ΔΙΠΛΗ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ


Επειδή, στη μεν παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1587/1950 (Α 294), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3104/1954 (Α 313), ορίζεται ότι "εάν κατά την σύνταξιν του οριστικού συμβολαίου συμβάλληται ως αγοραστής πρόσωπον μη κατονομασθέν εν τω προσυμφώνω, θεωρείται διά την εφαρμογήν του παρόντος νόμου ότι λαμβάνουσι χώραν δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη εκ μέρους του αρχικού πωλητού προς τον διά του προσυμφώνου συμβληθέντα ως αγοραστήν, η δε δευτέρα εκ μέρους του τελευταίου τούτου προς το υπ’ αυτού υποδεικνυόμενον τρίτον πρόσωπον", στη δε παρ. 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 13 του ν. 1882/1990 (Α 43), ορίζεται ότι "επί των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος α) ο εκ προσυμφώνου αγοραστής βαρύνεται με το φόρο που αναλογεί στο τίμημα της μεταβίβασης που αναγράφεται στο προσύμφωνο και β) ο οριστικός αγοραστής βαρύνεται με τον φόρον τον αναλογούντα εφ' ολοκλήρου της αξίας του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου, ην είχε τούτο κατά την ημέραν της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεώς του". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους και θεωρείται ότι λαμβάνουν χώρα δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη από τον αρχικό πωλητή προς τον συμβληθέντα δια του προσυμφώνου ως αγοραστή, η δε δεύτερη από τον τελευταίο προς το υποδεικνυόμενο από αυτόν τρίτο πρόσωπο, μόνον εφόσον από το όλο περιεχόμενο του προσυμφώνου, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε συντρέχουσες συνθήκες, προκύπτει ότι η σχέση στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι ήταν η πώληση ή, τουλάχιστον, προεχόντως η πώληση ακινήτου και, συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται όταν από το περιεχόμενο του οικείου προσυμφώνου, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε συντρέχουσες συνθήκες, προκύπτει, κατά τη σχετική αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν ή δεν απέβλεψαν κυρίως στην κατάρτιση σύμβασης πώλησης αλλά στη σύναψη άλλου περιεχομένου σύμβασης (π.χ. μίσθωσης έργου, εντολής, μεσιτείας κ.λ.π.) (πρβλ. ΣΕ 781/1994 7μ. 3454/1994, 6123/1995, 1964/2001 7μ. κ.α.). – ΣτΕ 267/2010 (Τμήμα Β’)
Πρόεδρος: Δ. Κωστόπουλος
Εισηγητής: Κ. Λαζαράκη
Δικηγόροι: Ιωάννης Γρηγορίου


κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Ευριπίδη Τσιτσέλλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 188/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Κ. Λαζαράκη.

(…)
3. Επειδή, στη μεν παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 1587/1950 (Α 294), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3104/1954 (Α 313), ορίζεται ότι "εάν κατά την σύνταξιν του οριστικού συμβολαίου συμβάλληται ως αγοραστής πρόσωπον μη κατονομασθέν εν τω προσυμφώνω, θεωρείται διά την εφαρμογήν του παρόντος νόμου ότι λαμβάνουσι χώραν δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη εκ μέρους του αρχικού πωλητού προς τον διά του προσυμφώνου συμβληθέντα ως αγοραστήν, η δε δευτέρα εκ μέρους του τελευταίου τούτου προς το υπ’ αυτού υποδεικνυόμενον τρίτον πρόσωπον", στη δε παρ. 2 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 13 του ν. 1882/1990 (Α 43), ορίζεται ότι "επί των περιπτώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του παρόντος α) ο εκ προσυμφώνου αγοραστής βαρύνεται με το φόρο που αναλογεί στο τίμημα της μεταβίβασης που αναγράφεται στο προσύμφωνο και β) ο οριστικός αγοραστής βαρύνεται με τον φόρον τον αναλογούντα εφ' ολοκλήρου της αξίας του μεταβιβαζομένου περιουσιακού στοιχείου, ην είχε τούτο κατά την ημέραν της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεώς του". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών συντρέχει περίπτωση εφαρμογής τους και θεωρείται ότι λαμβάνουν χώρα δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη από τον αρχικό πωλητή προς τον συμβληθέντα δια του προσυμφώνου ως αγοραστή, η δε δεύτερη από τον τελευταίο προς το υποδεικνυόμενο από αυτόν τρίτο πρόσωπο, μόνον εφόσον από το όλο περιεχόμενο του προσυμφώνου, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε συντρέχουσες συνθήκες, προκύπτει ότι η σχέση στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι ήταν η πώληση ή, τουλάχιστον, προεχόντως η πώληση ακινήτου και, συνεπώς, οι ως άνω διατάξεις δεν εφαρμόζονται όταν από το περιεχόμενο του οικείου προσυμφώνου, σε συνδυασμό προς τις εκάστοτε συντρέχουσες συνθήκες, προκύπτει, κατά τη σχετική αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν ή δεν απέβλεψαν κυρίως στην κατάρτιση σύμβασης πώλησης αλλά στη σύναψη άλλου περιεχομένου σύμβασης (π.χ. μίσθωσης έργου, εντολής, μεσιτείας κ.λ.π.) (πρβλ. ΣΕ 781/1994 7μ. 3454/1994, 6123/1995, 1964/2001 7μ. κ.α.).

4. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και το 9338/14-4-1995 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πώλησης της συμβολαιογράφου Καβάλας Μ. Σ. και η από 16-11-1998 έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Ε., προέκυψαν τα εξής: Το φιλανθρωπικό σωματείο «Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Καβάλας» είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του το 451 αγροτεμάχιο, συνολικής έκτασης 18.195 τ.μ., το οποίο κατήτμησε σε τέσσερα, άρτια και οικοδομήσιμα, αγροτεμάχια. Κατόπιν διεξαχθέντος από το σωματείο πλειοδοτικού διαγωνισμού και σύμφωνα με το 939/1995 πρακτικό κατακυρώθηκαν και τα τέσσερα ανωτέρω αγροτεμάχια (συνολικής έκτασης 18.195 τ.μ.) αντί του τιμήματος των 60.000.100 δρχ. στον πλειοδότη του διαγωνισμού αναιρεσείοντα. Η «Φιλόπτωχος Αδελφότης Κυριών Καβάλας» (πωλητής), νόμιμα εκπροσωπούμενη από την πρόεδρό της, ανέλαβε με το προαναφερθέν συμβολαιογραφικό προσύμφωνο πώλησης την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στον αναιρεσείοντα, κατονομαζόμενο στο κείμενο του συμβολαίου ως αγοραστή, το σύνολο των τεσσάρων ακινήτων, των οποίων τη χρήση, νομή και κατοχή του παρέδωσε ήδη από την ημέρα υπογραφής του προσυμφώνου. Το τίμημα της πώλησης ορίσθηκε σε 60.001.000 δραχμές. Μέρος του (1.200.000 δρχ.) κατέβαλε ο αναιρεσείων, ως αγοραστής, προ της υπογραφής του συμβολαίου, ενώ η καταβολή του υπολοίπου ορίσθηκε σε τέσσερις δόσεις, 12.000.000, 30.000.000, 13.000.000 και 3.801.000 δρχ., ληξιπρόθεσμες στις 30-4, 30-5 και 30-9-1995, αντιστοίχως. Σύμφωνα με ρητή διάταξη, η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου θα γινόταν «όταν [ζητούσε] τούτο ο αγοραστής … είτε επ’ ονόματι παντός εν γένει τρίτου υποδειχθησομένου από τον αγοραστή, καθ’ οιοδήποτε ποσοστό εξ αδιαιρέτου και προς τον σκοπό αυτό … ο πωλητής … [παρέσχε] την ανέκκλητη εντολή, πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα στον αφ’ ετέρου συμβαλλόμενο αγοραστή όπως εκπροσωπηθεί από αυτόν και υπογράψει αυτός για λογαριασμό του το οριστικό συμβόλαιο, συμβαλλόμενος υπό διπλή ιδιότητα ως πωλητής και αγοραστής (αυτοσύμβαση …) ή μόνο ως πληρεξούσιος αυτού, σαν πωλητής». Κατά ρητή σημείωση του ανωτέρω συμβολαιογραφικού εγγράφου, «σ’ αυτό το προσύμφωνο δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης» ενώ «τα έξοδα της σύνταξης του προσυμφώνου και του οριστικού συμβολαίου (χαρτόσημο, φ.μ.α., δικαιώματα τρίτων, συμβολαιογράφου, μεταγραφοφύλακα κ.λπ.) τα πληρώνει ο αγοραστής». Την ίδια ημέρα μεταξύ της εκπροσώπου και προέδρου του σωματείου και του αναιρεσείοντος υπεγράφη και ιδιωτικό συμφωνητικό, στην εισαγωγή του οποίου ανεγράφη ως ιστορικό ότι το σωματείο εξουσιοδότησε τον αναιρεσείοντα να μεταβιβάσει προς τρίτους τέσσερα αγροτεμάχια συνολικής έκτασης 18.195 τ.μ. … στο εύλογο και δίκαιο ποσό των 60.001.000 δρχ. Το συμφωνητικό αυτό καθόριζε τις περαιτέρω λεπτομέρειες της καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, για την εξόφληση του οποίου ο αναιρεσείων παρέδωσε τρεις επιταγές σε χρέωση λογαριασμού του και έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την έκθεση ελέγχου αλλά και τα προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα φωτοαντίγραφα οριστικών συμβολαίων πώλησης, το σύνολο, πλην ενός στρέμματος, της έκτασης των 18.195 τ.μ. των τεσσάρων ακινήτων μεταβιβάσθηκε περαιτέρω, εξ αδιαιρέτου με 32 οριστικά συμβόλαια πώλησης σε τρίτους αγοραστές. Στα συμβόλαια ως πωλητής παρουσιαζόταν το σωματείο, ο αναιρεσείων εμφανιζόταν να ενεργεί ως πληρεξούσιός του δυνάμει του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου ενώ αναγραφόταν ότι ο πωλητής είτε πίστωσε το τίμημα από την πώληση είτε το έλαβε δια του νομίμου εκπροσώπου του προηγουμένως και εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου. Κατόπιν διενέργειας από τη Δ.Ο.Υ. Ε. ελέγχου για την εφαρμογή των διατάξεων περί διπλής μεταβίβασης ακινήτου σε εκτέλεση συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, εκδόθηκε το ένδικο φύλλο ελέγχου φ.μ.α., με το οποίο καταλογίσθηκε στον αναιρεσείοντα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2 παρ. 2 α.ν. 1521/1950, κύριος φόρος 6.520.110 δρχ. πλέον λοιπών επιβαρύνσεων και προσαύξησης 150% λόγω μη υποβολής δήλωσης, για το λόγο ότι η κατά το τελευταίο άρθρο πλασματική μεταβίβαση δεν καλυπτόταν από καμία δήλωση. Προσφυγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε πρωτοδίκως. Το διοικητικό εφετείο απέρριψε έφεση αυτού λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι ο αναιρεσείων πλειοδότησε στον πλειοδοτικό διαγωνισμό που διενήργησε το σωματείο για την εκποίηση της εν λόγω έκτασης, ότι από το 9338/1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο, το οποίο τιτλοφορείται «προσύμφωνο πωλήσεως αγροτεμαχίων», προκύπτει ότι α) ο αναιρεσείων ονομάζεται σ’ αυτό αγοραστής της έκτασης, β) προκατέβαλε μέρος του συνολικού τιμήματος και ανέβαλε την εξόφληση, γ) για την οποία εξέδωσε επιταγές με χρέωση λογαριασμού του και δ) ρητά αναφέρεται ότι το σωματείο, ως πωλητής, παρέδωσε στον αναιρεσείοντα τη νομή, χρήση και κατοχή της έκτασης, εκτιμώντας δε όλα αυτά έκρινε ότι ορθά τα πρωτόδικο δικαστήριο είχε κρίνει ότι έλαβαν χώρα πολλαπλές μεταβιβάσεις και είχε απορρίψει την προσφυγή του. Τέλος, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι με το από 14-4-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό διευκρινιζόταν το είδος της δια του προσυμφώνου συνομολογηθείσας σύμβασης απορρίφθηκε ως αβάσιμος για το λόγο ότι στο ίδιο το 9338/1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο θα έπρεπε να αναφέρεται σαφώς το είδος της σύμβασης μεταξύ του σωματείου και του αναιρεσείοντος (ως σύμβασης μεσιτείας), όπου εκεί ενδεχομένως να υπήρχε και η αμοιβή μεσιτείας και άλλες λεπτομέρειες.

5. Επειδή, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην τρίτη σκέψη, το δικάσαν διοικητικό εφετείο μη νομίμως απαίτησε να προκύπτει η σύμβαση της μεσιτείας μόνο από το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και δεν εκτίμησε το προαναφερθέν ιδιωτικό συμφωνητικό, ως εκ τούτου, δε, δεν απήντησε σε προβληθέντα με την προσφυγή, όπως αναπτύχθηκε με το επ’ αυτής υπόμνημα, καθώς και με την έφεση ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος ότι ενεργούσε ως μεσίτης στα πλαίσια οικείας κατ’ επάγγελμα ασκούμενης επιχείρησης της οικογένειάς του και του ίδιου, ελάμβανε δε για την εν λόγω μεσιτεία αμοιβές από τους οριστικούς αγοραστές της ένδικης έκτασης. Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται, κατά το βασίμως προβαλλόμενο λόγο της κρινόμενης αίτησης, η εξέταση των λοιπών λόγων της οποίας αποβαίνει αλυσιτελής, αναιρετέα. Η δε υπόθεση, η οποία χρήζει διευκρινίσεως κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 188/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής, στο οποίο και παραπέμπει την υπόθεση κατά το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Φεβρουαρίου 2008



                                                                                                              ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΣΕ ΠΑΡΑΜΕΘΟΡΙΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ

Αι παραμεθόριοι περιοχαί, αι νήσοι ή νησίδες της Ελλάδος ή αι παράκτιοι κατά ξηράν περιοχαί ή αι περιοχαί του εσωτερικού, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 1 του παρόντος νόμου ...". Ο νομός Σάμου, στον οποίο υπάγεται και η νήσος Ικαρία, δεν ορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, επί της οποίας να έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο ως άνω Α.Ν. 1366/1938. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα της απαγόρευσης δικαιοπραξιών επί ακινήτων στις παραμεθόριες περιοχές παραβιάζοντας τις σχετικές ως άνω διατάξεις. Τούτο γιατί ο νομός Σάμου, στον οποίο υπάγεται και η νήσος Ικαρία, δεν ορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο Α.Ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του εν λόγω νομού ως παραμεθόριας επαρχίας του Κράτους, που έγινε με το Π.Δ 7/9 Ιαν. 1925 (ΦΕΚ Α 4), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 3250/1924 "Περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 νομ. Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσης κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του ΑΝ. 1366/1938. Άρειος Πάγος (Τμήμα Γ’ Πολιτικό)
Πρόεδρος: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη
Εισηγητής: Κωνσταντίνος Τσόλας
Δικηγόροι: Ιωάννης Αδαμόπουλος, Ιωάννης Καλτάκης, Αντώνιος Κακαντώνης

(…)
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. - Επειδή, με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος της 22/24 Ιουνίου 1927 "περί συμπληρώσεως του ν. 3250/1924 περί κυρώσεως του από 3-9-1924 Ν. Δ/τος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων κ.τ.λ." ορίσθηκαν τα εξής: 1) στο εδ. 1 αυτού ότι "ως παραμεθόριοι επαρχίαι του Κράτους θεωρούνται αι ήδη δια διαταγμάτων ούτω χαρακτηρισθείσαι ή και πάσα άλλη εν τω μέλλοντι ως παραμεθόριος χαρακτηρισθησομένη δια διατάγματος εκδιδομένου μετ' απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου, 2) στο εδ.2 "Η παρ' αλλοδαπών φυσικών ή νομικών προσώπων απόκτησις κυριότητος ή ετέρου εμπράγματου δικαιώματος, πλην υποθήκης, επί ακινήτων κτημάτων κειμένων εις παραμεθορίους περιοχάς του Κράτους, απαγορεύεται επί ποινή απολύτου ακυρότητας της σχετικής δικαιοπραξίας και επί ταις εν εδαφίω 7 του παρόντος αναγραφομέναις ποιναίς. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, που τέθηκαν για την κατοχύρωση της εθνικής ασφάλειας, απαγορεύεται η με οποιοδήποτε τρόπο απόκτηση από αλλοδαπό φυσικό ή νομικό πρόσωπο κυριότητας επί ακινήτου κειμένου σε παραμεθόριες περιοχές. Ως παραμεθόρια περιοχή χαρακτηρίστηκε και ο νομός Σάμου βάσει του Π.Δ 7/9 Ιαν. 1925 (ΦΕΚ Α 4), που εκδόθηκε σύμφωνα με το Ν. 3250/1924. Εξάλλου, με τον Α.Ν 1366/1938 "περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών εις παραμεθόριους κλπ περιοχάς", με το άρθρο 9 του οποίου διατηρήθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ως άνω ν. 3250/1924, όπως αυτός τροποποιήθηκε, ερμηνεύτηκε και συμπληρώθηκε μεταγενεστέρως, απαγορεύτηκε (και) από ημεδαπά φυσικά ή νομικά πρόσωπα η απόκτηση ακινήτων, τα οποία βρίσκονταν στις περιοχές που με τον νόμο αυτόν θα χαρακτηρισθούν ως παραμεθόριες. Ειδικότερα στο αρ. 1 του Α.Ν. 1366/1938 ορίζεται ότι: "Απαγορεύεται επί ποινή ακυρότητος, πάσα δικαιπραξία εν ζωή δι' ης συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων οιονδήποτε εμπράγματον δικαίωμα ή συνάπτεται δι' αυτής μίσθωσης ή άλλη ενοχική σχέσις αφορώσα ακίνητα οιασδήποτε φύσεως και εκτάσεως ανήκοντα εις φυσικά ή νομικά πρόσωπα και κείμενα εις παραμεθορίους περιοχάς ή εις πάσαν νήσον ή νησίδα της Ελλάδος ή παράκτιον κατά ξηράν περιοχήν ή περιοχάς του εξωτερικού, καθοριζόμενας κατά αρθρ. 4 του παρόντος ...", ενώ με το τελευταίο άρθρο (4) ορίζεται ότι "Δια Β.Δ/των εκάστοτε εκδιδομένων προτάσει των υπουργών Γεωργίας και Στρατιωτικών - Ναυτικών - Αεροπορίας δύναται να καθορίζωνται αι παραμεθόριοι περιοχαί, αι νήσοι ή νησίδες της Ελλάδος ή αι παράκτιοι κατά ξηράν περιοχαί ή αι περιοχαί του εσωτερικού, περί ων διαλαμβάνει το άρθρον 1 του παρόντος νόμου ...". Ο νομός Σάμου, στον οποίο υπάγεται και η νήσος Ικαρία, δεν ορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, επί της οποίας να έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο ως άνω Α.Ν. 1366/1938. Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006). Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, εάν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια θα ελεγχθεί με βάση τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά. Και τούτο για το λόγο ότι μέσω των ουσιαστικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό από το οποίο και τελικά εξαρτάται η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: Ο Γ. Μ., πατέρας της ενάγουσας- αναιρεσίβλητης και του εναγομένου-αναιρεσείοντος, με το ... /25.1.1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα στην ενάγουσα λόγω γονικής παροχής τις πιο κάτω περιγραφόμενες υπό τα στοιχεία Α και Γ κάθετες ιδιοκτησίες, αφού συνέστησε εφ' ολοκλήρου του οικοπέδου, που ανήκε στην κυριότητά του και βρισκόταν στη θέση ..., τις ακόλουθες τέσσερις κάθετες ιδιοκτησίες, όπως αυτές περιγράφονται στο από του μηνός Ιουλίου 1984 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Γ. Κ.: 1) Την υπό στοιχείο Α κάθετη ιδιοκτησία, που εμφαίνεται στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία "Α-Ζ-Ε-Δ-Η-Ο-Α" εμβαδού 99,62 τ.μ, και συνορεύει βορείως και επί πλευράς "Α-Ο-Η", μήκους 13,80μ. με δημοτικό δρόμο, νοτίως επί πλευράς "Ζ-Ε-Δ" μήκους 16,80μ. με δημοτικό δρομίσκο, ανατολικώς επί πλευράς "Α-Ζ" μήκους 2,20μ. με δρομίσκο και δυτικώς επί πλευράς "Δ-Η" μήκους 11,50μ. με την υπό στοιχ. "Β" πιο κάτω κάθετη ιδιοκτησία. 2) Την υπό στοιχείο Β κάθετη ιδιοκτησία, που εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία "Β- Γ-Δ-Η-Β", εμβαδού 149,5 τ.μ, εντός της οποίας υπάρχουν παλαιά κτίσματα και προς τα ανατολικά αυλή, και συνορεύει βόρεια επί πλευράς "Η-Β" μήκους μέτρων 13 με δημοτικό δρόμο, νοτίως επί πλευράς "Γ-Δ", μήκους μέτρων 13 με δημοτικό δρόμο, ανατολικώς επί πλευράς "Δ-Η", μήκους μέτρων 11,50 με την παραπάνω υπό στοιχεία Α κάθετη ιδιοκτησία και δυτικώς επί πλευράς "Β-Γ" μήκους μέτρων 11,80 με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ. Μ.. 3) Την υπό στοιχείο Γ κάθετη ιδιοκτησία, εμβαδού 151, 57 τ.μ, που εμφαίνεται στο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα υπό τα στοιχεία "Ξ-Λ-Μ-Ν-Ξ " και συνορεύει βορείως επί πλευράς "Ξ-Λ" μήκους μέτρων 13 με δημοτικό δρομίσκο, νοτίως επί πλευράς "Μ-Ν" μήκους μέτρων 11,08 με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ., ανατολικώς επί πλευράς " Λ-Μ" μήκους μέτρων 18,50 μέτρων με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ. και δυτικώς επί πλευράς "Ν-Ξ" μήκους μέτρων 13,20 με την πιο κάτω υπό στοιχείο Δ κάθετη ιδιοκτησία. 4) Την υπό στοιχείο Δ κάθετη ιδιοκτησία εμβαδού 151, 58 τ. μ, που εμφαίνεται στο ίδιο διάγραμμα υπό τα στοιχεία "Ι-Κ-Ξ-Ν-Ι" και συνορεύει βορείως επί πλευράς "Κ-Ξ" μήκους μέτρων 12,40 με δημοτικό δρομίσκο, νοτίως επί πλευράς "Ι-Ν", μήκους μέτρων 10,92 με την ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. Μ., ανατολικώς επί πλευράς "Ν-Ξ" μήκους μέτρων 13,20 με την πιο πάνω υπό στοιχείο Γ κάθετη ιδιοκτησία και δυτικώς επί πλευράς "Ι-Κ" μήκους μέτρων 13 με την ιδιοκτησία Ν. Μ.. Περαιτέρω, ο ανωτέρω Γ. Μ. με το .../10.8.1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Αφροδίτης Καβουριάρη-Ψημμένου, που μεταγράφηκε νόμιμα, είχε μεταβιβάσει κατά κυριότητα λόγω πώλησης στον εναγόμενο, αντί τιμήματος 850.000 δραχμών, ένα οικόπεδο ευρισκόμενο στην θέση "..." ..., έκτασης 560 τ.μ, το οποίο ο διερχόμενος δρομίσκος χωρίζει σε δύο τμήματα ως ακολούθως: 1) Το πρώτο τμήμα εμφαίνεται με τα στοιχεία "Ι-Ο-Η-Ζ-Κ-Ι" στο από του μηνός Αυγούστου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ. Ν., έχει εμβαδόν 185 τ.μ και συνορεύει βόρεια με δρόμο, νότια με δρομίσκο και πέραν αυτού με το δεύτερο τμήμα του ακινήτου, δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Μ. και ανατολικά με δρόμο. 2) Το δεύτερο τμήμα, που φαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία "β-Β-Γ-δ-β", έχει εμβαδόν 375 τ.μ. και συνορεύει βόρεια με δρομίσκο και πέραν αυτού με το πιο πάνω πρώτο τμήμα, νότια με ιδιοκτησία Κ. Μ., δυτικά με ιδιοκτησία Ν. Μ., και ανατολικά με ιδιοκτησία Π. Μ.. Κατά το ανωτέρω συμβόλαιο στο ως άνω τμήμα ένα αυτού υπάρχει 1) Μία πεπαλαιωμένη διώροφη οικία, εμβαδού 88 τ.μ, του πρώτου ορόφου, η οποία ήταν η πατρική οικία, όπου διέμεναν μέχρι το έτος 1998 περίπου όλα τα μέλη της οικογένειας του προαναφερθέντος Γ. Μ., όταν έρχονταν στην Ικαρία, και άλλη εμβαδού 28 τ.μ του ισογείου και μία πεπαλαιωμένη διώροφη αποθήκη εμβαδού του πρώτου ορόφου 33 τ.μ, όπου είναι η οικία της ενάγουσας που της μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια απ' αυτόν με το πιο πάνω .../25.1.1991 συμβόλαιο λόγω γονικής παροχής, του δε ισογείου εμβαδού 75 τ.μ. Όμως, στο ανωτέρω .../10.8.1988 συμβόλαιο συμπεριλαμβάνονταν και οι προαναφερθείσες υπό στοιχεία Α και Γ κάθετες ιδιοκτησίες, τις οποίες ο πατέρας των διαδίκων μεταβίβασε ακολούθως στην ενάγουσα λόγω γονικής παροχής με το ως άνω .../25.1.1991 συμβόλαιο, με αποτέλεσμα να θίγονται τα συμφέροντα εκείνης. Το ένδικο .../10.8.1988 συμβόλαιο αφορούσε μεταβίβαση λόγω πώλησης ακινήτου που βρίσκεται στην χαρακτηρισθείσα παραμεθόρια περιοχή του νομού Σάμου, σύμφωνα με το Π.Δ 7/9 Ιαν. 1925 που εκδόθηκε με βάση το Ν. 3250/1924, όπου ανήκει η νήσος Ικαρία και βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο.
Συνεπώς, εφόσον κατά το χρόνο που καταρτίσθηκε το ανωτέρω επίδικο συμβόλαιο (10.8.1988) ίσχυε ο Α.Ν. 1366/1938, ήταν απαγορευμένη με ποινή απόλυτης ακυρότητας η σχετική δικαιοπραξία, αφού δεν είχε αρθεί η απαγόρευση με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας με σύμφωνη γνώμη της προβλεπόμενης από τον ανωτέρω νόμο επιτροπής ή και με απόφαση μόνον της τελευταίας, έστω και άκυρης, αν της είχε μεταβιβάσει ο Υπουργός Γεωργίας τη σχετική αρμοδιότητά του, ώστε να είναι τότε δυνατόν να κυρωθεί αναδρομικά κατά το άρθρο 19 Ν. 2836/2000. Ακόμη, εφόσον επρόκειτο περί μεταβίβασης κυριότητας σε Έλληνα πολίτη (εναγόμενο) ακινήτου που βρισκόταν σε παραμεθόρια περιοχή, έπρεπε με ποινή απόλυτης ακυρότητας, να προσκομισθεί από εκείνον βεβαίωση του Υπουργού Γεωργίας μετά από πρόταση της προβλεπόμενης από τον πιο πάνω νόμο ειδικής επιτροπής ή και βεβαίωση μόνον της τελευταίας, αν της είχε μεταβιβάσει ο Υπουργός Γεωργίας τη σχετική αρμοδιότητά του, ότι δεν έχει αυτός αντίρρηση υπαγορευόμενη από λόγους κρατικής ασφάλειας. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί, (για τον προεκτεθέντα λόγο) η ακυρότητα της σύμβασης πώλησης που καταρτίστηκε με το .../1988 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ευδήλου Ικαρίας Αφροδίτης Καβουριάρη-Ψημμένου, είναι νόμω και ουσία βάσιμη και στη συνέχεια, αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, (με την αιτιολογία ότι στην επίδικη πώληση δεν είχε εφαρμογή ο Α.Ν 1366/1938) και δέχθηκε την αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον κανόνα της απαγόρευσης δικαιοπραξιών επί ακινήτων στις παραμεθόριες περιοχές παραβιάζοντας τις σχετικές ως άνω διατάξεις. Τούτο γιατί ο νομός Σάμου, στον οποίο υπάγεται και η νήσος Ικαρία, δεν ορίστηκε ως παραμεθόρια περιοχή, επί της οποίας έχει εφαρμογή, κατ' άρθρο 4 αυτού, ο Α.Ν. 1366/1938, ενώ ο ορισμός της περιφέρειας του εν λόγω νομού ως παραμεθόριας επαρχίας του Κράτους, που έγινε με το Π.Δ 7/9 Ιαν. 1925 (ΦΕΚ Α 4), το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ.4 του Ν. 3250/1924 "Περί κυρώσεως του από 3 Σεπτεμβρίου 1924 νομ. Διατάγματος περί απαγορεύσεως δικαιοπραξιών επί ακινήτων", έχει σχέση με την απαγόρευση της κτήσης κυριότητας από αλλοδαπούς σε ακίνητα κείμενα σε παραμεθόριες περιοχές του Κράτους και όχι με την εφαρμογή των προεκτεθεισών διατάξεων του άρθρου 1 του ΑΝ. 1366/1938.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου μόνον του Π.Δ. της 22/24 Ιουνίου 1927 και των άρθρων 1, 2, 3, 4 και 5 του Α.Ν 1366/1938 είναι βάσιμος.
2.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 145/2009 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής έδρας Σάμου).
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2011 και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 2011.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ