ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ – ΕΝΝΟΙΑ ΒΑΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΑ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ-ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ-ΑΝΑΙΡΕΣΗ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΝΟΜΙΜΗΣ ΒΑΣΗΣ-ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ

Αριθμός 195/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

ΤΟ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΜΕΝΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ, ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΚΑΙ ΜΗ, ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΣΕ ΕΝΤΥΠΕΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ, ΤΗΝ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ – ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΟ 1990 ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ ΜΕ ΠΛΗΡΗ ΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ-ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΕΠΙΚΑΙΡΗ,ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ, ΕΠΙΚΑΙΡΗ – ΕΓΓΡΑΦΕΙΤΕ ΣΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΗ ΤΙΜΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ – ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ-ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

 

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής της ΣΣΕ (αλλά και των λοιπών που περιέχουν τη διάκριση αυτή και επιφυλάσσουν με βάση αυτή διαφορετική μισθολογική μεταχείριση) ως "εσωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος, προσερχόμενος καθημερινά στο γραφείο της εφημερίδας, αφού συλλέγει για το ειδικότερο αντικείμενο και το συγκεκριμένο θέμα του τομέα της απασχολήσεως του πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικώς αλλά και με παρακολούθηση από τον ίδιον των αντιστοίχων γεγονότων, συντάσσει τα σχετικά κείμενα, τα οποία μετά από έλεγχο από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δημοσιεύονται ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συντάκτη, έχει την ευθύνη της διαμορφώσεως του φύλλου, κατανέμει και ταξιθετεί την ύλη, δηλαδή παραλαμβάνει τα κείμενα που παραδίδουν οι εξωτερικοί συντάκτες, τα διορθώνει, τους βάζει τίτλους και διαμορφώνει τις σελίδες της εφημερίδας με διάφορα άρθρα, κατανέμει αρμοδιότητες στους εξωτερικούς συντάκτες και έχει την επιμέλεια της ύλης και της εργασίας των λοιπών συντακτών, επιβαρυνόμενος με επιπλέον ευθύνη που δικαιολογεί την υψηλότερη, σε σχέση με τον εξωτερικό συντάκτη, νόμιμη αμοιβή κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ενώ ως "εξωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος για τη συλλογή των στοιχείων και πληροφοριών επί συγκεκριμένου θέματος ή γεγονότος της ειδικότητας του και δη επίκαιρου εργάζεται κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας, μεταβαίνοντας στον τόπο του ενδιαφέροντος ειδησεογραφικού γεγονότος ή θέματος και ακολούθως συντάσσει σχετικό κείμενο που παραδίδει προς έλεγχο και έγκριση από τον υπεύθυνο του αντίστοιχου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας για την εν συνεχεία δημοσίευση του, δηλαδή ο δημοσιογράφος που εργάζεται κυρίως εκτός γραφείου για τη συλλογή ειδήσεων για συγκεκριμένο τομέα ειδήσεων (ρεπόρτερ). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους, επί αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του ως συντάκτη εφημερίδας, ότι ο ενάγων προσελήφθη την 15-2-2002 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως δημοσιογράφος -συντάκτης στο γραφείο της …, στην ημερήσια πρωινή αθλητική εφημερίδα της. -

 

Αριθμός 195/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 195/2011 ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ: Τι συνιστά την υπερωρία; Τι συνιστά την υπερωριακή απασχόληση του δημοσιογράφου εν προκειμένου; Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε εφημερίδες -μέλη της ΕΙΗΕΑ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ11473/2002 (ΦΕΚ Β' 703) και δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος (άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990) καθορίστηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών των συντακτών που απασχολούνται σε εφημερίδες, οι οποίοι διακρίνονται σε εσωτερικούς και εξωτερικούς και προβλέφθηκαν υψηλότεροι βασικοί μισθοί για τους εσωτερικούς συντάκτες σε σχέση με τους βασικούς μισθούς των εξωτερικών συντακτών. Παρόμοια ρύθμιση, δηλαδή υψηλότερων βασικών μισθών για τους εσωτερικούς συντάκτες περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 και των λοιπών ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών κ.λ.π., οι οποίες εφαρμόσθηκαν και καλύπτουν και το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα (από 14/5/2003 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 1504/2003 ΦΕΚ Β' 878, και από 29/7/2004 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12748/2004, ΦΕΚ Β’ 1418). Στις ως άνω ΣΣΕ δεν περιέχονται τα ειδικότερα καθήκοντα και καθορισμός της έννοιας του "εσωτερικού συντάκτη" ούτε του "εξωτερικού συντάκτη" και μάλιστα σε αντιδιαστολή μεταξύ τους, ώστε να προκύπτουν οι εννοιολογικές διαφορές για την κατάταξη στις αντίστοιχες κατηγορίες….(…..)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "SPORT (ΣΠΟΡ) PLUS (ΠΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καρυοφύλλη.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στρατή Μαυραγάνη.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας - υπέρ της αναιρεσείουσας: Της οργανώσεως "ΕΝΩΣΙΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτρη Ζερδελή.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος - υπέρ του αναιρεσιβλήτου: Του Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης και Ηλεκτρονικών Μέσων Επικοινωνίας", το οποίο εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκε η 9688/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 1742/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητάει η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2009 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 6-10-2010 αίτηση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 9-11-2010 εισήγηση της με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, δεύτερου και του πρώτου μέρους του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δεύτερου μέρους του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου του προσθέτως παρεμβαίνοντος την απόρριψη τους και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι από 11 - 10 - 2010 και 21-10- 2010 πρόσθετες παρεμβάσεις της "Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" και της "Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης και Ηλεκτρονικών Μέσων Επικοινωνίας " αντίστοιχα , υπέρ των αναιρεσείουσας και αναιρεσίβλητου αντίστοιχα, μέλη των οποίων είναι οι τελευταίοι αντίστοιχα ,παραδεκτά ασκήθηκαν ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρα 80, 81 και 669 αρ. 2 ΚΠολΔ.) Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, όταν κατά τις σχετικές παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτής, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα ,η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Περαιτέρω, κατά τον αριθμ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου 559 του Κ.ΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τα πραγματικά περιστατικά του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλαδή δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία της διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου, με το άρθρο 1 της εφαρμοστέας ως εκ του εδώ κρίσιμου χρόνου προσλήψεως του ενάγοντος, από 5/-4/2002 συλλογικής συμβάσεως εργασίας, "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ, που απασχολούνται σε εφημερίδες -μέλη της ΕΙΗΕΑ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ11473/2002 (ΦΕΚ Β' 703) και δεσμεύει όλους τους εργαζομένους του επαγγέλματος (άρθρο 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990) καθορίστηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών των συντακτών που απασχολούνται σε εφημερίδες, οι οποίοι διακρίνονται σε εσωτερικούς και εξωτερικούς και προβλέφθηκαν υψηλότεροι βασικοί μισθοί για τους εσωτερικούς συντάκτες σε σχέση με τους βασικούς μισθούς των εξωτερικών συντακτών. Παρόμοια ρύθμιση, δηλαδή υψηλότερων βασικών μισθών για τους εσωτερικούς συντάκτες περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 και των λοιπών ΣΣΕ, για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών κ.λ.π., οι οποίες εφαρμόσθηκαν και καλύπτουν και το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα (από 14/5/2003 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 1504/2003 ΦΕΚ Β' 878, και από 29/7/2004 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 12748/2004, ΦΕΚ Β’ 1418). Στις ως άνω ΣΣΕ δεν περιέχονται τα ειδικότερα καθήκοντα και καθορισμός της έννοιας του "εσωτερικού συντάκτη" ούτε του "εξωτερικού συντάκτη" και μάλιστα σε αντιδιαστολή μεταξύ τους, ώστε να προκύπτουν οι εννοιολογικές διαφορές για την κατάταξη στις αντίστοιχες κατηγορίες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής της ΣΣΕ (αλλά και των λοιπών που περιέχουν τη διάκριση αυτή και επιφυλάσσουν με βάση αυτή διαφορετική μισθολογική μεταχείριση) ως "εσωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος, προσερχόμενος καθημερινά στο γραφείο της εφημερίδας, αφού συλλέγει για το ειδικότερο αντικείμενο και το συγκεκριμένο θέμα του τομέα της απασχολήσεως του πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικώς αλλά και με παρακολούθηση από τον ίδιον των αντιστοίχων γεγονότων, συντάσσει τα σχετικά κείμενα, τα οποία μετά από έλεγχο από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δημοσιεύονται ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συντάκτη, έχει την ευθύνη της διαμορφώσεως του φύλλου, κατανέμει και ταξιθετεί την ύλη, δηλαδή παραλαμβάνει τα κείμενα που παραδίδουν οι εξωτερικοί συντάκτες, τα διορθώνει, τους βάζει τίτλους και διαμορφώνει τις σελίδες της εφημερίδας με διάφορα άρθρα, κατανέμει αρμοδιότητες στους εξωτερικούς συντάκτες και έχει την επιμέλεια της ύλης και της εργασίας των λοιπών συντακτών, επιβαρυνόμενος με επιπλέον ευθύνη που δικαιολογεί την υψηλότερη, σε σχέση με τον εξωτερικό συντάκτη, νόμιμη αμοιβή κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, ενώ ως "εξωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος για τη συλλογή των στοιχείων και πληροφοριών επί συγκεκριμένου θέματος ή γεγονότος της ειδικότητας του και δη επίκαιρου εργάζεται κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας, μεταβαίνοντας στον τόπο του ενδιαφέροντος ειδησεογραφικού γεγονότος ή θέματος και ακολούθως συντάσσει σχετικό κείμενο που παραδίδει προς έλεγχο και έγκριση από τον υπεύθυνο του αντίστοιχου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας για την εν συνεχεία δημοσίευση του, δηλαδή ο δημοσιογράφος που εργάζεται κυρίως εκτός γραφείου για τη συλλογή ειδήσεων για συγκεκριμένο τομέα ειδήσεων (ρεπόρτερ). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την άσκηση αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους, επί αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του ως συντάκτη εφημερίδας, ότι ο ενάγων προσελήφθη την 15-2-2002 με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, ως δημοσιογράφος -συντάκτης στο γραφείο της …, στην ημερήσια πρωινή αθλητική εφημερίδα της "GOAL NEWS", που εκδίδεται στην …, έναντι των εκάστοτε μηνιαίων αποδοχών όπως αυτές διαμορφώνονται από τις σχετικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας των συντακτών των Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών, που εφαρμόζονται και στους συντάκτες της Θεσσαλονίκης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος της εργοδότριας να μεταβάλει μονομερώς τις εργάσιμες ημέρες καθώς και την τοποθέτηση του ωραρίου στη διάρκεια της ημέρας, "ότι αντικείμενο της εργασίας του συντάκτη της ανωτέρω εφημερίδας ήταν πρωτίστως η κάλυψη της αθλητικής δραστηριότητας της ομάδας ποδοσφαίρου της Π.Α.Ε. Π.Α.Ο.Κ. Συγκεκριμένα παρακολουθούσε ως ρεπόρτερ τους επίσημους και φιλικούς αγώνες της καθόλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής περιόδου του ελληνικού πρωταθλήματος αλλά και τις προετοιμασίες της γι' αυτό, καθώς και τους φιλικούς και επίσημους αγώνες που έδιδε με ομάδες του εξωτερικού. Ειδικότερα, παρακολουθούσε αυτοπροσώπως τους αγώνες που η ανωτέρω ομάδα έδιδε στην έδρα της, στο γήπεδο της …, ελάμβανε συνεντεύξεις τύπου από ποδοσφαιριστές, προπονητές και ποδοσφαιρικούς παράγοντες και έκανε κριτική - σχολιασμό των αγώνων και της απόδοσης της ανωτέρω ομάδας στα κείμενα που συνέτασσε και παρέδιδε προς δημοσίευση. Ακόμη, ακολουθούσε την ομάδα κατά την προετοιμασία της στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενημερώνοντας το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, καθώς και ορισμένους αγώνες που ο Π.Α.Ο.Κ. έδιδε εκτός έδρας. Κατά κανόνα όμως, όταν η ανωτέρω ομάδα έπαιζε εκτός έδρας, κάλυπτε τον αγώνα αυτόν από τα γραφεία της εφημερίδας στη … έχοντας τηλεφωνική επικοινωνία με συναδέλφους του ανταποκριτές της εφημερίδας, παράγοντες, αθλητές και προπονητές για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με το αποτέλεσμα των αγώνων που έδινε και την απόδοση των παικτών της. Ακόμη, στα καθήκοντα του ήταν και η εκτέλεση δημοσιογραφικών αποστολών, κυρίως στο εξωτερικό, προς κάλυψη διεθνών αθλητικών γεγονότων ποδοσφαίρου της ανωτέρω ομάδος και αποστολή σχετικών ανταποκρίσεων. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω καθήκοντα του λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων μετά από κάθε αγώνα ή άλλο αθλητικό γεγονός όπως μεταγραφές παικτών, πρόσληψη προπονητών, τιμωρία από αθλητικό δικαστή κ.λπ. συνέτασσε τα κείμενα του στο γραφείο της εναγομένης στη … και τα παρέδιδε προς έλεγχο και προώθηση τους στην εφημερίδα ,στον προϊστάμενο του και διευθυντή των γραφείων της Π. Σ., χρησιμοποιούσε δε το τηλέφωνο της επιχείρησης για τις επαφές του με τους ανθρώπους του ποδοσφαίρου και τους συνεργάτες του από τους οποίους αντλούσε και διασταύρωνε τις πληροφορίες του, αλλά και τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της προκειμένου να εισέλθει στο internet και να αντλήσει τις πληροφορίες που τον ενδιέφεραν, μία δε κατά κανόνα, έως και δύο ημέρες την εβδομάδα, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολείτο στη …, ήταν υποχρεωμένος και πραγματοποιούσε βάρδια στα γραφεία της εργοδότιδάς του, εργαζόμενος επί δέκα (10) ώρες την ημέρα...προκειμένου να καλυφθεί ειδησεογραφικά οποιοδήποτε έκτακτο γεγονός προέκυπτε κατά το χρονικό διάστημα της ημέρας ... οι ώρες απασχόλησης του με την εργασία γραφείου κατά τις ημέρες που ήταν στη …, δεν υπολείπονταν σημαντικά αυτών της απασχόλησης του με εξωτερική εργασία ...". Δέχθηκε, στη συνέχεια, το Εφετείο ότι ο ενάγων εργάσθηκε στην εναγομένη από την πρόσληψη του (15-2-2002) έως τις 5-9-2005 ως συντάκτης της ανωτέρω εφημερίδας, "εργαζόμενος επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα, ήτοι από Δευτέρα έως Κυριακή με ημέρα ανάπαυσης την Παρασκευή. Συγκεκριμένα ... αυτός απασχολούνταν κυρίως με το εξωτερικό ρεπορτάζ (αθλητικό) καλύπτοντας (με βάση τις σχετικές οδηγίες των αρμοδίων οργάνων της εναγομένης), αθλητικά γεγονότα της ποδοσφαιρικής ομάδας της Π.Α.Ε. Π.Α.Ο.Κ., ευρισκόμενος κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης του εκτός του γραφείου της εναγομένης στη … . Στο τελευταίο μετέβαινε πριν από την έναρξη της εργασίας του, στη συνέχεια αποχωρούσε και επέστρεφε μετά τη διενέργεια του εξωτερικού ρεπορτάζ όπου και απασχολείτο, αναλώνοντας σαφώς ικανό πλην λιγότερο χρόνο από αυτόν της εξωτερικής εργασίας του, με τη σύνταξη του κειμένου της ανταπόκρισης του και την μετά από έλεγχο και έγκριση του αρμοδίου οργάνου της εργοδότιδάς του, αποστολή αυτού (με φαξ, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή κ.λ.π.) στην έδρα της εναγομένης στην …, όπου βρίσκονται και οι κύριες εγκαταστάσεις της και γινόταν η τελική επιλογή των κειμένων, η σύνταξη, σελιδοποίηση κ.λ.π. της πιο πάνω εφημερίδας. Ενόψει δε του όγκου της εργασίας του μετά από σχετική συμφωνία των διαδίκων ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση της εναγομένης επί εννέα (9) ώρες την ημέρα, ήτοι από τις 12.00 μέχρι τις 21.00,εκτός της ημέρας που πραγματοποιούσε βάρδια οπότε εργαζόταν επί δέκα (10) ώρες την ημέρα, κατά το ωράριο που προαναφέρθηκε, και την Κυριακή, οπότε απασχολείτο επίσης κατά μέσο όρο επί δέκα (10) ώρες την ημέρα, ήτοι από τις 12.00 μέχρι τις 22.00. Μάλιστα ο ενάγων, κατά τη σύμβαση εργασίας του, ήταν υποχρεωμένος να αναλάβει εργασία την προαναφερθείσα ώρα έναρξης της στο γραφείο της εναγομένης και να παραδώσει την εργασία του σ' αυτό κατά τη λήξη της, ελεγχόμενος προς τούτο από τον ως άνω προϊστάμενο του. Κάθε φορά δε που προέκυπτε ανάγκη απασχόλησης του με εξωτερική εργασία είχε πάγια εντολή από αυτόν να την πραγματοποιήσει. Μετά δε το τέλος της εξωτερικής εργασίας του ήταν υποχρεωμένος να επανέλθει στο γραφείο της εναγομένης προς σύνταξη και παράδοση του κειμένου του και να αναχωρήσει από αυτό μετά το πέρας του συμφωνημένου ημερήσιου ωραρίου του ... Συνακόλουθα, είπε το Εφετείο ο ενάγων, αφού ήταν υποχρεωμένος τηρώντας το ανωτέρω συμφωνημένο πάνω από οκτώ (8) ώρες την ημέρα ωράριο του, να αναλάβει εργασία συγκεκριμένη ώρα στα γραφεία της εργοδότιδάς του και να αναχωρήσει στη συνέχεια για τον τόπο που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα αυτά κατόπιν αδείας και με πάγια εντολή του αρμοδίου οργάνου της τελευταίας και αφού περατώσει την εξωτερική εργασία του να επιστρέψει στα γραφεία για να απασχοληθεί σ' αυτά εργαζόμενος μέχρι τη λήξη του, ενόψει και της φύσης της απασχόλησης του, όπως αυτή προαναφέρθηκε, ακόμη και αν η κύρια εργασία του ήταν εξωτερική, χαρακτηρίζεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ως εσωτερικός συντάκτης ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε αντιθέτως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 4 των ως άνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας, που αναφέρονται στη διάκριση των συντακτών εφημερίδων σε εσωτερικούς και εξωτερικούς και ορίζουν σε διαφορετικά ποσά (μεγαλύτερα για τους εσωτερικούς) τους βασικούς μισθούς τους, ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή των ως άνω δεκτών γενομένων στα ως άνω άρθρα των ανωτέρω συλλογικών συμβάσεων εργασίας και εκ πλαγίου, με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, ενώ, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κάλυπτε την αθλητική δραστηριότητα της ομάδας ποδοσφαίρου του ΠΑΟΚ, απασχολείτο κυρίως με το εξωτερικό ρεπορτάζ, ευρισκόμενος τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης του εκτός των γραφείων της εφημερίδας της αναιρεσείουσας στη …, ότι παρακολουθούσε ως ρεπόρτερ, την προετοιμασία της ως άνω ομάδας στο εξωτερικό και στην Ελλάδα, ενημερώνοντας το αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας, τους επίσημους και φιλικούς αγώνες της ομάδας καθ' όλη τη διάρκεια της ποδοσφαιρικής περιόδου του ελληνικού πρωταθλήματος, τους φιλικούς και επίσημους αγώνες του πρωταθλήματος και της προετοιμασίας, καθώς και τους φιλικούς και επίσημους αγώνες που έδιδε με ομάδες του εξωτερικού, παρακολουθούσε αυτοπροσώπως τους αγώνες που η ανωτέρω ομάδα έδιδε στην έδρα της στο γήπεδο της … και ορισμένους αγώνες που η ομάδα του ΠΑΟΚ έδιδε εκτός έδρας, ελάμβανε συνεντεύξεις από ποδοσφαιριστές, προπονητές και ποδοσφαιρικούς παράγοντες και έκανε κριτική - σχολιασμό των αγώνων και της απόδοσης της ανωτέρω ομάδας και εκτελούσε δημοσιογραφικές αποστολές, κυρίως στο εξωτερικό, προς κάλυψη διεθνών αθλητικών αγώνων ποδοσφαίρου της ανωτέρω ομάδας και αποστολή σχετικών ανταποκρίσεων, στη συνέχεια ως αποδεικτικό πόρισμα εξάγει ότι "... ενόψει της φύσης και της απασχόλησης του, όπως αυτή προαναφέρθηκε, ακόμη και αν η κύρια εργασία του ήταν εξωτερική, χαρακτηρίζεται ως εσωτερικός συντάκτης ...", δηλαδή ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος ασχολείτο κυρίως με το εξωτερικό ρεπορτάζ, ευρισκόμενος τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησης του εκτός γραφείων, ταυτόχρονα δέχεται, ότι οι ώρες απασχόλησης του με την εργασία γραφείου κατά τις ημέρες που ήταν στη … δεν υπολείπονταν σημαντικά αυτών της απασχόλησης του με εξωτερική εργασία και ότι αν και κύρια εργασία του ήταν εξωτερική χαρακτηρίζεται εσωτερικός συντάκτης. Τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ενώ δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε. Το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν εσωτερικός συντάκτης στις παραδοχές ότι, ήταν υποχρεωμένος, να τηρεί το συμφωνημένο ωράριο εργασίας (πάνω από οκτώ ώρες κάθε εργάσιμη ημέρα), μία κατά κανόνα, έως δύο ημέρες την εβδομάδα, κατά το χρονικό διάστημα που απασχολείτο στη … ήταν υποχρεωμένος να πραγματοποιεί βάρδια στα γραφεία της αναιρεσείουσας, για την κάλυψη οποιουδήποτε έκτακτου γεγονότος, αναλάμβανε εργασία στα γραφεία της εργοδότιδάς του, από τα οποία και αναχωρούσε κατά τη λήξη του ωραρίου του, μετέβαινε στον τόπο του ειδησεογραφικού γεγονότος μετά από πάγια εντολή του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας και μετά το πέρας επέστρεφε στο γραφείο του, στο οποίο συνέτασσε τα κείμενα του, τα οποία παρέδιδε προς έλεγχο και έγκριση στον προϊστάμενο του. Οι παραδοχές όμως αυτές ερείδονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση γιατί η σύνταξη και παράδοση κειμένου δεν αποτελεί στοιχείο διακρίσεως του εσωτερικού από τον εξωτερικό συντάκτη, όπως επίσης δεν αποτελεί στοιχείο από το οποίο διακρίνεται ο εσωτερικός από τον εξωτερικό συντάκτη η τήρηση ωραρίου εργασίας. Το τελευταίο στοιχείο απαιτείται για το χαρακτηρισμό της συμβάσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 648,652 και 6 ν. 765 / - 1943 ( που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ., άρθρο 38 Εισ. ΝΑΚ) ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή κάποιας άλλης έννομης σχέσης και όχι του συντάκτη ως εσωτερικού ή εξωτερικού. Συνεπώς οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι βάσιμοι.

Επειδή, κατά την υπ' αριθμ. 21091/1946 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας " περί καθορισμού πρόσθετης ημερήσιας απασχολήσεως δια τους εκτός έδρας απασχολουμένους μισθωτούς ", που εκδόθηκε με βάση εξουσιοδότηση του α.ν. 28 / 1944 και ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το ν.δ.866/1946, στο εκτός έδρας αποστελλόμενο προσκαίρως για εργασία υπαλληλικό, υπηρετικό και εργατοτεχνικό προσωπικό όλων των επιχειρήσεων και εργασιών, καταβάλλεται εκτός από τα οδοιπορικά έξοδα και πρόσθετη αποζημίωση για κάθε εκτός έδρας διανυκτέρευση, ίση προς το εκάστοτε νόμιμο ημερομίσθιο ή προς το 1/25 του εκάστοτε νομίμου μηνιαίου μισθού για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό. Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435 /1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλόμενου ωρομίσθιου. Με το άρθρο 6 της από 24-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β, 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι παροχές του άρθρου 1 του ν. 435/1976 λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία αλλά η ημερήσια εργασία υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως, ενώ ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Από 1-4-2001, με το άρθρο 4 του ν.2874/2000 (όπως ίσχυε μέχρι 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν.3385/2005) η υπερεργασία καταργήθηκε και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% (παρ. 2 του άρθρου 4). Υπερωρία συνιστά η απασχόληση πέραν των 43 ωρών εβδομαδιαίως καθώς και η απασχόληση πέραν των 9 ωρών ημερησίως για τους μισθωτούς με πενθήμερο. Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου) σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (Ολ.Α.Π. 36/2007). Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, πρώτο μέρος, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την παροχή ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής απασχολήσεως, γιατί ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο στα γραφεία της εφημερίδος στη … 9 ώρες τις ημέρα τις 4 εργάσιμες ημέρες και 10 ώρες την πέμπτη ημέρα και του επιδίκασε αποζημίωση για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, μεταξύ άλλων και για το διάστημα από 15/7/2002 έως 2/8/2002 και από 12/7/2003 έως 25/-7/2003, για το ίδιο διάστημα δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν στο εξωτερικό για να καλύψει ειδησεογραφικά την προετοιμασία της ομάδας του ΠΑΟΚ και του επιδίκασε αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση του. Ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ είναι βάσιμος διότι η προσβαλλόμενη απόφαση για το ως άνω κρίσιμο γεγονός της παροχής υπερωριακής (ιδιόρρυθμης και παράνομης) εργασίας καθώς και της εργασίας εκτός έδρας δέχθηκε, α) "ότι ο ενάγων εργαζόμενος επί 46 ώρες (9 ώρες επί 4 ημέρες = 36 ώρες και 10 ώρες την ημέρα της βάρδιας) εντός του νομίμου πενθημέρου και επί 10 ώρες την Κυριακή, πραγματοποίησε 3 ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και 3 ώρες μη νόμιμη, χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής, υπερωριακή απασχόληση την εβδομάδα, καθώς και 2 ώρες μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση την Κυριακή, την αμοιβή της οποίας δεν του κατέβαλλε η εναγομένη. Επομένως η τελευταία του οφείλει : α] ως αμοιβή για την ιδιόρρυθμη υπερωριακή εργασία του χρονικού διαστήματος, 1) ... 2) από 11-4-2002 μέχρι 17-9-2002 το ποσό των (νομ. μην μισθ. 752,00 ευρώ επί 0,006 = 4,51 ευρώ το ωρομίσθιο επί 150% = 6,76 ευρώ την ώρας επί 3 ώρες την εβδομάδα = 20, 28 ευρώ επί 4 εβδομάδες το μήνα = 81,12 ευρώ επί 5 και 5/25 μήνες ] 421,81 ευρώ, ...4) από 23-5-2003 μέχρι 3-8-2004 το ποσό των (νομ. Μην. μισθ. 959,00 ευρώ επί 0,006 = 5,75 ευρώ το ωρομίσθιο επί 150 % = 8, 62 ευρώ την ώρα επί 3 ώρες την εβδομάδα = 25, 86 ευρώ επί 4 εβδομάδες το μήνα = 103,44 ευρώ επί 14 και 8/25 μήνες) 1481,26 ευρώ ..., β)ως αποζημίωση για τη μη νόμιμη υπερωριακή απασχόληση του κατά το χρονικό διάστημα, 1) ..., 2 ) από 11-4-2002 μέχρι 17-9-2002 το ποσό των (νομ. μην. μισθ. 752,00 ευρώ, επί 0,006 = 4,51 ευρώ το ωρομίσθιο επί 250% = 11,27 ευρώ την ώρα επί 3 ώρες την εβδομάδα = 33,81 ευρώ επί 4 εβδομάδες το μήνα = 123,24 ευρώ επί 5 και 5/25 μήνες) 643,32 ευρώ, ... 4) από 23-5-2003 μέχρι 3-8-2004 το ποσό των (νομ. μην. μισθ. 959, 00 ευρώ επί 0,006 = 5,75 ευρώ το ωρομίσθιο επί 250 % = 14,37 ευρώ την ώρα επί 3 ώρες την εβδομάδα = 43,11 ευρώ επί 4 εβδομάδες το μήνα = 172,44 ευρώ επί 14 και 8/25 μήνες) 2.464,34 ευρώ ..., αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ... εκτελούσε και δημοσιογραφικές αποστολές, κυρίως στο εξωτερικό, προς κάλυψη διεθνών αθλητικών αγώνων ποδοσφαίρου της ομάδας του ΠΑΟΚ ... Στα πλαίσια αυτά υποχρεώθηκε να εργασθεί εκτός του τόπου εργασίας του και να διανυκτερεύσει στους παρακάτω τόπους και στις αντίστοιχες ημερομηνίες, σημειουμένου ότι ο τόπος εργασίας του ήταν τα γραφεία της εναγομένης στη Θεσσαλονίκη από τα οποία και ελάμβανε τις σχετικές εντολές για τις εκτός έδρας μετακινήσεις και συνεπώς δικαιούται αποζημίωση γι' αυτές ... Συγκεκριμένα κατά το έτος 2002 μετέβη ως απεσταλμένος της εφημερίδας στο Αρατέρμε Ιταλίας, προκειμένου να καλύψει ειδησεογραφικά την προετοιμασία της ποδοσφαιρικής ομάδας του ΠΑΟΚ όπου και χρειάστηκε να παραμείνει για 16 ημέρες και νύχτες, από 15 Ιουλίου έως 2 Αυγούστου ... Κατά το έτος 2003 μετέβη ως απεσταλμένος της εφημερίδας στο Μπρσον της Ιταλίας, προκειμένου να καλύψει ειδησεογραφικά την προετοιμασία της ομάδας του ΠΑΟΚ, όπου και χρειάστηκε να παραμείνει για 13 ημέρες και νύχτες, από 12 Ιουλίου έως 25 Ιουλίου... Για την εκτός έδρας εργασία του η εναγομένη δεν του κατέβαλλε τη νόμιμη αποζημίωση του. Επομένως του οφείλει ως αποζημίωση εκτός έδρας για το χρονικό διάστημα :1) από 11-4-2002 μέχρι 17-9-2002 που πραγματοποίησε 16 ημέρες εργασίας εκτός έδρας το ποσό των (νομ. μην. μισθ. 752,00 ευρώ δια 25 =30,08 ευρώ επί 16 ημέρες) 481,28 ευρώ, 2]...,3] από 23-5-2003 μέχρι 3 -8-2004 που πραγματοποίησε 19 ημέρες εργασίας εκτός έδρας το ποσό των (νομ. μην. μισθ. 959,00 ευρώ δια 25 = 38,36 ευρώ επί 19 ημέρες) 728,84 ευρώ ...". Με τις παραδοχές αυτές, ότι δηλαδή κατά τους αυτούς ως άνω χρόνους εργάζονταν τόσο εντός έδρας, πραγματοποιώντας ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία καθώς και εργασία κατά την ημέρα της βάρδιας όσο και εκτός έδρας, καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που ρυθμίζουν την ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή εργασία, καθώς και αυτών που ρυθμίζουν την εκτός έδρα αποζημίωση. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, δεύτερο μέρος, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι περιέχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της ιδιόρρυθμης και παράνομης υπερωριακής εργασίας του αναιρεσίβλητου, γιατί δέχεται ότι κατά τις ημέρες της εβδομάδας που πραγματοποιούσε βάρδια εργαζόταν 10 ώρες, είτε από τις 11.00 έως 21.00, είτε από 12.30 έως 22.30 και τις λοιπές εργάσιμες ημέρες 9 ώρες από τις 12.00 έως 21.00, ενώ παράλληλα κατά το ίδιο χρονικό διάστημα απασχολούνταν ως δημοσιογράφος στο ραδιοφωνικό σταθμό Radio Sport 98,7 δύο ημέρες την εβδομάδα από 21.00 έως 23.00 και μία ημέρα από 09.00 έως 10.00 είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η εργασία του στον ως άνω ραδιοφωνικό σταθμό παρέχονταν "... δύο ημέρες την εβδομάδα μετά το πέρας εργασίας του στην εναγομένη ... και μία ημέρα την εβδομάδα πριν την έναρξη της εργασίας του στην εναγομένη ..." και όχι κατά το χρόνο της εργασίας του στην αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου η σχετική αιτιολογία για την απασχόληση στην αναιρεσείουσα σε σχέση με την άλλη απασχόληση του είναι επαρκής και χωρίς αντιφάσεις. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τα ως άνω μέρη και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα μέρη αυτά προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη την 1742/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά τα παραπάνω μέρη, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο και την προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, καθώς και στα δικαστικά έξοδα της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας παρεμβαίνουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800 ) ευρώ. -

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

  • Σχετική νομοθεσία με την ανωτέρω Δικαστική Απόφαση ΚπολΔ 559 άρθρο 1 παρ 1
  • Νόμος 2874/2000
  • Νόμος 435/1976

 

 

ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ ΚΑΙ ΡΕΠΟΡΤΕΡ – ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ – Η ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΩΤΑΤΑ ΟΡΙΑ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΜΙΣΘΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

 

Αριθμός 1508/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Εταιρείας με την επωνυμία "SPORT (ΣΠΟΡ) PLUS (ΠΛΑΣ) ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Καρυοφύλλη.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη.

Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Οργάνωσης με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δημαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-9-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 487/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3123/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-10-2009 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 20-7-2010 πρόσθετη παρέμβασή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από Τις διατάξεις των άρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου από εκείνον που επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη, ειδικά δε επί εργατικών διαφορών σύμφωνα με το άρθ. 669 αριθ. 2 ΚΠολΔ αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που συμμετέχουν στην ένωση. Επομένως, η από 20-7-2010 πρόσθετη παρέμβαση της συσταθείσας με το ν. 1798/1951 συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ένωσις Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών" υπέρ της αναιρεσείουσας εταιρείας "Sport (Σπορ) ΡΙυs Ανώνυμη Εκδοτική Εταιρεία" που είναι μέλος της, η οποία κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αρχικούς διαδίκους της αναιρετικής δίκης (βλ. με αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά ... και ... του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...), είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (στους κανόνες δε αυτούς περιλαμβάνονται και οι ΣΣΕ και οι αποφάσεις των Διαιτητικών Δικαστηρίων επί συλλογικών διαφορών εργασίας) ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την τελευταία διάταξη προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία - ΟλΑΠ 1/1999 και 32/1996), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμά της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξάλλου: (Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ) συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθ. 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ. η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005). Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας. Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλΑΠ 20, 19/2007, 18/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α' ν. 2639/1998, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθ. 1 ν. 3846/2010, η μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου συμφωνία για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι δεν υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφ' όσον η συμφωνία αυτή καταρτίζεται εγγράφως και γνωστοποιείται μέσα σε δεκαπέντε ημέρες στην οικεία επιθεώρηση εργασίας, ενώ κατά την παρ. 2 του αυτού άρθρου μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου, σε περίπτωση δε παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενό τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων. έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παρ. 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παρ. 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο "τεκμαίρεται" της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο "θεωρείται" της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης κατ' άρθ. 338 παρ. 2 ΚΠολΔ. (Β) Με το άρθρο 1 των εφαρμοστέων ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ) που απασχολούνται σε εφημερίδες - μέλη της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΙΗΕΑ)" από 5-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 11473/2002 (ΦΕΚ Β' 703), 15047/2003 (ΦΕΚ Β' 878) και 12748/2004 (ΦΕΚ Β' 1418), αντίστοιχα, και δεσμεύουν όλους τους εργαζομένους και εργοδότες του επαγγέλματος (άρθ. 11 παρ. 2 ν. 1876/1990), καθορίσθηκαν για τα χρονικά διαστήματα ισχύος τους τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών στα εκεί αναφερόμενα ποσά και δη θεσπίσθηκαν υψηλότεροι βασικοί μισθοί για τους εσωτερικούς συντάκτες σε σχέση με τους εξωτερικούς, όπως άλλωστε και με τις αντίστοιχες ΣΣΕ προηγουμένων ετών (ενώ διατηρήθηκε με αυτές σε ισχύ το άρθ. 3 της από 26-10-1989 ΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 19292/1989, ΦΕΚ Β' 886, σύμφωνα με το οποίο οι προσλαμβανόμενοι για πρώτη φορά σε εφημερίδα ως συντάκτες, εφόσον δεν έχουν προϋπηρεσία, θα λαμβάνουν ως συμβολικό μισθό μαθητείας το 1/2 του βασικού μισθού του πρώτου κλιμακίου εσωτερικού συντάκτη). Στις ως άνω ΣΣΕ δεν περιέχονται τα ειδικότερα καθήκοντα και καθορισμός της έννοιας του "εσωτερικού" και του "εξωτερικού" συντάκτη, και μάλιστα σε αντιδιαστολή μεταξύ τους, ώστε να προκύπτουν οι εννοιολογικές διαφορές για την κατάταξη στις αντίστοιχες μισθολογικές κατηγορίες. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής (αλλά και των λοιπών που περιέχουν την ως άνω διάκριση και επιφυλάσσουν με βάση αυτήν διαφορετική μισθολογική μεταχείριση) ως "εσωτερικός συντάκτης" πρέπει να θεωρηθεί ο δημοσιογράφος εφημερίδας, ο οποίος προσερχόμενος καθημερινά στα γραφεία της, αφού συλλέγει για το ειδικότερο αντικείμενο και το συγκεκριμένο θέμα του τομέα της απασχόλησής του πληροφορίες κυρίως τηλεφωνικά, αλλά και από το διαδίκτυο και με παρακολούθηση από τον ίδιο των αντιστοίχων γεγονότων, συντάσσει τα σχετικά κείμενα, τα οποία, μετά από έλεγχο από τον προϊστάμενο του οικείου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας, δημοσιεύονται ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συντάκτη, ενώ ως "εξωτερικός συντάκτης" ο δημοσιογράφος, ο οποίος για την συλλογή στοιχείων και πληροφοριών επί συγκεκριμένου θέματος ή γεγονότος της ειδικότητάς του και δη επικαίρου εργάζεται κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας μεταβαίνοντας στον τόπο του ενδιαφέροντος ειδησεογραφικού γεγονότος ή θέματος και ακολούθως συντάσσει σχετικό κείμενο που παραδίδει προς έλεγχο και έγκριση από τον υπεύθυνο του αντιστοίχου τμήματος και τον αρχισυντάκτη της εφημερίδας για την εν συνεχεία δημοσίευσή του. Είναι αληθές ότι η καθιερουμένη με τις ως άνω εδώ εφαρμοστέες ΣΣΕ (και τις παρόμοιες από 26-6-2001, 16-12-1999, 16-12-1997 κ.λπ. για προηγούμενα χρονικά διαστήματα) διάκριση των συντακτών (που απασχολούνται σε εφημερίδες) σε "εσωτερικούς" και "εξωτερικούς" με την προδιαληφθείσα έννοια, που συνεπάγεται και την διαφορετική μισθολογική μεταχείρισή τους (και δη ως προς τα κατώτατα όρια των βασικών μισθών) δεν περιλαμβάνεται ρητά και στην 34/1964 απόφαση του Δευτεροβαθμίου Διοικητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου (ΔΔΔΔ) Αθηνών, διατηρηθείσα ειδικά σε ισχύ με διατάξεις των ως άνω εφαρμοστέων από 5-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 ΣΣΕ (άρθ. 9, 7 και 9 αντίστοιχα), με την οποία ορίσθηκαν τα κατώτατα όρια των μηνιαίων μισθών των "συντακτών" των ημερησίων εφημερίδων σε μεγαλύτερα ποσά για τους "συντάκτες" σε σχέση με τους "ρεπόρτερς", δηλ. τους "ειδησεογράφους", όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής. Από το περιεχόμενο. όμως, και τις επιμέρους διατάζεις της ως άνω ΔΑ, με την οποία (α) ως "ειδησεογράφοι" (ρεπόρτερς) θεωρούνται σι εκτός γραφείων της εφημερίδας εργαζόμενοι σε αντιδιαστολή με τους "συντάκτες γραφείων", (β) καθιερώθηκαν τα κατώτατα όρια των μηνιαίων μισθών των "συντακτών" στα εκεί αναφερόμενα μεγαλύτερα ποσά για τους "συντάκτες" σε σχέση με τους "ρεπόρτερς" (ειδησεογράφους), με την ρητή διευκρίνιση, ότι, εκτός από τις περιπτώσεις των καθοριζομένων κλιμακίων βασικών μισθών, υπό τον όρο "συντάκτες" καλύπτονται "και οι εξ αυτών χαρακτηριζόμενοι ως ρεπόρτερς" (δηλ. οι ειδησεογράφοι), συνάγεται ότι και με αυτήν γίνεται ουσιαστικά διάκριση, ως ανωτέρω, των συντακτών σε "εσωτερικούς" (συντάκτες γραφείων) και "εξωτερικούς" (ρεπόρτερς ή ειδησεογράφους). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, επί αγωγής του ήδη αναιρεσιβλήτου με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από την εργασία του ως συντάκτη εφημερίδας της αναιρεσείουσας, με την αναιρεσιβαλλομένη 3123/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εκδοτική εταιρεία με την επωνυμία "Sροrt (Σπορ) ΡΙυs (Πλας) ανώνυμη εκδοτική εταιρεία" εκδίδει την ημερήσια αθλητική εφημερίδα με τον τίτλο ... και την εβδομαδιαία "... news της Δευτέρας". ότι για τις ανάγκες της επιχείρησής της προσέλαβε την 15-5-2002 τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα με άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί αρχικά ως μαθητευόμενος και μετά παρέλευση τριμήνου ως εσωτερικός συντάκτης στην ως άνω εφημερίδα στα γραφεία της στην ..., ενώ την 1-3-2004 κατήρτισε με αυτόν έγγραφη σύμβαση, τα οποία τα συμβαλλόμενα μέρη χαρακτήρισαν ως σύμβαση μίσθωσης έργου αορίστου χρόνου με εργολαβικό αντάλλαγμα 3.600 ευρώ ετησίως, δηλ. 300 ευρώ μηνιαίως, ότι αντικείμενο της απασχόλησης του ενάγοντος ήταν η κάλυψη της ύλης που αφορούσε τις αθλητικές δραστηριότητες του περιφερειακού και ερασιτεχνικού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου καθώς και των πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου της Β' και Γ' κατηγορίας και κατά περιστάσεις και του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου της Α' κατηγορίας υπό τις εντολές, οδηγίες και υποδείξεις του Διευθυντή του γραφείου της εναγομένης στη ... ,ότι ειδικότερα ο ενάγων προσερχόταν καθημερινά στα γραφεία της εφημερίδας, συνέλεγε πληροφορίες, κυρίως τηλεφωνικά, σχετικά με το πρόγραμμα προπόνησης, την σύνθεση των ομάδων, τα θέματα μεταγραφών, τα αποτελέσματα των ομάδων κάθε αγωνιστικής, έκανε σχολιασμό των αγώνων, παρουσίαζε τα νέα των ομάδων κατά την διάρκεια της εβδομάδας, ελάμβανε συνεντεύξεις από αθλητές, προπονητές και παράγοντες των ομάδων, ενώ παράλληλα παρουσίαζε και διάφορα θέματα του ελεύθερου ρεπορτάζ, στην συνέχεια δημοσίευε τις ενδιαφέρουσες ειδήσεις και πληροφορίες στις σελίδες ευθύνης του με την σύνταξη των σχετικών κειμένων, τα οποία μετά από έλεγχο και έγκριση από τον διευθυντή του γραφείου της εναγομένης στην ..., που είχε και την επίβλεψη της διαμόρφωσης των σελίδων που αφορούσαν τα πρωταθλήματα με τα οποία ασχολείτο ο ενάγων, δημοσιεύονταν ενυπόγραφα από τον ίδιο ή μαζί με άλλον συνεργάτη του, δεδομένου δε ότι ο ενάγων σπάνια εξήρχετο των γραφείων της εναγομένης για την παρακολούθηση αγώνων και την λήψη συνεντεύξεων από ποδοσφαιριστές, προπονητές και. παράγοντες των ομάδων των ως άνω κατηγοριών, και όποτε αυτό συνέβαινε γινόταν μόνο κατόπιν εντολής του διευθυντή του γραφείου της ..., και ήταν αδύνατο να μεταβαίνει σε 40 γήπεδα περίπου ταυτόχρονα για να καλύπτει τους αγώνες ποδοσφαίρου, παρακολουθούσε την εξέλιξή τους από τα γραφεία της εφημερίδας, ότι ο ενάγων αντλούσε πληροφορίες για την σύνταξη των σχετικών κειμένων και άρθρων του επικοινωνώντας τηλεφωνικά με ποδοσφαιριστές, προπονητές, παράγοντες ομάδων ή και συναδέλφους του, αλλά και από το διαδίκτυο, αφού του είχε χορηγηθεί για τις ανάγκες της εργασίας του αυτής γραφείο. τηλέφωνο και ηλεκτρονικός υπολογιστής, μετά δε την συγκέντρωση του υλικού συνέτασσε τα προς δημοσίευση κείμενά του, τα οποία δεν εξαντλούνταν μόνο στην συγκέντρωση πληροφοριών, αλλά εκτείνονταν στον σχολιασμό και στην κριτική των αθλητικών δραστηριοτήτων, ότι έχοντας ο ενάγων την επιμέλεια των αντιστοίχων σελίδων της εφημερίδας ήταν υποχρεωμένος να προσέρχεται στα γραφεία της εναγομένης στην ... καθημερινά έξι φορές την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Κυριακή, λαμβάνοντας μία ημέρα ανάπαυσης (ρεπό), εξαιρετικά, όμως, από τον Μάιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2002 εργαζόταν 7 ημέρες την εβδομάδα χωρίς ρεπό, ότι προσερχόταν τις καθημερινές από την 11.00' έως την 17.00', ενώ από τον Σεπτέμβριο του 2004 το καθημερινό ωράριό του ήταν από την 12.00' έως την 18.00', το Σάββατο δε και την Κυριακή που η αθλητική δραστηριότητα ήταν ιδιαίτερα πλούσια λόγω της διεξαγωγής των πρωταθλημάτων το ωράριό του ήταν από την 12.00' έως την 22.00', ενώ πραγματοποιούσε και δύο βάρδιες την εβδομάδα είτε πρωινή (11.00' - 21.00') είτε βραδινή (12.00' - 23.00'), όπως και το υπόλοιπο προσωπικό, για την κάλυψη εκτάκτων γεγονότων, με βάση το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της βάρδιας που εκπονούνταν από την Διεύθυνση της εναγομένης στην ..., ότι το ωράριο αυτό της εργασίας του ενάγοντος καθοριζόταν από την εναγομένη, η οποία διά του διευθυντή της στην ... ασκούσε έλεγχο ως προς τον τόπο και ιδιαίτερα τον τρόπο παροχής της εργασίας του και την ποιότητά της ενόψει και των αστικών ευθυνών της από τις διατάξεις περί τύπου, ειδικότερα δε ο διευθυντής της ... καθόριζε το πλαίσιο των αγώνων που έπρεπε να παρακολουθεί ο ενάγων ή των ενγένει γεγονότων που έπρεπε να καλύψει ή των ειδήσεων από την αγωνιστική κίνηση και την προετοιμασία των ομάδων, δίνοντας προς τούτο τις κατάλληλες εντολές, υποδείξεις και οδηγίες και μετά την σύνταξη των κειμένων του ήλεγχε το περιεχόμενό τους, έκανε τις απαραίτητες διορθώσεις, καθόριζε την έκτασή τους, ώστε τα κείμενα του ενάγοντος να είναι σύμφωνα με το ύφος και τη γραμμή εφημερίδας και κατάλληλα προς δημοσίευση, ότι ο ενάγων ως δημοσιογράφος λόγω της φύσης της εργασίας του είχε μεν μια περιορισμένη ελευθερία και ανέπτυσσε κάποιου είδους πρωτοβουλία ως προς την εργασία του, όμως σε ουδεμία περίπτωση διαμόρφωνε κατ' απολύτως ελεύθερη κρίση τον χρόνο και τον τόπο αυτής και τα θέματα που έπρεπε να καλυφθούν, τελούσε δηλ. κατά την εκτέλεση της εργασίας του υπό τις δεσμευτικές ειδικές και όχι γενικές οδηγίες του διευθυντή του γραφείου της ... ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο της εργασίας του, με βάση δε τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη και ότι (α) ο ενάγων μετά την 1-3-2004 αμειβόταν με σταθερές μηνιαίες αποδοχές (300€) και όχι ανάλογα με την ύλη που ετοίμαζε, (β) κάθε καλοκαίρι του χορηγείτο άδεια αναψυχής και (γ) το όνομά του εμφανιζόταν δίπλα στο όνομα και την φωτογραφία άλλων συντακτών της εφημερίδας, η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες, υπό τις οποίες λειτούργησε, είναι εξαρχής αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή της σύμβασης έργου, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της ως σύμβασης έργου που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην από 1-3-2004 έγγραφη συμφωνία τους, τα παραπάνω δε δεν αναιρούνται και δεν ανατρέπονται από το γεγονός ότι ο ενάγων εξέδιδε δελτίο παροχής υπηρεσιών για τους καταβαλλομένους σ' αυτόν μισθούς, αφού αυτό γινόταν για φορολογικούς και μόνο λόγους που αφορούσαν και τους δύο διαδίκους, ούτε από το γεγονός ότι η εναγομένη κατέθεσε την από 1-3-2004 σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας κατ' άρθ. 1 παρ. 1 ν. 2639/1998, καθόσον ο ενάγων, κατά τα προαναφερθέντα, ανέτρεψε, το σχετικό μαχητό τεκμήριο, ότι, σύμφωνα με τα παραπάνω και την καθιερουμένη με την 34/1964 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών διάκριση, η φύση των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντος ήταν αυτή του εσωτερικού και όχι του εξωτερικού συντάκτη, καθόσον αυτός καθημερινά προσερχόταν στα γραφεία της εναγομένης σε συγκεκριμένο ωράριο για να επιμεληθεί την σύνταξη των κειμένων του, έχοντας προηγουμένως συγκεντρώσει από το γραφείο τις απαραίτητες πληροφορίες είτε τηλεφωνικά είτε από το διαδίκτυο είτε μέσω άλλων συναδέλφων του, τα οποία (κείμενα), αφού εγκρίνονταν από τον διευθυντή των γραφείων της ..., αποστέλλονταν στην .... προς δημοσίευση, ενώ εξάλλου σπάνια εξήρχετο του γραφείου του (προς εργασία) και μόνο σε ειδικές περιπτώσεις ύστερ' από εντολή του διευθυντή του για να λάβει συνεντεύξεις ή να κάνει κάποιο "ρεπορτάζ", αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις επέστρεφε στο γραφείο του, όπου συνέτασσε τα σχετικά κείμενα προς δημοσίευση, και επίσης εκτελούσε "βάρδιες" εντός των γραφείων γεγονός που δεν συμβαδίζει με την ιδιότητα του εξωτερικού συντάκτη, με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, σύμφωνα με τους οποίους (α) ο ενάγων αρχικά προσέφερε σ' αυτήν εθελοντική εργασία (από 15-5-2002 έως 28-2-2004) και στην συνέχεια συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου και (β) η εργασία που παρείχε ο ενάγων ήταν αυτή του εξωτερικού συντάκτη και με βάση τις νόμιμες αποδοχές αυτού έπρεπε να υπολογισθούν οι ζητούμενες διαφορές αποδοχών κ.λπ., και στην συνέχεια κατά παραδοχή της έφεσης του ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ενμέρει την αγωγή και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.708,05 ευρώ για διαφορές αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας και προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τις Κυριακές, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί ειδικότερες διακρίσεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις (α) των άρθ. 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943 ως προς τον χαρακτηρισμό της συνδέουσας τους διαδίκους σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας και (β) της 34/1964 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών και των από 15-4-2002, 14-5-2003 και 29-7-2004 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των συντακτών - μελών της ΕΣΗΕΑ που απασχολούνται σε εφημερίδες μέλη της ΕΙΗΕΑ", που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές ως άνω, αφού υπό τα γενόμενα ως άνω δεκτά με την προσβαλλομένη απόφασή του πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν πλήρεις, σαφείς και. χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, πραγματικά οι διάδικοι συνδέονταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου) και ο ενάγων είχε την ιδιότητα του εσωτερικού (και όχι του εξωτερικού) συντάκτη. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη τους από τους αριθμούς 1 και. 19 αντίστοιχα του άρθ. 559 ΚΠολΔ. ΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δικαστική ομολογία του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, που αυτός είχεν επικαλεσθεί νόμιμα, η οποία σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, υπάρχει δε ως αποδεικτικό μέσο, εφόσον περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια γι' αυτόν που ομολογεί. Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προταθείσα απ' αυτήν ομολογία του αναιρεσιβλήτου για την ιδιότητά του ως εξωτερικού και όχι εσωτερικού συντάκτη, που περιέχεται στην αγωγή του, στην οποία εκθέτει ως προς τις υπηρεσίες που παρείχε στην εκδιδομένη από την αναιρεσείουσα εφημερίδα, ότι "ειδικότερα πραγματοποιούσα το καθημερινό ρεπορτάζ των ομάδων που συμμετείχαν στα ανωτέρω πρωταθλήματα, ήτοι συγκέντρωνα τα αποτελέσματα της κάθε αγωνιστικής, έκανα σχολιασμό των αγώνων, παρουσίαζα τα νέα των ομάδων κατά την διάρκεια της εβδομάδας, ελάμβανα συνεντεύξεις από αθλητές, προπονητές και παράγοντες των ομάδων, ενώ παράλληλα παρουσίαζα και διάφορα θέματα του ελεύθερου ρεπορτάζ". Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η φερομένη ως μη ληφθείσα υπόψη ομολογία δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά επιζήμια για τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, καθόσον τα παραπάνω, που αποτελούν και βάση της αγωγής του, δεν προσδίδουν σ' αυτόν, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, την ιδιότητα του εξωτερικού συντάκτη, εφόσον μάλιστα δεν αναφέρεται σ' αυτήν και ότι τις υπηρεσίες αυτές παρείχε ο ενάγων κυρίως εκτός των γραφείων της εφημερίδας της εναγομένης. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, καθώς και η υπέρ αυτής ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση, χωρίς να καταδικασθεί η προσθέτως παρεμβάσα στα δικαστικά έξοδα του καθού η πρόσθετη παρέμβαση αναιρεσιβλήτου, αφού σ' αυτόν δεν προκλήθηκε πρόσθετη δικαστική δαπάνη από την παρέμβαση αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-10-2009 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "Sport (Σπορ) Plus Ανώνυμη Εκδοτική Εταιρεία", καθώς και την υπέρ αυτής πρόσθετη παρέμβαση της Οργάνωσης "Ένωσις Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών", για αναίρεση της 3123/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ



 

ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ  ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ ΕΤΑΙΡΙΑ, ΧΩΡΙΣ ΔΕΣΜΕΥΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ, ΩΡΑΡΙΟ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ. ΔΕΝ ΣΥΝΙΣΤΑ Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ, ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ. ΑΣΚΗΣΗ ΠΡΟΣΘΕΤΗΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ. ΕΦΟΣΟΝ Η ΕΙΣΠΡΑΞΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΑΣΘΕΙΣΑΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΓΙΝΕΙ ΑΠΟ ΔΙΚΗΓΟΡΟ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΦΟΔΙΑΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΗ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΤΗΤΑ. ΣΙΩΠΗΡΗ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ – ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΑΘΛΗΤΙΚΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΗ ΠΑΡΟΧΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΙΚΑΣΤΙΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ: Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ'άριθμ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος. Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ'αυτήν, εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη….(…..)

Αριθμός 10/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο -Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Μαυραγάνη.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Μπελίτση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και με την υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση, που ασκήθηκε προφορικά στο ακροατήριο από το επαγγελματικό σωματείο "Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας - Θράκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2033/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-9-2005 αίτησή του και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 22-11-2005 πρόσθετη παρέμβαση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της στο σκεπτικό από 22-11-2005 πρόσθετης παρεμβάσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και της πρόσθετης παρεμβάσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80,81,82, 556 παρ.1, 558 εδ.α', 495 και 569 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "Ενωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου με το από 22-11-2005 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-11-2005, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του αναιρεσείοντος Χ1 ορίστηκε δε και για τη συζήτηση της πρόσθετης αυτής παρεμβάσεως η ίδια δικάσιμος της 24-10-2006, που είχε ήδη οριστεί και για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως. Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς, με βάση το άρθρο 669 ΚΠολΔ, ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα προβαλλόμενα με την παρέμβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο, εργαζομένων και μέλος του είναι ο αναιρεσείων, υπέρ του οποίου έγινε η πρόσθετη αυτή παρέμβαση. Επομένως πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως.

2. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ'άριθμ. 324/1946 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος, που παρέχει την εργασία του με μισθό, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, υπόκειται σε εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα αυτού να ασκεί εποπτεία, να ελέγχει την εργασία, που παρέχει ο εργαζόμενος και να δίνει εντολές και οδηγίες δεσμευτικές ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, χωρίς περαιτέρω ευθύνη του εργαζομένου προς επίτευξη με αυτήν ορισμένου αποτελέσματος. Διακρίνεται δε από τη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διότι σ'αυτήν, εκείνος που παρέχει την εργασία του δεν υποβάλλεται στον έλεγχο και στην εποπτεία του εργοδότη ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του έχει ανατεθεί, χωρίς όμως και στη σύμβαση αυτή να αποκλείεται κάποια χαλαρή εξάρτηση του εργαζομένου από τον εργοδότη. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία διατηρεί στην Αθήνα, όπου και η έδρα της, ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό με την επωνυμία ".....", ενώ Γραφεία στη Θεσσαλονίκη δεν διατηρεί. Αυτή (αναιρεσίβλητη) μεταδίδει πρόγραμμα σε 24ωρη βάση και κυρίως αθλητικά θέματα. Ο αναιρεσείων είναι επαγγελματίας δημοσιογράφος και μέλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας-Θράκης, δηλαδή της προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβάσας. Για τις ανάγκες των αθλητικών της εκπομπών και για το χώρο της Θεσσαλονίκης η αναιρεσίβλητη συμφώνησε με τον αναιρεσείοντα την 1-12-1996 ο τελευταίος να παρουσιάζει σε αθλητικές εκπομπές ειδήσεις αθλητικές στους ακροατές του σταθμού με ζωντανές συνδέσεις από τη Θεσσαλονίκη έναντι αμοιβής. Για την πραγματοποίηση αυτών των εκπομπών και για την εμφάνισή του σ'αυτές ο αναιρεσείων κάλυπτε όλα τα αθλητικά γεγονότα της Θεσσαλονίκης, που γίνονται σε κάποιες ημέρες της εβδομάδας και κυρίως Σάββατα και Κυριακές. Το δημοσιογραφικό αυτό υλικό από τις καλύψεις αυτές, που ήταν προϊόν της απασχόλησής του με αθλητικά θέματα, όπως αθλητικά γεγονότα των ομάδων Θεσσαλονίκης από αθλητικούς παράγοντες κλπ. δεν τα ενέκρινε κανείς από τα στελέχη της αναιρεσίβλητης, αφού δεν υπήρχαν γραφεία της στην Θεσσαλονίκη ούτε κάποιος τρίτος υπεύθυνος του σταθμού, ενόψει του ότι, ιδίως, ο αναιρεσείων τα εκφωνούσε προφανώς δια τηλεφώνου στις ζωντανές συνδέσεις του με το σταθμό στην Αθήνα. Καθημερινό ωράριο δεν είχε ο αναιρεσείων και μάλιστα υποχρεωτικό, όπως προφανώς το άλλο υπαλληλικό προσωπικό του σταθμού της αναιρεσίβλητης στην Αθήνα. Αλλά και σχέση εξάρτησης από τον διευθυντή του ως άνω σταθμού ή από άλλο ορισμένο υπάλληλο δεν είχε ο αναιρεσείων, αφού κανείς δεν του καθόριζε ποιο θα ήταν το το καθημερινό του πρόγραμμα και ιδίως τι θα ήταν το περιεχόμενο της ζωντανής του σύνδεσης με το σταθμό, με δεδομένο ότι οι αθλητικές ειδήσεις είναι ρευστές και τρέχουσες καθημερινώς, ούτε και υφίστατο θέμα έγκρισης της εκφώνησης, αφού διαρκούσε κάποιο χρόνο. Ενόψει των παραπάνω αναφερομένων είναι φανερό ότι η σχέση που συνέδεε τον αναιρεσείοντα με την αναιρεσίβλητη εταιρία ήταν αυτή της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών (κάλυψη αθλητικών γεγονότων και παρουσίασή τους στον σταθμό της αναιρεσίβλητης) και όχι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου. Και αυτό γιατί : 1) Υπήρχε έλλειψη εξάρτησης του αναιρεσείοντος ως προς τον τρόπο, το χρόνο και το είδος της παρεχόμενης υπηρεσίας, αφού δεν είχε καμία εποπτεία, έλεγχο της εργασίας του και οδηγίες δεσμευτικές από την εργοδότιδά του αναιρεσίβλητη. 2) Υπήρχε έλλειψη ωραρίου, που άλλωστε δεν δικαιολογείται από τη φύση της κάλυψης των αθλητικών γεγονότων, 3) Ο αναιρεσείων εργαζόταν και σε άλλο σταθμό και ειδικότερα από 1-4-2002 στον ραδιοφωνικό σταθμό "......" τουλάχιστον μέχρι τον Νοέμβριο του 2002. 4) Μετά από διακοπή της εργασίας τον Νοέμβριο (προφανώς του 2002) με τον σταθμό Θεσσαλονίκης, ο αναιρεσείων μετέδωσε αποσπασματικά έξι αγώνες των ομάδων Θεσσαλονίκης, για τις οποίες πληρώθηκε με έξτρα αμοιβή και μόνο γι' αυτές. 'Ετσι αποδείχθηκε ότι δεν υφίστατο το κύριο στοιχείο της νομικής εξάρτησης, δηλαδή η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασία του, ενώ δεν διαφαίνεται καν και κάποια χαλαρή εξάρτηση από την εργοδότιδά του αναρεσίβλητη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθ.467/2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η από 15-4-2003 ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος για καταβολή διαφορών αποδοχών κλπ. με βάση επικληθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, στη συνέχεια δέχτηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ίδιας αποφάσεως, εξαφάνισε την απόφαση αυτήν και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εν λόγω αγωγή. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 και επόμ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, ο οποίος κυρώθηκε με την υπ'αριθ.324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, πράγματι η σύμβαση που υπήρχε μεταξύ αναιρεσείοντος αφενός και αναιρεσίβλητης αφετέρου είχε το χαρακτήρα όχι συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά τον χαρακτήρα συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού, πάντοτε κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων κατά την παροχή της εργασίας του δεν υποβαλλόταν στον έλεγχο και στην εποπτεία της εργοδότιδάς του αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας, που του είχε ανατεθεί, και συγκεκριμένα δεν ήταν υποχρεωμένος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της αναιρεσίβλητης ως προς το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εν λόγω εργασίας του, έστω και αν, παρά το αντιθέτως στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενο, πράγματι φαίνεται να υπήρχε σύμφωνα με όσα στην εν λόγω απόφαση διαλαμβάνονται, κάποια χαλαρή εξάρτηση από την εργοδότιδα αναιρεσίβλητη, εξάρτηση όμως η οποία δεν έφθανε μέχρι το σημείο ώστε να καθιστά τη σύμβαση ως τέτοια εξαρτημένης εργασίας. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτεθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του, αυτήν αναφορικά με το χαρακτήρα της ανωτέρω συμβάσεως ως τέτοιας ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, και επαρκείς και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την υπ'αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, Δεν υπάρχει δε παραδοχή του Εφετείου, έστω και έμμεση, ότι ο αναιρεσείων "είχε συγκεκριμένο ωράριο στον οποίο έπρεπε να στείλει τις ανταποκρίσεις του... σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας..", αλλ' ούτε και ότι ο αναιρεσείων έκανε "καθημερινό ρεπορτάζ... μετά από εντολή του καναλιού ή του αρχισυντάκτη ή του παραγωγού της εκπομπής...", όπως, αβασίμως όμως, υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως. Ενόψει αυτών: 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με το να μην εφαρμοστούν) των διατάξεων των άρθρων 648, 652 και επ. του ΑΚ και 6 του ν.765/1943, που κυρώθηκε με την υπ'αριθ. 324/1946 Π.Υ.Σ. και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.ΝΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και 2) ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

3. Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση (Ολ.ΑΠ 469/1984). Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλ' ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα, που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσίβλητη και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, στα οποία βασίστηκε για να καταλήξει στην κρίση ότι δεν υπήρχε εξάρτηση του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη εργοδότιδά του λόγω μη υπάρξεως δικαιώματος της τελευταίας προς άσκηση εποπτείας, ελέγχου της εργασίας και δόση εντολών και οδηγιών δεσμευτικών αναφορικά με το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο της παροχής της εργασίας του πρώτου (αναιρεσείοντος). Και η λήψη υπόψη των πραγματικών αυτών περιστατικών έλαβε χώρα παρά το ότι η αναιρεσίβλητη, πέραν της γενικής αρνήσεως της ένδικης αγωγής και της προβολής του ισχυρισμού ότι η σύμβαση ήταν τέτοια ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν είχε προβάλει τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα γεγονότα που αναφέρονται στο λόγο αυτόν αναιρέσεως ανάγονται στο περιεχόμενο των αποδείξεων, καθώς και στα επιχειρήματα και στα συμπεράσματα που διατυπώθηκαν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με τη μη ύπαρξη της επικληθείσας με την ένδικη αγωγή συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά με την ύπαρξη συμβάσεως ανεξάρτητων υπηρεσιών και ως εκ τούτου δεν αποτελούν και "πράγματα" κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως.

4. Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα "πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι'αυτά. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα αναφερόμενα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά χωρίς απόδειξη, παρά την ύπαρξη αποδείξεων που αποδεικνύουν το αντίθετο, κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως σχετικώς αναφερόμενα. 'Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο στην επί της ουσίας της υποθέσεως κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των αναφερόμενων ένορκης μαρτυρικής καταθέσεως, ένορκων βεβαιώσεων, καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, εφόσον το Εφετείο στις σχετικές παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, δηλαδή όχι χωρίς απόδειξη, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι'αυτό ο αμέσως πιο πάνω (τέταρτος) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζεται, το αντίθετο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

5. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, από δε το συσχετισμό της με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1 και 118 αριθ.4 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, πρέπει να μνημονεύεται στο αναιρετήριο, αν δεν πρόκειται για τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, έχει νόμιμα προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αν αυτού η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση, και συγκεκριμένα να έχει προταθεί νόμιμα και δη με λόγο εφέσεως ή με τις προτάσεις, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται (βλ. σχ. Ολ.ΑΠ 43/1990). Εξάλλου, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 11 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τέτοιο μη επιτρεπόμενο (μη νόμιμο) αποδεικτικό μέσο είναι και η ένορκη βεβαίωση που προβλέπεται από το άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, αν αυτή δεν έγινε ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από 24 τουλάχιστον ώρες. Ακόμη, κατά την περ. β' του ίδιου αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Ως μη προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται και εκείνα τα οποία είχαν προσκομιστεί, αλλά αυτά δεν είχαν επικληθεί με τις προτάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες του αριθμού 11 περ.α' και β' αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του: α) τις υπ'αριθ.525 και 526/12-11-2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.Κασκαρέλη, που με επίκληση είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, παρά το ότι η κλήτευση του αναιρεσείοντος δεν ήταν νόμιμη, αφού δεν είχε καθοριστεί η ημέρα και ώρα εξετάσεως των προσώπων που θα βεβαίωναν ενόρκως, και β) όλα τα έγγραφα που είχε προσκομίσει η αναιρεσίβλητη, παρά το ότι κανενός από τα έγγραφα αυτά η επίκληση δεν ήταν εξειδικευμένη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθεί στο σύνολό του, προεχόντως, ως αόριστος, γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αιτιάσεις που αποτελούν το περιεχόμενό του προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο και δη με τις προτάσεις, ή έστω με την προσθήκη σ'αυτές, που ο αναιρεσείων υπέβαλε κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

6. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ. β', 524 παρ.1, 591 παρ.1 στοιχ.β' και δ', 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως που προσκομίζονται, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ, η οποία, παρά το ότι αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", εν τούτοις έχει εφαρμογή και αναφορικά με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (βλ. σχ. Ολ.ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ...., στην οποία περιέχεται εξολοκλήρου η από 13-3-2003 εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, έγγραφο το οποίο, κατά το λόγο αναιρέσεως, είχε επικαλεστεί ως προσκομιζόμενο (και συγχρόνως είχε προσκομίσει) με τις προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη, πάντοτε κατά το λόγο αναιρέσεως, "των ισχυρισμών του περί νομικών ενεργειών, στις οποίες προέβη για τη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, περί διαμαρτυριών για τη μη νόμιμη, καταβολή των μισθών του και περί ασκήσεως του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας μετά την καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του αναιρεσείοντος, που αυτός υπέβαλε στο Εφετείο (τόσο επί της δικής του εφέσεως όσο και επί της εφέσεως της αντιδίκου του αναιρεσίβλητης) κατά τη συζήτηση των εν λόγω εφέσεων, μετά την οποία συζήτηση εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έγινε με τις προτάσεις αυτές νόμιμη επίκληση του εν λόγω εγγράφου και συγκεκριμένα σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου αυτού. Βέβαια στις εν λόγω προτάσεις που υπέβαλε ο αναιρεσείων γίνεται απλή αντιγραφή των προτάσεων της προηγούμενης συζητήσεως που έγινε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), στις οποίες πράγματι γίνεται επίκληση του προαναφερόμενου εγγράφου, πλην όμως τούτο δεν αρκεί, για να καταστήσει, σύμφωνα με τα παραπάνω, νόμιμη (σαφή και ορισμένη) την επίκληση του εγγράφου και κατά τη συζήτηση που έγινε ενώπιον του Εφετείου, αφού με τις προαναφερόμενες προτάσεις ενώπιόν του δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων του αναιρεσείοντος και δη με την έννοια της επικλήσεως και κατά τη δευτεροβάθμια δίκη του εν λόγω, φερόμενου ως μη ληφθέντος υπόψη, εγγράφου.

7. Επειδή οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως κατά τα υπόλοιπα μέρη τους, με τα οποία προβάλλονται αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες αυτές αιτιάσεις ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

8. Επειδή, κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, πρέπει οι υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση να απορριφθούν και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αντιδίκου του (αναιρεσίβλητης), κατά το σχετικό αίτημα αυτής (άρθρα 183 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Παρά όμως το σχετικό αίτημα της αναιρεσίβλητης έστω και αν αυτή νίκησε, δεν πρέπει να επιδικαστεί δικαστική δαπάνη υπέρ αυτής και εις βάρος του προσθέτως υπέρ του αναιρεσείοντος παρεμβάντος, εφόσον η πρώτη (αναιρεσίβλητη) δεν υποβλήθηκε σε κάποια πρόσθετη εξαιτίας της παρεμβάσεως δαπάνη (άρθρα 183 και 182 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς

Συνεκδικάζει την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσείοντος παρέμβαση.

Απορρίπτει την από 15 Σεπτεμβρίου 2005 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2033/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και την από 22 Νοεμβρίου 2005 πρόσθετη παρέμβαση. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ