ΑΥΘΑΙΡΕΤΗ ΔΟΜΗΣΗ

Τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή άλλως πως χρησιμοποιούνται . Προς τούτο ο προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης, το οποίο κοινοποιεί σε εκείνον που έχει ανεγείρει αυθαιρέτως, ο οποίος οφείλει εντός τριάντα [30] ημερών από την κοινοποίηση να κατεδαφίσει τα κτίσματα και να άρει τα πάσης φύσεως κατασκευάσματα από τον αιγιαλό ή την παραλία. Τα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση της άδειας έργα και εν γένει κατασκευές μέσα στη θάλασσα αίρονται και απομακρύνονται ανεξάρτητα από τον τρόπο χρησιμοποίησής τους . Προς τούτο η Κτηματική Υπηρεσία, μετά από πρόταση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, συντάσσει πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης των ανωτέρω έργων και κατασκευών. - ΣτΕ 826/2009 (Τμήμα Ε’)
Πρόεδρος : Π. Πικραμμένος
Πάρεδροι : Ρ. Γιαννουλάτου, Χ. Λιάκουρας
Γραμματέας : Π. Μερτζανάκη
________________________________________
(….)
4. Επειδή, στο άρθρο 27 του Ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» (Α΄ 285) ορίζεται ότι : «1. … 2. Τα πάσης φύσεως κτίσματα και εν γένει κατασκευάσματα, τα οποία έχουν ανεγερθεί ή θα ανεγερθούν χωρίς άδεια στον αιγιαλό ή την παραλία κατεδαφίζονται, ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους ή αν κατοικούνται ή άλλως πως χρησιμοποιούνται. Προς τούτο ο προϊστάμενος της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας εκδίδει πρωτόκολλο κατεδάφισης, το οποίο κοινοποιεί σε εκείνον που έχει ανεγείρει αυθαιρέτως, ο οποίος οφείλει εντός τριάντα [30] ημερών από την κοινοποίηση να κατεδαφίσει τα κτίσματα και να άρει τα πάσης φύσεως κατασκευάσματα από τον αιγιαλό ή την παραλία. 3. ….. 7. Τα χωρίς άδεια ή καθ’ υπέρβαση της άδειας έργα και εν γένει κατασκευές μέσα στη θάλασσα αίρονται και απομακρύνονται ανεξάρτητα από τον τρόπο χρησιμοποίησής τους .Προς τούτο η Κτηματική Υπηρεσία, μετά από πρόταση της αρμόδιας Λιμενικής Αρχής, συντάσσει πρωτόκολλο κατεδάφισης, άρσης και απομάκρυνσης των ανωτέρω έργων και κατασκευών. 9. Για έργα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 14 και έχουν γίνει πριν από την ισχύ του παρόντος νόμου στον αιγιαλό, την παραλία ή τη θάλασσα, χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής, είναι δυνατόν μετά από αιτιολογημένη κρίση της Διοίκησης, να εκδοθεί γι’ αυτά η σχετική άδεια κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του παρόντος νόμου εφόσον δεν παραβιάζονται οι ισχύουσες σχετικές διατάξεις, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης της άδειας αυτής και υποβληθεί προς τούτο αίτηση στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριών (3) μηνών από την ισχύ του παρόντος νόμου . Εξάλλου, στο άρθρο 12 του ίδιου ως άνω νόμου προβλέπεται ότι : «1. Αν η Επιτροπή του άρθρου 3 διαπιστώσει ότι η ακτή διαβρώνεται από τη θάλασσα, επιτρέπεται η κατασκευή, κατά τις διατάξεις περί δημοσίων έργων, των αναγκαίων τεχνικών έργων στον αιγιαλό, την παραλία ή στη θάλασσα για την αποτροπή της διάβρωσης. 2. Αν από τη διάβρωση απειλείται ιδιωτικό κτήμα, μπορεί να επιτραπεί στον κύριό του να κατασκευάσει με δαπάνη του προ της ιδιοκτησίας του, και με την επίβλεψη μηχανικού, που έχει από το νόμο σχετικό δικαίωμα, τα ανωτέρω προστατευτικά έργα βάσει μελέτης που έχει εγκριθεί από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, που θα έχει και τον έλεγχο του έργου. 3. Τα έργα των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου ανήκουν στο Δημόσιο. Τα έργα αυτά εκτελούνται κατόπιν αδείας του Υπουργού Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν., του Υ.Ε.Ν. και του Υπουργείου Πολιτισμού και απλή γνώμη της αρμόδιας Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε.) ύστερα από εμπεριστατωμένη ακτομηχανική μελέτη θεωρημένη από τη Διεύθυνση Λιμενικών Έργων τη Γ.Γ.Δ.Ε. του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, καθώς και ύστερα από την προβλεπόμενη από το Ν.1650/1986 (ΦΕΚ 160 Α΄) μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων, ενώ στο άρθρο 14 ορίζεται ότι : «1. Η παραχώρηση του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου, ή του πυθμένα, για την εκτέλεση έργων που εξυπηρετούν εμπορικούς, βιομηχανικούς, συγκοινωνιακούς, λιμενικούς ή άλλου είδους σκοπούς, που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις, γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και τη διαδικασία που προβλέπει η επόμενη παράγραφος. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι αυθαίρετα κτίσματα, ανεγειρόμενα εν μέρει ή εν όλω εντός του αιγιαλού ή της παραλίας ή εντός της θαλάσσης, κατεδαφίζονται υποχρεωτικώς. Οι διατάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων κατασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και του θαλασσίου χώρου και επιβάλλουν την αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει αλλοιωθεί με την χωρίς άδεια ανέγερση πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος. Η εκτέλεση, εξ άλλου, τεχνικών έργων επί του αιγιαλού ή της παραλίας επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 12 ή του άρθρου 14 του Ν. 2971/2001, αναλόγως της φύσεως του έργου, και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι όροι προστασίας της ακτής, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος. Εάν η διαδικασία αυτή δεν τηρηθεί, τα επί του αιγιαλού ή εντός της θαλάσσης ανεγερθέντα κτίσματα είναι αυθαίρετα και κατεδαφιστέα. Η χορήγηση δε αδείας εκτελέσεως τεχνικού έργου απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ακόμη και όταν πρόκειται για έργα διαμορφώσεως της ακτής προς αποφυγή προκλήσεως κινδύνου ή ατυχήματος. Επομένως, και τα έργα αυτά, εάν κατασκευασθούν χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας αρχής, είναι κατεδαφιστέα (ΣτΕ 3587/2007, 4591/2005, πρβλ. ΣτΕ 3421/04).
5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα εταιρεία με την από 13.2.2002 αίτησή της ζήτησε τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών εντός του αιγιαλού και της παραλίας, μπροστά στο παραλιακό κέντρο «Το Καράβι», οι οποίες απεικονίζονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ...του Μαρτίου 2001. Η αίτηση αυτή, κατόπιν του 44/22.11.2002 πρακτικού της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών, απορρίφθηκε με την 566/9.2.2004 πράξη του Διευθυντή της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά. Ακολούθως, με το 1511/26.4.2004 έγγραφο του Διευθυντή της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, το οποίο επιδόθηκε στις 3.5.2004, κλήθηκε η αιτούσα να προσέλθει στις 10.5.2004 για να εκθέσει τις απόψεις της για τις κατασκευές (ξύλινα δάπεδα κ.λ.π.), που βρίσκονται εντός της ζώνης αιγιαλού και παραλίας μπροστά στο ως άνω κέντρο. Όπως προκύπτει από χειρόγραφη σημείωση επί του ως άνω εγγράφου του δικηγόρου της αιτούσης ..., αυτός παρέστη σε προφορική ακρόαση στις 17.5.2004 και υπέβαλε υπόμνημα, εν όψει επικείμενης έκδοσης «πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και αποζημίωσης». Στο υπόμνημα αυτό η αιτούσα εξέθεσε τις απόψεις της για τις αυθαίρετες κατασκευές ισχυριζόμενη ότι δεν προέβη σε στεγαστικά έργα, αλλά μόνο σε επεμβάσεις εξωραϊσμού με την τοποθέτηση παρτεριών με λουλούδια, φοινικόδενδρα και τη δημιουργία συντριβανιού, πριν δε από τις επεμβάσεις της τα εδαφικά τμήματα ήταν κατεστραμμένα και εμπόδιζαν την είσοδο των πελατών της στο κατάστημά της. Ακολούθως, ύστερα από αυτοψία που διενεργήθηκε στις 28.5.2004 από τη ..., Πολ. Μηχανικό της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, με το προσβαλλόμενο 19/28.5.2004 πρωτόκολλο κατεδάφισης αυθαιρέτων κτισμάτων του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά κλήθηκε η αιτούσα να προέλθει, εντός 30 ημερών από την κοινοποίηση του πρωτοκόλλου, στην κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων και άρση των πάσης φύσεως κατασκευασμάτων από το χώρο του αιγιαλού και της παραλίας στην πιο πάνω θέση. Από την προσβαλλόμενη πράξη, την έκθεση ελέγχου και το από 12.1.2004 τοπογραφικό διάγραμμα του ..., Πολ/κού Μηχανικού της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, στο οποίο παραπέμπουν η πράξη αυτή και η έκθεση ελέγχου, προσδιορίζεται η ακριβής θέση των κατεδαφιστέων κατασκευών, οι οποίες περιγράφονται και κατονομάζονται ειδικά η καθεμία, κατ’ είδος και έκταση και προκύπτει ότι αυτές βρίσκονται στον κοινόχρηστο χώρο του αιγιαλού και της παραλίας, τα όρια των οποίων καθορίστηκαν με την 716262/12.5.1988 απόφαση του Νομάρχη Πειραιά (Δ΄ 477/6.7.1988). Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αιτιολογία του πρωτοκόλλου είναι αόριστη και γενική και ότι ελλείπει ο σαφής και συγκεκριμένος προσδιορισμός των χαρακτηριζομένων ως αυθαιρέτων κατασκευών, καθώς και ο ειδικότερος ισχυρισμός ότι κατασκευές αυτές βρίσκονται εντός του παλαιού αιγιαλού. Περαιτέρω, είναι αλυσιτελής ο ισχυρισμός ότι οι επίμαχες κατασκευές διευκολύνουν την ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των πολιτών στον αιγιαλό, διότι, όπως προεκτέθηκε, πάσης φύσεως τεχνικό έργο εκτελούμενο στον αιγιαλό, την παραλία ή μέσα στη θάλασσα χωρίς την κατά νόμον απαιτούμενη άδεια είναι αυθαίρετο και κατεδαφιστέο, ανεξαρτήτως του σκοπού του, αφού, όπως βεβαιώνεται στο προσβαλλόμενο πρωτόκολλο και δεν αμφισβητείται από την αιτούσα, οι επίδικες κατασκευές έχουν κατασκευασθεί χωρίς την άδεια αρμόδιας αρχής.
6. Επειδή, οι ισχυρισμοί της αιτούσας ότι οι φερόμενες ως αυθαίρετες κατασκευές είχαν κατασκευασθεί από το 1990 με τη σύμφωνη γνώμη του τότε εκμισθωτή Δήμου Γλυφάδας, ότι το Δημόσιο γνώριζε την ύπαρξή τους από το χρόνο κατασκευής τους, ότι τα ξύλινα δάπεδα είναι κινητές κατασκευές και ότι με σωρεία αιτήσεων είχε ζητήσει την εκμίσθωση των εδαφικών τμημάτων επί των οποίων έχουν αυτές ανεγερθεί, προβάλλονται επίσης αλυσιτελώς, εφόσον ούτε ο χρόνος κατασκευής, ούτε ο μόνιμος ή μη χαρακτήρας των κατασκευών ούτε η υπαιτιότητα του κατασκευαστή δύνανται να επηρεάσουν τη νομιμότητα του προσβαλλόμενου πρωτόκολλου. Η σύμφωνη δε γνώμη του Δήμου Γλυφάδας δεν υποκαθιστά την άδεια της αρμόδιας αρχής, αφού πάντως δεν είχε προηγουμένως ληφθεί η προβλεπόμενη στο νόμο ειδική άδεια βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 12 και 14 του ν. 2971/2001, ενώ, και αν ακόμη η αιτούσα είχε επιτύχει την μίσθωση των εκτάσεων δεν θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε κατασκευή χωρίς προηγούμενη άδεια. Περαιτέρω, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι έπρεπε, πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου πρωτοκόλλου, να εξετασθεί η δυνατότητα νομιμοποίησης των κατασκευών, κατ’ εφαρμογήν της παραγράφου 9 του άρθρου 27 του ν. 2971/1001, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε, το σχετικό αίτημα της αιτούσας εξετάσθηκε και απορρίφθηκε με την 566/9.2.2004 πράξη του Διευθυντή της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά.
7. Επειδή, είναι, επίσης, αβάσιμος και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας δεν κλήθηκαν, προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης πράξεως, σε ακρόαση οι νόμιμοι εκπρόσωποι της αιτούσης, διότι, ναι μεν η πράξη αυτή είναι δυσμενής για τα συμφέροντα της αιτούσης, αλλά στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα (παρανομία κτισμάτων εντός αιγιαλού), τα οποία επέβαλαν την έκδοσή της, και δη κατά δέσμια αρμοδιότητα, και όχι στην υποκειμενική συμπεριφορά της (ΣτΕ 4591/2005, 833/02 κ.ά), το άρθρο δε 20 παρ. 2 του Συντάγματος δεν έχει εφαρμογή όταν πρόκειται να ληφθεί μέτρο βάσει αντικειμενικών κριτηρίων που δεν συνδέονται με υποκειμενική συμπεριφορά ή υπαιτιότητα ορισμένου προσώπου και του οποίου η προηγούμενη ακρόαση θα μπορούσε να ασκήσει επίδραση στη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως της Διοίκησης, όπως στην προκείμενη περίπτωση (βλ. Σ.τ.Ε. 156/1984). Εν πάση δε περιπτώσει, όπως ήδη εκτέθηκε, η αιτούσα κλήθηκε σε ακρόαση και εξέθεσε τις απόψεις της με το από 17.5.2004 υπόμνημά της. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται καταχρηστική άσκηση, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί στην κατεδάφιση των επίδικων κατασκευών, διότι η κατάχρηση δικαιώματος, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο του Αστικού Κώδικα, αφορά την άσκηση ιδιωτικών δικαιωμάτων και δεν γίνεται δεκτή στο δημόσιο δίκαιο (Σ.τ.Ε. 126/2005).
8. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 
 


 

                                                                                                           ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ – ΕΘΝΙΚΟ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό, που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής. βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. – Άρειος Πάγος 863/2011 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)


Πρόεδρος: Ελισάβετ Μουνάκου - Μπρίλλη
Εισηγητής: Δημήτριος Μαζαράκης
Δικηγόροι: Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου

(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για το παραδεκτό της από 20-2-2009 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 266/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 790/5-5-2009 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999, που καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, έχει όμως εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου άσκησης της αίτησης αναίρεσης). Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 - που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο - ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό, που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής. βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή. Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει, ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα. Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 7-6-2005 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα μικρό οικόπεδο, εμβαδού 67,50 τ.μ. που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ... και ..., στη συνοικία ... (κοντά στο παλιό Ορφανοτροφείο Αρρένων) του Δήμου ... και εντός σχεδίου πόλεως. Επί του οικοπέδου είναι κτισμένη, από το έτος 1973, διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 45 τ.μ. με υδατοδεξαμενή εμβαδού 14,50 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 59,50 τ.μ. Το όλο ακίνητο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από μηνός Μαΐου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ. Β.. Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν οικόπεδο εγκαταλελειμμένο από τους ιδιοκτήτες του, ότι το κατέλαβε το έτος 1961 ως αδέσποτο και το κατέγραψε στο Βιβλίο δημοσίων κτημάτων και ότι μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη απέκτησε το ίδιο την κυριότητά του, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938. Ωστόσο, το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο με την επ' αυτού οικοδομή περιήλθε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με νόμιμη κληρονομική διαδοχή, και συγκεκριμένα: Από κληρονομιά του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη στις 3-1-2000 Γ. Β. του Σ. και Α. περιήλθε στους πέντε αναιρεσίβλητους αδελφούς του και στη μητέρα τους Α. χήρα Σ. Β., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το επίδικο ακίνητο που ανήκε στην κληρονομιά του αποβιώσαντος. Οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με την .../2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σύρου Ελένης Ασμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της μητέρας τους, η οποία απεβίωσε, επίσης χωρίς διαθήκη στις 6-2-2004, το ιδανικό μερίδιο της τελευταίας στο επίδικο (1/6) περιήλθε κατ' ισομοιρίαν στους αναιρεσίβλητους, που κατέστησαν έτσι συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αφού αποδέχθηκαν και την κληρονομιά της μητέρας τους με την .../2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου. που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. Β. το επίδικο είχε περιέλθει δυνάμει του .../1973 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Νικολ. Σταυρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον πατέρα του Σ. Β., ο οποίος, αρκετά χρόνια πριν είχε καταλάβει το επίδικο και το χρησιμοποιούσε ως χώρο εναπόθεσης των εργαλείων του. Ευθύς μετά την παραπάνω συμβολαιογραφική μεταβίβαση του επιδίκου προς αυτόν, ο Γ. Β. υπέβαλε αρμοδίως αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας και εκδόθηκε πράγματι επ' ονόματί του η .../11330/5-11-1973 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Σύρου, δυνάμει της οποίας ανήγειρε στο επίδικο την υπάρχουσα μέχρι σήμερα διώροφη οικία, στην οποία και διέμενε μέχρι το χρόνο του θανάτου του. Το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή ο Γ. Β., μόλις του μεταβιβάστηκε νομότυπα το ακίνητο έσπευσε να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανοικοδόμησή του, καταδεικνύει την καλή του πίστη, ότι έγινε πράγματι κύριος του επιδίκου, διότι, αν γνώριζε ότι αξιώνει σ' αυτό δικαιώματα του Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευε, απευθυνόμενος σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου να του χορηγηθεί οικοδομική άδεια, ώστε να προβεί στην άμεση ανοικοδόμησή του. Έτσι, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο δικαιοπάροχος του Γ. Β., Σ. Β., δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, όταν εκείνος απέκτησε το επίδικο, ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Β. έγινε κύριος του επιδίκου με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 με χρησικτησία εις βάρος του Δημοσίου, αφού, έχοντας αποκτήσει το επίδικο (που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το κατείχε και το νεμόταν καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1973, μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 2000, για διάστημα δηλαδή 27 ετών, ενώ μετά το θάνατό του συνέχισαν να το νέμονται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, καθώς αποδείχθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε το Γ. Β. στην άσκηση της νομής του στο επίδικο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Ειδικότερα, αφότου συνετάγη το πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου και καταγράφηκε αυτό στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής της Οικονομικής Εφορίας Σύρου στις 17-5-1961 και αφότου στις 26-11-1961 διενεργήθηκε δημοπρασία για την εκμίσθωσή του, που απέβη άκαρπη, λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών, έκτοτε ουδεμία άλλη δημοπρασία διενεργήθηκε και το αναιρεσίβλητο δεν επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τόσο παραγώγως, με τη σύνταξη και μεταγραφή των αναφερόμενων πράξεων αποδοχής κληρονομίας, όσο και πρωτοτύπως, με χρησικτησία και, κατόπιν τούτου, δέχτηκε την αγωγή και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 4 ν. 3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Β. έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι, αφού είχε αποκτήσει το επίδικο (που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το κατείχε και το νεμόταν καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1973 μέχρι το θάνατό του το έτος 2000, ενώ μετά το θάνατό του συνέχισαν να το νέμονται οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, και ότι το αναιρεσείον ουδέποτε όχλησε τον Γ. Β. στην άσκηση της νομής του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, καθώς και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων "νεμόμενοι το επίδικο δεν τελούσαν σε καλή πίστη, εφόσον έκαστος γνώριζε, ότι δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ή είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε το δικαίωμα αυτό από βαριά αμέλεια, διότι γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε, ότι ο εκάστοτε φερόμενος δικαιοπάροχος δεν έχει δικαίωμα επ' αυτού, ότι δεν νεμήθηκαν το επίδικο αδιαταράκτως επί δέκα έτη έκαστος με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία και ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1973 είναι εικονικό και δεν συνετάγη με επαχθή αιτία". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος πιο πάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 266/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


   
    
      ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΚΤΙΣΜΑΤΑ (ΔΕΝΔΡΑ,ΦΥΤΕΙΕΣ,ΜΟΝΙΜΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ) – ΑΜΟΙΒΗ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 7, 16 παρ. 1, 2, 7 του ΚΑΑΑ, στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, στο οποίο υπάρχουν κτίσματα, μόνιμες κατασκευές, δένδρα, φυτείες και εν γένει συστατικά κατά την έννοια των άρθρων 953 επ ΑΚ, τα πράγματα αυτά απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως μαζί με την εδαφική έκταση, έστω και αν δεν αναφέρονται στην πράξη της απαλλοτριώσεως, οπότε παραδεκτώς ζητείται να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως αυτών, έστω και αν στον κτηματολογικό πίνακα δεν σημειώνονται ότι υπάρχουν στο απαλλοτριούμενο τμήμα. Επομένως, αν προσκομίσθηκε κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ. χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των ύστερων προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα αποζημίωση. Διάφορο είναι το μη ένδικο ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημιώσεως για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500,000 δραχμές". Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 2), αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων (άρθ. 100 επ.) και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου το Εφετείο καταδίκασε το υπόχρεο σε αποζημίωση αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου και δη στην αμοιβή (δις) του πληρεξουσίου της δικηγόρου για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων εκ ποσοστού 4% επί της αποζημιώσεως και χωρίς να θέσει ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου 2.500.000 δραχμές. – Άρειος Πάγος 23/2010 (Τμήμα Δ’ Πολιτικό)


(...)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις το άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος πέμπτος, έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής συνεδρίαση κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου. Από τις 11419/17-2-2009, 11422/17-2-2009, 11436/18-2-2009, 11428/17-2-2009, 11426/17-2-2009 και 11424/17-2-2009 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Σ. και από τη δημοσίευση περίληψης στις 19-2-2009 στις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών "Αυγή" και "Ελεύθερη Ωρα" για την αγνώστου διαμονής τέταρτο των αναιρεσιβλήτων Κ. Δ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η πρώτη αναιρεσίβλητη κουτιοποιϊα ? ΑΒΕΕ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της αίτησης αυτής επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους απολειπομένους ως άνω αναιρεσιβλήτους. Επομένως παρά την απουσία τους η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει. Επειδή για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης υφίσταται θετική γνωμοδότηση του ΝΣΚ κατ' άρθρα 12 παρ. 2 ν. 2298/95 και 42 ν. 2721/1999.
Ι. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1, 4, 7, 16 παρ. 1, 2, 7 του ΚΑΑΑ, στην περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, στο οποίο υπάρχουν κτίσματα, μόνιμες κατασκευές, δένδρα, φυτείες και εν γένει συστατικά κατά την έννοια των άρθρων 953 επ ΑΚ, τα πράγματα αυτά απαλλοτριώνονται αυτοδικαίως μαζί με την εδαφική έκταση, έστω και αν δεν αναφέρονται στην πράξη της απαλλοτριώσεως, οπότε παραδεκτώς ζητείται να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως αυτών, έστω και αν στον κτηματολογικό πίνακα δεν σημειώνονται ότι υπάρχουν στο απαλλοτριούμενο τμήμα. Η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ΚΑΑΑ, σύμφωνα με την οποία η συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη αν δεν προσαχθούν τα κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου πιστοποιητικά, αναφέρεται στην καθολοκληρίαν παράλειψη προσαγωγής κτηματολογικού πίνακα. Επομένως, αν προσκομίσθηκε κτηματολογικός πίνακας για το ακίνητο, υπάρχει η αναγκαία προδικασία έστω και αν στον πίνακα αυτόν δεν περιέχονται συστατικά του απαλλοτριωθέντος ακινήτου. Ως προς τα συστατικά που δεν περιλαμβάνονται στον κτηματολογικό πίνακα το δικαστήριο έχει εξουσία να προσδιορίζει τιμή μονάδας αποζημίωσης εφόσον υποβληθεί σχετικό αίτημα. Έχει δε το δικαστήριο την ευχέρεια, είτε να διατάξει τη συμπλήρωση του πίνακα είτε να προχωρήσει στον καθορισμό τιμής και για τα παραλειφθέντα συστατικά, βάσει των προσκομιζομένων ή τασσομένων και διεξαγόμενων αποδείξεων (λ. χ. πραγματογνωμοσύνης). Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο πίνακας θα συμπληρωθεί, αν υπάρχει ανάγκη, εκ των ύστερων προκειμένου να υπολογισθεί η συνολικώς καταβλητέα αποζημίωση. Διάφορο είναι το μη ένδικο ζήτημα αν, σε περίπτωση που δεν κατέστη δυνατός ο καθορισμός αποζημιώσεως για τα συστατικά, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα, μπορεί ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου να ζητήσει αποζημίωση βάσει του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 5/2002). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την συμπροσβαλλόμενη 1023/2003 μη οριστική του απόφαση, το Εφετείο έκρινε παραδεκτή την ανταίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε την καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης για την αντικατάσταση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και τις δαπάνες αποσυναρμολόγησης, μεταφοράς σε άλλο χώρο και επανασυναρμολόγησης των μηχανημάτων της επιχείρησής της και ακολούθως με την προσβαλλόμενη απόφαση καθόρισε την αποζημίωση αυτή, που απαλλοτριώθηκε, μολονότι οι εγκαταστάσεις αυτές δεν περιλαμβάνονταν στον κτηματολογικό πίνακα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την κατά τα ανωτέρω ανταίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης που άσκησε με τις προτάσεις της με την οποία ζητούσε αποζημίωση για τις δαπάνες αποσυναρμολόγησης των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, αφού η ανταίτηση αυτή δεν αφορούσε το αυτό κεφάλαιο της αίτησης. Όμως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού δεν ιστορείται στο αναιρετήριο ότι το ως άνω απαράδεκτο προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.
ΙΙΙ. Ο από το αριθμό 17 άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις έτσι ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμφανίζεται αβεβαιότητα ως προς τη διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα. Αντίθετα δεν ιδρύεται ο λόγος όταν η αντίφαση βρίσκεται στις αιτιολογίες εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού (Ολ ΑΠ 13/1995). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ως προς την αποζημίωση για τα εναπομείναντα κτίσματα τα εξής: τα εναπομείναντα κτίρια δεν είναι κατεδαφιστέα, αλλά χρήσιμα για τη στέγαση κάποιας (μικρότερης) βιομηχανικής ή βιοτεχνικής επιχείρησης. Όμως ο περιορισμός αυτός της δυνατότητας χρήσης λόγω της απότμησης των απαλλοτριωθέντων και μόνον αυτής συνιστά οπωσδήποτε μείωση της αξίας των κτισμάτων σε ποσοστό 40%. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα κτίρια σε ποσοστό 40% επί της πραγματικής τους αξίας. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση αφού για το ουσιώδες ζήτημα της ιδιαίτερης αποζημίωσης τα εναπομείναντα κτίρια διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ. Επομένως ο τέταρτος λόγος της κρινομένης αίτησης αναίρεση κατά το σκέλος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 17 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, ενώ κατά το σκέλος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559. αρ. 19 ΚΠολΔ με τον οποίο ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση περιλαμβάνονται σ' αυτήν αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες είναι αβάσιμος.
ΙV. Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ΚΑΑΑ α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση με την οποία καθορίζεται το ύψος της καταβλητέας αποζημιώσεως, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν.3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποίαν καθορίζεται η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως αποτελεί ως προς τη δικαστική δαπάνη εκτελεστό τίτλο εις βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση, εάν και οι δύο διάδικοι αποδέχθηκαν την απόφαση αυτή ή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία ασκήσεως αιτήσεως οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, ε) σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο γιο τη δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για τη δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, στ) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως του απαλλοτριουμένου σύμφωνα με το άρθρα 18, 19 και 20 του ΚΑΑΑ ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημιώσεως (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων). Κατ' ακολουθίαν τούτων σε περίπτωση εμπρόθεσμης αιτήσεως για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως στο Εφετείο, μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για τη διεξαγωγή και υπεράσπισης της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρο 189 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου γιο την παράσταση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, καθώς και γιο την παράσταση του ενώπιον του Εφετείου (άρθρα 109 και 111 Κώδικα περί Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου σε ποσοστά επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημιώσεως και δη 2% για τη σύνταξη αιτήσεως ή ανταιτήσεως και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αιτήσεως ή ανταιτήσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ν. 2730/1999 "στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων του άρθρου 2 § 16 του ν. 2598/1998, η επιδικαζομένη από το δικαστήριο δικαστική δαπάνη συμπεριλαμβανομένης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης. Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό 1/3 των ελαχίστων ορίων των αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο 2.500,000 δραχμές". Η παραπάνω διάταξη, που θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισμό της δαπάνης εκτελέσεως των Ολυμπιακών έργων, δεν εισάγει διάκριση αντίθετη προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 §§ 1 και 2), αφού κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο περιορίστηκε για όλους τους δικαιούχους αποζημιώσεων από αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για εκτέλεση Ολυμπιακών έργων η προκύπτουσα από τις διατάξεις του Κώδικα των δικηγόρων (άρθ. 100 επ.) και οφειλόμενη από τους δικαιούχους των αποζημιώσεων νόμιμη αμοιβή των δικηγόρων τους. (Ολ ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση μετά τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος ακινήτου το Εφετείο καταδίκασε το υπόχρεο σε αποζημίωση αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσιβλήτου και δη στην αμοιβή (δις) του πληρεξουσίου της δικηγόρου για τη σύνταξη αιτήσεως και προτάσεων εκ ποσοστού 4% επί της αποζημιώσεως και χωρίς να θέσει ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου 2.500.000 δραχμές. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Επομένως ο έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής της δικαστικής δαπάνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά ένα μέρος την 820/2004 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά τη δικαστική δαπάνη.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ





 

                                                  ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ ΣΤΟΕΣ-ΕΝΑΕΡΙΕΣ ΓΕΦΥΡΕΣ

Οι αποφάσεις με τις οποίες ορισμένο αυθαίρετο κτίσμα ή κατασκευή κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να αιτιολογούνται ειδικά. Η διάταξη του ισχύοντος Γ.Ο.Κ. του 1985, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε προσθήκη είτε καθ’ ύψος είτε κατ’ επέκταση σε κτίρια στα οποία δεν έχει διανοιγεί προβλεπόμενη από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στοά, καταλαμβάνει όλα τα κτίρια, εκτός από τις προβλεπόμενες περιπτώσεις κτιρίων (χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, έργων τέχνης ή ιστορικών μνημείων, κτιρίων που χρειάζονται επισκευές λόγω σεισμών ή για λόγους υγιεινής και χρήσης αυτών), ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους, τα οποία έχουν πρόσωπο σε οδό ή πλατεία, όπου προβλέπεται παρόδια στοά, της οποίας δεν έχει πραγματοποιηθεί η διάνοιξη. Δεν επιβάλλεται η κατεδάφιση των νομίμως υφισταμένων κτιρίων, αλλά εμποδίζεται στα κτίρια αυτά η προσθήκη καθ’ ύψος ή κατ’ επέκταση ή οποιαδήποτε επισκευή η διαρρύθμιση στον όροφο που προβλέπεται η στοά, ώστε να καταστεί δυνατή, υπό την πίεση της ανάγκης για προσθήκη, επέκταση ή επισκευή στο υφιστάμενο κτίριο, η διάνοιξη της στοάς. – ΣτΕ 827/2009* (Τμήμα Ε’)

Πρόεδρος: Π. Πικραμένος
Εισηγητής: Α. Θεοφιλοπούλου
Δικηγόροι: Χ. Τζαναβάρης, Ε. Κιουσοπούλου

(…)
2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται εμπροθέσμως η εξαφάνιση της 1388/2003 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, με την οποία, κατ’ αποδοχήν της από 9.11.1999 αίτησης ακυρώσεως του εφεσιβλήτου ..., ακυρώθηκαν : α) η 3962/13.8.1999 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, με την οποία έγινε δεκτό αίτημα της εκκαλούσας για εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος ισογείου, εμβαδού 28,75 τ.μ., οικοδομής, που βρίσκεται στην οδό ... στη Λαμία και β) η 5100/13.9.1999 πράξη της Διευθύντριας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας (Τμήμα Εκδοσης Οικοδομικών Αδειών), με την οποία επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στον τρίτο όροφο της ως άνω οικοδομής.
3. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 31 παρ. 3 σε συνδυασμό με το άρθρο 66 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), παραδεκτώς παρίστανται και συνεχίζουν τη δίκη με την από 23.11.2006 δήλωσή τους, οι ...., ως πλησιέστεροι, κατά το 7433/20.2.2004 πιστοποιητικό της Προϊσταμένης του Τμήματος Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου Λαμιέων, συγγενείς (σύζυγος και τέκνα) του αποβιώσαντος την 13.2.2004 εφεσιβλήτου ....(Ληξιαρχική πράξη θανάτου 60 του Ληξιαρχείου Λαμίας, τόμος Α, έτος 2004).
4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 436/1964 οικοδομική άδεια το Πολεοδομικό Γραφείο Φθιώτιδας επέτρεψε στην εκκαλούσα να ανεγείρει ισόγειο κατάστημα και πρώτο όροφο (κατοικία) επί της οδού ..., στη συνοικία Πηγαδούλια της Λαμίας. Με την 264/1983 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχίας Φθιώτιδας επετράπη προσθήκη στο δυτικό τμήμα της υπάρχουσας οικοδομής που κατασκευάσθηκε βάσει της ως άνω 436/1964 οικοδομικής άδειας. Ακολούθως, με την 568/8.8.1996 οικοδομική άδεια του Τμήματος Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών της Διεύθυνσης Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας, επετράπη η προσθήκη τρίτου ορόφου στην ως άνω οικοδομή. Κατόπιν καταγγελίας του Θεοδώρου Πατσινακίδη, κατοίκου Λαμίας επί της οδού ..., με το 8020/10.11.1996 σήμα του ως άνω Τμήματος Έκδοσης Οικοδομικών Αδειών προς το Αστυνομικό Τμήμα Λαμίας, δόθηκε η διαταγή διακοπής των οικοδομικών εργασιών που εκτελούσε η εκκαλούσα βάσει της 568/1996 οικοδομικής άδειας, διότι «μετά από αυτοψία, διαπιστώθηκε ότι δεν έχει προβεί στην διάνοιξη στοάς όπως προβλέπεται από τον Γ.Ο.Κ. 1577/85 και την εγκεκριμένη μελέτη». Με την από 30.6. 1999 αίτησή της (αριθ. πρωτ. 3962/30.6.1999) η εκκαλούσα ζήτησε την εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος του ισογείου καταστήματος της ως άνω οικοδομής, η κατεδάφιση του οποίου θα επέτρεπε τη διάνοιξη της παρόδιας στοάς. Με την 3962/13.8.1999 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας έγινε δεκτό αίτημα της εκκαλούσας για εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος ισογείου, εμβαδού 28,75 τ.μ. και ύψους 3,95 μέτρων, της οικοδομής. Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Φθιώτιδας, με την 5100/13.9.1999 πράξη της Διευθύντριας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας (Τμήμα Εκδοσης Οικοδομικών Αδειών) επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών από την εκκαλούσα βάσει της 568/1996 οικοδομικής άδειας. Με την από 9.11.2009 αίτηση ακυρώσεως ο ..., ζήτησε την ακύρωση της ως άνω αποφάσεως του Νομάρχη Φθιώτιδας για εξαίρεση από την κατεδάφιση του τμήματος του ισογείου της οικοδομής της εκκαλούσας και του σήματος, που κατόπιν της εξαιρέσεως αυτής, επέτρεψε τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στον τρίτο όροφο της οικοδομής, οι οποίες, όπως αναφέρει στην αίτησή του, είχαν διακοπεί κατόπιν επανειλημμένων καταγγελιών του. Για να θεμελιώσει το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της αιτήσεως κυρώσεως, ο αιτών είχε ισχυρισθεί ότι, ως όμορος ιδιοκτήτης, θίγεται από την προσθήκη του τρίτου ορόφου, την οποία επιτρέπουν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Δεδομένου ότι, η μη διάνοιξη της παρόδιας στοάς, που επιβάλλεται από το ρυμοτομικό σχέδιο της Λαμίας (β.δ. από 16.7.1970 - Δ΄ 165) πριν από κάθε προσθήκη ή επισκευή σε κτίριο της περιοχής, λόγω της εξαίρεσης από την κατεδάφιση του τμήματος του ισογείου καταστήματος της επίδικης οικοδομής, η κατεδάφιση του οποίου θα επέτρεπε τη διάνοιξη της στοάς αυτής, και η άδεια για συνέχιση των οικοδομικών εργασιών προσθήκης τρίτου ορόφου βάσει της 568/1996 οικοδομικής άδειας, επιφέρουν επιδείνωση των ευρύτερων όρων διαβίωσης της περιοχής, ο ..., ως κάτοικος Λαμίας, διαμένων στην όμορη οικοδομή επί της οδού ..., που φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς της εκκαλούσας, ως ανήκουσα στη σύζυγό του ..., με έννομο συμφέρον άσκησε την κριθείσα με την εκκαλουμένη απόφαση αίτηση ακυρώσεως, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη ειδικότερης βλάβης της ιδιοκτησίας του από την κατασκευή ή την ύπαρξη του τρίτου ορόφου της οικοδομής της εκκαλούσας, όπως αβασίμως υποστηρίζεται με την κρινόμενη έφεση. Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι με έννομο συμφέρον ασκήθηκε η αίτηση ακυρώσεως, και μάλιστα ανεξαρτήτως του ζητήματος, εάν πράγματι, δυνάμει της 211/ 1985 οικοδομικής άδειας, είχε ανεγερθεί τρίτος όροφος στην οικοδομή της οδού ... χωρίς τη διάνοιξη της προβλεπόμενης στοάς, εφόσον, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη 1388/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του π.δ/τος 18/1989, αρκεί η ύπαρξη δεσμού που επιτρέπει στον αιτούντα να αμφισβητήσει την αντικειμενική νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, προκειμένου να επιτύχει αποτέλεσμα που καθ’ εαυτό δεν αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη, και ότι το συμφέρον προς άσκηση αιτήσεως ακυρώσεως δεν παύει να είναι έννομο από μόνο το γεγονός ότι ο αιτών φέρεται να έχει παραβιάσει διάταξη της κείμενης νομοθεσίας (Σ.τ.Ε. Ολ. 3095/2001, 173/1998).
5. Επειδή, με το άρθρο 15 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), όπως αντικαταστάθηκε με τις παραγράφους 5 και 7 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4) και ακολούθως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 2 του ν. 1772/1988 (Α΄ 91), ορίζεται ότι : «1. Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31.1.1983 και που βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου αυτού. Η αναστολή ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή μη κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου. Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που ανεγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις ότου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του νομάρχη, με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού, το οποίο λαμβάνει υπόψη του και τις περιπτώσεις α, β και γ της παρ. 1 του άρθρου 6 του νόμου αυτού. Για τα αυθαίρετα αυτά έχουν εφαρμογή μόνο οι παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου 15. 2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται κατά τις ισχύουσες διατάξεις τα κτίσματα που βρίσκονται : α) σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης (οδούς, πλατείες, κ.λπ.), β) μέσα στη ζώνη ασφαλείας των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών και δημοτικών ή κοινοτικών οδών κατά το από 23.10.1959 Διάταγμα μέσα στον αιγιαλό και τη Ζώνη Παραλίας δ) σε δημόσια κτήματα, ε) σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, στ) σε αρχαιολογικούς χώρους και ζ) σε ρέματα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, είναι δυνατόν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου αυτού περιοχές ή κτίσματα για λόγους ασφαλείας ή που αποβαίνουν σε βάρος του πολιτιστικού ή φυσικού περιβάλλοντος ή, προκειμένου περί περιοχών σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του έτους 1923, που αποβαίνουν υπέρμετρα σε βάρος της πόλης ή του οικισμού, ή στοιχείου της πόλης ή του οικισμού που έχει ιδιάζουσα σημασία . Περαιτέρω, στο άρθρο 16 του ν. 1337/1983, όπως οι παράγραφοι 3 και 5 αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 1512/1985 (Α΄ 4), συμπληρώθηκε η παράγραφος 3 με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 1772/1988 και ακολούθως τροποποιήθηκαν αμφότερες με την παρ. 6, εδάφια α΄ και β΄, του άρθρου 5 του ν. 2052/1992 (Α΄ 94), ορίζεται ότι : «1. Τα εκτός σχεδίου πόλεων ή οικισμών προ του 1923 αυθαίρετα κτίσματα της παρ. 1 του άρθρου 15 που εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο και βρίσκονται σε δομήσιμους χώρους μπορεί να εξαιρούνται οριστικά της κατεδάφισης έστω και αν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής εφόσον ταυτόχρονα : α) δεν παραβλάπτουν υπέρμετρα την πόλη ή τον οικισμό ή στοιχείο αυτών που έχει ιδιάζουσα σημασία, με σημαντική υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και των ακάλυπτων χώρων ή με αύξηση του ύψους, β) δεν παραβλάπτουν το άμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον γενικά ή με την ειδική χρήση που έχουν και γ) δεν είναι επικίνδυνα από στατική άποψη. 2. Δεν περιλαμβάνονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται τα αυθαίρετα κτίσματα που αναγράφονται στην παρ. 2 του άρθρου 15. 3. Η απόφαση για την εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση εκδίδεται από το νομάρχη και με σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Με την παραπάνω απόφαση και με σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας και μόνο για τα κτίρια που εξαιρούνται από την κατεδάφιση, μπορεί να επιτρέπεται η αποπεράτωση του κτίσματος του οποίου έχει περατωθεί ο φέρων οργανισμός, αν συντρέχουν κοινωνικοί λόγοι, και να επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες πρόσθετοι όροι, που αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος, τη στατική επάρκεια του κτίσματος ή και την αποφυγή αρχιτεκτονικής δυσαρμονίας .4 .5. Ειδικά τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές που βρίσκονται εντός εγκεκριμένων σχεδίων ή εντός ορίων οικισμών πριν από το 1923, που έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 31.1.1983 και που δεν έχουν δηλωθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, εάν δεν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής που βρίσκονται, μπορούν να εξαιρούνται από την υποχρεωτική κατεδάφιση, επιφυλασσομένων των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 15. Η εξαίρεση από την κατεδάφιση γίνεται με απόφαση του νομάρχη με τη διαδικασία και μετά από σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. 6
7. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και για τα αυθαίρετα κτίσματα της παραγρ. 1 του άρθρου 15 που βρίσκονται σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων ή μέσα στα όρια οικισμών προ του 1923». 7. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού εφαρμόζονται ανάλογα και για τα αυθαίρετα κτίσματα της παραγρ. 1 του άρθρου 15 που βρίσκονται σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων ή μέσα στα όρια οικισμών προ του 1923». Εξάλλου, ο Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός (Γ.Ο.Κ.) του έτους 1985 (ν. 1577/1985, Α΄ 210), στην παρ. 7 του άρθρου 15, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1772/1988, ορίζει ότι : «Σε κτίρια, στα οποία δεν έχει διανοιγεί στοά προβλεπόμενη από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, απαγορεύεται, πριν πραγματοποιηθεί η διάνοιξή της, η χορήγηση οικοδομικής άδειας για οποιαδήποτε προσθήκη είτε καθ’ ύψος είτε κατ’ επέκταση στο κτίριο και για οποιαδήποτε επισκευή ή διαρρύθμιση στον όροφο, στον οποίο προβλέπεται η στοά. Η παραπάνω απαγόρευση δεν ισχύει για κτίρια που χαρακτηρίζονται διατηρητέα ή έργα τέχνης ή ιστορικά μνημεία ή για κτίρια για τα οποία απαιτούνται επισκευές λόγω σεισμών ή σε περίπτωση επισκευής για λόγους υγιεινής και χρήσης κτιρίων». Τέλος, με το άρθρο 1 του από 16.7.1970 β.δ/τος «Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Λαμίας και επιβολής στοών» (Δ΄ 165/5.8.1970), προβλέπεται η επιβολή στοών καθ’ όλο το ύψος του ισογείου των οικοδομών επί διαφόρων οδών μεταξύ των οποίων και η οδός Υψηλάντου και κατά το μεταξύ των οδών Παλαμά, Ιωαννίνων και Ευαγγελιστρίας τμήμα αυτής, όπου βρίσκεται το ακίνητο της εκκαλούσας.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 15 και 16, καθώς και από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1337/ 1983 που αναφέρονται στο θέμα των αυθαιρέτων κατασκευών, με το νομοθέτημα αυτό δεν καταργείται, αλλά αντιθέτως διατηρείται ο κανόνας της κατεδαφίσεως των αυθαιρέτων, ενώ οι περιπτώσεις εξαιρέσεως από την κατεδάφιση, για την οποία θεσπίζουν ορισμένα κριτήρια οι ανωτέρω διατάξεις, αποτελούν εξαίρεση από το γενικό αυτό κανόνα (ΣτΕ 3632/1992, 1700/1995 κ.ά.). Επομένως, οι αποφάσεις με τις οποίες ορισμένο αυθαίρετο κτίσμα ή κατασκευή κρίνεται ότι πρέπει να εξαιρεθεί από την κατεδάφιση, εγκρίνουν την εφαρμογή εξαιρέσεως από γενικό κανόνα και για το λόγο αυτό πρέπει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να αιτιολογούνται ειδικά, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους η αυθαίρετη κατασκευή ανταποκρίνεται στις πιο πάνω προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για την έγκριση της εξαιρέσεως από την κατεδάφιση (Σ.τ.Ε. 2227/1987). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, δεν επιτρέπεται να εξαιρείται από την κατεδάφιση κατασκευή, η οποία αντιβαίνει στους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν κατά το χρόνο της εξαιρέσεως (Σ.τ.Ε. 4217/1996, βλ. και Σ.τ.Ε. 2608/1990). Εξάλλου, η διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του ισχύοντος Γ.Ο.Κ. του 1985, η οποία απαγορεύει οποιαδήποτε προσθήκη είτε καθ’ ύψος είτε κατ’ επέκταση σε κτίρια στα οποία δεν έχει διανοιγεί προβλεπόμενη από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στοά, καταλαμβάνει όλα τα κτίρια, εκτός από τις προβλεπόμενες στο δεύτερο εδάφιό της περιπτώσεις κτιρίων (χαρακτηρισμένων ως διατηρητέων, έργων τέχνης ή ιστορικών μνημείων, κτιρίων που χρειάζονται επισκευές λόγω σεισμών ή για λόγους υγιεινής και χρήσης αυτών), ανεξάρτητα από το χρόνο ανέγερσής τους, τα οποία έχουν πρόσωπο σε οδό ή πλατεία, όπου προβλέπεται παρόδια στοά, της οποίας δεν έχει πραγματοποιηθεί η διάνοιξη (Σ.τ.Ε. 2516/ 1993). Η διάταξη δε αυτή που προβλέπει τη διάνοιξη της στοάς δεν επιβάλλει και την κατεδάφιση των νομίμως υφισταμένων κτιρίων, αλλά εμποδίζει στα κτίρια αυτά την προσθήκη καθ’ ύψος ή κατ’ επέκταση ή οποιαδήποτε επισκευή η διαρρύθμιση στον όροφο που προβλέπεται η στοά, ώστε να καταστεί δυνατή, υπό την πίεση της ανάγκης για προσθήκη, επέκταση ή επισκευή στο υφιστάμενο κτίριο, η διάνοιξη της στοάς.
7. Επειδή, με την από 30.9.1999 αίτησή της η εκκαλούσα ζήτησε την εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος του ισογείου καταστήματος της επί της οδού ... οικοδομής της «για στατική επάρκεια κτιρίου», το οποίο, κατά τη δήλωση αντοχής αυθαιρέτου του άρθρου 15 παρ. 5 ν. 1337/83 του Μηχανικού ..., η οποία βρίσκεται στο φάκελο, «από την εξέταση των εμφανών στοιχείων του φέροντα οργανισμού της κατασκευής, προκύπτει ότι αυτή όπως βρίσκεται σήμερα δεν είναι επικίνδυνη από στατική άποψη». Το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας εισηγήθηκε την εξαίρεση από την κατεδάφιση τμήματος του καταστήματος - κλιμακοστασίου, επιφανείας 28,75 τ.μ. και ύψους 3,95 μέτρων, της ως άνω οικοδομής, που είχε κατασκευασθεί βάσει της 436/1964 οικοδομικής άδειας γιατί «α) Είναι κτισμένη με νόμιμη οικοδομική άδεια (430/64) και κατά το χρόνο κατασκευής της δεν αντέκειτο στις διατάξεις του Γ.Ο.Κ., β) Πιθανή κατεδάφισή του θα προκαλούσε ανεπανόρθωτες βλάβες στο κτίριο και πιθανή κατάρρευση, γ) Από την διατήρησή της δεν θίγεται το άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής και δεν αποβαίνει σε βάρος της πόλης» (εισήγηση 3962/13.8.1999). Ο Νομάρχης Φθιώτιδας με την 3962/13.8.1999 πράξη του, κατόπιν της ως άνω σύμφωνης γνώμης της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, προβλεπόμενης από το άρθρο 15 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του ν. 1512/ 1985, αποφάσισε την εξαίρεση από την κατεδάφιση του ως άνω τμήματος του ισογείου καταστήματος ιδιοκτησίας της εκκαλούσας «κατασκευασμένου με την υπ’ αριθμ. 430/64 οικοδομική άδεια και σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις (δεν επιβαλλόταν στοά). Από την διατήρησή του δεν θίγεται το άμεσο και ευρύτερο περιβάλλον της περιοχής και δεν αποβαίνει σε βάρος της πόλεως». Το Διοικητικό Εφετείο Πειραιά με την εκκαλουμένη 1388/2003 απόφασή του ακύρωσε την απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας για εξαίρεση από την κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου ως στερούμενη νομίμου ερείσματος, διότι : 1) η εξαίρεση από την κατεδάφιση και η βάσει αυτής συνέχιση των οικοδομικών εργασιών για την καθ’ ύψος προσθήκη στην ως άνω οικοδομή, η απαγόρευση της οποίας τίθεται ως προϋπόθεση για την υποχρεωτική κατά νόμον διάνοιξη της προβλεπόμενης από το ρυμοτομικό σχέδιο στοάς, έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί αδύνατη η διάνοιξη της στοάς αυτής, κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων, και 2) οι διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 8 του ν. 1512/1985, που αναφέρονται σε αυθαίρετες κατασκευές και κατ’ επίκληση των οποίων εκδόθηκε η περί εξαιρέσεως νομαρχιακή απόφαση, δεν είχαν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, εφόσον το κτίσμα είχε ανεγερθεί νόμιμα βάσει της 436/1964 οικοδομικής άδειας. Περαιτέρω, κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση ότι, και υπό την υιοθετηθείσα από τον Νομάρχη εκδοχή, ότι το κτίριο κατέστη εκ των υστέρων, μετά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Λαμίας και την επιβολή στοάς στην οδό Υψηλάντου, αυθαίρετο και κατεδαφιστέο και ως εκ τούτου υπαγόμενο κατ’ αρχήν στις διατάξεις περί εξαιρέσεως από την κατεδάφιση, η νομαρχιακή απόφαση δεν είναι νόμιμη ως αντιβαίνουσα στους ισχύοντες κατά το χρόνο της εξαιρέσεως όρους και περιορισμούς δομήσεως (διάνοιξη στοάς), πέραν του ότι δεν υπήρξε προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Κατόπιν τούτων, ακυρώθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση η 3962/13.8.1999 απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας, και η 5100/13.9.1999 πράξη της Διευθύντριας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας. Η ως άνω αιτιολογία της νομαρχιακής αποφάσεως, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983 και 15 του ν. 1337/1983 (Α΄ 33), όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, οι οποίες επιτρέπουν την εξαίρεση από την κατεδάφιση αυθαιρέτων κτισμάτων ή κατασκευών που βρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή εντός ορίων οικισμών πριν από το 1923, τα οποία έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 31.1.1983 και για τα οποία δεν έχει υποβληθεί η δήλωση του άρθρου 15 του ως άνω αυθαιρέτου, εφόσον δεν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής που βρίσκονται κατά το χρόνο της εξαιρέσεως, διότι το εξαιρεθέν από την κατεδάφιση τμήμα της επί της οδού Υψηλάντου οικοδομής της εκκαλούσας έχει ανεγερθεί μεν πριν από τις 31.1.1983, αλλά δεν είναι αυθαίρετο εφόσον έχει ανεγερθεί βάσει της 436/1964 οικοδομικής άδειας, η οποία ουδέποτε ανακλήθηκε, δεν κατέστη δε μεταγενεστέρως αυθαίρετο λόγω της επιβολής στοάς στην ως αν οδό, καθ’ όλο το ύψος του ισογείου των οικοδομών, με το άρθρο 1 του από 16.7.1970 β.δ/τος «Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Λαμίας και επιβολής στοών» (Δ΄ 165/ 5.8.1970). Η κατεδάφιση του τμήματος αυτού της οικοδομής αποτελεί την προϋπόθεση, κατά το άρθρο 15 παρ. 7 του Γ.Ο.Κ. του 1985, για την προσθήκη τρίτου ορόφου στην νομίμως ανεγερθείσα οικοδομή της εκκαλούσας. Η εξαίρεση δε από την κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου και το κατόπιν αυτής 5100/13.9.1999 σήμα της Διευθύντριας Χωροταξίας και Περιβάλλοντος της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Φθιώτιδας (Τμήμα Εκδόσεως Οικοδομικών Αδειών) προς το Αστυνομικό Τμήμα Φθιώτιδας για συνέχιση των οικοδομικών εργασιών από την εκκαλούσα βάσει της 568/1996 οικοδομικής άδειας, που επιτρέπουν την προσθήκη τρίτου ορόφου στην οικοδομή, χωρίς την προηγούμενη διάνοιξη στοάς, άγουν σε καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 7 του Γ.Ο.Κ. του 1985 και 1 του από 16.7.1970 β.δ/τος «Περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου Λαμίας και επιβολής στοών» (Δ΄ 165/5.8.1970). Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμος ο λόγος εφέσεως με τον οποίο υποστηρίζεται ότι συνέτρεχαν στην προκείμενη περίπτωση όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του ν. 1337/1983, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώθηκε με την παρ. 7 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, και των εδαφίων α΄, β΄ και γ΄, της παρ. 1 του άρθρου 16 του ίδιου νόμου, για την εξαίρεση από την κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου και ότι, ως εκ τούτου, νομίμως επετράπη η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών για την προσθήκη τρίτου ορόφου, διότι η εξαίρεση από την κατεδάφιση έγινε κατ’ επίκληση των διατάξεων του ν. 1337/1983 και ειδικότερα της παραγράφου 8 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985, δηλαδή των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο εκδόσεως της περί εξαιρέσεως νομαρχιακής αποφάσεως, οι προϋποθέσεις των οποίων, όπως ορθώς κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, δεν συνέτρεχαν, ούτε άλλωστε η επίδικη εξαίρεση από την κατεδάφιση μπορεί να βρεί έρεισμα στην παρ. 1 του άρθρου 15, σε συνδυασμό με την παρ. 7 του άρθρου 16 του ν. 1337/1983, αφού δεν προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ούτε ισχυρίζεται η εκκαλούσα, ότι είχε ανακληθεί η 436/1964 οικοδομική άδεια για την ανέγερση του ισογείου της επίδικης οικοδομής, της οποίας μάλιστα δεν αμφισβητείται η νομιμότητα, αφού στην απόφαση του Νομάρχη Φθιώτιδας αναφέρεται ότι το εξαιρεθέν ακίνητο από την κατεδάφιση έχει κατασκευασθεί «με την υπ’ αριθμ. 430/64 οικοδομική άδεια και σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις». Τέλος, αβασίμως προβάλλεται ότι, κατά το άρθρο 16 παρ. 5 του ν. 1337/1983, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 6 εδ. β΄ του ν. 2052/1992, δεν απαιτείται προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, η οποία πάντως υπήρχε στην προκείμενη περίπτωση. Και αναφέρεται μεν στην εκκαλουμένη απόφαση ότι δεν υπήρξε προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση εξαφανίσεώς της για τον λόγο αυτόν, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στήριξε την κρίση του προεχόντως στην έλλειψη ειδικής και επαρκούς αιτιολογίας για την εξαίρεση από την κατεδάφιση του επίδικου ακινήτου και της πράξης που επιτρέπει τη συνέχιση των οικοδομικών εργασιών, που στηρίζεται σ’ αυτήν.
8. Επειδή, κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση.
 
 
  *Αναιρεί την υπ’αριθ. 1388/2003 απόφαση του
Διοικητικού Εφετείου Πειραιά