ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΕΛΟΥΜΕΝΗ – ΧΡΗΜΑΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ – ΑΡΧΗ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΞΥΒΡΙΣΗ

Κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178 της 14/16-7-1981 (ΦΕΚ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή. Η χρησιμοποιηθείσα στο δημοσίευμα φράση ("παγκοίνως άγνωστη") συνιστά "δυσμενή χαρακτηρισμό", ο οποίος θεμελιώνει το έγκλημα της εξύβρισης, αφού κατά τα προεκτεθέντα, απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, ο άδικος χαρακτήρας της οποίας δεν αίρεται αν από τις υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται, όπως δέχεται ότι συμβαίνει εν προκειμένω, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Αριθμός 1852/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ε. Κ., το γένος Β., 2. Ν. Κ.-Ξ., 3.Τ. Κ., καθολικών διαδόχων, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Λ. Β. Κ., τέως εκδότη της καθημερινής πολιτικής εφημερίδας "ΤΑ ΝΕΑ", 4. Π. Κ., εκδότη και διευθυντή της ανωτέρω εφημερίδας, 5. Δ. Δ., δημοσιογράφου, συντάκτη της ανωτέρω εφημερίδας, κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Δαρμάρο.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. (Π.) Χ. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξουσία δικηγόρο της Θεοδώρα Κρητικοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12.4.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3313/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5629/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεσή της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10.12.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 29.9.2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθεί δε ο τρίτος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η αποδοχή της αποφάσεως, προ της ασκήσεως κάποιου ενδίκου μέσου εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της ασκήσεώς του, δεν υπόκειται σε ορισμένο διαδικαστικό τύπο, όπως εκείνη που γίνεται μετά την άσκηση του ενδίκου μέσου, δυναμένη να γίνει ρητώς, με την τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του κώδικος αυτού και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς, με δηλώσεις ή πράξεις από τις οποίες συνάγεται αναγκαίως ο περί αποδοχής σκοπός. Η αποδοχή δε της αποφάσεως επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ.2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ. 15/2008). Εξάλλου, για την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου και, επομένως, για την ενέχουσα τέτοια παραίτηση αποδοχή της απόφασης, ρητή ή σιωπηρά, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την ρητή αποδοχή της απόφασης ή που προβαίνει στην πράξη από την οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή αυτής, διαφορετικά η (ρητή ή σιωπηρά) αποδοχή της απόφασης και συνεπώς και η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατ' αυτής είναι ανίσχυρη (ΑΠ 1247/2009).

Εν προκειμένω, η αναιρεσίβλητη, με τις εμπροθέσμως, κατ' άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις της προέτεινε την ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατά της 5629/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ισχυριζόμενη ότι οι αναιρεσείοντες, πριν από την άσκησή της, κατέβαλαν σ' αυτήν, χωρίς επιφύλαξη, το αναγνωρισθέν ως οφειλόμενο σε αυτή με την προσβαλλόμενη απόφαση κεφάλαιο με τους οφειλόμενους από την επίδοση της αγωγής τόκους και την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη. Προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού της επικαλείται και προσκομίζει α) το από 15-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό (απόδειξη) που υπογράφεται από την δικηγόρο της Ντόρα Κρητικοπούλου και από τον δικηγόρο των αναιρεσειόντων Κώστα Μίντζηρα, από το οποίο προκύπτει, ότι η δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, ενεργώντας για λογαριασμό της τελευταίας, εισέπραξε από τους αναιρεσείοντες, διά χειρός του άνω δικηγόρου τους το ποσό των 38.085,04 ευρώ, διά της παραδόσεως προς την τελευταία (δικηγόρο αναιρεσίβλητης) ισόποσης επιταγής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, με αριθμό ... και ημερομηνία εκδόσεως 15-11-2007, η οποία εκδόθηκε από την εταιρία "ΔΟΛ ΑΕ", εις διαταγήν της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Θεωδώρας Λ. Κρητικοπούλου, προς πλήρη εξόφληση για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα που επιδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 3313/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 5629/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλομένη), την επιταγή δε αυτή συνομολογεί ότι εισέπραξε και β) την από 5-11-2007 επιστολή της άνω δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, που διαβιβάζεται με "φαξ" προς τον άνω δικηγόρο των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με την οποία αποστέλλεται προς τον τελευταίο σχέδιο απόδειξης, υπό μορφή ιδιωτικού συμφωνητικού, προκειμένου να καθορισθεί το περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου εξόφλησης της άνω απαίτησης, για φορολογικούς λόγους. Εφόσον όμως η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα υπάρχοντα στη δικογραφία στοιχεία, ότι ο δικηγόρος των αναιρεσείοντων Κώστας Μίνζηρας, που προέβη στις ανωτέρω - δηλωτικές σιωπηρής αποδοχής της απόφασης - πράξεις, είχε προς τούτο πληρεξουσιότητα, οι εν λόγω πράξεις δεν καταφάσκουν την αποδοχή της απόφασης. Πέραν όμως αυτού, από τα επικαλούμενα περιστατικά, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, η δε καταβολή των με αυτήν επιδικασθέντων ποσών, από την "ΔΟΛ Α.Ε.", έγινε, προδήλως, προς αποφυγή των, από την μη πληρωμή, συνεπειών, της αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος των αναιρεσειόντων. Εξάλλου, αποδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται ούτε από το γεγονός ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσειόντων, μέσω του οποίου έγινε η καταβολή των επιδικασθέντων, δεν προέβη σε δήλωση επιφύλαξης ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, αφού ο τελευταίος, ουσιαστικά ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρίας "ΔΟΛ Α.Ε." (που δεν ήταν διάδικος), στο νομικό τμήμα της οποίας παρέχει τις υπηρεσίες του, και παρεμπιπτόντως για λογαριασμό των αναιρεσειόντων, και ως εκ τούτου δεν είχε υποχρέωση να πράξει κάτι τέτοιο. Αντίθετα, μάλιστα, από το γεγονός ότι, σε διάστημα μικρότερο του μηνός, ασκήθηκε η ένδικη αίτηση, σε συνδυασμό με την εν γένει δικονομική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν νόμιμα κατά τη συζήτησή της, εμμένοντας σ' αυτήν και ζητώντας την απόρριψη των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, συνάγεται σαφώς, ότι οι αναιρεσείοντες ουδεμία πρόθεση είχαν, για παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως. Ενόψει των ανωτέρω, μη αποδεικνυομένης αποδοχής από τους αναιρεσείοντες της προσβαλλόμενης απόφασης και συνακόλουθα το απαράδεκτο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο μόνο παρ.1 του ν.1178 της 14/16-7-1981 (ΦΕΚ 187), περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Στην παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο μόνο παρ.4 ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέστηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει σαφώς, ότι αναφέρονται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, φυσικού ή νομικού προσώπου και όχι στο συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος ή τον εκδότη του εντύπου (αν αυτός δεν ταυτίζεται με τον ιδιοκτήτη) ή τον διευθυντή συντάξεως. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ο συντάκτης (του επιλήψιμου δημοσιεύματος), ο εκδότης (αν δεν είναι και ιδιοκτήτης του εντύπου) ή ο διευθυντής συντάξεως παύουν να ευθύνονται προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας ή της ηθικής βλάβης που έχει προκληθεί από επιλήψιμο δημοσίευμα, αλλά η ευθύνη τους θεμελιώνεται στις κοινές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919, 920, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361-363 ΠΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 361 παρ.1 ΠΚ, κατά την οποία όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης (άρθρα 362 και 363), προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή, συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της εξυβρίσεως, δυναμένης να συντελεσθεί και με δημοσίευμα σε έντυπο, που συνιστά συγχρόνως και αδικοπραξία κατά τις ΑΚ 57-59 και 914, απαιτείται ο δράστης να εκδηλώνει αμφισβήτηση για την ηθική ή κοινωνική αξία κάποιου προσώπου ή καταφρόνηση. Η εκδήλωση αυτή του δράστη μπορεί να συντελεσθεί είτε προφορικά είτε εγγράφως, είτε με έργο, αρκεί να κατατείνει στην μείωση της τιμής ή της υπολήψεως του παθόντος. Για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού απαιτείται ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει με την ενέργειά του να προσβάλει την τιμή και υπόληψη του παθόντος. Απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης όχι όμως εκείνο της δυσφημήσεως (απλής ή συκοφαντικής). Εξάλλου, από τα άρθρα 57 εδ.α', 59 εδ.α' και 932 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 362 και 367 ΠΚ, συνάγονται τα εξής: Όποιος παράνομα προσβάλλεται στην προσωπικότητά του, νοούμενη ως το προστατευόμενο από το Σύνταγμα (άρθρ. 2 παρ.1) σύνολο των αξιών που απαρτίζουν την ουσία του ανθρώπου, και ειδικότερα προσβάλλεται στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 5 παρ.2) τιμή ή υπόληψή του, προσβάλλεται δε με δυσφήμηση ή εξύβριση, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον. Το δε δικαστήριο μπορεί, επιπλέον, αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, να καταδικάσει τον υπαίτιο προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη εκείνου που έχει προσβληθεί. Ο άδικος όμως χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση αίρεται σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει στις δυσφημηστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο ενδιαφέρον, που πηγάζει από την προστατευόμενη από το Σύνταγμα (αρθρ. 14) και από την επικυρωμένη με το ΝΔ 53/1974 ΕΣΔΑ (άρθρο 10) ελευθερία του τύπου, έχουν και τα πρόσωπα που άμεσα συνδέονται με τη λειτουργία του τύπου για τη δημοσίευση ειδήσεων και γεγονότων σχετικά με τη συμπεριφορά φυσικών προσώπων, ιδίως δε εκείνων που ασκούν δημόσιο λειτούργημα ή που ενδιαφέρουν το κοινωνικό σύνολο ή, έστω, και άλλους. Παρέπεται ότι τα ως ανωτέρω συνδεόμενα με τον τύπο πρόσωπα μπορούν να προβαίνουν σε αντίστοιχη δημοσίευση για πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού ακόμη και με οξεία κριτική ή δυσμενείς χαρακτηρισμούς σε βάρος των ως άνω προσώπων ή ομάδων. Ωστόσο, η προαναφερόμενη άρση του άδικου χαρακτήρα της προσβολής με δυσφήμηση ή εξύβριση ανατρέπεται, αν από τον τρόπο που έλαβαν χώρα οι δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται. Ειδικός σκοπός εξυβρίσεως, που ως νομική έννοια ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδηλώσεως της προσβλητικής της τιμής του άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος, μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτόν για να προσβάλει την τιμή του άλλου. Έτσι, ο ειδικός σκοπός εξύβρισης έγκειται στην ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δικαιώματος, η οποία κατατείνει ειδικά στην προσβολή της τιμής και αποτελεί πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος. Αυτή δε η ανατροπή της άρσεως του αδίκου, συνεπάγεται, βέβαια, περιορισμό της ελευθερίας του τύπου, αλλά ο περιορισμός αυτός συγκαταλέγεται σε εκείνους που προβλέπονται, άμεσα μεν στην ΕΣΔΑ (άρθρ. 10), έμμεσα δε πλην σαφώς στο Σύνταγμα (αρθρ. 14 και 15), ως επιτρεπτοί, δικαιολογείται δε μόνο εφόσον προκύπτει από τις αποδείξεις η ύπαρξη ειδικού σκοπού του δράστη για εξύβριση του θύματος, υπό την προεκτεθείσα έννοια. Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, σε περίπτωση δε που το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και είναι για το λόγο αυτό αναιρετέα, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για την εφαρμογή της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, και, εξαιτίας αυτού, δεν είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο αν ορθά ή όχι εφαρμόστηκε η διάταξη αυτή. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του, τα ακόλουθα: " Στην ημερήσια και ενταύθα εκδιδόμενη εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ", της οποίας εκδότης ετύγχανε ο πρώτος των εναγομένων (ο οποίος απεβίωσε στις 7-1-2006 και η δίκη συνεχίσθηκε από τις τρεις πρώτες των ήδη αναιρεσειόντων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού) και διευθυντής ο δεύτερος εξ αυτών (ήδη τέταρτος αναιρεσείων), υπάρχει μόνιμη στήλη με υπέρτιτλο "ΣΤΗΛΗ ΑΛΑΤΟΣ", την οποία συντάσσει και επιμελείται ο τρίτος των εναγομένων δημοσιογράφος (ήδη πέμπτος των αναιρεσειόντων). Στην εν λόγω στήλη με τον τίτλο "ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ", στο φύλλο της 17.12.2004 της συγκεκριμένης εφημερίδας δημοσιεύθηκε το ακόλουθο άρθρο: "ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΑ διπλής όψεως. Αρνητική η πρώτη, θετική η δεύτερη. Η κυβέρνηση εκλαμβάνουσα την τρέχουσα πολιτιστική πρακτική ως επιτραπέζιο παιχνίδι τοποθέτησε σε διάφορες επιτροπές του Θεάτρου μία πλειάδα δικών της παιδιών. Από τον πιο γνωστό Κώστα Βουτσά μέχρι τη σταθερή Δεξιά αξία με το όνομα Γ. Σίσκος και την παγκοίνως άγνωστη Πέπη Μεταλλίδου. Ένα ανακάτεμα δηλαδή από φαρσοκωμωδία του Φίνου με Θίασο του Δελφιναρίου του 80. Μη βιάζεστε. Διότι δεν αποκλείεται αυτή η φαρσοκωμωδία και αυτό το Δελφινάριο να πράξουν λιγότερα συμφεροντολογικά και περισσότερα φοβισμένα και σεμνά. Χίλιες φορές η ανιδιοτέλεια με την άγνοια από την άγνοια από την ημιμάθεια της ελιτίστικης παρέας. Καλύτερα οι ανυποψίαστοι γέροντες των δεξιών ΚΑΠΗ από τον αχόρταγο, κυνικό αμοραλισμό "αριστερών παιδιών" που σαν ερπετά ελίσσονται και κολλάνε στην εκάστοτε, ακόμα και χουντική, εξουσία. Αυτοί οι τάχα μου προοδευτικοί γυμνοσάλιαγκες είναι που σε κάνουν να λες, Ακάκιε τα μακαρόνια έστω να είναι Σίσκο!". Το επίμαχο δημοσίευμα έγινε με αφορμή το διορισμό της ενάγουσας ηθοποιού ως μέλους της Γνωμοδοτικής Επιτροπής Επιχορηγήσεων του Τμήματος Θεάτρου του Υπουργείου Πολιτισμού. Η καλλιτεχνική και εν γένει επαγγελματική πορεία της ενάγουσας τυγχάνει ιδιαίτερα σημαντική, καθ' ότι από το έτος 1967 και έπειτα, συμμετείχε σε πλήθος θεατρικών παραστάσεων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ειδικότερα έχει εργαστεί με το Εθνικό Θέατρο και επί επτά χρόνια, λαμβάνοντας μέρος σε παραστάσεις κλασικού δραματολογίου το χειμώνα, όπως και σε πολλές αρχαίες τραγωδίες στα Φεστιβάλ Επιδαύρου και Αθηνών το καλοκαίρι, ήτοι, "ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ", "ΗΛΕΚΤΡΑ", "ΕΚΑΒΗ", "ΦΟΙΝΙΣΣΕΣ", "ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ", "ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ". Έχει παίξει στο "ΦΟΝ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ" του Δημήτρη Ψαθά και στις "ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΕΣ" στην Επίδαυρο. Έχει μετάσχει σε πολλές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου όπως: "ΔΟΝΙΑ ΡΟΖΙΤΑ", "ΕΝΑΣ ΗΡΩΣ ΜΕ ΠΑΝΤΟΥΦΛΕΣ". "ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΤΙΜΙΟΣ". Έπαιξε στο ΔΗΠΕΘΕ Χίου το έργο της Ντιρά "Μέρες ατέλειωτες πάνω στα δένδρα" και στο ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας το μονόπρακτο "Ένα ηλιόλουστο πρωινό". Το έτος 2004 έπαιξε με την Άννα Συνοδινού στις "ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ" του Αισχύλου στην Επίδαυρο και σε άλλα αρχαία Θέατρα της Ελλάδας. Είναι η πρώτη ελληνίδα ηθοποιός που έπαιξε στα γερμανικά την Κασάνδρα στις "ΤΡΩΑΔΕΣ", έχει συμμετάσχει στο θίασο της Βέρας Τσέχοβα στο "HAPY END" του Μπρεχτ. Έπαιξε στη γερμανική τηλεόραση, στο τέταρτο καλλιτεχνικό πρόγραμμα (S.F.B.) στι έργο "Ξένοι στη πατρίδα", με θέμα του Έλληνες μετανάστες. Στην Ελλάδα συμμετείχε στην κινηματογραφική αμερικανική παραγωγή "Πέτρος και Παύλος". Έχει συνεργαστεί με τους θιάσους, Άννας Συνοδινού, Νίκου Χατζίκου, Διονύση Παπαγιαννόπουλου, Έλσας Βεργή, Γκέλυς Μαυροπούλου. Έχει πρωταγωνιστήσει στην τηλεόραση στα σίριαλ, "Ρωμανός Διογένης", "Κραυγή των Λύκων", "Αγάπη στο Αιγαίο", "Σκονισμένα Σύννεφα", "Πορφύρα και Αίμα". Διετέλεσε μέλος της διοικήσεως του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, υπεύθυνη για τις διεθνείς σχέσεις κατά τα έτη 1994-1998 και διακρίθηκε σε μεγάλο βαθμό για τους αγώνες της ως εκπρόσωπος των Ελλήνων Ηθοποιών στην Παγκόσμια Ομοσπονδία Ηθοποιών. Ακόμη από το έτος 1990 έως και το έτος 1994 διετέλεσε εκπρόσωπος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών στο Διοικητικό Συμβούλιο του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδος. Επομένως σε ουδεμία περίπτωση και σύμφωνα με την ανωτέρω επιδειχθείσα από την ενάγουσα επί δεκαετίες στο χώρο του θεάτρου, της τηλεοράσεως και του κινηματογράφου, πολυσχιδή δραστηριότητα, είναι δυνατόν κατά την αντικειμενική κρίση να συναχθεί συμπέρασμα περί του ότι αυτή κατά το έτος 2004 ήταν "παγκοίνως άγνωστη", όπως ισχυρίσθηκε ο τρίτος εναγόμενος δημοσιογράφος με το παραπάνω δημοσίευμά του. Άλλωστε ο διορισμός της ενάγουσας στην παραπάνω θέση και ενόψει του ειδικότερου περιεχομένου των καθηκόντων της αντανακλά εμφανή σημεία επαγγελματικής και κοινωνικής αναγνωρίσεως, ως ηθοποιού και ως ατόμου. Ο ανωτέρω χαρακτηρισμός της ενάγουσας με το επίμαχο αρθρογράφημα, της προσδίδει στοιχεία επαγγελματικής ανεπάρκειας και ήσσονος ικανότητας στην εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατέθηκαν, εφόσον και κατά την, αποδίδουσα την κοινή λαϊκή αντίληψη του αναγνωστικού κοινού, άποψη του τρίτου εναγομένου, όπως αυτή διατυπώθηκε κατά τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δοθείσες διευκρινίσεις τους, μόνον εκείνος που είναι γνωστός και καταξιωμένος μπορεί να ανταποκριθεί στα ανωτέρω καθήκοντα και όχι ο "παγκοίνως άγνωστος" και κατά τεκμήριο ευάλωτος σε παντός είδους επηρεασμούς, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της ενάγουσας. Περαιτέρω, ο τρίτος εναγόμενος, στα πλαίσια της δημοσιογραφικής ενημερώσεως, πληροφορήσεως και κατατοπίσεως του κοινού αναφορικά με το "ποιόν" της ενάγουσας στην οποία ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα δημόσιας θέσης μπορούσε να προβαίνει σε δυσμενείς και οξείς για την ίδια χαρακτηρισμούς. Πλην όμως στη εξεταζόμενη περίπτωση εν όψει των ειδικότερων περιστάσεων που συνέτρεχαν, ήτοι της ήδη αποδεδειγμένως αξιόλογης, ουσιαστικής και παραγωγικής πολυετούς δραστηριότητας της ενάγουσας στο χώρο του ελληνικού θεάτρου, γεγονός άλλωστε το οποίο ο τρίτος εναγόμενος δεν προέκυψε ότι αγνοούσε, σε συνδυασμό με τη σημειολογία του επίμαχου χαρακτηρισμού, ισοδύναμου κατά την ανθρώπινη λογική και εξυπακουόμενη κοινή αντίληψη του μέσου αναγνώστη, της ανυπαρξίας οποιασδήποτε ενασχολήσεως της ενάγουσας με το χώρο του θεάτρου και επομένως της ασχετοσύνης της με το συγκεκριμένο γνωσιολογικό αντικείμενο, καθώς επίσης με την ευχέρεια που αυτός (τρίτος εναγόμενος) είχε να μεταχειρισθεί ηπιότερη περί των ως άνω ικανοτήτων και δυνατοτήτων της ενάγουσας, έκφραση, ότι αυτή "δεν τυγχάνει ευρέως γνωστό πρόσωπο", στην οποία οι εναγόμενοι επανειλημμένως προσφεύγουν με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου διασαφήσεις επί των αποδεικτέων ζητημάτων του τρίτου εναγομένου, ο παραπάνω δυσμενής χαρακτηρισμός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη διατύπωση της γνώμης του τελευταίου δημοσιογράφου και σχολιογράφου σχετικά με τον διορισμό της ενάγουσας στην παραπάνω δημόσια θέση, με αποτελέσματα ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός να ενέχει έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής αξίας της ενάγουσας και να άγει στην καταφρόνησή της. Την εν λόγω συνέπεια ο τρίτος εναγόμενος, παρότι ενεργούσε στα πλαίσια του παραπάνω εξειδικευόμενου δικαιολογημένου δημοσιογραφικού ενδιαφέροντος, εγνώριζε, πλην όμως απέστη της διατυπώσεως του υπόψη χαρακτηρισμού, αποσκοπώντας στην εξύβριση και στην διά μέσου αυτής προσβολή της τιμής και της υπολήψεως της ενάγουσας, αποτέλεσμα στο οποίο ενόψει των προαναφερόμενων συνθηκών και αποδέχθηκε. Έτι περαιτέρω, ο πρώτος και δεύτεροι εναγόμενοι οι οποίοι κατά τον παραπάνω κρίσιμο χρόνο είχαν επωμισθεί την ευθύνη της επιλογής του περιεχομένου του συγκεκριμένου εντύπου, εν γνώσει του προσβλητικού της προσωπικότητας της ενάγουσας περιεχομένου, δέχθηκαν να περιληφθεί το ανωτέρω άρθρο στην δημοσιευτέα ύλη της εφημερίδας με σκοπό να προσβάλλουν την προσωπικότητα της ενάγουσας". Με βάση τις ως άνω παραδοχές και εκτιμήσεις, το Εφετείο έκρινε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο των εναγομένων τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία της αδικοπραξίας, με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 Π.Κ., που τελέσθηκε με όργανο τον τύπο, χωρίς να συντρέχει λόγος άρσεως του άδικου χαρακτήρα της πράξεως, σύμφωνα με το άρθρο 367 Π.Κ και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έκρινε ότι υπέστη από την αδικοπραξία αυτή, το ποσό των 30.000 ευρώ, απορρίπτοντας ακολούθως την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361, 367 παρ. 2β του ΠΚ, 14 παρ. 2 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με συμπεριφορά που συνιστά το αδίκημα της εξύβρισης και μάλιστα της ειδικής μορφής, της με σκοπό εξύβρισης, τέλεσης του αδικήματος αυτού, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή της αγωγής της και να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του του άρθρου 367 §1εδ. δ' του ΠΚ. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, λόγο του αναιρετηρίου με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του ΑΚ και 361 και 367 ΠΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο χαρακτηρισμός ("παγκοίνως άγνωστη"), που περιέλαβε ως γνώμη στο άνω δημοσίευμά του ο τρίτος εναγόμενος δημοσιογράφος, στοιχειοθετούσε το αδίκημα της εξύβρισης, η οποία έγινε σκοπίμως, δηλαδή ως έκφραση καταφρονήσεως της ενάγουσας, αρκούσαν δε προς τούτο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι είχε μεν ο άνω δημοσιογράφος δικαιολογημένο ενδιαφέρον να ενημερώσει το αναγνωστικό κοινό αναφορικά με το "ποιόν" της ενάγουσας στην οποία ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα δημόσιας θέσης, τούτο όμως δεν δικαιολογούσε τον χαρακτηρισμό αυτής ως "παγκοίνως άγνωστης", εν όψει των ειδικότερων περιστάσεων που συνέτρεχαν, και συγκεκριμένα της αξιόλογης, ουσιαστικής και παραγωγικής πολυετούς δραστηριότητάς της στο χώρο του ελληνικού θεάτρου, γεγονός που δεν προέκυψε ότι αγνοούσε, σε συνδυασμό με τη σημειολογία του επίμαχου χαρακτηρισμού, ισοδύναμου κατά την ανθρώπινη λογική και εξυπακουόμενη κοινή αντίληψη του μέσου αναγνώστη, της ανυπαρξίας οποιασδήποτε ενασχολήσεως της ενάγουσας με το χώρο του θεάτρου και επομένως της ασχετοσύνης της με το συγκεκριμένο γνωσιολογικό αντικείμενο, καθώς επίσης με την ευχέρεια που αυτός (τρίτος εναγόμενος) είχε να μεταχειρισθεί ηπιότερη περί των ως άνω ικανοτήτων και δυνατοτήτων της ενάγουσας, έκφραση, ότι αυτή "δεν τυγχάνει ευρέως γνωστό πρόσωπο", ο παραπάνω δυσμενής χαρακτηρισμός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη διατύπωση της γνώμης του τελευταίου δημοσιογράφου και σχολιογράφου σχετικά με τον διορισμό της ενάγουσας στην παραπάνω δημόσια θέση, με αποτέλεσμα ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός να ενέχει έντονη αμφισβήτηση της ηθικής και της κοινωνικής αξίας της ενάγουσας και να άγει στην καταφρόνησή της. Δεν συνιστά δε αντίφαση προς τις προρρηθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η χρησιμοποιηθείσα στο άνω δημοσίευμα φράση ("παγκοίνως άγνωστη") συνιστά "δυσμενή χαρακτηρισμό", ο οποίος θεμελιώνει το έγκλημα της εξύβρισης, αφού κατά τα προεκτεθέντα, απλές κρίσεις και γνώμες ή χαρακτηρισμοί που ενέχουν αμφισβήτηση κατά την κοινή αντίληψη της κοινωνικής ή ηθικής αξίας του παθόντος ή εκδήλωση καταφρονήσεως ή ονειδισμού αυτού είναι δυνατόν να θεμελιώσουν το έγκλημα της εξύβρισης, ο άδικος χαρακτήρας της οποίας δεν αίρεται αν από τις υβριστικές εκδηλώσεις προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός εκφράσεως καταφρονήσεως από τον προσβολέα προς εκείνον που προσβάλλεται, όπως δέχεται ότι συμβαίνει εν προκειμένω, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Παραβιάζεται δε ο κανόνας δικαίου, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Η πλημμέλεια αυτή θεμελιώνεται και αν εφαρμοσθεί ανίσχυρος κανόνας δικαίου, όπως αυτός που αντίκειται σε συνταγματικές διατάξεις. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του Ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, κατά την οποία η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση του αδικηθέντος για ορισμένες πράξεις που τελέσθηκαν δια του τύπου, ορίζεται από την αναφερόμενη σε αυτή διάκριση, όχι κατώτερη των 10.000.000 δρχ., εκτός αν ζητήθηκε από τον ενάγοντα μικρότερο ποσό, σκοπό έχει να διασφαλίσει μία ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες, λόγω της δημοσιότητας προσβολές της τιμής και της υπολήψεώς τους και είναι σύμφωνη προς την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Περαιτέρω, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, που οφείλεται στον δικαιούχο κατά την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας. Η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 του Συντάγματος), ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στον νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτήν, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας την συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος) είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Τέτοια παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, που καθιστά ανίσχυρη ως αντισυνταγματική την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243.1994 υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας την εν λόγω διάταξη, προβαίνει στον προσδιορισμό του καθοριζομένου από αυτήν ελαχίστου ποσού χρηματικής ικανοποίησης, όχι ως εύλογης κατά την κρίση του, αλλά θεωρώντας ότι δεσμεύται από την ανωτέρω διάταξη, μολονότι, κατά τις παραδοχές αυτού, το είδος και η βαρύτητα της προσβολής δεν δικαιολογούν τον καθορισμό του εν λόγω ποσού, οπότε και ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, καθόσον εφαρμόζει διάταξη ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στην άνω συνταγματική διάταξη (Ολ.ΑΠ 6/2011). Όμως, επί αδικοπραξίας, ως προς την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως, με την διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ο νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Έτσι, δικαστική απόφαση, που προβαίνει στον καθορισμό εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατ' εφαρμογήν της διατάξεως αυτής, δεν είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας, αλλά υπόκειται σε έλεγχο με τα εκάστοτε επιτρεπόμενα ένδικα μέσα και εντός των πλαισίων που αυτά παρέχουν. Επομένως, το καθορισθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, εφόσον δεν διαπιστώνεται υπέρβαση από αυτό των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, δεν ελέγχεται για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 932 του ΑΚ (Ολ.ΑΠ 6/2009, 27/2008). Εξάλλου, στην περίπτωση που ο προσδιορισμός του καθοριζομένου ποσού της χρηματικής ικανοποίησης γίνεται ως εύλογης κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, και όχι σύμφωνα με τον δεσμευτικό περιορισμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος (Ολ.ΑΠ 6/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούται η αναιρεσίβλητη, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της, που πραγματοποιήθηκε με την ειδικότερη μορφή του εγκλήματος της εξυβρίσεως του άρθρου 361 Π.Κ., με όργανο τον τύπο, δέχθηκε, σε συνέχεια των προπαρατεθεισών παραδοχών του, τα ακόλουθα: "Από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η ενάγουσα προσβλήθηκε στην προσωπικότητά της και υπέστη από την αιτία αυτή θλίψη και στεναχώρια, ήτοι ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις παραγωγικές ηθικής της ιδίας βλάβης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και κατά τρόπο έλλογο συνεκτιμώντας το είδος και την βαρύτητα της προσβολής της ενάγουσας, την ιδιότητά της, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, κρίνει ότι εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα ως θύματος της παραπάνω προσβολής, ανέρχεται στο ποσό των 30.000 ευρώ". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως τις διατάξεις των άρθρων 57, 59 και 932 του ΑΚ και του Ν. 1178/1981, ενώ, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω, η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίασή της. Ειδικότερα, όπως εκτίθεται στην αρχή της σκέψεως αυτής το δικαστήριο, καθορίζοντας την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης στα πλαίσια του άρθρου 932 του ΑΚ, δεν εφαρμόζει την αρχή της αναλογικότητας αλλά τη σχετική νομοθετική διάταξη. Ούτε όμως με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσδιόρισε το Εφετείο την επιδικασθείσα στην ενάγουσα χρηματική ικανοποίηση, ως δεσμευόμενο, από το ελάχιστο ποσό που ορίζεται στην προκειμένη περίπτωση από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου μόνου παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, μολονότι το επιδικασθέν ποσόν συμπίπτει με το οριζόμενο στη διάταξη αυτή ελάχιστο όριο, αφού από τις παραδοχές του προκύπτει ότι στον προσδιορισμό αυτού κατέληξε κατά την εύλογη κρίση του, μετά από την συνεκτίμηση της προσβολής της προσωπικότητάς της ενάγουσας από την αδικοπραξία των εναγομένων και των λοιπών στοιχείων και προϋποθέσεων που προβλέπονται στο νόμο (άρθρο 932 ΑΚ), και επομένως, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν προέβη στην εφαρμογή ανίσχυρης διάταξης (άρθρο μόνο παρ. 2 του ν. 1178/1981, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243.1994), ως αντιβαίνουσας στις διατάξεις των άρθρων 25 του Συντάγματος και 10 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 5629/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ