ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΑΥΘΑΙΡΕΤΟΥ – ΠΡΟΣΤΙΜΟ ΑΝΕΓΕΡΣΗΣ


Υποχρεωτικό ή μη της κατεδάφισης τους από τα όργανα και τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου και το είδος των ευθυνών που μπορούν ενδεχομένως να αναζητηθούν από τα όργανα αυτά (αιρετά και μη), σε περίπτωση μη κατεδάφισης τους. Επί των ζητημάτων αυτών, τα οποία κρίνουμε ότι είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, η γνώμη μας είναι η εξής: Η έννοια του αυθαιρέτου καθορίζεται με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 1577/1985, σύμφωνα με την οποία αυθαίρετη κατασκευή που υπάγεται στις διατάξεις του Ν 1337/1983Στις περιπτώσεις των αυθαιρέτων που ανεγείρονται μετά την 21-1-1983, καθώς και εκείνων που δεν εξαιρέθηκαν (από την κατεδάφιση) σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1337/1983, εκτός από την υποχρεωτική κατεδάφιση από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, επιβάλλεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία πρόστιμο ανέγερσης, καθώς και πρόστιμο διατήρησης (ενόσω το αυθαίρετο υφίσταται και δεν κατεδαφίζεται). Εκτός όμως από την προβλεπόμενη από το νόμο υποχρεωτική κατεδάφιση των αυθαιρέτων αυτών από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, προβλέπεται και η αυτεπάγγελτη κατεδάφιση τους από συνεργεία της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Ως συμπέρασμα των ανωτέρω αναπτυχθέντων, η γνώμη μας είναι ότι η υποχρέωση επιβολής προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων από την πλευρά της διοίκησης, υφίσταται και λειτουργεί παράλληλα με την υποχρέωση της για κατεδάφιση αυτών, η μονόπλευρη δε επιλογή της πρώτης δυνατότητας, δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι η δικαστική αρχή δεν έχει την δυνατότητα να ελέγξει, αν αυτή παραβιάζει τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας, ως συνιστώσα το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, συντρεχουσών βεβαίως και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου. – Άρειος Πάγος 3/2010
 Εισηγητής: Νικόλαος Παντελής

(…)
Ο Δήμος Κηφισιάς με την από 20-11-2009 αίτηση που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, ζήτησε την γνώμη μας σχετικά με το υφιστάμενο καθεστώς των αυθαιρέτων κατασκευών, το υποχρεωτικό ή μη της κατεδάφισης τους από τα όργανα και τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου και το είδος των ευθυνών που μπορούν ενδεχομένως να αναζητηθούν από τα όργανα αυτά (αιρετά και μη), σε περίπτωση μη κατεδάφισης τους. Επί των ζητημάτων αυτών, τα οποία κρίνουμε ότι είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, η γνώμη μας είναι η εξής:
Η έννοια του αυθαιρέτου καθορίζεται με την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 3 του Ν. 1577/1985, σύμφωνα με την οποία αυθαίρετη κατασκευή που υπάγεται στις διατάξεις του Ν 1337/1983, όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, είναι κάθε κατασκευή που εκτελείται: α) χωρίς την άδεια της παρ. 1 του ως άνω άρθρου, ή β) καθ' υπέρβαση της άδειας, ή γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε, ή δ) κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων. Εξάλλου οι σχετικές με τα αυθαίρετα διατάξεις του Ν. 1337/1983 περί «επέκτασης των πολεοδομικών σχεδίων, οικιστικής ανάπτυξης κ.λ.π», έχουν ως εξής: ’ρθρο 15 § 1. Αναστέλλεται η κατεδάφιση των αυθαιρέτων κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί μέχρι 31-1-1983 και βρίσκονται σε περιοχές εντός ή εκτός σχεδίου πόλης ή εντός οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, αν οι ιδιοκτήτες τους υποβάλλουν εμπρόθεσμα τις δηλώσεις που προβλέπονται από τις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου αυτού.
2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται κατά τις ισχύουσες διατάξεις τα κτίσματα που βρίσκονται: α) σε κοινόχρηστους χώρους της πόλης(οδούς, πλατείες κ.λ.π.). β) μέσα στη ζώνη ασφαλείας των διεθνών, εθνικών, επαρχιακών, και δημοτικών ή κοινοτικών οδών, γ) μέσα στον αιγιαλό και την ζώνη παραλίας κατά το Ν.Δ. 394/1974, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. γ) σε δημόσια κτήματα. ε) σε δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις στ) σε αρχαιολογικούς χώρους και ζ) σε ρέματα.
3. Με απόφαση του Υ.Χ.Ο.Π. είναι δυνατό να εξαιρεθούν από την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου αυτού, περιοχές ή κτίσματα για λόγους ασφαλείας ή που αποβαίνουν σε βάρος του πολιτιστικού ή φυσικού περιβάλλοντος ή, προκειμένου περί περιοχών σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του έτους 1923, που αποβαίνουν υπέρμετρα σε βάρος της πόλης ή του οικισμού που έχει ιδιάζουσα σημασία. ’ρθρο 17 § 1. Τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει που ανεγείρονται μετά την 31-1-1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών πυυ υπάρχουν πριν από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιοδήποτε τρόπο. 2. Εκτός από την κατεδάφιση, επιβάλλεται: α) πρόστιμο ανέγερσης αυθαιρέτου, β) πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου. 5. Η αρμόδια πολεοδομική αρχή, μπορεί και αυτεπάγγελτα να προβαίνει στην κατεδάφιση του αυθαιρέτου. Στην περίπτωση αυτή τα έξοδα κατεδάφισης, που μπορεί να προσδιορίζονται και κατ' αποκοπή με απόφαση του ΥΧΟΠ, καταλογίζονται σε βάρος των κατά την προηγούμενη παράγραφο υπόχρεων. 7. Με Π.Δ που εκδίδεται με πρόταση του ΥΧΟΠ, καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία διαπίστωσης και ο χαρακτηρισμός του αυθαιρέτου, ο τρόπος κατεδάφισης, η διαδικασία εκκένωσης του αυθαιρέτου, η τύχη των υλικών, των παραρτημάτων, των κινητών πραγμάτων που υπάρχουν μέσα στο αυθαίρετο, για τα οποία δεν υπάρχει καμία ευθύνη του Δημοσίου, των οργάνων ή των οπωσδήποτε προστηθέντων προσώπων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Εκτελεστικό διάταγμα της παρ. 7 του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983, είναι το Π.Δ 267/1998 με το οποίο καθορίζονται λεπτομερώς οι διαδικασίες διαπίστωσης και χαρακτηρισμού μιας κατασκευής ως αυθαίρετης, καθώς και οι διαδικασίες κατεδάφισής της. Με το άρθρο 5 του Διατάγματος αυτού ορίζεται ότι τα αυθαίρετα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται, κατεδαφίζονται αμέσως από συνεργεία που προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1. Με την διάταξη αυτή (άρθρο 6 παρ. 1) ορίζεται ότι η κατεδάφιση αυθαιρέτων ενεργείται από συνεργείο της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που αποτελείται από κατάλληλο προσωπικό με τον αναγκαίο εξοπλισμό. Τέλος με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 ορίζεται ότι όπου η αρμοδιότητα των αυθαίρετων κτισμάτων ή κατασκευών, ασκείται από Δήμο ή Κοινότητα, η διαδικασία του παρόντος διατάγματος, τηρείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία του Δήμου ή της Κοινότητας. Το Προεδρικό αυτό Διάταγμα, εκδοθέν μετά από νομοθετική εξουσιοδότηση, είναι αυτονόητο ότι δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια της (εξουσιοδότησης), επιβάλλοντας στους εφαρμοστές του περισσότερες υποχρεώσεις, από εκείνες που προβλέπει ο εξουσιοδοτών νόμος.
Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει ότι στις περιπτώσεις των αυθαιρέτων που ανεγείρονται μετά την 21-1-1983, καθώς και εκείνων που δεν εξαιρέθηκαν (από την κατεδάφιση) σύμφωνα με το άρθρο 15 του Ν. 1337/1983, εκτός από την υποχρεωτική κατεδάφιση από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, επιβάλλεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία πρόστιμο ανέγερσης, καθώς και πρόστιμο διατήρησης (ενόσω το αυθαίρετο υφίσταται και δεν κατεδαφίζεται). Εκτός όμως από την προβλεπόμενη από το νόμο υποχρεωτική κατεδάφιση των αυθαιρέτων αυτών από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, προβλέπεται και η αυτεπάγγελτη κατεδάφιση τους από συνεργεία της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας. Η χρήση στην παρ. 5 του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983 της έκφρασης «η αρμόδια πολεοδομική αρχή μπορεί και αυτεπάγγελτα να προβαίνει στην κατεδάφιση αυθαιρέτου....», σαφώς και υποδηλώνει διακριτική ευχέρεια και όχι δέσμια υποχρέωση. Η διαπίστωση όμως αυτή, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η υπέρβαση των ορίων της ευχέρειας αυτής, δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, ότι δηλαδή a priori δεν μπορεί να συγκροτήσει κατά τα αντικειμενικά του στοιχεία το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος (άρθρο 259 του Π.Κ). Διότι, υφισταμένου πεδίου διακριτικής ευχέρειας του υπαλλήλου, παράβαση καθήκοντος μπορεί να συντελεσθεί και με την κακή χρήση της ευχέρειας αυτής, η οποία οριοθετείται από τις αρχές της υπεροχής του δημοσίου συμφέροντος, της χρηστής και αμερόληπτης διοίκησης, της ισότητας των πολιτών και της εξυπηρέτησης του σκοπού του νόμου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, θα υπερακοντιζόταν το πνεύμα και ο σκοπός του νόμου, ο οποίος δεν επιτρέπει την ανέγερση αυθαιρέτων που υποβαθμίζουν σοβαρά το οικιστικό περιβάλλον, με την απειλή σοβαρών ποινικών και διοικητικών κυρώσεων κατά των υπαιτίων (άρθρο 17 παρ. 8 Ν. 1337/1983), επιπροσθέτως δε δεν ανέχεται και την διατήρησή τους, προβλέποντας όχι μόνο την επιβολή προστίμων (ανέγερσης και διατήρησης), αλλά και την κατεδάφισή τους.
Τα αντίθετα, δεν προκύπτουν από την σύγκριση και αντιπαραβολή των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 2 και 17 παρ. 1 του Ν. 1337/1983, με την σκέψη ότι υποχρεωτική για τη διοίκηση είναι η κατεδάφιση μόνο των αυθαιρέτων που ανεγείρονται εντός κοινοχρήστων χώρων, της ζώνης του αιγιαλού, δημοσίων εκτάσεων, κ.λ.π, των χώρων δηλαδή που αναφέρονται στην πρώτη των ανωτέρω διατάξεων, επειδή σ' αυτήν χρησιμοποιείται η δηλωτική δέσμιας υποχρέωσης έκφραση «δεν υπάγονται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου και κατεδαφίζονται .......», ενώ αντίθετα στην παρ. 5 του άρθρου 17 χρησιμοποιείται η έκφραση «η αρμόδια πολεοδομική αρχή και αυτεπάγγελτα να προβεί στην κατεδάφιση», που υποδηλώνει διακριτική ευχέρεια της διοίκησης, μη δυνάμενη να ελεγχθεί δικαστικώς, όταν ασκείται από εκλεγμένα όργανα της διοίκησης, όπως είναι τα όργανα του Δήμου, ως αναγόμενη σε ζητήματα διαχείρισης πολιτικής εξουσίας, ούσα στην κυριολεξία πράξη «κυβερνητική», όπως αναφέρεται στη συνημμένη στην αίτηση γνωμοδότηση του υπογράφοντος αυτήν. Διότι διαφορετικό ζήτημα είναι το αν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο πράξεις εκλεγμένων οργάνων της διοίκησης, ως ενέχουσες ή μη υπέρβαση των ορίων της διακριτικής τους ευχέρειας, διαφορετικό δε το ζήτημα αν η υπέρβαση αυτή συγκροτεί ή όχι τα στοιχεία αξιοποίνου πράξεως. Ανεξάρτητα από αυτό, η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 1337/1983, είναι λίαν αμφίβολο εάν έχει διαχρονική ισχύ, αφού είναι ενταγμένη οργανικά στο άρθρο 15 του ως άνω νόμου που αναφέρεται, στην, υπό προϋποθέσεις, εξαίρεση από την κατεδάφιση των αυθαιρέτων που είχαν ανεγερθεί μέχρι την 31-1-1983, ενώ για τα αυθαίρετα που ανεγείρονται μετά την ημερομηνία αυτή, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου. Αλλά και, υπό την αποκρουσμένη ενταύθα ερμηνευτική εκδοχή, ότι αυτή έχει διαχρονική ισχύ, πάλι δεν συνάγεται το συμπέρασμα ότι μόνο τα αυθαίρετα που απαριθμούνται σ' αυτήν, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από την διοίκηση, ενώ για τα υπόλοιπα δεν υφίσταται υποχρέωση κατεδάφισης τους από τα όργανα της τελευταίας, αφού το συμπέρασμα αυτό αναιρείται από την διάταξη της παρ. 1 του μεθεπόμενου άρθρου 17, η οποία, παρά το ελλιπές της διατύπωσης της, είναι προφανές ότι όταν αναφέρεται σε « αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές που ανεγείρονται μετά την 31-1-1983 ... καθώς και όσα δεν εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού...», αναφέρεται προδήλως σε αυθαίρετα του άρθρου 15 που δεν εξαιρούνται της κατεδάφισης, και συνεπώς συμπεριλαμβάνει σ' αυτά και εκείνα της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, ορίζοντας στη συνέχεια ότι (και) αυτά κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους ιδιοκτήτες τους.
Ως συμπέρασμα των ανωτέρω αναπτυχθέντων, η γνώμη μας είναι ότι η υποχρέωση επιβολής προστίμων ανέγερσης και διατήρησης αυθαιρέτων από την πλευρά της διοίκησης, υφίσταται και λειτουργεί παράλληλα με την υποχρέωση της για κατεδάφιση αυτών, η μονόπλευρη δε επιλογή της πρώτης δυνατότητας, δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι η δικαστική αρχή δεν έχει την δυνατότητα να ελέγξει, αν αυτή παραβιάζει τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας, ως συνιστώσα το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, συντρεχουσών βεβαίως και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Νικόλαος Παντελής



    


ΚΥΡΙΟΤΗΤΑ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΚΤΗΣΗ ΣΕ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗ

Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχό του δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για μεν τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη μέχρι πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία), τα δε περιστατικά αυτά πρέπει και να αποδείξει για την ουσιαστική ευδοκίμηση της αγωγής του. Δεν οφείλει όμως ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Όμως η κυριότητα σε ακίνητο που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η παραπάνω γενική διάταξη (άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα), αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου). Πριν από τη συντέλεση της μεταγραφής αυτής ο δικαιούχος-κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας (Ολ. ΑΠ 8/2001). – Άρειος Πάγος 812/2010 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Δημήτριος Κανελλόπουλος
Εισηγητής: Μιχαήλ Θεοχαρίδης
Δικηγόροι: Κων/νος Πουλόπουλος, Δημήτριος Αλμπανίδης


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ακινήτου αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή αυτού κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στον ίδιο. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχό του δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Μόνο αν ο εναγόμενος αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για μεν τη θεμελίωση της αγωγής, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρο 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της ίδιας συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη μέχρι πρωτότυπη κτήση (χρησικτησία), τα δε περιστατικά αυτά πρέπει και να αποδείξει για την ουσιαστική ευδοκίμηση της αγωγής του. Δεν οφείλει όμως ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα κυριότητας έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 8-8-2001 διεκδικητικής αγωγής, ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων εξέθεσε ότι είναι κύριος του περιγραφομένου σ' αυτήν ακινήτου, ήτοι του υπ' αριθμ. ... κληροτεμαχίου, εκτάσεως 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ..., το οποίο είχε παραχωρηθεί κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ... έτους 1939, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2535/1953 (Φ.Ε.Κ. Α' 225/27-8-1953), στον απώτατο δικαιοπάροχο, παππού του, ΑΑ, επ' ονόματι του οποίου και εκδόθηκε μετά το θάνατο αυτού ο υπ' αριθμ. .../1994 τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διευθύνσεως Γεωργίας Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-5-1994. Ότι το εν λόγω κληροτεμάχιο περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν (αναιρεσίβλητο), κατά μεν ποσοστό 8,33 ο/ο εξ αδιαιρέτου από κληρονομίες του πατέρα του ΣΤ και της μητέρας τους ΖΖ, που αποβίωσαν χωρίς διαθήκη στις 11-10-1986 και 16-7-1992, αντίστοιχα, τις οποίες αυτός αποδέχθηκε με την υπ'αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αδαμαντίας Σακελλιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, κατά δε ποσοστό 91,669 ο/ο εξ αδιαιρέτου με δωρεά προς αυτόν ιδανικών μεριδίων, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../23-6-2003 συμβολαίου της αυτής συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, από τους α) ΓΓ-1, ΓΓ-2, ΓΓ-3 και ΓΓ-4, στους οποίους είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1992, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους ΓΓ, την οποία εκείνοι αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, β) ΕΕ-1, ΕΕ-2 και ΕΕ-3, στους οποίους είχε περιήλθε το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 6,25% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1988, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους ΕΕ, την οποία εκείνοι αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, γ) ΣΤ-1 και ΣΤ-2, στους οποίους περιήλθε το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστά 14,58% και 8,33% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, από κληρονομίες του πατέρα τους ΣΤ και της μητέρας τους ΖΖ, που αποβίωσαν χωρίς διαθήκη στις 11-10-1986 και 16-7-1992, αντίστοιχα, τις οποίες αυτοί αποδέχθηκαν με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, και δ) ΔΔ-1, ΔΔ-2, ΔΔ-3, ΔΔ-4, ΔΔ-5, ΔΔ-6, ΔΔ-7, ΔΔ-9Α, ΔΔ-9Β και ΔΔ-9Γ, στους οποίους είχε περιέλθει το ακίνητο αυτό, κατά αδιαίρετα ποσοστά 3,12% σε καθένα από τους επτά πρώτους και 1,04% σε καθένα από τους υπολοίπους, αφενός από κληρονομία του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, κατά το έτος 1986 πατέρα και παππού τους, αντίστοιχα, ΔΔ, και αφετέρου από κληρονομία του αποβιώσαντος, χωρίς διαθήκη, κατά το έτος 2000 αδελφού και θείου τους, αντίστοιχα, ΚΚ, τις οποίες κληρονομίες και αποδέχθηκαν εκείνοι με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στους ανωτέρω, άμεσο και απώτερους, δικαιοπαρόχους του, ΣΤ και ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ είχε περιέλθει κατά συγκυριότητα το πιο πάνω ακίνητο, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, από κληρονομίες των γονέων τους, ήτοι του πατέρα τους και αρχικού κληρούχου ΑΑ, που αποβίωσε χωρίς διαθήκη κατά το έτος 1939, και της μητέρας τους και συζύγου του κληρούχου ΒΒ, που αποβίωσε χωρίς διαθήκη στις 8-12-1985, τις οποίες κληρονομίες αποδέχθηκαν για λογαριασμό καθενός από τους δικαιοπαρόχους του αυτούς, με τις ίδιες πιο πάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, που μεταγράφηκαν νόμιμα, οι προαναφερόμενοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτών, και, τέλος, ότι ο ήδη αναιρεσείων εναγόμενος κατά το έτος 1990 κατέλαβε και κατέχει έκτοτε το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε ο αναιρεσίβλητος ενάγων να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του ανωτέρω ακινήτου και να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων εναγόμενος να του το αποδώσει. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες κατά τη μοναδική πρωτοβάθμια συζήτησης της αγωγής από 20-11-2004 έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος εναγομένου, αυτός δεν αμφισβήτησε και μάλιστα ειδικώς ότι ο καθολικός (άμεσος) δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ΣΤ και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι αυτού ΒΒ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ, (σύζυγος και τέκνα του κληρούχου), απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ως μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1939 κληρούχου ΑΑ, αλλά αμφισβήτησε μόνο την κυριότητα του ενάγοντος. Ειδικότερα ο αναιρεσείων εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι, "κατόπιν άτυπης διανομής της κληρονομίας του κληρούχου, που έγινε μετά το έτος 1939 μεταξύ των ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ έλαβε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο ακίνητο και το νεμήθηκε έκτοτε με διάνοια κυρίου συνεχώς μέχρι το έτος 1963, ότι κατά το έτος αυτό το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα του ΕΕ-4, η οποία στη συνέχεια κατά το έτος 1989 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον ίδιο (αναιρεσείοντα) και ότι έκτοτε το νεμόταν αυτός αποκλειστικά μέχρι την άσκηση της αγωγής και έτσι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία". Έτσι ο αναιρεσείων, δεν αμφισβήτησε την επί του επιδίκου συγκυριότητα των παραπάνω δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αλλά επικαλέσθηκε απόσβεση της κυριότητάς τους με έκτακτη χρησικτησία. Συνακόλουθα, για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, η οποία είχε ως βάση την από παράγωγους τρόπους κτήση της κυριότητας από τον ενάγοντα (κληρονομική διαδοχή και σύμβαση δωρεάς), δεν υπήρχε υποχρέωση του τελευταίου να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου από μέρους των πιο πάνω αναφερομένων, αμέσου και απωτέρων, δικαιοπαρόχων του και ειδικότερα να αναφέρει ότι αυτοί, που τύγχαναν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κληρούχου ΑΑ, μετά το θάνατο του τελευταίου υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομία αυτού ή ότι τα τέκνα του κληρούχου ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανήλικα (υπεξούσιοι) και ότι έτσι απέκτησαν, βάσει των σχετικών διατάξεων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ήταν εφαρμοστέες κατά το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, την κληρονομία του κληρούχου. Ενόψει τούτων, η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1710, 1846, 1192,1193, 1198, 1199 και 1094 του ΑΚ. Συνεπώς το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε νόμιμη και ορισμένη την αγωγή και απέρριψε τον περί αοριστίας ισχυρισμό του αναιρεσείοντος εναγομένου, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 14 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης λόγος αναίρεσης, όπως αυτός συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, με τους τρίτο, μέρος δεύτερο, του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και τρίτο του δικογράφου προσθέτων λόγων, λόγους αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, των νόμων 12 πανδ. 28. 7, 14 παρ.8, πανδ. (11.7), 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, λόγω του χρόνου θανάτου του κληρούχου ΑΑ, καθόσον δέχθηκε, ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ΒΒ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ και ο άμεσος δικαιοπάροχος αυτού ΣΤ, απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1939 κληρούχου ΑΑ, χωρίς όμως να παραθέτει στην απόφασή του περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί μετά το θάνατο εκείνου υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομία του ή ότι τα τέκνα αυτού ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανήλικα και άρα υπεξούσιοί του, οπότε δεν απαιτείτο ανάμειξή τους για την απόκτηση της κληρονομίας του. Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως στηριζόμενοι σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, δεν αμφισβήτησε και συνεπώς συνομολόγησε την κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου μετά το θάνατο του κληρούχου από τους ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού, ήτοι τη σύζυγό του ΒΒ και τα τέσσερα τέκνα του ΓΓ, ΕΕ, ΔΔ και ΣΤ.
ΕΠΕΙΔΗ, από τις διατάξεις των άρθρων 26, 74, 79, 180, 188, 193, 203, 207 και 208 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1949), ενόψει και του άρθρου 1 παρ. 1 του α.ν. 431/1968, κατά το οποίο από την έναρξη της ισχύος του επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία κληρούχους η δια δικαιοπραξιών εν ζωή εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους υπό μόνο τον περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, σαφώς προκύπτει, ότι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας, που αφορά την κύρωση της οριστικής διανομής, η κυριότητα των κλήρων περιέρχεται αυτοδίκαια στους αναφερόμενους στο κτηματολόγιο κληρούχους, στο όνομα των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι κυριότητας (παραχωρητήρια) και ότι η εγκατάσταση στον κλήρο θεωρείται γενόμενη από την παραχώρηση του, αφότου ο κληρούχος θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο παραχωρηθείς κλήρος είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας, αφού προς τούτο απαιτείται νομή, την οποία δεν μπορεί να έχει άλλος εκτός του κληρούχου, την ίδια δε πλασματική επί του κλήρου νομή του κληρούχου έχουν κατ' επέκταση και οι κληρονόμοι του και έτσι ούτε μπορεί άλλος κληρονόμος να χρησιδεσπόσει σ' αυτόν, εκτός αν μετά την κτήση από τον κληρούχο της κυριότητας του επί του κλήρου μεριδίου του, έγινε νόμιμη μεταβίβαση αυτού προς άλλο συγκληρονόμο, κατ` άρθρο 228 του Αγρ. Κώδικα, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και η, με παράδοση κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ και υπό τον ΑΚ (976) με τη βούληση του κληρονόμου, κτήση της νομής του μεριδίου του από άλλον συγκληρονόμο και βάσει αυτής κτήση της κυριότητας τούτου με χρησικτησία, εφόσον συντρέξουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις αυτής. Μετά όμως την έναρξη ισχύος του άνω α.ν. 431/1968 (23.5.68) ο κληρούχος ή ο κληρονόμος του δε λογίζεται κατά πλάσμα δικαίου νομέας του κλήρου αν δεν κατέχει πράγματι αυτόν, με συνέπεια να είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτο της νομής του κληροτεμαχίου που μπορεί, αν συντρέξουν και οι λοιπές προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο αναγκαίος για καθεμιά χρόνος από την ισχύ του άνω Α.Ν. Περαιτέρω με το άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα τίθεται γενική διάταξη ως προς την περιέλευση των ατομικών κλήρων στους κληρούχους, συνιστάμενη στο ότι αυτοί αποκτούν την κυριότητα εκείνων των κλήρων από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή περί κύρωσης της οριστικής διανομής καθενός αγροκτήματος. Όμως η κυριότητα σε ακίνητο που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο (α.ν. 1366/1938) ως παραμεθόρια αποκτάται όχι από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης της απόφασης του Υπουργού Γεωργίας ή του αρμόδιου Γενικού Διοικητή για την κύρωση της οριστικής διανομής του αγροκτήματος, όπως ορίζει η παραπάνω γενική διάταξη (άρθρο 189 παρ. 1 και 2 του Αγροτικού Κώδικα), αλλά, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα άρθρα 193 και 196 αυτού, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 και 16 του ν.δ. 1189/1972, από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου). Πριν από τη συντέλεση της μεταγραφής αυτής ο δικαιούχος-κληρούχος αδυνατεί να ασκήσει έναντι τρίτου δικαίωμα κυριότητας ή συγκυριότητας (Ολ. ΑΠ 8/2001).
Συνεπώς, και μετά την δια του α.ν. 431/1968 επελθούσα νομοθετική μεταβολή, η άσκηση νομής χρησικτησίας επί κληροτεμαχίου κλήρου, κειμένου σε παραμεθόρια περιοχή, από κληρονόμο του κληρούχου ή από τρίτο δεν είναι δυνατή πριν από την έκδοση από την αρμόδια αρχή και μεταγραφή του οικείου οριστικού τίτλου κυριότητας. Τέλος, με το β.δ. της 21/25-10-1938, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938 και δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 400/Α/25-10-1938, καθορίστηκαν ως παραμεθόρια περιοχή, μεταξύ άλλων, και οι επαρχίες ... και ... του Νομού Πέλλας. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επανέφερε νομίμως στο Εφετείο, με λόγους της έφεσής του, τις ενστάσεις του περί ιδίας αυτού κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, αποκτηθείσης με έκτακτη χρησικτησία, και περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου, τις οποίες είχε προβάλει με τις έγγραφες προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Για τη θεμελίωση δε των ενστάσεών του αυτών ο αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ΑΑ, επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε κατά το έτος 1994 από τη Διεύθυνση Γεωργίας της Νομαρχίας Πέλλας το αναφερόμενο στην αγωγή παραχωρητήριο, η σύζυγος του κληρούχου ΒΒ και τα τέκνα του ΣΤ, ΓΓ, ΕΕ και ΔΔ, οι οποίοι τύγχαναν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, προήλθαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία ο από τους συγκληρονόμους αδελφούς ΕΕ έλαβε στην αποκλειστική νομή του το επίδικο κληροτεμάχιο και το νεμήθηκε έκτοτε με διάνοια κυρίου, ασκώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, συνεχώς μέχρι το έτος 1963, ότι κατά το έτος αυτό το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα τούτου (αναιρεσείοντος) ΕΕ-4, η οποία συνέχισε να το νέμεται, δι' αντιπροσώπου, μέχρι το έτος 1989, οπότε το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον ίδιο (αναιρεσείοντα) και ότι έκτοτε το νεμόταν αυτός αποκλειστικά μέχρι την άσκηση της αγωγής (23-1-2004) και έτσι, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η δε αξίωση του ενάγοντος για διεκδίκησή του έχει υποπέσει στην εικοσαετή παραγραφή. Υπό τα εκτιθέμενα, όμως, αυτά περιστατικά, και σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, η άσκηση νομής χρησικτησίας στο επίδικο κληροτεμάχιο, που βρίσκεται στην επαρχία ... του Νομού ..., δηλαδή σε περιοχή καθορισθείσα με το β.δ. της 21-10-1938, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 4 του α.ν. 1366/1938, ως παραμεθόρια, ήταν δυνατή μόνο από τη μεταγραφή στις 19-5-1994 του εκδοθέντος επ' ονόματι του κληρούχου από την αρμόδια αρχή υπ' αριθμ. .../1994 τίτλου κυριότητας (παραχωρητηρίου), έκτοτε δε και μέχρι την έγερση της αγωγής (23-1-2004) δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος κατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία ή για την παραγραφή, κατ' άρθρο 249 ΑΚ, της εμπράγματης αξίωσης του ενάγοντος για διεκδίκηση του επιδίκου χρόνος των είκοσι ετών. Συνεπώς οι πιο πάνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος ήταν απορριπτέες, το δε Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αυτές απορριπτέες, ως μη νόμιμες, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 193 και 196 του Αγροτικού Κώδικα, 77 του ν.δ. 2185/1952, 1 παρ.1 εδ.β' και 16 του ν.δ. 1189/1972, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν.1366/1938, την οποία δεν παραβίασε με το να δεχθεί ότι το επίδικο ακίνητο κείται σε παραμεθόρια περιοχή, κρίνοντας ότι το περιστατικό αυτό συνομολογεί ο εναγόμενος, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ΑΝ 431/1968, 74, 79 παρ.2, 180, 189, 203, 207, 208 και 228 του Αγροτ. Κώδικα και 1 παρ.1 εδ. α'του ν.δ. 1189/1972, που δεν εφάρμοσε, οι οποίες, ενόψει του ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τεμάχιο παραχωρηθέντος αγροτικού κλήρου, που κείται σε περιοχή χαρακτηριζόμενη από το νόμο ως παραμεθόρια, δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή. Εξάλλου, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 εδ.β' του ν.δ. 1189/1972, η οποία προβλέπει ότι η κυριότητα των κατά τις διατάξεις της εν γένει εποικιστικής νομοθεσίας παραχωρηθέντων και παραχωρουμένων ατομικών κλήρων των παραμεθορίων περιοχών αποκτάται από και δια της μεταγραφής του εκδοθέντος από την αρμόδια αρχή οριστικού τίτλου (παραχωρητηρίου), έχει θεσπιστεί για λόγους διασφαλίσεως του δημόσιου συμφέροντος και δεν αντίκειται ούτε στην αρχή της ισότητας, που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα καθενός να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του, ούτε στο άρθρο 106 του Συντάγματος, που επιβάλλει στο Κράτος την υποχρέωση να προγραμματίζει και να συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα, ούτε στο άρθρο 17 του Συντάγματος και στη συμπορευόμενη με αυτό διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 του πρώτου πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περί Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974, με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία της ιδιοκτησίας κάθε προσώπου, αφού η προστασία αυτή προϋποθέτει υφιστάμενο περιουσιακό δικαίωμα του ατόμου, το οποίο όμως δεν υφίσταται προκειμένου για ακίνητα που ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, όπως είναι και τα κληροτεμάχια παραχωρηθέντος γεωργικού κλήρου, για τα οποία δεν έχει χωρήσει κτήση της κυριότητος από τον κληρούχο κατά προβλεπόμενο από τον Αγροτικό Κώδικα τρόπο. Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος του κυρίου δικογράφου της αίτησης αναίρεσης και δεύτερος του δικογράφου προσθέτων λόγων, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης για παραβίαση των διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, του α.ν.431/1968, του α.ν.1366/1938 και του ν.δ.1189/1972, που αναφέρθηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκησή του και καθιστούν αυτή μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, δεν αρκεί κατ' αρχήν να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα του υποχρέου επιπτώσεις, στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη ( Ολ. ΑΠ 7/2002, 8/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, σε σχέση με την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος που πρόβαλε ο αναιρεσείων εναγόμενος, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Στον απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων ΑΑ είχε παραχωρηθεί κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος ... Ν. ..., έτους 1939, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 2535/1953, γεωργικός κλήρος, στον οποίο περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ήτοι το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, Δ' κατηγορίας, εκτάσεως 3.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής ..., το οποίο έχει τα αναφερόμενα στην αγωγή όρια και για το οποίο εκδόθηκε υπέρ του κληρούχου ..., μετά το θάνατο αυτού, ο υπ' αριθμ. .../1994 οριστικός τίτλος κυριότητας (παραχωρητήριο) της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχία Πέλλας, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 19-5-1994. Ο εν λόγω κληρούχος αποβίωσε το έτος 1939, χωρίς να συντάξει διαθήκη, και άφησε πλησιέστερους συγγενείς και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ (παππού του εναγομένου από τη μητρική γραμμή) και ΣΤ (πατέρα του ενάγοντος), οι οποίοι κλήθηκαν στην κληρονομία εκείνου, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου καθένα από τα τέκνα του. Το έτος 1985 αποβίωσε η ΒΒ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα πιο πάνω τέσσερα τέκνα της, στα οποία περιήλθε κατ' ίσα μέρη το κληρονομικό της μερίδιο (4/16 εξ αδιαιρέτου) στην κληρονομία του συζύγου της, στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο κληροτεμάχιο. Έτσι το κληρονομικό μερίδιο καθενός από τα ανωτέρω τέσσερα τέκνα του κληρούχου στο επίδικο ακίνητο ανήλθε σε 4/16 ή 1/4 εξ αδιαιρέτου. Το έτος 1986 αποβίωσε ο από τους συγκληρονόμους αδελφούς ΣΤ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του ΖΖ και τα τέκνα του ΣΤ-1, ΣΤ-2, και Ψ (ενάγοντα), στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Το έτος 1992 αποβίωσε η ΖΖ και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα ως άνω τρία τέκνα της, στα οποία περιήλθε κατ'ίσα μέρη το επί του επιδίκου κληρονομικό της μερίδιο (1/16) και έτσι το ιδανικό μερίδιο καθενός από τους ΣΤ-1, ΣΤ-2 και Ψ (ενάγοντα) στο επίδικο ακίνητο ανήλθε σε 1/12 ή 8,33% εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια ο ενάγων, με την υπ' αριθμ. .../23-6-2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Έδεσσας Αδαμαντίας Σακελλιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε για τον εαυτό του, αλλά και για λογαριασμό των πιο πάνω καθολικών δικαιοπαρόχων του, όλες τις επαχθείσες σ' αυτόν και εκείνους κληρονομίες και έτσι κατέστη κύριος του επιδίκου κληροτεμαχίου κατά ποσοστό 8,33 ο/ο εξ αδιαιρέτου. Από τα υπόλοιπα τέκνα, εξ αδιαθέτου κληρονόμους, του αρχικού κληρούχου 1) ο ΓΓ αποβίωσε το έτος 1992 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέσσερα τέκνα του ΓΓ-1, ΓΓ-2, ΓΓ-3 και ΓΓ-4, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 ή 6,25% εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Αυτοί, με την υπ' αριθμ. 11749/2003 πράξη αποδοχής της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό του πατέρα τους τις επαχθείσες σ'εκείνον κληρονομίες των γονέων του, 2) ο ΔΔ αποβίωσε το έτος 1986 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα εννέα τέκνα του, ΔΔ-1, ΔΔ-2, ΔΔ-3, ΔΔ-4, ΔΔ-5, ΔΔ-6, ΔΔ-7, ΔΔ-8 και ΔΔ-9, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/9 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/36 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Από αυτούς ο ΔΔ-9 αποβίωσε το έτος 1997 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τρία τέκνα του ΔΔ-9Α, ΔΔ-9Β και ΔΔ-9Γ, στους οποίους περιήλθε κατ' ισομοιρία το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/36), ο δε ΓΓ-4 αποβίωσε το έτος 2000 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα προαναφερόμενα αδέλφια του και τα τρία τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του ΓΓ-9, στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/36). Έτσι το επί του επιδίκου ιδανικό μερίδιο, καθενός μεν από τα ανωτέρω υπόλοιπα επτά τέκνα του ΔΔ ανήλθε σε 1/32 (1/36 + 1/288) ή 3,125 ο/ο εξ αδιαιρέτου, καθενός δε από τους πιο πάνω εγγονούς αυτού σε 1/96 (1/108 +1/288) ή 1,41% εξ αδιαιρέτου. Όλοι οι παραπάνω κληρονόμοι, με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό των καθολικών δικαιοπαρόχων τους τις επαχθείσες σ' εκείνους κληρονομίες, 3) ο ΕΕ αποβίωσε το έτος 1988 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα του ΕΕ-1, ΕΕ-2, ΕΕ-3 και ΕΕ-4 (μητέρα του εναγομένου), στους οποίους περιήλθε το επί του επιδίκου κληρονομικό του μερίδιο (1/4), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ήτοι κατά το 1/16 ή 6,25 ο/ο εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου ακινήτου. Από αυτούς μόνο οι τρεις πρώτοι, δηλαδή εκτός από τη μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4, αποδέχθηκαν, με την υπ' αριθμ. .../2003 πράξη της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, τόσο για τον εαυτό τους την επαχθείσα κληρονομία, όσο και για λογαριασμό του πατέρα τους, τις επαχθείσες σ' εκείνον κληρονομίες των γονέων του. Ακολούθως όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι των ΓΓ, ΔΔ και ΕΕ, καθώς και οι λοιποί κληρονόμοι (τέκνα) του ΣΤ, ήτοι οι ΣΤ-1 και ΣΤ-2, μεταβίβασαν στον ενάγοντα, λόγω δωρεάς, με το υπ' αριθμ. .../23-6-2003 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Έδεσσας, που μεταγράφηκε νόμιμα, τα ανήκοντα σ' αυτούς ιδανικά μερίδια επί του επιδίκου, που αναφέρονται παραπάνω, ήτοι συνολικά ποσοστά 85,41 ο/ο εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου. Έτσι ο ενάγων κατέστη κύριος αυτού του ακινήτου, με τους πιο πάνω αναφερόμενους παράγωγους τρόπους (κληρονομική διαδοχή και δωρεά εν ζωή), κατά ποσοστό (8,33+85,41=) 93,74 ο/ο εξ αδιαιρέτου. Και τούτο, διότι η εξαδέλφη του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 ουδέποτε μεταβίβασε σ' αυτόν το επί του επιδίκου κληρονομικό της μερίδιο 6,25% εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ΑΑ, οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγός του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία το επίδικο κληροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική νομή του από τους συγκληρονόμους ΕΕ, ότι αυτός κατά το έτος 1980 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στη θυγατέρα του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 και ότι εκείνη το έτος 1989 το μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον εναγόμενο γιό της. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο κληροτεμάχιο, αρχικά το καλλιεργούσε με μονοετείς καλλιέργειες ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ και στη συνέχεια από το έτος 1978 ο ενάγων, ο οποίος το δεντροφύτεψε με μηλιές, τις οποίες έκτοτε φρόντιζε, συγκομίζοντας από αυτές τους καρπούς με τη βοήθεια του κουνιάδου του και θείου του εναγομένου ΗΗ. Μάλιστα ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ, με το υπ' αριθμ. .../9-4-1982 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Έδεσσας Αλέξανδρου ’ϊκου, που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, υποσχέθηκε να μεταβιβάσει στον ενάγοντα και στον αδελφό αυτού ΣΤ-1, λόγω δωρεάς, το ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου κληροτεμαχίου, που είχε περιέλθει σ' αυτόν από την κληρονομία του κληρούχου πατέρα του, ενώ, με το υπ' αριθμ. .../5-8-1982 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Έδεσσας Αντωνίου Ραγκούση υποσχέθηκε να πωλήσει και να μεταβιβάσει στο γαμπρό του ΗΗ, σύζυγο της θυγατέρας του ΕΕ-4 και πατέρα του εναγομένου, άλλο ακίνητό του και δη το υπ' αριθμ. ... κληροτεμάχιο, εκτάσεως 2.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." της αυτής με το επίδικο κτηματικής περιοχής. Ο ενάγων συνέχισε να καλλιεργεί το επίδικο κληροτεμάχιο μέχρι το έτος 1990, οπότε το κατέλαβε αυθαίρετα ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι το έτος 1992 το εκμεταλλευόταν όπως ήταν δενδροφυτευμένο με μηλιές, ενώ κατά το έτος αυτό, αφού εκρίζωσε τις μηλιές, φύτευσε σ'αυτό, με τη βοήθεια του πεθερού του και μάρτυρα ΘΘ, αχλαδιές σε σχήμα παλμέτας και τοποθέτησε σύστημα αυτόματης άρδευσής τους. Εξάλλου ο ενάγων, αφότου περιήλθε σ' αυτόν κατά συγκυριότητα το επίδικο κληροτεμάχιο κατά το έτος 2003, άσκησε αμέσως κατά του εναγομένου την ένδικη αγωγή, χωρίς να αδρανήσει και συνεπώς δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση καταχρηστική από μέρους του άσκηση του ενδίκου δικαιώματός του, καθόσον δεν προηγήθηκε συμπεριφορά αυτού ή άλλες περιστάσεις που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν στον εναγόμενο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει το εν λόγω ακίνητο. Ακόμη η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από τον ενάγοντα δεν θα έχει δυσβάστακτες συνέπειες για τον εναγόμενο, ούτε δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας, διότι αυτός δεν ενήργησε σημαντικές δαπάνες και βελτιώσεις για την αξιοποίηση του επιδίκου κληροτεμαχίου, πέραν από τη δενδροφύτευση αυτού με αχλαδιές σε σχήμα παλμέτα και την τοποθέτηση συστήματος άρδευσης, στις οποίες προέβη ενόσω ο αγρός ήταν δενδροφυτευμένος με μηλιές, δηλαδή οπωρώνας, ο οποίος παρέμεινε και πάλι αγρός, δενδροφυτευμένος με αχλαδιές. ’λλωστε, ο εναγόμενος τον εκμεταλλεύεται επί δεκαετία και πλέον χωρίς να καταβάλλει μίσθωμα. Με βάση τα περιστατικά αυτά το Εφετείο έκρινε ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος δεν είναι, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, καταχρηστική, ακολούθως δε απέρριψε, ως αβάσιμη, τη σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος. Με εκείνα που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ., την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού, υπό τα ανωτέρω γενόμενα από τούτο δεκτά πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα οριζόμενα από τη διάταξη αυτή όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού για το ουσιώδες ζήτημα της παραπάνω ένστασης του αναιρεσείοντος διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 281 του ΑΚ. Επομένως ο τρίτος, μέρος τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, σε σχέση με την απόρριψη της από το άρθρο αυτό ένστασης του αναιρεσείοντος, είναι απορριπτέος και κατά τα δύο μέρη αυτού, ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, όταν η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.β' ΚΠολΔ, και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο, μέρος πρώτο, της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο απέρριψε την παραπάνω ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει το επίδικο ακίνητο, χωρίς να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά που αυτός επικαλέσθηκε για τη θεμελίωσή της με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με λόγο της έφεσής του, και ειδικότερα τα εξής περιστατικά:1) ότι η δαπάνη του για την αξία των φυτών που φύτεψε και για το σύστημα άρδευσης που εγκατέστησε, η οποία ανερχόταν σε 44.750 ευρώ, επέφερε δεκαπλασιασμό της αξίας του επιδίκου αγρού 2) ότι η αδράνεια στην άσκηση δικαιωμάτων κυριότητας αφορούσε και την αδράνεια των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα 1939-1978, 3) ότι η πεποίθηση για το ότι δεν θα ασκηθεί το ένδικο δικαίωμα κυριότητας δημιουργήθηκε όχι μόνο σ'αυτόν, αλλά και στους δικαιοπαρόχους του 4) ότι η άσκηση πράξεων νομής καθόλη την επίμαχη περίοδο (1939-2004) έγινε υπό τα όμματα αρχικά των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος και στη συνέχεια του ίδιου, χωρίς ποτέ κανένας από αυτούς να διαμαρτυρηθεί ή να προβάλλει αξιώσεις και 5) η άσκηση νομής στο επίδικο έγινε με καλή πίστη. Από το προεκτιθέμενο, όμως, περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από τις παραδοχές αυτής "ότι δεν αποδείχθηκε ότι μετά τον κατά το έτος 1939 θάνατο του αρχικού κληρούχου ..., οι κληρονόμοι αυτού, ήτοι η σύζυγός του ΒΒ και τα τέκνα του ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, προέβησαν σε άτυπη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας εκείνου, με βάση την οποία το επίδικο κληροτεμάχιο περιήλθε στην αποκλειστική νομή του από τους συγκληρονόμους ΕΕ, και στη συνέχεια, μετά από άτυπη δωρεά από αυτόν κατά το έτος 1980, στη θυγατέρα του και μητέρα του εναγομένου ΕΕ-4 και ακολούθως με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1989 στον ίδιο (εναγόμενο), αλλά, αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το κληροτεμάχιο αυτό αρχικά το καλλιεργούσε με μονοετείς καλλιέργειες ο από τους συγκληρονόμους ΕΕ και στη συνέχεια από το έτος 1978 ο ενάγων, ο οποίος το δεντροφύτεψε με μηλιές, τις οποίες έκτοτε φρόντιζε, συγκομίζοντας από αυτές τους καρπούς με τη βοήθεια του κουνιάδου του και θείου του εναγομένου ΗΗ, ότι ο ενάγων συνέχισε να το καλλιεργεί μέχρι το έτος 1990, που το κατέλαβε αυθαίρετα ο εναγόμενος, ο οποίος μέχρι το έτος 1992 το εκμεταλλευόταν όπως ήταν δενδροφυτευμένο με μηλιές, ενώ κατά το έτος αυτό, αφού εκρίζωσε τις μηλιές, φύτευσε σ' αυτό αχλαδιές σε σχήμα παλμέτας και τοποθέτησε σύστημα αυτόματης άρδευσής τους και ότι ο εναγόμενος δεν ενήργησε σημαντικές δαπάνες και βελτιώσεις για την αξιοποίηση του επιδίκου κληροτεμαχίου, πέρα από τη δενδροφύτευση αυτού με αχλαδιές και την τοποθέτηση συστήματος άρδευσης, στις οποίες προέβη ενόσω ο αγρός ήταν δενδροφυτευμένος με μηλιές, δηλαδή οπωρώνας, ο οποίος παρέμεινε και πάλι αγρός, δενδροφυτευμένος με αχλαδιές", προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασής του, πλην όμως έκρινε ότι αυτά δεν αποδεικνύονται. Επομένως ο ανωτέρω, περί του αντιθέτου, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1103 ΑΚ, για δαπάνες από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνο ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής διάστημα και μόνο εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά το χρόνο της απόδοσης του πράγματος. Περαιτέρω, ο νομέας του πράγματος, εναγόμενος με διεκδικητική αγωγή, εφόσον έχει αξίωση κατά του κυρίου για απόδοση δαπανών που έκανε στο πράγμα, έχει και δικαίωμα επίσχεσής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 325, 326 και 110 ΑΚ. Δικαιούται, δηλαδή, να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος μέχρι να ικανοποιηθεί για τις δαπάνες που του οφείλονται. Για να είναι ορισμένη η ένσταση επίσχεσης πρέπει να καθορίζει , μεταξύ άλλων, το ύψος σε δραχμές (ήδη ευρώ) της καθεμιάς δαπάνης χωριστά κατά το χρόνο καταβολής της και την αξία του ακινήτου κατά το χρόνο της αποδόσεώς του, με και χωρίς τη βελτίωσή του που επήλθε με τις δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία 20-11-2004, νομίμως κατατεθείσες, προτάσεις του ήδη αναιρεσείοντος - εναγομένου, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτός προέβαλε την ένσταση επισχέσεως του επιδίκου ακινήτου για επωφελείς δαπάνες, που ενήργησε σ'αυτό κατά το έτος 1992 ως καλής πίστεως νομέας, οι οποίες αφορούν α)τη φύτευση 230 δέντρων αχλαδιάς, σημερινής αξίας 190 ευρώ η καθεμιά και συνολικά 43.700 ευρώ, β) την εγκατάσταση συστήματος δενδροφύτευσης παλμέτα, για το οποίο δαπάνησε το ποσό των 4.400 ευρώ, όση και η σημερινή του αξία, και γ) την τοποθέτηση συστήματος αυτόματης άρδευσης, σημερινής αξίας 350 ευρώ κατά στρέμμα και συνολικά 1.050 ευρώ. Ακολούθως δε, αφού προσδιορίζει την αξία του επιδίκου αγροτεμαχίου, χωρίς τα ανωτέρω, στο ποσό των 4.500 ευρώ, ζήτησε να γίνει δεκτή η ως άνω ένστασή του, για επίσχεση του επιδίκου ακινήτου, μέχρις ότου ο αναιρεσίβλητος-ενάγων καταβάλει σ` αυτόν το ποσό των (43.700+4.400+1050=) 49.150 ευρώ, ως αποζημίωση, για την όλη ως άνω δαπάνη που ενήργησε, με την οποία επήλθε, κατά το ποσό τούτο, αύξηση της αξίας του αγροτεμαχίου, η οποία και σώζεται. Η ένσταση αυτή, την οποία επανέφερε ο αναιρεσείων με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο, ήταν απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν προσδιορίζεται το ύψος των δαπανών αυτών κατά το χρόνο που διενεργήθηκαν και η αξία του επιδίκου ακινήτου κατά το χρόνο της απόδοσής του, με τη βελτίωσή του που επήλθε με τις εν λόγω δαπάνες, προκειμένου να κριθεί αν και κατά πόσο σώζεται η επελθούσα αύξηση της αξίας του. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα ως αόριστη την ένσταση αυτή του αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ο δε τα αντίθετα υποστηρίζων τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2008 αίτηση του Χ και τους από 5-3-2009 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 429/2008 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
     Αναιρετικός έλεγχος αοριστίας αγωγής ,Διεκδικητική αγωγή ακινήτου ,Κλήροι ανεπίδεκτοι χρησικτησίας ,Κτήση κυριότητας επί ακινήτου σε παραμεθόρια περιοχή ,Ορισμένο ένστασης επίσχεσης του νομέα


 

                                                    ΚΤΗΣΗ ΚΥΡΙΟΤΗΤΑΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΜΕ ΧΡΗΣΙΚΤΗΣΙΑ

Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί πριν από τη συγκεκριμένη δίκη, για οποιονδήποτε λόγο ή στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. – Άρειος Πάγος 99/2010 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Δημήτριος Κανελλόπουλος
Εισηγητής: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη
Δικηγόροι: Αντώνιος Χρυσώτης
(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Εξάλλου, ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποδεικτικό μέσο (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που συντάσσονται ύστερα από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται, προκειμένου να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, για την οποία και έχουν δοθεί. Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν στο ίδιο, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρα 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες έχουν ληφθεί πριν από τη συγκεκριμένη δίκη, για οποιονδήποτε λόγο ή στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, όπως λ.χ. σε δίκη κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και γι' αυτό δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τρεις πρώτους λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα περί διατάραξης της νομής του επίδικου ακινήτου, καθώς και περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης ανταγωγής των αρχικών εναγομένων, στη δικονομική θέση του δεύτερου από τους οποίους λόγω του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου του, υπεισήλθαν οι πρώτος εναγόμενος και η Ψ2, τέκνα του, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του (και ήδη αναιρεσίβλητοι), περί αναγνώρισης της κυριότητας του εν λόγω ακινήτου και περί αναγνώρισης της νομής διαιρετού τμήματος του τελευταίου (εμβαδού 5.262,79 τετρ. μέτρων) δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, μνημονευόμενα σ' αυτούς -λόγους- αποδεικτικά μέσα, δηλαδή: Α) α) το από 18.06.1990 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... στο οποίο φαίνεται ολόκληρο το αγρόκτημα του αναιρεσείοντα, έκτασης 22.578 τ.μ. β) το με αριθμό .../.../27.01.1982 πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Δασαρχείου Πεντέλης, που στράφηκε κατ' αυτού και των δύο αρχικών εναγομένων και αφορούσε κυρίως τη βορείως του κτήματός του έκταση που από τότε διακατείχον οι τελευταίοι, γ) το από 14.12.1981 διάγραμμα που συνοδεύει το πιο πάνω πρωτόκολλο δ) τη με αριθμό έκθ. κατάθεσης 175/282 ανακοπή που κατέθεσε ο ίδιος κατά του πιο πάνω πρωτοκόλλου, η οποία συνεκδικάστηκε με ανάλογη ανακοπή των αντιδίκων του κατά του ίδιου πρωτοκόλλου και περιγράφει το κτήμα του, ως έχον έκταση 24 στρεμμάτων περίπου. ε) Τις από 20.06.1983 προτάσεις του επί της πιο πάνω ανακοπής του, στις οποίες περιγράφεται το τμήμα του αγροκτήματός του, που περιλαμβάνεται παραπάνω πρωτόκολλο και έχει φωτοσκιαστεί και οριστεί απ' αυτόν με τα γράμματα ΕΖΖ'-Ε'Ε. στ) Το από 14.06.1983 σημείωμα των εναγομένων-αντεναγόντων επί της ανακοπής τους κατά του ίδιου πρωτοκόλλου στο οποίο περιγράφεται το κτήμα τους ως περιλαμβανόμενο στο πιο πάνω πρωτόκολλο "... πλην μικρού τεμαχίου προς νότο περίπου ενός στρέμματος το οποίο διεκδικείται από τον Χ και του το αναγνωρίζουμε ...". ζ) Τα με αριθμό 331/1983 Πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κρωπίας που τηρήθηκαν κατά τη συζήτηση των πιο πάνω ανακοπών. η) Την ταυτάριθμη με τα πρακτικά αυτά απόφαση, που έκανε δεκτές αμφότερες τις ανακοπές. θ) Δύο (2) φωτογραφίες που κατέθεσε ο αναιρεσείων κατά τη διάρκεια των διεξαγωγών, οι οποίες επιβεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες απόδειξης και προσαρτήθηκαν στην εισηγητική έκθεση, απεικονίζοντας το επίδικο κτήμα του, από τις οποίες, η μεν πρώτη, που λήφθηκε από δυσμάς, δείχνει το κατηφορικό μέρος του μέχρι τη διακρινόμενη ξερολιθιά στο ανατολικό όριό του, η δε δεύτερη, που λήφθηκε από ανατολάς, δείχνει, μετά τον καλλιεργημένο αγρό του ΑΑ, τη ξερολιθιά-ανατολικό όριο του επίδικου κτήματός του και πέραν αυτής το κτήμα του,- Β) Τις με αριθμούς .../14-3-1991, .../21-3-1991 και .../3-7-1991, αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντα ..., ..., ... και ..., που δόθηκαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Κρωπίας Γ. Χούντα σε χρόνο προγενέστερο της κατάθεσης της ένδικης αγωγής και "ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα" έπρεπε να μνημονεύονται ειδικά στο κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Και Γ) Τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ... και ..., που περιέχονται στη 1843/1992 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αντίστοιχα, αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού του περί της συνεχούς, αδιάλειπτης και απρόσκοπτης άσκησης της νομής του όλου στην αγωγή περιγραφόμενου ακινήτου, εμβαδού 22 στρεμμάτων από του έτους 1981 και εφεξής μέχρι το μήνα Φεβρουάριο 1991. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "από τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ένορκα και περιέχονται στην 1843/1992 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή, που διορίστηκε με την 4010/1991 πράξη του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, και όλα τα έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση (περιλαμβανομένων και των επικαλούμενων ένορκων βεβαιώσεων που χρησιμοποιήθηκαν σε άλλες δίκες)", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα, από τα οποία μάλιστα τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης μνημόνευσε ρητά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, όλα τα έγγραφα, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις, που προμνημονεύθηκαν, οι οποίες, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνιστούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο ’ρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος, όμως, αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε ηττηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά του εν λόγω ισχυρισμού στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, πρέπει να γίνεται μόνο με λόγο έφεσης ή πρόσθετο λόγο έφεσης. Με τα δεδομένα αυτά, πρέπει ο ισχυρισμός να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19, αντίστοιχα, του εν λόγω άρθρου. Ο τέταρτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περίπτ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντα περί της ενιαύσιας παραγραφής εν επιδικία της ανταγωγικής αξίωσης του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισης της νομής του στο επίδικο ακίνητο, ενόψει του ότι από την έκδοση της 7058/1991 απόφασης του Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικύρωσε την 141/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, -η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,- συνέχισε ο ίδιος να κατέχει και να νέμεται ανενόχλητος το εν λόγω ακίνητο, από το οποίο δεν αποξενώθηκε, ούτε αποβλήθηκε ποτέ, ούτε, επίσης, οι αντίδικοί του του κοινοποίησαν ποτέ αντίγραφο της 141/1991 απόφασης, που προμνημονεύθηκε, καθώς και της 140/1980 απόφασης, που οι ίδιοι επικαλέστηκαν, με επιταγή προς συμμόρφωση ή εκτέλεση, που προτάθηκε απ' αυτόν -αναιρεσείοντα- στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντα κατά της απορριπτικής σε βάρος του πρωτόδικης απόφασης, δεν προτάθηκε παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο η αμέσως πιο πάνω ένστασή του με βάση ορισμένο λόγο έφεσης. Από τη διάταξη του άρθρου 216§1 περίπτ. α' Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι νομιμοποίηση των διαδίκων είναι η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται κατά κανόνα ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο, με συνέπεια η από το επιλαμβανόμενο αγωγής δικαστήριο εσφαλμένη κρίση ως προς τη νομιμοποίηση ή μη του ενάγοντα ή του εναγομένου να προϋποθέτει την από το ίδιο δικαστήριο παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 18/2005). Περαιτέρω, έννομο συμφέρον υπάρχει, όταν η αιτούμενη διάγνωση είναι κατάλληλο μέσο άρσης της υφιστάμενης αβεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων και αποτροπής του προκαλούμενου κινδύνου από αυτή στο συμφέρον του ενάγοντα. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο, κατ' ορθή εκτίμησή του, λόγο της αναίρεσης και υπό την επικουρική επίκληση των αριθμών 1 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλονται οι αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ανταγωγή του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου περί αναγνώρισης του δικαιώματος νομής του σε τμήμα του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 5.262,79 τετρ. μέτρων αντί να την απορρίψει ως νόμω αβάσιμη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του, αλλιώς, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντός του προς άσκησή της (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.), για το λόγο ότι το δικαίωμα της νομής του είχε ήδη υποκύψει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ, παραβίασε ευθέως την αμέσως πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος, και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο, ότι οι περιεχόμενοι σ' αυτόν ισχυρισμοί του αναιρεσείοντα προτάθηκαν παραδεκτά από μέρους του στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του, σε κάθε δε περίπτωση, ως απαράδεκτος, αφού στηρίζεται σε ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν νόμιμα στο Εφετείο με λόγο έφεσης του αναιρεσείοντα, δεν συντρέχει δε περίπτωση εφαρμογής καμιάς από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 562§2 Κ.Πολ.Δ., εξαιρέσεις και, ειδικότερα, εκείνης που αφορά τη δημόσια τάξη. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκροτείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1045 και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο, με ανεπαρκείς, ασαφείς και ενδοιαστικές αιτιολογίες, δέχθηκε ότι "ο πατέρας του αναιρεσείοντα, ΩΩ, ήταν πράγματι στο παρελθόν νομέας έκτασης δυτικά του επιδίκου", ότι με το με αριθμό .../1948 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη μεταβίβασε την πιο πάνω έκταση στο ΦΦ, ότι "βεβαίως στο δεύτερο αυτό συμβόλαιο αναφέρεται ως βορειοανατολικό όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου ιδιοκτησία του πωλητή (πατέρα του) απροσδιορίστου μήκους της πλευράς αυτής", ότι δεν αποδείχθηκε ότι πράγματι υπήρξε τέτοιο όριο και, σε κάθε περίπτωση, ότι άσκησε αυτός -αναιρεσείων- νομή σε έκταση πέραν από το όριο αυτό του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και, τέλος, δέχθηκε, ότι στα με αριθμούς ... /1958 και .../1963 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη το επίδικο που περιγράφεται ως βόρειο όριο των πωλούμενων ακινήτων, "φέρεται" ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του δεύτερου από τους εναγομένους-αντενάγοντες ΔΔ και, έτσι, στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: "... Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., έχει εμβαδόν 19.179.16 τ.μ., φαίνεται με τα στοιχεία 1.2 και 4 στο από Ιουλίου 1991 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού, ... και συνορεύει βόρεια σε τεθλασμένη γραμμή με αγροτικό δρόμο, νότια επί τεθλασμένης γραμμής εν μέρει με ιδιοκτησία ΑΑ (πρώην ιδιοκτησία ...), εν μέρει με ιδιοκτησία ΒΒ και ΓΓ και εν μέρει με ιδιοκτησία ΕΕ και ΣΤ, θυγατέρων ΦΦ, ανατολικά επί τεθλασμένης γραμμής με ιδιοκτησία ΑΑ και δυτικά, επί τεθλασμένης γραμμής, εν μέρει με ιδιοκτησία ΖΖ και εν μέρει επί ευθείας γραμμής με ιδιοκτησία ... Η ανωτέρω έκταση περιήλθε στο ΔΔ, δεύτερο εναγόμενο - αντενάγοντα, από κληρονομιά εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος το έτος 1935 πατέρα του, ΗΗ, ο οποίος έκτοτε νεμήθηκε αυτήν με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιάλειπτα, στο σύνολό της μέχρι το 1976, καλλιεργώντας την κάθε χρόνο με δημητριακά, καταστάς κατά συνέπεια κύριος αυτής με έκτακτη χρησικτησία. Το έτος 1976 ο ΔΔ παραχώρησε στον πρώτο εναγόμενο - αντενάγοντα Ψ1 (γιο του), νομή σε μέρος της έκτασης αυτής, επιφανείας 5.262,79 τ.μ. που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του μείζονος ακινήτου, το οποίο φέρεται στο τοπογραφικό διάγραμμα με τον αριθμό 4 με τα στοιχεία 49 - 62 - 70 - 71 - 61 - 60 - 59 - 58 - 57 - 76 - 49 και συνορεύει βόρεια με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ανωτέρω ΔΔ, νότια με ιδιοκτησία πρώην ... και ήδη ΑΑ, ανατολικά με ιδιοκτησία ΑΑ και δυτικά με ιδιοκτησία ΒΒ και ΓΓ. Από τότε, το τελευταίο αυτό τμήμα νέμονταν με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιάλειπτα, μέχρι την έγερση της αγωγής και της ανταγωγής ο πρώτος των εναγομένων-αντεναγόντων Ψ1 (1ος των εναγομένων-αντεναγόντων), καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, ενώ το υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου συνέχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιάλειπτα, ο ΔΔ (2ος των εναγομένων - αντεναγόντων), καλλιεργώντας αυτό με δημητριακά, μέχρι την άσκηση της αγωγής και της ανταγωγής. Τον Οκτώβριο του 1980 η νομή του ΔΔ διαταράχτηκε από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο και τον ΑΑ, σε έκταση συνολικά 14 στρεμμάτων. Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας, με την 140/1991 απόφασή του, που κατέστη τελεσίδικη (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), δέχτηκε σχετική αίτηση του προσβληθέντος νομέα (ΔΔ) και αναγνώρισε αυτόν προσωρινά νομέα του επιδίκου, απαγορεύοντας στους καθών, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής του. Επίσης τον Νοέμβριο του 1990 έγινε και νέα προσβολή της ανωτέρω νομής του ΔΔ από τον ενάγοντα - αντεναγόμενο, επί της ίδιας έκτασης των 14 ανωτέρω στρεμμάτων. Το Ειρηνοδικείο Κρωπίας που δίκασε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αντίθετες αιτήσεις των διαδίκων, απέρριψε την αίτηση του ενάγοντος - αντεναγομένου και δέχτηκε κατ' ουσίαν την αίτηση των εναγομένων - αντεναγόντων, με την 141/1991 απόφασή του, που επικυρώθηκε με την 7058/1991 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή το Ειρηνοδικείο Κρωπίας αναγνώρισε τους εναγομένους - αντενάγοντες προσωρινά νομείς της επίδικης έκτασης και απαγόρευσε στον ενάγοντα - αντεναγόμενο κάθε μελλοντική διατάραξη της νομής τους με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Ο ΩΩ, πατέρας του ενάγοντος - αντεναγομένου ήταν πράγματι στο παρελθόν νομέας δυτικά του επιδίκου, συνεχόμενης έκτασης. Την έκταση όμως αυτή τη μεταβίβασε, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή με αιτία την πώληση, με τα .../46 και .../48 συμβόλαια του συμβ/φου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη, που έχουν μεταγραφεί νόμιμα, στο ΦΦ. Βεβαίως, στο δεύτερο από τα συμβόλαια αυτά αναφέρεται, ως βορειανατολικό όριο του μεταβιβαζομένου ακινήτου, ιδιοκτησία του πωλητή, απροσδιόριστου μήκους της πλευράς αυτής. Δεν αποδείχτηκε όμως και ότι πράγματι υπήρξε τέτοιο όριο και σε κάθε περίπτωση ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος ήσκησε ποτέ νομή σε έκταση πέρα από το όριο αυτό (του πωληθέντος). Αντίθετα αποδείχτηκε ότι, την πέρα από το όριο αυτό του πωληθέντος έκταση, ανέκαθεν, από το έτος 1936 και εφεξής, τη νέμονταν ο δεύτερος των εναγομένων αντεναγόντων, ΔΔ. Νότια του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, βρίσκεται η ιδιοκτησία του ΑΑ, πρώην ιδιοκτησία ... Η μεταβίβαση της ιδιοκτησίας του τελευταίου (...) στον ΑΑ έγινε σε δύο φάσεις, τμηματικά, με τα .../1958 και .../1963 συμβόλαια του Συμβολαιογράφου Κρωπίας Βασιλείου Παπαμιχάλη, που νόμιμα μεταγράφηκαν. Και στα δύο αυτά συμβόλαια το επίδικο, που περιγράφεται ως βόρειο όριο των πωλουμένων τούτων ακινήτων, φέρεται ότι ανήκει στην ιδιοκτησία του δεύτερου των εναγομένων - αντεναγόντων ΔΔ. Σημειωτέον ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος, με την από 10.10.81 αγωγή του (αριθμ. κατ. 9931/81), ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά του δευτέρου των εναγομένων - αντεναγόντων, ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος 4040,38 τ.μ. από το επίδικο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει. Από την αγωγή του αυτή όμως παραιτήθηκε, με δήλωσή του ενώπιον του Δικαστηρίου που εκκρεμούσε η αγωγή του αυτή (αριθμ. κατ. δήλωσης 11988/1981). Στις 25.4.93 πέθανε ο δεύτερος των εναγομένων - αντεναγόντων, ΔΔ, χωρίς ν' αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τα δύο τέκνα του, τον πρώτο των εναγομένων - αντεναγόντων Ψ1 και την Ψ2, σύζυγο ..., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα τους και τη σύζυγό του ..., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, που υπεισήλθαν στην κληρονομιά του, συνεχίζοντες νεμόμενοι το επίδικο, με διάνοια κυρίου. Η τελευταία πέθανε, στις 12.6.93, χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε κατ' ισομοιρία από τα προαναφερόμενα τέκνα της, Ψ1 και Ψ2, τα οποία υπεισήλθαν στην κληρονομίας της. Έτσι, οι τελευταίοι υπεισήλθαν δικονομικά στη θέση του αποβιώσαντος δεύτερου των εναγομένων-αντεναγόντων ΔΔ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, αφενός μεν, ότι δεν αποδείχθηκε η κτήση και η άσκηση νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους του ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, αφετέρου δε, ότι αποδείχθηκε η κυριότητα του δεύτερου εναγομένου-αντενάγοντα στο ίδιο ακίνητο και η κτήση και άσκηση νομής του πρώτου εναγομένου-αντενάγοντα στο προμνημονευόμενο εδαφικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου. Ακολούθως, το Εφετείο, αφού απέρριψε ως και κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντα περί διατάραξης της νομής του επίδικου ακινήτου από μέρους των αντιδίκων του, δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη ανταγωγή και αναγνώρισε τους καθολικούς διαδόχους του δεύτερου αντενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου συγκυρίους κατ' ισομοιρίαν του ακινήτου αυτού, τον πρώτο δε αντενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο νομέα του τμήματος του εν λόγω ακινήτου, εμβαδού 5.262, 79 τετρ. μέτρων, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς ενδοιασμούς αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της μη κτήσης και άσκησης νομής στο επίδικο ακίνητο από μέρους του αναιρεσείοντα, καθώς και της κυριότητας του δεύτερου εναγομένου-αντενάγοντα στο ίδιο ακίνητο και της νομής του πρώτου εναγομένου-αντενάγοντα στο επίδικο εδαφικό τμήμα του εν λόγω ακινήτου, γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8824/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


   
    
    
                                                                            ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΔΑΣΗ

Κτήση κυριότητας επι του δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία. – Άρειος Πάγος 102/2010 (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)
Πρόεδρος: Δημήτριος Κανελλόπουλος
Εισηγητής: Δημήτριος Μαζαράκης
Δικηγόροι: Ιωάννης Παπανικολάου, Βασιλική Παπαθοδώρου


(…)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.8 παρ.8 κωδ. (7-39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50-4), ν.2 παρ.20, πανδ.(41-4), ν. 6 πανδ. (44-3), ν.76 παρ.1, πανδ.,(18-1) και 7 παρ.3 πανδ. (23-3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κατ' άρθρο 51 Εισαγ. Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού, ο οποίος χρησιδέσποζε, να συνυπολογίζει στο χρόνο της νομής του και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Ως "καλή πίστη" νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ.3,48 πανδ.(41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ.5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού. Οι εμφανείς υλικές πράξεις νομής πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή και σε περίπτωση αμφισβητήσεως να αποδεικνύονται από εκείνον, ο οποίος επικαλείται βούληση περί εξουσιάσεως του πράγματος, ενώ τη συνδρομή της καλής πίστεως συνάγει το δικαστήριο, ενόψει της φύσεώς της, ως ενδιάθετης κατάστασης, συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα αποδεικτικά περιστατικά. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν.δ/τος της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", προκύπτει ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που προεκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως, η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Τούτο συνάγεται από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ'/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και του άρθρου 21 ν. δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του και συνεπώς και η χρησικτησία τρίτων σ' αυτά. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις παραπάνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητας επί δημοσίου κτήματος με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος, ή στην περίπτωση δάσους, η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" (ΑΠ 178/2004, ΑΠ 546/2003). Εξάλλου, με το άρθρο 3 του τελευταίου αυτού διατάγματος, επιβλήθηκε στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών δασών η υποχρέωση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευσή του, να παρουσιάσουν στο Γραμματέα επί των Οικονομικών τους νόμιμους τίτλους ιδιοκτησίας τους, για να εξετασθεί η νομιμοποίησή τους ως ιδιοκτητών ιδιωτικού δάσους. Από την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, όλα τα δάση για τα οποία δεν θα παρουσιάζονταν τίτλοι από τους ιδιοκτήτες, θεωρούνται αδιαφιλονίκητα ως εθνικά δάση και δεν διατίθενται. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 του προαναφερόμενου από 17/19-11-1836 διατάγματος "περί ιδιωτικών δασών" και της διάταξης του άρθρου 1 του νόμου ΛΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιελήφθη ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικα" και που βασικά δεν απομακρύνεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ.1 και 3 του Ν.998/1979, προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής εκτάσεως περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι, καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών. Δεν ασκεί δε επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά καιρούς εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη (ΑΠ 351/2003, ΑΠ 552/1998). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνοπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 7.083 τμ, βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και συνορεύει βόρεια, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με αγρό Ω, νότια, εν μέρει με αγρό Ζ1 και εν μέρει με έκταση για την οποία έχει εκδοθεί το 2/1980 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά Ζ1 και Ζ2, ανατολικά με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και δυτικά, εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντος και εν μέρει με βραχώδη ακτή. Η πιο πάνω έκταση αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης αγρού, εμβαδού 15.417 τμ, που εμφαίνεται στο από 15/5/2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ... με τα περιμετρικά στοιχεία ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΑ και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς ΕΖ μήκους 109 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Β, δυτικά επί πλευράς ΑΒ μήκους 116 μέτρων με βραχώδη ακτή θάλασσας, βόρεια επί πλευράς ΑΙ μήκους 30 μέτρων και ΙΘ μήκους 31 μέτρων και ΘΗ μήκους 58 μέτρων και ΗΖ μήκους 11 μέτρων, με ιδιοκτησία Ω και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ1. Ο ενάγων με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στις 2/9/1958 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., αγόρασε από την ... τμήμα του πιο πάνω αργιλοαμμώδους, πετρώδους και άγονου κατά το πλείστον ακινήτου, εμβαδού δέκα (10) στρεμμάτων, ως έγγιστα, το οποίο τμήμα συνορεύει ανατολικά με αγρό κληρονόμων Β, δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό κληρονόμων Ζ1, και νότια με αγρούς ... και .... Με το ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο ο ενάγων αγόρασε και άλλο τμήμα του όλου ακινήτου, εκτάσεως πέντε (5) ως έγγιστα πλέον ή έλαττον στρεμμάτων, συνεχόμενο νότια προς το αμέσως ανωτέρω τμήμα αγρού, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Β, δυτικά με ακτή θαλάσσης, βόρεια με αγρό Ω και νότια με αγρό της πωλήτριας .... Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη εκκαλούν δεν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος και των δικαιοπαρόχων του, του υπολοίπου πιο πάνω ακινήτου, πλην του παραπάνω περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου, για το οποίο ο Δασάρχης ... εξέδωσε το 32/11-12-1990 Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής από δημόσια δασική έκταση, εμβαδού 7,083 τμ., διότι διαπιστώθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21/2/1989 έως 28/2/1989 προέβη στην εκχέρσωση και κατάληψη της έκτασης αυτής, που βρίσκεται πολύ κοντά στη θάλασσα, έχει μεγάλη οικοπεδική αξία και καλυπτόταν πριν εκχερσωθεί από σχίνα, πουρνάρια, σφάλακτρα και αφάνες με μεγάλη πυκνότητα, (βλ. το από Οκτωβρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού ..., σε εκτέλεση της 41/2001 προδικαστικής απόφασης με την οποία ο τελευταίος διορίστηκε πραγματογνώμονας, από το οποίο προκύπτουν τα περιγραφόμενα στο παραπάνω. ... συμβόλαιο ακίνητα, συνολικού εμβαδού 15.004, 40 τμ., η διαχωριστική γραμμή με στοιχεία (2-9) των δύο τμημάτων (νότιο και βόρειο) 10 και 5 στρεμμάτων αντίστοιχα, των περιγραφομένων στο ίδιο πιο πάνω συμβόλαιο... και το επίδικο, δυνάμει του 32/1990 Π.Δ.Α Δασαρχείου ..., εμβαδού 7.083 μέτρων, με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Α), το οποίο περιλαμβάνεται ολόκληρο στον τίτλο που επικαλείται ο ενάγων, ήτοι το ... συμβόλαιο. Με την 9... απόφαση του Νομάρχη ...που δημοσιεύθηκε με σχετικό σχεδιάγραμμα στο 439/23-8-1990 ΦΕΚ, Τ', Δ', η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα από 21-28/2/1989. Το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανένας, ούτε ο ενάγων, ούτε οι επικαλούμενοι από τον τελευταίο δικαιοπάροχοί του από την έναρξη ισχύος του Β.Δ/τος της 17/11/1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του παραπάνω νόμου, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου. Επίσης κανένας δεν παρουσίασε έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους της Τουρκικής εξουσίας ή έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι ανήκε το επίδικο ακίνητο πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα σε ιδιώτες. Αυτό μέχρι την έναρξη αυτού του αγώνα ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και περιήλθε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους με κυριαρχικό δικαίωμα, δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, περί περιελεύσεως των εθνικών γαιών και των δασικών εκτάσεων στο Ελληνικό Δημόσιο. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο νεμόταν το επίδικο δάσος με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με ειλικρινή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, με βάση τους παραπάνω τίτλους από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους, συνεχώς από τότε και μέχρι την αγωγή, αφού με τα αρμόδια κρατικά όργανα το επόπτευε, το φρόντιζε και το προστάτευε από πυρκαγιές και καταπατητές μαζί με άλλες παρακείμενες και γειτνιάζουσες με το επίδικο δασικές εκτάσεις, εξέδωσε δε, το πιο πάνω Πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά του ενάγοντος (32/11-12-1990) καθώς και το πιο πάνω 2/1980 πρωτόκολλο Διοικητικής Αποβολής κατά Ζ1 και Ζ2 για ακίνητο, κείμενο και συνορευόμενο νοτίως του επιδίκου. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε δάσος πριν εκχερσωθεί από τον ενάγοντα κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ενισχύεται και από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, αλλά και του εναγομένου που περιέχονται στην πιο πάνω εισηγητική έκθεση. Επίσης ενισχύεται και από το από 7/10/1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επιδίκου, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος εκμισθωτή του επιδίκου και του Ε μισθωτή, από το οποίο προκύπτει ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως αυτού, υπήρχαν στο επίδικο πέτρες, αφάνες, σφάλακτρα, πουρνάρια και άλλα επιβλαβή θαμνοειδή φυτά, τα οποία ο μισθωτής υποχρεούται να καθαρίσει και απομακρύνει από το επίδικο ακίνητο (βλ. υπ' αρ. 5 όρο του πιο πάνω ιδιωτικού συμφωνητικού). Ομοίως ενισχύεται και από την από ... έκθεση φωτοερμηνείας του Δασολόγου ..., ο οποίος την 4/11/1991 μετά την εκχέρσωση (21/2/1989-28/2/1989) περιήλθε το επίδικο και εντόπισε αυτό στο ζεύγος αεροφωτογραφιών (Α/Φ) Ν. 139/9079 και Ν. 140/9079 έτους λήψεως 1945, καθώς και στο ζεύγος Ν. 11723 και Ν. 11724 έτους λήψεως 1965. Ο τελευταίος εκθέτει στην έκθεση αυτή ότι από την στερεοσκοπική παρατήρηση των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι η επίδικη έκταση κατά το έτος 1945 καλυπτόταν από δασική βλάστηση θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α' Β' Γ Δ' Η' Ζ' Ε' Λ' Κ' Γ θ' Ν' Μ' Λ' Η' Α') και δεν ήταν δασική. Το έτος 1965 η υπόψη (επίδικη) έκταση καλυπτόταν από δασική βλάστηση όπως το 1945, δηλαδή θαμνώδους μορφής, εκτός από την έκταση η οποία περικλείεται από τα σημεία (Α' Β' Γ Δ' Ε' Λ Κ Γ Θ' Ν' Μ' Λ' Η Α') και δεν ήταν δασική. Όμως, δέχτηκε το Εφετείο, στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του επίδικου ακινήτου δεν ασκεί επιρροή, το ότι ορισμένα τμήματα αυτού κατά τους πιο πάνω χρόνους 1945 και 1965 εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση, ασκεπή ή βραχώδη, ή πετρώδη και αργιλοαμμώδη, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην οικεία πιο πάνω μείζονα σκέψη και ολόκληρο το επίδικο ακίνητο ήταν μέχρι την εκχέρσωση δάσος. Ο αντίθετος ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δάσος με πετρώδη σύσταση εδάφους αλλά ήταν ελαφρώς πετρώδης αγρός καλλιεργούμενος με άμπελο όπου υπήρχε χώμα μέχρι το έτος 1930 και μετέπειτα με δημητριακά και κηπευτικά μέχρι την εκχέρσωση και δεν γειτνίαζε με οποιαδήποτε δασική έκταση (βλ. την από Ιανουάριο 1999 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας από αεροφωτογραφίες της ΓΥΣ και του ΥΠΕΧΩΔΕ των ετών 1945, 1959, 1960 και 1990, του φωτοερμηνευτή Μηχανικού ...), έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του. Άλλωστε από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε η επικαλούμενη από τον ενάγοντα καλή πίστη των δικαιοπαρόχων του, η ειλικρινής πεποίθηση αυτών, ότι με την κτήση της νομής του επίδικου δάσους με πετρώδη σύσταση εδάφους, γειτνιάζοντος νοτιοανατολικά με λόγγο, πυκνό δάσος και με δασική λωρίδα από ..., όπου το επίδικο, δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου στο επίδικο δάσος. Αντίθετα, από τα πιο πάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συνάγεται η κακή πίστη των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, αλλά και του τελευταίου, ο οποίος με την εκχέρσωση της κηρυχθείσας αναδασωτέας επίδικης εκτάσεως, μετέβαλε αυτή σε καλλιεργήσιμη έκταση, αφού αυτοί δεν εμφάνισαν έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι το επίδικο δάσος ανήκε πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, ή έγγραφη παραχώρηση εκ μέρους του Τουρκικής εξουσίας ή ακόμη και κάποιο έγγραφο που δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητος, αλλά από το περιεχόμενο του οποίου να μπορεί να συναχθεί από το Δικαστήριο η καλή πίστη, η προαναφερόμενη ειλικρινής πεποίθηση των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος κατά το χρονικό διάστημα που επικαλείται ο τελευταίος (πριν το 1870 έως 11/9/1915), ανεξαρτήτως ότι αυτός δεν προσδιορίζει επακριβώς το πριν το 1870 χρονικό διάστημα, ούτε επικαλείται καλή πίστη από το 1836 και μέχρι το 1870, χρονικό διάστημα, για το οποίο, όπως είναι επόμενο δεν αποδείχθηκε καλή πίστη του απώτατου τελευταίου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος από το 1836 έως το 1870. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι επικαλούμενοι από τον ενάγοντα δικαιοπάροχοί του δεν νέμονταν με καλή πίστη το επίδικο δάσος από το έτος 1870 έως την 11-9-1915 με ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσέβαλαν κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτό από το έτος 1830, δυνάμει τίτλων και δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο (δάσος) και ότι και ο ενάγων δεν απέκτησε κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, διότι οι δικαιοπάροχοί του δεν είχαν κυριότητα μέχρι 12-9-1915. Κατόπιν τούτου δέχτηκε την ασκηθείσα από το εναγόμενο έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντίθετα και απέρριψε την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 973, 999, 1000, 1113, 1045, 1051 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν 6 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ.1 Πανδ. 18.1), ν 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. δικαίου, 3 Β.Δ/τος 17/29-1-1836, 21 του από 21-6-1837 ν. δ/τος <<περί διακρίσεως κτημάτων>>, που εφάρμοσε, αφού δεν απαίτησε για την κτήση της κυριότητας συνεχή νομή του επιδίκου από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος από το 1830 έως τις 11-9-1915, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα ότι ο ενάγων, καθώς και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη στο επίδικο ακίνητο (δάσος) τουλάχιστον για μια τριακονταετία πριν από τις 11-9-1915και δεν απέκτησαν έτσι κυριότητα σ' αυτό, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 520 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της εφέσεως πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει αίτηση και τους λόγους αυτής. Και ως προς μεν την αίτηση, αυτή υπάρχει και είναι ορισμένη εάν ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ως προς όλες ή μερικές από τις διατάξεις της, σχετικώς με το αιτητικό της αγωγής, ανταγωγής κλπ, οι δε λόγοι εφέσεως συνίστανται σε ορισμένες αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, που αναφέρονται είτε σε παραδρομές του εκκαλούντος, είτε σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου. Στα τελευταία ανάγεται και η πλημμελής εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι εξ αυτής οδηγήθηκε το δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το Εφετείο εξαιτίας του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ) επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού, κατ' άρθρο 534 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 824/2007, ΑΠ 1855/2006). Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι η έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά τους λόγους της κακής εκτίμησης των αποδείξεων ήταν αόριστη και παρά το νόμο δεν απορρίφθηκε λόγω της αοριστίας της από το Εφετείο, όπως πρότεινε ο αναιρεσείων. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της από 11-4-2003 έφεσης του ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της 75/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, προβλήθηκαν με αυτή λόγοι συνιστάμενοι στην αιτίαση ότι συνεπεία κακής εκτιμήσεως των αποδείξεων η εκκαλουμένη δέχθηκε την κατ' αυτού αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, ενώ έπρεπε να την απορρίψει στο σύνολό της, ζητώντας γι' αυτό την εξαφάνιση της εκκαλουμένης ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Με τους λόγους αυτούς της έφεσης πλήττεται, καίτοι συνοπτικώς, κατά τρόπο όμως σαφή και ορισμένο, η ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων. Επομένως, οι προβληθέντες πιο πάνω λόγοι έφεσης ήταν ορισμένοι, αφού προσδιοριζόταν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με αυτούς η πλημμέλεια περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα το Εφετείο που δεν κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της εφέσεως εξαιτίας της επικαλούμενης παραπάνω αοριστίας των λόγων της έφεσης δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 14 Κ.Πολ.Δ. και συνεπώς ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β', 346 και 453 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) ποιές είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης και γ) ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός αυτός (ΑΠ 2312/2009). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα και να απορρίψει την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του κατά του Ελληνικού Δημοσίου, έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν ενώπιόν του, χωρίς όμως να γίνεται νόμιμη επίκληση αυτών με τις προτάσεις που υπέβαλε σ' αυτό οποιοσδήποτε των διαδίκων κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα έλαβε υπόψη το από 7-10-1993 ιδιωτικό συμφωνητικό ενοικιάσεως του επίδικου ακινήτου, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος ως εκμισθωτή και του Ε ως μισθωτή. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν ούτε το αποδεικτικό περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, ούτε ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, καθώς και η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και έτσι διαχρονικώς έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη υπόθεση, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά ή χωρίς να έχει διατάξει τις σχετικές αποδείξεις (ΑΠ 1038/2008). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο έκρινε ότι <<η επίδικη έκταση κηρύχθηκε αναδασωτέα με σκοπό την προστασία για την επαναδημιουργία της δασικής βλάστησης, που καταστράφηκε από παράνομη εκχέρσωση, στην οποία προέβη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 21-28-2-1989>>, χωρίς να διατάξει αποδείξεις. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όμως, προκύπτει ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εξέδωσε την 41/2001 προδικαστική απόφασή του, με την οποία έταξε τις σχετικές μαρτυρικές αποδείξεις και τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, οι οποίες και διεξήχθησαν, ενώ από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο παραπάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το κατ' ουσίαν αβάσιμο της αγωγής, εκτιμώντας όλες τις προαναφερόμενες αποδείξεις και όχι χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-4-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της 195/2006 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ – ΠΛΗΡΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ


Το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επιπλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή, ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο αγοραστής από νόμιμη αιτία έλαβε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ώστε κατά το επιπλέον τίμημα ο μη καταβαλών αγοραστής δεν ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Στην αντίθετη περίπτωση που το επιπλέον μέρος έχει καταβληθεί μπορεί να αναζητηθεί από τον αγοραστή με τις διατάξεις αυτές μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου. Από το συνδυασμό των διατάξεων 438, 440, 441 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο ως προς τα περιεχόμενα εις αυτά για τα οποία ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του. Κατά συνέπεια, αν σε συμβόλαιο περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, περιληφθεί και δήλωση του πωλητή ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε αυτόν από τον αγοραστή εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, για την οποία (δήλωση) δεν αποτελεί κατά το νόμο ουσιαστικό ή αποδεικτικό τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον δεν ορίσθηκε τούτο από τα μέρη, χωρεί ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως αυτής και απόδειξη της εικονικότητάς της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσβολής του εγγράφου ως πλαστού, και με μάρτυρες. –Άρειος Πάγος 801/2010 (Τμήμα Α1’ Πολιτικό)

Πρόεδρος: Ιωάννης Παπανικολάου
Εισηγητής: Νικόλαος Λεοντής
Δικηγόροι: Περικλής Κατσαούνης

(,,,)
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Τριπόλεως ... προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Περικλή Κατσαούνη, ο οποίος επισπεύδει την κρινόμενη 63/4-12-2008 αίτηση για αναίρεση της 308/12-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (19-4-2010), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (19-4-2010). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως, παρά την απουσία αυτού, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Με την κρινόμενη 63/4-12-2008 αίτηση αναιρέσεως, με τον με ιδιαίτερο, 167/15-9-2009, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, προσβάλλεται η 308/12-9-2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των δικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, (α) με την ...αγωγή, με ενάγοντα τον Ψ και εναγόμενο τον Χ, εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση οφειλομένου υπολοίπου τμήματος από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων και διατυπωθείσα στο ... συμβόλαιο της συμ/φου Τριπόλεως Γεωργίας Τσιούλια σύμβαση πωλήσεως των περιγραφόμενων στο εν λόγω συμβόλαιο αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμέρισμα και αποθήκη, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως χώρου σταθμεύσεως στο ισόγειο) και (β) με την 180/30-8-2004 αγωγή, με ενάγοντα τον Χ και εναγόμενο τον Ψ, εδιώκετο η καταψήφιση του τελευταίου, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, σε πληρωμή του επιπλέον καταβληθέντος του αναγραφομένου στο αυτό συμβόλαιο και συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως. Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικαζομένων, εκδόθηκε η 133/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τριπόλεως, με την οποία η με στοιχ. (α) αγωγή απορρίφθηκε κατά τούτο ως μη νόμιμη και η με στοιχ. (β) αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι με τις (αΙ) 92/29-12-2006 και (βΙ) 1/2-1-2007 αντίστοιχα εφέσεις, επί των οποίων συνεκδικαζομένων εκδόθηκε η 308/2008 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Με την τελευταία αυτή απόφαση, απορρίφθηκε η με στοιχ. (βΙ) έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Αντίθετα, κατά παραδοχή της με στοιχ. (αΙ) εφέσεως, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, κατά το χαρακτηριζόμενο με στοιχ. (α) κεφάλαιο αυτής, και εξέταση κατά τούτο κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγινε δεκτή η με στοιχ. (α) αγωγή και ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Την κρίση της αυτή στήριζε στις ακόλουθες αιτιολογίες και αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Με βάση το εργολαβικό συμβόλαιο ..., που συντάχθηκε από τη ..., Συμβολαιογράφο Τρίπολης, ..., που ήταν συγκύριοι του ακινήτου (οικοπέδου), που βρίσκεται στην οδό ... στην ... και έχει εμβαδό 590 τμ, ανέθεσαν στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ την κατασκευή, με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφης οικοδομής στο προαναφερόμενο οικόπεδο. Με τη σχετική πράξη 6635/2002, που συντάχθηκε από την ίδια Συμβολαιογράφο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 711 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Τρίπολης με αύξ. αριθμούς ..., οι συνιδιοκτήτες του προαναφερόμενου ακινήτου υπήγαγαν την οικοδομή που θα ανεγειρόταν σ' αυτό στο σύστημα της οριζόντιας ιδιοκτησίας. Στο εργολαβικό αντάλλαγμα, που θα περιερχόταν στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ, περιλαμβάνονταν και το ΣΤ-2 διαμέρισμα του έκτου πάνω από το ισόγειο ορόφου εμβαδού 66,50 τμ, η Υ-20 αποθήκη του υπογείου εμβαδού 7,75 τμ και το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου επί του ισογείου με τα στοιχεία ΘΕΣΗ Γ' εμβαδού 17,20 τμ. Κατά τον Αύγουστο του έτους 2002, ο εναγόμενος-ενάγων Χ ήλθε σε επαφή με τον ενάγοντα-εναγόμενο Ψκαι μετά από διαπραγματεύσεις οι διάδικοι συμφώνησαν για την πώληση και μεταβίβαση από τον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ στον εναγόμενο-ενάγοντα Χ των προαναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) και του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσης της προαναφερόμενης ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου. Το τίμημα της πώλησης αυτής ορίστηκε στο ποσό των 104.000 ευρώ. Για την εξόφληση του τιμήματος αυτού συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος-ενάγων Χ έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ: α) 10.000 ευρώ κατά την κατάρτιση της συμφωνίας αυτής, β) 20.000 ευρώ κατά την αποπεράτωση του σκελετού της οικοδομής, γ) 40.000 ευρώ κατά την ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, η οποία έπρεπε να γίνει μέχρι την 5-12-2002, δ) 17.000 ευρώ κατά την αποπεράτωση της κατασκευής των επιχρισμάτων και ε) 17.000 ευρώ κατά την παράδοση των περιουσιακών αυτών στοιχείων έτοιμων και κατάλληλων για χρήση. Μάλιστα, για την προαναφερόμενη συμφωνία συντάχθηκε μεταξύ των διαδίκων το από 29-8-2002 σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό. Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής, ο εναγόμενος-ενάγων Χ κατέβαλε στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ το ποσό των 10.000 ευρώ κατά την ημέρα της κατάρτισής της και το ποσό των 20.000 ευρώ κατά την 29-11-2002, όταν είχε αποπερατωθεί η κατασκευή του σκελετού της οικοδομής. Ακόμη, την 5-12-2002, κατά την οποία καταρτίστηκε, μεταξύ του ενάγοντος-εναγομένου Ψ αφενός, ενεργούντος για τον εαυτό του και ως εκπρόσωπος των οικοπεδούχων, και της Λ χήρας Χ αφετέρου, ως εκπροσώπου του γιου της Χ, το συμβόλαιο..., το οποίο συντάχθηκε από την προαναφερόμενη Συμβολαιογράφο και μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 719 των προαναφερόμενων βιβλίων μεταγραφών με αύξοντα αριθμό ..., η Λ χήρα Χ κατέβαλε, με την προαναφερόμενη ιδιότητα της, στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ το ποσό των 40.000 ευρώ έναντι του προαναφερόμενου τιμήματος. Έτσι, μέχρι την υπογραφή του συμβολαίου αυτού, με το οποίο ο ενάγων-εναγόμενος Ψ μεταβίβασε στον εναγόμενο-ενάγοντα Χ, λόγω πώλησης, την κυριότητα των πιο πάνω αναφερόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών (διαμερίσματος και αποθήκης) και το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου, δηλαδή μέχρι την 5-12-2002, ο εναγόμενος-ενάγων Χ κατέβαλε στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ, έναντι του προαναφερόμενου τιμήματος, το ποσό των 70.000 (10.000+20.000+40.000) ευρώ. Για τα ποσά των 20.000 και των 40.000 ευρώ ο ενάγων-εναγόμενος Ψ εξέδωσε τις από 29-11-2002 και 5-12-2002 αντίστοιχες αποδείξεις πληρωμής, στην τελευταία από τις οποίες περιλαμβάνεται και το ποσό των 1.500 ευρώ, το οποίο αφορά αμοιβή του ενάγοντος-εναγομένου Ψ για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών. Παρά το γεγονός ότι το τίμημα είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 104.000 ευρώ, στο προαναφερόμενο συμβόλαιο ... αναγράφηκε, με βάση τις δηλώσεις των συμβληθέντων, ότι το τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 53.596 ευρώ και συγκεκριμένα σε 50.740 ευρώ για το διαμέρισμα, σε 887 ευρώ για την αποθήκη και σε 1.969 ευρώ για το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου. Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι μέχρι την 5-12-2002, ο εναγόμενος-ενάγων Χ είχε καταβάλει στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ, έναντι του τιμήματος των 104.000 ευρώ, 70.000 ευρώ, στο συμβόλαιο αυτό αναγράφηκε, με βάση τις δηλώσεις των συμβληθέντων, ότι έναντι του προαναφερόμενου τιμήματος των 53.596 ευρώ, είχε καταβληθεί, κατά την ημέρα της κατάρτισης του συμβολαίου εκτός του γραφείου της Συμβολαιογράφου, το ποσό των 19.596 ευρώ. Αυτό συνέβη όχι διότι πράγματι εκτός από το ποσό των 70.000 ευρώ ο εναγόμενος-ενάγων Χ είχε καταβάλει εκτός του γραφείου της Συμβολαιογράφου κατά την ημέρα της κατάρτισης του συμβολαίου και το ποσό των 19.596 ευρώ, αλλά με σκοπό το απομένον και εμφαινόμενο στο συμβόλαιο αυτό ως οφειλόμενο τίμημα να είναι το πραγματικό, ανερχόμενο στο ποσό των 34.000 (104.000-70.000) ευρώ. Το συμβολαιογραφικό αυτό έγγραφο, ως δημόσιο έγγραφο, αποτελεί, σύμφωνα με τα άρθρα 438, 440 και 441 του ΚΠολΔ, πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή του ως πλαστού, όχι όμως ως προς όλα όσα περιέχονται σ' αυτό, αλλά μόνον ως προς όσα η Συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από την ίδια ή ενώπιόν της, ενώ ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των συμβληθέντων, για την οποία η Συμβολαιογράφος δεν είχε δική της αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Συνεπώς, κατά της προαναφερόμενης δήλωσης των συμβληθέντων ότι καταβλήθηκε εκτός του γραφείου της Συμβολαιογράφου κατά την ημέρα της κατάρτισης του συμβολαίου το ποσό των 19.596 ευρώ χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς την προσβολή του εγγράφου αυτού ως πλαστού. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της από 20-12-2006 έφεσης του εναγομένου-ενάγοντος Χ, σύμφωνα με τον οποίο (λόγο έφεσης) το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ανταπόδειξη ως προς τη δήλωση αυτή, χωρίς την προσβολή του συμβολαίου ως πλαστού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η οικοδομή στην οποία βρίσκεται το προαναφερόμενο διαμέρισμα με την αποθήκη και την ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου έχει ανεγερθεί, όπως προαναφέρθηκε, στην οδό ..., σε απόσταση 150 περίπου μέτρα από το κέντρο της πόλης της Τρίπολης. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002, οπότε καταρτίστηκαν η προαναφερόμενη από ... συμφωνία και το προαναφερόμενο συμβόλαιο ..., η ανά τμ αξία των διαμερισμάτων, μαζί με αποθήκη και θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, σε νεόδμητες οικοδομές στην ίδια περιοχή κυμαινόταν από 1.500 έως 1.600 ευρώ, όπως συνάγεται από την κατάθεση του μάρτυρα στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και την πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη βεβαίωση του .... Τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο-ενάγοντα Χ συγκριτικά στοιχεία, ήτοι τα συμβόλαια ... της Συμβολαιογράφου Νυμφασίας Σταυρούλας Οικονομοπούλου, ...της Συμβολαιογράφου Τρίπολης ...και ... της ίδιας Συμβολαιογράφου, δεν είναι πρόσφορα, αφού το μεν πρώτο αφορά οικόπεδο που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ..., τα δε υπόλοιπα αφορούν διαμερίσματα που βρίσκονται σε άλλο οικοδομικό τετράγωνο και συγκεκριμένα στο ΟΤ 34 της ..., ενώ από μόνο το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ίδιο διάδικο συμβόλαιο .., το οποίο αφορά διαμέρισμα της κατασκευασθείσας από τον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ πιο πάνω αναφερόμενης οικοδομής με αποθήκη και χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου και σύμφωνα με το οποίο οι συμβληθέντες σ' αυτό όρισαν, ως αγοραία αξία του διαμερίσματος αυτού, την αντικειμενική που ανερχόταν στο ποσό των 763 ευρώ (61.040 ευρώ: 80 τμ) ανά τμ και μάλιστα κατά το έτος 2004, δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αξία του προαναφερόμενου διαμερίσματος ΣΤ-2 με την αποθήκη Υ-20 και την ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου με τα στοιχεία ΘΕΣΗ Γ' ανερχόταν κατά την 5-12-2002 στο ποσό των 763 ευρώ ανά τμ, αφού από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ συμβόλαιο πώλησης ... του Συμβολαιογράφου Τρίπολης Βασιλείου Αρτόπουλου, το οποίο αφορά διαμέρισμα, εμβαδού 80 τμ, του πέμπτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής, με αποθήκη και θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, προκύπτει ότι η ανά τμ αξία του διαμερίσματος αυτού ορίστηκε στο ποσό των 1.537,63 ευρώ (123.011 ευρώ: 80 τμ). Εξάλλου, ούτε από τις καταχωρίσεις (αγγελίες) στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον εναγόμενο-ενάγοντα Χέντυπα εφημερίδων μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα ότι η ανά τμ αξία του διαμερίσματος ΣΤ-2 με την αποθήκη Υ-20 και τη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου με τα στοιχεία ΘΕΣΗ Γ' ανερχόταν κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2002 στο ποσό των 763 ευρώ, αφού στις καταχωρίσεις αυτές δεν περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προσδιορίζουν την αξία των διαμερισμάτων, όπως ο χρόνος κατασκευής των οικοδομών, η ποιότητα της κατασκευής τους κλπ. Από όλα αυτά συνάγεται ότι το τίμημα των 104.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε πραγματικά να καταβληθεί από τον εναγόμενο-ενάγοντα Χ στον ενάγοντα-εναγόμενο Ψ για το διαμέρισμα ΣΤ-2, την αποθήκη Υ-20 και την ανοικτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου με τα στοιχεία ΘΕΣΗ Γ' δεν υπερέβαινε την αγοραία (αληθινή) αξία και, συνεπώς, ο πωλητής (ενάγων-εναγόμενος Ψ δεν έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος του αγοραστή (εναγομένου-ενάγοντος Χ. Περαιτέρω, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο ...της Συμβολαιογράφου Τρίπολης ..., οι διάδικοι όρισαν, για το απομένον στο εμφαινόμενο στο συμβόλαιο αυτό υπόλοιπο του τιμήματος των 34.000 ευρώ, ότι έπρεπε αυτό να καταβληθεί με δύο δόσεις, ποσού 17.000 ευρώ η καθεμία, και συγκεκριμένα η πρώτη κατά την αποπεράτωση της κατασκευής των επιχρισμάτων και η δεύτερη κατά την πραγματική παράδοση στον εναγόμενο Χ του διαμερίσματος με την αποθήκη και τη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου, έτοιμων και κατάλληλων για χρήση. Την 21-2-2003 ο ενάγων Ψ ολοκλήρωσε την κατασκευή των επιχρισμάτων και ο εναγόμενος Χ του κατέβαλε, δια της εκπροσώπου του Λ χήρας Χ (μητέρας του), το ποσό της πρώτης δόσης, ήτοι το ποσό των 17.000 ευρώ, για το οποίο ο ενάγων Ψεξέδωσε την από 21-2-2003 απόδειξη πληρωμής. Κατά τον Οκτώβριο του έτους 2003, ο ενάγων Ψολοκλήρωσε την κατασκευή της προαναφερόμενης οικοδομής. Με την από 4-10-2003 εξώδικη πρόσκληση του, η οποία επιδόθηκε την 5-11-2003, όπως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση επίδοσης, στη Λ χήρα Χ, με την ιδιότητα της ως εκπροσώπου του εναγομένου Χ με βάση το πιο πάνω αναφερόμενο πληρεξούσιο, κάλεσε τον εναγόμενο Χ να παραλάβει το διαμέρισμα με την αποθήκη και τη θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και να του καταβάλει, για την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος, το ποσό της δεύτερης (τελευταίας) δόσης, ήτοι το ποσό των 17.000 ευρώ. Όμως, ο εναγόμενος Χ δεν προσήλθε για την παραλαβή αυτών ούτε του κατέβαλε το ποσό αυτό και έτσι περιήλθε σε υπερημερία. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτή η από 21-6-2004 αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όχι από την 5-11-2003, οπότε άρχισε η υπερημερία, αλλά από την £ 5-11-2003, αφού από την ημέρα αυτή ο ενάγων ζητάει την επιδίκαση τόκων υπερημερίας". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών (βΙ)-εφεσίβλητος-εναγόμενος (αΙ,α) με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου της λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: (i) Κύριο δικόγραφο Ι. Κατά το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας (αριθμ. 8) έλαβε υπόψη αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, (αριθμ. 11 περ.α', β') έλαβε υπόψη αποδεικτικά που δεν επιτρέπει ο νόμος ή δεν προσκομίσθηκαν και (αριθμ. 12) παρέλειψε να προσδώσει σε αποδεικτικό μέσο την αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική του δύναμη. Κατά τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ένορκη κατάθεση του ενάγοντος-εναγομένου Ψ, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι περιέχουν την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εν λόγω διαδίκου Φ ή και τις διασαφήσεις του ετέρου τούτων Χ. Πρόκειται για προφανή παραδρομή, εκτίμηση η οποία πειστικώς δικαιολογείται από την αντιπαραβολή των ίσης αποδεικτικής δυνάμεως εγγράφων, αποφάσεως και πρακτικών (Κ.Πολ.Δ. 259 §1, 312 §§1,2) και επιβεβαιώνεται από τις λοιπές αιτιολογίες της κατά την ειδική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, στις οποίες αναφέρεται στην κατάθεση του μάρτυρα Φ. Επομένως οι προσβαλλόμενες με τον έκτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8, 11, 12 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια, αντίστοιχα, (α) ότι έλαβε υπόψη τους περιεχομένους στην ένορκη κατάθεση του διαδίκου Ψ αυτοτελείς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν, επιπρόσθετα δε (β) έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν επιτρέπεται κατά νόμο και παράλληλα δεν προσκομίσθηκε και τέλος (γ) παρέλειψε να προσδώσει στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την πλήρη κατά νόμο αποδεικτική τους δύναμη, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων 438, 440, 441 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο ως προς τα περιεχόμενα εις αυτά για τα οποία ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του. Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων, για τις οποίες ο συμβολαιογράφος δεν έχει δική του αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Η εικονικότητα των δηλώσεων αυτών δεν εμποδίζεται, ούτε στις περιπτώσεις που η δήλωση βουλήσεως γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου ή άλλης Αρχής, που απλώς είναι εντεταλμένη να πιστοποιήσει τη δήλωση, όπως αυτή εξωτερικεύεται, χωρίς σύμπραξη στην δικαιοπραξία. Κατά συνέπεια, αν σε συμβόλαιο περί μεταβιβάσεως κυριότητας ακινήτου, περιληφθεί και δήλωση του πωλητή ότι το τίμημα καταβλήθηκε σε αυτόν από τον αγοραστή εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου, για την οποία (δήλωση) δεν αποτελεί κατά το νόμο ουσιαστικό ή αποδεικτικό τύπο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, εφόσον δεν ορίσθηκε τούτο από τα μέρη, χωρεί ανταπόδειξη κατά της δηλώσεως αυτής και απόδειξη της εικονικότητάς της, χωρίς να υπάρχει ανάγκη προσβολής του εγγράφου ως πλαστού, και με μάρτυρες. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων δέχθηκε ανελέγκτως ανταποδεικτικώς, χωρίς την προσβολή του συμβολαιογραφικού εγγράφου ως πλαστού, ότι η σημειούμενη στο συμβόλαιο δήλωση των δι' αυτού συμβληθέντων ότι έναντι του αναφερομένου τιμήματος των 53.596,00 Ευρώ είχε καταβληθεί, κατά την ημέρα της καταρτίσεώς του, εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου, το ποσό 19.596,00 Ευρώ, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατά συνέπεια ο δεύτερος κατά σειρά λόγος, με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι δεν απέδωσε στο ... συμβόλαιο την αυξημένη κατά νόμο αποδεικτική δύναμη της πλήρους αποδείξεως αναφορικά με την περιεχόμενη δήλωση των δι' αυτού συμβληθέντων για καταβολή εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου του ποσού των 19.596,00 Ευρώ, ελέγχεται ως αβάσιμος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμη, η διατυπούμενη με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι στην περί των πραγμάτων αυτών κρίση του το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε χωρίς απόδειξη, δοθέντος ότι στις αιτιολογίες της αποφάσεως διαλαμβάνεται ότι για το σχηματισμό του αποδεικτικού της πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, τις παρασχεθείσες από τον εκ των διαδίκων Χ διασαφήσεις, την 129/19-2-2008 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Τριπόλεως ένορκη βεβαίωση και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον ’ρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 180, 181, 361, 369, 513, 1033 ΑΚ, 13 §3 του Ν.1587/1950, προκύπτει ότι όπου ο νομός απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα. Η μη τήρηση, όμως, του τύπου αυτού ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση κατά την οποία το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που αναγράφεται στο συμβόλαιο, δεν επάγεται ακυρότητα της όλης σύμβασης, αλλά η σύμβαση είναι άκυρη μόνον κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επιπλέον του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος με ποινή ακυρότητας τύπος. Το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επιπλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή, ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο αγοραστής από νόμιμη αιτία έλαβε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ώστε κατά το επιπλέον τίμημα ο μη καταβαλών αγοραστής δεν ωφελήθηκε χωρίς νόμιμη αιτία. Στην αντίθετη περίπτωση που το επιπλέον μέρος έχει καταβληθεί μπορεί να αναζητηθεί από τον αγοραστή με τις διατάξεις αυτές μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (1) ότι το πραγματικό τίμημα πωλήσεως συνομολογήθηκε στο ποσό των 104.000,00 Ευρώ, που ανταποκρινόταν και δεν υπερέβαινε την αληθινή και αγοραία αξία των οριζοντίων ιδιοκτησίων, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως χώρου σταθμεύσεως, κατά τον χρόνο καταρτίσεως της διατυπούμενης στο από 29-8-2002, ιδιωτικό έγγραφο συμφωνίας τους και του ... συμβολαίου, (2) ότι μέχρι τότε (5-12-2002) είχε καταβληθεί το ποσό των 70.000,00 Ευρώ, παραμένοντας εντεύθεν χρεωστικού υπολοίπου 34.000,00 Ευρώ, (3) ότι για τον λόγο αυτό στο ... συμβόλαιο, στο οποίο το συνομολογηθέν τίμημα αναληθώς φέρεται ότι ορίσθηκε στο ποσό των 53.596,00 Ευρώ, αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεώς του καταβλήθηκε εκτός συμβολαιογραφικού γραφείου το ποσό των 19.596,00 Ευρώ, ώστε να προκύπτει το πράγματι οφειλόμενο τίμημα των 34.000,00 Ευρώ, μετά την καταβολή των 70.000,00 Ευρώ, χωρίς τον συνυπολογισμό της μη ανταποκρινόμενης στην πραγματικότητα, ως επιπρόσθετης καταβολής, του ποσού 19.596,00 Ευρώ και (4) ότι έναντι του οφειλομένου τιμήματος των 34.000,00 Ευρώ, καταβλήθηκε στις 21-2-2003 το ποσό των 17.000,00 Ευρώ, παραμένοντας εντεύθεν χρεωστικού υπολοίπου, 17.000,00 Ευρώ, η καταψήφιση του οποίου και εδιώκετο με την χαρακτηριζόμενη με στοιχ. (α) αγωγή. Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 166, 180, 181, 181, 361, 369, 513, 1033 ΑΚ, 13 §3 του Ν.1587/1950 παραδοχή της με στοιχ. (α) αγωγής και την απόρριψη της με στοιχ. (β) αγωγής κατ' ουσίαν, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τους λοιπούς λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (1ος λόγος) και 19 (1ος, 3ος, 5ος λόγοι) Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, να ελέγχονται ως αβάσιμες. (ii) Πρόσθετο δικόγραφο Κατά το άρθρο 562 Κ.Πολ.Δ. Ι. ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, μόνον αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, από το οποίο προέρχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν (α) πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (§2) και ΙΙ. Κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναιρέσεως από τις δικές του πράξεις, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν τη δημόσια τάξη (§3). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 §2 εδ. β', 524 §1 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου περιλαμβάνεται και το κατά την διάταξη του άρθρου 13 §3 του Ν.1587/1950 αντέγγραφο, από το οποίο προκύπτει ότι συμφωνήθηκε ή καταβλήθηκε τίμημα μεγαλύτερο εκείνου, το οποίο είχε αναγραφεί στο συμβόλαιο και στη δήλωση του φόρου και το οποίο κατά την αυτή διάταξη είναι άκυρο και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο ή από οποιαδήποτε άλλη αρχή. Τούτο ισχύει για την ταυτότητα του λόγου και στην περίπτωση, κατά την οποία η άκυρη περί του υπερβάλλοντος (αφανούς) τιμήματος συμφωνία, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 166, 369, 513, 1033 ΑΚ και 13 §3 του Ν.1587/1950, δεν έχει περιβληθεί το τύπο του συμβολαιογραφικού αλλά του ιδιωτικού εγγράφου. Η διάταξη, όμως, αυτή δεν απαγορεύει την επίκληση της άκυρης για το επιπλέον μη αναγραφόμενο στο τίμημα του ακινήτου συμφωνίας, όταν από την επίκληση και την απόδειξη αυτής δικαιολογείται έννομο συμφέρον. Με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 11 περ.α' Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το μη επιτρεπόμενο από το νόμο από 29-8-2002 ιδιωτικό έγγραφο, στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία των διαδίκων για το πράγματι συνομολογηθέν τίμημα πωλήσεως. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, δοθέντος ότι σχετικός ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο Δικαστήριο της ουσίας, χωρίς παράλληλα να διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες της αποφάσεως ότι πρόκειται για μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο, αλλά αντιθέτως γίνεται από τον αναιρεσείοντα ρητή αναφορά και επίκληση του επίμαχου εγγράφου και της διατυπούμενης δι' αυτού συμφωνίας των διαδίκων στη με στοιχ. (βΙ) έφεσή του, και τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προς θεμελίωση της φερόμενης προς καταψήφιση με τη με στοιχ. (β) αγωγή του αξιώσεώς του, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος, εφόσον η δικαστική περί τούτου ομολογία του αρκούσε για το σχηματισμό της σχετικής περί πραγμάτων κρίσεως του Δικαστηρίου της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 352 §1) και με την έννοια αυτή δεν αποτελούσε κρίσιμο αποδεικτικό μέσο, στο οποίο αποκλειστικά ή κύρια στηρίχθηκε το δικαστήριο, ανεξάρτητα από το ότι επιτρεπτώς λαμβάνεται υπόψη συμπληρωματικά και εκτιμάται ελεύθερα. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 63/4-12-2008 αίτηση, με τον με ιδιαίτερο, 167/15-9-2009, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, για αναίρεση της 308/12-9-2008 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 10 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΠΡΟΣΕΧΩΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ......