ΣΥΝΤΑΞΗ ΑΝΑΚΡΙΒΟΥΣ ΑΠΟΓΡΑΦΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥ – ΔΟΛΙΑ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1922 ΑΚ "με την απόφαση που διατάζει την εκκαθάριση της κληρονομίας δεν περιορίζεται η ευθύνη του κληρονόμου για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εφ'όσον δεν είναι κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής". Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1911 ΑΚ ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής 1.... 2. "αν δολίως έκανε ανακριβή απογραφή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατά τα ανωτέρω απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής χωρεί αυτοδικαίως αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου και ο κληρονόμος έκτοτε γίνεται απλός κληρονόμος, ευθυνόμενος και με την ατομική του περιουσία. Κάθε δανειστής της κληρονομίας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει κατά του κληρονόμου αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για να βεβαιωθεί η απώλεια του ευεργετήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαθέτει και εκτελεστό τίτλο. Εφ'όσον η κληρονομία έχει τεθεί υπό δικαστική εκκαθάριση η παθητική νομιμοποίηση του κληρονόμου κατά την άσκηση της ως άνω αναγνωριστικής αγωγής διατηρείται, αφού ο δανειστής της κληρονομίας επιτίθεται εναντίον του κληρονόμου, επιδιώκοντας την ικανοποίησή του από την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μ'αυτήν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 29-11-2000 Ζ απώλεσαν το ευεργέτημα της απογραφής, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ). - Η έννοια του δόλου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι του στοιχείου του δόλου κατά τη σύνταξη ανακριβούς απογραφής, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια του δόλου (Ολ.ΑΠ. 15/2006). -112/2010 (Τμήμα Γ’)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΠΙΧΑΚΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ: ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΣ, ΕΥΑΝΘΙΑ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗ

(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 1914 ΑΚ, "από τη δημοσίευση της απόφασης που διατάσσει την εκκαθάριση, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της κληρονομίας αποχωρίζονται αυτοδικαίως από την περιουσία του κληρονόμου και αποτελούν χωριστή ομάδα που διοικείται από τον εκκαθαριστή". Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1922 ΑΚ "με την απόφαση που διατάζει την εκκαθάριση της κληρονομίας δεν περιορίζεται η ευθύνη του κληρονόμου για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, εφ'όσον δεν είναι κληρονόμος με το ευεργέτημα της απογραφής". Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1911 ΑΚ ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής 1.... 2. "αν δολίως έκανε ανακριβή απογραφή". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η κατά τα ανωτέρω απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής χωρεί αυτοδικαίως αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου και ο κληρονόμος έκτοτε γίνεται απλός κληρονόμος, ευθυνόμενος και με την ατομική του περιουσία. Κάθε δανειστής της κληρονομίας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει κατά του κληρονόμου αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για να βεβαιωθεί η απώλεια του ευεργετήματος, χωρίς να είναι αναγκαίο να διαθέτει και εκτελεστό τίτλο. Εφ'όσον η κληρονομία έχει τεθεί υπό δικαστική εκκαθάριση η παθητική νομιμοποίηση του κληρονόμου κατά την άσκηση της ως άνω αναγνωριστικής αγωγής διατηρείται, αφού ο δανειστής της κληρονομίας επιτίθεται εναντίον του κληρονόμου, επιδιώκοντας την ικανοποίησή του από την ατομική περιουσία του κληρονόμου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε μ'αυτήν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αναγνωριστική αγωγή με την οποία η ήδη αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 29-11-2000 Ζ απώλεσαν το ευεργέτημα της απογραφής, με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται (άρθρα 68, 70 του ΚΠολΔ) στην έγερση της αγωγής, γιατί επικαλείται μόνον ότι τυγχάνει κληρονομική δανείστρια και δεν επικαλείται ότι διαθέτει και τίτλο εκτελεστό έσφαλε και ακολούθως έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλλουμένη απόφαση και δέχθηκε την αγωγή. Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα των όσων απαιτούνται από τις παραπάνω διατάξεις για τη νομική θεμελίωση της αγωγής και ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο, γι'αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε, ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένη η αγωγή, πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων αναγκαίων στοιχείων, και σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Προκειμένου για αγωγή αναγνωριστική της απώλειας του ευεργετήματος της απογραφής λόγω δολίας συντάξεως ανακριβούς απογραφής η αγωγή πρέπει να περιέχει κατ'άρθρο 1911 αρ.2 ΑΚ, ότι η συνταχθείσα απογραφή είναι ανακριβής μη ανταποκρινόμενη στην αληθινή κατάσταση του ενεργητικού και του παθητικού της κληρονομίας και ότι αυτή έγινε δολίως δηλαδή με πρόθεση να αποκρυβούν στοιχεία της κληρονομίας, μεταξύ των οποίων περιέχονται και τα εικονικώς μεταβιβασθέντα από τον κληρονομούμενο. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι: Στις 29-11-2000 απεβίωσε στον ... ο Ζ, κάτοικος εν ζωή ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη, άφησε δε, μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη εναγόμενη σύζυγό του και τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων (τέκνα του), οι οποίοι κλήθηκαν στην κληρονομία του κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς εναγομένους. Ότι οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν την κληρονομιά του κληρονομουμένου με το ευεργέτημα της απογραφής, με δηλώσεις τους στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Ότι η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ Α.Ε." διορίστηκε με την 6387/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκκαθαρίστρια της κληρονομίας του κληρονομουμένου. Ότι κατά των εναγομένων ως κληρονόμων του Ζ αυτή (η ενάγουσα), ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας Α.Ε." έχει απαίτηση 6.060.171,70 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας 645,25 ευρώ την ημέρα μέχρι την εξόφλησή του, μείον εισπραχθέντος ποσού 679.640,75 ευρώ, προερχόμενη από την υπ* αρ.... σύμβαση εντόκου δανείου, που καταρτίστηκε στο ... μεταξύ της δικαιοπαρόχου της (ενάγουσας) ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε. και της εταιρείας "Penim Shipping and Trading Co S.A." ποσού 2.000.000.000 δραχμών, το οποίο ήταν αποδοτέο εφάπαξ την 29-12-2000 και δεν αποδόθηκε. Ότι για την αποπληρωμή αυτού του δανείου ο κληρονομούμενος, νόμιμος εκπρόσωπος τότε της δανειολήπτριας εταιρείας με την από ... σύμβαση μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας παρέσχε εγγύηση υπέρ της δανειολήπτριας πιο πάνω εταιρείας. 'Ότι οι εναγόμενοι κληρονόμοι του Ζ στις 26-6-2001 προέβησαν σε απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομουμένου ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., η οποία διορίστηκε με την 576/2001 απόφαση του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και συνέταξε την υπ' αρ. ... έκθεση απογραφής. Ότι η απογραφή αυτή, που πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι με την πιο πάνω ιδιότητα τους είναι ανακριβής διότι οι εναγόμενοι δολίως δεν συμπεριέλαβαν σ' αυτή, αλλά απέκρυψαν δολίως τα πιο κάτω περιουσιακά στοιχεία του θανόντος και συνεπώς εξέπεσαν του ευεργετήματος της απογραφής: 1) απέκρυψαν δολίως και δεν συμπεριέλαβαν στην απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας 7.272 κοινές ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 16.150 δραχμών εκάστης, κυριότητας και κατοχής του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και έχει διακριτικό τίτλο "Τ Α.Ε.", τις οποίες ο κληρονομούμενος με την υπ1 αρ.... πράξη της συμβολαιογράφου Πειραιώς ... είχε πωλήσει και μεταβιβάσει αντί τιμήματος 72.720.000 δραχμών με εικονική δικαιοπραξία στην εταιρεία με την επωνυμία ..., που είχε συσταθεί, σύμφωνα με το νόμο του ..., την εικονικότητα δε, αυτή γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι και οι εναγόμενοι. 'Οτι στην κυριότητα της πιο πάνω εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "Τ Α.Ε." ανήκουν τα περιγραφόμενα στην αγωγή δύο ακίνητα, σε ένα εκ των οποίων διέμενε ο τρίτος των εναγομένων και το οποίο μεταβιβάστηκε πρόσφατα σε τρίτο, στο άλλο δε κατοικούσε ο αποβιώσας και μετά το θάνατο του αποτελεί την κύρια κατοικία της πρώτης των εναγομένων συζύγου του. Ότι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας "Τ Α.Ε." εκτός από τον Ζ (7.272 μετοχές ποσοστό 68%) κατά το χρόνο του θανάτου του, αλλά και σήμερα τυγχάνουν και οι 1) Κ (πρώην σύζυγός του) με 1.209 μετοχές (ποσοστό 11,3%), 2) Χ1 (δεύτερος εναγόμενος- γιος του) με 1.107 μετοχές (10,35%) και 3) Χ2(τρίτος εναγόμενος γιος του) με 1.107 μετοχές (10,35%). 2) απέκρυψαν δολίως και δεν περιέλαβαν στην απογραφή που διενήργησαν : 1) τη συμμετοχή του αποβιώσαντα σε ποσοστό 100% στις υπεράκτιες εταιρείες "RABBIT INVESTMENT CO Ltd", "PJ. Company S.A. και "ΜΙΝΡΑ COMPANY S.A." που φέρονται ότι εδρεύουν η πρώτη στη ... και οι λοιπές στον ..., έχουν όμως πραγματική έδρα στην Ελλάδα, στον Πειραιά, σ' αυτές δε ανήκουν κατά κυριότητα, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου τα περιγραφόμενα ειδικότερα στην αγωγή ακίνητα και 2) 83.000 μετοχές της εταιρείας "HELLAS FLYING DOLPHINS" (πρώην "MINOAN FLYING DOLPHINS"), που εδρεύει στον ..., πέραν των αναφερομένων στην ως άνω έκθεση απογραφής. 'Οτι αυτή (ενάγουσα) ως δανείστρια του πιο πάνω κληρονομουμένου είχε προφανές έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, εξέπεσαν του ευεργετήματος της απογραφής από την κληρονομία του αποβιώσαντος στον ... στις 29-11-2000 Ζ και ότι αυτοί τυγχάνουν απλοί κληρονόμοι εκείνου αναδρομικά από τον θάνατο του κληρονομουμένου. Με το ανωτέρω περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ στοιχεία και ειδικότερα τα κατά τους αναιρεσείοντες ελλείποντα αφού: 1) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή το συμφωνημένο χρόνο απόδοσης του δανείου (29-12-2000) και δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στην αγωγή αν καταγγέλθηκε η σύμβαση δανείου από ποιόν και σε ποιόν επιδόθηκε η καταγγελία (βλ. άρθρο 807 ΑΚ), 2) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή την απαίτησή της 6.060.171,70 ευρώ, πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας, οι οποίοι ανέρχονται σε 645,25 ευρώ την ημέρα και έτσι το επιτόκιο στο ποσό αυτό των 6.060.171,70 ευρώ ανευρίσκεται με απλή αριθμητική πράξη και δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στην αγωγή το επιτόκιο αυτό, από δε, 29-12-2000 εκθέτει το συνολικό επιτόκιο εκάστοτε και το ποσό που τοκίστηκε (βλ. σχετικές σελίδες της αγωγής) (ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ : 1,50) (συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας), οφειλόμενο υπόλοιπο 1.991.120,727 δραχμές EURIBOR 4,94651 + 1.50 = ΣΥΝ. ΕΠΙΤΟΚΙΟ 6,44651, ποσό τόκου 32.001.533 δραχμές από 29-12-2000 - 30/3/2001 ημέρες 91 και αντίστοιχα ποσά επομένων χρονικών περιόδων). 3) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή τους φερόμενους ως πραγματικούς ιδιοκτήτες και τον πραγματικό ιδιοκτήτη Παντελή Σφηνιά που έδινε τις εντολές για τη νομική κατασκευή της αγοράστριας εταιρείας "EADIE HOLDINGS LIMITED" και μετά το θάνατό του, τους εναγομένους κληρονόμους για τη διατήρηση των ακινήτων στην οικογένεια Σφηνιά και τη χρησιμοποίηση αυτών ως κύριας κατοικίας των, καθώς και την εικονικότητα της συναλλαγής, 4) Επίσης η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή ότι ο αντιπρόσωπος του πωλητή δικηγόρος ... γνώριζε την εικονικότητα και η αντιπρόσωπος της αγοράστριας δικηγόρος ... γνώριζε και αυτή την εικονικότητα, αφού εκθέτει περί νομικής κατασκευής της αγοράστριας κατόπιν εντολών του Ζ και μετά το θάνατό του, των εναγομένων κληρονόμων για τη νομική αυτή κατασκευή καθώς επίσης εκθέτει περί μεθόδευσης της εικονικής μεταβίβασης από τη δικηγόρο Ρ, δικηγόρο του Ζ και των κληρονόμων του, φερόμενη ως πραγματική ιδιοκτήτρια της Α.Ε. "Bolton Tradings S.A.", με έδρα τον ... από 8/11/2000 έως Ιούλιο 2001, η οποία φέρεται ως πραγματική ιδιοκτήτρια της αγοράστριας εταιρείας "EADIE HOLDINGS LIMITED", ως και περί του ότι και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη όπως συμβλήθηκαν με τους πιο πάνω αντιπροσώπους τους (....) κατά τα προεκτιθέμενα στην αγωγή δεν ήθελαν την επέλευση των συνεπειών της πωλήσεως και της μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών. ’λλωστε η γνώση περιέχεται στον ισχυρισμό για την εικονικότητα, η δε εικονικότητα είναι στην πράξη εύχρηστος νομικός όρος έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, δηλώνει δε, πραγματική κατάσταση ή νομική σχέση. Στο σχετικό ισχυρισμό για εικονικότητα αρκεί η απλή αναφορά τούτου του όρου, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται συγχρόνως και τα συγκροτούντα αυτήν πραγματικά περιστατικά, σε περίπτωση παράλειψης των οποίων δεν είναι αόριστος ο σχετικός ισχυρισμός. Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει όπως ισχυρίζεται η εικονικότητα (βλ. σελίδες 11, 12 και 13 της αγωγής). 6) Η ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να εκθέσει στην αγωγή, πόσες ήταν οι μετοχές των υπεράκτιων εταιρειών που δεν έχουν απογραφεί, ποίο το μετοχικό κεφάλαιο αυτών, πότε αποκτήθηκαν από τον εκλιπόντα και με ποιο τίμημα και με ποιους όρους, αφού αυτή εκθέτει στην αγωγή ότι οι εναγόμενοι δολίως και αποβλέποντας στο προσωπικό όφελος και στη βλάβη των δανειστών του αποβιώσαντος μεταξύ των οποίων και αυτή δεν δήλωσαν στην έκθεση απογραφής τη συμμετοχή του αποβιώσαντος σε ποσοστό 100% στις πιο πάνω υπεράκτιες εταιρείες, που φέρονται ότι εδρεύουν η μεν πρώτη στη ..., η δε δεύτερη και τρίτη στον ..., διατηρούν όμως την πραγματική τους έδρα στην ... στον ..., ο δε αποβιώσας τύγχανε κατά το χρόνο του θανάτου του αποκλειστικός μέτοχος αυτών ενεργούσε δε, με την ιδιότητα προσώπου το οποίο ανέκαθεν μόνο και πραγματικά στην πραγματικότητα αντλούσε και διατηρούσε συμφέροντα σ' αυτές. Δεν δήλωσαν δηλαδή οι εναγόμενοι όλες τις μετοχές μιας εκάστης των πιο πάνω εταιρειών, οι οποίες ανήκαν κατά το χρόνο του θανάτου του πιο πάνω αποβιώσαντος κατά πλήρη κυριότητα σ'αυτόν. Επίσης εκθέτει στην αγωγή τα ακίνητα τα οποία ανήκαν κατά κυριότητα στις εταιρείες αυτές κατά το χρόνο θανάτου του πιο πάνω κληρονομουμένου και τα οποία περιγράφει ειδικότερα στην αγωγή. 7) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν καταλογιστέα σε βάρος τους (των εναγομένων) δόλια συμπεριφορά, αφού εκθέτει ότι οι εναγόμενοι ενώ γνώριζαν την εικονική μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών της "Τ Α.Ε." και ότι αυτές ουδέποτε διέφυγαν από την κυριότητα και κατοχή του αποβιώσαντος παρέλειψαν δολίως να δηλώσουν τις μετοχές αυτές στην απογραφή ως κληρονομιαία στοιχεία, όχι μόνο αποσιωπώντας την εικονική μεταβίβαση, αλλά συνεχίζοντας τη μεθόδευση του αποβιώσαντος, αποβλέποντας στο προσωπικό τους όφελος και με σκοπό την, εν γνώσει τους πρόκληση βλάβης στους δανειστές του αποβιώσαντος μεταξύ των οποίων και αυτή (ενάγουσα). 8) Η ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στην αγωγή ότι σώζονταν το αληθές τίμημα του συνόλου ή μέρους των 7.272 μετοχών, της "Τ Α.Ε." κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και ότι το τίμημα αυτό έχει ή δεν έχει συμπεριληφθεί στα κινητά στοιχεία της απογραφής, αφού όπως προαναφέρθηκε εκθέτει ότι όλες αυτές οι μετοχές ουδέποτε διέφυγαν πραγματικά από την κυριότητα και κατοχή του αποβιώσαντος και οι εναγόμενοι παρέλειψαν δολίως να δηλώσουν τις μετοχές αυτές στην απογραφή. 9) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή ότι η πρώτη εναγομένη έχει εμπλακεί στη μεταβίβαση των μετοχών της "Τ Α.Ε." προς την πιο πάνω αγοράστρια αυτών εταιρεία ως δίδουσα εντολές στην τελευταία μετά το θάνατο του πραγματικού ιδιοκτήτη αυτής (νομικού κατασκευάσματος), (συζύγου της), για τη διατήρηση των ακινήτων της εταιρείας στην οικογένεια ... και τη χρησιμοποίηση αυτών ως κύριας κατοικίας αυτής, πρώτης εναγομένης (οικία αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και Α' όροφο επί της οδού ... και των λοιπών εναγομένων κληρονόμων (Διαμέρισμα ...' ορόφου επί της οδού ...του τρίτου εναγομένου τέκνου του αποβιώσαντος Ζ). 10) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή ότι οι υπεράκτιες εταιρείες ανήκουν προσωπικά στον αποβιώσαντα σύζυγο της πρώτης εναγομένης με την ιδιότητα του πραγματικού ιδιοκτήτη και αποκλειστικού μετόχου αυτών. Επίσης εκθέτει ότι οι μετοχές μίας εκάστης των εταιρειών αυτών ανήκαν κατά το χρόνο του θανάτου στον αποβιώσαντα και δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει πότε τις απέκτησε και αν σήμερα έχουν μεταβιβαστεί σε τρίτον και σε ποιόν. 11) Η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή ότι η πρώτη εναγομένη (όπως και οι λοιποί εναγόμενοι) γνώριζε κατά το χρόνο συντάξεως της απογραφής ότι οι μετοχές αυτές ανήκαν στον Ζ κατά το χρόνο του θανάτου του και ότι δολίως και με σκοπό το προσωπικό όφελος παρέλειψε (όπως παρέλειψαν και οι λοιποί εναγόμενοι) να τις ανακοινώσει στη συμβολαιογράφο που συνέταξε την έκθεση απογραφής με αποτέλεσμα να μην συμπεριληφθούν σ'αυτή. 12) Η ενάγουσα δεν ήταν αναγκαίο να εκθέτει στην αγωγή συμμετοχή της πρώτης εναγομένης στην εταιρεία "ΤΟΤΡΑΣ ΑΕ" και στις υπεράκτιες εταιρείες, στα διοικητικά συμβούλια αυτών. Το Εφετείο, που έκρινε τα ίδια, απορρίπτοντας την ένσταση αοριστίας της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα ή απαράδεκτο και επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της κρινομένης αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1911 ΑΚ, ο κληρονόμος χάνει το ευεργέτημα της απογραφής 1.... 2. αν δολίως έκανε ανακριβή απογραφή. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η κατά τα ανωτέρω απώλεια του ευεργετήματος της απογραφής χωρεί αυτοδικαίως αναδρομικά από το θάνατο του κληρονομουμένου και ο κληρονόμος έκτοτε γίνεται απλός κληρονόμος, ευθυνόμενος και με την ατομική του περιουσία. Κάθε δανειστής της κληρονομίας έχει έννομο συμφέρον να εγείρει κατά του κληρονόμου αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ) για να βεβαιωθεί η απώλεια του ευεργετήματος. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ, που ορίζει ότι με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών, που κατά νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και τα αποδέχεται (Ολ. ΑΠ 8/2005). Η έννοια του δόλου είναι νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι του στοιχείου του δόλου κατά τη σύνταξη ανακριβούς απογραφής, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ως προς το αν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια του δόλου (Ολ.ΑΠ. 15/2006). Εξάλλου, κατά το άρθρο 138 ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη. Η έννοια της εικονικότητας είναι ορισμένη αφ' εαυτής και δη του στοιχείου της γνώσης της εικονικότητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Στις 29-11-2000 απεβίωσε στον ... ο Ζ, κάτοικος εν ζωή ... χωρίς να αφήσει διαθήκη, άφησε δε, μοναδικούς, εξ'αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη εναγομένη σύζυγό του και τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων (τέκνα του) οι οποίοι έτσι τον κληρονομούν κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 εξ' αδιαιρέτου ο καθένας από τους λοιπούς εναγομένους. Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πιο πάνω κληρονομουμένου με το ευεργέτημα της απογραφής, με δηλώσεις τους στο Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την υπ1 αρ. 6387/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών διατάχθηκε η δικαστική εκκαθάριση της κληρονομιάς του Ζ και η εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ Α.Ε." διορίστηκε εκκαθαρίστρια της κληρονομιάς του κληρονομουμένου. Με την ίδια πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι το ενεργητικό της κληρονομιάς 9.000.000.000 δραχμές δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των δανειστών (σύνολο παθητικού της κληρονομιάς 9.981.452.604 δραχμές). Κατά των εναγομένων, ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Ζ, η ενάγουσα, ως καθολική διάδοχος της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Εργασίας ΑΕ", είχε στις ... απαίτηση 6.060.171,70 ευρώ (2.065.003.506,77 δραχμές) τόκοι μιας ημέρας της 30/9/2003 611,40 ευρώ, ήτοι 6.060.171,70 ευρώ κεφάλαιο Χ 3,63200 επιτόκιο (EURIBOR 2.13200 + 1,50 συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας = 3,63200) = 22.010.543,61 : 36.000 = 611,40 ευρώ). (Στις 29/12/2000, κατά τη λήξη του δανείου 2.000.000.000 δραχμών ή 5.869.405,72 ευρώ η απαίτηση της ενάγουσας ήταν 1.991.120.727 δραχμές ή 5.843.347,69 ευρώ), πλέον συμβατικών τόκων υπερημερίας 645,25 ευρώ την ημέρα (6.060.171,70 ευρώ που διατηρεί μέχρι και το χρόνο έγερσης της αγωγής Χ 3,833 επιτόκιο = 23.228.638,12 : 36.000 = 645,25 ευρώ) μέχρι την εξόφληση, μείον εισπραχθέντος ποσού 679.640,75 ευρώ που αφαιρεί η ίδια η ενάγουσα (204.840,75 ευρώ στις 23/4/2004 και 474.800 ευρώ στις 6/5/2004 = 679.640,75 ευρώ). Συνολικά η απαίτηση της ενάγουσας ανέρχεται σε 6.060.171,70 ευρώ + 235516,25 ευρώ τόκοι από 30/9/2003 έως 30/9/2004 (645,25 ευρώ Χ 365 ημέρες = 235.516,25 ευρώ)= 6.295.687,95 ευρώ - 679.640,75 ευρώ που εισέπραξε η ενάγουσα και αφαιρεί η ίδια = 5.616.047,2 ευρώ + 147.117 ευρώ (τόκοι από 30/9/2004 έως 16/5/2005 ημεροχρονολογία συζητήσεως της αγωγής ήτοι 645,25 ευρώ Χ 228 ημέρες αυτού του χρονικού διαστήματος = 147.117 ευρώ) = 5.763.164,2 ευρώ μέχρι την συζήτηση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή της ενάγουσας προέρχεται από την υπ'αρ.... σύμβαση εντόκου δανείου, που καταρτίστηκε στο Λονδίνο μεταξύ της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας "ΤΡΑΠΕΖΑΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και της εταιρείας "Penim Shipping and Trading Co S.A." ποσού 2.000.000.000 δραχμών, το οποίο ήταν αποδοτέο εφάπαξ, στις 29/12/2000 και δεν αποδόθηκε κατά τη λήξη του στις 29/12/2000. Για την αποπληρωμή αυτού του δανείου ο κληρονομούμενος, νόμιμος εκπρόσωπος τότε της δανειολήπτριας πιο πάνω εταιρείας, με την από ... σύμβαση μεταξύ αυτού και της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας παρέσχε εγγύηση υπέρ της δανειολήπτριας εταιρείας. Οι εναγόμενοι κληρονόμοι του Ζ στις 26/6/2001 προέβησαν σε απογραφή της κληρονομιαίας περιουσίας του κληρονομουμένου, ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., η οποία διορίστηκε με την 576/2001 απόφαση του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και συνέταξε την υπ' αρ. ... έκθεση απογραφής. Κατά τη σύνταξη της εκθέσεως απογραφής η μεν πρώτη εναγομένη εκπροσωπήθηκε από το ..., ο οποίος ενήργησε ως πληρεξούσιος, αντιπρόσωπος και κατ' εντολή της, δυνάμει του υπ' αρ.... πληρεξουσίου της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου, οι δε δεύτερος και τρίτος των εναγομένων εκπροσωπήθηκαν από κοινού από τη Θεοδώρα Χαντζάρα του Λεωνίδα, δικηγόρο, η οποία ενήργησε ως πληρεξούσια, αντιπρόσωπος και κατ' εντολή τους, δυνάμει του υπ'αρ. ... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αθηνών .... Η απογραφή αυτή που πραγματοποίησαν οι εναγόμενοι με την πιο πάνω ιδιότητά τους είναι ανακριβής, διότι οι εναγόμενοι δολίως δεν συμπεριέλαβαν σ' αυτήν, αλλά απέκρυψαν δολίως τα πιο κάτω περιουσιακά στοιχεία του θανόντος και συνεπώς εξέπεσαν του ευεργετήματος της απογραφής: Α) απέκρυψαν δολίως και δεν συμπεριέλαβαν στην απογραφή της κληρονομιαιας περιουσίας 7.272 μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο κοινές ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας 16.150 δραχμών εκάστης, κυριότητας και κατοχής του κληρονομουμένου κατά το χρόνο του θανάτου του, εκδόσεως της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ", που εδρεύει στον ... και έχει διακριτικό τίτλο "Τ ΑΕ", τις οποίες ο κληρονομούμενος με την υπ' αριθ. ... Σύμβαση αγοραπωλησίας ονομαστικών μετοχών Ανωνύμου Εταιρείας 72.720.000 δραχμών (εκτίμηση Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ ΠΕΙΡΑΙΑ 106.869.312 δραχμές), της συμβολαιογράφου Πειραιώς ... είχε πωλήσει, μεταβιβάσει κατά κυριότητα και παραδώσει, αντί τιμήματος 72.720.000 δραχμών με εικονική και άκυρη λόγω της εικονικότητας δικαιοπραξία, όχι στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά στην εταιρεία με την επωνυμία ..., που έχει συσταθεί σύμφωνα με τους νόμους του ..., έχει καταχωρηθεί στα μητρώα εταιρειών του ... με αριθμό ... που εδρεύει στο ... στη διεύθυνση της 3/1Α Parliament Lane. Την εικονικότητα δε, αυτή γνώριζαν οι συμβαλλόμενοι, οι αντιπρόσωποι τους, των αντιπροσωπευομένων συμβαλλομένων στην πιο πάνω εικονική δικαιοπραξία και οι εναγόμενοι. Ειδικότερα ο αποβιώσας Ζ (πωλητής) εκπροσωπήθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης αυτής από το δικηγόρο του Παναγιώτη Βρετάκο, δυνάμει ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας, που του παραχώρησε με το υπ' αριθ. ... πληρεξούσιο ενώπιον της ιδίας πιο πάνω συμβολαιογράφου. Η αγοράστρια εταιρεία εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο της ..., δυνάμει ειδικής εντολής και πληρεξουσιότητας που δόθηκε σ' αυτήν με το από 8-11-2000 πληρεξούσιο έγγραφο και με την από 8-11-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αγοράστριας εταιρείας. Η εικονικότητα προκύπτει από τα εξής: 1) Μοναδικός μέτοχος της αγοράστριας εταιρείας είναι η ... εταιρεία με την επωνυμία "PARLIAMENT LANE MANAGEMENT LIMITED". Ως διευθυντές της αγοράστριας εμφανίζονται η "PARLIAMENT LANE MANAGEMENT LIMITED" και η "PARLIAMENT LANE NOMINEES LIMITED", ενώ, ως γραμματέας εμφανίζεται η "PARLIAMENT CORPORATE SERVICES LIMITED". Και οι τρεις εταιρείες ανήκουν στην "Glaisyers", ήτοι σε μια μικρή δικηγορική εταιρεία του ... με διεύθυνση 3/1α Parliament Lane, ταυτόσημη με την έδρα της αγοράστριας εταιρείας. Οι μέτοχοι της "PARLIAMENT LANE MANAGEMENT LIMITED", δηλαδή της μετόχου της αγοράστριας εταιρείας είναι τα φυσικά πρόσωπα ... και οι δυο εταίροι δικηγόροι στην εταιρεία "Claisyers", ενώ, ως διευθυντής εμφανίζεται πέραν των δυο μετόχων και η ... υπάλληλος επίσης στην "Claisyers". Ως Γραμματέας εμφανίζεται η "PARLIAMENT CO RPORATE SERVICES LIMITED". Οι ίδιοι μέτοχοι και διευθυντές είναι και στην εταιρεία "PARLIAMENT LANE NOMINEES LIMITED". Για την "PARLIAMENT CORPORATE SERVICES LIMITED" εμφανίζεται ως μέτοχος η εταιρεία "PARLIAMENT HOLDINGS LIMITED", με έδρα ... και διευθυντές τους .... Όμως ως πραγματικός ιδιοκτήτης της αγοράστριας εταιρείας από 8-11-2000 φέρεται ότι είναι η ανώνυμη εταιρεία "Bolton Trading S.A.", με έδρα τον ...,, Πραγματικός δε, ιδιοκτήτης της, της "Bolton Trading S.A." από 8-11-2000 έως τον Ιούλιο του έτους 2001 φέρεται ότι ήταν η Ρ, δικηγόρος του Ζ και των κληρονόμων του (εναγομένων) σε θέματα ΑΕ και ΕΠΕ. Από τον Ιούλιο δε, του έτους 2001 η ιδιοκτησία της "Bolton Trading S.A." φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε στον Ιωάννη Μισαηλίδη, δικηγόρο, ο οποίος φέρεται ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας "ΤΟΤΡΑΣ ΑΕ". Η αγοράστρια εταιρεία αποτελεί νομική κατασκευή της εταιρείας "Claisyers" κατόπιν εντολών του πραγματικού ιδιοκτήτη Ζ και μετά το θάνατό του των εναγομένων κληρονόμων του για τη διατήρηση των ακινήτων της πωλήτριας εταιρείας στην οικογένεια του Ζ και τη χρησιμοποίηση αυτών ως κύριας κατοικίας της πρώτης εναγομένης και του τρίτου εναγομένου, (βλ. και υπ' αριθ. 2... άκρως εμπιστευτικό έγγραφο της πιο πάνω εκκαθαρίστριας "ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΑΕ" προς την ενάγουσα και λοιπές Τράπεζες και την 2004-Ε-Αρ.137 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Γιβραλτάρ, νομίμως μεταφρασμένη στην Ελληνική γλώσσα, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, με την οποία διατάχθηκαν, οι εναγόμενες από την Εθνική Κεφαλαίου ΑΕ, ως δικαστική εκκαθαρίστρια της περιουσίας του Ζ (αποθανόντος) "PARLIAMENT LANE MANAGEMENT LIMITED", "PARLIAMENT LANE NOMINEES LIMITED", και "PARLIAMENT LANE CORPORATE SERVICES LIMITED", μέσω των στελεχών, αντικλήτων ή εκπροσώπων τους με την κοινοποίηση αντιγράφου της απόφασης αυτής θεωρημένης από το Δικαστή να κοινοποιήσουν αμέσως στους πληρεξούσιους δικηγόρους της Εθνικής Κεφαλαίου ΑΕ με την πιο πάνω ιδιότητα τους πλήρη στοιχεία τα οποία γνωρίζουν, με τα οποία να προσδιορίζονται τα ονόματα και οι διευθύνσεις των κατά το παρόν και παρελθόν τελικών και πραγματικών δικαιούχων των περιουσιακών στοιχείων εταιρείας ..., καθώς και το ... έγγραφο της "Πάρλιαμεντ Υπηρεσίες Επιχειρήσεων ΑΕ" νομίμως μεταφρασμένο στην Ελληνική γλώσσα, που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα). 2) Η πιο πάνω εικονική μεταβίβαση έγινε από τον αποβιώσαντα στις 10-11-2000 ήτοι δεκαεννέα (19) ημέρες πριν το θάνατο του (29-11-2000), ήτοι σε χρόνο που αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του απέναντι στην ενάγουσα τράπεζα, εκτός άλλων τραπεζών. Μάλιστα η πιο πάνω δικηγόρος του Ρ γνώριζε την οικονομική αδυναμία του γι' αυτό και μεθόδευσε την πιο πάνω εικονική μεταβίβαση προς βλάβη της δανείστριας ενάγουσας για να αποφύγει τη λήψη δικαστικών μέτρων σε βάρος της περιουσίας του. Η ίδια πιο πάνω δικηγόρος του Ρ στις 27-11-2000 με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα προς τη δικαιοπάροχο της ενάγουσας Τράπεζας Εργασίας ζήτησε για λογαριασμό της δανειολήπτριας πιο πάνω εταιρείας Penim Shipping and Co SA, την παράταση, της διάρκειας του ως άνω δανείου για ένα ακόμη έτος, ήτοι μέχρι την 31-12-2001. 3) Στα περιουσιακά στοιχεία της πιο πάνω εταιρείας "Τ ΑΕ" ανήκουν τα εξής ακίνητα: α) Το υπό στοιχείο 62α διαμέρισμα του ΣΤ ορόφου και η υπό στοιχεία 303 αποθήκη του Γ' ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Αθήνα και επί των οδών ..., εμβαδού 214 τ.μ. και 6,5 τ.μ. αντίστοιχα. Στο ακίνητο αυτό κατοικούσε ο τρίτος των εναγομένων [(Βλ. και από 28-1-2002 (αρ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση των εναγομένων προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών)], β) Οικόπεδο στην Κοινότητα ..., επί της οδού ... εκτάσεως 2059,93 τ.μ. επί του ποίου έχει ανεγερθεί οικία, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και Α' όροφο καθώς και τρεις θέσεις στάθμευσης. Στο ακίνητο αυτό κατοικούσε ο κληρονομούμενος και μετά το θάνατο του κατοικεί η σύζυγος του πρώτη των εναγομένων ως μισθώτρια αυτού, έως 4-10-2006 που αποβλήθηκε βιαίως δυνάμει της υπ' αριθ. 72/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με επιμέλεια της "Τ ΑΕ" (βλ. και από 28-1-2002 αρ. εκθ. καταθ. ...) αίτηση των εναγομένων προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών). 4) Μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας "Τ ΑΕ", εκτός από τον Ζ με την πιο πάνω συμμετοχή (7.272 μετοχές ποσοστό 68%) κατά το χρόνο του θανάτου του, αλλά και κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής τυγχάνουν και οι 1) Κ (πρώην σύζυγός του) με 1209 μετοχές (ποσοστό 11,3%) 2) Χ1 (δεύτερος εναγόμενος τέκνο του) με 1107 μετοχές (ποσοστό 10,35%) και 3) Χ2 (τρίτος εναγόμενος τέκνο του) με 1107 μετοχές, ποσοστό (10,35%). Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του καταστατικού της πιο πάνω εταιρείας "Τ ΑΕ" η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν εκπροσωπείται σ' αυτήν το 20% τουλάχιστον του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου μετά δε, το θάνατο του Ζ στις επόμενες Γενικές Συνελεύσεις της εταιρείας "Τ ΑΕ", της 30-6-2001 και 29-6-2002 ενώ δήθεν είχαν μεταβιβαστεί οι μετοχές του αποβιώσαντος, δεν συμμετέχει γι'αυτές κανένας στις Γενικές Συνελεύσεις, ούτε η φερόμενη ως αγοράστρια αυτών των μετοχών πιο πάνω εταιρεία, ούτε η φερόμενη τότε ιδιοκτήτρια της "Bolton Trading SA" Ρ για να ασκήσει τα δικαιώματα της, αλλά συμμετέχουν μόνο οι πιο πάνω μέτοχοι Κ (πρώην σύζυγος του κληρονομουμένου, ο Χ1 και ο Χ2, έχοντας τα πιο πάνω ποσοστά καθένας και συνολικά 11,3 +10,35+10,35=31,73%. Επίσης κατά τη Γενική Συνέλευση της 29-6-2002 δεν συμμετείχε ούτε ο φερόμενος από τον Ιούλιο του έτους 2001 ως ιδιοκτήτης της "Bolton Trading SA" κατά τα προαναφερόμενα Ιωάννης Μισαηλίδης δικηγόρος (βλ. και υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο "Πάρλιαμεντ Υπηρεσίες Επιχειρήσεων Ανώνυμη Εταιρεία" και περιεχόμενη σ' αυτό δήλωση των διευθυντών της τελευταίας Χ. ..., μετά δικαστική διαταγή εκδοθείσα, δυνάμει της πιο πάνω απόφασης του Δικαστηρίου του ..., περί των ονομάτων και διευθύνσεων των τωρινών, παλαιών και τελικών δικαιούχων - κυρίων της αγοράστριας εταιρείας "EADIE HOLDINGS LIMITED"). Ο πιο πάνω ..., δικηγόρος συμμετείχε κατά τις Γενικές Συνελεύσεις της "Τ ΑΕ", της 14-11-2003 και 17-11-2003 όχι ως ιδιοκτήτης των πιο πάνω 7.272 μετοχών , αλλά ως εκπρόσωπος της αγοράστριας εταιρείας "EADIE HOLDINGS LIMITED" , που έχει την έδρα στο ... (βλ. και νομίμως επικυρωμένα αντίγραφα πρακτικών Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας "Τ ΑΕ" της 14-11-2003 και 17-11-2003, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι δυο τελευταίοι εναγόμενοι). ’λλωστε ο Ζ συνετέλεσε προσωπικά στην κατάρτιση της εικονικής πιο πάνω δικαιοπραξίας που επιχειρήθηκε από το πιο πάνω δικηγόρο του Παναγιώτη Βρεττάκο και στη διάπλαση του περιεχομένου της, με την παροχή των προς τούτο σχετικών οδηγιών και ειδικής εντολής με το πιο πάνω πληρεξούσιο. Με την παροχή δε, των οδηγιών αυτών εξομοιώνεται η παρουσία του αντιπροσωπευομένου Ζ κατά την κατάρτιση της εικονικής δικαιοπραξίας και η μη εναντίωση του, καθώς και η γνώση του (αντιπροσωπευομένου) της πρόθεσης σύναψης δικαιοπραξίας από τον αντιπρόσωπο δικηγόρο ... και η μη αποτροπή της. Ομοίως συνετέλεσαν προσωπικά στην κατάρτιση της εικονικής πιο πάνω δικαιοπραξίας που επιχειρήθηκε από την πιο πάνω δικηγόρο ... και στη διάπλαση του περιεχομένου της, με την παροχή των προς τούτο σχετικών οδηγιών και ειδικής εντολής, με το πιο πάνω πληρεξούσιο ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της αγοράστριας εταιρείας και ο γραμματέας αυτής. Με την παροχή δε των οδηγιών αυτών εξομοιώνεται η παρουσία αυτών κατά την κατάρτιση της εικονικής δικαιοπραξίας και η μη εναντίωση τους καθώς και η γνώση τους, της πρόθεσης σύναψης δικαιοπραξίας από την αντιπρόσωπο δικηγόρο ... και η μη αποτροπή της. Έτσι η εικονική δικαιοπραξία συντάχθηκε με βάση κοινό σχέδιο των δικηγόρων αυτών .. οι οποίοι γνωρίζουν την εικονικότητα της δικαιοπραξίας (βλ. και παράγραφο 10 της πιο πάνω ... σύμβασης αγοραπωλησίας ονομαστικών μετοχών Ανωνύμου Εταιρείας 72.720.000 δραχμών). Οι εναγόμενοι ενώ γνώριζαν την εικονική μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών και ότι αυτές ουδέποτε διέφυγαν από την κυριότητα και την κατοχή του κληρονομουμένου παρέλειψαν δολίως να δηλώσουν τις μετοχές αυτές στην πιο πάνω απογραφή, αποσιωπώντας την εικονική μεταβίβαση αλλά και συνεχίζοντας τη μεθόδευση του αποβιώσαντος για προσωπικό τους όφελος, με σκοπό την απόκρυψη και τη διασφάλιση των πιο πάνω ακινήτων τους και την, εν γνώσει τους πρόκληση βλάβης στη δανείστρια του κληρονομουμένου ενάγουσα, ώστε η τελευταία να μην δυνηθεί να ικανοποιήσει αυτή την μεγάλου ύψους απαίτησή της από αυτά τα ακίνητα, β) Οι εναγόμενοι δολίως και αποβλέποντας στο πιο πάνω προσωπικό τους όφελος, στην απόκρυψη και στη διασφάλιση των πιο κάτω ακινήτων που βρίσκονται στη Μύκονο και στη βλάβη της δανείστριας του αποβιώσαντος ενάγουσας, ώστε η τελευταία να μην δυνηθεί να ικανοποιήσει την απαίτησή της και από αυτά τα ακίνητα στη Μύκονο δεν δήλωσαν στην πιο πάνω απογραφή το 100% που είχε κατά το χρόνο του θανάτου του ο αποβιώσας των υπεράκτιων εταιρειών (offshore) : 1) "RABBIT INVESTMENT CO LTD", 2) "PJ. COMPANY SA" και 3) "MINPA COMPANY SA", που εδρεύουν η μεν πρώτη στη ... η δε, δεύτερη και τρίτη στον Παναμά. Ειδικότερα, στις εταιρείες αυτές ανήκαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου κατά κυριότητα τα πιο κάτω ακίνητα αντίστοιχα: 1) Αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη Μύκονο, θέση ...της περιοχής ... της κτηματικής περιφερείας ..., εκτάσεως 4.730,14 τ.μ. Το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... περιήλθε στην κυριότητα της πρώτης των πιο πάνω εταιρειών. 2) Αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη ... στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εκτάσεως κατά νεώτερη καταμέτρηση 4.042,27 τ.μ. Το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ1 αριθ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μυκόνου ..., το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... περιήλθε στην κυριότητα της δεύτερης των πιο πάνω εταιρειών, για την οποία αγοράστρια αυτού του ακινήτου ενήργησε στο συμβόλαιο αυτό η ίδια πιο πάνω δικηγόρος του Ζ και των εναγομένων κατά τα προαναφερόμενα Ρ ως ειδική εντολοδόχος και πληρεξούσια στο όνομα και για λογαριασμό αυτής της αγοράστριας εταιρείας. 3) Μια αυτοτελής οριζόντια ιδιοκτησία που βρίσκεται στη Μύκονο, στη θέση ... στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ..., εκτάσεως 636,04 τμ. με την ευρισκόμενη σ' αυτή κατοικία επιφανείας 92,50 τ.μ. και βοηθητικό κτίσμα επιφανείας 50 τ.μ. Το ακίνητο αυτό δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Μυκόνου την 26-7-1999, περιήλθε στην κυριότητα της τρίτης των πιο πάνω εταιρειών, για την οποία αγοράστρια αυτού του ακινήτου ενήργησε στο συμβόλαιο αυτό η ίδια πιο πάνω δικηγόρος του Ζ και των εναγομένων Ρ, ως ειδική εντολοδόχος και πληρεξούσια στο όνομα και για λογαριασμό αυτής της αγοράστριας εταιρείας. Το συμβόλαιο αυτό συντάχθηκε βάσει σχεδίου του παραστάντος για την αγοράστρια πιο πάνω εταιρεία δικηγόρου Πειραιά Παναγιώτη Βρεττάκου, ο οποίος συνέταξε και το σχέδιο για την προαναφερόμενη εικονική μεταβίβαση των πιο πάνω μετοχών 72.720.000 δραχμών και ενήργησε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και κατ' εντολήν του Ζ στην πιο πάνω υπ'αριθ. ... συμβολαιογραφική σύμβαση αγοραπωλησίας ονομαστικών μετοχών ανωνύμου εταιρείας 72.720.000 δραχμών, γνώριζε δε, την εικονικότητα της δικαιοπραξίας αυτής, όπως προαναφέρθηκε. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο που εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως απαράδεκτη, αφού έκανε δεκτή την αγωγή, με την οποία η αναιρεσίβλητη ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι εξέπεσαν από το ευεργέτημα της απογραφής, και ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες καθώς και η συνεναγομένη ... χα Ζ εξέπεσαν του ευεργετήματος της απογραφής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της δολίας απόκρυψης από τους αναιρεσείοντες κληρονομιαίων στοιχείων κατά τη γενόμενη από αυτούς απογραφή που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1911 αριθ. 2 ΑΚ, αφού για την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του δόλου δεν αναφέρονται με πληρότητα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την έννοια του δόλου αλλά αρκείται στη γενική αναφορά ότι οι αναιρεσείοντες δολίως προέβησαν σε ανακριβή απογραφή. Ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της μεταβίβασης των μετοχών της εταιρίας "Τ Α.Ε." από τον κληρονομούμενο Ζ η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα της εικονικότητας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή του άρθρου 138 ΑΚ, πλην όμως αν γνώριζαν την εικονικότητα αυτή οι αναιρεσείοντες κληρονόμοι του Ζ η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η γνώση των αναιρεσειόντων. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης κατά τα σκέλη 1, 4, 6 από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα του δόλου είναι βάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος κατά τα σκέλη 2, 3, 5, 7 και 8 με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της εικονικότητας της μεταβίβασης των μετοχών της "Τ Α.Ε.", είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί μόνο κατά το αναφερόμενο μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 180 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5712/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.




                                                                                                                                       ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΜΕΡΙΔΑ


Με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από τον χρόνο της παροχής στο χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 1233/2009). – Άρειος Πάγος 874/2011 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)
Πρόεδρος: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη
Εισηγητής: Σπυρίδων Μιτσιάλης
Δικηγόροι: Θεόδωρος Κουτσιλαίος, Αλέξανδρος Κανδαράκης


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή αντίθετα αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1899 και 1900 ΑΚ προκύπτει ότι, για τον υπολογισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας των συγκληρονόμων κατιόντων του αποβιώσαντος ανιόντος, από τους οποίους ένας ή περισσότεροι είναι υπόχρεοι σε συνεισφορά, θα ληφθεί ως βάση η πλασματική ομάδα της κληρονομιάς, ήτοι αφού κατά πρώτον αποτιμηθεί η αξία της όλης κληρονομικής (πραγματικής) ομάδας, δηλαδή του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που ανήκαν στον κληρονομούμενο κατά το θάνατο του, με την αξία που είχαν στο χρόνο του θανάτου, κατόπιν προστίθεται η κατά το χρόνο που έγιναν αξία των συνεισενεκτέων παροχών, στις οποίες καταλέγεται και η νομοτύπως συσταθείσα προίκα κατ' άρθρο 1895 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 28 του ν. 1329/1983, το δε προκύπτον άθροισμα, που αποτελεί την πλασματική ομάδα, διαιρείται με τον αριθμό των κατιόντων κληρονόμων και στη συνέχεια από το πηλίκον που θα προκύψει αφαιρείται η αξία της συνεισενεκτέας παροχής, που έλαβε ο υπόχρεος σε συνεισφορά, οπότε το υπόλοιπο που θα προκύψει από την αφαίρεση αυτή αποτελεί τη μερίδα του υποχρέου σε συνεισφορά. Το δικαίωμα όμως επί της μερίδας αυτής, καθοριζόμενης αρχικά κατ' ανάγκη σε ποσό. χρημάτων, υπολογίζεται, όπως προαναφέρθηκε, επί της πλασματικής ως άνω ομάδας της κληρονομιάς, ασκείται όμως και καλύπτεται από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, αφού αυτή είναι η διανεμητέα μεταξύ των κατιόντων κληρονομιά, κατά ποσοστό ειδικότερα που εκφράζει τη σχέση της αξίας της μερίδας σε δραχμές (ήδη ευρώ) προς την αξία των αντικειμένων της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς (ΑΠ 638/2003 και ΑΠ 1288/1989). Επίσης, κατά το άρθρο 1899 εδαφ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομιά, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή. Αν όμως, μετά την παροχή και μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος είναι και ο κρίσιμος, κατ' άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, μεσολαβήσει νομισματική έκπτωση ή ουσιώδης υποτίμηση της τρέχουσας αξίας της δραχμής, πρέπει κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των εξ' αυτής δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής, να υπολογισθεί σε δραχμές της ίδιας όμως πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την αρχή της καλής πίστεως του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η τιμή και η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές, τόσο κατά το χρόνο της παροχής, όσο και κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και γίνει η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση του τιμαρίθμου που επήλθε στο μεταξύ (ΑΠ 854/2007, ΑΠ 1176/2002, ΑΠ 1013/1996, ΑΠ 1924/1988). Τα στοιχεία αυτά, (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από την αξία του χρόνου που έγινε, στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομούμενου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση των σχετικών αποδείξεων. Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξη των, αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο. Έτσι με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας για την αναγωγή της αξίας της παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από τον χρόνο της παροχής στο χρόνου του θανάτου του κληρονομούμενου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου και η μεταξύ των σύγκριση καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμάριθμου, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 1233/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός σωστά εκτιμάται, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη, παρά το νόμο την κήρυξε απαράδεκτη, αφού αυτή περιείχε όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία για να είναι ορισμένη. Όπως προκύπτει από την ένδικη (από 19-8-1996) αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας παραδεκτά επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), εκθέτει σ' αυτή η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ότι η αποβιώσασα την 1-10-1995 Α. χήρα Κ. Κ., μητέρα αυτής και της εναγομένης, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλιπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς της την ίδια και την αναιρεσίβλητη αδελφή της. Ότι η κληρονομηθείσα πιο πάνω μητέρα της κατέλιπε κατά το χρόνο του θανάτου της μοναδικό περιουσιακό στοιχείο το συνολικό χρηματικό ποσό των 13.639.075 δρχ. σε προθεσμιακή κατάθεση και σε καταθέσεις ταμιευτηρίου στις αναφερόμενες τράπεζες. Ότι η εναγομένη συγκληρονόμος είχε λάβει από την αποβιώσασα μητέρα τους όσο ζούσε, με το νόμιμα μεταγεγραμμένο υπ' αριθμ. .../13-8-1966 συμβόλαιο του αναφερόμενου συμβολαιογράφου, ως προίκα το περιγραφόμενο ακίνητο, αξίας κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας 240.000 δρχ. Ότι έκτοτε, ήτοι από τον ως άνω χρόνο συστάσεως της προίκας και μέχρι το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (1-10-1995), μεσολάβησε ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής, οπότε η αξία της παροχής αυτής, αναγόμενη, κατ' εφαρμογή της καθιερούμενης από το άρθρο 288 ΑΚ αρχής της καλής πίστεως, στο ισάξιο της σε δραχμές της ίδιας πραγματικής αξίας, την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, ανέρχεται, με βάση τις ισοτιμίες της Τράπεζας της Ελλάδος, σε 11.100.000 δρχ., αφού από έγγραφο της παραπάνω Τράπεζας προκύπτει ότι το πρσό των 240.000 δρχ. του μηνός Φεβρουαρίου 1966 αντιστοιχεί στο ποσό των 11.100.000 δρχ. του παραπάνω χρόνου θανάτου της κληρονομουμένης. Ότι έτσι η αξία της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς, μετ' αφαίρεση των εξόδων κηδείας της κληρονομουμένης, που ανήλθαν σε 300.000 δρχ., ανέρχεται σε 24.439.075 ([Ι3.639.075-300.000=]13.339.075 + 11.100.000 =24.439.075) και, επομένως, η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα αυτής (ενάγουσας) και της εναγομένης διαμορφώνεται σε 12.169.538 δρχ. για την καθεμία και ότι από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η παραπάνω αξία της συνεισενεκτέας παροχής (προίκας), που έλαβε η εναγομένη, δηλαδή 11.100.000 δρχ., οπότε το υπόλοιπο που απομένει, ανερχόμενο σε 1.069.538 δρχ., αποτελεί τη μερίδα που δικαιούται να λάβει η εναγομένη από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, γεγονός που αμφισβητείται από την τελευταία. Ζήτησε δε η ενάγουσα με την αγωγή της να αναγνωρισθεί ότι, μετά τη συνεισφορά της παραπάνω παροχής (προίκας), η εξ αδιαθέτου μερίδα της εναγομένης στην πραγματική κληρονομιαία περιουσία της παραπάνω κληρονομουμένης ανέρχεται στο ανωτέρω ποσό των 1.069.538 δρχ. Η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη ως προς τον προσδιορισμό κατ' αναγωγή της αξίας της συνεισενεκτέας ως άνω προίκας, καθόσον, κατά τα προεκτιθέμενα, η ενάγουσα προσδιορίζει την αξία της προαναφερόμενης συνεισενεκτέας παροχής κατά το χρόνο που δόθηκε και το ισάξιο σε δραχμές κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, κατ' αναγωγή σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 288 ΑΚ, για τον υπολογισμό της πλασματικής αξίας της κληρονομιάς και, ακολούθως, για την εξεύρεση του κληρονομικού της μεριδίου, ενώ δεν είναι αναγκαίο, όπως προαναφέρθηκε, να αναφέρονται η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας τόσο κατά το χρόνο της παροχής, και όσο και το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης, όπως και τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν στον τιμάριθμο και δη ποιο ήταν το ύψος αυτού κατά το χρόνο της παροχής και ποια η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμαρίθμου μέχρι το θάνατο της κληρονομουμένης με προσδιορισμό του ύψους αυτού, αφού τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τις αποδείξεις κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στη νομική σκέψη. Το Εφετείο, όμως με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή δεν προσδιορίζει στο δικόγραφό της τα στοιχεία, τα οποία λαμβάνονται υπόψη για την αναγωγή της αξίας της παροχής που έγινε από την κληρονομουμένη και πιο συγκεκριμένα ότι "δεν αναφέρει ποια ήταν η τιμή της χρυσής λίρας Αγγλίας σε κυκλοφορούσες δραχμές τόσο κατά το χρόνο που έγινε η παραπάνω συνεισενεκτέα παροχή (13-8-1966) όσο και κατά το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης (1-10-1955), ως και ποιο ήταν το ύψος (ποσοστό) του τιμαρίθμου κατά τους αντίστοιχους χρόνους, έτσι ώστε να μπορεί, μετά από σύγκριση, να προσδιορισθεί η αξία της προαναφερόμενης παροχής (προίκας) για τον υπολογισμό της πλασματικής ομάδας της κληρονομιάς και την εξεύρεση της εξ αδιαθέτου μερίδας των διαδίκων συγκληρονόμων και ακολούθως της μερίδας της εναγομένης και του ποσοστού αυτής επί της παραπάνω κληρονομίας, μετά τη συνεισφορά της προίκας, αλλά όλως αορίστως η ενάγουσα επικαλείται τις ισοτιμίες που προκύπτουν από την Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες όμως δεν προσδιορίζονται". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκκαλούμενης απόφασης με την οποία η ένδικη αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη, εξαφάνισε την τελευταία, καθώς και τη συνεκκαλούμενη (2741/2002) προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη την εν λόγω αγωγή και αφού κράτησε και δίκασε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Κρίνοντας, όμως, έτσι, το Εφετείο, έσφαλε. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6473/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο όμως από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


 

                                            ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΕΠΙ ΣΥΣΤΑΣΗΣ ‘Η ΜΗ ΚΑΤΑΠΙΣΤΕΥΜΑΤΟΣ

Επειδή, κατά το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο διαθέτης, εκτός από τον άμεσο κληρονόμο του, που αποκτά αμέσως μετά το θάνατό του την κληρονομία, μπορεί να εγκαταστήσει έμμεσο καθολικό του διάδοχο, τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική προθεσμία ή αίρεση, που πληρώνεται μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική προθεσμία ή αίρεση της εγκατάστασης του αρχικού αμέσου κληρονόμου. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξεως "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του, μόνο για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Η βούληση αυτή του διαθέτη μπορεί να διατυπώνεται και με τη μορφή υποχρέωσης, με την οποία επιβάλλεται στο βεβαρημένο κληρονόμο να αποκαταστήσει την κληρονομία ή ποσοστό αυτής σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), αρκεί να προκύπτει ότι ο διαθέτης θέλησε τον τελευταίο ως καθολικό του διάδοχο, στον οποίο η κληρονομία επάγεται αυτοδίκαια, κατά το ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός που όρισε ο διαθέτης. Ακόμη, από το περιεχόμενο της διαθήκης πρέπει να προκύπτει το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου, που μπορεί να είναι κάθε ικανός προς εγκατάσταση που κατά βούληση του διαθέτη καλείται ως καταπιστευματοδόχος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 έως 1928 του ΑΚ, καθιερώνονται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σ` αυτές πρόσωπα. Οι αναφερόμενες όμως στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι` αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, κάθε φορά, πότε, από τον τρόπο που έχει διατυπωθεί η τελευταία βούληση, ενυπάρχει σ` αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιό είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου. -103/2010 (Τμήμα Γ’)

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ: Μ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ: Φ.ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ-Ε. ΛΑΜΠΤΖΙΔΗΣ

(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
-ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., στην οποία είναι κολλημένες α) η από 4-3-2009 απόδειξη παραλαβής αντιγράφου του εγγράφου που θυροκολλήθηκε και β) η από 5-3-2009 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που όριζε το άρθρο 128 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., αντίγραφο της από 16-1-2009 κλήσης του αναιρεσείοντος για συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την επ'αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκε με θυροκόλληση, νομίμως και εμπροθέσμως, από το αναιρεσείον, που επισπεύδει τη συζήτηση, στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Χ2, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως ενόψει και του ότι έχει κληθεί και παρίσταται ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών, που έχει ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1923 § 1 ΑΚ, ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Όπως προκύπτει από τη διάταξη αυτή, ο διαθέτης, εκτός από τον άμεσο κληρονόμο του, που αποκτά αμέσως μετά το θάνατό του την κληρονομία, μπορεί να εγκαταστήσει έμμεσο καθολικό του διάδοχο, τον καταπιστευματοδόχο, ο οποίος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική προθεσμία ή αίρεση, που πληρώνεται μετά το θάνατο του διαθέτη και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική προθεσμία ή αίρεση της εγκατάστασης του αρχικού αμέσου κληρονόμου. Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη, δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξεως "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη να γίνει κάποιος κληρονόμος του, μόνο για ορισμένο διάστημα και μετέπειτα κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Η βούληση αυτή του διαθέτη μπορεί να διατυπώνεται και με τη μορφή υποχρέωσης, με την οποία επιβάλλεται στο βεβαρημένο κληρονόμο να αποκαταστήσει την κληρονομία ή ποσοστό αυτής σε άλλον (καταπιστευματοδόχο), αρκεί να προκύπτει ότι ο διαθέτης θέλησε τον τελευταίο ως καθολικό του διάδοχο, στον οποίο η κληρονομία επάγεται αυτοδίκαια, κατά το ορισμένο χρονικό σημείο ή γεγονός που όρισε ο διαθέτης. Ακόμη, από το περιεχόμενο της διαθήκης πρέπει να προκύπτει το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου, που μπορεί να είναι κάθε ικανός προς εγκατάσταση που κατά βούληση του διαθέτη καλείται ως καταπιστευματοδόχος. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 1924 έως 1928 του ΑΚ, καθιερώνονται ερμηνευτικοί κανόνες, σύμφωνα με τους οποίους, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρούνται ως καταπιστευματοδόχοι τα προσδιοριζόμενα σ` αυτές πρόσωπα. Οι αναφερόμενες όμως στις διατάξεις αυτές περιπτώσεις είναι ενδεικτικές. Γι` αυτό είναι ζήτημα ερμηνείας της διαθήκης, κάθε φορά, πότε, από τον τρόπο που έχει διατυπωθεί η τελευταία βούληση, ενυπάρχει σ` αυτή σύσταση καθολικού καταπιστεύματος και ποιό είναι το πρόσωπο του καταπιστευματοδόχου. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, η αληθινή βούληση του διαθέτη κατά την υποκειμενική τούτου άποψη και όχι κατά την αντικειμενική έννοια υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το περιεχόμενο της διαθήκης δεν προκύπτει η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράσθηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράσθηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό, οπότε για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης του διαθέτη μπορεί το δικαστήριο να κάνει χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας ότι η διάταξη της διαθήκης είναι σαφής ή αντίθετα ότι αυτή είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, αποτελεί εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το ενάγον και ήδη αναιρεσείον, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, με την ένδικη από 17-1-2001 αγωγή του, που άσκησε κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσ/νίκης, εξέθεσε ότι ο Ζ, που αποβίωσε στις ..., με την από ... μυστική ιδιόγραφη διαθήκη του, που είχε κατατεθεί σε συμβολαιογράφο της Θεσσαλονίκης και δημοσιεύθηκε νόμιμα, εγκατέστησε κληρονόμους του τη σύζυγό του ..., το γιό του Ρ και την Πολυτεχνική Σχολή του Α.Π.Θ. Ότι ο διαθέτης όρισε, μεταξύ άλλων, στη διαθήκη, κατά λέξη " εις τον υιόν μου Ρ καταλείπω τα οκτώ τριακοστά δεύτερα εξ αδιαιρέτου, ήτοι το ήμισυ του εκ 16/32 μεριδίου μου, εξ αδιαιρέτου, επί ενός αστικού ακινήτου, κειμένου ενταύθα και επί της οδού ..., περιλαμβάνοντος ισόγεια καταστήματα και τρεις ύπερθεν αυτών ορόφους, ένθα το ξενοδοχείον *Εμπορικόν*, με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν όπως, εάν εξαντλήση τον βίον του εν αγαμία και στερηθή ιδίων κατιόντων, μεταβιβάση την εις αυτόν καταλειπομένην περιουσίαν, δια πράξεως εν ζωή, ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως εις την Πολυτεχνικήν Σχολήν του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης". Περαιτέρω ισχυρίσθηκε με την αγωγή το ενάγον, ότι με την τελευταία αυτή διάταξη ο ανωτέρω διαθέτης συνέστησε καθολικό καταπίστευμα υπέρ αυτού (ενάγοντος), στο οποίο ανήκει η Πολυτεχνική Σχολή Θεσσαλονίκης, υπό την αίρεση της αποβιώσεως ατέκνου και αγάμου του αρχικού κληρονόμου του Ρ, καθόσον έτσι πρέπει να ερμηνευθεί η αληθινή βούληση του διαθέτη, ενόψει της ασάφειας που δημιουργεί η χρήση των λέξεων "ευχή" και "παράκληση", η οποία δεν αποτελεί έκφραση απλής ευχής, αλλά διατύπωση της βούλησης του διαθέτη να περιέλθει τελικώς η κληρονομία που κατέλειπε στο γιό του, εφόσον αυτός πεθάνει άτεκνος και άγαμος, στην Πολυτεχνική Σχολή, δηλαδή στο ίδιο το ενάγον, ως καταπιστευματοδόχο του, αν ληφθεί υπόψη και όλο το υπόλοιπο περιεχόμενο της διαθήκης, καθώς και τα επικαλούμενα με την αγωγή εκτός αυτής στοιχεία, που σχετίζονται με την κοινωνική συγκρότηση, το μορφωτικό επίπεδο και τις γλωσσικές συνήθειες του διαθέτη. Ότι ο γιος του διαθέτη Ρ, ο οποίος αποδέχθηκε την πιο πάνω κληρονομία με συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποβίωσε άγαμος και άτεκνος στις 11-1-1998 και με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κυρία, άφησε το κληρονομιαίο ακίνητο που είχε λάβει από τον πατέρα του, δηλαδή το 1/4 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου, όχι στην Πολυτεχνική Σχολή αυτού (ενάγοντος), όπως είχε ορίσει στη διαθήκη ο πατέρας του, αλλά στην πρώτη εναγόμενη Χ χήρα Θ, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομία αυτή με συμβολαιογραφική δήλωση, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ακολούθως με το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, πώλησε και μεταβίβασε το ίδιο κληρονομιαίο ακίνητο στο δεύτερο εναγόμενο Χ2. Βάσει του ιστορικού αυτού, ζήτησε το ενάγον με την αγωγή, πλην άλλων, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό του δικαίωμα, ως καταπιστευματοδόχου του αρχικού διαθέτη Ζ, στο επίδικο ποσοστό του παραπάνω ακινήτου, που αποτελεί το αντικείμενο του καταπιστεύματος, το οποίο εκ των πραγμάτων αμφισβητούν οι εναγόμενοι. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, με την υπ'αριθμ. 15183/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατ'αυτής άσκησε το, ήδη αναιρεσείον, ενάγον έφεση και εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ.1212/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το δικαστήριο εκείνο, αφού έκρινε ότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, η προαναφερθείσα επίμαχη διάταξη της διαθήκης είναι ασαφής και για τη διάγνωση της αληθινής βούλησης του διαθέτη υφίσταται ανάγκη ερμηνείας αυτής, με προσφυγή και στα, έξω από τη διαθήκη, κείμενα στοιχεία της κοινωνικής συγκρότησης και του μορφωτικού επιπέδου του διαθέτη, τα οποία επικαλέσθηκε το ενάγον για τη στήριξη του αγωγικού του ισχυρισμού ότι ο διαθέτης με τη χρησιμοποίηση των λέξεων "υπό την ευχή και παράκληση" θέλησε πραγματικά να εγκαταστήσει αυτό ως καταπιστευματοδόχο, και συνακόλουθα ότι η ένδικη αγωγή ήταν νόμιμη ως προς το παραπάνω αίτημά της, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και εξαφάνισε την προδιαληφθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακολούθως δε, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριό του, προκειμένου να εξετασθούν μάρτυρες σχετικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του ενάγοντος. Μετά την επαναληφθείσα συζήτηση και τη διεξαγωγή κατ'αυτήν των μαρτυρικών αποδείξεων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.78/2005 οριστική απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού προέβη σε ερμηνεία της επίμαχης διάταξης της διαθήκης, έκρινε ότι η αληθινή βούληση του διαθέτη Ζ, με τη χρήση της φράσης, που απευθυνόταν στον κληρονόμο γιό του, "με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν όπως, εάν εξαντλήση τον βίον του εν αγαμία και στερηθή ιδίων κατιόντων, μεταβιβάση την εις αυτόν καταλειπομένην περιουσίαν, δια πράξεως εν ζωή, ή δια διατάξεως τελευταίας βουλήσεως εις την Πολυτεχνικήν Σχολήν....", δεν ήταν να συστήσει καταπίστευμα υπέρ του αναιρεσείοντος ενάγοντος, απέρριψε την αγωγή αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς και την ασκηθείσα υπέρ αυτού πρόσθετη παρέμβαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Με τους πρώτο, μέρος πρώτο, και δεύτερο, μέρος πρώτο, λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης 78/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης υπ' αριθμ.1212/2003 μη οριστικής απόφασης αυτού, την από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αιτίαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 983, 1710, 1846, 1933, 173 και 1781 ΑΚ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών, έκρινε ότι η αναφερόμενη στην αγωγή διάταξη της επίμαχης διαθήκης, στην οποία χρησιμοποιούνται οι φράσεις "με την θερμήν ευχήν και παράκλησιν", και "εάν ο κληρονόμος γιος αποβιώσει άγαμος και άτεκνος", ήταν ασαφής ως προς την αληθινή βούληση του διαθέτη να εγκαταστήσει ή όχι αυτό (αναιρεσείον) ως καταπιστευματοδόχο και ότι έχρηζε ερμηνείας, ενώ, κατ'αυτό, η πιο πάνω διάταξη της διαθήκης είναι απόλυτα σαφής και αποδίδει από μόνη της εκείνο που θέλησε ο διαθέτης, δηλαδή τη σύσταση καταπιστεύματος υπέρ του Α.Π.Θ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα προεκτιθέμενα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η επίμαχη διάταξη της διαθήκης είναι ασαφής και έχει ανάγκη ερμηνείας, η οποία προϋποθέτει εκτίμηση του περιεχομένου της διαθήκης, ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και συνεπώς δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ.4 και 566 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο τα εξής: 1) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, ώστε από τη σύγκριση με εκείνο που δέχθηκε η απόφαση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, 2) Το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο,3) το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο για το ότι υπάρχουν ή όχι κρίσιμα γεγονότα, 4) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο. Αν ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ δεν περιέχει τα παραπάνω στοιχεία είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει αυτών, ο πρώτος λόγος, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες σχετικά με την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα περιστατικά που πληρούν το πραγματικό του από τον αριθμό 20 λόγου αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος. ΕΠΕΙΔΗ, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ.4, 566 παρ. 1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιό λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο, μέρος δεύτερο, της αίτησης αναίρεσης προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 11, 12, 13 και 20 του ΚΠολΔ, αναφέροντας στο λόγο αυτό κατά λέξη, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη 78/2005 οριστική του απόφαση, "παραβίασε τους δικονομικούς κανόνες σχετικά με τη λήψη υπόψη και τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς και την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφου, διότι, στηρίζοντας την κρίση του στην υπ' αριθμ.... ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου του μάρτυρα ..., προέβη σε ερμηνεία των διατάξεων της διαθήκης του Ζ, των σχετικών με τους όρους αυτής " με τη θερμή ευχή και παράκληση κ.λ.π.", " εάν ο κληρονόμος γιος αποβιώσει άγαμος και άτεκνος", και δέχθηκε ότι ο διαθέτης από το έτος 1970 που φέρεται ότι είχε συντάξει σχέδιο διαθήκης μέχρι το έτος 1973 που συνέταξε την επίμαχη διαθήκη του μετέβαλε γνώμη και αποφάσισε να διατυπώσει διαφορετικά τη βούλησή του ως προς το σημείο αυτό, ενώ οι πιο πάνω διατάξεις της διαθήκης είναι απόλυτα σαφείς και αποδίδουν από μόνες τους εκείνο που θέλησε ο διαθέτης, δηλαδή τη σύσταση καταπιστεύματος υπέρ του Πανεπιστημίου μας". Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποιά αποδεικτικά μέσα ήταν ανεπίτρεπτα από το νόμο και λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, ως προς ποιά αποδεικτικά μέσα παραβίασε εκείνο το δικαστήριο τους ορισμούς του νόμου σε σχέση με την αποδεικτική τους δύναμη, σχετικά με ποιόν ισχυρισμό εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου και τέλος ποιό είναι το συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου το περιεχόμενο παραμορφώθηκε από το δικαστήριο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-4-2005 αίτηση του ν.π.δ.δ. "ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ χήρας Θ, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.