται η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την τοκογονία της κυρίας απαιτήσεως στην περίπτωση αναγνωριστικής αγωγής, ενώ με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι μη νομίμως κρίθηκε ότι ο υπολογισμός των τόκων θα πρέπει να γίνει με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο και όχι με το επιτόκιο 6% του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά αποκλειστικά το έντοκο των απαιτήσεων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ανέρχονται σε ποσά κυμαινόμενα από 914 έως 4.258,78 ευρώ. Συνεπώς, το αντικείμενο της κρινόμενης διαφοράς, το οποίο είναι χρηματικό και περιορίζεται μόνο στους τόκους των ως άνω ποσών, είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ, αβασίμως δε προβάλλει ο αναιρεσείων Οργανισμός τα αντίθετα (ΣτΕ 4913/2012, 1261/2013, 2584/2013, 3533/2014 κ.ά.). Για την άρση του απαραδέκτου λόγω ποσού, ο αναιρεσείων Οργανισμός προβάλλει ότι τα θέματα που τίθενται με τους λόγους αναιρέσεως είναι σπουδαία νομικά ζητήματα, ενόψει και της διαμορφωθείσας αντίθετης νομολογιακής τάσης που έχει δημιουργηθεί από το ΣτΕ και τον Άρειο Πάγο. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, καθ’ ό μέρος αφορά το τιθέμενο με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ζήτημα της τοκογονίας επί αναγνωριστικής αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι η τοκογονία επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποτελεί πλέον «σπουδαίο νομικό ζήτημα» δεδομένου ότι έχει ήδη επιλυθεί με την απόφαση 7/2011 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, σε συμφωνία μάλιστα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 περί παραδεκτής ασκήσεως του ενδίκου αυτού μέσου λόγω επιγενομένως ανακυψάσης αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία (ΣτΕ 2584/2013 , 1847/2014 , 353/2014, 3533/2014). Περαιτέρω, με τον αυτό ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Οργανισμού προβάλλεται ότι με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως τίθεται και το σπουδαίο νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας και της συμβατότητας προς την ΕΣΔΑ της θεσπίσεως επιτοκίου 6% βάσει της διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου επί μη καταβολής του επιδόματος πολύτεκνης μητέρας του άρθρου 63 του ν. 1892/1990.

7. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944 – Α΄ 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ορίζεται ότι : «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, την οποία ακολούθησε η 2114/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκε το ζήτημα της συνταγματικότητας του ως άνω άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου. Εξ άλλου, με την 2115/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκε, μεταξύ άλλων, το αντίστοιχο ζήτημα για τις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που υπάγονται στις διατάξεις του ν.δ. 496/1974 (Α΄ 204), μεταξύ των οποίων και οι οργανισμοί κοινωνικής ασφαλίσεως.

8. Επειδή, για το νόμιμο και το επιτόκιο υπερημερίας των συγκεκριμένων, όπως η επίδικη, παροχών του Ο.Γ.Α. εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 1 της Γ1α/440/1991 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 90) και της παρ. 4 του άρθρου 51 του π.δ. 78/1998 (Α΄ 72). Οι διατάξεις δε αυτές παραπέμπουν στη ρύθμιση του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα, το οποίο αφορά τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ του ισχύοντος επιτοκίου 6% επί οφειλής ισόβιας σύνταξης πολύτεκνης μητέρας του Ο.Γ.Α. κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων (της παρ. 2 του άρθρου 1 της Γ1α/440/1991 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, της παρ. 4 του άρθρου 51 του π.δ. 78/1998 και του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου), κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινομένης αιτήσεως αποτελούσε πράγματι σπουδαίο νομικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009. Εξ άλλου, κατά την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων περί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, με τις ως άνω αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων επιλύθηκε, κατ’ ουσίαν, το αυτό, σε σχέση με το επίδικο, νομικό ζήτημα, ήδη δε με τις 3339/2014 και 3340/2014 αποφάσεις του Δικαστηρίου το αυτό νομικό ζήτημα. Συνεπώς, το εν λόγω ζήτημα, μετά την επίλυσή του δεν αποτελεί πλέον σπουδαίο νομικό ζήτημα κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Όπως, όμως, θα εκτεθεί αναλυτικότερα στην επόμενη σκέψη, το εν λόγω ζήτημα επιλύθηκε κατά τρόπο αντίθετο προς τα κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, ανέκυψε επιγενομένως αντίθεση της αποφάσεως αυτής προς την ως άνω νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η αντίθεση δε αυτή καθιστά παραδεκτή την κρινόμενη αίτηση κατά την ως άνω διάταξη για τον λόγο αυτό, ο οποίος, ως επιγενόμενος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 4506/2011 7μ., 62/2012 7μ., ΣτΕ 3776 , 4158/2013 , 3340/2014 ).

9. Επειδή, από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις συνάγεται ότι το ποσοστό του νόμιμου και του από υπερημερία τόκου που καταβάλλει ο Ο.Γ.Α. για οφειλές επιδομάτων και ισοβίου συντάξεως του ν. 1892/1990 καθορίζεται από την παρ. 2 του άρθρου 1 της κυρωθείσας με την παρ. 9 του άρθρου 18 του ν. 2008/1992 (Α΄ 16) κοινής αποφάσεως Γ1α/440/1991 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δυνάμει της οποίας είναι εν προκειμένω εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 51 του π.δ. 78/1998. Σύμφωνα με την τελευταία αυτή διάταξη, το ποσοστό του νόμιμου και του από υπερημερία τόκου ορίζεται το ίδιο με αυτό του Δημοσίου, όπως εκάστοτε ισχύει, το οποίο - κατά τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου - ανέρχεται σε 6% ετησίως (ΣτΕ 1359/2011 , 3340/2014 ). Συνεπώς, για τις οφειλές από τις ως άνω παροχές του Ο.Γ.Α. ισχύει ποσοστό επιτοκίου 6%. Η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε, διότι συνιστά επιτρεπτή υπέρ νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, ειδικότερα δε των Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως, προνομιακή μεταχείριση, αποβλέπουσα στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφύλαξης της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια (και εν τέλει ειδικώς και της περιουσίας του Δημοσίου, δεδομένου ότι - κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 και 2 εδάφ. 2 και 3 της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως - το Δημόσιο επιχορηγεί το ανεξάρτητο τμήμα του προϋπολογισμού του Ο.Γ.Α, που σχηματίσθηκε για την καταβολή των οικείων - μεταξύ των οποίων και των ένδικων - παροχών). Για τον ίδιο λόγο, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στο άρθρο 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 – Α΄ 25), με το οποίο καθιερώνεται η ισότητα ενώπιον του νόμου. Περαιτέρω, η ένδικη ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 και 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος. Εφόσον δε η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 21 του ως άνω Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική αλλά ουσιαστική διάταξη, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβιάσεως των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, καθόσον με την ανωτέρω ρύθμιση ο Ο.Γ.Α. δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου. Εξ άλλου, η επίμαχη ρύθμιση δεν αντίκειται στα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, συνισταμένου - όπως ήδη εκτέθηκε - στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους υπό ευρεία έννοια, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των υποχρεώσεων του Ο.Γ.Α. με επιτόκιο 6%, αντί του κατ’ αρχήν γενικώς ισχύοντος ανώτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως. Τέλος, με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 3340/2014 , 3533/2014, βλ. σχετ. ΑΕΔ 25/2012 και ΣτΕ Ολομ. 2114 , 2115/2014 ).

10. Επειδή, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εν σχέσει προς το ποσοστό του επιτοκίου δεν είναι νόμιμη. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το αντίστοιχο μέρος. Περαιτέρω, δοθέντος ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει αυτή να διακρατηθεί, να δικασθεί η έφεση των τεσσάρων εκ των αναιρεσιβλήτων και να γίνει εν μέρει δεκτή, να δικασθεί δε η έφεση του ΟΓΑ κατά το αναιρούμενο μέρος, να γίνει δεκτή και να εξαφανισθεί εν μέρει η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, να δικασθεί η αγωγή κατά το αντίστοιχο μέρος να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες τα επιδικασθέντα ποσά με επιτόκιο 6% .

11. Επειδή, ενόψει της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ τους η δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη. Περαιτέρω, δε, συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των ουσιαστικών δικών.

 

Δια ταύτα

Καταργεί τη δίκη ως προς τις αναιρεσίβλητες υπ’ αριθμ. 4, 6, 10, 11, 13, 19, 24, 26, 28, 30, 32, 34, 35, 36, 39, 52, και 53

Δέχεται εν μέρει την αίτηση ως προς τις λοιπές.

Αναιρεί εν μέρει την 121/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το αιτιολογικό.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη για την κατ’ αναίρεση δίκη.

Διακρατεί την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.

Δικάζει κατά το αναιρεθέν μέρος την έφεση των αναιρεσιβλήτων υπ’ αριθμ. 14, 15, 20 και 21, την οποία και δέχεται εν μέρει.

Δικάζει, περαιτέρω, την έφεση του ΟΓΑ, την οποία δέχεται εν μέρει και εξαφανίζει εν μέρει την 16604/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Δικάζει κατά το μέρος που έγιναν δεκτές οι εφέσεις την αγωγή, την οποία δέχεται εν μέρει και αναγνωρίζει την υποχρέωση του αναιρεσείοντος Οργανισμού να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες τα αντίστοιχα ποσά με επιτόκιο 6% από της επιδόσεως της αγωγής και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα των ουσιαστικών δικών.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 24 Νοεμβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης     Β. Κατσιώνη

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 313/2015

 

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Χ. Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 30 Ιουλίου 2010 αίτηση:

του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α.), που εδρεύει στη Αθήνα (Πατησίων 30), ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Κανελλοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των: 1) … και 7) …, οι οποίες δεν παρέστησαν.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 71/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Χ. Χαραλαμπίδη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, νομίμως ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση χωρίς την καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 71/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 412/2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας ως προς την αναιρεσίβλητη … ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά, κρίθηκε δε ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός οφείλει να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες εντόκως, από την επίδοση της αγωγής, με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, χρηματική αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν, από την παράνομη μη καταβολή σ΄ αυτές του προβλεπόμενου στο άρθρο 63 παρ. 3 του ν. 1892/1990 επιδόματος πολύτεκνης μητέρας, για ορισμένα χρονικά διαστήματα που ποικίλουν ανά αναιρεσίβλητη.

3. Επειδή, νομίμως συζητήθηκε η υπόθεση παρά τη μη παράσταση στο ακροατήριο των αναιρεσιβλήτων, εφόσον, όπως προκύπτει από τις ευρισκόμενες στο φάκελο της δικογραφίας εκθέσεις επίδοσης, αντίγραφα της από 25.9.2012 πράξης του Προέδρου του Α΄ Τμήματος περί ορισμού εισηγητή και δικασίμου της υπόθεσης, καθώς και του δικογράφου της υπό κρίση αίτησης κοινοποιήθηκαν στις αναιρεσίβλητες νομοτύπως και εμπροθέσμως.

4. Επειδή, στην παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 2721/1999 (Α΄ 112) και τροποποιήθηκε περαιτέρω με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄ 112/10.7.2009), προτού αντικατασταθεί με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), ορίζονται τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. […]. Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με αντικείμενο κατώτερο [από το ανωτέρω ποσό], όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως ότι: α) η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης, β) με αυτήν τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα ή υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς άλλες αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων…». Με τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες, σύμφωνα με τα άρθρα 35 (παρ. 3) και 51 του πιο πάνω νόμου 3772/2009, ισχύουν από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (10.7.2009) και καταλαμβάνουν τις εφεξής ασκούμενες αιτήσεις αναίρεσης, θεσπίστηκε ως πάγια ρύθμιση το απαράδεκτο της άσκησης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εφόσον το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιόν του είναι μικρότερο από 40.000 ευρώ (και ειδικά για διοικητικές συμβάσεις 200.000 ευρώ) και ως εξαίρεση το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης εφόσον ο αναιρεσείων προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί συνδρομής ευρύτερων δημοσιονομικών και οικονομικών επιπτώσεων, «σπουδαίου νομικού ζητήματος» ή αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς απόφαση ανωτάτου δικαστηρίου ή αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 3323-26/2011 και 3475-76/2011 Ολομ, 4157/2013). Περαιτέρω, κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όταν με την αίτηση αναίρεσης αμφισβητείται μόνο το ύψος των τόκων, χωρίς να αμφισβητείται και το ύψος της κύριας απαίτησης, ως αντικείμενο της διαφοράς νοείται το ποσό των τόκων. Εφόσον δε κατά την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με την οποία αμφισβητείται μόνο η πιο πάνω παρεπόμενη απαίτηση, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί το ακριβές ποσό των τόκων, γιατί είναι άγνωστο σε ποιο χρονικό σημείο θα εκπληρωθεί η σχετική παροχή (καταβολή τόκων), δεν συντρέχει, κατ’ αρχήν, λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτο το ένδικο αυτό μέσο, κατ΄ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εκτός αν, ενόψει του ύψους της κύριας απαίτησης, το αντικείμενο της διαφοράς είναι, προδήλως, κατώτερο των 40.000 ευρώ (βλ. ΣτΕ 3788/2014, 2584/2013, 3793/2012, πρβ. ΣτΕ 1873-75/2012 7μ). Εξάλλου, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1413/2013, 1419/2012, 2150/2010, 3700/2009), στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός αναιρεσίβλητοι, για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου στις διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, λαμβάνεται υπόψη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε κάθε αναιρεσίβλητο χωριστά.

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση, ασκηθείσα στις 23.8.2010, διέπεται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 35 του ν. 3772/2009, με την αίτηση δε αυτή αμφισβητείται η ορθότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης μόνο καθ΄ ο μέρος κρίθηκε με αυτή ότι ο αναιρεσείων Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στις αναιρεσίβλητες τόκους υπερημερίας επί αναγνωριστικής αγωγής, με βάση το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες οφειλέτες επιτόκιο. Προβάλλεται δε ειδικότερα με την κρινόμενη αίτηση ότι κατά την έννοια της εφαρμοστέας εν προκειμένω διάταξης του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί Δικών του Δημοσίου (ΚΝΔΔ), η οποία δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ, μη νομίμως υποχρεώθηκε ο αναιρεσείων να καταβάλει τόκους επί αναγνωριστικής αγωγής και ότι σε κάθε περίπτωση, το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας θα έπρεπε να οριστεί στο 6%. Περαιτέρω, όσον αφορά το παραδεκτό της αίτησης από την άποψη των προπαρατεθεισών διατάξεων, ο αναιρεσείων προβάλλει καταρχάς ότι η αίτηση ασκείται παραδεκτώς διότι το ακριβές ποσό των τόκων δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, εφόσον η έναρξη της τοκοφορίας είναι μεν προσδιορισμένη, όχι όμως η λήξη της. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός περί του μη προσδιορίσιμου χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς που άγεται κατ΄ αναίρεση με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, για το λόγο ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του μικρού χρηματικού ποσού της μη αμφισβητούμενης κύριας απαίτησης της κάθε αναιρεσίβλητης (1.225,38 ευρώ για την …, 4.741,25 ευρώ για την …, 5.416,25 ευρώ για την …, 4.741,25 ευρώ για τη …, 6.216,11 ευρώ για τη … και την …και 3.006,20 ευρώ για την …), το ποσό των τόκων που προκύπτει για καθεμία χωριστά είναι προδήλως κατώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι τα τιθέμενα με τους ως άνω λόγους αναίρεσης ζητήματα του αν οφείλονται τόκοι επί αναγνωριστικής αγωγής και του αν η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου καθ΄ ο μέρος ορίζει επιτόκιο υπερημερίας 6% είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ είναι σπουδαία νομικά ζητήματα, ενόψει και της αντίθετης νομολογιακής τάσης που έχει δημιουργηθεί από το ΣτΕ και τον ΑΠ. Ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος, καθ’ ό μέρος αφορά το τιθέμενο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ζήτημα περί τοκογονίας επί αναγνωριστικής αγωγής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι, το ζήτημα της τοκογονίας επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποτελεί πλέον «σπουδαίο νομικό ζήτημα» δεδομένου ότι έχει ήδη επιλυθεί με την 7/2011 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε, αντίθετα προς τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, ότι τόκοι οφείλονται τόσο επί καταψηφιστικής όσο και επί αναγνωριστικής αγωγής, το αυτό δε κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με συνέπεια να μην καταλείπεται πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 περί παραδεκτής άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου λόγω επιγενομένως ανακύψασας αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τη νομολογία (ΣτΕ 3533/2014, 2584/2013, 3236/2012, 3257/2012, πρβ. ΣτΕ 4506/2011 και 62/2012 7μ). Ο αυτός, όμως, ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί σπουδαίου νομικού ζητήματος καθ΄ ο μέρος αφορά τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ της διάταξης του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ ως προς το μειωμένο επιτόκιο υπερημερίας ύψους 6% πρέπει να γίνει δεκτός. Τούτο διότι, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αίτησης, το ζήτημα της συνταγματικότητας και της συμφωνίας προς διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος της διάταξης του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ, που εφαρμόζεται και επί των οφειλών του ΟΓΑ σε σχέση με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 63 του ν. 1892/1990 παροχές, δυνάμει των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 1 της Γ1α/440/1991 κοινής απόφασης των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 90), κυρωθείσας με την παρ. 9 του άρθρου 18 του ν. 2008/1992 (Α΄ 16) και των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 51 του π.δ. 78/1998 (Α΄ 72), αποτελούσε πράγματι σπουδαίο νομικό ζήτημα, κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009, το οποίο, όμως, ήδη επιλύθηκε με την 25/2012 του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και τις επακολουθήσασες αυτήν 2114/2014 και 2115/2014 αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Μετά δε την επίλυσή του, το εν λόγω ζήτημα, έπαυσε μεν να αποτελεί σπουδαίο νομικό ζήτημα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του ν. 3772/2009, εφόσον, όμως, επιλύθηκε, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα στις επόμενες σκέψεις, κατά τρόπο αντίθετο προς τα γενόμενα δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ανέκυψε αντίθεση της απόφασης αυτής προς την ως άνω νομολογία του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία καθιστά παραδεκτή την κρινόμενη αίτηση για τον λόγο αυτό, ο οποίος, ως επιγενόμενος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Ως εκ τούτου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να εξεταστεί, κατά το βάσιμο αυτής, ως προς το αντίστοιχο μέρος (ΣτΕ 3339, 3340, 3722, 4117/2014, 3776, 4158/2013, 62/2012 7μ 4506/2011 7μ).

6. Επειδή, στο άρθρο 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944, ΚΝΔΔ, Α΄ 139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Κατά τα κριθέντα με την 25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, την οποία ακολούθησε η 2114/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 5, του άρθρου 17, των άρθρων 5 και 25 παρ. 1 και του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ενώ, ακολούθως, με την 2114/2014 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ενόψει των κριθέντων με την 25/2012 απόφαση του ΑΕΔ, κρίθηκε περαιτέρω, ότι η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης ούτε στα άρθρα 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Εξάλλου, κρίση περί συμφωνίας προς τις ανωτέρω συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις διέλαβε η 2115/2014 απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974, η οποία έχει όμοιο περιεχόμενο με τη διάταξη του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ και είναι εφαρμοστέα στις οφειλές των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και άρα και στις οφειλές των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εκτός αν ορίζεται αλλιώς.

7. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το ποσοστό του νόμιμου τόκου και του τόκου υπερημερίας που καταβάλλει ο ΟΓΑ για τις προβλεπόμενες στο άρθρο 63 του ν. 1892/1990 παροχές, οι οποίες χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό (βλ. άρθρο 1 παρ. 1 και 2 της κ.υ.α. Γ1α/440/1991), ανέρχεται σε 6%, κατά τα οριζόμενα στην προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ, η οποία εισάγει επιτρεπτή υπέρ του αναιρεσείοντος προνομιακή μεταχείριση, αποβλέπουσα στην ορθή άσκηση της δημόσιας εξουσίας μέσω της διαφύλαξης της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους και δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, εφόσον υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η συνταγματική αυτή διάταξη, δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Για τον ίδιο δε λόγο, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στη σχετική με την ισότητα ενώπιον του νόμου διάταξη του άρθρου 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2462/1997 (Α΄ 25). Εξάλλου, ενόψει του ως άνω σκοπού που εξυπηρετείται με την εν λόγω ρύθμιση του ΚΝΔΔ, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της διάταξης του άρθρου 25 του Συντάγματος, εφόσον το μέτρο αυτό, είναι κατάλληλο και δεν υπερβαίνει το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ούτε της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 4 του Συντάγματος, εφόσον για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα που επιβαρύνουν διάφορες και μεγάλες κατηγορίες πολιτών, όπως μειώσεις αποδοχών και συντάξεων, επιβολή νέων φόρων και αύξηση των υφισταμένων, ο καθορισμός δε του επίμαχου ευνοϊκού, εν προκειμένω και για τον ΟΓΑ, ποσοστού τόκου υπερημερίας δεν συνιστά, στο πλαίσιο πάντως των ανωτέρω ρυθμίσεων, παραβίαση της συνταγματικής αυτής διάταξης. Περαιτέρω, με την ως άνω διάταξη του ΚΝΔΔ εισάγεται ουσιαστική και όχι δικονομική ρύθμιση και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου. Τέλος, η ρύθμιση του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ δεν αντίκειται στο άρθρο 17 του Συντάγματος και του 1 ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, εφόσον αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των ως άνω υποχρεώσεων του ΟΓΑ με επιτόκιο 6%, αντί του κατ΄ αρχήν γενικώς ισχύοντος επιτοκίου υπερημερίας, δεν είναι τέτοιας έκτασης, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξίωσης (ΑΕΔ 25/2012, ΣτΕ 2114-2115/2014 Ολομ, ΣτΕ 3334, 3339, 3722, 4117/2014).

8. Επειδή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ότι ο ΟΓΑ οφείλει να καταβάλει προς κάθε αναιρεσίβλητη τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα χρηματικά ποσά, εντόκως, με βάση το εκάστοτε ισχύον και για τις οφειλές των ιδιωτών επιτόκιο υπερημερίας, δεν είναι νόμιμη, εφόσον επί των ανωτέρω οφειλών του ο αναιρεσείων Οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει τόκο με επιτόκιο 6%, κατά τα οριζόμενα στην εφαρμοστέα εν προκειμένω διάταξη του άρθρου 21 του ΚΝΔΔ. Συνεπώς, για το λόγο αυτό, ο οποίος προβάλλεται βασίμως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας. Περαιτέρω, δεδομένου ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει αυτή να διακρατηθεί, να δικαστεί η έφεση κατά το αναιρούμενο μέρος και να γίνει δεκτή, να εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να εκδικαστεί κατά το αντίστοιχο μέρος η αγωγή και να γίνει εν μέρει δεκτή, να υποχρεωθεί δε ο αναιρεσείων Οργανισμός να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητη τα ως άνω επιδικασθέντα χρηματικά ποσά εντόκως, από την επίδοση της αγωγής, με επιτόκιο 6% (ΣτΕ 3334, 3339, 3722, 4117/2014).

9. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, απαλλάσσει τις αναιρεσίβλητες από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Οργανισμού για την κατ’ αναίρεση δίκη, περαιτέρω, δε, συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της ουσιαστικής δίκης.

 

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί εν μέρει την 71/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας, κατά το αιτιολογικό.

Απαλλάσσει τις αναιρεσίβλητες από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Οργανισμού για την κατ’ αναίρεση δίκη.

Διακρατεί την υπόθεση, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό.

Δικάζει την έφεση του αναιρεσείοντος, κατά το αναιρεθέν μέρος, τη δέχεται κατά το αντίστοιχο μέρος και εξαφανίζει εν μέρει την 412/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας.

Δικάζει την αγωγή κατά το μέρος που έγινε δεκτή η έφεση, τη δέχεται εν μέρει και υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα Οργανισμό να καταβάλει σε κάθε αναιρεσίβλητη το επιδικασθέν υπέρ αυτής χρηματικό ποσό με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής. Και

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα της ουσιαστικής δίκης.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Οκτωβρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης  Β. Κατσιώνη

 

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 324/2015

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΚΗ (ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ) ΕΤΟΣ: 2015 ΣΕΛ.: 349

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2015, με την εξής σύνθεση: Αν. Γκότσης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Χ. Κομνηνός, Σ. Παπακωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 1ης Φεβρουαρίου 2010 αίτηση:

του …, ο οποίος δεν παρέστη, αλλά ενέκρινε την άσκηση του ενδίκου μέσου με την κατάθεση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου σε άλλον από την υπογράφουσα την αίτηση δικηγόρο,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Ευσταθία Τσαούση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 307/2009 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χ. Κομνηνού.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (963784-85/2010 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 307/2009 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 348/2007 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης και αναγνωρίσθηκε, τελικώς, η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε αυτόν ως επιπλέον αποζημίωση το ποσό των 14.910 ευρώ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη συνεπεία τραυματισμού του κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή του αναιρεσείοντος είχε γίνει εν μέρει δεκτή και είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει το ποσό των 90.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για την ίδια ως άνω αιτία.

3. Επειδή, στο άρθρο 71 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται ότι: «Αγωγή μπορεί να ασκήσει εκείνος ο οποίος έχει, κατά του Δημοσίου ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, χρηματική αξίωση από έννομη σχέση δημοσίου δικαίου». Περαιτέρω, στο άρθρο 73 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπει το άρθρο 45, πρέπει να περιέχει και: α) καθορισμό της έννομης σχέσης από την οποία απορρέει η αξίωση, β) σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών, καθώς και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση και γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα.». Εξάλλου, με το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. …» Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, σε περίπτωση αγωγής κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, την παράνομη πράξη ή παράλειψη από την οποία απορρέει η αξίωση προς αποζημίωση, σαφή έκθεση των πραγματικών περιστατικών και τους λόγους που θεμελιώνουν κατά νόμο την αξίωση (ΣτΕ 8/2010, 3141/2011).

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 929 του Α.Κ. ορίζεται ότι «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του ...». Εξάλλου, στο άρθρο 930 του Α.Κ. ορίζεται ότι «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. ...», στο δε άρθρο 931 ότι «η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Τέλος, στο άρθρο 932 του Α.Κ. ορίζεται ότι «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. …». Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299 και 914 του Α.Κ., συνάγεται ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 Α.Κ., αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου και δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν ιδιαίτερα περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., τα οποία συνθέτουν την έννοια της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος (Σ.τ.Ε. 3463, 2004, 2937/2009, 1437/2011, 877, 1541/2013).

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής: Στις 17-6-1997 ο αναιρεσείων …, ο οποίος υπηρετούσε ως δόκιμος έφεδρος αξιωματικός στην 311η Επιλαρχία Μέσων Αρμάτων, ορίσθηκε αρχηγός πληρώματος στο υπ’ αριθ. ΕΣ 213043 άρμα μάχης, με σκοπό να συμμετάσχει με το εν λόγω άρμα και το πλήρωμά του σε εκπαιδευτική άσκηση, από 17/6 έως 19/6/1997, στην περιοχή … του Νομού Έβρου. Την ανωτέρω ημερομηνία και περί ώρα 08.00, ο αναιρεσείων κατέβηκε από το άρμα για τον τελικό έλεγχο και την απασφάλιση του άρματος από τους αναστολείς κυλίσεως (σφήνες-τάκους) και έδωσε διαταγή στον οδηγό του άρματος να μετακινήσει προς τα εμπρός το άρμα, ενώ αυτό είχε κλίση προς τα πίσω, προκειμένου να ξεμπλοκάρουν οι αναστολείς, ο ίδιος δε έβαλε το δεξί του πόδι ανάμεσα στους εδαφικούς τροχούς του προσπαθώντας να αφαιρέσει τους αναστολείς. Κατά την προσπάθειά του όμως αυτή το άρμα συνέχισε την μετακίνηση του, με αποτέλεσμα ο εδαφικός τροχός να πιέσει το πόδι του στην περιοχή των δακτύλων κοντράροντάς τα στον αναστολέα και αυτός να υποστεί βαρειά συνθλιπτική κάκωση (έλλειμμα οστικό –φάλαγγες όλων των δακτύλων, μαλακών μορίων και δέρματος) ΔΕ άκρου ποδός. Μετά τον τραυματισμό του ο αναιρεσείων νοσηλεύθηκε στο Κρατικό Νοσοκομείο Διδυμοτείχου μέχρι τις 19-6-1997, οπότε διακομίσθηκε αεροπορικώς στο 401 ΓΣΝΑ Αθηνών, όπου νοσηλεύθηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από 19-6-1997 έως 20-11-1997, από 20-1-1998 έως 3-3-1998 και από 4-5-1998 έως 28-5-1998 και υποβλήθηκε σε ακρωτηριασμό των δακτύλων του δεξιού ποδιού, καθώς και σε πλαστική χειρουργική επέμβαση με μεταφορά μοσχευμάτων από τον αριστερό μηρό και την ωμοπλάτη. Για τη διερεύνηση των αιτίων του συμβάντος διενεργήθηκε την 10-11-1997 ένορκη διοικητική εξέταση, η οποία κατέληξε στο πόρισμα ότι ο αναιρεσείων τραυματίστηκε την 17-6-1997, με τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες, λόγω βαρείας αμέλειάς του, καθώς δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα ασφαλείας προκειμένου να αποφύγει τον τραυματισμό του. Ακολούθως, στις 2-6-1998 ο αναιρεσείων απολύθηκε από το στράτευμα κριθείς ακατάλληλος για στράτευση και του απονεμήθηκε μηνιαία στρατιωτική σύνταξη, ποσού 517,14 ευρώ, από 1-10-2002, διότι αφενός μεν, κατόπιν σειράς γνωματεύσεων των αρμοδίων στρατιωτικών υγειονομικών επιτροπών, διαπιστώθηκε ότι, εκτός από τον ακρωτηριασμό, πάσχει από «δυσκαμψία αριστερού ώμου συνεπεία αφαιρέσεως συστοίχου πλατέως ραχιαίου μυός» και «αντιδραστικές αγχώδεις καταθλιπτικές εκδηλώσεις μετατραυματικής αιτιολογίας», οι οποίες παθήσεις είναι απότοκες του ως άνω τραυματισμού του, προσδίδοντάς του ποσοστό αναπηρίας, κατά συγχώνευση, 65%, αφετέρου δε κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του προήλθε εξαιτίας της υπηρεσίας του στον στρατό και κατά τη διάρκεια διατεταγμένης υπηρεσίας . Με αγωγή που άσκησε στη συνέχεια ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι ο τραυματισμός του οφείλεται σε σφάλμα του οδηγού του άρματος, ο οποίος δεν κατανόησε τις εντολές του και το μετακίνησε εκ νέου χωρίς σχετική εντολή του, σε κάθε δε περίπτωση στην παράλειψη της υπηρεσίας να εφοδιάσει το άρμα με κατάλληλο σιδερένιο μοχλό για την αφαίρεση των σφηνών, ώστε να μην γίνεται η εργασία αυτή δια της χειρός ή του ποδός. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι συνεπεία του ως άνω τραυματισμού του και της συνακόλουθης μόνιμης βαρείας αναπηρίας του (ποσοστό 67%), υπέστη αφενός μεν ουσιώδη μείωση της ικανότητάς του προς εργασία, αφετέρου δε βαρεία προσβολή της προσωπικότητάς του, καθόσον κατέστη ανάπηρος σε πολύ νεαρή ηλικία, γεγονός το οποίο συνεπάγεται μόνιμες δυσμενείς επιπτώσεις επί προσωπικού, οικογενειακού και κοινωνικού επιπέδου, καθώς και προβλήματα προσαρμογής τόσο στον κοινωνικό όσο και στον επαγγελματικό του βίο. Κατόπιν τούτων, ο αναιρεσείων ζήτησε με την αγωγή του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, αφενός μεν ως αποζημίωση για την κατά τα ανωτέρω μείωση της προς εργασία σωματικής ικανότητας του το ποσό των 250.000 ευρώ, ως εφάπαξ κεφάλαιο κατ’ άρθρο 930 Α.Κ., άλλως, επικουρικώς, το ποσό των 60.396,18 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε από το επάγγελμά του (πτυχιούχος Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ), μετά βεβαιότητας και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, κατά το από 2-6-1998 (ημερομηνία απολύσεώς του) μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002 (χρόνος άσκησης της αγωγής) χρονικό διάστημα, εάν ήταν απολύτως υγιής, αφετέρου δε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 300.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 348/2007 απόφασή του έκρινε ότι υπαίτιοι του ατυχήματος ήσαν ο οδηγός του άρματος σε ποσοστό 70% και ο αναιρεσείων σε ποσοστό 30%. Στην συνέχεια, αφενός μεν αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 90.000 ευρώ, αφετέρου δε απέρριψε το έτερο αίτημα του αναιρεσείοντος για την καταβολή ως αποζημίωση ποσού 250.000 ευρώ, επικουρικώς δε 60.396,18 ευρώ, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος δεν απέδειξε την αδυναμία άσκησης του συγκεκριμένου επαγγέλματός του το οποίο, ως πνευματικής φύσεως, δεν δυσχεραίνεται καθοριστικά από την αναπηρία του. Με την έφεσή του ο αναιρεσείων προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν προϊόν εσφαλμένης ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 298 και 929-931 του Α.Κ. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δικάσαν εφετείο, αφενός μεν έκανε εν μέρει δεκτό τον ως άνω λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντα ως προς το συναπτόμενο με την απώλεια εισοδημάτων λόγω αδυναμίας ασκήσεως του επαγγέλματός του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα επικουρικό του αίτημα, επιδικάζοντάς του ποσό αποζημίωσης ύψους 14.910 ευρώ, αφετέρου δε απέρριψε τον ίδιο λόγο εφέσεως ως προς το κύριο αίτημα καταβολής εφάπαξ χρηματικής αποζημίωσης ύψους 250.000 ευρώ, σύμφωνα με τα άρθρα 929-930 Α.Κ., κρίνοντας ότι ο σχετικός λόγος της αγωγής είναι αόριστος, σύμφωνα με το άρθρο 73 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, εφόσον δεν προσδιορίζεται σε τι είδους απώλεια εισοδημάτων συνίσταται το ανωτέρω ποσό των 250.000 ευρώ, ούτε οι συγκεκριμένες περιστάσεις και τα μέτρα που καθιστούν πιθανή την απόκτησή του, ούτε και η χρονική περίοδος απώλειάς του .

6. Επειδή, η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης,

ότι δηλαδή η αγωγή του αναιρεσείοντος ήταν αόριστη ως προς την

αξίωση καταβολής εφάπαξ αποζημίωσης κατά τα άρθρα 929-930 του

Α.Κ., παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα ως αβάσιμα . Τούτο δε διότι ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αγωγής του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, δεν προσδιορίζει, όπως απαιτείται από το νόμο, με τρόπο ειδικό και συγκεκριμένο σε τι ακριβώς έγκειται και πώς προκύπτει η πιο πάνω περιουσιακή ζημία, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του υπέστη εξαιτίας της αναπηρίας του και της συνακόλουθης μειωμένης ικανότητάς του προς εργασία (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 2528/2002, 8/2010, 3141/2011, 2208/2014). Τέλος, είναι απορριπτέος

ο καθ’ ερμηνεία του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης προβαλλόμενος λόγος, κατά τον οποίο το διοικητικό εφετείο παρέλειψε να εξετάσει αξίωση του αναιρεσείοντος για πρόσθετη αποζημίωση βάσει της διάταξης

του άρθρου 931 Α.Κ., διότι τέτοια αξίωση δεν είχε προβληθεί με το δικόγραφο της αγωγής του αναιρεσείοντος (βλ. σχετ. Σ.τ.Ε. 1246/2010, 1541/2013).

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2015

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος  Η Γραμματέας

Αν. Γκότσης   Μ. Βλασερού

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 2ας Φεβρουαρίου 2015.

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος   Η Γραμματέας

 

Αν. Γκότσης  Β. Κατσιώνη

6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

PRchecker.info
Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ