Αθεμιτος ανταγωνισμος – παραβιαση εξω ανταγωνιστικων διαταξεων αθεμιτου ανταγωνισμου – Προσβολη χρηστων ηθων συμφωνα με το αρθρο 1 Ν. 146/1914 αθεμιτος ανταγωνισμος – Περιστατικα λειτουργιας καντινων στο μηκος της εθνικης οδου τα οποια δρουν ανταγωνστιστικα προς τον σταθμο εξυπηρετησης αυτοκινητων που βρισκεται στο μηκος της ιδιας εθνικης οδου- Απορριπτεα εφεση στο συνολο.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 591/2014

Πρ. : Αγγ. Λιάπης

Εισηγητής : Παύλος Χριστιάς

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 1423

(…)

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εταιρεία με την από 8.7.2010 αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικα­στηρίου εξέθετε ότι σε μισθωμένη από το Ταμείο Εθνι­κής Οδοποιίας έκταση, αμφιπλεύρως του αυτοκινητο­δρόμου Αθηνών-Θεσσαλονίκης και στο ύψος του Κορινού Πιερίας, δημιούργησε δύο, ένα σε εκάστη πλευρά, νομίμως ήδη λειτουργούντες σταθμούς εξυπηρετήσεως των διερχομένων αυτοκινητιστών, ενώ, αντιστοίχως, οι εναγόμενοι έχουν εγκαταστήσει παρανόμως, δηλονότι χωρίς τις νόμιμες άδειες της αρχής, κινητές καντίνες ένθεν και ένθεν της ιδίας οδού και στο ύψος των διο­δίων της περιοχής Μαλγάρων, διαθέτοντες στους διερχόμενους οδηγούς συναφή προς τα εμπορευόμενα από τους προαναφερόμενους σταθμούς της ιδίας είδη και δη σε τιμές κατά πολύ φθηνότερες, αφού, παρανόμως λειτουργούντες, εξοικονομούν τις δαπάνες, στις οποίες υποβάλλεται μία νομίμως, όπως και η ιδία, λειτουρ­γούσα επιχείρηση και που επιβαρύνουν τη λιανική τιμή των προϊόντων. Κατ ακολουθίαν του ιστορικού αυτού και υπό τον περαιτέρω ισχυρισμό ότι, υπό τις προανα­φερόμενες περιστάσεις, οι εναγόμενοι απέκτησαν αθέ­μιτο ανταγωνιστικό προβάδισμα έναντι αυτής, ζήτησε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να παύσουν, επ απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως τους, την άσκηση της προαναφερομένης παρανόμου εμπορι­κής δραστηριότητος τους και, περαιτέρω, να της καταβάλουν, και δια προσωπικής κρατήσεως τους, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προπεριγραφείσα αθέμιτη και συνάμα αδικοπρακτική συμπεριφορά τους, το ποσόν των 100.000 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ ουσίαν, κατά της αποφάσεως δε αυτής παραπο­νείται με την κρινομένη έφεση της η ενάγουσα εταιρεία, επιδιώκουσα, για τους λόγους που αναφέρονται στο εφετήριο δικόγραφο και οι οποίοι συνιστούν αιτιάσεις για εσφαλμένη, παρά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εφαρμογή του νόμου και κακή από μέρους του εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή η αγωγή τπγ ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ουσιώδες στοιχείο για τη θεμελίωση της αξιώσεως για παράλειψη της πράξεως, που φέρε­ται ότι συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό και ανόρθωση της ζημίας που από την αιτία αυτή προκλήθηκε, είναι να εκτελείται η πράξη αυτή με σκοπό ανταγωνισμού προς το εμπόριο ή τη βιομηχανία που ασκεί άλλος και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή να προσκρούει στην αντίληψη κάθε ανθρώπου που σκέπτεται δίκαια και ορθά ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντιθέ­των προς την ομαλή ορθότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, επιφανειακά ή μεμονωμένα θεωρού­μενη, φαίνεται θεμιτή και νομικά άψογη. Εκτός από τη γενική ρήτρα της προαναφερθείσης διατάξεως και τις υπόλοιπες διατάξεις του ιδίου, ως άνω, νομοθετήματος υπάρχουν και άλλες, έξω από τον εν λόγω νόμο, που ομοίως ρυθμίζουν την επαγγελματική δραστηριότητα. Οι τελευταίες αυτές διατάξεις, αποκαλούμενες «εξωανταγωνιστικές», βρίσκονται τόσο σε τυπικούς, όσο και σε ουσιαστικούς νόμους, με ενδεικτική αναφορά εκείνων περί αδείας λειτουργίας των επιχειρήσεων ή που εξαρτούν τη νομιμότητα της δραστηριότητος από προ­ηγουμένη άδεια διοικητικής αρχής. Η παραβίαση των διατάξεων αυτών είναι μεν παράνομη από ποινική και διοικητική άποψη, πλην όμως τούτο δεν σημαίνει ότι το παράνομο αυτό συνιστά, παραλλήλως και άνευ ετέ­ρου, και αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Ειδικότερα, η παραβίαση των «εξωανταγωνιστικών» αυτών διατάξεων, που έχουν ηθικό περιεχόμενο και η τήρηση τους πηγάζει από ηθικοδικαιική επιταγή (π.χ. απαγόρευση εμπορίας λαθραίων ή κλοπιμαίων) σημαίνει χωρίς άλλο και προ­σβολή των χρηστών ηθών κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 146/1914. Αντίθετα, η παραβίαση εκείνων που είναι ηθικά ή αξιολογικά αδιάφορες (αγορανομικές, φορολογικές και τελωνειακές απαγορεύσεις, η άσκηση επαγγέλματος κατόπιν αδείας διοικητικής αρχής) δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί χωρίς άλλο και αθέμιτη αντα­γωνιστική πράξη. Και τούτο για τον λόγο ότι, μόνον ο παράνομος χαρακτήρας τους, δεν μπορεί να θεμελιώ­σει και το αθέμιτο της γενικής ρήτρας του άρθρου 1 του ν. 146/1914, η οποία δεν είναι γενικός κανόνας για κάθε εξωανταγωνιστική πράξη. Τότε μόνο συνιστά αθέμιτη συμπεριφορά, όταν συντρέχουν πρόσθετα περιστα­τικά, που εμφανίζουν την παράνομη συμπεριφορά που γίνεται με σκοπό τον ανταγωνισμό και σε αντίθεση στα χρηστά ήθη. Ειδικότερα, τούτο συμβαίνει όταν ο παρα­βάτης, παραβιάζοντας συστηματικά και με επίγνωση μια τέτοια διάταξη, επιδιώκει και αποκτά το οικονομικό προβάδισμα έναντι των άλλων ανταγωνιστών του. Πρέ­πει, δηλαδή, η παράβαση να είναι, κατ αρχάς, αντικει­μενικά πρόσφορη και ικανή να οδηγήσει σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση και να τελεί μαζί της σε σχέση αιτίου και αιτιατού. Επιπλέον, απαιτείται συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου της συνειδητής και συστηματι­κής παραβάσεως νόμου, με σκοπό την απόκτηση οικο­νομικού προβαδίσματος, το οποίο πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν συντρέχει, όταν οι διοικητικές αρχές, που είναι επιφορτισμένες με την τήρηση της παραβιαζομένης διατάξεως, δεν έχουν επιληφθεί, εφησυχάζουν ή ανέχονται την παράβαση ή όταν υπάρχει νομική αμφιβολία για την ύπαρξη της παραβάσεως. Διαφορετικά, η παράβαση της διατάξεως αυτής δεν συνιστά πράξη αθεμίτου αντα­γωνισμού, αλλά διοικητική ή ποινική παράβαση και επισύρει τις προβλεπόμενες διοικητικές ή ποινικές κυρώ­σεις (ΑΠ 439/2012 ΕΕμπΔ 2012. 960, ΑΠ 870/2008 ΝοΒ 2008. 2461, Κοτσίρη, Γνμδ σε Αρμ 1986.488 επ.).

Στην προκειμένη περίπτωση ... προέκυψαν τα ακό­λουθα: Η μη εν προκειμένω διάδικος ανώνυμη εταιρεία υπό την επωνυμία «SHELLHELLAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙ­ΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ» έχει μισθώσει παρά του Ταμείου Εθνικής Οδοποιίας έκταση εξήντα στρεμμάτων, κειμένη αμφιπλεύρως της Εθνικής οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης, στο ύψος του οικισμού Κορινού Πιερίας και παρά την 447η χιλιομε­τρική θέση. Ακολούθως, δυνάμει του από 20.6.2000 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, η μισθώτρια υπεκμίσθωσε τμήμα της εκτάσεως αυτής, επιφανείας 1.204,81 τ.μ., στην ενάγουσα εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται, μεταξύ άλλων, με τη δημιουργία και εκμε­τάλλευση σταθμών εξυπηρετήσεως αυτοκινητιστών, δηλονότι πολυχώρων εστιάσεως και αναψυχής παρά το εθνικό οδικό δίκτυο της χώρας. Μετά ταύτα η ενάγουσα δημιούργησε και λειτουργεί, από δεκαετίας περίπου, στην προαναφερθείσα έκταση δύο πολυχώρους εστιά­σεως και αναψυχής ετέρωθεν της άνω οδού και δη έναν παρά το ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα και έναν παρά το αντίθετο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη, οι οποίοι διαθέ­τουν χώρους σταθμεύσεως αυτοκινήτων, εστιατόρια, καφέ και ζαχαροπλαστεία, κατάστημα πωλήσεως ημε­ρησίου και περιοδικού τύπου και τσιγάρων, μικρό πολυ­κατάστημα και παιδότοπο. Πρόκειται για μεγάλου εύρους επιχείρηση με μεγάλο αριθμό προσωπικού και μεγάλο κύκλο εργασιών. Εξ άλλου, οι εναγόμενοι διατη­ρούν, ο καθένας χωριστά, κινητές καντίνες, τις οποίες, από ετών οι περισσότεροι, άπαντες δε τουλάχιστον από των ετών 2007 και 2008 έχουν εγκαταστήσει εκατέ­ρωθεν της ιδίας, ως άνω, εθνικής οδού, στο ύψος των διοδίων των Μαλγάρων, σε χώρους εκτός του οδοστρώ­ματος, απ όπου πωλούν σε διερχόμενους αυτοκινητι­στές, αναψυκτικά, καφέ και σάντουιτς. Η πρόσβαση στις καντίνες τους γίνεται με αυτοσχέδιες ξύλινες σκά­λες, αφού βρίσκονται κάτω από το επίπεδο του οδο­στρώματος. Από τα αυτά αποδεικτικά στοιχεία προκύ­πτει, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι κατείχαν, μέχρι του έτους 2009, άδειες ασκήσεως υπαιθρίου στάσιμου εμπορίου για καντίνα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακε­δονίας και δη, η Αικ.Π. την υπ αριθ. πρωτ. 6643/2008, η Ελ.Κ. την υπ αριθ. πρωτ. 6972/2009,... Εκ των λοιπών, ο Δημ.Π. είχε λάβει, για το έτος 2009, προέγκριση χορη­γήσεως αδείας ιδρύσεως καντίνας στο Δ.Δ. των Ν. Μαλ­γάρων, ενώ άδεια, ομοία των προαναφερομένων, κατείχε, όπως κατατίθεται, και ο τελευταίος των εναγο­μένων, Σωτ.Α. μέχρι του έτους 2008. Επίσης, οι προα­ναφερόμενοι έχουν εγκαταστήσει τις καντίνες τους σε δημοτικές εκτάσεις του Δήμου Αξιού, καταβάλλοντες ή υποκείμενοι σε καταβολή των τελών χρήσεως δημοτι­κών εκτάσεων, που καθόριζε κατ έτος ο άνω Δήμος, που χορηγούσε, κατά περίπτωση, και τη σχετική άδεια μέχρι και του έτους 2009. Έκτοτε, μολονότι οι προανα­φερόμενοι υπέβαλαν αντίστοιχες αιτήσεις προς τον άνω Δήμο για παροχή αδείας χρήσεως των όπου οι καντίνες τους είναι τοποθετημένες δημοτικών εκτάσεων για τα έτη 2010 και 2011 και δη,... δεν έχουν λάβει απά­ντηση, ενώ ούτε ο άνω Δήμος ούτε άλλη εμπλεκόμενη αρχή, αν και το ζήτημα είναι γνωστό, έχουν λάβει μέτρα για την απομάκρυνση τους από την άνω θέση. Εν όψει τούτων αλλά, επί πλέον, και του γεγονότος ότι δεν αμφι­σβητήθηκε πως οι εναγόμενοι έχουν υπαχθεί κανονικά στην ασφάλιση του οικείου δημοσίου ασφαλιστικού φορέα και ότι υπόκεινται, ως εκ της επαγγελματικής ενασχολήσεως τους, στις κείμενες φορολογικές διατά­ξεις, παρίσταται εμφανές, κατ αρχάς, ότι αυτοί δεν εκδήλωσαν πρόθεση συστηματικής και συνειδητής παραβιάσεως των κειμένων νόμων, που ρυθμίζουν την άσκηση του επαγγέλματος τους, αφού καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια να λειτουργήσουν εντός των πλαισίων τους, πλην όμως, τόσο ο Δήμος Αξιού, όσο και οι λοιπές εμπλεκόμενες υπηρεσίες αδρανούν για την επίλυση, θετικά ή αρνητικά, του ζητήματος, που αφορά την επιβίωση των οικογενειών τους. Ανεξαρτήτως και πέραν τούτων, ανεξαρτήτως, δηλονότι, του γεγονότος ότι ήδη οι εναγόμενοι ασκούν την άνω επαγγελματική τους δραστηριότητα χωρίς την κατά τα άνω άδεια, η ενέργεια τους αυτή αποτελεί μεν παράβαση εξωανταγωνιστικών, και δη ηθικά και αξιολογικά αδιάφορων, κατά την ανωτέρω έννοια, διατάξεων, πλην όμως δεν προέκυψε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοι­χεία, ότι τους παρέχει οικονομικό προβάδισμα έναντι των ανταγωνιστών τους και, εν προκειμένω, της εναγούσης, όπως η τελευταία διατείνεται με την ένδικη αγωγή της. Κατ αρχάς, όπως προαναφέρθηκε, η ενά­γουσα εταιρεία διατηρεί οργανωμένους χώρους εστιά­σεως και αναψυχής, προσφέροντας μεγάλη ποικιλία προϊόντων (εδεσμάτων, ροφημάτων και ποτών) στους εκεί σταθμεύοντες αυτοκινητιστές και επιβάτες, οι οποίοι έχουν, παραλλήλως, τη δυνατότητα να ξεκουρασθούν από τον κάματο του ταξιδιού σε καθαρούς και προφυλαγμένους από το ψύχος ή τις υψηλές θερμοκρα­σίες χώρους, που διαθέτουν σύγχρονες τουαλέτες, ενώ δεν πρέπει να παραβλέπεται και το γεγονός ότι, σε παρακειμένους χώρους, που επικοινωνούν άπαντες μεταξύ τους, μισθωμένους ή υπομισθωμένους από άλλες επιχειρήσεις, λειτουργεί πρατήριο υγρών καυσί­μων αλλά και σταθμός εξυπηρετήσεως πελατών γνω­στής εταιρείας οδικής βοηθείας, πράγμα που παρέχει επί πλέον κίνητρα στους διερχόμενους αυτοκινητιστές να σταθμεύσουν στο σημείο. Αντιθέτως, οι εναγόμενοι, αφ ενός προσφέρουν ένα μικρό μέρος από τα προϊόντα που προσφέρει η ενάγουσα και αφ ετέρου δεν διαθέ­τουν καμία από τις υπόλοιπες παροχές και εξυπηρετή­σεις που παρέχει η ιδία στους πελάτες της αλλά και οι λοιπές, ως άνω, επιχειρήσεις του ευρύτερου εκεί χώρου. Δηλονότι, τελικά, τα διάδικα μέρη απευθύνονται σε δια­φορετικούς κύκλους πελατών, οι οποίοι αποζητούν εκά­στοτε διαφορετικής φύσεως υπηρεσίες από τις παρό­διες επιχειρήσεις αναψυχής, χωρίς να παροράται και η σχετικά μεγάλη απόσταση των τριάντα πέντε (35) χιλιο­μέτρων μεταξύ της επιχειρήσεως της εναγούσης και αυτών των εναγομένων, αλλά και το γεγονός ότι, οι μεν κινούμενοι προς Θεσσαλονίκη αυτοκινητιστές συναντούν αρχικά την επιχείρηση της εναγούσης και στη συνέχεια και μετά την κατά τα άνω διαδρομή τις καντί­νες των εκ των εναγομένων, Δημ.Τ. και Β.Αρ., ενώ οι λοι­ποί εναγόμενοι, που έχουν τοποθετήσει τις καντίνες τους στο αντίθετο ρεύμα, απευθύνονται όχι μόνο στους προς Αθήνα κατευθυνόμενους, αλλά και σε εκείνους με προορισμό την Εγνατία Οδό και τους παρ αυτή πολυά­ριθμους οικισμούς, που εξυπηρετούνται μέσω των εξό­δων της οδού ταύτης. Εξ άλλου, είναι αληθές ότι οι ενα­γόμενοι διαθέτουν τα είδη τους σε τιμές μικρότερες των αντιστοίχων προσφερομένων από την ενάγουσα ειδών, πλην όμως τούτο δεν είναι απόρροια του γεγονότος ότι αυτοί εξοικονομούν δαπάνες από τη μη σύννομη, δηλο­νότι χωρίς άδεια της αρμοδίας αρχής, άσκηση του επαγγέλματος τους. Ειδικότερα, κατ αρχάς, και μόνη η αυθαίρετη κατάληψη του χώρου όπου είναι εγκατεστη­μένες οι καντίνες τους, συνεπάγεται άνευ ετέρου την υποχρέωση τους σε καταβολή αποζημιώσεως χρήσεως στο Δήμο ή στο Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας, ανάλογα με το εάν οι εκτάσεις αυτές είναι δημοτικές, ανήκουσες στην κτηματική περιουσία του Δήμου Αξιού ή είναι δημόσιες, διαχειριζόμενες από το άνω Ταμείο, όπως η ενάγουσα διατείνεται. Την αποζημίωση δε αυτή δικαιού­ται και υποχρεούται ο δικαιούχος φορέας ν αναζητήσει και δικαστικά, με συνέπεια ν αποτελεί βάρος των επαγ­γελματικών δραστηριοτήτων των εναγομένων, που προσαυξάνει τις δαπάνες τους. Σε κάθε περίπτωση, και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι εναγόμενοι επωφελούνται, τελικά, της άνω δαπάνης, το ύψος αυτής, εν όψει και του μικρού, σχετικά, χώρου που καταλαμβάνουν οι καντίνες τους, δεν υπερβαίνει, όπως κατατίθεται, το ποσόν των 500 ευρώ κατ έτος, με συνέπεια το γεγονός αυτή να μη μπορεί να έχει ουσιώδη επίπτωση στη διαμόρφωση της τιμής των προσφερομένων προϊόντων τους. Με δεδο­μένο, περαιτέρω, ότι οι ίδιοι υπόκεινται σε όλες τις λοι­πές, όπως κάθε επαγγελματίας, επιβαρύνσεις (φορολο­γικές, ασφαλιστικές κ.λπ.), παρέπεται ότι η διαφορά της τιμής των προϊόντων τους, σε σχέση με αυτή των ομοει­δών προϊόντων της εναγούσης, δεν οφείλεται στην προαναφερθείσα αιτία, αλλά στο γεγονός ότι, απασχολούμενοι αυτοπροσώπως με τις επιχειρήσεις τους, έχουν τη δυνατότητα συμπιέσεως του κόστους των περιορισμένου, άλλωστε, εύρους και χαμηλού επιπέ­δου, σε σχέση με αυτών της εναγούσης, υπηρεσιών που προσφέρουν στους πελάτες τους. Σε επίρρωση της κρίσεως αυτής του Δικαστηρίου σημειωτέα και τα ακό­λουθα: Η ενάγουσα παραθέτει στο αγωγικό δικόγραφο στοιχεία εμφανίζοντα μεγάλη πτώση του κύκλου εργασιών της κατά το πρώτο τετράμηνο του έτους 2010 σε σχέση με το αντίστοιχο τετράμηνο του έτους 2009, ισχυριζόμενη ότι αυτό οφείλεται στο αθέμιτο οικονομικό προβάδισμα που εκ της προμνησθείσης αιτίας απέκτη­σαν έναντι της οι εναγόμενοι. Κατέστη όμως σαφές εκ των προαναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων ότι η κατά το χρόνο αυτό επιδείνωση των οικονομικών στοι­χείων της εναγούσης δεν μπορεί ν αποδοθεί στους ενα­γομένους, οι οποίοι, άλλωστε, ευρίσκονται στις άνω θέσεις προ του έτους 2009 και, συνεπώς, αν η δραστη­ριοποίηση τους επηρέαζε αρνητικά τα οικονομικά της εναγούσης, αυτό θα είχε αναφανεί από πολύ προγενε­στέρου χρόνου και δεν θα εμφανίζετο αιφνιδίως μόλις το πρώτο τετράμηνο του έτους 2010, αλλά οφείλεται, πέραν της γενικώς γνωστής οικονομικής κρίσεως, που ήδη από του άνω χρόνου είχε αρχίσει να επηρεάζει μει­ωτικά τις δι αυτοκινήτου μετακινήσεις, κυρίως στο γεγονός ότι καθ όλο το άνω διάστημα η προαναφερο­μένη εθνική οδός είχε, λόγω κατολισθήσεων, αποκοπεί στην περιοχή των Τεμπών, οπότε η από και προς Αθήνα και γενικά από και προς το νότιο τμήμα της χώρας κίνηση των επί της οδού αυτής οχημάτων εκτρέπετο, από σημεία προ των εγκαταστάσεων της εναγούσης, προς άλλες οδούς και κυρίως προς την Εγνατία, με συνέπεια την πολύ μεγάλη μείωση των διερχομένων από τις εγκαταστάσεις της οχημάτων, που μετέφεραν τους εν δυνάμει πελάτες της. Εν όψει πάντων τούτων το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρά των εναγομένων παρά­βαση της προαναφερομένης εξωανταγωνιστικής διατά­ξεως και δη της άνευ αδείας της διοικητικής αρχής για το έτος 2010 άσκηση του κατά τα άνω επαγγέλματος τους, δεν μπορεί να θεμελιώσει αθέμιτη, έναντι της εναγούσης, συμπεριφορά κατά τη γενική ρήτρα του άρθρου 1 του ν. 146/1914, αφ ενός γιατί δεν υπήρξε από μέρους τους διάθεση συνειδητής και συστηματικής παραβά­σεως των κειμένων νόμων επί σκοπώ κτήσεως οικονο­μικού προβαδίσματος έναντι των ανταγωνιστών τους και, εν προκειμένω της εναγούσης και αφ ετέρου γιατί, και σε κάθε περίπτωση, η κατά τα άνω συμπεριφορά τους δεν υπήρξε αντικειμενικά πρόσφορη και ικανή να παράσχει και δεν παρέσχε σ αυτούς οικονομικό, έναντι της αντιδίκου τους, προβάδισμα. Υπό τις παραδοχές αυτές, μετά ταύτα, η υπό το προαναφερθέν περιεχόμενο ένδικη αγωγή παρίσταται ουσιαστικά αβάσιμη και, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση του ομοίως έκρινε και απέρ­ριψε, για τον προαναφερθέντα λόγο, την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτί­μηση των αποδείξεων και οι τ αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της ενδίκου εφέσεως (πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος) είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 107 παρ. Ια του Κώδικα περί Δικη­γόρων, που ήταν σε ισχύ κατά τον κρίσιμο εν προκει­μένω χρόνο, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής ορίζεται σε ποσο­στό 2% επί του χρηματικού αντικειμένου της. Εφ όσον δε οι εντολείς του δικηγόρου είναι πλείονες, το ελάχι­στο, ως άνω, όριο αμοιβής του προσαυξάνεται, σύμ­φωνα με τη διάταξη του άρθρου 167 του αυτού, ως ανωτέρω, Κώδικα, κατά ποσοστό 5% για καθένα των πέραν του ενός εντολέων του, μη δυνάμενο να υπερ­βεί το διπλάσιο. Επίσης, η αμοιβή του δικηγόρου του διαδίκου για παράσταση του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ορίζεται σε 171 ευρώ με την υπ αριθμ. 1117864/2297/Α0012/2007 (ΦΕΚ Β 2422/2007) από­φαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης, η οποία και τυγχάνει εφαρμογής, ως προβλέπουσα υπέρτερα για το δικηγόρο αμοιβή από την προβλεπομένη τοιαύτη παρά της αντιστοίχου διατά­ξεως του άρθρου 109 του ιδίου, ως άνω, Κώδικα, κατά την οποία αυτή ορίζεται σε 40 μεταλλικές, ήτοι, και δεδομένου ότι εκάστη μεταλλική ισούται με 140 δραχ­μές ή 0,41 ευρώ (υπ αριθ. 12398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ΦΕΚ Β 131/21.2.1989), σε 16,49 ευρώ (ΑΠ 797/2007 ΤΝΠ-Νόμος, Εφ.Θεσ. 705/2006 ΝοΒ 2007. 916). Εξ άλλου, η αποδοτέα στο νικήσαντα διάδικο δικαστική δαπάνη καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 189 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αποδίδο­νται μόνο τ αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα, τα οποία, ειδικότερα για τον νικήσαντα εναγόμενο, περιλαμβάνουν την αμοιβή του δικηγόρου του, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατιμήσεις, σύμφωνα, δηλαδή, με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικη­γόρων και τις λοιπές συναφείς νομοθετικές ρυθμίσεις, καθώς και τα τέλη για τη χαρτοσήμανση των δικογρά­φων και των προσκομιζομένων εγγράφων. Στην προκει­μένη περίπτωση η ενάγουσα-εκκαλούσα προσβάλλει, με τον τελευταίο (επικουρικό) λόγο της εφέσεως της, την περί εξόδων διάταξη της εκκαλουμένης, παραπονουμένη ότι καταδικάσθηκε στην πληρωμή εξόδων υπέρ των εναγόντων, ύψους 2.000 ευρώ, ενώ κατά νόμο αυτά δεν υπερέβησαν το ποσόν των 1.000, ύψος στο οποίο ζητά νε περιορισθούν. Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός, αφού προσβάλλεται συγχρόνως και η ουσία της υποθέ­σεως (άρθρο 193 Κ.Πολ.Δ.) και νόμιμος (άρθρα 106,176, 183,189,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), πλην όμως παρίσταται αβά­σιμος στην ουσία του. Ειδικότερα, η ένδικη αγωγή περι­λαμβάνει, πλην του επί παραλείψει αιτήματος της, και καταψηφιστικό χρηματικό τοιούτο, με το οποίο, συγκε­κριμένα, η ενάγουσα-εκκαλούσα ζήτησε να επιδικασθεί υπέρ αυτής και σε βάρος των εναγομένων το ποσόν των 100.000 ευρώ. Συνακολούθως, τα έξοδα που ήταν αποδοτέα στους νικήσαντες στον πρώτο βαθμό ενα­γομένους ανέρχονται, σύμφωνα με τις προμνησθείσες διατάξεις, α) για την παρά των δικηγόρων τους σύνταξη των προτάσεων στο ποσόν των (100.000 Χ 2%= 2.000 + (2.000 Χ (7 Χ 5%=) 35%=) 700=) 2.700 ευρώ, β) για τη χαρτοσήμανση των προτάσεων τους στο ποσόν των 12 ευρώ και γ) για την παράσταση των συνηγόρων τους στο ποσόν των (171Χ 2=) 342 ευρώ και, συνολικά, στο ποσόν των (2.700 + 12 + 342=) 3.054 ευρώ. Εν όψει τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα υπέρ των εναγομένων σε ύψος υπολειπόμενο του νομί­μου και, συνεπώς, ο τα αντίθετα υποστηρίζων, ως άνω, τελευταίος λόγος της ενδίκου εφέσεως είναι απορρι­πτέος ως αβάσιμος, όπως και η έφεση στο σύνολο της, αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα.

******

Αθεμιτος ανταγωνισμος  κατ ‘αρθρο 559 – Παραβαση ουσιαστικου κανονα δικαιου – Σημα φημης – Οφελος τριτου – Οι προυποθεσεις υπαρξης αθεμιτου ανταγωνισμου – Συγχυση καταναλωτικου κοινου

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζομένη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος. Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.

Αριθμός 249/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 432

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 1439

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 1008

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: της εταιρείας με την επωνυμία "CISA S.p.A", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Γούσιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "LOGO Ανώνυμη Εμπορική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Κολλητικών Ουσιών, ειδών Οικιακής Χρήσης και αντιπροσωπειών" και τον διακριτικό τίτλο "LOGO A.E", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. της ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "AUTOFIX ABEE", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καρόγιαννη.

(…)

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994 συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλο μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζομένη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος. Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί υπάρξεως ή μη απομιμήσεώς του, είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού. Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντυπώσεως έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα, ώστε στους καταναλωτές να υφίσταται ο κίνδυνος συνειρμικής συσχετίσεως. Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιερώσεως μιας ενδείξεως στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποιήσεως ή απομιμήσεως πρέπει να είναι αυστηρότερες. Η συνδρομή ή όχι του κινδύνου σύγχυσης που έχει παραποιηθεί ή του οποίου έχει γίνει απομίμηση, υπόκειται ως αόριστη νομική έννοια στον αναιρετικό έλεγχο, για την εξειδίκευσή της δε κρίσιμα μπορεί να είναι και τα διδάγματα της κοινής πείρας. δ) Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ.1γ του ανωτέρω νόμου. Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία πέραν της δια τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς τον σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονομεύσεως της ιδιαιτέρας των σημάτων αυτών διακριτικής δυνάμεως. Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζομένη υπό του νομοθέτου, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως α) ο αυξημένος βαθμός καθιερώσεως του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ενδείξεως να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από τον σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαιτέρας θετικής εκτιμήσεως του καταναλωτικού κοινού, αναφορικώς με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποιήσεώς του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης (βλ. και ΔΕΚ Υπόθ. G. 375/97). Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενεστέρου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος συγχύσεως. Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στον μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υποσκάψεως δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συγχύσεώς τους από το ενδιαφερόμενο κοινό. Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητος μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή υπό του καταναλωτικού κοινού συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός ο (τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά. Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται, κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Παρά δε την γραμματική διατύπωση της διατάξεως του εδαφίου γ του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, στην οποία γίνεται μνεία περί μη παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών η διάταξη αυτή, τελολογικώς ερμηνευομένη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καταλαμβάνουσα και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από τον μη δικαιούχο προς διάκριση παρομοίων προϊόντων ή υπηρεσιών. Tούτο δε γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (βλ. Απόφαση ΔΕΚ στην υπόθεση G-408/01 ως προς την ερμηνεία του άρθρου 5§2 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 4§1γ του Ν.2239/94). Έτσι, ακόμη και αν το κοινό στο οποίο απευθύνονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες τις οποίες διακρίνει καθένα από τα συγκρουόμενα σημεία είναι ακριβώς το ίδιο ή συμπίπτει σε ορισμένο βαθμό, τα επίμαχα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ενδέχεται να είναι τόσο ανόμοια, ώστε το οικείο κοινό να μην ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του το προγενέστερο σήμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικειμένη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας" και, κατά το άρθρο 13 παρ.1 και 4 του ιδίου νόμου, "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικό γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθή υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμηση των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό ανταγωνισμού και εφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου που κατά την γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και 2) ότι για την ύπαρξη αθεμίτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η πρώτη ενάγουσα συνεστήθητο έτος 1983, με την επωνυμία "ΟΤΟΦΙΞ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Ανταλλακτικών και Αξεσουάρ Αυτοκινήτων και Ειδών Οικιακής Χρήσεως", η οποία τροποποιήθηκε, μετά από τροποποίηση του καταστατικού της κατά το έτος 1984, σε "LOGO Ανώνυμος Εμπορική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Κολλητικών Ουσιών, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Αντιπροσωπειών" και με σκοπό, όπως αυτός επαναπροσδιορίστηκε με την ίδια ως άνω τροποποίηση, μεταξύ άλλων ".....την επί κέρδει εισαγωγή και εμπορία πάσης φύσεως ειδών οικιακής χρήσεως και την εισαγωγή, εμπορία και συσκευασία πάσης φύσεως κολλητικών ουσιών". Η άνω ενάγουσα είναι δικαιούχος των ακόλουθων ημεδαπών λεκτικών σημάτων: α) του υπ' αριθ. ... σήματος"LOGO". Η δήλωση κατάθεσης αυτού υποβλήθηκε στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπουργείου Εμπορίου από τη Σ. Χ. στις 4-8-1982, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, ειδών κλειθροποιίας και κολλωδών υλών, ήτοι προϊόντων των κλάσεων 6 και 16 αντίστοιχα. Η δήλωση έγινε αμετάκλητα δεκτή στο σύνολό της και το σήμα καταχωρήθηκε, κατ' άρθρο 13 α.ν. 1998/1939, στο βιβλίο ημεδαπών σημάτων. Το έτος 1983 η προαναφερόμενη Σ. Χ. μεταβίβασε το επί του σήματος δικαίωμά της στην πρώτη ενάγουσα και η σχετική μεταβίβαση καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο, κατ' άρθρο 20 του ίδιου ως άνω α.ν. 1998/1939. Μετά από αίτηση της δικαιούχου, η προστασία του σήματος παρατάθηκε για μία ακόμη δεκαετία, που αρχίζει από 4-8-2002 (άρθρο 21 του Ν. 2239/1994) και β) του υπ' αριθ. ... σήματος "LOGO Στιγμής". Η δήλωση κατάθεσης αυτού υποβλήθηκε στο Τμήμα Καταθέσεως Σημάτων του τότε Υπουργείου Εμπορίου από τη Σ. Χ. στις 4-8-1982, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, ειδών κλειθροποιίας και κολλωδών υλών, ήτοι προϊόντων των κλάσεων 6 και 16 αντίστοιχα. Η δήλωση έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 6290/1986 αμετάκλητη απόφαση της Δ.Ε.Σ., συντάχθηκε δε η από 17-5-1994 πράξη καταχώρησης στο βιβλίο ημεδαπών σημάτων, κατ' άρθρο 13 α.ν. 1998/1939. Μετά από αίτηση της δικαιούχου, η προστασία του σήματος παρατάθηκε για μία ακόμη δεκαετία, που αρχίζει από 6-2-2004 (άρθρο 21 Ν. 2239/1994). Η δεύτερη ενάγουσα συνεστήθη κατά το έτος 1984 και έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή, συσκευασία, παραγωγή και εμπορία πάσης φύσεως κολλητικών ουσιών αμέσου συγκολλήσεως. Με το υπ' αριθ. .../4-12-1991 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευαγγελίας Τρέζου-Διαμαντοπούλου, η πρώτη ενάγουσα παραχώρησε στη δεύτερη άδεια χρήσεως των προαναφερθέντων σημάτων για το σύνολο των καλυπτομένων προϊόντων. Όσον αφορά το υπ' αριθ. ... σήμα, η σύμβαση παραχωρήσεως καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο, δυνάμει της υπ' αριθ. 8193/1992 απόφαση της Δ.Ε.Σ. Αντίθετα, δεν προκύπτει καταχώρηση της συμβάσεως καταχώρησης του υπ' αριθ. ... σήματος και, συνεπώς, ως προς το σήμα τούτο η αγωγή της δεύτερης ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τα παραπάνω σήματα οι ενάγουσες επιθέτουν στα προϊόντα που διαθέτουν στο εμπόριο και συγκεκριμένα σε κόλλες, κυρίως άμεσης συγκόλλησης, καθώς και σε είδη που πωλούνται σε χρωματοπωλεία κα σιδηροπωλεία, όπως δίσκους και τροχούς κοπής, τροχούς λείανσης, βίδες, τρυπάνια και λοιπά συναφή αντικείμενα, χωρίς να έχουν επεκταθεί σημαντικά στα είδη κλειθροποιίας. Τα σήματα αυτά δεν έχουν φθαρεί, αφού δεν χρησιμοποιούνται ευρέως από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, όσον αφορά δε τις κόλλες, μετά από πολυετή και ευρεία διαφήμιση, έχουν καθιερωθεί πανελλαδικά στις συναλλαγές με το σήμα αυτό, λόγω του ότι κυκλοφορούν επί πολλά έτη στην ελληνική αγορά και απευθύνονται σε ευρύτατο κύκλο καταναλωτών, οι οποίοι της περιβάλλουν με μεγάλη εκτίμηση και εμπιστοσύνη, ενώ ταυτόχρονα η λέξη LOGO αποτελεί την επωνυμία της πρώτης ενάγουσας-εκκαλούσας, καθώς και τον διακριτικό της τίτλο. Κατ' αυτόν τον τρόπο τα σήματα αυτά των εναγουσών έχουν αποτυπωθεί στην αντίληψη του μέσου καταναλωτή ως στοιχείο προσδιοριστικό της προέλευσης των συγκεκριμένων προϊόντων από τις επιχειρήσεις των εναγουσών και, συνεπώς, είναι σήματα φήμης στον ελληνικό χώρο, στα οποία παρέχεται διευρυμένη νομική προστασία, που δεν συναρτάται οπωσδήποτε με την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης από το ενδιαφερόμενο κοινό. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εδρεύουσα στην Ιταλία εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών κλειθροποιίας και διαθέτει στην αγορά κλειδαριές, επί των οποίων επιθέτει την λέξη "Cisa", με απεικόνιση ρόμβου, σύνθεση που έχει καταχωρισθεί ως κοινοτικό σήμα, με αριθμούς ... (στο οποίο ο ρόμβος τίθεται πριν από τη λέξη), αλλά και στην Ελλάδα ως αλλοδαπό σήμα, με αριθμό ... (όπου η λέξη αναγράφεται εντός του ρόμβου), τα σήματά της δε αυτά χαίρουν ιδιαίτερης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό. Στις αρχές του έτους 2003 η εναγομένη εισήγαγε στην Ελλάδα και διέθεσε στην αγορά κλειδαριές, στο σώμα και στην συσκευασία των οποίων τίθεται το προαναφερόμενο σύνθετο κοινοτικό σήμα, δηλαδή η απεικόνιση ρόμβου και η λέξη "CISA", αναγραφόμενη με μεγάλη γραμματοσειρά, κάτω δε από αυτό αναγράφονται, με μικρότερη γραμματοσειρά, οι λέξεις "LOGO Line". Το λεκτικό τμήμα του σημείου της εναγομένης παρουσιάζει μια μέση μεν οπτική και ηχητική ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα της πρώτης ενάγουσας, καθώς η μοναδική λέξη του τελευταίου είναι η μεσαία του πρώτου, χαμηλότερη δε ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα αυτής, αφού το τελευταίο απαρτίζεται από της λέξεις "LOGO Στιγμής", από τις οποίες μόνο η πρώτη χρησιμοποιείται ως μεσαία λέξη στο σημείο της εναγομένης. Εφόσον, όμως υπάρχει κάποιος βαθμός ομοιότητας μεταξύ των φημισμένων σημάτων των εναγουσών και αυτού της εναγομένης, ανεξαρτήτως του ότι τα πρώτα απέκτησαν την ιδιαίτερη φήμη τους σε σχέση με τα προϊόντα της κλάσεως 16 (κολλωδών υλών) και όχι με τα προϊόντα της κλάσεως 6 (ειδών κλειθροποιίας), δεν επιτρέπεται η χρησιμοποίηση του σημείου LOGO από την εναγομένη, αφού η χρήση του προσπορίζει σ' αυτήν, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος, με την μεταφορά στα προϊόντα που παράγει και εμπορεύεται, της καλής εντύπωσης που έχουν για τα σήματα των εναγουσών οι συναλλασσόμενοι, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι δικαιούχοι των σημάτων φήμης ενάγουσες βρίσκονται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή ότι έχουν επεκτείνει την δραστηριότητά τους και στα προϊόντα της τελευταίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο η εναγομένη, αφενός μεν αποκτά προς όφελός της πελατεία και καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια των σηματούχων εναγουσών να καθιερώσουν τα σήματά τους στην αγορά, αφετέρου δε αποδυναμώνει την διακριτική δύναμη των σημάτων των τελευταίων, καθώς και της επωνυμίας της πρώτης τούτων, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η λέξη LOGO αποτελεί και την εμπορική επωνυμία αυτής. Η προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία γνώριζε ότι οι ενάγουσες έχουν νόμιμα κατοχυρώσει τα προαναφερόμενα σήματά τους και ότι με την εκ μέρους της χρήση αυτών υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και συνειρμική συσχέτιση των προϊόντων της με αυτά των εναγουσών, προσκρούει στο αίσθημα του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και, επομένως, βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη. Προέβη δε η εναγομένη στην ενέργεια αυτή με σκοπό να εκμεταλλευθεί τη σύγχυση που θα δημιουργηθεί στο καταναλωτικό κοινό και να ανταγωνιστεί αθέμιτα τις ενάγουσες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν.146/1914. Επίσης, από την παράνομη και υπαίτια χρήση των σημάτων τους εκ μέρους της εναγομένης, τη βλάβη που προκλήθηκε στο διακριτικό χαρακτήρα τους και την απώλεια της ελκτικής τους δύναμης, τρώθηκε το κύρος και αξιοπιστία των εναγουσών, οι οποίες υπέστησαν ηθική βλάβη. Δικαιούνται συνεπώς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, ανερχομένης, μετά τη συνεκτίμηση του βαθμού του πταίσματος των εκπροσώπων της εναγομένης, της έκτασης της προσβολής και της οικονομικής κατάστασης των μερών, στο ποσό των 10.000 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και στο ποσό των 7.000 ευρώ για τη δεύτερη......Με βάση τα παραπάνω, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, το πρωτοβάθμιο δε Δικαστήριο, το οποίο, ενώ δέχτηκε ότι τα σήματα των εναγουσών είναι σήματα φήμης, απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίνοντας ότι τα προϊόντα που διακρίνονται είναι ανόμοια και δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τον βάσιμο περί τούτου λόγο εφέσεως". Ενόψει των παραπάνω παραδοχών του το Εφετείο, εξαφάνισε την αντιθέτως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή, ακολούθως δε δέχθηκε κατά ένα μέρος την τελευταία και υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα): α) να άρει την προσβολή, με την απόσυρση από την ελληνική αγορά κάθε προϊόντος της και κάθε συσκευασίας αυτού, που φέρει την ένδειξη "LOGO", β) να παραλείπει στο μέλλον τη χρήση της έδειξης αυτής επί των προϊόντων της και των συσκευασιών τους, γ) να καταβάλει νομιμοτόκως στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 10.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 7.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και δ) να διαταχθεί η δημοσίευση περίληψης της αποφάσεώς του σε μία ημερήσια εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας, με μέριμνα και δαπάνες της εναγομένης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4§1 εδ.α`, β` και γ`, 18§1 και 26 του Ν.2239/1994, καθώς και εκείνες των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν. 146/1914, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, ότι παρά τον μικρό βαθμό ομοιότητας μεταξύ των φημισμένων σημάτων των εναγουσών και αυτού της εναγομένης, με την χρήση της λέξης "LOGO" στα τελείως διαφορετικά προϊόντα των διαδίκων (κολλώδεις ουσίες το φημισμένο σήμα των πρώτων, είδη κλειθροποιίας της δεύτερης), υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό και συνειρμική συσχέτιση των προϊόντων της με αυτά των εναγουσών, με συνέπεια αυτό να προσκρούει στο αίσθημα του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση και, επομένως, βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ότι αυτό έγινε με σκοπό να εκμεταλλευθεί τη σύγχυση που θα δημιουργηθεί στο καταναλωτικό κοινό και να ανταγωνιστεί αθέμιτα τις ενάγουσες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 1 και 13 παρ, 1 και 4 του ν. 146/1914, δεν πληρούσαν το πραγματικό των προπαρατεθεισών διατάξεων. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο: α) ότι τα κατοχυρωμένα στην Ελλάδα σήματα των εναγουσών "LOGO" και "LOGO Στιγμής" που αφορούν μόνο τα προϊόντα αυτών της κλάσεως 16 (κολλωδών υλών) αποτελούν "σήματα φήμης", β) ότι η εναγομένη, η οποία δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας ειδών κλειθροποιίας και διαθέτει στην αγορά κλειδαριές, επί των οποίων επιθέτει την λέξη "Cisa", με απεικόνιση ρόμβου, σύνθεση που έχει καταχωρισθεί ως κοινοτικό σήμα, με αριθμούς ... (στο οποίο ο ρόμβος τίθεται πριν από τη λέξη), αλλά και στην Ελλάδα ως αλλοδαπό σήμα, με αριθμό ... (όπου η λέξη αναγράφεται εντός του ρόμβου), τα σήματά της δε αυτά χαίρουν ιδιαίτερης φήμης στο οικείο καταναλωτικό κοινό γ) ότι η εναγομένη εισήγαγε στην Ελλάδα και διέθεσε στην αγορά κλειδαριές, στο σώμα και στην συσκευασία των οποίων τίθεται το προαναφερόμενο σύνθετο κοινοτικό σήμα, δηλαδή η απεικόνιση ρόμβου και η λέξη "CISA", αναγραφόμενη με μεγάλη γραμματοσειρά, κάτω δε από αυτό αναγράφονται, με μικρότερη γραμματοσειρά, οι λέξεις "LOGO Line" και δ) ότι το λεκτικό τμήμα του σημείου της εναγομένης παρουσιάζει μια μέση μεν οπτική και ηχητική ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα της πρώτης ενάγουσας, καθώς η μοναδική λέξη του τελευταίου είναι η μεσαία του πρώτου, χαμηλότερη δε ομοιότητα με το υπ' αριθ. ... σήμα αυτής, αφού το τελευταίο απαρτίζεται από της λέξεις "LOGO Στιγμής", από τις οποίες μόνο η πρώτη χρησιμοποιείται ως μεσαία λέξη στο σημείο της εναγομένης. Οι παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεν συνιστούν "παραποίηση" ή "απομίμηση", αλλά ούτε και εμφανή "ομοιότητα" των σημάτων των εναγουσών με την κατά τον ανωτέρω τρόπο επίθεση στα προϊόντα και την συσκευασία που παράγει και εμπορεύεται η εναγομένη του ανωτέρω σύνθετου σήματός της, στο οποίο περιέχονται κατ' επουσιώδη και μη διακριτό ευχερώς από το μέσο καταναλωτή τρόπο οι λέξεις "LOGO Line", η πρώτη των οποίων εμπεριέχεται στα σήματα των εναγουσών. Και τούτο διότι, ο μικρός και επουσιώδης βαθμός ομοιότητας των συγκρουόμενων σημείων, αλλά και η ανομοιότητα των προϊόντων που αυτά διακρίνουν (κολλώδεις ουσίες - κόλλες - για το γραφείο ή το σπίτι ή για κάθε άλλη χρήση των εναγουσών και κλειδαριές της εναγομένης), δεδομένου ότι η σύγκριση γίνεται μόνο με τις κολλώδεις ουσίες, αφού η φήμη των σημάτων των εναγουσών, κατά τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, συνέχεται μόνο με το προϊόν αυτό, δεν αφήνει κανένα περιθώριο εμφανούς "ομοιότητας", πολύ δε περισσότερο "απομίμησης" ή "παραποίησης" των σημάτων των εναγουσών, αφού ο μέσος καταναλωτής των συγκεκριμένων προϊόντων της εναγομένης (κλειδαριές) δεν ανακαλεί συνειρμικά στη μνήμη του τα σήματα "LOGO" και "LOGO Στιγμής", όταν αντικρίζει το μεταγενέστερο σημείο της εναγομένης, ώστε να μην υφίσταται κίνδυνος, όχι μόνον συγχύσεως, αλλά ούτε και συσχετίσεως ως προς την προέλευση των προϊόντων της εναγομένης, και να μη δημιουργείται έτσι η εντύπωση στο μέσο καταναλωτή ότι οι δικαιούχοι των σημάτων φήμης ενάγουσες βρίσκονται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με την εναγομένη ή ότι έχουν επεκτείνει την δραστηριότητά τους και στα προϊόντα της τελευταίας, ούτε να δημιουργείται με την χρήση του άνω διακριτικού γνωρίσματος της εναγομένης στα προϊόντα της αθέμιτος ανταγωνισμός εις βάρος των εναγουσών, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 1 και 13 παρ.1 και 4 του ν. 146/1914, αφού κανένας κίνδυνος δεν υφίσταται να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό όταν αντικρίζει τα τελείως ανόμοια προϊόντα των διαδίκων, στα οποία απεικονίζονται τα χωρίς εμφανή ομοιότητα σήματά τους. Επομένως, ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως, όπως αυτός συμπληρώνεται, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, από τον εισηγητή, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2544/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). ). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2544/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αθεμιτος ανταγωνισμος υφισταται όταν εχουμε σκοπο του ανταγωνισμου καποιου ατομου από προθεση

Κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ωφελούμενου από τον ανταγωνισμό και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης.

Αριθμός 991/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 73

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΣΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Καλλιόπη Τσιάγκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Της εταιρείας με την επωνυμία "…", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον H. H., κάτοικο ... και 2.Της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ALDI HELLAS SUPERMARKET ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΠΕ & ΣΙΑ ΕΕ", ήδη υπό εκκαθάριση, η οποία εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα από την ομόρρυθμη εταίρο και εκκαθαριστή αυτής εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ALDI Ελλάς Supermarket Συμμετοχική ΕΠΕ", η οποία εδρεύει στον Δήμο … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παρασκευά Αρβανιτάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαΐου 2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18058/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 886/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19 Ιουλίου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 1 Νοεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στη δικαστική δαπάνη τους.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 866/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε την από 15.10.2010 έφεση της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 18058/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 20.5.2010 αγωγή της αναιρεσείουσας σε σχέση με τις αξιώσεις της από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, που όπως ισχυρίζεται προκλήθηκε σε βάρος της από τη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή της κατά τις αξιώσεις της αυτές, ενώ ως προς τις λοιπές προβαλλόμενες με την ένδικη αγωγή της αξιώσεις της από την επικαλούμενη παράνομη από μέρους της δεύτερης αναιρεσίβλητης προσβολή του αλλοδαπού σήματος SINGER, του οποίου αυτή (αναιρεσείουσα) έχει την άδεια της αποκλειστικής χρήσης στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, η αγωγή της απορρίφθηκε ως αόριστη ήδη με την πρωτόδικη απόφαση, που επικυρώθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό με την εφετειακή απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξης και προς ανόρθωση της ζημίας που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση για τη δημιουργία αξίωσης προς παράλειψη πράξης που γίνεται από το φορέα επιχείρησης κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού υπάρχει όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενίσχυσης του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικά πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του ωφελούμενου από τον ανταγωνισμό και τρίτων, οι οποίοι πάντως δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά μόνον από εκείνη που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξης. Η ύπαρξη σκοπού ανταγωνισμού είναι ζήτημα πραγματικό που δεν ελέγχεται αναιρετικά, ενώ αόριστη νομική έννοια, δηλαδή έννοια που ο νομοθέτης απέφυγε να ρυθμίσει ως προς το αναγκαίο πλάτος και βάθος της, αποτελούν τα χρηστά ήθη, ως προς τα οποία, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία αυτά εξειδικεύονται, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών αποτελούν κατ' αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1346/2000, 55/2003). Ωστόσο η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο δηλαδή προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ' επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό δεν συνιστά αφ' εαυτής αθέμιτη ενέργεια η διατάραξη συμβάσεων αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής με οργάνωση δικτύου, δηλαδή συμβάσεων μεταξύ επιχειρήσεων που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε διαφορετικό η κάθε μια επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής (κάθετες συμφωνίες ή συμπράξεις), εισάγοντας ποικίλους περιορισμούς (τιμολογιακούς, γεωγραφικούς, πελατειακούς κλπ) στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, που είναι ανεκτοί, εφόσον είναι συμβατοί με τις διατάξεις των άρθρ. 101 και 102 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρ. 81 και 82 της ΣΕΚ), 1 και 2 του ν. 3959/2011 (πρώην άρθρ. 1 και 2 του ν. 703/1977) και του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 330/2010/ΕΕ, που αντικατέστησε από 1.6.2010 τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 2790/ 1999/ΕΚ, ρυθμίζοντας, όπως και αυτός, κατά κατηγορίες συγγενών συμφωνιών (en bloc) την απαλλαγή τους από τις δεσμεύσεις της παρ. 1 του άρθρ. 101 της ΣΛΕΕ (βλ. και ΔΕΚ 25.10.1977, METRO Ι, 26/1976, σκέψεις 20 και 21, Συλλ 1977.567? ΑΠ 1063/2011). Έτσι η ύπαρξη σύμβασης αποκλειστικής διανομής ναι μεν δημιουργεί ενοχικής φύσης δέσμευση για τα μέρη, την οποία υποχρεούνται να σέβονται και μάλιστα αν η σύμβαση είναι μέρος δικτύου επιλεκτικής διανομής υποχρεούνται οι περισσότεροι διανομείς να μην συναλλάσσονται με διανομείς εκτός δικτύου (ΔΕΚ 25.10.1977, METRO Ι, 26/1976, σκέψη 27, Συλλ 1977.567), αφού τότε το όλο σύστημα θα καθίστατο de facto μη επιλεκτικό, όμως τρίτοι, που δεν καλύπτονται από τον ενοχικό δεσμό της σύμβασης αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής, δεν εμποδίζονται από τις αντίστοιχες ρήτρες αποκλειστικότητας των συμβάσεων αυτών να προβούν σε διακίνηση γνήσιων προϊόντων του δικτύου επιλεκτικής διανομής μεταξύ των περισσότερων αγορών του δικτύου, δηλαδή σε εισαγωγές ή εξαγωγές παράλληλες με αυτές των αποκλειστικών διανομέων του δικτύου με σκοπό τη διάθεση των προϊόντων στην αντίστοιχη αγορά (ΔΕΚ 25.10.1983, AEG, 107/1982, σκέψη 96, Συλλ 1983.3151), αφού ο φορέας του σχετικού δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας με ισχύ σε συγκεκριμένη εθνική ή και υπερεθνική περιοχή, όπως αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανάλωσε το δικαίωμά του με τη θέση ήδη του προϊόντος σε κυκλοφορία στην περιοχή ισχύος του δικαιώματός του, με συνέπεια να μην μπορεί έκτοτε να ελέγξει την κυκλοφορία του στην ίδια περιοχή. Η αρχή αυτή της ανάλωσης του δικαιώματος προκειμένου για σηματοδοτημένα προϊόντα που κυκλοφορούν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο αποτελεί ευθεία ρύθμιση που περιέχεται στο άρθρ. 7 της Οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 και αντίστοιχα στο άρθρ. 128 του ν. 4072/2012 για τα σήματα (πρώην άρθρ. 20§3 του ν. 2239/1994), γίνεται όμως η επιφύλαξη ότι ανάλωση δεν επέρχεται, αν ο σηματούχος έχει εύλογη αιτία να αντιταχθεί στην μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων (ΔΕΚ 1.7.1999, Sebago, C-173/98, Συλλ 1999.Ι-4103? ΔΕΚ 23.4.2002, Boehringer Ingelheim, C-143/00, σκέψεις 18 και 31, Συλλ 2000.Ι-3759). Εφόσον λοιπόν η θέση σε κυκλοφορία προϊόντος, που προστατεύεται με δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας και γίνεται με τη συναίνεση του δικαιούχου, οδηγεί στην ελεύθερη πλέον κυκλοφορία του προϊόντος μέσα στα όρια της περιοχής ισχύος του σχετικού δικαιώματος, έπεται ότι η εισαγωγή και η κυκλοφορία του από οποιονδήποτε και αν γίνεται στην περιοχή αυτή είναι κατ' αρχήν θεμιτή και δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, εκτός αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, που πάντως είναι ανεξάρτητες από το ίδιο το γεγονός της εισαγωγής και κυκλοφορίας, όπως προπάντων συμβαίνει όταν ο παράλληλος εισαγωγέας συντελεί με απειλές ή παραπλανητικές δηλώσεις και παραστάσεις στην αθέτηση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διάθεσης των προϊόντων του ή κατά τον ίδιο τρόπο εξαναγκάζει ή παραπλανά διανομέα του συστήματος αυτού να προκαλέσει ρήγμα στο σύστημα. Η παράλληλη εισαγωγή δεν είναι αθέμιτη ακόμη και αν αφορά προϊόντα για τα οποία έχει συμφωνηθεί ρήτρα απαγορευτική της πολλαπλής εξαγωγής τους σε περισσότερα διαδοχικά κράτη ή αν ο εισαγωγέας γνωρίζει την ύπαρξη αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων στο κράτος εισαγωγής τους και μάλιστα ότι αυτός επένδυσε στη δημιουργία δικτύου διανομής, ενώ και η διάθεση των προϊόντων μετά την εισαγωγή τους σε τιμές μικρότερες απ' αυτές του επίσημου διανομέα δεν αρκεί για να καταστήσει αθέμιτη την όλη ανταγωνιστική συμπεριφορά του παράλληλου εισαγωγέα, ο οποίος δικαιούται εξ άλλου να χρησιμοποιεί και το σήμα του παραγωγού στο μέτρο που δεν το υποβαθμίζει και η χρήση του είναι αναγκαία για να αναγγείλει στο καταναλωτικό κοινό τη διάθεση των εισαγόμενων προϊόντων (ΔΕΚ 23.2.1999, BMW, C-63/1997, Συλλ 1999.Ι-905), τα οποία καλύπτονται και αυτά από την εγγύηση ποιότητας του παραγωγού (ΔΕΚ 10.12.1985, ΕΤΑ Fabriques d' Ebauches, 31/85, σκέψη 18, Συλλ 1985.3933). Γενικότερα η σχετικότητα των ενοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπει την προστασία των συμβαλλομένων έναντι προσβολών των δικαιωμάτων τους από τρίτους παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κυρίως όταν θίγονται τα χρηστά ήθη (βλ. άρθρ. 919 ΑΚ), οπότε σε επίπεδο ανταγωνιστικής συμπεριφοράς η προσβολή είναι ασφαλώς αθέμιτη και απαγορευμένη κατά την έννοια του άρθρ. 1 του ν. 146/1914. Έτσι η διατάραξη από τρίτο σύμβασης αποκλειστικής ή και επιλεκτικής διανομής δεν είναι αθέμιτη απλώς και μόνον επειδή ο τρίτος γνωρίζει την ύπαρξή της, ενδέχεται όμως να συνιστά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά όταν ο τρίτος με σκοπό να αποκτήσει οικονομικό προβάδισμα στην εσωτερική αγορά έναντι των ανταγωνιστών του έχει διαβεβαιώσει ψευδώς τον συμβατικά δεσμευόμενο παραγωγό ή διανομέα ότι τα προϊόντα του προορίζονται για περιοχή όπου δεν ισχύει η δέσμευσή του. Κατά την ίδια έννοια η υποτίμηση ως πράξη ανταγωνιστική είναι κατ' εξαίρεση

αθέμιτη, όταν αποβλέπει στην εκτόπιση ανταγωνιστή ή πολύ περισσότερο όλων των ανταγωνιστών από την αγορά (διακινδύνευση αγοράς) και μάλιστα όταν επιτυγχάνεται με παράβαση συμβατικών ή νόμιμων δεσμεύσεων, που αποφέρει οικονομικό όφελος μετακυλιόμενο στην τιμή του προϊόντος, ενδεικτικά δε για το σκοπό αυτό κριτήρια αποτελούν η έκταση και η ένταση της υποτίμησης, η οποία είναι επίσης αθέμιτη κατά το άρθρ. 7§12 του ν. 146/1914, όταν λειτουργεί ως διαφήμιση "κράχτης" έναντι των καταναλωτών. Αθέμιτα κατά την έννοια του άρθρ. 1 του ν. 146/1914 ενεργεί και όποιος, άμεσα ή έμμεσα, εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης προκειμένου η θετική για την αξία των προϊόντων της γνώμη των καταναλωτών να μεταφερθεί συνειρμικά και στη δική του επιχείρηση (image transfer) ή πολύ περισσότερο για να εκληφθεί η επιχείρησή του ως μέλος δήθεν του δικτύου διανομής της ξένης επιχείρησης (παρασιτικός ανταγωνισμός), όπως αυτό ενδέχεται να συμβεί με την επιλεκτική, αλλά οπωσδήποτε συχνή, προσφορά στο καταναλωτικό κοινό προϊόντων της επιχείρησης αυτής. Η εσφαλμένη στην αντίληψη των καταναλωτών διασύνδεση μιας επιχείρησης με ανταγωνιστική επιχείρηση μπορεί να οφείλεται και σε ανακριβείς γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις που γίνονται δημόσια ως εκδήλωση ενεργητικής συμπεριφοράς (παραπλανητική διαφήμιση), οπότε πρόκειται για παράνομο ανταγωνισμό κατά την έννοια των άρθρ. 3 ή 13 του ν. 146/1914, ενώ η σιωπή εξομοιώνεται με αρνητική δήλωση μόνον όταν υπάρχει υποχρέωση από ειδική διάταξη νόμου ή κατά την καλή πίστη για ενημέρωση ως προς την έλλειψη διασύνδεσης. Όμως και άλλες συμπεριφορές, οι οποίες δεν έχουν τα χαρακτηριστικά καθαυτό γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης, ενδέχεται να είναι αθέμιτες και συνεπώς απαγορευμένες κατά το άρθρ. 1 του ν. 146/1914, εφόσον με τη μορφή κυρίως της άμεσης ή έμμεσης παρασιτικής διαφήμισης οδηγούν σε σύγχυση τους καταναλωτές, προσβάλλοντας τις αρχές της αλήθειας και της αντικειμενικότητας. Στο πλαίσιο αυτό και η έλλειψη συμμόρφωσης ή η ελλιπής συμμόρφωση με υποχρεώσεις από το ν. 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, εφόσον παράλληλα επιδρά αρνητικά στη λειτουργία της αγοράς, συνιστά επίσης περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη με την αγωγή αυτή ότι έχει την άδεια αποκλειστικής χρήσης του σήματος SINGER στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και ότι στην ίδια περιοχή είναι αποκλειστική διανομέας των προϊόντων με το σήμα αυτό και μάλιστα μετέχει σε διεθνές κλειστό δίκτυο επιλεκτικής διανομής των ίδιων προϊόντων, στο οποίο μετέχει και η πρώτη των αναιρεσιβλήτων ως αποκλειστική διανομέας των προϊόντων SINGER στην Αυστρία και στην Ελβετία, έχοντας όλα τα μέλη του δικτύου την υποχρέωση έναντι της παραγωγού εταιρείας να μην εξάγουν τα προϊόντα SINGER σε περιοχή άλλη από αυτή για την οποία τους παραχωρήθηκε το δικαίωμα της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων, πρόβαλε αξιώσεις άρσης και παράλειψης στο μέλλον των πράξεων αθέμιτου και παράνομου ανταγωνισμού, που κατά τους ισχυρισμούς της μετήλθαν σε βάρος της οι αναιρεσίβλητες, καθώς και συναφείς κατ' αυτών αξιώσεις της αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της για την ίδια αιτία, επικαλούμενη ειδικότερα ότι οι αναιρεσίβλητες διατάραξαν ανεπίτρεπτα το κλειστό δίκτυο επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER με σκοπό να την ανταγωνισθούν αθέμιτα και να αποκτήσουν έτσι σε βάρος της αντίστοιχο περιουσιακό όφελος, αφού η μεν πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση συμβατικής υποχρέωσής της, δέχθηκε να εξαγάγει στην Ελλάδα ραπτομηχανές με το σήμα SINGER, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη, για λογαριασμό της οποίας εξήχθησαν οι ραπτομηχανές, τις εισήγαγε και τις διέθεσε στην ελληνική αγορά χωρίς να είναι η ίδια μέλος του κλειστού δικτύου επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER, μ' αποτέλεσμα από τη διάθεση των ως άνω ραπτομηχανών, που αναγγέλθηκε με διαφημιστικό φυλλάδιο στις 18.1.2009 ως ιδιαίτερα ευνοϊκή προσφορά και έγινε στις 22.1.2009 από τα εκπτωτικά καταστήματα (discounter supermarkets) της δεύτερης αναιρεσίβλητης στην ιδιαίτερα χαμηλή των 99,99 ευρώ για κάθε ραπτομηχανή αντί της κανονικής τιμής των 289 ευρώ, δηλαδή λειτούργησε ως διαφήμιση "κράχτης" και για τα λοιπά είδη των καταστημάτων αυτών, να δημιουργηθεί η εσφαλμένη εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη ήταν δήθεν μέλος του δικτύου διανομής της αναιρεσείουσας και ότι συνεπώς θα καλύπτονταν από τις παρεχόμενες από το δίκτυο αυτό υπηρεσίες εξυπηρέτησης και οι ραπτομηχανές, που η δεύτερη αναιρεσίβλητη, εκμεταλλευόμενη τη μεγάλη επιχειρηματική φήμη της αντιδίκου της, συγχρόνως όμως υποβαθμίζοντας τη φήμη των προϊόντων SINGER, διέθεσε στους καταναλωτές, τους οποίους, ωστόσο, δεν ενημέρωσε, όπως όφειλε, για το ότι η ίδια δεν θα παρείχε μετά των πώληση των ραπτομηχανών υπηρεσίες εξυπηρέτησης (after sales service). Το Εφετείο έκρινε μη νόμιμες τις σχετικές από τον αθέμιτο ανταγωνισμό ως άνω αξιώσεις της αναιρεσείουσας και απέρριψε ως προς αυτές την ένδικη αγωγή της, που είχε με την πρωτόδικη απόφαση απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το ίδιο κεφάλαιο, διαλαμβάνοντας μεταξύ άλλων στην παραδεκτά επισκοπούμενη απόφασή του και τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Η παράλληλη εισαγωγή από τη δεύτερη εναγομένη (δεύτερη αναιρεσίβλητη) των ένδικων ραπτομηχανών, των οποίων την αποκλειστική εισαγωγή και αντιπροσώπευση στην Ελλάδα έχει η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) και οι οποίες δεν φέρονται ποσώς ως μη γνήσιες, αλλά προέρχονται από την ίδια κατασκευάστρια εταιρεία, δεν αποτελεί αυτή καθ' εαυτή, όπως και η διάθεσή τους στην ελληνική αγορά, εκτός του επιλεκτικού δικτύου διανομής, ανταγωνιστική συμπεριφορά, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, ώστε να είναι δυνατή η απαγόρευσή της κατά τη διάταξη του άρθρ. 1 του ν 146/1914, δεδομένου, περαιτέρω, ότι και οι επικαλούμενες συνθήκες διαθέσεως αυτών στην ελληνική αγορά από τη δεύτερη εναγομένη δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν ανταγωνιστική συμπεριφορά, που αντίκειται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού..., ούτε και αδικοπρακτική συμπεριφορά... Ειδικότερα, η παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με βάση το στοιχείο της διαφημίσεως ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, δεδομένου ότι προκειμένου περί προϊόντος παγκοσμίως κυκλοφορούντος η συμβολή της γενόμενης από έναν έκαστο των αποκλειστικών διανομέων διαφημίσεως, προστιθέμενη στη σωρεία των παραλλήλων ανά τον κόσμο διαφημίσεων, στερείται κάθε αυτοτέλειας και η επιβολή του προϊόντος δεν μπορεί να αποδίδεται στον αποκλειστικό αντιπρόσωπο, μάλιστα δε σε κάθε περίπτωση και κατά το μέτρο, κατά το οποίο ήθελε εμφανίσει κάποιος το γεγονός αυτό ως οφειλόμενο στη διαφημιστική δραστηριότητα του αποκλειστικού αντιπροσώπου, ο τελευταίος ενεργεί τη διαφήμιση με δικό του κίνδυνο και δεν μπορεί να απαιτηθεί να περιορίζονται τα αποτελέσματά της μόνο σ' αυτόν, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον έμπορο εκείνο, ο οποίος εισάγει για πρώτη φορά στην αγορά νέο προϊόν και δεν μπορεί να απαιτήσει να μην πωλούν αυτό άλλοι έμποροι. Ομοίως, η παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και δεν είναι πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού με την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 1 του ν. 146/1914 ούτε από το γεγονός ότι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος διατηρεί ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής του προϊόντος (service), καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση, η οποία μερικές φορές είναι περισσότερο αποδοτική από εκείνη της πωλήσεως του προϊόντος και επιπλέον οι υπηρεσίες επισκευής ουδέποτε είναι αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελεύθερων επιχειρήσεων επισκευής, όπου καταφεύγουν κατά βούληση οι κάτοχοι του προϊόντος. Επίσης, οι συνθήκες διαθέσεως του ένδικου προϊόντος αποκλείουν εξ αντικειμένου την επικαλούμενη σύγχυση του καταναλωτικού κοινού, περί του εάν τα καταστήματα της δεύτερης εναγομένης είναι ενταγμένα στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής της ενάγουσας, δεδομένου, ειδικότερα, ότι, όπως αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, από τα καταστήματα της ενάγουσας, προορισμένα για τη διάθεση προϊόντων οικιακής χρήσεως, που συνήθως διατίθενται από όμοια καταστήματα (super markets), η άπαξ εκάστοτε διάθεση ανομοιογενών των συνήθως πωλούμενων προϊόντων, όπως αυτή των ένδικων ραπτομηχανών, που διατέθηκαν στη συγκεκριμένη ημερομηνία της 22.1.2009, προδήλως δεν μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση των καταναλωτών περί του ότι τα συγκεκριμένα καταστήματα είναι ενταγμένα στα δίκτυα διανομής των κατασκευαστών των εκάστοτε προβαλλόμενων και πωλούμενων με τον προαναφερόμενο, εξαιρετικό, τρόπο προϊόντων και εν προκειμένω σ' αυτό της ενάγουσας. Εξ άλλου η γνώση της υπάρξεως υπέρ άλλου εισαγωγέα ρήτρας αποκλειστικότητας δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο, το οποίο καθιστά την παράλληλη εισαγωγή του προϊόντος αντίθετη στα χρηστά ήθη και εντεύθεν αντιτιθέμενη στη διάταξη του άρθρ. 1 του ν. 146/1914, καθόσον η αντίθεση αυτή προς τα χρηστά ήθη, με την έννοια της εν λόγω διατάξεως, κρίνεται αντικειμενικά, αφού ο νόμος δεν απαιτεί πταίσμα και συνεπώς ούτε ο δόλος ούτε η αμέλεια ούτε, έστω, η απλή γνώση των περιστατικών έχουν στην προκειμένη περίπτωση σημασία για το ανήθικο της πράξεως, μάλιστα δε ο νόμος, απαιτεί βέβαια σκοπό ανταγωνισμού, πλην όμως αυτό αποτελεί ιδία προϋπόθεση, πέραν της αντικειμενικώς κρινομένης αντιφάσεως της πράξεως προς τα χρηστά ήθη, και ανάγεται στην ύπαρξη δόλου ως προς τον ανταγωνιστικό σκοπό της πράξεως. Τελικά η εισαγωγή και διάθεση γνήσιων εμπορευμάτων από τρίτο πρόσωπο, το οποίο δεν είναι μέλος του δικτύου επιλεκτικής διανομής, είναι πλήρως θεμιτή ανταγωνιστική συμπεριφορά, εφόσον δεν συντρέχουν άλλες ειδικές περιστάσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή κατ' εξαίρεση αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως απόκτηση του προϊόντος με απατηλή ή με απειλές εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής και να παραδώσει τούτο εκτός δικτύου, γεγονότα τα οποία δεν επικαλείται η ενάγουσα ότι συμβαίνουν στην παρούσα περίπτωση, δεδομένου ότι μόνον οι περιστάσεις αυτές, κατ' εξαίρεση, είναι σε θέση να θεμελιώσουν τον αθέμιτο χαρακτήρα της παράλληλης εισαγωγής και της διαθέσεως εκτός δικτύου του επιλεκτικού προϊόντος. Τέλος, μόνο το γεγονός ότι μέλος διεθνούς δικτύου επιλεκτικής διανομής, όπως εν προκειμένω είναι η πρώτη εναγομένη (πρώτη αναιρεσίβλητη), παραβίασε τη συμβατική υποχρέωσή του να μη διαθέτει προϊόντα εκτός του γεωγραφικού χώρου δραστηριοποιήσεώς του, αφορά τις εσωτερικές σχέσεις του με τον παραγωγό και μόνο, ο οποίος και οφείλει να εξασφαλίζει ότι κανένας άλλος, που προμηθεύεται το προϊόν απ' αυτόν, επιτρέπεται να εφοδιάζει παράλληλο εισαγωγέα έμπορο για τη χώρα, στην οποία αναφέρεται η αποκλειστικότητα, ο δε τρόπος κτήσεως του προϊόντος από τον παράλληλο εισαγωγέα αντίκειται στα χρηστά ήθη, όταν ο τελευταίος συντελεί με τη συμπεριφορά του στην παραβίαση της συμφωνίας αποκλειστικής διαθέσεως κατά τον ανωτέρω αναφερόμενο τρόπο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή αναφορικά με τις προβαλλόμενες αξιώσεις της αναιρεσείουσας από τον επικαλούμενο αθέμιτο σε βάρος της ανταγωνισμό των αναιρεσιβλήτων, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρ. 1, 3, 7§12, 13 του ν. 146/1914 και 9γ§2, 9δ§1(ε) και 9姧1&2 του ν. 2551/1994, αφού, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν: (α) η διατάραξη από τις αναιρεσίβλητες εταιρείες της σύμβασης αποκλειστικής διανομής της αναιρεσείουσας και του διεθνούς κλειστού δικτύου επιλεκτικής διανομής των προϊόντων SINGER, στο οποίο αυτή και η πρώτη αναιρεσίβλητη είναι μέλη, συνιστά από την πλευρά μεν της πρώτης αναιρεσίβλητης απλή παράβαση συμβατικής υποχρέωσής της έναντι της εταιρείας παραγωγής των προϊόντων SINGER, που δεν είχε ως στόχο να ανταγωνισθεί η ίδια ή η δεύτερη αναιρεσίβλητη την αναιρεσείουσα, από την πλευρά δε της δεύτερης αναιρεσίβλητης η εισαγωγή των ραπτομηχανών SINGER δεν είναι αθέμιτη, έστω και αν αυτή γνώριζε ότι αποκλειστική διανομέας των προϊόντων αυτών για την Ελλάδα και τα Βαλκάνια ήταν η αναιρεσείουσα, η οποία μάλιστα είχε επενδύσει σημαντικά ποσά στη δημιουργία και στην ανάπτυξη δικού της δικτύου διανομής στον ελληνικό χώρο, εφόσον κατά τα λοιπά δεν γίνεται με την ένδικη αγωγή επίκληση ειδικών περιστάσεων, με βάση τις οποίες η εισαγωγή των ραπτομηχανών από την δεύτερη αναιρεσίβλητη στην Ελλάδα να μπορεί να χαρακτηρισθεί κατ' εξαίρεση ως αθέμιτη, όπως προπάντων θα ήταν απειλές ή παραπλανητικές από μέρους της δηλώσεις προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, ώστε αυτή να συμφωνήσει στην εξαγωγή των ραπτομηχανών στην Ελλάδα, (β) η φύση της εμπορικής δραστηριότητας της δεύτερης αναιρεσίβλητης, που έχει ως κύριο αντικείμενο την πώληση ειδών διατροφής μέσω των διαφόρων καταστημάτων της (super markets) και η ευκαιριακή διάθεση των ραπτομηχανών για μια μόνο φορά από τα καταστήματά της στην Ελλάδα, όπως άλλωστε και διαφημίστηκε στις 18.1.2009, δηλαδή ως εξαιρετική προσφορά στην ιδιαίτερα χαμηλή τιμή των 99,99 ευρώ για κάθε ραπτομηχανή, με την οποία αυτή δεν απέβλεπε στην απόκτηση οικονομικού προβαδίσματός της στη σχετική εσωτερική αγορά και ούτε αντικειμενικά μπορούσε να λειτουργήσει προς αυτή την κατεύθυνση, αποτελούν παράγοντες που απέκλειαν επίσης αντικειμενικά τον κίνδυνο υποβάθμισης της φήμης των ραπτομηχανών SINGER ως προϊόντων ποιότητας, αλλά και τον κίνδυνο παραπλάνησης των καταναλωτών, ώστε αυτοί να θεωρήσουν εσφαλμένα τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ως μέλος του δικτύου διανομής της πρώτης αυτών, που θα κάλυπτε συνεπώς με τις υπηρεσίες του δικτύου της και τις προσφερόμενες από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ραπτομηχανές και (γ) η διαφήμιση από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη της σχετικής με τις ραπτομηχανές προσφοράς της ναι μεν μπορεί να αποτέλεσε και διαφήμιση "κράχτη", που παρέσυρε αρκετούς από όσους με αφορμή την προσφορά της επισκέφθηκαν τα καταστήματά της, ώστε να αγοράσουν και άλλα από τα πωλούμενα στα καταστήματά της είδη, όμως στην περίπτωση αυτή η διαφήμιση "κράχτης" δεν συνιστά μορφή παρασιτικού ανταγωνισμού σε βάρος της ίδιας της αναιρεσείουσας, αλλά αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά σε βάρος όσων εμπορεύονταν τότε όμοια είδη με αυτά που συνήθως πωλούνται στα καταστήματα της δεύτερης αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.

2. Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος. Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998? ΑΠ 1967/2006). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981? ΑΠ 874/1996? 1452/2007). Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 16§2 του ν. 2339/1994, που ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο (ήδη ισχύει το άρθρ. 132 του ν. 4072/2012), με έγγραφη συμφωνία, που καταχωρείται μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, επιτρέπεται η αποκλειστική ή μη χρήση του σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα του ελληνικού εδάφους, με τον όρο ότι η χρήση του σήματος δεν δημιουργεί κινδύνους παραπλάνησης του κοινού ούτε αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον, κατά δε την παρ. 4 του ίδιου άρθρου τις αγωγές παράλειψης και αποζημίωσης με έγγραφη συναίνεση του δικαιούχου έχει αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης σήματος. Στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρ. 19§4 του ίδιου ν. 2339/1994, γίνεται δεκτό ότι η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, που ενέκρινε την παραχώρηση άδειας χρήσης του σήματος, αποτελεί όρο ενεργοποίησης της σχετικής συμφωνίας, η οποία μέχρι τότε είναι συνεπώς μετέωρη, δηλαδή για την εγκυρότητα της άδειας χρήσης του σήματος είναι αναγκαία, ως τυπική προϋπόθεση, η ύπαρξη απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ενώ κατά την αντίθετη άποψη είναι νόμιμη και η άτυπη άδεια χρήσης του σήματος, που σημαίνει ότι κατά την άποψη αυτή η απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων έχει δηλωτικό απλώς χαρακτήρα και αρκεί για τη χρήση του σήματος από τρίτο μόνη η συναίνεση του σηματούχου [βλ. Μαρίνο, Δίκαιο Σημάτων (2007) σ. 261 - 262]. Επομένως, με βάση την πρώτη άποψη, στοιχείο αναγκαίο της ιστορικής βάσης της αγωγής, με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος ότι είναι δικαιούχος άδειας αποκλειστικής χρήσης σήματος προβάλλει αξιώσεις παράλειψης της προσβολής του σήματος ή και αποζημίωσης για τη ζημία που υπέστη από την προσβολή του, είναι η αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο εγκριτικής για την άδεια χρήσης του σήματος απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ενώ σε κάθε περίπτωση, δηλαδή στο πλαίσιο και των δυο απόψεων, αναγκαία προϋπόθεση, που πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της σχετικής αγωγής, είναι η ύπαρξη έγγραφης συναίνεσης του δικαιούχου για την άσκηση ειδικά της αγωγής. Με την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση επικυρώθηκε η πρωτόδικη οριστική απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιο των προβαλλόμενων με την αγωγή αυτή αξιώσεων της αναιρεσείουσας από την επικαλούμενη παράνομη από μέρους της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων προσβολή του καταχωρημένου στην Ελλάδα υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, του οποίου αυτή (αναιρεσείουσα) έχει κατά τους ισχυρισμούς της την άδεια της αποκλειστικής χρήσης του στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια, διότι, όπως και στην εφετειακή απόφαση αναφέρεται, δεν εκτίθεται στην ένδικη αγωγή ότι η έγγραφη συμφωνία για παραχώρηση της άδειας χρήσης του ως άνω σήματος από τη δικαιούχο του σήματος στην αναιρεσείουσα καταχωρήθηκε μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων, ενώ σε κάθε περίπτωση δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι η αναιρεσείουσα έχει την αναγκαία για την άσκηση της αγωγής έγγραφη συναίνεση της δικαιούχου του σήματος αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "KSIN Luxembourg II S.ar.l". Η ύπαρξη τέτοιας συναίνεσης είναι στοιχείο αναγκαίο, κατά τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της ένδικης αγωγής, η έλλειψη του οποίου καθιστά την αγωγή αυτή απορριπτέα ως αόριστη κατά το σχετικό κεφάλαιό της, είτε γίνει δεκτό είτε όχι ότι υπό το καθεστώς του ν. 2239/1994 είναι ισχυρή και άτυπη άδεια χρήσης του σήματος.

Συνεπώς είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζονται με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός, με τον οποίο προσάπτεται στην εφετειακή απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή κατά το ως άνω κεφάλαιό της. 3. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 224 ΚΠολΔ, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρ. 4 του ν. 2915/2001, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις προτάσεις του, που κατατίθενται κατά το άρθρ. 237§1 του ίδιου Κώδικα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του. Μεταβολή της βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρ. 111 ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή και αντικαθίσταται με άλλη η ιστορική βάση της αγωγής (ΟλΑΠ 2/1994? ΑΠ 389/2010? 43/2010? 1525/2013). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει η αναιρεσείουσα την αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αφού έκρινε αόριστη και απορριπτέα την ένδικη αγωγή της κατά τις αξιώσεις της ως δικαιούχου χρήσης σήματος χωρίς να λάβει υπόψη της προηγουμένως τον ισχυρισμό της ότι είναι δικαιούχος χρήσης όχι μόνον του υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, αλλά και του κοινοτικού σήματος SINGER, που είναι καταχωρημένο με αριθμό 005867759 στη βάση δεδομένων του Ευρωπαϊκού Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά. Όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί απλή συμπλήρωση της ένδικης αγωγής, αλλά μεταβολή της αντίστοιχης βάσης της και απαράδεκτα συνεπώς προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη της αναιρεσείουσας στις πρωτόδικες προτάσεις της, αφού με τον ισχυρισμό αυτό οι αξιώσεις της ως δικαιούχου χρήσης σήματος επιχειρείται ανεπίτρεπτα να στηριχθούν όχι πλέον στην προσβολή του υπ' αριθ. 118823 αλλοδαπού λεκτικού σήματος SINGER, αλλά του κοινοτικού σήματος SINGER, που είναι όμως διαφορετικό σήμα. Είναι έτσι αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης. 4. Από τις διατάξεις του άρθρ. 533 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η πρωτόδικη οριστική απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού αν μεν έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η έφεση, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίστηκε και έπαυσε να υπάρχει, ενώ αν η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε πλέον στην εφετειακή απόφαση (ΟλΑΠ 16/1990? ΑΠ 157/2002? 1103/2011? 1320/2011). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β και 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, που περιέχονται στον τέταρτο λόγο της έφεσής της κατά της πρωτόδικης απόφασης και έτσι άφησε αδίκαστο το λόγο αυτό, με τον οποίο προσβάλλεται η σχετική με το κεφάλαιο του ανταγωνισμού ουσιαστική κρίση της πρωτόδικης απόφασης. Όμως με την εφετειακή απόφαση εξαφανίστηκε κατά το κεφάλαιο αυτό η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε κατά το ίδιο κεφάλαιο η ένδικη αγωγή, όχι πλέον ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως είχε προηγουμένως απορριφθεί με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά ως μη νόμιμη. Με το δεδομένο αυτό είναι αλυσιτελής η επίκληση πλημμελειών αναφορικά με ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, όπως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος της πρωτόδικης απόφασης σε σχέση με το ως άνω κεφάλαιό της και οι οποίοι, άλλωστε, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν κατά την αξιολόγηση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμης κατά το ίδιο κεφάλαιο. Επομένως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο κατ' ορθή εκτίμηση αποδίδονται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 8β και όχι και 9γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με το υπ' αριθ. 3273590/2012 διπλότυπο είσπραξης και για το οποίο γίνεται αναφορά στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 160/19.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.7.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "…." για αναίρεση της υπ' αριθ. 866/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με το υπ' αριθ. 3273590/ 2012 διπλότυπο είσπραξης και για το οποίο γίνεται αναφορά στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 160/ 19.7.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

******

Αθέμιτος ανταγωνισμός - Ζητείται από τον ενάγοντα να απαγορευθεί στους εναγόμενους να εισάγουν και να διαθέτουν τα επίμαχα προϊόντα στην Ελληνική αγορά, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν 146/1914, υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αφού η σχετική αξίωση του ενάγοντος δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Αθέμιτος ανταγωνισμός- Αντίθετα, κατά τα λοιπά η αγωγή, αναφορικά με το αίτημά της για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, υπάγεται, λόγω ποσού, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Επομένως, αφού δεν συντρέχει, εν προκειμένω, η προϋπόθεση του άρθρου 218 1β του ΚΠολΔ για τα παραπάνω σωρευθέντα στην κρινόμενη αγωγή αιτήματα, αυτά δικάζονται χωριστά, το μεν πρώτο από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το δε δεύτερο από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Συνεπώς, δοθέντος και του ότι, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται περίπτωση από τις, στο άρθρο 47 του ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση έκρινε αντίθετα ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σωρεύσεως των προαναφερομένων αιτημάτων, δεχόμενο τον εαυτό του ως καθ' ύλην αρμόδιο και για την εκδίκαση της, ως άνω, μη αποτιμητής σε χρήμα αξιώσεως, έσφαλε, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου κρίση. Ενόψει αυτού και του γεγονότος ότι, κατά τα λοιπά (δηλαδή ως προς την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης), η έφεση των, ερημοδικασθέντων στον πρώτο βαθμό, εναγομένων έχει ασκηθεί νομότυπα και οι λόγοι της πλήττουν την εκκαλουμένη, μεταξύ άλλων και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει, αυτή (έφεση) να γίνει ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Ακολούθως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει, αφού διατάξει το χωρισμό των παραπάνω αιτήσεων, κατ' άρθρο 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να κηρύξει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση του διαλαμβανόμενου στην κρινόμενη αγωγή αιτήματος για απαγόρευση των εναγομένων να εισάγουν και να διαθέτουν τα επίμαχα προϊόντα στην Ελληνική αγορά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν 146/1914

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 5607/2014

 

Πρόεδρος: Μ. Πετσάλη, Εφέτης

Δικηγόροι: Κ. Πήττας, Μ. Κωτσέλης

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ: 2015 ΣΕΛ.: 33

 

[...] Η, με το προεκτεθέν περιεχόμενο, αγωγή, κατά το μέρος αυτής, με το οποίο ζητείται από τον ενάγοντα να απαγορευθεί στους εναγόμενους να εισάγουν και να διαθέτουν τα επίμαχα προϊόντα στην Ελληνική αγορά, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν 146/1914, υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, αφού η σχετική αξίωση του ενάγοντος δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα. Αντίθετα, κατά τα λοιπά η αγωγή, αναφορικά με το αίτημά της για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, υπάγεται, λόγω ποσού, στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Επομένως, αφού δεν συντρέχει, εν προκειμένω, η προϋπόθεση του άρθρου 218 1β του ΚΠολΔ για τα παραπάνω σωρευθέντα στην κρινόμενη αγωγή αιτήματα, αυτά δικάζονται χωριστά, το μεν πρώτο από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το δε δεύτερο από το Μονομελές Πρωτοδικείο. Συνεπώς, δοθέντος και του ότι, στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται περίπτωση από τις, στο άρθρο 47 του ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη οριστική του απόφαση έκρινε αντίθετα ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις αντικειμενικής σωρεύσεως των προαναφερομένων αιτημάτων, δεχόμενο τον εαυτό του ως καθ' ύλην αρμόδιο και για την εκδίκαση της, ως άνω, μη αποτιμητής σε χρήμα αξιώσεως, έσφαλε, κατ’ αυτεπάγγελτη του Δικαστηρίου κρίση. Ενόψει αυτού και του γεγονότος ότι, κατά τα λοιπά (δηλαδή ως προς την αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης), η έφεση των, ερημοδικασθέντων στον πρώτο βαθμό, εναγομένων έχει ασκηθεί νομότυπα και οι λόγοι της πλήττουν την εκκαλουμένη, μεταξύ άλλων και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει, αυτή (έφεση) να γίνει ουσιαστικά δεκτή και να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της. Ακολούθως, το παρόν Δικαστήριο πρέπει, αφού διατάξει το χωρισμό των παραπάνω αιτήσεων, κατ' άρθρο 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να κηρύξει, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση του διαλαμβανόμενου στην κρινόμενη αγωγή αιτήματος για απαγόρευση των εναγομένων να εισάγουν και να διαθέτουν τα επίμαχα προϊόντα στην Ελληνική αγορά με βάση τις διατάξεις των άρθρων 1 και 13 του Ν 146/1914. Στη συνέχεια, πρέπει α): να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση, για την οποία κρίθηκε αναρμόδιο το Μονομελές Πρωτοδικείο, στο καθ' ύλην αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δικάζει κατά την τακτική διαδικασία και β) να ερευνηθεί περαιτέρω από το παρόν Δικαστήριο η αγωγή, κατά την ίδια όπως και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τακτική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό, νόμω και ουσία βάσιμο, του αιτήματος αυτής για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο λόγω ποσού (30.000 ευρώ) υπαγόταν στην καθ ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρα 9,10,14 παρ 2 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 εισάγεται παροχή αστικής προστασίας κατά πράξεων αθέμιτου ανταγωνισμού, με την καθίδρυση ενός ειδικού αστικού αδικήματος για προστασία των ανταγωνιστών, της ολότητας και του καταναλωτή, με την έννοια ότι όποιος διενεργήσει με σκοπό ανταγωνισμού στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, πράξη, που αντίκειται στα χρηστά ήθη, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας. Και ως πράξη μεν ανταγωνισμού θεωρείται η αντικειμενικά ικανή να διευρύνει ή διατηρήσει τον κύκλο πελατών, ως στάση δε ανταγωνισμού νοείται δράση δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων σε μία κοινή αγορά με κοινό στόχο τη σύναψη συναλλακτικών σχέσεων με τρίτους. Υπάρχει δε, ενέργεια ανταγωνισμού όταν μία συμπεριφορά είναι ικανή να προωθήσει προϊόντα ή υπηρεσίες ενός προσώπου σε βάρος άλλου προσώπου δίνοντας στο πρώτο ανταγωνιστικό προβάδισμα. Ουσιώδες στοιχείο για θεμελίωση της παραβατικής συμπεριφοράς του άρθρου 1 του Ν 146/1914, η οποία φέρεται ως συνιστώσα αθέμιτο ανταγωνισμό και ως εκ τούτου απαγορευμένη, είναι και να εκτελείται η πράξη αυτή με σκοπό ανταγωνισμού προς το ασκούμενο από άλλον εμπόριο ή βιομηχανία και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, δηλαδή να προσκρούει στο αίσθημα κάθε δίκαιου και ορθά σκεπτόμενου ανθρώπου, μέσα στον συναλλακτικό κύκλο, που γίνεται η πράξη ή να γίνεται χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, έστω και αν η πράξη, κατ' επιφάνεια ή μεμονωμένα θεωρούμενη, φαίνεται θετική και νομικά άψογη. Για την αξιολόγηση δε της πράξεως, ως αθέμιτα ανταγωνιστικής, δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικός της σκοπός η πρόθεση ανταγωνισμού, αλλά λαμβάνεται υπόψη ο όλος χαρακτήρας της, μετά από εκτίμηση των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως και στάθμιση των συμφερόντων που διακυβεύονται κάθε φορά. Συνεπώς, πράξη ανταγωνισμού που προσβάλλει άξια προστασίας συμφέροντα μπορεί να μην είναι αθέμιτη όταν δικαιολογείται από υπέρτερο συμφέρον, ενώ η παράβαση κάθε κανόνα δικαίου δεν συνιστά και ανήθικη, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν 146/1914, ενέργεια, αλλά θα πρέπει, επιπλέον, η διάταξη που παραβιάστηκε να έχει επιπτώσεις στον ανταγωνισμό, να έχει δηλαδή ανταγωνιστικό ενδιαφέρον. Τέτοια πράξη, που εμπίπτει στη, γενική περί απαγορεύσεως αθέμιτου ανταγωνισμού, ρήτρα αποτελεί και η απόσπαση ή και η προσέλκυση πελατών, με μέσα όμως ή μεθόδους, που αντίκεινται στα χρηστά ήθη, όπως με παραπλάνηση του πελάτη ή με αθέμιτη διαφήμιση ή με πρόκληση συγχύσεως στην αγορά (βλ. Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1975, παρ. 5, σελ. 2 επ., Δ. Κοτσίρη, Δίκαιο ανταγωνισμού, σελ. 27 επ., Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία ΙΙ, σελ. 239 επ., ΑΠ 613/2009 Nomos, ΕφΘεσ 1281/2011 Nomos, Εφ Θεσ 743/2009 ΔΕΕ 2009,1339, ΕφΠατρ 1252/2007 ΑχΝομ 2008,558, ΕφΠατρ 230/2006 ΔΕΕ 2007,52).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 και 4 του ιδίου, ως άνω, νόμου «όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματός τινος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Υποχρεούται δε προς τούτοις απέναντι του ζημιωθέντος εις ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας, εάν εγνώριζεν ή ώφειλε να γνωρίζη ότι διά της καταχρήσεως ταύτης ηδύνατο να προκληθή σύγχυσις ... Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφ' όσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός». Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι, για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 1123/2002 ΕΕμπΔ 2002,887).

 

Περαιτέρω, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη η προμήθεια από έμπορο της αλλοδαπής, η εισαγωγή στην Ελλάδα και η διάθεση από έμπορο, στην κατανάλωση εμπορευμάτων, των οποίων το δικαίωμα αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσωπεύσεως έχει άλλος έμπορος, μολονότι ο πρώτος τελεί σε γνώση του γεγονότος αυτού, παραμερίζοντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο και εισαγωγέα, ακόμη και όταν ο τελευταίος με έντονη, συνεχή και δαπανηρή διαφήμιση αγωνίσθηκε και πέτυχε, να επιβάλει στο καταναλωτικό κοινό τα προϊόντα, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσωπεύσεως έχει ο ίδιος στην Ελλάδα. Στην αγορά δεν μπορεί κανένας να αποκλείει τους άλλους, ενώ οι συμφωνίες περί αποκλειστικότητας μεταξύ παραγωγού και εισαγωγέα εμπόρου είναι χωρίς σημασία για τους τρίτους, αφού αυτές δημιουργούν ενοχικής φύσεως δέσμευση των συμβληθέντων μερών. Το γεγονός δε, κατά το οποίο, η, υπό τις ως άνω συνθήκες, εισαγωγή στην Ελλάδα δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη προκύπτει και από το ότι, με βάση τα άρθρα 85 και 86 της ιδρυτικής της ΕΟΚ Συνθήκης της Ρώμης (οι διατάξεις της οποίας, μετά την κύρωση με το Ν 945/1979 της σχετικής συνθήκης προσχωρήσεως σε αυτή και της Ελλάδας, αποτελούν, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου), κρίθηκε από την αρμόδια Επιτροπή αυτής ότι οι ρήτρες περί αποκλειστικής εισαγωγής εμπορευμάτων και μάλιστα όσες από αυτές ασφαλίζονται με σύστημα απόλυτης τοπικής προστασίας είναι άκυρες, ως περιορίζουσες τον ανταγωνισμό, τόσο σε κοινοτικό, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Έτσι, αυτό καθ' εαυτό το γεγονός ότι έμπορος εισάγει παράλληλα, προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διαθέσεως άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου) με τον παραγωγό, δεν συνιστά πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1 του Ν 146/1914. Πολύ δε περισσότερο δεν συνιστά τέτοια πράξη η παράλληλη εισαγωγή προϊόντων, ως προς τα οποία όμως δεν υφίσταται συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διαθέσεως. Η παράλληλη εισαγωγή προϊόντων, παρά τη ρήτρα της αποκλειστικότητας, τότε μόνο μπορεί ενδεχομένως να αποτελεί πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού, όταν συντρέχουν πρόσθετα στοιχεία, τα οποία προσδίδουν σε αυτή τον χαρακτήρα της αντιθέσεως στα χρηστά ήθη. Τέτοιο στοιχείο είναι κατά πρώτο λόγο ο τρόπος κτήσεως των προϊόντων από τον παράλληλο εισαγωγέα, ο δε τρόπος αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη, όταν ο παράλληλος εισαγωγέας συντελεί με τη συμπεριφορά του στην παράβαση από τον παραγωγό της συμφωνίας αποκλειστικής διαθέσεως, είτε εξωθώντας ευθέως τούτον σ' αυτή, είτε πείθοντας αυτόν διά της εμφανίσεως ψευδών γεγονότων ως αληθών, όπως ότι, τα αγοραζόμενα προϊόντα τα προορίζει για χώρα, στην οποία δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος.

Επίσης, η παράλληλη εισαγωγή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί με βάση το στοιχείο της διαφημίσεως ως αντιτιθεμένη στα χρηστά ήθη, καθόσον εκείνος που διαφημίζει στην αγορά ορισμένο προϊόν κατά το μέτρο της ιδίας αυτού επιχειρηματικής και οικονομικής ικανότητας πράττει τούτο με βάση δικούς του κερδοσκοπικούς υπολογισμούς και με δικό του κίνδυνο. Ακόμη, η παράλληλη εισαγωγή δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και δεν είναι πράξη αθεμίτου ανταγωνισμού ούτε από το γεγονός ότι ο αποκλειστικός αντιπρόσωπος διατηρεί συνήθως ίδιο δίκτυο παροχής υπηρεσιών επισκευής των προϊόντων, καθόσον το δίκτυο αυτό αποτελεί ιδία πρόσθετη επιχείρηση και οι υπηρεσίες επισκευής δεν είναι ποτέ αποκλειστικές, αφού υπάρχει παράλληλα μεγάλος αριθμός ελευθέρων επιχειρήσεων επισκευής των προϊόντων, όπου καταφεύγουν κατά βούληση οι κάτοχοι αυτών. Επομένως, η εισαγωγή και η διάθεση γνησίων εμπορευμάτων από τρίτο μη μέλος του δικτύου της επιλεκτικής διανομής είναι πλήρως θεμιτή ανταγωνιστική συμπεριφορά, εφόσον δεν συντρέχουν τα προαναφερόμενα πρόσθετα στοιχεία (απόκτηση των εμπορευμάτων με απάτη ή απατηλή εξώθηση του επιλεκτικού διανομέα να αθετήσει τη σύμβαση επιλεκτικής διανομής κ.λπ.), που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη διάθεση αυτή, κατ' εξαίρεση, αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (ΑΠ 991/2014, ΕφΑθ 5136/2005 Nomos, ΕφΘεσ 1766/1998 ΔΕΕ 1999,52 και Αρμ 52,926). Τέλος, αν οι παραβάσεις του νόμου περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αποτελούν ταυτόχρονα και αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, όταν δηλαδή είναι και παράνομες επειδή αντίκεινται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, αλλά και υπαίτιες επειδή προήλθαν από δόλο ή αμέλεια εκείνου, που ενήργησε και επιπλέον από την πράξη αυτή επήλθε, κατά τρόπο αιτιώδη, ζημία σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται, καθώς και αν η αντίθετη, ούτως ή άλλως, στα χρηστά ήθη πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, χωρίς να είναι παράνομη με την παραπάνω έννοια, προκάλεσε, υπαιτίως, αιτιώδη ζημία σε βάρος εκείνου κατά του οποίου στρέφεται, οπότε πληρούται το πραγματικό του άρθρου 919 του ΑΚ, τότε και στη μία και στην άλλη περίπτωση, ο θιγόμενος από την πράξη του αθέμιτου ανταγωνισμού δικαιούται να ζητήσει, εκτός από εκείνα που προβλέπει η παράγραφος 2 του άρθρου 1 και 13 εδ. β του Ν 146/1914, και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής του βλάβης από την παραπάνω πράξη (βλ. ΑΠ 613/2009 Nomos, ΕφΑθ 1538/2009 Αρμ 2009,1200, ΕφΑθ 2110/2008 ΔΕΕ 2008,984, ΕφΙωαν 147/2008 Αρμ 2009,1377, ΕφΠατρ 1252/2007 ΑχΝομ 2008,558).

[...] Aποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων διατηρεί επιχείρηση στο Κ. Θεσσαλονίκης, με διακριτικό τίτλο «T.» και αντικείμενο την παραγωγή, εισαγωγή και εμπορία στην Ελληνική αγορά προϊόντων από πλαστικό (pvc) και βαμβάκι. Μεταξύ των προϊόντων, που αυτός εμπορεύεται, είναι και τα πλαστικοποιημένα τραπεζομάντηλα «D.», τα oποία εισάγει και διαθέτει στην Ελλάδα, ως αποκλειστικός αντιπρόσωπός της, εδρεύουσας στην Τουρκία, παραγωγού εταιρίας με την επωνυμία «O. GROUP». Από την άλλη πλευρά, η πρώτη των εναγομένων, ανώνυμη εταιρία εισάγει από όλο τον κόσμο και διαθέτει, αποκλειστικά με χονδρική πώληση, σε εμπόρους πλαστικά τραπεζομάντηλα (κυρίως σε ρολά) διάφορης ποιότητας, τιμής αγοράς και προελεύσεως. Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητάς της η τελευταία, διά του νομίμου εκπροσώπου της, δευτέρου εναγομένου, τον Ιανουάριο του 2008 απευθύνθηκε στην εταιρία «O. GROUP» και ζήτησε να αναλάβει τη διάθεση των άνω προϊόντων της «D.», στην Ελλάδα, αλλά η άνω παραγωγός αρνήθηκε, με την αιτιολογία ότι την αντιπροσώπευση των προϊόντων αυτών στην Ελληνική αγορά είχε ήδη αναθέσει στον ενάγοντα. Κατόπιν αυτού, η πρώτη εναγόμενη απευθύνθηκε, διά του εκπροσώπου της, στον αντιπρόσωπο της «O. GROUP» στη Γερμανία, από τον οποίο προμηθεύτηκε και εισήγαγε τα ως άνω προϊόντα. Δεν αποδείχθηκε, όμως, από κάποιο στοιχείο ότι, οι εναγόμενοι προκειμένου να πείσουν τον παραπάνω έμπορο της Γερμανίας να τους προμηθεύσει τα επίδικα είδη («D.»), παρέστησαν σε αυτόν ψευδώς ότι δεν υπάρχει αποκλειστικός αντιπρόσωπος της παραγωγού εταιρίας για τα προϊόντα αυτά στην Ελλάδα. Έτσι, μόνη η προμήθεια, εκ μέρους των εναγομένων, των προϊόντων «D.», που παράγει η «O. GROUP», από αντιπρόσωπο της τελευταίας στο εξωτερικό και η περαιτέρω εισαγωγή και διάθεσή τους στην Ελλάδα από τους ίδιους σε χαμηλότερη τιμή από αυτή, που τα διαθέτει στην ίδια αγορά ο ενάγων, δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ούτε και είναι παράνομη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Τούτο διότι, όπως λέχθηκε, αυτό, καθ' εαυτό το γεγονός ότι, έμπορος εισάγει παράλληλα προϊόντα, ως προς τα οποία υφίσταται ακόμη και συμφωνία αποκλειστικής εισαγωγής και διαθέσεως άλλου εμπόρου (αποκλειστικού αντιπροσώπου) με τον παραγωγό, μολονότι αυτός τελεί σε γνώση του γεγονότος τούτου, παραμερίζοντας τον αποκλειστικό αντιπρόσωπο και εισαγωγέα, ακόμη και όταν ο τελευταίος με έντονη, συνεχή και δαπανηρή διαφήμιση αγωνίσθηκε και πέτυχε να επιβάλει στο καταναλωτικό κοινό τα προϊόντα, των οποίων το δικαίωμα της αποκλειστικής εισαγωγής και αντιπροσωπεύσεως έχει ο ίδιος στην Ελλάδα, δεν συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού. Το γεγονός δε ότι, οι εναγόμενοι διαθέτουν τα πλαστικοποιημένα τραπεζομάντηλα «D.» στην Ελλάδα σε χαμηλότερη τιμή από αυτή του αντιπροσώπου της παραγωγού εταιρίας είναι προς το συμφέρον του καταναλωτικού κοινού και προωθεί τον υγιή ανταγωνισμό.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη διαθέτει σε εμπόρους, κατά τις σχετικές παραγγελίες τους, με χονδρική πώληση, συσκευασμένα σε ρολά κυρίως, εκτός από τα επίμαχα είδη «D.» και άλλα πλαστικά τραπεζομάντηλα, τα οποία προμηθεύεται από επιχειρήσεις διαφόρων χωρών, μεταξύ των οποίων και από την εδρεύουσα στην Κίνα εταιρία «YUAN JUN PLASTIC PRODUCT». Τα κινέζικα αυτά πλαστικά τραπεζομάντηλα είναι κατώτερης ποιότητας από τα «D.», πλην όμως, από την παράλληλη διάθεση των προϊόντων τούτων από τους εναγόμενους δεν αποδείχθηκε ότι είναι δυνατό να προκληθεί σύγχυση ως προς την προέλευση του καθενός παραπάνω είδους στους εμπόρους λιανικής πωλήσεως, προς τους οποίους αυτά απευθύνονται, καθόσον στον κύλινδρο του ρολού, που είναι τυλιγμένα τα «D.» υπάρχει σφραγίδα με την ονομασία αυτή, η ένδειξη προελεύσεως και ο κωδικός σχεδίου, στοιχεία που δεν υπάρχουν στα ρολά, που είναι τυλιγμένα τα άλλα και δη τα κινέζικα πλαστικά τραπεζομάντηλα, που εμπορεύονται οι εναγόμενοι, [...]

Άλλωστε, τα ως άνω πλαστικοποιημένα τραπεζομάντιλα «D.», συγκρινόμενα με άλλα της αυτής μορφής, δεν διαθέτουν πρωτοτυπία και μοναδικότητα, δηλαδή δεν είναι πρωτότυπες «δημιουργίες», με διακριτικά γνωρίσματα, που να τα καθιστούν «διαφορετικά» από άλλα προηγούμενα και παρεμφερή προϊόντα, ούτε παρουσιάζουν ατομική ιδιομορφία. [...] Ενόψει τούτων, η διάθεση από τους εναγόμενους των προϊόντων «D.», με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, γίνεται προς το σκοπό προωθήσεως νομίμως των προϊόντων αυτών και όχι αθέμιτης προσελκύσεως πελατείας. Επομένως δεν αποδείχθηκε παράνομη, ούτε και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων και εξ αυτού του λόγου δεν υφίσταται η ένδικη αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. [...]

(Δέχεται την έφεση)

 

Αθεμιτος ανταγωνισμος – αναιρετικος ελεγχος της δικαιοδοσιας των δικαστηριων

Από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου ποινικού ή διοικητικού ή των διοικητικών αρχών. Εξαιρείται ο παρεμπίπτων έλεγχος, εκτός αν υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Επίσης, δεν αποκλείεται ο παρεμπίπτων έλεγχος όταν το πολιτικό δικαστήριο κρίνει τη διοικητική πράξη με βάση άλλη ιστορική και νομική αιτία (Ολ.ΑΠ 89/1971). Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" προκύπτει αφενός ότι απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη και αφετέρου ότι ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης)

Αριθμός 344/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 1905

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 973

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 930 – ΣΗΜ.: Ρ.ΓΙΟΒΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "………………….", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά των πληρεξουσίων δικηγόρων της Γεωργίου Νικολόπουλου και Αικατερίνης Σαριδάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "…………………..", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελισσάβετ Αντωνιάδη και κατέθεσε προτάσεις. Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1361/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 688/02009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2011 αίτησή της και τους από 7-12-2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 11-1-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του πρώτου λόγου του κυρίως δικογράφου, ως και του πρώτου, δεύτερου και τρίτου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 1/1999). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου ποινικού ή διοικητικού ή των διοικητικών αρχών. Εξαιρείται ο παρεμπίπτων έλεγχος, εκτός αν υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Επίσης, δεν αποκλείεται ο παρεμπίπτων έλεγχος όταν το πολιτικό δικαστήριο κρίνει τη διοικητική πράξη με βάση άλλη ιστορική και νομική αιτία (Ολ.ΑΠ 89/1971). Εξ' άλλου, από τη διάταξη του άρθρου του Ν. 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού" προκύπτει αφενός ότι απαγορεύεται στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη και αφετέρου ότι ο παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της προκληθείσας ζημίας. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 και 4 παρ. 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι, εκείνος ο οποίος κάνει κατά τις συναλλαγές χρήση ονόματος εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος βιομηχανικής ή εμπορικής επιχείρησης κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί από τον τελευταίο σε παράλειψη της χρήσης ακόμη και αν αυτή γίνεται με μερικές παραλλαγές, εφόσον όμως αυτές δεν αποκλείουν τον εν λόγω κίνδυνο (της σύγχυσης). Τα διακριτικά γνωρίσματα, που αποτελούν μέσα εξατομίκευσης της επιχείρησης, προστατεύονται από τις διατάξεις του παραπάνω νόμου, με σκοπό την παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως την προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο της σύγχυσης, ο οποίος υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σ' ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών αναφορικά είτε με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε με την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε με την ύπαρξη σχέσεως συνεργασίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Αν τα διακριτικά γνωρίσματα της επιχείρησης προσβληθούν με τη χρησιμοποίηση τους από τρίτον, παρέχεται η από το άρθρο 13 του Ν. 146/1914 προστασία, ενώ αν προσβληθεί διακριτικό γνώρισμα, που έγινε δεκτό ως σήμα και καταχωρήθηκε στο προβλεπόμενο από το άρθρο 6 του Ν. 2239/1994 βιβλίο, χωρίς να διαγραφεί, δεν προστατεύεται από τις διατάξεις του Ν. 146/1914, αλλά παρέχεται η προστασία των αρθρ. 24 και 29 του Νόμου αυτού (2239/94). Μόνο αν τέτοιο διακριτικό δεν έχει γίνει δεκτό ως σήμα, ή, γενόμενο δεκτό, έχει διαγραφεί και χρησιμοποιείται αθεμίτως από άλλον, ο φορέας της επιχείρησης έχει την προαναφερόμενη προστασία των άρθρων 13 και 14 του Ν. 146/1914. Αν όμως το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα τότε είναι δυνατή η προστασία του σήματος και με βάση το Ν. 146/1914. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων 1, 3, 4, 17, 18 παρ. 3, 26 και 32 Ν. 2239/1994, ερμηνευόμενες σύμφωνα με την Οδηγία 89/104 Ε.Κ., προκύπτουν τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, τέτοιο δε σημείο είναι και η απεικόνιση του σχήματος ή της συσκευασίας του προϊόντος, ιδίως όταν πρόκειται για εντελώς πρωτότυπη και ιδιόμορφη συσκευασία ή σχήμα, β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί χωρίς τη θέληση του δικαιούχου και κατά τρόπο που προσήκει μόνο στον τελευταίο ένδειξη η οποία προσβάλλει το σήμα του δικαιούχου, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο, γ) Η απαγόρευση προσβολής προγενέστερου σήματος διαβαθμίζεται σε δύο επίπεδα. Στο πρώτο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που επίσης ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία προστατεύεται το προγενέστερο (ταύτιση σημάτων και προϊόντων). Στο δεύτερο επίπεδο εμπίπτει η περίπτωση στην οποία είτε το μεταγενέστερο σήμα ταυτίζεται με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα όμοια με εκείνα που διακρίνει το τελευταίο, είτε το μεταγενέστερο σήμα ομοιάζει με το προγενέστερο και προορίζεται να διακρίνει προϊόντα που ταυτίζονται με εκείνα που διακρίνει επίσης το τελευταίο (ταυτότητα σημάτων και ομοιότητα προϊόντων ή ταυτότητα προϊόντων και ομοιότητα σημάτων). Στην πρώτη περίπτωση της ταυτότητας σημάτων και προϊόντων η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι απόλυτη, χωρίς την ανάγκη επίκλησης και απόδειξης κινδύνου συγχύσεως, ο οποίος θεωρείται κατ' αμάχητο τεκμήριο ότι συντρέχει, αφού το σήμα δεν μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία του, που είναι να διακρίνει στην αγορά την προέλευση του προϊόντος από ορισμένη επιχείρηση. Στη δεύτερη περίπτωση η προστασία του προγενέστερου σήματος είναι σχετική και απαιτείται ως πρόσθετο στοιχείο κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των σημάτων, δ) ότι εκείνος που έχει καταθέσει νομίμως για ορισμένο προϊόν ή αντικείμενο εμπορίας σήμα, εγκεκριμένο τελεσίδικα από το αρμόδιο πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, δικαιούται, από την κατάθεση αυτού και εφεξής για όσο χρόνο δεν διαγράφεται νομίμως, να ζητήσει από κάθε τρίτο, που χρησιμοποιεί σε όμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του αυτούσιο το σήμα, ή που χρησιμοποιεί σε όμοια ή παρόμοια προϊόντα ή αντικείμενα εμπορίας του το σήμα κατά παραποίηση ή απομίμηση, να παραλείπει τη χρήση ή να αποκαταστήσει τη σχετική ζημιά, ή και τα δύο. Τα πολιτικά δικαστήρια δεν έχουν αρμοδιότητα να ελέγξουν ούτε παρεμπιπτόντως τη συνδρομή των προϋποθέσεων περί διαγραφής του σήματος (άρθρο 32 του Ν. 2239/1994) και δεν έχουν το δικαίωμα να αρνηθούν τη νόμιμη προστασία του σήματος έστω και αν υποπέσει στην αντίληψη τους ύπαρξη λόγου μη εγκρίσεως ή διαγραφής του (Α.Π. 1585/1991). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της §1 του άρ. 20 του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", η οποία αποτελεί μεταφορά στην Ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 6 της Οδηγίας 89/104 της Ε.Κ. "το δικαίωμα που παρέχει το σήμα στον δικαιούχο του, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές το όνομα, την επωνυμία και τη διεύθυνση τους, ως και ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας, ιδίως δε όταν πρόκειται για εξαρτήματα ή ανταλλακτικά. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι με μορφή σήματος. Η διάταξη αυτή, η οποία ως εισάγουσα εξαίρεση πρέπει να ερμηνεύεται στενά, διακρίνει μεταξύ της επιτρεπτής χρησιμοποίησης περιγραφικών ενδείξεων (δηλώσεων) σχετικών με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της υπηρεσίας ή άλλα χαρακτηριστικά τους, που δεν ταυτίζονται με το σήμα, και της επιτρεπτής χρησιμοποίησης αυτού τούτου του σήματος, όταν τούτο είναι αναγκαίο για να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος η υπηρεσίας, δηλαδή να δηλωθεί σε τι αποσκοπεί και σε τι αποβλέπει η χρήση αυτή. Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτούσιου του σήματος που γίνεται για να δηλωθεί το είδος του προϊόντος και όχι ο προορισμός του δεν αποτελεί νόμιμη χρήση κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως (Α.Π. 335/1994). Για να είναι νόμιμη η χρήση αυτούσιου του σήματος από τρίτον που δεν είναι κάτοχος του πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: 1) η χρήση του ξένου σήματος να γίνεται προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός του προϊόντος του τρίτου, 2) η για τον ανωτέρω σκοπό χρήση πρέπει να είναι αναγκαία, 3) η αναγκαία αυτή χρήση να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και 4) η χρήση από τον τρίτο του ξένου σήματος να μη γίνεται εν είδει σήματος. Η χρήση του σήματος είναι αναγκαία για να δηλωθεί ο προορισμός ενός προϊόντος που διατίθεται στο εμπόριο, όταν στην πράξη αποτελεί το μοναδικό μέσο παροχής άμεσης και πλήρους ενημέρωσης σχετικά με τον εν λόγω προορισμό, προκειμένου έτσι να διαφυλαχθεί το σύστημα ανόθευτου ανταγωνισμού στην αγορά του εν λόγω προϊόντος. Περαιτέρω, η χρήση του σήματος πρέπει να είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και πάντως όχι εν είδει σήματος. Η κρίση περί του αν η χρήση το ο σήματος είναι σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο και δεν υποκρύπτει προσπάθεια παρασιτικής εκμετάλλευσης ή βλάβης ξένης φήμης του σήματος ή δημιουργία έμμεσου κινδύνου σύγχυσης ή παρεμποδιστικού ανταγωνισμού, επαφίεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Η χρήση του σήματος δεν συνάδει με τα συναλλακτικά ήθη ιδίως όταν γίνεται κατά τρόπο δυνάμενο να δημιουργήσει την εντύπωση ότι υπάρχει εμπορική σχέση μεταξύ του τρίτου και του κατόχου του σήματος, θίγει την αξία του σήματος, αντλώντας αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του, συνεπάγεται τη δυσφήμηση ή την υποτίμηση του εν λόγω σήματος και όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει το σήμα του οποίου δεν είναι κάτοχος (ΔΕΚ 17-3-2005 ό.π.). Τέλος, χρήση εν είδει σήματος υπάρχει όταν η χρήση γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή, ο οποίος μπορεί να συμπεράνει ότι η χρησιμοποιούμενη ένδειξη λειτουργεί ως διακριτικό γνώρισμα των προϊόντων που σηματοδοτούνται με αυτό από άλλα ή όμοια εμπορεύματα που έχουν όμως άλλη προέλευση ή ότι μεταξύ των επιχειρήσεων υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός. (Α.Π. 1477/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα : "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, από την ίδρυση της το έτος 1922, παράγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά μπισκότα και συναφή είδη διατροφής. Είναι δικαιούχος των υπ' αρ. ... και ... σημάτων , τα οποία έχουν γίνει δεκτά με τις υπ' αρ. 3681/1997 και 4846/2001 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, αντίστοιχα, έχουν καταχωρηθεί στις 19-4-1999, το πρώτο και στις 17-3-2004 το δεύτερο και ισχύουν μέχρι 29-4-2013, όπως δεν αμφισβητείται από την εφεσίβλητη. Τα σήματα αυτά αποτελούνται από διασχηματισμό πούρου το πρώτο και όρθιου μεταλλικού κυλινδρικού κουτιού το δεύτερο, προορίζονται να διακρίνουν μία γεμιστή γκοφρέτα, η οποία παράγεται από την ενάγουσα και κυκλοφορεί στην ελληνική αγορά από το έτος 1978 με την ονομασία C... . Το εν λόγω προϊόν είναι σε σχήμα πούρου, μήκους η κάθε γκοφρέτα 13 περίπου εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού, συσκευασμένες και τοποθετημένες σε όρθιο μεταλλικό κυλινδρικό κουτί, ύψους 15 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών, που έχει στην επάνω βάση ειδικό άνοιγμα ασφαλείας μιας χρήσης, που φέρει μια κατάλληλα διαρρυθμισμένη μεταλλική υποδοχή του δακτύλου του χρήστη, με έλξη της οποίας αποσπάται η βάση αυτή του κουτιού (άνοιγμα easy open ) και μετά την αφαίρεση του μεταλλικού αυτού ανοίγματος, η βάση αυτή καλύπτεται με πλαστικό καπάκι και επιτυγχάνεται έτσι η διατήρηση αναλλοίωτου του προϊόντος μέχρι την κατανάλωση του. Στην εξωτερική επιφάνεια του κουτιού υπάρχει συνδυασμός λεκτικών και οπτικών απεικονίσεων ειδικότερα και στις δύο όψεις του απεικονίζονται, κατά τα δύο τρίτα περίπου του μήκους τους, στο κέντρο και σε φόντο γκρι ανοικτό με εναλλαγές σε γκρι σκούρο, τριάντα περίπου όρθιες γεμιστές γκοφρέτας (πούρα) σε χρώμα καφέ. Στο επάνω μέρος των δύο όψεων του κουτιού αναγράφεται με λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο και μέσα σε λευκό κύκλο το γράμμα "Π", στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα και κάτω από το αριστερό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922, χρονολογία έναρξης λειτουργίας της επιχείρησης της ενάγουσας. Το γράμμα αυτό ακολουθεί η λέξη "Π." με Ελληνικούς χαρακτήρες, στη μία όψη του κουτιού και "P." με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του, ενώ, κάτω από τη λέξη αυτή και στο κέντρο της συσκευασίας, αναγράφεται με κόκκινα καλλιγραφικά γράμματα και υπογραμμισμένη η λέξη "C...". Στη βάση των γκοφρετών αναγράφεται, με λευκά γράμματα σε κόκκινο φόντο, η λέξη "πραλίνα" με ελληνικούς χαρακτήρες και "praline" με λατινικούς χαρακτήρες στην άλλη όψη του κουτιού. Τέλος, το καπάκι του κουτιού είναι λευκού χρώματος, αναγράφεται σ' αυτό η λέξη "C...", ενώ στη μέση της και πάνω από αυτή υπάρχει μέσα σε κύκλο το γράμμα "Π" (από τη λέξη Π.), στην κεφαλή του οποίου είναι σχεδιασμένο βασιλικό στέμμα, κάτω δε από το δεξιό σκέλος του αναγράφεται ο αριθμός 1922. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρία εκμεταλλεύεται την αλυσίδα σούπερ μάρκετ "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", που είναι και ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης της. Από τα τέλη Απριλίου 2004, η εν λόγω διάδικος άρχισε να κυκλοφορεί και να διαθέτει στα πιο πάνω καταστήματα, τα πιο κάτω προϊόντα, χαρακτηριζόμενα ως προϊόντα "ιδιωτικής ετικέτας", τα οποία παρασκευάζονται από άλλους προμηθευτές για λογαριασμό της και συγκεκριμένα διαθέτει ένα είδος μπισκότου, αποτελούμενο από γκοφρέτες σχήμα πούρου, μήκους 10,50 εκατοστών και διαμέτρου ενός εκατοστού, γεμισμένες με κρέμα φουντουκιού και κακάο και είναι συσκευασμένες σε όρθιο κυλινδρικό κουτί, ύψους 14 εκατοστών και διαμέτρου 10 εκατοστών. Η επάνω βάση του κουτιού είναι κατασκευασμένη με ειδικό άνοιγμα μια χρήσης, κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το προπεριγραφέν άνοιγμα στο κουτί της ενάγουσας, με τη διαφορά ότι είναι κατασκευασμένο από μαλακό φύλλο αλουμινίου, χωρίς την ειδική υποδοχή για το δάκτυλο του χρήστη. Επίσης, φέρει πλαστικό καπάκι για να κλείνει μετά την αφαίρεση του προηγούμενου ανοίγματος και η εξωτερική του επιφάνεια είναι διακοσμημένη με λεκτικές και εικαστικές απεικονίσεις. Ειδικότερα και στις δύο όψεις του απεικονίζεται προς τα αριστερά σε φόντο κίτρινο, με εναλλαγές σε φόντο πορτοκαλί, 9 όρθιες γκοφρέτες (πούρα), σε χρώμα καφέ, όχι ολόκληρες, σε δέσμη, που ανοίγει λοξά προς τα επάνω και στα δεξιά αυτών εμφανίζονται δύο φύλλα και ενάμιση φουντούκι. Πάνω από τη δέσμη αυτή. στην πρώτη σειρά και κεντρικά, είναι γραμμένη με κεφαλαία μπλε γράμματα και κίτρινο περίγραμμα, που σταδιακά μικραίνουν, ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης "ΓΑΛΑΞΙΑΣ" και στη δεύτερη σειρά, αμέσως από κάτω, με μικρά, κόκκινα, καλλιγραφικά γράμματα η λέξη "………………". Κάτω από τη λέξη αυτή και δεξιά της δέσμης με τις γκοφρέτες είναι γραμμένη με κόκκινα, μικρά γράμματα η φράση "με γέμιση κρέμας φουντουκιού & κακάο", στη βάση δε του κουτιού υπάρχει η φράση "……………………. "με μικρούς λευκούς χαρακτήρες. Το καπάκι του κουτιού είναι χρώματος σκούρου καφέ, χωρίς καμία ένδειξη. Από τη σύγκριση των ως άνω προϊόντων και των συσκευασιών αυτών, προκύπτει μεν η ύπαρξη ομοιότητας ως προς την παραγόμενη γκοφρέτα και το σχήμα της (κυλινδρική γκοφρέτα σε σχήμα πούρου), αλλά και ως προς το είδος και το σχήμα της συσκευασίας (όρθιο κυλινδρικό κουτί που κλείνει αεροστεγώς) πλην όμως, το προϊόν αυτό και ο διασχηματισμός του δεν μπορεί να θεωρηθεί διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης της ενάγουσας, εφόσον δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία για το λόγο ότι η μέθοδος παραγωγής των προϊόντων αυτών είναι κοινή και βασίζεται σε παλαιά παραδοσιακή βιενέζικη συνταγή για κυλινδρικές γκοφρέτες-βάφλες σε σχήμα πούρου. Γι' αυτό, σε ορισμένες από τις συσκευασίες των προϊόντων αυτών αναφέρονται ως "Viennese Waffers" (βιεννέζικες γκοφρέτες). Εξάλλου, ο διασχηματισμός της συσκευασίας δεν μπορεί και αυτός να αποτελέσει διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού της προέλευσης του ενδίκου προϊόντος της ενάγουσας, δεδομένου ότι αποτελεί πλέον συνηθισμένο τρόπο συσκευασίας πολλών προϊόντων στην αγορά. Περαιτέρω, το προϊόν της εναγομένης έχει μικρότερες διαστάσεις, τόσο οι γκοφρέτες, όσο και το κουτί, η εξωτερική δε απεικόνιση της συσκευασίας της εναγομένης, όπως περιγράφεται πιο πάνω, παρουσιάζει έντονες διαφορές από εκείνη της ενάγουσας, τόσο ως προς το λεκτικό μέρος όσο, και ως προς το εικαστικό, δεδομένου ότι ο συνδυασμός των χρωμάτων είναι τελείως διαφορετικός, αλλά και το λεκτικό σήμα και οι άλλες απεικονίσεις και αναγραφές, καμία σχέση δεν έχουν με αυτές της ενάγουσας, έτσι ώστε ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει ταυτότητα της επιχείρησης από την οποία προέρχονται τα ένδικα προϊόντα, ούτε μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει οικονομικός ή άλλος δεσμός. Επί πλέον όσον αφορά το προϊόν της εναγομένης, πρόκειται για προϊόν "ιδιωτικής ετικέτας", το οποίο διατίθεται σε χαμηλότερη τιμή από άλλα ομοειδή προϊόντα και ο μέσος καταναλωτής γνωρίζει ότι παράγεται από άλλη επιχείρηση για λογαριασμό της εναγομένης. Στην ενέργεια της αυτή η εναγομένη δεν προέβη δολίως και' κατ' αντίθεση προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, έχοντας ως σκοπό να βλάψει τα συμφέροντα της ενάγουσας και να αποσπάσει την πελατεία αυτής, πράγμα που δεν μπορεί να συμβεί, εφόσον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν υπάρχει περίπτωση πρόκλησης σύγχυσης στον μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση των δύο προϊόντων. Επομένως, η διάθεση από την εναγομένη στην Ελληνική αγορά γεμιστών γκοφρετών σε σχήμα πούρου, με την ως άνω συσκευασία, δεν συνιστά παράνομη προσβολή των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων του προϊόντος της ενάγουσας, με την ονομασία "C... " ούτε έγινε με σκοπό ανταγωνισμού και κατά τρόπο που αντίκειται στα χρηστά ήθη και συνεπώς δεν υπήρξε εκ μέρους της εναγομένης παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ν. 2239/1994 "περί σημάτων" και του Ν. 146/1914. Ενόψει αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τους σχετικούς λόγους της έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα ...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη βάση της, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1. 13 παρ.1 και 14 παρ.2 του Ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, με τις επάλληλες αιτιολογίες ότι, ούτε ο διασχηματισμός, ούτε η συσκευασία του προϊόντος της αναιρεσείουσας μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν διακριτικά γνωρίσματα αυτού, γιατί ο μεν πρώτοι (διασχηματισμός του προϊόντος) χρησιμοποιείται από πολλά έτη από διάφορες εταιρείες που διαθέτουν στην κατανάλωση κυλινδρικές γκοφρέτες σε σχήμα πούρου με διάφορες ονομασίες, ο δε δεύτερος (διασχηματισμός της συσκευασίας) αποτελεί συνηθισμένο τρόπο συσκευασίας πολλών προϊόντων που δεν μπορεί μόνος αυτός να θεωρηθεί ότι αποτελεί διακριτικό γνώρισμα προσδιορισμού της προέλευσης του ενδίκου προϊόντος από την αναιρεσείουσα, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ούτε εκ πλαγίου τις παραπάνω διατάξεις. Διότι, ενόψει της παράλληλης ισχύος του άρθρου 20 §1 του Ν. 2239/1994 με τις διατάξεις του Ν. 146/1914, οι σκέψεις της απόρριψης της μιας εκ των βάσεων αυτών της ένδικης αγωγής και η τυχόν αντίφαση τούτων προς τις σκέψεις της απόρριψης της άλλης βάσης της αγωγής δεν ιδρύουν τους από το άρθρο 559 αρ.1, 4 και 19 Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης (ΑΠ 164/1994. ΑΠ 1325/1996. ΑΠ 153/1988). Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ. 1, 4 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία του ως πολιτικού δικαστηρίου και παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 εδ.2 Ν. 146/1914 με τις εκτεθείσες παραδοχές του, ότι ο παραπάνω διασχηματισμός και η συσκευασία του προϊόντος της αναιρεσείουσας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν διακριτικά γνωρίσματα αυτού, παρότι το αντίθετο έχει γίνει δεκτό με τις με αριθ. 3681/1997 και 4886/2001 αποφάσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και ότι ο επίδικος διασχηματισμός της αναιρεσείουσας κατέστη κοινόχρηστος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τρίτους, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Όσον αφορά, όμως, τη βάση της αγωγής από τα άρθρα 1§1, 2, 14§1, 15, 17, 18§§1 και 3, 21§§1-5, 26 και 32 Ν. 2239/1994 "περί σημάτων", το Εφετείο παραβίασε ευθέος και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 20§1 Ν. 2239/1994. Τούτο δε, διότι: α) έκρινε ότι η χρήση αυτούσιου του σήματος για τη δήλωση του είδους του προϊόντος εμπίπτει στον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2239/1994 και ότι επομένως η χρήση των σημάτων της αναιρεσείουσας από την αναιρεσίβλητη προκειμένου να δηλώσει το είδος του δικού της προϊόντος γεμιστής γκοφρέτας είναι επιτρεπτή, ενώ κατά το πραγματικό του ως άνω κανόνα δικαίου η δήλωση του είδους του προϊόντος επιτρέπεται να γίνει μόνο με περιγραφικές ενδείξεις (δηλώσεις) που δεν ταυτίζονται με το σήμα και όχι με τη χρήση αυτούσιου του σήματος, όπως δέχθηκε το Εφετείο, και β) δέχεται ότι η χρήση των διασχηματισμών της αναιρεσείουσας, δηλαδή των σημάτων της, δεν γίνεται από την αναιρεσίβλητη εν είδει σήματος, για τον προσδιορισμό δηλαδή της προέλευσης του προϊόντος της, ως προς την οποία δεν δημιουργείται, κίνδυνος σύγχυσης στο μέσο καταναλωτή είτε ως προς την προέλευση του προϊόντος είτε ως προς την ταυτότητα της επιχειρήσεως, παραπέμποντας προς τούτο στη σχετική αιτιολογία που παραθέτει κατά την έρευνα της πρώτης βάσης της αγωγής για παράβαση του Ν. 146/1914, ότι δηλαδή ο διασχηματισμός του προϊόντος έχει καταστεί κοινόχρηστος και ο διασχηματισμός της συσκευασίας στερείται διακριτικής δύναμης. Η αιτιολογία, όμως, αυτή περί ανυπαρξίας κινδύνου σύγχυσης στην εξεταζόμενη βάση της αγωγής περί προστασίας του σήματος κατά τις διατάξεις του Ν. 2239/1994 αντιφάσκει με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα είναι δικαιούχος των ανωτέρω σημάτων, πράγμα που ενέχει κατά νομική αναγκαιότητα ότι τα τελευταία έχουν διακριτική δύναμη και ότι συνέτρεχαν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την διοικητική αναγνώριση τους, στοιχεία που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθούν ούτε παρεμπιπτόντως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, όταν αυτά κρίνουν ζητήματα προστασίας του σήματος, αφού ο δικαιούχος σήματος προστατεύεται πλήρως μέχρι την αμετάκλητη διαγραφή του σήματος, όπως συμβαίνει όταν τούτο ήταν ή κατέστη κοινόχρηστο ή απώλεσε τη διακριτική του δύναμη (άρθρο 17 παρ.1 στοιχ. γ' Ν. 2239/1994). Το Εφετείο, προκειμένου να κρίνει τη συνδρομή ή μη κινδύνου συγχύσεως, που συνδέεται και με την προϋπόθεση της σύμφωνης με τα χρηστά ήθη χρήσης του σήματος, όφειλε να θεωρήσει ως δεδομένη τη διακριτική ικανότητα των διασχηματισμών που η ενάγουσα έχει κατοχυρώσει ως σήματα. Η τυχόν αποδυνάμωση του σήματος με πράξεις ή παραλείψεις του δικαιούχου, όπως όταν τούτο απώλεσε μεταγενέστερα τη διακριτική του δύναμη, μπορεί ενδεχομένως να στηρίξει ένσταση του εναγόμενου για καταχρηστική άσκηση της αγωγής (άρθρο 281 του Α.Κ), τέτοια, όμως, ένσταση δεν δέχθηκε το Εφετείο ότι προβλήθηκε από τις εναγόμενες και δεν απέρριψε την αγωγή κατά παραδοχή ως βάσιμης τέτοιας ένστασης. Οι με επάλληλη αιτιολογία αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση των δύο συσκευασιών ως προς το χρώμα, τις απεικονίσεις και τους λεκτικούς σχηματισμούς δεν είναι επαρκείς για την αιτιολογία της παραδοχής μη υπάρξεως κινδύνου σύγχυσης, διότι, όπως και το Εφετείο δέχεται, το σήμα της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στη συσκευασία δεν είναι σύνθετο σήμα, ώστε να προσφέρεται προς σύγκριση με τις ενδείξεις που χρησιμοποιούν η αναιρεσίβλητη αλλά συνίσταται αποκλειστικά στην ορθή κυλινδρική συσκευασία, χωρίς οποιαδήποτε απεικόνιση, χρώμα ή λέξεις. Επομένως, οι από άρθρο 559 αριθ. 1 και 19, και όχι από τους αριθ. 4, 11 και 12, ΚΠολΔ πρώτος λόγος του κυρίως δικογράφου, πρώτος δεύτερος και τρίτος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτούς αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, κατ' ορθή ερμηνευτική διατύπωση της παρ.3 του άρθρου 580 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 688/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 2013. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαρτίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

******

 

Συμβαση αποκλειστικης διανομης . Συμβαση εμπορικης αντιπροσωπειας και αποκλειστικης διανομης.

Περιεχόμενο σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και αποκλειστικής διανομής. Εφαρμοστέες διατάξεις. Καταγγελία σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου. Ως αορίστου χρόνου θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρόν σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου, σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν συμβάσεις ορισμένου χρόνου με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να γίνονται οι ουσιώδεις όροι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ως καταχρηστικής της άσκησης δικαιώματος καταγγελίας. Η καταχρηστική καταγγελία είναι έγκυρη και χορηγεί δικαίωμα στον διανομέα να ζητήσει αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας του. Αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη επί καταγγελίας σύμβασης αόριστης διάρκειας. Αποζημίωση πελατείας. Ελεύθερος ανταγωνισμός. Απαγόρευση εναρμονισμένης πρακτικής κατ’ άρθρο 101 ΣΛΕΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση η δυνατότητα επίδρασης των συμπράξεων στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών της ΕΕ. Απαγορευμένες συμπράξεις κατ’ άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν 703/1977. Προϋποθέσεις. Αθέμιτος ανταγωνισμός. Απαγορευμένη καταχρηστική εκμετάλλευση οικονομικής εξάρτησης κατ’ άρθρο 18 Ν 146/1914. Προϋποθέσεις. Πότε η απόσπαση πελατείας συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού κατά το άρθρο 1 Ν 146/1914. Δέχεται την έφεση.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 1639/2013

 

Πρόεδρος Α. Κοκοβού, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια Χ. Φλώρου - Κοντοδήμου, Εφέτης

Δικηγόροι Δ. Κουτσούκης, Δ. Λιβιεράτος, Β. Μαρουλής

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 817

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

[...] Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 «Περί εμπορικών αντιπροσώπων» που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του Διατάγματος αυτού, οι οποίες, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (άρθρο 11 παρ. 2), εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται, για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται «αντιπροσωπευόμενος», την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις συμβάσεις αυτές, επ’ ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Ιδιαίτερη μορφή εμπορικής αντιπροσώπευσης είναι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) αναλαμβάνει την υποχρέωση να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη γεωγραφική περιοχή, στον αντισυμβαλλόμενο (διανομέα), τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία ο τελευταίος μεταπωλεί με το δικό του όνομα και για δικό του λογαριασμό προς τρίτους, διαφοροποιούμενος έτσι από τη βοηθητική εργασία διαμεσολάβησης που εκτελεί ο εμπορικός αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Ως προς τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία, λόγω νομοθετικού κενού, εφαρμόζονταν, αναλογικά, οι περί εντολής διατάξεις (άρθρα 713 επ. ΑΚ, 91 ΕμπΝ, 3 ΕισΝΑΚ) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, εκείνες οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991 που προσαρμόζονταν στη φύση και το περιεχόμενο της εν λόγω σύμβασης, ήδη, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 εδ. β΄ του Ν 3557/14.5.2007: «εφαρμόζονται αναλόγως όλες οι διατάξεις του ΠΔ 219/1991, όπως ισχύει, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή» (βλ. ΑΠ 103/2012 ΔΕΕ 2012,955, ΑΠ 734/2011, ΑΠ 14/2011 και ΑΠ 1513/2010 Nomos, ΑΠ 881/2010 ΔΕΕ 2010,1082, ΑΠ 1935/2009 ΔΕΕ 2010,710). Περαιτέρω, με το άρθρο 8 παρ. 2 έως και 8 του ΠΔ 219/1991, όπως οι παρ. 4 και 8 αυτού αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 312/1995 και η παρ. 4 με το άρθρο 2 του ΠΔ 88/1994, ορίζονται τα εξής: «2. Σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν μετά τη λήξη της, θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου. 3. Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4. Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξι μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη. Δεν είναι δυνατόν να οριστούν μικρότερες προθεσμίες, με συμφωνία των συμβαλλομένων. ... 5. ... 8. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ. 4, σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων».

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι αν η σύμβαση αποκλειστικής διανομής είναι αορίστου χρόνου, μπορεί να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία, από οποιονδήποτε των συμβληθέντων, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από την παρέλευση των χρονικών ορίων, που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ. 4 του άνω πδ/τος. Η αορίστου χρόνου σύμβαση λύνεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνιστάμενου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους, καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερόμενων στο άρθρο 8 παρ. 4 προθεσμιών. Τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει εκείνος, που κατάγγειλε τη σύμβαση (ΑΠ 734/2011 ό.π., ΑΠ 1554/2008 Αρμ 2009,680, ΕφΑθ 451/2012 προσκ., ΕφΑθ 5302/2011 ΔΕΕ 2012,140, ΕφΘεσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011,355, ΕφΑθ 2183/2010 ΔΕΕ 2011,706, ΕφΑθ 3366/2010 ΔΕΕ 2010,1326, ΕφΠειρ 782/2010 ΔΕΕ 2011,477). Ως αόριστης διάρκειας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες, σε ορισμένα σημεία τους (ΑΠ 734/2011 ό.π., ΑΠ 1554/2008 ό.π., ΕφΑθ 5302/2011 ό.π., ΕφΑθ 3366/2010 ό.π.). Εξάλλου, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης αποκλειστικής διανομής υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των διαγραφόμενων, από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ορίων, συνιστά, αντικειμενικά, παράνομη πράξη, οπότε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ, γεννάται αξίωση αποζημίωσης, από αδικοπραξία (ΑΠ 103/2012 και ΑΠ 1554/2008 ό.π.). Πάντως, η μη τήρηση της άνω προθεσμίας δεν συνιστά από μόνη της αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, αφού η ενέργεια, καθεαυτή, χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, δεν είναι παράνομη. Η ίδια υποχρέωση προς αποζημίωση γεννάται και κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αν η άσκηση του σχετικού δικαιώματος αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΑΠ Ολ 17/1995 ΕλλΔνη 1995,1531, ΑΠ 1831/2011 Nomos, ΑΠ 896/2011 ΧρΙΔ 2012,173, ΑΠ 91/2011 ΝοΒ 2011,1524, ΑΠ 92/2011 Nomos, ΑΠ 17/2011 ΧρΙΔ 2011,581).

Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Ακόμη, απαιτείται η πράξη του δικαιούχου και η δημιουργηθείσα απ’ αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του (δικαιούχου). Στην περίπτωση λύσης της αορίστου χρόνου σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο διανομέας, εκτός από την αναφερόμενη στο άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991 αποζημίωση πελατείας, δικαιούται, κατά τη ρητή (και αναλογικά εφαρμοζόμενη) διάταξη του εδ. γ΄ του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 και αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Τέτοια αξίωση γεννιέται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 724, 914, 281 ΑΚ, στην περίπτωση, κατά την οποία το διαπλαστικό δικαίωμα της καταγγελίας ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 70/2007 Nomos, ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010,204), αφού το γεγονός αυτό συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ και συνεπάγεται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμον προϋποθέσεις (επέλευση ζημίας και αιτιώδης συνάφεια), ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 1554/2008 ό.π.). Το δικαίωμα, ωστόσο, του συμβαλλομένου να προβεί σε καταγγελία της συμβατικής σχέσης, δεν ασκείται εναντίον των χρηστών ηθών, όταν η συνέπεια αυτής (καταγγελίας), δηλαδή η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του ασκούντος το δικαίωμα και δεν είναι άσχετο προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του. Επίσης, το δικαίωμα καταγγελίας διαρκούς σύμβασης δεν αναγνωρίζει ο νόμος ως κύρωση που επιβάλλει ο συμβαλλόμενος έναντι της τυχόν αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντισυμβαλλομένου του, εντεύθεν δε η τυχόν προηγηθείσα της καταγγελίας, επωφελής για τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου του, δεν καθιστά την καταγγελία αντίθετη στα χρηστά ήθη, πολύ περισσότερο, καθόσον η συμπεριφορά αυτή του τελευταίου, που ουσιαστικά εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της ενοχής, επιβάλλεται από τον νόμο (άρθρο 288 ΑΚ, βλ. ΑΠ Ολ 13/2004 Nomos, ΑΠ 683/2010 Nomos, ΕφΠειρ 175/2011 ΔΕΕ 2011,831, ΕφΘεσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011,355, ΕφΘεσ 661/2011 ΕπισκΕΔ 2011,797). Σημειώνεται, όμως, ότι η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας ή της αποκλειστικής διανομής, λόγω της φύσης της σύμβασης εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι άκυρη, αλλά χορηγεί, απλά, στον εντολοδόχο (αντιπρόσωπο ή διανομέα) το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή (ΑΠ 163/2011 ΔΕΕ 2011,931, ΑΠ 390/2004 ΔΕΕ 2005,65).

Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 919 ΑΚ, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση εκείνου που με πρόθεση ζημίωσε άλλον, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, να τον αποζημιώσει, είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες, όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, όπως το εννοιολογικό τους περιεχόμενο αναφέρεται ανωτέρω, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) πρόκληση πράγματι ζημίας σε άλλον και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσης ζημίας. Ειδικότερα, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η από τον εντολέα καταγγελία της σύμβασης και η ανάθεση σε άλλον της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητος, με αυτή του διανομέα, μπορεί να συνιστά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες, αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε ο διανομέας για την καθιέρωση των προϊόντων που αντιπροσωπεύει στην αγορά (ΑΠ 1933/2009, ΑΠ 1934/2009 και ΑΠ 1805/2007 Nomos, ΕφΘεσ 496/2011 ό.π., ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010,204, ΕφΑθ 2110/2008 ΔΕΕ 2008,984, ΕφΑθ 2093/2006 ΔΕΕ 2006,757). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση ευθύνης προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση του αμέσως από αδικοπραξία ζημιωθέντος είναι: α) συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, β) επέλευση ζημίας ή και ηθικής βλάβης και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας ή και ηθικής βλάβης. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί και η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή τις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής και επαγγελματικής δραστηριότητας (ΑΠ 1554/2008 Nomos). Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1γ΄ του ΠΔ 219/1991 προβλέπει και αυτή την αξίωση αποζημίωσης του κοινού δικαίου (άρθρα 914 επ., 297, 281, 288, 723, 724, 725 του ΑΚ), την οποία έχει, ενδεχομένως, ο εμπορικός αντιπρόσωπος και για τη γένεση της οποίας απαιτείται υπαίτια παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων του αντιπροσωπευόμενου ή τέλεση από μέρους του αδικοπραξίας. Η οφειλόμενη δε στην περίπτωση αυτή αποζημίωση οφείλεται επιπλέον της αποζημίωσης πελατείας, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω και περιλαμβάνει τόσο θετική, όσο και την αποθετική ζημία του εμπορικού αντιπροσώπου. Η τελευταία (αποθετική ζημία) έχει τη μορφή του διαφυγόντος κέρδους και συνίσταται στις κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές, που θα εισέπραττε ο εμπορικός αντιπρόσωπος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συμπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης (ΑΠ 734/2011 ΕπισκΕΔ 2012,61, ΑΠ 849/2002 ΝοΒ 2003,47, ΕφΑθ 5971/2011 ΔΕΕ 2012,590, ΕφΘεσ 496/2011 ΕΕμπΔ 2011,355, ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010,204, ΕφΑθ 4594/2005 ΔΕΕ 2005,988). Στην περίπτωση της σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση, περαιτέρω, ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη (ήτοι κάθε φύσης προμήθειες και αμοιβές), που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως, τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, θα αποκέρδαινε ο αντιπρόσωπος από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί, κατά τις διατάξεις του άνω διατάγματος, για την καταγγελία της (ΑΠ 1513/2010 Nomos, ΕφΘεσ 496/2011, ΕφΑθ 676/2009, ΕφΑθ 2110/2008, ΕφΑθ 1873/2008, ΕφΠειρ 516/2006 και ΕφΑθ 1714/2005 Nomos, ΕφΑθ 4594/2005 ΔΕΕ 2005,988).

Περαιτέρω, στο άρθρο 101 ΣΛΕΕ (πρώην 81 ΣυνθΕΟΚ) ορίζονται τα εξής: «1. Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται: α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικών συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2. Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες». Ο κοινοτικός νομοθέτης με το άνω άρθρο της ΣυνθΕΚ απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, παραθέτοντας στο εν λόγω άρθρο ενδεικτικά τις περιπτώσεις, οι οποίες περιέχουν απαγορευόμενες συμπράξεις επιχειρήσεων. Για να εφαρμοστεί, όμως, το άρθρο αυτό, δεν αρκεί η διαπίστωση της ύπαρξης των απαριθμούμενων ενεργειών, αλλά απαιτείται η συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο, μεταξύ των οποίων και η δυνατότητα επίδρασης των συμπράξεων, που προαναφέρθηκαν, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών της EE. Η προϋπόθεση αυτή θεωρείται ότι συντρέχει, όταν επηρεάζεται ή μπορεί να επηρεαστεί το εμπόριο έστω και δύο μόνο κρατών μελών (ΑΠ 388/2008 Nomos). Οι συμφωνίες, επομένως, αποκλειστικής προμήθειας, με σκοπό τη μεταπώληση εμπορευμάτων, στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά επιχειρήσεις από ένα κράτος μέλος και οι οποίες αφορούν τη μεταπώληση εμπορευμάτων μέσα σε αυτό το κράτος μέλος, για να εμπέσουν, ενδεχομένως, στην απαγόρευση του άρθρου 101 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να επηρεάζουν, ιδίως σε περίπτωση που αφορούν ομοειδείς συμφωνίες, στο σύνολο τους το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών (ΑΠ 1379/2010 ΔΕΕ 2011,304, ΑΠ 1126/2006 ΔΕΕ 2006,906, ΕφΑθ 6197/2011 ΔΕΕ 2012,319).

Επίσης, στο άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Ν 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού», το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με αυτές του προαναφερόμενου άρθρου 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ), όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 του Ν 2000/1991, ορίζεται ότι: «1. Απαγορεύονται πάσαι αι συμφωνίαι μεταξύ επιχειρήσεων, πάσαι αι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οιασδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, αι οποίαι έχουν ως αντικείμενον ή αποτέλεσμα στην παρακώλυσιν, τον περιορισμόν ή την νόθευσιν του ανταγωνισμού ιδία δε αι συνιστάμεναι εις: α) τον άμεσον ή έμμεσον καθορισμόν των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) τον περιορισμόν ή τον έλεγχον της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) την κατανομήν των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) την, κατά τρόπον δυσχεραίνοντα την λειτουργίαν του ανταγωνισμού, εφαρμογήν εν τω εμπορίω άνισων όρων δι’ ισοδυνάμους παροχάς, ιδία δε την αδικαιολόγητο άρνησιν πωλήσεως, αγοράς ή άλλης συναλλαγής, ε) την εξάρτησιν συνάψεως συμβάσεων εκ της παρά των αντισυμβαλλομένων αποδοχής προσθέτων παροχών, αι οποίαι, κατά την φύσιν των ή συμφώνως προς τας εμπορικάς συνήθειας, δεν συνδέονται μετά του αντικειμένου των συμβάσεων τούτων και 2. Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός, αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο». Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι οι προϋποθέσεις του απαγορευτικού κανόνα του προαναφερόμενου άρθρου, είναι: α) να υπάρχει σύμπραξη επιχειρήσεων (δηλαδή συμφωνία, απόφαση ή εναρμονισμένη πρακτική) και β) η σύμπραξη αυτή να έχει ως αντικείμενο τον περιορισμό, την παρεμπόδιση ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, ανεξάρτητα από τα συγκεκριμένα αποτελέσματά της. Ως επιπλέον δε προϋπόθεση της υπαγωγής της σύμπραξης στα άρθρα 1 και 2 του Ν 703/1977, γίνεται δεκτό, ότι απαιτείται ο περιορισμός του ανταγωνισμού να είναι αισθητός, με την έννοια ότι πρέπει η θέση στην αγορά των επιχειρήσεων που προήλθαν στη σύμπραξη και η μερίδα της συμμετοχής τους σε αυτήν να είναι σημαντική (Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο του ανταγωνισμού, έκδοση 1982, σελ. 170 επ. και σημ. 187, ΕφΑθ 6197/2011 ΔΕΕ 2012,319).

Ακόμη, το άρθρο 18α του Ν 146/1914, που προστέθηκε με το άρθρο 29 του Ν 3784/2009 (αναθεώρηση διατάξεων του Ν 703/1977 περί ανταγωνισμού και άλλες διατάξεις, ΦΕΚ Α΄ 137), το οποίο περιέχει διατάξεις ανάλογες με το ήδη καταργηθέν (με το άρθρο 2 του Ν 3784/2009) άρθρο 2α του Ν 703/1977, όπως είχε προστεθεί με το άρθρο 1 του Ν 3373/2005, ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή τους, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί να συνίσταται κυρίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης, ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων». Βάσει των παραπάνω, γίνεται δεκτό, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά, μόνο, η καταχρηστική εκμετάλλευσή της. Για την υπαγωγή στην απαγόρευση του άνω άρθρου 18α Ν 146/10914, με την έννοια της αιφνίδιας και αδικαιολόγητης διακοπής μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων, θα πρέπει: 1) να υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις, από τις οποίες προμηθεύεται ή τις οποίες προμηθεύει ακόμη και με ένα ορισμένο είδος προϊόντων, η εξάρτηση δε αυτή μπορεί να προκύπτει από το γεγονός, ότι ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε, έχει προσαρμόσει την επιχείρησή του στις ανάγκες διαθέσεως και προωθήσεως των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, 2) η επιχείρηση αυτή να μην διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια, ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή, έναντι των ανταγωνιστών της, θέση, αφού μειώνεται, έτσι, σημαντικά η ικανότητά της να αντεπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της και 3) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΕφΑθ 676/2009 Nomos, ΕφΑθ 1572/2006 ΔΕΕ 2006,760). Η παράβαση δε του ανωτέρω άρθρου (18α του Ν 146/1914), όπως και του προηγηθέντος του Ν 703/1977 συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (πρβλ. ΑΠ Ολ 2/1989 ΕΕμπΔ 1989,657, ΑΠ 1379/2010 ΧρΙΔ 2011,452, ΑΠ 1665/2009 ΧρΙΔ 2010,635, ΕφΑθ 26/2010 ΔΕΕ 2010,679, ΕφΑθ 676/2009 ό.π., ΕφΑθ 2093/2006 ΔΕΕ 2006,757, ΕφΑθ 6042/2002 ΔΕΕ 2003,282).

Τέλος, κατά το άρθρο 1 του Ν 146/1914 «Περί αθέμιτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε γενόμενη προς τον σκοπό ανταγωνισμού πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και προς ανόρθωση της ζημίας, που έχει προξενηθεί. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι ουσιώδες στοιχείο, για τη θεμελίωση της αξίωσης προς αποζημίωση από αθέμιτο ανταγωνισμό, είναι και το να εκτελείται η πράξη, που φέρεται ως συνιστώσα τον αθέμιτο ανταγωνισμό, με πρόθεση ανταγωνισμού προς την από άλλο ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση και να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι περί ηθικής ιδέες του κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση κατά την εκάστοτε περί τούτου γενική αντίληψη εντός του συναλλακτικού κύκλου, στον οποίο εκδηλώνεται η αθέμιτη πράξη (ΑΠ 1041/2010 ΔΕΕ 2011,584, ΕφΑθ 969/2011 ΔΕΕ 2011,789, ΕφΑθ 1538/2009 Αρμ 2009,200). Αντίθετη στα χρηστά ήθη είναι η συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη, όταν χρησιμοποιούνται τρόποι και μέσα αντίθετα προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1805/2007 ό.π., ΑΠ 704/2007 ΔΕΕ 2007,970, ΕφΑθ 451/2012 ό.π., ΕφΑθ 1538/2009 ό.π.). Η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης, μπορεί να θεωρηθεί αθέμιτη, με τη συνδρομή, όμως, ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν τέτοια, καθόσον κατ’ αρχήν, η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού (ΑΠ 1041/2010 ό.π, ΕφΑθ 969/2011 ΔΕΕ 2011,789). Έτσι, η απόσπαση πελατείας μπορεί να συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, εφόσον γίνεται με δόλιες μεθοδεύσεις και πράξεις αθέμιτες και αντίθετες προς τα χρηστά ήθη, με σκοπό τον σφετερισμό της ξένης πελατείας και εκμετάλλευσης της ξένης φήμης, του μόχθου και των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε για την καθιέρωση των προϊόντων και υπηρεσιών του, στη συγκεκριμένη αγορά, ο τρίτος (ΑΠ 704/2007 Nomos, ΕφΑθ 1538/2009 Αρμ 2009,1200, ΕφΑθ 676/2009 ΔΕΕ 2010,204, ΕφΑθ 2093/2006 ό.π.). Εφόσον δε η συμπεριφορά του τρίτου είναι αθέμιτη, ο βλαπτόμενος έχει κατ’ αυτού αξίωση, για άρση της προσβολής, παράλειψη αυτής στο μέλλον και αποζημίωση, ενώ δεν αποκλείεται και η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (ΕφΑθ 1538/2009 ό.π., ΕφΑθ 359/2008 ΔΕΕ 2009,50).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, ως προς την αιτούμενη αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, ύψους 357.377,10 ευρώ, άλλως 214.426,26 ευρώ, άλλως 71.475,42 ευρώ, άλλως 35.737,71 ευρώ, που ο ενάγων με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε για μία πενταετία, άλλως τριετία, άλλως για ένα έτος, άλλως για ένα εξάμηνο από τη λύση της σύμβασης, περιέχει πλήρως όλα τα αναγκαία για τη νομική θεμελίωσή της περιστατικά, όπως αυτά διαλαμβάνονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. Ειδικότερα, ο ενάγων, αφενός μεν, αναφέρει το ποσό των κερδών, που αποκόμιζε κατά το προ τη καταγγελίας διάστημα και το οποίο, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εξακολουθούσε να λαμβάνει, αν συνέχιζε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εναγομένη κατά τα επίδικα διαστήματα, την παροχή των οποίων δεν αποδέχθηκε η τελευταία, μη τηρώντας την προαναφερόμενη νόμιμη προθεσμία προειδοποίησης, αφετέρου δε, προσδιορίζει συγκεκριμένα περιστατικά και αναφέρει τις ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, έστω και ίδια με εκείνα της προ καταγγελίας περιόδου (υποδομή - εξοπλισμό - πελατολόγιο), τα οποία (μέτρα) αιτιολογούν την πραγματοποίηση, εκ μέρους του, προς τους πελάτες του, μετά την καταγγελία, πωλήσεων των ίδιων προϊόντων, αντί του ίδιου συνολικά τιμήματος, με εκείνο των πωληθέντων πριν την καταγγελία (βλ. και ΕφΛαμ 285/2010 Nomos, ΕφΑθ 2110/2008 ό.π.), απορριπτομένου ως αβασίμου του περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού της εφεσίβλητης - εναγομένης. Όμως, η αξίωση αυτή του ενάγοντος είναι νόμιμη, μόνο, για το διάστημα του ενός εξαμήνου μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης (οπότε συμπληρώνεται η προβλεπόμενη από το ανωτέρω ΠΔ 219/1991 προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της), η οποία (επίδικη σύμβαση), κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, φέρει τα χαρακτηριστικά της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, διήρκεσε για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εξαετίας και καταγγέλθηκε από την εναγομένη, χωρίς την τήρηση της απαιτούμενης από το ΠΔ 219/1991 εξάμηνης προθεσμίας, στηριζόμενη (για τα διαφυγόντα κέρδη του εξαμήνου μετά τη λύση της σύμβασης): 1) στις διέπουσες τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής διατάξεις, όπως αυτές αναφέρθηκαν αναλυτικά στην παραπάνω μείζονα σκέψη, κατά τις οποίες (διατάξεις), σε περίπτωση καταγγελίας τέτοιας σύμβασης αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης προθεσμίας, ο διανομέας, για το χρονικό διάστημα μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αυτής (οπότε και λύεται η σύμβαση), δικαιούται, εκτός των άλλων, αποζημίωση που συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος, το οποίο θα αποκόμιζε, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, εφόσον εξακολουθούσε, κανονικά, η σύμβαση μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της και 2) στις διατάξεις περί αδικοπραξίας και δη σε εκείνες των άρθρων 914 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1 του Ν 146/1914 «Περί αθέμιτου ανταγωνισμού», 281 ΑΚ, 2α του Ν 703/1977 «Περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού» και 919 ΑΚ, εφόσον η επικαλούμενη υπαίτια ζημιογόνος πράξη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, διαπραττόμενη και χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (ΑΠ 1494/2008 ΝοΒ 2009,429, ΕφΑθ 1873/2008, ό.π, ΕφΘεσ 867/2008 Αρμ 2009,362).

Για τα διαφυγόντα κέρδη, που αφορούν το πέραν του εξαμήνου από την καταγγελία της σύμβασης χρονικό διάστημα (τέλος της προβλεπόμενης εξάμηνης προθεσμίας προμήνυσης), η αγωγή, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991, δεν είναι νόμιμη, γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, στη σύμβαση αορίστου χρόνου (όπως η επίδικη), η προς ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, για τα διαφυγόντα κέρδη, αξίωση του αποκλειστικού διανομέα, σε περίπτωση υπαίτιας αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αντιπροσωπευόμενού (εντολέα - προμηθευτή), συνίσταται στα κέρδη που θα εισέπραττε αυτός, όχι για όσο χρόνο επιθυμεί, αλλά μόνο μέχρι να συμπληρωθεί η προθεσμία, που έπρεπε να τηρηθεί, κατά τις διατάξεις του πιο πάνω διατάγματος, για την καταγγελία της σύμβασης και η οποία, στην προκείμενη περίπτωση, είναι εξάμηνος. Κατά το μέρος που η αγωγή, ως προς το ίδιο ως άνω αίτημα (των διαφυγόντων κερδών), θεμελιώνεται στις διαδοχικές βάσεις της αδικοπραξίας, επίσης, δεν είναι νόμιμη, γιατί ναι μεν, ο διανομέας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου, δικαιούται να ζητήσει και περαιτέρω αποζημίωση για την προκληθείσα θετική και αποθετική περιουσιακή ζημία, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, όμως, εφόσον, κατά τα ανωτέρω, η σύμβαση αυτή λύεται ελεύθερα, οποτεδήποτε, με την τήρηση, απλά, της οριζόμενης, ως άνω, προθεσμίας, χωρίς η παράβαση της σχετικής διάταξης να συνιστά αδικοπραξία, η αποθετική ζημία της ενάγουσας διανομέα δεν μπορεί να συμπεριλαμβάνει και τα διαφυγόντα κέρδη, που θα αποκόμιζε μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, από την «εξακολούθηση (λειτουργία) της σύμβασης και πέραν του εξαμήνου», αφού η καταγγελία, ακόμη και αν είναι καταχρηστική ή έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού κ.λπ., δεν είναι άκυρη και ως εκ τούτου επιφέρει, σε κάθε περίπτωση, τη λύση της σύμβασης. Έτσι, η αξίωση του ενάγοντος - διανομέα, για διαφυγόντα κέρδη από τη συνέχιση της σύμβασης και μετά την πάροδο της εν λόγω προθεσμίας, εδράζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ήτοι στην επικαλούμενη από αυτήν απλή προσδοκία συνέχισης της αορίστου χρόνου σύμβασης για πέντε (5) ακόμη έτη, άλλως για τρία (3) έτη, άλλως για ένα έτος, η οποία, όμως, δεν δικαιολογείται, αφού, κατά τα εκτεθέντα, η εναγομένη δεν είχε ούτε νομική, ούτε συμβατική υποχρέωση, περαιτέρω, συνέχισής της (σύμβασης), για κάποιο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, αυτή (εναγομένη) δικαιούταν να καταγγείλει και, συνακόλουθα, να λύσει τη σύμβαση, ελεύθερα και οποτεδήποτε, χωρίς να δεσμεύεται από οποιαδήποτε άλλη προθεσμία, πέραν της ως άνω εξάμηνης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή για τα αιτούμενα διαφυγόντα κέρδη της χρονικής περιόδου μετά την πάροδο της πιο πάνω εξάμηνης προθεσμίας (για μία πενταετία, άλλως για τριετία, άλλως έτους), αν και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και όσα για το αντίθετο υποστηρίζει ο εκκαλών, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσης, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω, η αγωγική αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην αδικοπραξία της εναγομένης από την παράβαση των άρθρων 101 της ΣΛΕΕ (πρώην 81 της ΣυνθΕΚ) και 1 του Ν 703/1977, είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται τα απαιτούμενα και προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το πραγματικό των διατάξεων αυτών. Συγκεκριμένα δεν αναφέρει ο ενάγων ποια ακριβώς είναι η συμφωνία που κατάρτισε η εναγομένη με τις ανωτέρω εταιρίες («Ε.» και «A.») διανομής παγωτών, ποια είναι η εναρμονισμένη πρακτική που εφαρμόζει αυτή και πώς μπορεί να επηρεάσει (άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά) τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών της EE, ώστε να τύχει εφαρμογής το άρθρο 101 της ΣΛΕΕ, ούτε εκθέτει πώς η συμπεριφορά της εναγομένης επηρέασε τη δική του θέση στην αγορά και του προκάλεσε ζημία, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει, αν η συμφωνία αυτή είναι ικανή να περιορίσει τον ανταγωνισμό και να προκαλέσει ηθική βλάβη στον ενάγοντα. Εξάλλου η επικαλούμενη από τον τελευταίο απαγόρευσή του από την εναγομένη να εναποθέτει προϊόντα ανταγωνιστικών αυτής εταιριών στα ψυγεία της και να διεκδικήσει σημεία πώλησης, τα οποία ήταν πελάτες των εν λόγω εταιριών δεν μπορεί να θεμελιώσει, μόνη αυτή, παράβαση των προαναφερόμενων διατάξεων και σχετική αξίωση από αδικοπραξία. Επομένως, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε με την εκκαλουμένη, ως μη νόμιμη (και όχι ως αόριστη) την αγωγή ως προς την αξίωση αυτή, κατά τον εν μέρει βάσιμο περί τούτου πρώτο λόγο έφεσης.

Με το άρθρο 9 παρ. 1 του προαναφερθέντος ΠΔ 219/1991, όπως τροποποιήθηκε με τα ΠΔ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, ορίζονται τα εξής: «1α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημιώσεως αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) το ποσό της αποζημιώσεως αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα ...». Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: «Ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγούμενης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης, ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του».

Από τις παραπάνω διατάξεις, που αποτελούν ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ. 2 εδ. α΄, β΄, γ΄, και παρ. 3 και 5 της προαναφερθείσας Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, σαφώς συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, όπως ιδίως φαίνεται και από την άνω διατύπωση του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α΄ του ΠΔ 219/1991, όπως το εδ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ΠΔ 312/1995 (ΑΠ 1129/2011 ΔΕΕ 2012,258, ΑΠ 592/2008 Nomos, ΑΠ 704/2007 ΔΕΕ 2007,970). Για την επιδίκαση της αποζημίωσης αυτής, το πραγματικό του άρθρου 9 του άνω ΠΔ θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά: α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή, σημαντικά, των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, μετά τη λύση της σύμβασης και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι «δίκαιη», αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς. Ως βάση του υπολογισμού της εν λόγω αποζημίωσης λαμβάνονται οι προμήθειες από συμβάσεις, που προβλέπεται να καταρτισθούν με πελάτες που έφερε ο αντιπρόσωπος και τις οποίες (προμήθειες), λόγω της καταγγελίας χάνει αυτός, με δυνατότητα, από την ίδια διάταξη, του εντολέα, να ισχυρισθεί και να ανταποδείξει, ότι τα οφέλη, που διατηρεί μετά την καταγγελία από την διατήρηση της πελατείας, είναι μικρότερα, κατά ποσό, από τις απολεσθείσες προμήθειες του αντιπροσώπου (ΑΠ 445/2012 ΔΕΕ 2012,1049). Το ποσό της αποζημίωσης πελατείας, όμως, δεν μπορεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. β΄ του ΠΔ 219/1991, να υπερβεί το μέσο ετήσιο όριο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε (5) τελευταία έτη της λειτουργίας της σύμβασης αντιπροσωπείας (ΑΠ 703/2009 ΔΕΕ 2009,1368, ΑΠ 2110/2008, ΑΠ 1281/2008, ΑΠ 592/2008 και ΑΠ 704/2007 Nomos, ΕφΑθ 5869/2011 ΔΕΕ 2012,145). Όπως δε προκύπτει από τον συνδυασμό της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 ΠΔ 219/1991, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 4 έως 8 και 9 παρ. 3 του ίδιου προεδρικού διατάγματος, τυπική προϋπόθεση της αποζημίωσης πελατείας είναι η λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας. Δηλαδή, η αξίωση για αποζημίωση πελατείας γεννιέται, κατά βάση, σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και, μάλιστα, ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο. (ΑΠ 592/2008 Nomos, ΕφΑθ 5302/2011, ΔΕΕ 2012,140). [...]

Αντιθέτως, από τα ίδια πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της επίδικης σύμβασης εξασφάλισε νέους πελάτες στην εναγομένη, ούτε ότι προήγαγε, σημαντικά, τις υποθέσεις της τελευταίας, με τους υπάρχοντες πελάτες, με συνέπεια να μην δικαιούται την αιτούμενη αποζημίωση πελατείας αφού δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτής, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη. [...] Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της σύμβασης από την εναγομένη έλαβε χώρα κατά κατάχρηση δικαιώματος, σε αντίθεση με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, με σκοπό την εκτόπιση του ενάγοντος από τη σχετική αγορά και την αθέμιτη απόσπαση της πελατείας, του και με την πρόθεση να υποστεί αυτός οικονομική καταστροφή. Όπως αναφέρθηκε, η εναγομένη θέλησε να αλλάξει το σύστημα συνεργασίας της με τον ενάγοντα, τροποποιώντας τους μέχρι τότε όρους της μεταξύ τους σύμβασης. Ωστόσο, μόνο το γεγονός αυτό, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών, όπως μεθοδεύσεις προς απόσπαση της πελατείας του ενάγοντος, η οποία (πελατεία) άλλωστε ήταν ήδη ενταγμένη στο πελατολόγιό της (εναγομένης), προσπάθειες οικονομικής αποσταθεροποίησης του ενάγοντος - διανομέα, με σκοπό να αναλάβει τις πωλήσεις στην περιοχή άλλος διανομέας, με τις ίδιες προϋποθέσεις, κακοβουλία κ.λπ., δεν αποτελεί συμπεριφορά ενέχουσα προφανή υπέρβαση των τιθέμενων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, ούτε αντίθεση στα χρηστά ήθη, δηλαδή στις αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και λογικώς σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, έστω και αν ο ενάγων τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την εναγομένη, λόγω της προμήθειας από αυτήν, αποκλειστικά, των ειδών που εμπορευόταν. Και τούτο, διότι η εναγομένη, εύλογα, κατά τα κρατούντα στις εμπορικές συναλλαγές, μπορεί να χρησιμοποιήσει δικά της κριτήρια διάρθρωσης της επιχείρησής της και να αναπτύξει ιδιαίτερους επιχειρηματικούς συνδυασμούς, για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της και προώθησης των πωλήσεων, έτσι ώστε να ενισχυθεί η θέση της στην αγορά έναντι των ανταγωνιστικών προϊόντων. Η λύση της σύμβασης, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον ενάγοντα δυνατότητες της εναγομένης και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον της επιχείρησής της, στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του δικτύου της, που αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμά της. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη κατείχε δεσπόζουσα θέση στην ελληνική αγορά και ότι προέβη σε καταχρηστική εκμετάλλευση αυτής της θέσης, έναντι του ενάγοντος, με πρακτικές και ενέργειες που περιόριζαν τον ανταγωνισμό, καθώς και ότι η ίδια προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, κατά καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του ενάγοντος από αυτήν, κατά παράβαση του άρθρου 18α Ν 146/1914, το οποίο περιέχει αντίστοιχες διατάξεις με αυτές του καταργηθέντος ήδη, άρθρου 2α του Ν 703/1977, όπως προεκτέθηκε, αφού ο ενάγων διέθετε ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις.

Ειδικότερα, αυτός είχε τη δυνατότητα να επιδιώξει, αντίστοιχα, τη σύναψη ομοειδούς σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με οποιαδήποτε άλλη εταιρία από αυτές που δραστηριοποιείτο στον ίδιο χώρο, με παρόμοιο (με την εναγομένη), σύστημα διανομής, οι οποίες κατονομάζονται στην αγωγή. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι η διακοπή της συνεργασίας τους έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας στον ενάγοντα, ούτε ότι η εναγομένη επεχείρησε πράξεις ανταγωνισμού και χρήση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, αφού ούτε οι μάρτυρες του ενάγοντος κατέθεσαν συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τις επικαλούμενες αυτές προθέσεις της εναγομένης. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την καταγγελία της σύμβασης έβλαψε το μέλλον, τη φήμη και την υπόσταση του ενάγοντος ως επιχειρηματία, λαμβανομένου υπόψη ότι η διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας δεν συνοδεύτηκε από δυσφημιστικές διαδόσεις γνωστοποιηθείσες σε τρίτους, έτσι ώστε να εκτίθεται σε κίνδυνο η φήμη και η αξιοπιστία του ενάγοντος. Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, δεν στοιχειοθετείται συμπεριφορά της εναγομένης (διά των νομίμων εκπροσώπων της), αντικείμενη στα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν 146/1914, ούτε συμπεριφορά που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 281 ΑΚ, ως υπερακοντίζουσα, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αλλ’ ούτε και αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, που να πληροί το πραγματικό του άρθρου 919 ΑΚ, ή των άρθρων 102 ΣΛΕΕ και 2 Ν 703/1977 ή αυτό του άρθρου 18α του Ν 146/1914, σε συνδυασμό με άρθρα 914, 932 ΑΚ ή 57, 59 ΑΚ, όπως οι διατάξεις αυτές αναλύονται ανωτέρω και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. [...]

Δεκτή η έφεση

*******

Αθεμιτος ανταγωνισμος – Η εννοια του ορου μειωμενες θερμιδες – Περι αθεμιου του ανταγωνισμου απαιτειται η υπαρξη αφενος ανταγωνιστικης σχεσης μεταξυ εκεινου που ενεργει την πραξη και των ανταγωνιστων του, εφόσον απευθύνεται στους ίδιους ή σε συγγενείς κύκλους πελατών, έστω και αν δραστηριότητες των ανταγωνιζομένων δεν είναι ταυτόσημες ή δεν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες ή δεν βρίσκονται στο ίδιο ανταγωνιστικό επίπεδο, και αφετέρου πρόθεση ανταγωνισμού, η οποία στις πιο πάνω συναλλαγές τεκμαίρεται πραγματικά αλλά μαχητά και 3) αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη. Κατά την κρατούσα γνώμη, το μέτρο των χρηστών ηθών αποτελούν οι υπάρχουσες και αναγνωρισμένες αντιλήψεις κάθε ανθρώπου που σκέπτεται ορθά και δίκαια μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο διενεργείται η πράξη. Τέτοια πράξη, που να εμπίπτει στην παραπάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα ΕφΑθ 698/2003 ΕλλΔνη 45,1064, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001,280, ΕφΠατρ 230/2006 ΔΕΕ 2007,52, Μ.-Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 2002, παρ. 9 και 10 σελ. 69 επ., Ν. Ρόκας, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1975, παρ. 5 σελ. 2 επ., Δ. Τσιμπανούλης, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, έκδ. 1996, άρθρο 1 σελ. 43 επ., όπου και άλλες παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς).

 

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 5459/2013

Πρόεδρος Β. Πέππας, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγητής Ε. Νικόπουλος, Εφέτης

Δικηγόροι Α. Σαριδάκη, Γ. Νικολόπουλος, Χ. Βασιλογεώργης, Ε. Ασημακοπούλου

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 870

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 1035

(…)

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται: 1) Η συγκεκριμένη πράξη ανταγωνισμού να γίνεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, 2) να υπάρχει σκοπός ανταγωνισμού, δηλαδή πρόθεση ανταγωνισμού του ίδιου που ενεργεί την πράξη ή τρίτου προσώπου, χωρίς ν’ απαιτείται να είναι αυτός ο αποκλειστικός λόγος τέλεσης της πράξης ή να πραγματοποιηθεί ο σκοπός ή να υπάρχει πρόθεση βλάβης. Με άλλα λόγια, απαιτείται η ύπαρξη αφενός ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ εκείνου που ενεργεί την πράξη και των ανταγωνιστών του, εφόσον απευθύνεται στους ίδιους ή σε συγγενείς κύκλους πελατών, έστω και αν δραστηριότητες των ανταγωνιζομένων δεν είναι ταυτόσημες ή δεν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες ή δεν βρίσκονται στο ίδιο ανταγωνιστικό επίπεδο, και αφετέρου πρόθεση ανταγωνισμού, η οποία στις πιο πάνω συναλλαγές τεκμαίρεται πραγματικά αλλά μαχητά και 3) αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη. Κατά την κρατούσα γνώμη, το μέτρο των χρηστών ηθών αποτελούν οι υπάρχουσες και αναγνωρισμένες αντιλήψεις κάθε ανθρώπου που σκέπτεται ορθά και δίκαια μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο διενεργείται η πράξη. Τέτοια πράξη, που να εμπίπτει στην παραπάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα (ΕφΑθ 698/2003 ΕλλΔνη 45,1064, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001,280, ΕφΠατρ 230/2006 ΔΕΕ 2007,52, Μ.-Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 2002, παρ. 9 και 10 σελ. 69 επ., Ν. Ρόκας, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1975, παρ. 5 σελ. 2 επ., Δ. Τσιμπανούλης, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, έκδ. 1996, άρθρο 1 σελ. 43 επ., όπου και άλλες παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς).

Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίζονται τα εξής: «Απαγορεύεται εις δημοσία γινομένας γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις, προοριζόμενας διά ευρύν κύκλον προσώπων, πάσα ανακριβής δήλωσις περί σχέσεων αναφερομένων εις τας κατά το άρθρον 1 συναλλαγάς, ιδία δε περί της ποιότητος, της αρχικής προελεύσεως, του τρόπου ή της πηγής της προμηθείας, της κατοχής βραβείων ή άλλων τιμητικών διακρίσεων, περί της αιτίας ή του σκοπού της πωλήσεως ή περί του ποσού των προς διάθεσιν εμπορευμάτων, ικανή να παραγάγη την εντύπωσιν ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν των ανακριβών δηλώσεων και ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Για την εφαρμογή της εξεταζόμενης διάταξης απαιτείται η συνδρομή των εξής προϋποθέσεων: 1) ύπαρξη δήλωσης που αφορά στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές και που γίνεται υπό μορφή δημόσιας γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης με οποιοδήποτε μέσο δημοσιότητας, 2) η δήλωση αυτή πρέπει να προορίζεται για αόριστο αριθμό προσώπων και να είναι ανακριβής, δηλαδή να έχει περιεχόμενο το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και 3) η ανακριβής αυτή δήλωση να είναι πρόσφορη να προκαλέσει στο καταναλωτικό κοινό την εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς χωρίς πάντως να είναι απαραίτητη η δημιουργία πράγματι μιας τέτοιας εντύπωσης. (ΕφΑθ 1489/2007 ΔΕΕ 2007,575). Από την εξεταζόμενη ρύθμιση συνάγεται η γενικότερη αρχή ότι η διαφήμιση, δηλαδή η έκθεση και η προβολή των εμπορευμάτων μιας επιχείρησης προς προσέλκυση καταναλωτών, η οποία γίνεται με έντυπα, εικόνες, ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, θα πρέπει να είναι αληθής (αρχή της αλήθειας της διαφήμισης), γιατί τότε μόνο είναι θεμιτή μέθοδος ελευθέρου ανταγωνισμού, εφόσον δηλαδή τα ανακοινούμενα απ’ αυτήν στοιχεία είναι αληθινά και ανταποκρίνονται προς τα διαφημιζόμενα. Σκοπός του άρθρου 3 είναι η προστασία των ανταγωνιστών και εμμέσως αλλά σαφώς των καταναλωτών και της ολότητας από την παραπλανητική διαφήμιση. Όπως αναφέρθηκε, πρέπει η ανακριβής δήλωση να είναι ικανή να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών της διαφήμισης. Η εντύπωση αυτή πρέπει να προκαλείται σε ένα αρκετά σημαντικό μέρος του συναλλακτικού κοινού, προς το οποίο απευθύνεται και, επομένως, δεν ανήκει στην αποστολή του άρθρου 3 η προστασία του κοινού από κάθε παραπλάνηση αλλά μόνο από αισθητή παραπλάνηση. Κρίσιμη, εξάλλου, είναι, κατά κανόνα, η συνολική (γενική) εντύπωση που προξενεί η διαφημιστική δήλωση στον οικείο συναλλακτικό κύκλο, προς τον οποίο απευθύνεται και για το λόγο αυτόν οι μεμονωμένες δηλώσεις μιας ενιαίας, νοηματικά, παράστασης δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να αποσπώνται από το περιβάλλον τους και να κρίνονται αυτοτελώς. Κατ’ εξαίρεση, επιβάλλεται η αποσπασματική θεώρηση, στην περίπτωση που ένα μέρος της (σύνθετης) δήλωσης γίνεται αντιληπτό να χρησιμοποιείται από τον επιπόλαια παρατηρούντα συναλλασσόμενο, ανεξάρτητα από το υπόλοιπο διαφημιστικό κείμενο. Τέλος, για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης (του άρθρου 3 Ν 146/1914) δεν είναι ανάγκη η ανακριβής δήλωση να έγινε με σκοπό τον ανταγωνισμό αλλά αρκεί η ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης. Επίσης, δεν απαιτείται υπαιτιότητα, η οποία είναι προϋπόθεση μόνο για την αξίωση αποζημίωσης (βλ. γι’ αυτά, Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, 2002, παρ. 18, αρ. 553-576, σελ. 266-275, Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, εκδ. 1975, παρ. 13, II, σελ. 85 επ., Λιακόπουλο, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2000, σελ. 457-458, Α. Σινανιώτη - Μαρούδη, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, άρθρο 3, αρ. 11-38, σελ. 271-279, όπου και άλλες παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς).

Ο υπ’ αριθμ. 1/1958 Κανονισμός «περί καθορισμού του γλωσσικού καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος» καθιέρωσε την πλήρη ισότητα των γλωσσών των κρατών μελών περιλαμβάνοντας στο άρθρο 1 αυτού και την ελληνική γλώσσα στις επίσημες γλώσσες και τις γλώσσες εργασίας. Στο άρθρο 4 ορίζεται ότι οι κανονισμοί και τα άλλα κείμενα γενικής ισχύος συντάσσονται στις επίσημες γλώσσες, ενώ και η επίσημη εφημερίδα της κοινότητας εκδίδεται στις επίσημες γλώσσες σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Κανονισμού. Ζήτημα, ωστόσο, ανακύπτει, ακριβώς λόγω της ύπαρξης περισσότερων της μιας επίσημων γλωσσών, ως προς την ερμηνεία των διατάξεων και μάλιστα στην περίπτωση που παρατηρείται διάσταση μεταξύ των γλωσσικών αποδόσεων των επίσημων γλωσσών. Η διατύπωση που χρησιμοποιείται σε μία από τις αποδόσεις διάταξης του δικαίου της Ένωσης δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνη βάση για την ερμηνεία της διάταξης αυτής ούτε και μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπερέχουσα έναντι των υπόλοιπων γλωσσικών αποδόσεων. Μία τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ανάγκη της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου. Σε περίπτωση, επομένως, διάστασης μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων, η κρίσιμη διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται με γνώμονα την όλη οικονομία και το σκοπό της ρύθμισης στοιχείο της οποίας αποτελεί (πρβλ. από την πάγια νομολογία του ΔΕΚ: απόφαση C-451/2008 ΔΕΚ, Helmut Muller GmbH κατά Bundesanstalt fur Immobilienaufgaben, Nomos, C-149/1997, Institute of the Motor Industry, Συλλογή 1998, σελ. Ι-7053, σκέψη 16, C-372/1988, Cricket St Thomas, Συλλογή 1990, σελ. Ι-1345, σκέψεις 18 και 19, C-239/2007, Sabatauskas κ.λπ., Συλλογή 2008, σελ. Ι-7523, σκέψεις 38 και 39).

Περαιτέρω, με τον υπ’ αριθμ. 1924/2006 Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα, ορίζεται αναφορικά με το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής του στο άρθρο 1: «1. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν σχέση με τη χρήση των ισχυρισμών διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή. 2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στους ισχυρισμούς διαγραφής και υγείας, οι οποίοι διατυπώνονται στις εμπορικές ανακοινώσεις, είτε στην επισήμανση είτε την παρουσίαση ή τη διαφήμιση των τροφίμων που διατίθενται ως έχουν στον τελικό καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων που διατίθενται στην αγορά ασυσκεύαστα ή χύδην. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται επίσης στα τρόφιμα που προορίζονται για τον εφοδιασμό εστιατορίων, νοσοκομείων, σχολείων, κυλικείων και παρόμοιων εγκαταστάσεων ομαδικής εστίασης. 3. Ένα εμπορικό σήμα, εμπορική ονομασία ή άλλη προσελκυστική ονομασία, που εμφανίζεται στην επισήμανση, την παρουσίαση ή τη διαφήμιση ενός τροφίμου και μπορεί να εκλαμβάνεται ως ισχυρισμός διατροφής ή υγείας, δύναται να χρησιμοποιείται χωρίς να υπόκειται στις διαδικασίες έγκρισης που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό, εφόσον συνοδεύεται κατά την επισήμανση, παρουσίαση ή διαφήμισή του από έναν σχετικό ισχυρισμό διατροφής ή υγείας ο οποίος είναι σύμφωνος προς τον παρόντα κανονισμό», περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου Κανονισμού θεσπίζονται, μεταξύ άλλων και οι ακόλουθοι ορισμοί: «1. «ισχυρισμός»: κάθε μήνυμα ή απεικόνιση, η οποία δεν είναι υποχρεωτική σύμφωνα με την κοινοτική ή εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης τυχόν εικαστικής, γραφικής ή συμβολικής απεικόνισης, υπό οποιαδήποτε μορφή, η οποία δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το τρόφιμο έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, 2. «θρεπτική ουσία»: οι πρωτεΐνες, οι υδατάνθρακες, τα λιπαρά, οι εδώδιμες ίνες, το νάτριο, οι βιταμίνες και τα ανόργανα άλατα που απαριθμούνται στο παράρτημα της Οδηγίας 90/496/ΕΟΚ, και ουσίες που ανήκουν σε μία από αυτές τις κατηγορίες ή αποτελούν συστατικά τους, 3. «άλλη ουσία»: μία ουσία η οποία δεν είναι θρεπτική αλλά επιφέρει θρεπτικό ή φυσιολογικό αποτέλεσμα, 4. «ισχυρισμός διατροφής»: κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα τρόφιμο διαθέτει ιδιαίτερες ευεργετικές θρεπτικές ιδιότητες λόγω: α) της ενέργειας (θερμιδικής αξίας) που i) περιέχει, ii) περιέχει σε μειωμένο ή αυξημένο ποσοστό, ή iii) δεν περιέχει, 5. «ισχυρισμός υγείας» κάθε ισχυρισμός που δηλώνει, υπονοεί ή οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει σχέση μιας κατηγορίας τροφίμων, ενός τροφίμου ή ενός συστατικού τους και της υγείας».

Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του πιο πάνω Κανονισμού, αναφορικά με τις γενικές αρχές για όλους τους ισχυρισμούς: «Οι ισχυρισμοί διατροφής και υγείας μπορούν να χρησιμοποιούνται στην επισήμανση, παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων που διατίθενται στην αγορά εντός της Κοινότητας μόνον εάν συμμορφώνονται με τον παρόντα Κανονισμό. Με την επιφύλαξη των Οδηγιών 2000/13/ΕΚ και 84/450/ΕΟΚ, η χρήση των ισχυρισμών διατροφής και υγείας δεν πρέπει: α) να είναι ψευδής, διφορούμενη ή παραπλανητική, β) να δημιουργεί αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια ή/και τη θρεπτική επάρκεια άλλων τροφίμων, γ) να ενθαρρύνει ή να εμφανίζει ως αποδεκτή την υπερβολική κατανάλωση ενός τροφίμου, δ) να δηλώνει, να υποδηλώνει ή να υπονοεί ότι μία ισορροπημένη και ποικίλη διατροφή δεν μπορεί να παρέχει επαρκείς ποσότητες θρεπτικών ουσιών γενικά. Παρεκκλίσεις στην περίπτωση των θρεπτικών ουσιών για τις οποίες η ισορροπημένη και ποικίλη διατροφή δεν μπορεί να παρέχει επαρκείς ποσότητες καθώς και οι όροι εφαρμογής τους, μπορούν να θεσπίζονται με τη διαδικασία του άρθρου 24 παρ. 2, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες στα κράτη μέλη, ε) να αναφέρεται σε αλλαγές των λειτουργιών του οργανισμού, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν αισθήματα φόβου στον καταναλωτή ή να εκμεταλλευθούν το φόβο του, είτε μέσω λεκτικών είτε μέσω εικαστικών, γραφικών ή συμβολικών παραστάσεων». Σύμφωνα με το άρθρο 8, αναφορικά με τους ειδικούς όρους του κανονισμού «1. Οι ισχυρισμοί διατροφής επιτρέπονται μόνον εάν απαριθμούνται στο παράρτημα και είναι σύμφωνοι με τους όρους του παρόντος κανονισμού». Σύμφωνα με το άρθρο 27, το οποίο αφορά μεταβατικά μέτρα μετά τη δημοσίευση του κανονισμού: «1. Τα τρόφιμα που διατίθενται στην αγορά ή επισημαίνονται πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα οποία δεν συμμορφώνονται προς τον παρόντα κανονισμό επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά μέχρι την ημερομηνία λήξεώς τους, αλλά όχι μετά την 31 Ιουλίου 2009. Όσον αφορά το άρθρο 4 παρ. 1, τα τρόφιμα επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά το αργότερο δώδεκα μήνες μετά τη θέσπιση των σχετικών περιγραμμάτων των θρεπτικών συστατικών και τις προϋποθέσεις χρήσης τους. 2. Τα προϊόντα που φέρουν εμπορικά σήματα ή εμπορικές ονομασίες που υπήρχαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2005 και δεν είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό μπορούν να διατίθενται στην αγορά μέχρι την 19 Ιανουαρίου 2022». Το άρθρο 28 του Κανονισμού, όσον αφορά την έναρξη ισχύος του ορίζει ότι τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εφαρμόζεται από 1ης Ιουλίου 2007, είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Τέλος, με βάση το παράρτημα του Κανονισμού αυτού αναφορικά με τους ισχυρισμούς διατροφής και τις προϋποθέσεις χρήσης τους, ορίζονται τα ακόλουθα: «Χαμηλή Eνεργειακή Αξία: ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή ενεργειακή αξία καθώς και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν το προϊόν δεν περιέχει περισσότερες από 40 kcal (170kj)/100 g για στερεές τροφές, ή περισσότερες από 20 kcal (80 kj)/100 ml για υγρές τροφές. Για τα επιτραπέζια γλυκαντικά, ισχύει το όριο των 4 kcal (17 kj)/μερίδα, με ισοδύναμες γλυκαντικές ιδιότητες 6g καλαμοσακχάρου (περίπου 1 κουταλάκι του γλυκού καλαμοσακχάρου). Μειωμένη Eνεργειακή Αξία: Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει μειωμένη ενεργειακή αξία καθώς και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν η ενεργειακή αξία έχει μειωθεί κατά 30% τουλάχιστον, με ένδειξη του ή των χαρακτηριστικών που μειώνουν τη συνολική ενεργειακή αξία του τροφίμου. Χωρίς Eνεργειακή Αξία: Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν έχει ενεργειακή αξία καθώς και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν το προϊόν δεν περιέχει περισσότερες από 4 kcal (17 kj)/100 ml. Για τα επιτραπέζια γλυκαντικά, ισχύει το όριο των 0,4 kcal (1,7 kj)/μερίδα, με ισοδύναμες γλυκαντικές ιδιότητες 6g καλαμοσακχάρου (περίπου ένα κουταλάκι του γλυκού καλαμοσακχάρου). Χαμηλά Λιπαρά: Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά καθώς και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν το προϊόν δεν περιέχει περισσότερα από 3 g λιπαρών ανά 100 g για στερεές τροφές ή 1,5 g λιπαρών ανά 100 ml για υγρές τροφές (1,8 g λιπαρών ανά 100 ml για το ημιαποβουτυρωμένο γάλα). Χωρίς Λιπαρά: Ο ισχυρισμός ότι ένα τρόφιμο δεν περιέχει λιπαρά καθώς και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν το προϊόν δεν περιέχει περισσότερα από 0,5 g λιπαρών ανά 100 g ή 100 ml. Ωστόσο, απαγορεύονται οι ισχυρισμοί που εκφράζονται ως «Χ% χωρίς λιπαρά». Μειωμένη Περιεκτικότητα (Ονομασία της Θρεπτικης Ουσιας) Ο ισχυρισμός ότι έχει μειωθεί η περιεκτικότητα μιας ή περισσότερων θρεπτικών ουσιών και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν η περιεκτικότητα έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 30% σε σύγκριση με ένα παρόμοιο προϊόν, εκτός από την περίπτωση των ιχνοστοιχείων όπου επιτρέπεται μία διαφορά της τάξης του 10% ως προς τις τιμές αναφοράς που ορίζονται στην Οδηγία 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και του νατρίου ή της ισοδύναμης τιμής νατρίου, όπου επιτρέπεται μία διαφορά της τάξης του 25%. Μειωμένων Θερμίδων (Light/Lite): Ο ισχυρισμός ότι ένα προϊόν είναι μειωμένων θερμίδων, και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, πρέπει να πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που καθορίζονται για τον όρο "μειωμένο". Ο ισχυρισμός πρέπει επίσης να συνοδεύεται από ένδειξη του ή των χαρακτηριστικών που καθιστούν το προϊόν "μειωμένων θερμίδων" ("light" ή "lite")». [...]

 

Ο όρος light (ή lite) στο ελληνικό κείμενο του παραρτήματος του Καν. 1924/2006 αποδίδεται όπως ήδη αναφέρθηκε ως «μειωμένων θερμίδων (light ή lite): ο ισχυρισμός ότι ένα προϊόν είναι μειωμένων θερμίδων και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή πρέπει να πληροί τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που καθορίζονται για τον όρο «μειωμένο». Ο ισχυρισμός πρέπει να συνοδεύεται από ένδειξη του ή των χαρακτηριστικών που καθιστούν το προϊόν «μειωμένων θερμίδων» (light ή lite)». Ο όρος «μειωμένο», όπως επίσης αναφέρθηκε ανωτέρω, χρησιμοποιείται στον Κανονισμό ως: «Ο ισχυρισμός ότι έχει μειωθεί η περιεκτικότητα μιας ή περισσότερων θρεπτικών ουσιών και κάθε ισχυρισμός που ενδέχεται να έχει το ίδιο νόημα για τον καταναλωτή, μπορεί να χρησιμοποιείται μόνον όταν η περιεκτικότητα έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 30% σε σύγκριση με ένα παρόμοιο προϊόν, εκτός από την περίπτωση των ιχνοστοιχείων όπου επιτρέπεται μία διαφορά της τάξης του 10% ως προς τις τιμές αναφοράς που ορίζονται στην Οδηγία 90/496/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και του νατρίου ή της ισοδύναμης τιμής νατρίου, όπου επιτρέπεται μία διαφορά της τάξης του 25%».

Στην απόδοση του όρου light ή lite κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού εμφιλοχωρεί σφάλμα περί την απόδοση αυτού στην ελληνική γλώσσα. Αναγκαία παρίσταται εντεύθεν η προσφυγή για την αναζήτηση του αληθούς νοήματος του όρου και στα ισόκυρα κείμενα των άλλων γλωσσών, όπως αναφέρθηκε και στη μείζονα σκέψη. Από την επισκόπηση των κειμένων των άλλων γλωσσών διαπιστώνεται ότι σε αυτές δεν περιορίζεται ο διατροφικός ισχυρισμός light ή lite στα προϊόντα μόνο χαμηλών θερμίδων. Αντίθετα, σε όλα τα κείμενα ο επίμαχος όρος αποδίδεται ως «ελαφρύς ή αβαρής», με συνέπεια να εντάσσονται όχι μόνο τα προϊόντα τα οποία έχουν 30% λιγότερες θερμίδες από το κανονικό αλλά και τα προϊόντα εκείνα τα οποία εμφανίζουν μειωμένη περιεκτικότητα κατά ποσοστό 30% του κανονικού σε κάποιο θρεπτικό ή μη συστατικό τους. Οι ρυθμίσεις του Κανονισμού αποσκοπούν προεχόντως στην εναρμόνιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών αναφορικά με τη χρήση των ισχυρισμών διατροφής και υγείας που διατυπώνονται στα τρόφιμα για την εξασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προϊόντων. Αποσκοπούν επίσης στην παρεμπόδιση δημιουργίας άνισων συνθηκών ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό στο παράρτημα διαλαμβάνονται λεπτομερείς ορισμοί των ισχυρισμών διατροφής και υγείας καθώς και οι προϋποθέσεις χρήσης τους στα προϊόντα. Μεταξύ των ορισμών αυτών περιλαμβάνεται και εκείνος της «μειωμένης ενεργειακής αξίας» ο οποίος αφορά, όπως ήδη αναφέρθηκε, τρόφιμα που έχουν μειωμένες θερμίδες κατά ποσοστό 30%. Κατά συνέπεια, δεν θα υπήρχε ανάγκη θέσπισης και άλλου όρου με επικαλυπτόμενο περιεχόμενο όπως είναι ο ορισμός που αποδίδεται στην ελληνική για τον όρο light ή lite. Πρέπει στο σημείο αυτό να εντοπιστεί ότι κατά το κείμενο του Κανονισμού, ακόμη και στην ελληνική γλώσσα, ότι ο διατροφικός ισχυρισμός light ή lite πρέπει να συνοδεύεται από την ένδειξη του ή των χαρακτηριστικών που καθιστούν light. Από τη διατύπωση αυτή συνάγεται ότι αν ο όρος light (ή lite) έπρεπε να χρησιμοποιηθεί μόνον για θερμίδες, όπως αβάσιμα διατείνεται η εκκαλούσα, τότε δεν θα επέβαλε ο Κανονισμός να αναγράφεται η ένδειξη του χαρακτηριστικού εκείνου που καθιστούν το προϊόν ελαφρύ, καθόσον σε μία τέτοια περίπτωση θα αρκούσε μόνον η ποσοστιαία ένδειξη για να αντιληφθεί ο καταναλωτής ότι το προϊόν έχει λιγότερες θερμίδες. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το νόημα του Καν. 1924/2006 όσον αφορά τον όρο light (ή lite) είναι ότι με αυτόν ορίζεται ότι κάποιο προϊόν έχει μειωμένη περιεκτικότητα κατά ποσοστό 30% σε κάποιο θρεπτικό ή μη συστατικό του και δεν αναφέρεται μόνον στη θερμιδική αξία.

Τέλος, από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η πρώτη εφεσίβλητη συνοδεύει την ονομασία του επίδικου προϊόντος μπισκότων, το οποίο διανέμει στην Ελλάδα η δεύτερη τούτων, με την ένδειξη "light 30% less fat" σε σχέση με το προϊόν μπισκότου σίτου "...". To ίδιο προϊόν κυκλοφορεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες με την ίδια ένδειξη. Κατά τον διατροφικό πίνακα ο οποίος συνοδεύει τις συσκευασίες των επίδικων μπισκότων έχουν, σε σύγκριση με το κανονικό προϊόν (...), λιγότερα λιπαρά και μάλιστα περιέχουν 14,4 γραμμάρια λίπους ανά 100 γραμμάρια προϊόντος ενώ το κανονικό προϊόν περιέχει 16 γραμμάρια λίπους ανά 100 γραμμάρια προϊόντος. Από τη σύγκριση των μεγεθών αυτών αποδεικνύεται ότι έχουν λιγότερα λιπαρά σε ποσοστό που υπερβαίνει το απαιτούμενο από τον Κανονισμό ποσοστό του 30%, και μάλιστα φθάνει σε ποσοστό 34%. Έτσι, ορθά χρησιμοποιείται ο όρος light καθόσον με την ένδειξη 30% λιγότερα λιπαρά εξειδικεύεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Κανονισμού η θρεπτική εκείνη ουσία που είναι μειωμένη. Έτσι, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που αφορά την παράβαση του άρθρου 3 του Ν 146/1914, δεν αποδείχθηκε ότι η δήλωση στο επίδικο προϊόν μπισκότου είναι ανακριβής και βέβαια δεν αποδείχθηκε ότι μπορεί να προξενήσει, ως τέτοια (ανακριβής), την εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς. [...]

Η εφεση απορρίπτεται

******

 

Αθεμιτος ανταγωνισμος, σκοπος αποσπασης πελατειας ως ενδεχομενη περιτπωση αθεμιτου ανταγωνισμου. Μετασυμβατικη απαγορευση ανταγωνισμου. Αγωγη Αθεμιτου ανταγωνισμου

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 18395/2013

 

Δικαστής : Κυριακή Παπαδοπούλου, Πρωτοδίκης

Δικηγόρος : Παντελεήμων Ραδίσης

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 504

 

(…)

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 περί αθεμίτου ανταγω­νισμού, «απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι για την εφαρμογή της απαιτείται η πράξη, αφενός να έγινε προς τον σκοπόν ανταγωνισμού, αφετέ­ρου ν αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο γίνεται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μεθόδων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών (ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 45. 95, ΑΠ 79/2001 ΕλλΔνη 42. 904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41. 973, Εφ.Θεσ. 2174/2006 Αρμ 2007. 73, Εφ.Αθ. 6012/2005 ΔΕΕ 2006. 278) Με το άρθρο αυτό καθιερώνεται ειδικό αστικό αδίκημα με βασικό σκοπό την προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές (Λιακόπουλος, Βιομηχανι­κή ιδιοκτησία τ. 1, 1995, και τ. II, 1995). Υπό διαφορετική διατύπωση, ο ν. 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποί­οι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού (Ν. Ρόκας, Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδ. 1981, παρ. 4). Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευ­σης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) δια­κινδύνευσης της αγοράς (Κοτσίρης, Δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού, έκδ. 1986. Μέρος πρώτο, Κεφ. 20, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 6 III, βλ. διαφο­ρετική κατηγοριοποίηση στον Λιακόπουλο, ό.π., τ. I, Μέρος πρώτο, και τ. II, Μέρος δεύτερο). Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο «παρασιτικό ανταγωνισμό», Κοτσίρης, ό.π., Λιακόπουλος, ό.π., τ. 1 I), υποκατηγοριοποιούνται στις περι­πτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (Εφ.Αθ. 4530/2002 ΔΕΕ 2002. 1248, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 10 III, Σουφλερός, στο συλλογικό έργο «Αθέμιτος ανταγωνισμός», έκδ. Νο­μικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1 αριθ. 204). Περαιτέρω, ένα από τα πο­λύτιμα οικονομικά αγαθά μιας επιχείρησης με δυναμικό χαρακτήρα αποτελεί και η πελατεία, η επιδίωξη απόσπασης της οποίας από τον ανταγωνιστή απορρέει από την ουσία και τη λειτουργία του οικονομικού ανταγωνισμού, μόνον αν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις μπορεί η εν λόγω απόσπαση να προσλάβει αθέμιτο χαρακτή­ρα (Εφ.Θεσ. 7910/2002 ΔΕΕ 2003. 630), όπως συμβαίνει όταν γίνεται με σκοπό εκτόπισης ορισμένου ή ορισμένων ανταγωνιστών από την αγορά και στη συνέ­χεια την ανενόχλητη ανάπτυξη της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας (Εφ.Αθ. 3545/2005 ΔΕΕ 2006. 57), ή όταν η απόσπαση γίνεται με παραπλάνηση του πελά­τη, μείωση του ανταγωνιστή, με δωροδοκία, με μποϋκοτάζ ή γενικότερα με δόλι­ες μεθοδεύσεις (Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 299 επόμ., Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο Ανταγωνισμού, έκδ. 2000). Η απόσπαση πελατείας από πρώην στελέχη (εργαζόμενους, εμπορικούς αντιπροσώπους, διανομείς) μιας επιχείρησης, τα οποία μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νό­μιμη. Εφόσον ο πρώην εργαζόμενος δεν υπόκειται σε μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού με ρητή πρόβλεψη, με την οποία ο πρώην εργοδότης «εξαγοράζει» για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα την αποχή του από τον ανταγωνισμό στην ίδια σχετική αγορά, μπορεί να διεισδύσει στην πελατεία του πρώην εργοδότη του, να ανακοινώσει σ αυτήν ότι έχει ιδρύσει δική του επιχείρηση που δραστηριοποι­είται στον ίδιο τομέα, αρκεί να μη χρησιμοποιούνται αθέμιτα μέσα ή παραπλανητικές μέθοδοι ή ισχυρισμοί υποτιμητικοί για τον πρώην εργοδότη, ή δεν έχει αποκτήσει πρόσβαση στο πελατολόγιο του πρώην εργοδότη με αθέμιτο τρόπο. Η υποχρέωση πίστης που υπέχει ο εργαζόμενος έναντι του εργοδότη του (ΑΚ 288) μόνον σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να αναπτύξει μετενέργεια (Μιχ.Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 301-305). Στην περίπτωση που έχει συνομολογηθεί ρήτρα μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού, η οποία θεωρείται καταρχήν έγκυρη, η προσβολή της δεν είναι eo ipso και αθέμιτος ανταγωνισμός. Αλλά και η εκμετάλλευση ξένης φήμης μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτη, όταν επιχειρείται κατά τρόπον αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, όπως συμ­βαίνει όταν ο ανταγωνιστής εκμεταλλεύεται τη φήμη ξένης επιχείρησης και τους θετικούς συνειρμούς και παραστάσεις που συνδέουν οι σχετικοί συναλλακτικοί κύκλοι με την επιχείρηση αυτή και τα προϊόντα ή υπηρεσίες της, μεταφέροντας τους θετικούς αυτούς συνειρμούς (image transfer) στη δική του επιχείρηση (Μιχ.Θεοδ. Μαρίνος, ό.π., αριθ. 247 επόμ.). Εφόσον η συμπεριφορά του τρίτου είναι αθέμιτη, ο βλαπτόμενος έχει αξίωση κατά του τρίτου για άρση της προσβολής, παράλειψη αυτής στο μέλλον και αποζημίωση, ενώ δεν αποκλείεται και επιπλέ­ον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους (ΠΠρΘεσ 32773/2007 Αρμ 2008 1559).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η αναγραφή δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση. Το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να είναι και αύταρκες, δηλαδή να περιλαμβάνει όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να συμπληρωθούν αυτά από το περι­εχόμενο άλλου εγγράφου (διαδικαστικού ή εξωδίκου, όπως π.χ. τιμολόγιο), αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με την παραπομπή της σε άλλα έγγραφα της δίκης ούτε και από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής ή η ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά συνιστά έλλειψη προδικασίας και καθιστά την αγωγή αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη. Η αοριστία δε αυτή ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1042/2009 ΕΕμπΔ 2010. 46).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εταιρεία εκθέτει ότι συστάθηκε το έτος 2001 και έχει ως αντικείμενο της δραστηριότητας της την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών. Ότι η εταιρεία «LIDL HELLAS» από το έτος 2001 ανέθεσε στην ενάγουσα τη διαφημιστική της προβολή με τη μορφή της διανομής έντυπου διαφημιστικού υλικού σε κάθε περιοχή της Βόρειας Ελλά­δας, όπου η ανωτέρω εταιρεία άνοιγε καταστήματα. Ότι προκειμένου η ενάγουσα να ανταποκριθεί στον διευρυμένο κύκλο εργασιών που συνεπαγόταν η συνεργα­σία αυτή, δημιούργησε ένα δίκτυο συνεργατών, οι οποίοι, μετά από εκπαίδευση που τους παρεχόταν από την ενάγουσα, στελέχωσαν τοπικά τμήματα διανομών και προώθησης διαφημιστικού υλικού στην περιφέρεια της Β. Ελλάδας, υπό τη συντονιστική διεύθυνση του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας. Ότι ένας από αυτούς τους συνεργάτες της περιφέρειας και ειδικότερα του νομού Ημαθίας ήταν ο εναγόμενος, με τον οποίον ξεκίνησε η συνεργασία τον Απρίλιο του 2001 και διήρκεσε, σε πρώτη φάση, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2008, οπότε διακόπηκε με πρωτοβουλία του εναγομένου. Ότι τον Φεβρουάριο του 2011, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, η συνεργασία του με την ενάγουσα ξανάρχισε και ειδικότερα ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί τις διανομές των διαφημιστι­κών εντύπων της LIDL HELLAS στην περιοχή του νομού Ημαθίας, τιμολογώ­ντας προς την ενάγουσα τις υπηρεσίες που παρείχε και εκδίδοντας τα κατά νόμο απαιτούμενα παραστατικά, η δε ενάγουσα αποκόμιζε ως εμπορικό κέρδος από την παραπάνω συμφωνία τη διαφορά ανάμεσα στην κατ ιδίαν τιμολόγηση που έκα­νε η ενάγουσα προς τη LIDL HELLAS για τις διανομές που πραγματοποιούσε ο εναγόμενος και στην τιμολόγηση που έκανε ο τελευταίος προς την ενάγουσα για την ίδια αιτία. Ότι, ειδικότερα, με βάση τη νέα σύμβαση συνεργασίας που καταρτίσθηκε εγγράφως μεταξύ των διαδίκων την 4.4.2011, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να διανέμει τα διαφημιστικά έντυπα των καταστημάτων υπέρ-μάρκετ της LIDL στα γραμματοκιβώτια των οικιών και πολυκατοικιών του Ν. Ημαθίας, ότι η διάρκεια της συνεργασίας ορίσθηκε για το χρονικό διάστημα από 4.4.2011 έως την 31.12.2012, ότι η αμοιβή του εναγομένου θα γινόταν ανά έντυπο, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, και ότι ο εναγόμενος θα εκτελούσε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες με προσωπικό που θα συνδεόταν απευθείας με τον ίδιο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Ότι, περαιτέρω, με ρητό όρο της εν λόγω σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μην προβαίνει απευθείας σε διαπραγματεύσεις με πελάτη της ενάγουσας, για τον οποί­ον είχε ανατεθεί στον εναγόμενο το έργο της διαφημιστικής του προβολής. Η απαγόρευση αυτή συμφωνήθηκε να ισχύει για όσο χρόνο η ενάγουσα είχε συνάψει σχετική σύμβαση με συγκεκριμένο πελάτη της, ότι θα ισχύει και για περιοχή εκτός της σύμβασης συνεργασίας, καθώς και για τρία χρόνια μετά την για οποιονδήποτε λόγο λήξη ή λύση της σύμβασης της ενάγουσας με τον πελάτη της. Σε περίπτωση παραβίασης από τον εναγόμενο του ανωτέρω όρου συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμε­νος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα ως ποινική ρήτρα ποσοστό 50% του τζίρου που θα πραγματοποιεί ο εναγόμενος από την εκτέλεση της σύμβασης με τον πελάτη της ενάγουσας. Ότι τον Νοέμβριο του 2011 η ενάγουσα πληροφο­ρήθηκε ότι ο εναγόμενος είχε απευθείας διαπραγματεύσεις με τη LIDL και ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, απέστειλε στην ανωτέ­ρω εταιρεία επιστολή, κοινοποιούμενη και στην ενάγουσα, όπου ανάφερε ότι δεν μπορούσε να συνεργασθεί με την εν λόγω εταιρεία για λόγους ηθικούς και λόγω της συμβατικής του δέσμευσης με την ενάγουσα. Ότι λίγο πριν από την ετήσια ανανέωση της συνεργασίας μεταξύ της ενάγουσας και της LIDL που θα γινόταν την 29.2.2012, η τελευταία ενημέρωσε την ενάγουσα ότι προτίθεται να περιορί­σει γεωγραφικά τη συνεργασία τους μόνο στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια να τη διακόψει εντελώς. Ότι τότε η ενάγουσα κάλεσε τον εναγόμενο να προβούν σε συζητήσεις για επαναπροσδιορισμό του πλαισίου συνεργασίας τους πριν και μετά τη διακοπή της συνεργασίας με τη LIDL, καθόσον η συνεργασία των διαδίκων ήταν ακόμη σε ισχύ, πλην όμως ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, προβαίνοντας έτσι ουσιαστικά σε καταγγελία της σύμβασης του με την ενάγου­σα. Ότι τον Μάρτιο του 2012 η ενάγουσα πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος είχε καταλήξει σε απευθείας συμφωνία με τηLIDL να αναλάβει για λογαριασμό της τη διανομή έντυπου διαφημιστικού υλικού στην περιοχή των νομών Ημαθίας και Πιερίας, την οποία συνεχίζει μέχρι και τον χρόνο άσκησης της αγωγής. Ότι, σύμ­φωνα με τα παραπάνω, ο εναγόμενος αθέμιτα και υπαίτια χρησιμοποίησε προς δικό του όφελος την ιδιότητα του και την εμπειρία του ως συνεργάτη της ενάγου­σας, εκμεταλλεύθηκε μιμητικά την τεχνογνωσία και την οργανωτική υποδομή της ενάγουσας και τις προσπάθειες αυτής να επιτύχει τη συνεργασία με τη LIDL, ότι ήδη από τον Φεβρουάριο του 2011 μεθόδευσε την αυτονόμηση του από τη συνεργασία του με την ενάγουσα, προκειμένου να αποσπάσει τον εν λόγω πελάτη της, να προσπορίσει στον εαυτό του πρόσκαιρο κέρδος και να παραγκωνίσει την ενάγουσα από την αγορά.

Με βάση τα ανωτέρω, η ενάγουσα ζητεί, αφού κριθεί ότι η συμπεριφορά του εναγομένου συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, Α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να άρει την προσβολή και να παραλείπει στο μέλλον την εκμετάλλευση του μοντέλου της επιχειρηματικής οργάνωσης της ενάγουσας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης και Β) να υποχρεωθεί ο εναγό­μενος να καταβάλει στην ενάγουσα α) το ποσό των 4.449,41 ευρώ, ως αποζημίωση για τη θετική ζημία που υπέστη (μείωση εσόδων για το χρονικό διάστημα Μάρτιος 2012 - Ιούνιος 2012) εξαιτίας της εκ μέρους του εναγομένου αθέμιτης απόσπασης του εν λόγω πελάτη της ενάγουσας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα, β) το ποσό των 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα από την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου, και γ) το ποσό των 6.745,75 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 50% του τζίρου που πραγματοποίησε ο εναγό­μενος από την εκτέλεση της σύμβασης με τον εν λόγω αποσπασθέντα πελάτη της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα Μάρτιος 2012 - Ιούνιος 2012, ως συμφωνη­θείσα ποινική ρήτρα που κατέπεσε σε βάρος του εναγομένου, και συνολικά το ποσό των 21.195,16 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, άλλως και για την περίπτωση αδυναμίας ασφαλούς υπολογισμού της προαναφερόμενης ποινικής ρήτρας, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα μόνο τα ανωτέρω με στοιχεία Βα και Ββ ποσά και να επιδείξει τα εμπορικά του βιβλία, τιμολόγια και δελτία αποστολής, ώστε να προσδιορισθεί ο τζίρος του εναγομένου και το ποσό της ποινικής ρήτρας που θα αξιώσει η ενάγουσα στο μέλλον. Επίσης, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά της έξοδα.

Με αυτό το περιεχόμενο, η αγωγή αρμόδια εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 2. 42 παρ. 1. 43 Κ.Πολ.Δ.) κατά την τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, αναφορικά με τη βάση της αγωγής που επιχειρεί­ται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού και ες αυτού του λόγου αδικοπραξίας, με την οποία βάση συνδέονται τα ανωτέρω με στοιχεία Α, Βα και Ββ αιτήματα, η αγωγή είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι δεν εκτίθενται σε αυτήν συγκεκριμένα πραγματικά από τα οποία να προκύπτει ότι η απόσπαση του εν λόγω πελάτη της ενάγουσας από τον εναγόμενο είχε αθέμιτο χαρακτήρα, ήτοι ότι η απόσπαση έγινε με παραπλάνηση του πελάτη ή με μείωση του αντα­γωνιστή ή με δωροδοκία ή με μποϋκοτάζ ή με αθέμιτη πρόσβαση στο πελατολό­γιο της ενάγουσας ή με δόλια εκμετάλλευση της θετικής φήμης της ενάγουσας και γενικότερα με δόλιες μεθοδεύσεις, δεδομένου ότι η απόσπαση πελατείας από πρώην συνεργάτες μιας επιχείρησης, οι οποίοι μετά την αποχώρηση τους ασκούν πλέον ανταγωνιστική δραστηριότητα και αποσπούν πελάτες του πρώην εργοδότη τους-παραγωγού, είναι καταρχήν νόμιμη, καθώς και ότι μόνη η παραβίαση συνο­μολογημένης ρήτρας μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού δεν συνιστά άνευ άλλου τινός αθέμιτο ανταγωνισμό, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη. Η αναφορά, ειδικότερα, στην ένδικη αγωγή ότι ο εναγόμενος απέστειλε σε προγε­νέστερο χρόνο επιστολή στον αποσπασθέντα τελικά πελάτη της ενάγουσας ότι δεν δύναται να διαπραγματευθεί απευθείας μαζί του, δεν αποτελεί ειδική περίσταση αθέμιτου ανταγωνισμού εκ μέρους του εναγομένου, αλλά μάλλον το αντίθετο, καθότι μάλιστα αναφέρεται ότι ο πελάτης της ενάγουσας ήταν αυτός που επιδίω­κε μείωση του κόστους διαφήμισης του και ότι αυτός κατήγγειλε τη συνεργασία του με την ενάγουσα. Το ότι τελικώς ο εναγόμενος συνεργάσθηκε απευθείας με τον εν λόγω πελάτη της ενάγουσας, συνιστά μόνο παραβίαση του αναφερόμενου όρου της σύμβασης του με την ενάγουσα περί απαγόρευσης απευθείας διαπραγ­ματεύσεων με πελάτη της ενάγουσας και μετά από 3 χρόνια από τη λήξη της συνεργασίας της με τον πελάτη της και ως εκ τούτου κατάπτωσης της συμφωνη­θείσας για τον λόγο αυτό ποινικής ρήτρας. Συνεπώς, η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη μόνο ως προς το ανωτέρω με στοιχείο Βγ κύριο αίτημα της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 404. 405, 346 ΑΚ, 907, 908 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ ουσίαν, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το καταψηφιστικό αίτημα τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (βλ. το με αριθ. 4180667/2013 διπλότυπο είσπραξης της Α Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, το με αριθ. 2612923/2013 γραμμάτιο είσπραξης της Ε.Τ.Ε. και τη με αριθ. 22/2013 απόδειξη είσπραξης της Ε.Τ.Ε.).

Κατά της αγωγής δεν υπάρχει ένσταση που να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και για τα γεγονότα που αναφέρονται στο δικόγραφο της επιτρέπεται η ομολογία. Εφόσον δε ο εναγόμενος ερημοδικεί, αποδεικνύονται πλήρως οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής, δεδομένου ότι θεωρούνται ομολογημένοι εκ μέρους του. Συνεπώς, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ ουσίαν (άρθρο 271 παρ. 3, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν. 3994/2011, σε συνδ. με άρθρο 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και να υποχρεωθεί ο εναγόμε­νος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 6.745,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω, η παρούσα από­φαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 3.000,00 ευρώ, λόγω της εμπορικότητας της διαφοράς (άρθρο 908 παρ. 1 περ. στ Κ.Πολ.Δ.). Τέ­λος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικασθεί στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (άρθρα 178, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και να ορισθεί, λόγω της ερημοδικίας του εναγομένου, το νόμιμο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας (άρθρα 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδι­κότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ.Απόσπαση πελατείας. Αγωγή αποκλειστικού διανομέα αλλοδαπού παραγωγού προϊόντων κατά επιχείρηση που διέθεσε όμοια προϊόντα εισάγοντάς τα από αποκλειστικό διανομέα άλλης χώρας. Έννοια «γκρίζας αγοράς». Υπάρχει πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού όταν τρίτος αποκτά και διαθέτει προϊόντα από μέλος, το οποίο μετέχει στο κλειστό σύστημα επιλεκτικής διανομής μεταξύ παραγωγού και αποκλειστικών διανομέων και αθετεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις διασπώντας το. Η δημιουργία συστήματος αποκλειστικής διανομής είναι νόμιμη.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΡΙΘΜΟΣ 260/2012

Πρόεδρος Α. Πλακίδας, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια Μ. Βασδέκη, Εφέτης

Δικηγόροι Γ. Γούτας, Α. Κολιοθωμάς

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ: 2012 ΣΕΛ.: 753

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 1681

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2014 ΣΕΛ.: 455

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

 

[...] Κατά το άρθρο 1 του Ν. 146/1914 «περί αθέμιτου ανταγωνισμού» απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές εργολαβικές και γεωργικές συναλλαγές κάθε προς το σκοπό ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικειμένη στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψη και προς ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για την πλήρωση του πραγματικού του εν λόγω κανόνα, απαιτείται α) πράξη με σκοπό τον ανταγωνισμό προς την από άλλον ασκούμενη εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση, β) αντίθεση της πράξης ανταγωνισμού στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου εντός του συναλλακτικού κύκλου, στον οποίο εκδηλώνεται η ανταγωνιστική πράξη και γ) σχετική αγορά όπου αναπτύσσεται η δραστηριότητα των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού. Τέτοια πράξη, η οποία εμπίπτει στην πιο πάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας με τη συνδρομή όμως ειδικών συνθηκών, που την καθιστούν αθέμιτη, καθόσον κατ’ αρχήν η απόσπαση πελατών είναι σύμφωνη με την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού (ΑΠ 1041/2010 ΕλλΔνη 52,722, ΑΠ 613/2009 ΕλλΔνη 50,1339, ΕφΑθ 1489/2007 ΕλλΔνη 50,796). Περαιτέρω, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 919 ΑΚ είναι οι εξής: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, περιλαμβάνουσα τόσο τις θετικές ενέργειες, όσο και τις παραλείψεις, αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη με την έννοια στη συνιστώσα τον ανταγωνισμό πράξη της χρησιμοποίησης τρόπων και μέσων αντίθετων προς την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, β) πρόθεση επαγωγής ζημίας, γ) πρόκληση πράγματι ζημίας σε άλλον και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της επελθούσης ζημίας (ΑΠ 1805/2007 ΕλλΔνη 50,1359). Στην προκειμένη περίπτωση στην ένδικη αγωγή, με το προαναφερόμενο αναλυτικά περιεχόμενο και αίτημα, εκτίθενται όλα τα απαιτούμενα (άρθρα 117, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (Ν 146/1914) και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914, 919 ΑΚ) και είναι αρκούντως ορισμένη κατά την ανωτέρω ιστορική της βάση, κατά την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη με τον πρώτο λόγο έφεσης, επαναφέροντας την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα είναι εμπορική εταιρία και αντιπροσωπεύει στην ελληνική αγορά τα σημαντικότερα και πλέον αναγνωρίσιμα στον κλάδο τους προϊόντα. Ειδικότερα, στο χώρο ένδυσης και υπόδησης έχει παραχωρηθεί στην ενάγουσα (αρχικώς στις εταιρίες που συγχωνεύτηκαν και αποτέλεσαν τον όμιλό της) από το έτος 1977 το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης ως αποκλειστικής διανομέως, μέσω δικτύου επιλεγμένων λιανοπωλητών, των προϊόντων ένδυσης, υπόδησης, μόδας και αθλητισμού που φέρουν τα πασίγνωστα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό σήματα Lacoste. Σε ό,τι αφορά τα είδη υπόδησης Lacoste, η ενάγουσα στις 18.6.2003 υπέγραψε σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την εταιρία P., η οποία έχει εξουσιοδοτηθεί από τον όμιλο εταιριών Lacoste να υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό της Lacoste συμβάσεις διανομής, καθώς και να παραχωρεί σε τρίτους το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των σημάτων Lacoste.

Με την από 18.6.2003 σύμβαση διανομής, η οποία έκτοτε ανανεούμενη εξακολουθεί να ισχύει, η προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρία έχει παραχωρήσει στην ενάγουσα το αποκλειστικό δικαίωμα εισαγωγής, διαφήμισης και διανομής στην Ελλάδα των ειδών υπόδησης Lacoste, καθώς και το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης των σημάτων Lacoste με τη γνωστή απεικόνιση κροκοδείλου. Σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης αποκλειστικής διανομής (άρθρο 10), η ενάγουσα διανομέας έχει αναλάβει την υποχρέωση και τη φροντίδα να διανέμει τα είδη υπόδησης Lacoste στην Ελλάδα αποκλειστικά μέσω του συστήματος επιλεκτικής διανομής με τις μορφές συνεργασίας που προβλέπονται στη σύμβαση, δηλαδή είτε σε καταστήματα (boutiques) πωλήσεως αποκλειστικά ειδών Lacoste, είτε σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους πωλήσεως των ειδών (Corners Lacoste), είτε σε επιλεγμένους λιανοπωλητές, οι οποίοι οφείλουν να πληρούν αυστηρούς, ομοιόμορφους και αντικειμενικούς όρους τεχνικού και ποιοτικού χαρακτήρα, που αναφέρονται στην ποικιλία, την εμφάνιση, τη διακόσμηση, τον εξοπλισμό, την εξυπηρέτηση του πελάτη, τη φροντίδα για την άριστη κατάσταση και έκθεση του προϊόντος, τα προσόντα του προσωπικού κ.λπ. [...].

Σε εφαρμογή των συμβατικών της υποχρεώσεων, η ενάγουσα έχει ήδη από πολλών ετών καταβάλει μεγάλες προσπάθειες και έχει δαπανήσει σημαντικά ποσά για την εμπέδωση της εικόνας των προϊόντων Lacoste στην ελληνική αγορά ως ειδών πολυτελείας, υψηλής στάθμης και εγγυημένης ποιότητας, δημιουργώντας ένα δίκτυο 170 περίπου επιλεγμένων λιανοπωλητών (boutiques, corners και επιλεγμένων καταστημάτων), συμπεριλαμβανομένων και των ειδών υπόδησης, σε όλη την Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό έχει καταστεί συνείδηση στον έλληνα καταναλωτή ότι τα προϊόντα Lacoste πωλούνται μόνο από ειδικά εξουσιοδοτημένα και επιλεγμένα καταστήματα, τα οποία φέρουν με άδεια της δικαιούχου εταιρίας τα ειδικά σήματα και λογότυπα Lacoste. Τα καταστήματα αυτά διαθέτουν ειδικά σχεδιασμένες βιτρίνες, μελετημένη αρχιτεκτονική διαμόρφωση και χρωματισμούς, στοιχεία τα οποία εξυπηρετούν και την προστασία του καταναλωτή από απομιμήσεις και παραποιήσεις των προϊόντων Lacoste εκ μέρους κατασκευαστών, οι οποίοι επιχειρούν να παραπλανήσουν το καταναλωτικό κοινό προσφέροντας προϊόντα ευτελούς ποιότητας, τα οποία απομιμούνται τα εξωτερικά χαρακτηριστικά και τα σήματα της Lacoste.

Η εναγομένη είναι εταιρία γενικού εμπορίου, που σκοπό έχει την εισαγωγή και χονδρική μεταπώληση στην Ελλάδα πάσης φύσεως εμπορευμάτων (τροφίμων, παιχνιδιών, ηλεκτρικών ειδών, ειδών ένδυσης κ.λ.π.) με το σύστημα «cash and carry». Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν το σύστημα αυτό διαθέτουν στα καταστήματά τους ποικιλία προϊόντων, τοποθετημένων ατάκτως και ετερόκλητων μεταξύ τους, δεν επιδιώκουν σταθερή συνεργασία με προμηθευτές και ως εκ τούτου δεν διαθέτουν σε σταθερή βάση ορισμένα είδη, δεν προσφέρουν τις ανάλογες εγγυήσεις στους πελάτες τους και δεν παρέχουν την κατάλληλη εξυπηρέτηση (service) μετά την πώληση και ανάλογα με την προσφορά άλλοτε διαθέτουν ορισμένο προϊόν και άλλοτε όχι, με στόχο τις χαμηλές τιμές και τη μεγιστοποίηση των πωλήσεων. Η φιλοσοφία του συστήματος αυτού είναι τελείως αντίθετη με αυτή της επιλεκτικής διανομής. Η εναγομένη δεν έχει εξασφαλίσει από την παραγωγό εταιρία «La Chemise Lacoste SA», ούτε από την εξουσιοδοτημένη εταιρία P. κανένα δικαίωμα εισαγωγής, διανομής και διάθεσης ειδών ένδυσης ή υπόδησης Lacoste και δεν ανήκει στο δίκτυο επιλεγμένων λιανοπωλητών της ενάγουσας στο οποίο δεν θα μπορούσε να ενταχθεί, ακόμη και αν αυτό ενέπιπτε στους σκοπούς της, καθώς δεν πληρεί τα ποιοτικά κριτήρια που θα της επέτρεπαν να επιλεγεί ως εγκεκριμένος λιανοπωλητής. Περί τα τέλη Μαΐου 2008 η εναγομένη διέθεσε, ανάμεσα στα άλλα εμπορεύματά της, σε καταστήματά της στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις στην Ελλάδα, 144 ζεύγη υποδημάτων Lacoste, τύπου Carnaby Wash, του ιδίου μεγέθους, εκ των οποίων πώλησε τα 140 ζεύγη προς 59,90 ευρώ το καθένα.

Τα πιο πάνω υποδήματα η εναγομένη προμηθεύτηκε, με βάση το υπ’ αριθμ. .../21.4.2008 τιμολόγιο, από την Ολλανδική εταιρία B., η οποία είναι εξουσιοδοτημένη διανομέας των ειδών Lacoste στην Ολλανδία και διέθεσε τα συγκεκριμένα υποδήματα εκτός εδαφικής περιοχής σε έμπορο που δεν ανήκει στο δίκτυο, διαρρηγνύοντας το κλειστό σύστημα επιλεκτικής διανομής, το οποίο διέπει τις σχέσεις της παραγωγού εταιρίας και των διανομέων. Η εναγομένη προχώρησε στην εισαγωγή και διάθεση της μεμονωμένης αυτής παρτίδας υποδημάτων εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι ο αλλοδαπός αποκλειστικός διανομέας παραβίασε τις συμβατικές υποχρεώσεις του περί μη πώλησης των ειδών Lacoste σε τρίτους που δεν έχουν σχέση με το δίκτυο επιλεκτικής διανομής, παρότι γνώριζε τη φύση του συστήματος αποκλειστικής διανομής και την αποκλειστικότητα της ενάγουσας στην εισαγωγή και διάθεση των ειδών Lacoste στην Ελλάδα και ότι η ίδια (εναγομένη) δεν ανήκε στους συγκεκριμένους λιανοπωλητές των ειδών αυτών και υπό τις περιστάσεις αυτές η πράξη της εναγομένης συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν 146/1914, καθόσον, χωρίς να υποβληθεί στις θυσίες και δαπάνες που συνεπάγεται η ανταπόκριση στα αντικειμενικά κριτήρια επιλεκτικής διανομής, στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα για την καθιέρωση στην ελληνική αγορά της εικόνα και της φήμης των ειδών Lacoste ως προϊόντων υψηλής ποιοτικής στάθμης και ύφους, εκμεταλλεύτηκε την ξένη φήμη και οργάνωση προκειμένου να προσελκύσει άκοπα και άμεσα πελατεία, δίχως να εξασφαλίσει τις υψηλές προδιαγραφές εξυπηρέτησης και ποιότητας που εγγυάται το επιλεκτικό δίκτυο διανομής των ειδών Lacoste. Σημειωτέο, ότι η εναγομένη έχει καταδικαστεί και στο παρελθόν για παρόμοια αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά με την υπ’ αριθμ. 6157/1998 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Επιπροσθέτως, η εναγομένη με τις ανωτέρω ενέργειές της, της διάθεσης από τα καταστήματά της ειδών Lacoste, δημιουργεί την εσφαλμένη εντύπωση στους καταναλωτές ότι ανήκει στο επιλεκτικό δίκτυο διανομής ή ότι έχει κάποιας μορφής οικονομική ή οργανωτική συνεργασία με το εν λόγω δίκτυο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, από την οποία επιχειρεί να επωφεληθεί, εμφανίζοντας το κατάστημά της ως επιλεγμένο, ότι παρέχει τις ίδιες εγγυήσεις ποιότητας προϊόντων και επιπέδου υπηρεσιών με τα επιλεγμένα καταστήματα και, υπό την έννοια αυτή, η πράξη της εναγομένης συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό με τη μορφή της παραπλανητικής διαφήμισης, της προσβολής και εκμετάλλευσης ξένης επιχειρηματικής φήμης και της αθέμιτης απόσπασης πελατείας, αλλά και αυτοτελώς συνιστά συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη (άρθρο 919 ΑΚ), γιατί αντιστρατεύεται την αρχή της αλήθειας και της διαφάνειας στην αγορά και την ηθικότητα των συναλλαγών.

Εξάλλου, η παράλληλη εισαγωγή σηματοδοτημένων προϊόντων και η διάθεση αυτών από τρίτα μη μέλη ενός δικτύου διανομής, δηλαδή της λεγομένης «γκρίζας αγοράς», συνιστά πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, όταν λαμβάνει χώρα διάσπαση από κάποιο μέλος που μετέχει στο κλειστό σύστημα διανομής του παραγωγού και του αποκλειστικού διανομέα, του στεγανού συστήματος επιλεκτικής διανομής και ο τρίτος αποκτά και διαθέτει τα προϊόντα από το μέλος αυτό του δικτύου που αθέτει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, εκμεταλλευόμενος αυτή τη συμβατική παράβαση, όπως στην προκειμένη περίπτωση που η εναγομένη, γνωρίζοντας ότι τα προϊόντα Lacoste διατίθενται σε διεθνές επίπεδο από αποκλειστικούς διανομείς μέσω στεγανού συστήματος επιλεκτικής διανομής με κυρώσεις για τα μέλη του σε περίπτωση μεταπώλησης τούτων σε άλλους εμπόρους εκτός δικτύου, προέβη στην παράλληλη εισαγωγή των συγκεκριμένων υποδημάτων με τρόπο που αποτελεί αθέμιτη «γκρίζα αγορά», ακριβώς γιατί επωφελήθηκε του γεγονότος ότι κάποιο μέλος του δικτύου επιλεκτικής διανομής παραβίασε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αποσκοπώντας να αποκτήσει αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό προβάδισμα και τούτο δεν αναιρείται εκ του λόγου ότι στο τιμολόγιο αγοράς των ειδών αυτών υπάρχει σημείωση ότι: «όλα τα αγαθά είναι αυθεντικά επώνυμα αντικείμενα και η πώλησή τους μπορεί να γίνει ελεύθερα της ΕΕ», καθόσον η εναγομένη, ενόψει και της προηγούμενης καταδίκης της με δικαστικές αποφάσεις για ανάλογη παράνομη συμπεριφορά, όφειλε να ελέγξει προσεκτικά τη νομιμότητα της εισαγωγής τους και ο σχετικός ισχυρισμός της ότι πρόκειται για επιτρεπόμενη εντός της ΕΕ παράλληλη εισαγωγή εμπορευμάτων είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω, η ενάγουσα νομιμοποιείται ενεργητικά στην προκειμένη περίπτωση να ζητήσει προστασία με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν 146/1914 ως αποκλειστική διανομέας του αλλοδαπού παραγωγού και προμηθευτή των ειδών Lacoste και αμέσως ζημιωθείσα από την αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, δικαίωμα το οποίο άλλωστε είχε παραχωρηθεί ρητά σ’ αυτή με τους όρους 6 και 12 της εφαρμοζόμενης σύμβασης διανομής.

Συγκεκριμένα, η ενάγουσα από την παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά της εναγομένης ζημιώθηκε κατά το ποσό των 1.764,41 ευρώ, το οποίο αποτελεί το πιθανό και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κέρδος που θα αποκόμιζε από την πώληση των 140 ζευγαριών υποδημάτων, αξίας κατά τους τιμοκαταλόγους της χονδρικής για το ίδιο είδος 37,13 ευρώ το καθένα, εάν δεν μεσολαβούσε η παράνομη εισαγωγή και διάθεσή τους από την εναγομένη, δεδομένου ότι από την πώληση των εμπορευμάτων αυτών, θα είχε εισπράξει συνολικό τίμημα 5.346,72 ευρώ και το ποσοστό κέρδους που μεταπωλεί τα προϊόντα Lacoste είναι 33% επί του τζίρου. Πέραν της περιουσιακής ζημίας, η ενάγουσα υπέστη μείωση και προσβολή της εμπορικής πίστης, του κύρους και της φήμης της στην αγορά για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων. Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο της αγωγής και την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, ορθά εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη με τους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Τα επικαλούμενα δε περιστατικά ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή, όχι επειδή εθίγη από την επίδικη εμπορική συναλλαγή, αλλά με σκοπό να καταστήσει τους καταναλωτές δέσμιους της τιμολογιακής πολιτικής που η ίδια θα επιλέγει μέσω του δικτύου διανομής προς το δικό της και μόνο όφελος και για να εμποδίσει κάθε τρίτο να προβεί σε παράλληλη εισαγωγή προϊόντων Lacoste, δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι η δημιουργία συστήματος επιλεκτικής διανομής μπορεί νόμιμα να συμφωνηθεί στα πλαίσια του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων και ορθά με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση αυτή ως νόμω αβάσιμη, απορριπτομένου ως αβασίμου και του πέμπτου λόγου έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. [...]

(Απορρίπτει την έφεση.)

 

Αδικοπραξίες- αθέμιτος ανταγωνισμός- αποζημίωση- αδικαιολόγητος πλουτισμός- αιφνίδια αποχώρηση προϊσταμένου ασφαλιστικής επιχείρησης- πραγματικά περιστατικά- ισχυρισμοί για υποκίνηση ομαδικών παραιτήσεων του ασφαλιστικών πρακτόρων της ιδίας επιχείρησης που εργάστηκαν στη συνέχεια για τον εναγόμενο και για μεταφορά των συμβολαίων διαφόρων πελατών της ενάγουσας στην εταιρία του εναγομένου. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 3541/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Αριθμός 600/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ-ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Καραβασίλη.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8555/2001 μη οριστική, 87/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3541/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 20-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

 

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Επειδή, παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής εσφαλμένα εφάρμοσε κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, η προσέδωσε στον κανόνα που εφάρμοσε έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Συνεπώς, υπάρχει τέτοια παραβίαση και όταν ο δικαστής από εσφαλμένη εκτίμηση του νομικού χαρακτήρα των πραγματικών γεγονότων εφάρμοσε κανόνα που δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί και με βάση αυτόν απέρριψε την αγωγή ( Α.Π 80/1995 ). Στην δικαζόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εξέθετε σ' αυτήν τα εξής: "Στα πλαίσια της επιθυμίας της να αναπτύξει ένα νέο δίκτυο παροχής υπηρεσιών ασφάλισης στη Βόρεια Ελλάδα και κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο. ασφαλιστή, υπέγραψε μαζί του την από 21-8-1998 σύμβαση, δυνάμει της οποίας του ανέθεσε καθήκοντα περιφερειακού διευθυντή - συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με περιφέρεια ευθύνης τους νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Ειδικότερα, του ανέθεσε την προσέλκυση, εκπαίδευση και διοίκηση ασφαλιστών, τη δημιουργία υποκαταστημάτων και κυρίως την υλοποίηση του ετησίου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, όπως αυτός καθορίσθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο και ο οποίος για το πρώτο έτος ανέρχονταν στο ποσό των 410.000.000 δρχ. για ασφαλιστικές συμβάσεις και 950.000.000 δρχ. για αμοιβαία κεφάλαια. Με εισηγήσεις του εναγόμενου προέβη σε δαπάνες 40.957.105 δρχ. για την οργάνωση και τον εξοπλισμό των υποκαταστημάτων ευθύνης του εναγόμενου και την προσέλκυση συνεργατών για την οργάνωση ενός δικτύου, το οποίο θα ήταν ικανό να αποφέρει την παραγωγή που συμφωνήθηκε. Ο εναγόμενος δεν πέτυχε τον στόχο παραγωγής κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της σύμβασης, δεδομένου ότι παρήγαγε 105.600.000 δρχ. ασφαλίσεις αντί 410.000.000 δρχ. και αμοιβαία κεφάλαια 429.375.000 δρχ. αντί 950.300.000 δρχ. Στις 22-3-2000 ο εναγόμενος υπέβαλε την παραίτηση του και παράλληλα, έχοντας ενημερωθεί για τη δυσαρέσκεια της ενάγουσας για την μη επίτευξη των καθορισμένων στόχων παραγωγής ασφαλίστρων, ενεργώντας αθέμιτα και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, παρότρυνε και παρέσυρε σε ομαδική παραίτηση και το σύνολο των συνεργατών της ενάγουσας που είχαν στεγαστεί στα κεντρικά γραφεία της στη Θεσσαλονίκη, τους οποίους και απορρόφησε στη δική του επιχείρηση ασφαλιστικής πρακτορείας. Ότι ο εναγόμενος, προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε ( επίτευξη ετησίων στόχων παραγωγής ), χρησιμοποίησε τα μέσα και την υποδομή που έθεσε στην διάθεση του η ενάγουσα εταιρία και έτσι ωφελήθηκε κατά το ποσό 40.957.105 δρχ., το οποίο η εταιρία κατέβαλε ως δαπάνες γραφείων Θεσσαλονίκης. Υπό τις συνήθεις στην αγορά συνθήκες τις δαπάνες αυτές όφειλε να επωμιστεί ως ίδια έξοδα ο ίδιος ο εναγόμενος. Χάρη στις δαπάνες αυτές και την υποδομή και την οργάνωση που η εταιρία έθεσε στην διάθεση του εναγόμενου, ο τελευταίος μπόρεσε να επιτύχει την παραγωγή ασφαλίστρων, την οποία εν τέλει επέτυχε και να αντλήσει ίδιο όφελος και προμήθειες. Μετά όμως την λήξη της συνεργασίας τους, την αθέμιτη απόσπαση των στελεχών και την ακύρωση συμβολαίων που προκάλεσε ο εναγόμενος, η εταιρία αποξενώθηκε από την ως άνω παραγωγή. Άρα και οι ως άνω δαπάνες κατέστησαν ποσό κατά το οποίο ο ίδιος ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιότερος. Περαιτέρω, εκτίθεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος, με την αθέμιτη απόσπαση στελεχιακού δυναμικού της ενάγουσας, την ιδιοποίηση εμπορικών της απορρήτων και την αθέμιτη απόσπαση πελατείας της προκάλεσε από πρόθεση στην ενάγουσα ζημία 23.568.426 δρχ. από την ακύρωση συμβολαίων. Επίσης, εκτίθεται στην αγωγή ότι με την καταχρηστική, αιφνίδια και αδικαιολόγητη συμπεριφορά του εναγομένου και τη διακοπή της συνεργασίας τους. σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη παραίτηση όλων των ασφαλιστικών συμβούλων της εταιρίας, την οποία αυτός υποκίνησε και προσχεδίασε, έβλαψε ανεπανόρθωτα την εμπορική φήμη της εταιρίας, καθώς στην αγορά έχουν δημιουργηθεί ερωτηματικά και φήμες για το λόγο της μαζικής παραίτησης όλων των συνεργατών του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, έχει δε απολεσθεί σημαντικό μέρος της παραγωγής και καθίσταται δυσχερής η εξεύρεση νέων συνεργατών. Επίσης η εταιρία βρέθηκε σε σημαντικά μειονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, καθώς για δύο σχεδόν ολόκληρα χρόνια κατέβαλε έξοδα και κόπους για να συγκροτήσει ένα δίκτυο, το οποίο σε μία ημέρα, εξ υπαιτιότητας του εναγομένου εξαφανίστηκε και πρέπει να οργανωθεί από την αρχή. Ότι εξαιτίας της παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς του εναγομένου η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, συνιστάμενη σε προσβολή της φερεγγυότητας της, κυρίως όμως της αξιοπιστίας και της φήμης της στην αγορά, για την ικανοποίηση της οποίας, εύλογο και δίκαιο θεωρείται το ποσό των δρχ. 20.000.000. Τέλος, εκτίθεται στην αγωγή ότι ο εναγόμενος παρανόμως και εκμεταλλευόμενος τη διευθυντική του θέση απέσπασε από την εταιρία, την προτεραία της παραιτήσεως του, το ποσό των δρχ. 1.400.000. χωρίς νόμιμη αιτία, προκαλώντας ισόποση ζημία στην εταιρία, την οποία πρέπει να αποκαταστήσει σύμφωνα με τα άρθρα 914, 919 και 904 ΑΚ." Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει: α ) το ποσό των 40.957.105 δρχ. ή 120.196.93 ευρώ κατά τις διατάξεις από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, β) τα ποσά των 1.400.000δρχ. και 23.568.426 δρχ. ως περιουσιακή ζημία κατά τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού και αδικοπραξιών και γ ) το ποσό των 20.000.000 δρχ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την σε βάρος της αδικοπραξία.

Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ανωτέρω πραγματικά περιστατικά το ποσό των 40.957.105 δρχ. δαπανήθηκε από την ενάγουσα για την ανάπτυξη του δικτύου της στη Βόρεια Ελλάδα και στα πλαίσια ανάληψης εκ μέρους της του επιχειρηματικού κινδύνου αύξησης της παραγωγής της. Οι εν λόγω δαπάνες δεν συνδέονται με οποιαδήποτε αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου και δεν θεμελιώνουν αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία. Η επικαλούμενη αθέμιτη από τον εναγόμενο απόσπαση των στελεχών της ενάγουσας από το κεντρικό γραφείο της στη Θεσσαλονίκη και η απορρόφηση τους στη δική του ανταγωνιστική εταιρία, καθώς και η αθέμιτη απόσπαση της πελατείας της ενάγουσας, συνδέονται κατά την αγωγή αποκλειστικά με την επικαλούμενη ζημία της ενάγουσας εκ δρχ. 23.568.426 από ακύρωση συμβολαίων και με την ηθική της βλάβη και όχι με τις ανωτέρω δαπάνες, που προηγήθηκαν της αθέμιτης συμπεριφοράς και δεν αποτελούν "ζημία" της ενάγουσας, αφού συνετέλεσαν ( πάντα κατά την αγωγή ) στην επίτευξη παραγωγής ασφαλίσεων ύψους 105.600.000 δρχ. και αμοιβαίων κεφαλαίων 429.375.000 δρχ., προς όφελος της. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του. αφού κατά παραδοχή λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά τη βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που αφορούσε τις δαπάνες των 40.950.105 δρχ., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει νόμιμη την αγωγή κατά το παραπάνω κεφάλαιό της, ως στηριζόμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και έκρινε νόμιμη κατά τα λοιπά την αγωγή, ως στηριζόμενη στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, απέρριψε δε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά τον νόμο να εφαρμόσει, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. αναφορικά με το περί δαπανών κεφάλαιο της αγωγής, διότι οι διατάξεις αυτές δεν ήταν εφαρμοστέες, αφού η αγωγή δεν περιείχε και βάση από αδικοπραξία, μη ερευνηθείσα από το πρωτόδικο δικαστήριο. Επομένως, ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο όσον αφορά το ανωτέρω κονδύλιο των 40.950.105 δρχ. εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της αγωγής στον κανόνα του άρθρου 904 Α,Κ.., έστω και αν η αναιρεσείουσα τον είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της, ενώ όφειλε να τα υπαγάγει στους κανόνες δικαίου των άρθρων 914 και 919 Α.Κ.., είναι αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης, ιδρύεται όταν ατό αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονταν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής : " Η ενάγουσα, ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία, στα πλαίσια ανάπτυξης του δικτύου πωλήσεων της στη Βόρεια Ελλάδα, συνήψε με τον εναγόμενο την από 21-8-1998 σύμβαση έργου, με την οποία τοποθέτησε αυτόν ως Περιφερειακό Διευθυντή (Συντονιστή) και του ανέθεσε το έργο του ελέγχου της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών λειτουργίας από τους Διευθυντές (Συντονιστές) Καταστημάτων, μέριμνα της δημιουργίας νέων Καταστημάτων και την υλοποίηση των ετήσιων προϋπολογισμών παραγωγής δαπανών και λοιπών ποιοτικών συντελεστών της περιφέρειας ευθύνης του, με σκοπό την επίτευξη του ετήσιου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, που η εταιρεία (ενάγουσα) ορίζει, κάθε φορά, σε ετήσια (δωδεκάμηνη) βάση για τη θέση του περιφερειακού Διευθυντή (Συντονιστή). Με την από 1-9-1998 συμπληρωματική σύμβαση, καθορίστηκε η περιφέρεια ευθύνης του εναγομένου στους νομούς Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής. Με την πρώτη σύμβαση η αμοιβή του εναγόμενου συμφωνήθηκε να είναι η ακόλουθη: 1) αναλογική αμοιβή: α) ποσοστό 15% επί των προμηθειών των τριών πρώτων ετών της παραγωγής των ασφαλιστικών Συμβούλων και 5% επί των προμηθειών παραγωγής πρακτόρων για τον κλάδο ζωής, β) ποσοστό 5% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών Συμβούλων και 2% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής Διεύθυνσης για τον κλάδο αυτοκινήτων γ) ποσοστό 8% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών Συμβούλων και 3% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής Διεύθυνσης για τους λοιπούς κλάδους γενικών ασφαλίσεων 2) πρόσθετη προμήθεια, καθοριζόμενη ετησίως από την εταιρεία (ενάγουσα), η οποία θα ανταποκρίνεται στην πραγματοποίηση του ελάχιστου οικονομικού αποτελέσματος - έργου, του οποίου το ύψος συμφωνήθηκε να καθορίζεται στην αρχή κάθε έτους από την ενάγουσα για τη θέση του περιφερειακού Διευθυντή (Συντονιστή). Με τη δεύτερη (από 1-9-1998) σύμβαση, η πρόσθετη προμήθεια του εναγομένου για το πρώτο έτος ορίστηκε στο ποσό των 8.400.000 δρχ. και συμφωνήθηκε να προκαταβληθεί μόνο για το πρώτο έτος ισχύος της από 21-8-1998 σύμβασης καινά εξοφληθεί άτοκα, με την παρακράτηση από την ενάγουσα της σταθερής αμοιβής του εναγόμενου από 700.000 δρχ. το μήνα στο διάστημα από Σεπτέμβριο 1998 μέχρι και το μήνα Αύγουστο του 1999. Το ποσό αυτό θα κατέβαλλε η ενάγουσα στον εναγόμενο κάθε μήνα, αν δεν του είχε προκαταβάλει την αμοιβή δώδεκα (12) μηνών (700.000 δρχ. Χ 12 = 8.400.000 δρχ.). Επιπλέον, και μόνο για το πρώτο έτος της από 21-8-1998 σύμβασης, συμφωνήθηκε να καταβληθεί στον εναγόμενο το ποσό των 15.600.000 δρχ. ως πρόσθετο "μπόνους". εάν και εφόσον κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα πραγματοποιήσει: 1) με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του ασφαλιστικές συμβάσεις κάθε είδους για λογαριασμό της ενάγουσας συνολικού ύψους λογιστικοποιημένων ασφαλίστρων 410.000.000 δρχ. και 2) αμοιβαία κεφάλαια για το ίδιο χρονικό διάστημα συνολικού ύψους 950.000.000 δρχ. Το ποσό των 15.600.000 δρχ. προκαταβλήθηκε στον εναγόμενο και συμφωνήθηκε ότι, σε περίπτωση κατά την οποία δεν επιτύχει τους παραπάνω στόχους, θα επιστρέψει το ποσό αυτό άτοκα στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος πραγματοποίησε παραγωγή ασφαλίστρων συνολικού ποσού 105.600.000 δρχ. αντί των 410.000.000 δρχ., που είχε συμφωνηθεί, και αμοιβαία κεφάλαια συνολικού ύψους εισροών 429.375.000 δρχ. αντί των συμφωνηθέντων 950.300.000 δρχ. Κατόπιν αυτού, την 1η Σεπτεμβρίου 1999, προήλθε σε νέα συμφωνία με την ενάγουσα, με την οποία παρατάθηκε το χρονικό διάστημα επίτευξης των προαναφερθέντων στόχων μέχρι την 30 Αυγούστου 2000. Ο εναγόμενος, στις 22-3-2000, παραιτήθηκε οικειοθελώς από συνεργάτης της ενάγουσας. Την ίδια ημερομηνία παραιτήθηκαν οικειοθελώς, με αυτοτελή ο καθένας δήλωση παραίτησης, και οι συνεργάτες της ενάγουσας... Όλοι οι παραπάνω ήταν ασφαλιστές, εργαζόταν ως ελεύθεροι επαγγελματίες και, πριν συνεργαστούν με την ενάγουσα, είχαν επί πολλά χρόνια συνεργασία με τον εναγόμενο. Οι ίδιοι ήταν έμπειροι επαγγελματίες στο χώρο των ασφαλίσεων και η αποχώρηση τους ήταν προσωπική επιλογή του καθενός. Δεν αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος τους καθοδήγησε ή τους παρότρυνε σε παραίτηση...Από τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, αλλά και των μαρτύρων του εναγόμενου απορρέει με βεβαιότητα, ότι η μεταφορά συμβολαίων από μια ασφαλιστική εταιρεία σε άλλη με την σύμφωνη γνώμη των πελατών (ασφαλισμένων) δεν συνιστά παράνομη και αθέμιτη πράξη, ούτε αντίκειται στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται, ότι ο εναγόμενος ιδιοποιήθηκε εμπορικά απόρρητα της ενάγουσας, ούτε ότι χρησιμοποίησε στοιχεία σε βάρος αυτής, για να αποσπάσει από αυτήν πελάτες. Εξάλλου, από τους πίνακες των συμβολαίων, που ακυρώθηκαν, εξάγεται ότι αυτά καταρτίστηκαν μετά την αποχώρηση του εναγομένου από την ενάγουσα και δεκατέσσερα μόλις απ' αυτά είχαν συναφθεί πριν την εν λόγω αποχώρηση, ανανεώθηκαν δε μετά από αυτήν. Η ακύρωση των αναφερόμενων συμβολαίων με συνολικό ποσό ασφαλίστρων 23.568.426 δρχ. δεν αποδεικνύεται, ότι οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του εναγομένου. Ο τελευταίος, ο οποίος πέτυχε την παραγωγή ασφαλίστρων για την ενάγουσα ύψους 105.600.000 δρχ., αποχώρησε από αυτήν, όπως είχε δικαίωμα και δεν χρησιμοποίησε αθέμιτα μέσα, για να αποσπάσει πελατεία, ούτε έβλαψε την αξιοπιστία και την εμπορική της φήμη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος, με βάση την αρχική σύμβαση, είχε δικαίωμα να λαμβάνει ως αμοιβή, εκτός από τα ποσοστά επί των προμηθειών (αναλογική αμοιβή), και πρόσθετη προμήθεια, η οποία θα καθοριζόταν κάθε χρόνο από την ενάγουσα, συνιστάμενη σε σταθερό ποσό κάθε μήνα. Η σταθερή αυτή αμοιβή ορίστηκε για τον πρώτο χρόνο, πριν αρχίσει η παραγωγή ασφαλίστρων, στο ποσό των 700.000 δρχ. το μήνα και η καταβολή της δεν εξαρτήθηκε από την πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος εκ μέρους του εναγομένου. Αυτό αποδεικνύεται με βεβαιότητα από τους όρους της αρχικής σύμβασης σε συνδυασμό με αυτούς των συμπληρωματικών συμβάσεων. Ειδικότερα, με την από 1-9-1998 συμπληρωματική σύμβαση ορίστηκε, ότι η σταθερή αυτή προμήθεια, ύψους 8.400.000 δρχ. για το πρώτο έτος ισχύος της από 21-8-1998 σύμβασης, θα προκαταβληθεί μόνον για το πρώτο έτος στον εναγόμενο. Η καταβολή αυτού του ποσού δεν εξαρτήθηκε από την επίτευξη των παραπάνω αναφερόμενων στόχων...Από την πραγματοποίηση των τελευταίων εξαρτήθηκε μόνον η καταβολή του ποσού των 15.600.000 δρχ., που συμφωνήθηκε να λάβει ο εναγόμενος ως πρόσθετο "bonus". Έτσι, ο τελευταίος είχε δικαίωμα να λάβει, ως σταθερή αμοιβή, για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2000 το ποσό των 700.000 δρχ. Χ 2 μήνες = 1.400.000 δρχ. (4.108,58 Ευρώ), που έλαβε από το ταμείο της εταιρείας. Κατόπιν αυτών, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε ότι ο εναγόμενος προκάλεσε παράνομα και υπαίτια στην ενάγουσα ζημία ύψους 73.274,91 Ευρώ (δηλαδή 4.108,58 Ευρώ και 69.166,33 Ευρώ το δεύτερο ποσό από ακυρώσεις συμβολαίων), επιπλέον δε, ότι η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας επιδίκασε σ' αυτήν το ποσό των 14.673,51 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όσον αφορά το κονδύλιο των 120.196,93 ευρώ και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά τα λοιπά.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 του ν. 146/1914 και 914. 919 του Α.Κ., τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη μη εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται ότι η μεταφορά των συμβολαίων διαφόρων πελατών της ενάγουσας στην εταιρία του εναγομένου δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε αθέμιτα μέσα του εναγομένου, καθόσον επακολούθησε της παραιτήσεως του, έγινε με αίτηση των ιδίων των πελατών και δεν οφείλεται σε δόλιες ενέργειες του εναγομένου και σε ιδιοποίηση και εκμετάλλευση εμπορικών απορρήτων της ενάγουσας, οι παραδοχές δε αυτές δικαιολογούν τη μη εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση των παραπάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Οι περί του αντιθέτου δεύτερος από άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ και τρίτος από τον αριθ. 19 του ιδίου άρθρου λόγοι του αναιρετηρίου, είναι αβάσιμοι.

Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ο ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που .αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996). Με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. που υποβλήθηκαν με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του, ότι " σε όσους πίνακες που περιέχονται στο δικόγραφο της αγωγής μας αναγράφεται ημερομηνία κατάρτισης των ακυρωθέντων συμβολαίων, μεταγενέστερη της ημερομηνίας αποχώρησης του αντιδίκου και των συνεργατών μας από την εταιρία μας, αυτή η ημερομηνία αναφέρεται στην ημερομηνία ανανέωσης αυτών των συμβολαίων, των οποίων τους δικαιούχους ο αντίδικος έπεισε να τα ακυρώσουν, προκειμένου να αποξενωθεί η εταιρία μας από την παραγωγή αυτή προς όφελος της "INTERLOGIC". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμοι, διότι το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε, δεχόμενο ότι από τα αναφερόμενα στην αγωγή ως ακυρωθέντα συμβόλαια μόνο δεκατρία συμβόλαια είχαν συναφθεί πριν την αποχώρηση του εναγόμενου και ανανεώθηκαν μετά από αυτήν.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2008 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 3541/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Απριλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αθεμιτος ανταγωνισμος – Αποσπαση πελατειας – Αθεμιτη αποσπαση πελατειας από παραπλανητικη διαφημιση ή συγκριτικη διαφημιση. Από ποιες διαταξεις συναγεται η γενικοτερη αρχη ότι η διαφημιση και εκθεση εμπορευματων μιας επιχειρησης, προς προσελκυση καταναλωτων, θα πρεπει να είναι αληθης (αρχη της αληθειας της διαφημισης) γιατι τοτε μονο είναι θεμιτη μεθοδος ελευθερου ανταγωνισμου. Ο σκοπος του αρθρου 3 είναι η προστασια των ανταγωνιστων και εμμεσως των καταναλωτων. Αντιθετα το αρθρο 9 παρ 2 του ν. 2251/1994 διδει μια πιο διεξοδικη ρυθμιση. (Μαρίνος, ό.π., παρ. 18 αριθ. 553 σελ. 266, Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, άρθρο 3 αριθ. 1-3 σελ. 267-269, όπου και παραπομπές στη νομολογία και σε άλλους συγγραφείς, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 13 σελ. 84, Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2000, σελ. 457). Διαφημιση με την φραση ‘’τα ξυρακια αυτά παραγονται μονον στην Ελλαδα’’ ενώ απεικονιζεται η Ελληνικη σημαια.

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 1202/2012

Πρόεδρος Ε. Κοκμοτού, Πρόεδρος Πρωτοδικών

Δικηγόροι Ξ. Παπαρρηγόπουλος, Α. Κολιοθωμάς,

Κ. Σαράντης, Η. Κοϊμτζόγλου, Ε. Σκούφαρη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ: 2012 ΣΕΛ.: 650 – ΣΗΜ.: Χ.ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2012 ΣΕΛ.: 942

 

[...] Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού, απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γινομένη πράξις, αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθή προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής απαιτείται: 1) Η συγκεκριμένη πράξη ανταγωνισμού να γίνεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, 2) να υπάρχει σκοπός ανταγωνισμού, δηλαδή πρόθεση ανταγωνισμού του ίδιου που ενεργεί την πράξη ή τρίτου προσώπου, χωρίς ν’ απαιτείται να είναι αυτός ο αποκλειστικός λόγος τέλεσης της πράξης ή να πραγματοποιηθεί ο σκοπός ή να υπάρχει πρόθεση βλάβης. Με άλλα λόγια, απαιτείται η ύπαρξη αφενός ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ εκείνου που ενεργεί την πράξη και των ανταγωνιστών του, εφόσον απευθύνεται στους ίδιους ή σε συγγενείς κύκλους πελατών, έστω και αν οι δραστηριότητες των ανταγωνιζομένων δεν είναι ταυτόσημες ή δεν προσφέρουν τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες ή δεν βρίσκονται στο ίδιο ανταγωνιστικό επίπεδο, και αφετέρου πρόθεση ανταγωνισμού, η οποία στις πιο πάνω συναλλαγές τεκμαίρεται πραγματικά αλλά μαχητά και 3) αντίθεση της πράξης στα χρηστά ήθη. Κατά την κρατούσα γνώμη, το μέτρο των χρηστών ηθών αποτελούν οι υπάρχουσες και αναγνωρισμένες αντιλήψεις κάθε ανθρώπου που σκέπτεται ορθά και δίκαια μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο διενεργείται η πράξη. Τέτοια πράξη, που να εμπίπτει στην παραπάνω γενική ρήτρα, μπορεί να θεωρηθεί και η απόσπαση πελατείας, εφόσον συντρέχουν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα (ΕφΑθ 698/2003 ΕλλΔνη 45,1064, ΕφΑθ 8221/2000 ΔΕΕ 2001,280, ΕφΠατρ 230/2006 ΔΕΕ 2007,52, Μ.-Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 2002, παρ. 9 και 10 σελ. 69 επ., Ν. Ρόκας, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1975, παρ. 5 σελ. 2 επ., Δ. Τσιμπανούλης, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, έκδ. 1996, άρθρο 1 σελ. 43 επ., όπου και άλλες παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς).

Εξάλλου, στο άρθρο 3 του ίδιου πιο πάνω νόμου ορίζονται τα εξής: «Απαγορεύεται εις δημοσία γινομένας γνωστοποιήσεις ή ανακοινώσεις, προοριζόμενος διά ευρύν κύκλον προσώπων, πάσα ανακριβής δήλωσις περί σχέσεων αναφερομένων εις τας κατά το άρθρον 1 συναλλαγάς, ιδία δε περί της ποιότητος, της αρχικής προελεύσεως, του τρόπου ή της πηγής της προμηθείας, της κατοχής βραβείων ή άλλων τιμητικών διακρίσεων, περί της αιτίας ή του σκοπού της πωλήσεως ή περί του ποσού των προς διάθεσιν εμπορευμάτων, ικανή να παραγάγη την εντύπωσιν ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς, Ο παραβάτης δύναται αν εναχθή προς παράλειψιν των ανακριβών δηλώσεων και ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας». Γίνεται δεκτό ότι η διάταξη του άρθρου αυτού, που αποκαλείται ως η «η μικρή γενική ρήτρα» του δικαίου του αθέμιτου ανταγωνισμού, αντιμετωπίζει, όπως και εκείνη του άρθρου 9 του Ν 2251/1994. «Προστασία των καταναλωτών», την παραπλανητική διαφήμιση, ιδιαίτερα συχνή στην ελληνική διαφημιστική πρακτική.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται η γενικότερη αρχή ότι η διαφήμιση, δηλαδή η έκθεση και η προβολή των εμπορευμάτων μιας επιχείρησης προς προσέλκυση καταναλωτών, η οποία γίνεται με έντυπα, εικόνες, ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκπομπές, θα πρέπει να είναι αληθής (αρχή της αλήθειας της διαφήμισης), γιατί τότε μόνο είναι θεμιτή μέθοδος ελευθέρου ανταγωνισμού, εφόσον δηλαδή τα ανακοινούμενα απ’ αυτήν στοιχεία είναι αληθινά και ανταποκρίνονται προς τα διαφημιζόμενα. Σκοπός του άρθρου 3 είναι η προστασία των ανταγωνιστών και εμμέσως αλλά σαφώς των καταναλωτών και της ολότητας από την παραπλανητική διαφήμιση. Αντίθετα, το άρθρο 9 παρ. 2 Ν 2251/1994 , που περιέχει σύγχρονη και πιο διεξοδική ρύθμιση, στοχεύει άμεσα στην προστασία του καταναλωτή (Μαρίνος, ό.π., παρ. 18 αριθ. 553 σελ. 266, Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, άρθρο 3 αριθ. 1-3 σελ. 267-269, όπου και παραπομπές στη νομολογία και σε άλλους συγγραφείς, Ν. Ρόκας, ό.π., παρ. 13 σελ. 84, Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2000, σελ. 457). Οι περισσότερες περιπτώσεις της παραπλανητικής διαφήμισης υπάγονται στο άρθρο 3 Ν 146/1914 . Όμως το άρθρο 1 επεμβαίνει, όσες φορές συντρέχει παραπλάνηση, η οποία δεν στηρίζεται σε δηλώσεις ή ανακοινώσεις του διαφημίζοντος ως προς το προϊόν του κ.λπ., αλλά στη συμπεριφορά του με προφανή σκοπό να οδηγήσουν τον καταναλωτή στη σύναψη σύμβασης. Έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, επειδή μπορεί να θεωρηθεί ως αθέμιτη και η παραπλάνηση, η οποία δεν υπάγεται στο πραγματικό του άρθρου 3 (Μαρίνος, ό.π., αριθ. 389 σελ. 187, βλ. και Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, ό.π., αριθ. 7 σελ. 269). Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του παραπάνω άρθρου 3 είναι: 1) η ύπαρξη δήλωσης του διαφημιζόμενου επαγγελματία που αφορά τις σχέσις του στις συναλλαγές του άρθρου 1 (εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές) και γίνεται με τη μορφή δημόσιας γνωστοποίησης ή ανακοίνωσης με οποιοδήποτε μέσο δημοσιότητας· 2) η δήλωση να προορίζεται για απροσδιόριστο και κυρίως απεριόριστο αριθμό προσώπων και να είναι ανακριβής, δηλαδή να έχει περιεχόμενο που δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια - τότε μία δήλωση είναι ανακριβής κατά το άρθρο 3 καθορίζεται από την αντίληψη των συναλλαγών και ειδικότερα από την αντίληψη εκείνου του συναλλακτικού κύκλου, προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση· και 3) η ανακριβής δήλωση να είναι ικανή- πρόσφορη να προκαλέσει στο καταναλωτικό κοινό την εντύπωση ιδιαίτερα ευνοϊκής προσφοράς, χωρίς πάντως ν’ απαιτείται να δημιουργηθεί πράγματι τέτοια εντύπωση. Μόνο το ανακριβές της δήλωσης δεν αρκεί, διότι ενδέχεται ανακριβή στοιχεία μιας διαφήμισης να μην επηρεάζουν πάντοτε την αγοραστική πρόθεση των αποδεκτών της ή να γίνονται αντιληπτά από το κοινό με τον ορθό τρόπο, είτε διότι αποτελούν γενικές και εύχρηστες έννοιες των συναλλαγών, οπότε δεν εκλαμβάνονται υπό το ακριβές αυτών περιεχόμενο, είτε διότι είναι πομπώδεις υπερβολές, οπότε δεν εκλαμβάνονται ως σοβαρές. Πρέπει η ανακριβής δήλωση να είναι ικανή να επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο την αγοραστική συμπεριφορά των αποδεκτών της διαφήμισης. Η εντύπωση αυτή πρέπει να προκαλείται σε ένα αρκετά σημαντικό μέρος του συναλλακτικού κοινού, προς το οποίο απευθύνεται και, επομένως, δεν ανήκει στην αποστολή του άρθρου 3 η προστασία του κοινού από κάθε παραπλάνηση, αλλά μόνο από αισθητή παραπλάνηση. Μάλιστα, εφόσον πρόκειται για ειδικά επενδυτικά αγαθά, κριτήριο της παραπλάνησης αποτελεί το γνωστικό επίπεδο των ειδικών αποδεκτών της διαφήμισης πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την κατάφαση του κινδύνου παραπλάνησης και τη δημιουργία ευνοϊκής προσφοράς στην αγοραστική τους διάθεση, ενώ αν πρόκειται για τον καταναλωτή, λαμβάνεται υπόψη ο μέσος, μέτριας παρατηρητικότητας, γνώσης και εμπειρίας καταναλωτής. Κρίσιμη, εξάλλου, είναι κατά κανόνα η συνολική (γενική) εντύπωση που προξενεί η διαφημιστική δήλωση στον οικείο συναλλακτικό κύκλο, προς τον οποίο απευθύνεται, και για το λόγο αυτόν οι μεμονωμένες δηλώσεις μιας ενιαίας νοηματικά παράστασης δεν πρέπει, κατ’ αρχήν, να αποσπώνται από το περιβάλλον τους και να κρίνονται αυτοτελώς. Κατ’ εξαίρεση, επιβάλλεται η αποσπασματική θεώρηση, στην περίπτωση που ένα μέρος της (σύνθετης) δήλωσης γίνεται αντιληπτό να χρησιμοποιείται από τον επιπόλαιο παρατηρούντα συναλλασσόμενο, ανεξάρτητα από το υπόλοιπο διαφημιστικό κείμενο. Τέλος, για την εφαρμογή της υπόψη διάταξης (του άρθρου 3 Ν 146/1914 ) δεν είναι ανάγκη η ανακριβής δήλωση να έγινε με σκοπό τον ανταγωνισμό, αλλά αρκεί η ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης. Επίσης, δεν απαιτείται υπαιτιότητα, η οποία είναι προϋπόθεση μόνο για την αξίωση αποζημίωσης (Βλ. γι’ αυτά, Μαρίνο, ό.π., παρ. 18 αριθ. 553-576 σελ. 266- 275, Ν. Ρόκα, ό.π., παρ. 13 II σελ. 85 επ., Λιακόπουλο, ό.π., σελ. 457-458, Α. Σινανιώτη-Μαρούδη, ό.π. άρθρο 3 αριθ. 11-38 σελ. 271-279, όπου και άλλες παραπομπές στη νομολογία και σε συγγραφείς).

Περαιτέρω, ξεχωριστή κατηγορία διαφημίσεων αποτελούν οι συγκριτικές διαφημίσεις, επί των οποίων πρέπει να γίνει διαστολή μεταξύ διαφήμισης που περιέχει σύγκριση προς το σκοπό υποστήριξης της προσφοράς ίδιων εμπορευμάτων και διαφήμισης που περιέχει σύγκριση προς το σκοπό αποδοκιμασίας του ξένου προϊόντος. Στην τελευταία περίπτωση χαρακτηρίζει κάποιος τα εμπορεύματα του ανταγωνιστή του, έστω και αν δεν τον κατονομάζει ευθέως, αρκεί εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η διαφήμιση ν’ αναγνωρίζει ευχερώς ποιον ανταγωνιστή αφορά η διαφήμιση ως κατώτερης σημασίας, ή κατ’ άλλο τρόπο τα υποτιμά με την πρόθεση να εξυμνήσει με τη σύγκριση αυτή τα δικά του εμπορεύματα. Πρόκειται, στην περίπτωση αυτή, για τις λεγόμενες επικριτικές συγκριτικές διαφημίσεις. Σε αντίθεση με το προϊσχύσαν δίκαιο, όπου η νομιμότητα της συγκριτικής διαφήμισης αποτελούσε την εξαίρεση, σήμερα η μορφή αυτή διαφήμισης θεωρείται θεμιτή, κατ’ αρχήν, εφόσον συγκρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες, Η συγκεκριμένη αντιπαράθεση με την παροχή και τις υπηρεσίες του ανταγωνιστή εξυπηρετεί το συμφέρον του καταναλωτή, διότι ενισχύει τη διαφάνεια στην αγορά, συμβάλλει στην επαρκέστερη πληροφόρησή του και τον βοηθά να επιλέξει με ορθότερα κριτήρια. Η διαφήμιση, όμως, αυτή (βλ. και άρθρο 9 παρ. 8 του Ν 2251/1994 , όπως ισχύει, που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των Οδηγιών 84/540/ΕΚ και 97/55/ΕΚ/6.10.1997), πρέπει να συγκρίνει με αντικειμενικό τρόπο ουσιώδη, επαληθεύσιμα και επιλεγμένα με αμεροληψία χαρακτηριστικά ανταγωνιστικών αγαθών ή υπηρεσιών και δεν πρέπει: α) να είναι παραπλανητική, β) να προκαλεί σύγχυση στην αγορά μεταξύ του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή ή μεταξύ ανταγωνιστών του διαφημιζόμενου ή μεταξύ σημάτων, άλλων διακριτικών γνωρισμάτων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιζόμενου και ενός ή περισσότερων ανταγωνιστών μεταξύ τους, γ) να είναι υποτιμητική, δυσφημιστική ή περιφρονητική για έναν ανταγωνιστή ή για σήματα, άλλα διακριτικά γνωρίσματα, αγαθά, υπηρεσίες ή δραστηριότητες του (απαγόρευση της προσωπικής συγκριτικής διαφήμισης), δ) να επιδιώκει, κατά κύριο λόγο, να επωφεληθεί από τη φήμη σήματος ή άλλου διακριτικού γνωρίσματος ανταγωνιστή, ε) όταν αναφέρεται σε προϊόντα με ονομασία προέλευσης, να αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης και στ) να παρουσιάζει ένα αγαθό ή μία υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία (Μαρίνος, ό.π., παρ. 13 Χ αριθ. 315-325, Λιακόπουλος, ό.π., σελ. 469-473, Γ. Τριανταφυλλάκης, σε Αθέμιτο Ανταγωνισμό, με επιμέλεια Ν. Ρόκα, άρθρο 1 αριθ. 120-172 σελ. 224 επ., όπου και άλλες παραπομπές σε συγγραφείς - Βλ. και ΕφΑθ 2928/2004 ΕΕμπΔ 2004,632).

Συνοπτικά, η προσωπική συγκριτική διαφήμιση είναι πάντοτε απαγορευμένη είτε περιέχει στοιχεία εμπορικής δυσφήμισης (άρθρα 11-12) είτε όχι, δηλαδή ακόμη και όταν είναι αληθής, διότι δεν συντρέχει κανένας λόγος να επιχειρείται διαφήμιση με αναφορά στις προσωπικές ιδιότητες (φύλο, εθνικότητα, εκπαίδευση, θρήσκευμα, πολιτικές πεποιθήσεις κ.ά.) του τρίτου επιχειρηματία. Είναι, επίσης, απαγορευμένη ή συγκριτική διαφήμιση προϊόντων, όταν είναι παραπλανητική. Και όταν όμως είναι αληθής, αλλά η σύγκριση περιέχει επικριτικά - στοιχεία (επικριτική συγκριτική διαφήμιση) για το προϊόν μιας άλλης επιχείρησης, υπό την έννοια που προεκτέθηκε, τίθεται ζήτημα ελέγχου της. Και τούτο, διότι, ναι μεν είναι αναγκαία η σύγκριση, ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί ούτε η μεροληπτική σύγκριση, ούτε n υστεροβουλία εκείνου που επιχειρεί τη σύγκριση, δηλαδή η άντληση ωφελημάτων με την έστω και επικριτική αναφορά στα προϊόντα του άλλου. Να σημειωθεί, τέλος, ότι με τη διαφημιστική δήλωση ή ανακοίνωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του Ν 146/1914 (και του άρθρου 9 του Ν 2251/1994 ) εξομοιώνεται και η παράλειψη της, μόνο όταν υπάρχει νομική υποχρέωση πληροφόρησης, αφού δεν υπάρχει γενικότερα νομική υποχρέωση πληρότητας της διαφήμισης. Κάθε ελλιπής διαφήμιση δεν λογίζεται και ως παραπλανητική, εφόσον, κατά δίδαγμα της κοινής πείρας, το κοινό δεν προσδοκά πλήρη και αντικειμενική ενημέρωση από τη διαφήμιση (Μαρίνος, ό.π. αριθ. 598-599 σελ. 283-284) - βλ. ΕφΑθ 1489/2007 ΔΕΕ 2007,575). Βλ. ΜΠρΛαρ 2821/2008, (ΕπισκΕΔ 2009/1083).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι είναι θυγατρική της αμερικάνικης εταιρίας με την επωνυμία «P. ΕΠΕ» και έχει αναλάβει την αποκλειστική διάθεση στην Ελλάδα προϊόντων της, που παράγονται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία διακρίνονται για την υψηλή τους ποιότητα, μεταξύ των οποίων είναι και τα προϊόντα ανδρικής φροντίδας (ξυραφάκια) Gilette, τα οποία κατέχουν περίπου το 65% της ελληνικής αγοράς στα ξυραφάκια. Ότι η πρώτη των καθ’ ων, η οποία είναι θυγατρική της γαλλικής εταιρίας με την επωνυμία «BIC Clichy SA», στο δε μετοχικό της κεφάλαιο συμμετέχουν μία αμερικάνικη εταιρία και μία ακόμη εταιρία που εδρεύει στα Βρετανικά Virgin Islands, ενώ νόμιμοι εκπρόσωποί της είναι ο δεύτερος των καθ’ ων διευθύνων σύμβουλος αυτής και ο τρίτος των καθ’ ων Πρόεδρος του ΔΣ και δραστηριοποιείται στην κατασκευή και εμπορία επίσης ξυραφιών μίας χρήσεως που κατασκευάζονται και κυκλοφορούν στην Ελλάδα με το σήμα «BIC», περί τα τέλη Απριλίου 2011 ξεκίνησε έντονη διαφημιστική εκστρατεία μέσω του τύπου με ολοσέλιδες καταχωρίσεις σε περιοδικά και εφημερίδες, με υπαίθρια διαφήμιση (αφίσες σε στάσεις λεωφορείων κ.ά., υπαίθρια διαφημιστικά πλαίσια) και ραδιοφωνικής και τηλεοπτικής διαφήμισης, η οποία τονίζει ότι είναι τα μόνα ξυραφάκια που παράγονται στην Ελλάδα, προτρέπει τους καταναλωτές να στηρίζουν την ελληνική παραγωγή και φέρουν στη συσκευασία τους κυματίζουσα μεγάλη σημαία και εντός κύκλου με μεγάλα γράμματα το διαφημιστικό μήνυμα «Τα BIC είναι δικά μας», ενώ παρόμοια διαφήμιση κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο. Ότι οι καθ’ ων προβαίνουν με αυτόν τον τρόπο σε αθέμιτη καθόσον είναι παραπλανητική διαφήμιση, χρησιμοποιώντας το εθνικό σύμβολο του ελληνικού κράτους που είναι η ελληνική σημαία προκειμένου προκαλέσουν συναισθήματα στο καταναλωτικό κοινό και να αποσπάσουν πελατεία από τους ανταγωνιστές τους, μεταξύ των οποίων είναι και η αιτούσα, δημιουργώντας έτσι την (ανακριβή) εντύπωση ότι η πρώτη των καθ’ ων είναι εταιρία ελληνικών συμφερόντων και ότι τα κέρδη που πραγματοποιεί παραμένουν στην Ελλάδα, ενώ είναι εξ ολοκλήρου εταιρία αλλοδαπών συμφερόντων δεδομένου ότι η χώρα παραγωγής που στην προκειμένη περίπτωση είναι όντως η Ελλάδα δεν επιδρά ως προς αυτό.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ανταγωνιστική αυτή συμπεριφορά τους αντίκειται στα χρηστά ήθη, αφού με τον τρόπο αυτό προσπαθούν να αποκτήσουν πλεονεκτικότερη θέση στην αγορά έναντι αυτής (αιτούσας), αποσπώντας πελατεία από αυτή, με απώτερο στόχο να την εκτοπίσουν από την αγορά ξυρών, την οποία προς το παρόν ελέγχει η αιτούσα. Για τους λόγους αυτούς, επικαλούμενη κατεπείγουσα περίπτωση, ζητεί να διαταχθεί η προσωρινή απομάκρυνση, διακοπή, αφαίρεση και απόσυρση όλων των διαφημίσεων και διαφημιστικών μηνυμάτων της πρώτης καθ’ ης (εντύπων, υπαίθριων, ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, μέσω του διαδικτύου η άλλων) που φέρουν την Ελληνική Σημαία, είτε τις φράσεις «Τα BIC είναι δικά μας», είτε «Τα μόνα ξυριστικά που παράγονται στην Ελλάδα» η κάθε συναφής η ουσιωδώς παρόμοια ένδειξη η αναφορά, (να απαγορευθεί προσωρινά στην πρώτη των καθ’ ων να κατασκευάζει, διακινεί, πωλεί εμπορεύεται η άλλως πως χρησιμοποιεί συσκευασίες των ξυρών που παράγει επί των οποίων να εμφαίνεται η Ελληνική σημαία η να αναγράφονται οι φράσεις «Τα BIC είναι δικά μας», είτε «Τα μόνα ξυριστικά που παράγονται στην Ελλάδα» η κάθε συναφής η ουσιωδώς παρόμοια ένδειξη η αναφορά, να διαταχθεί προσωρινά η απόσυρση από την αγορά και η καταστροφή όλων των συσκευασιών των ξυρών που παράγει επί των οποίων να εμφαίνεται η Ελληνική σημαία η να αναγράφονται οι φράσεις «Τα BIC είναι δικά μας», είτε «Τα μόνα ξυριστικά που παράγονται στην Ελλάδα» η κάθε συναφής η ουσιωδώς παρόμοια ένδειξη η αναφορά, να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της αποφάσεως που θα εκδοθεί σε δύο ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας με επιμέλεια της αιτούσας και δαπάνη της πρώτης των καθ’ ων, να απειληθεί χρηματική ποινή 7.000 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί.

Η υπόθεση ανήκει στην υλική και τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 683 επ., 731, 732 ΚΠολΔ, 20 Ν 146/1914 , 39 του ΕισΝΚΠολΔ). Η αίτηση είναι ορισμένη και νόμιμη, θεμελιουμένη στις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 10, 20 παρ. 1, 22 τελευταίο εδάφιο του νόμου 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού, 9 Ν 2251/1994 και 731, 732, 947, 1047 παρ. 3 ΚΠολΔ. Επομένως, η αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσία.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Μ.Χ. του Ιγνατίου και Κ.-Α. Φ. του Α.-Ρ., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, των εγγράφων τα οποία προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι και την εν γένει διαδικασία πιθανολογούνται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αιτούσα Εταιρία Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία «P. ΕΠΕ», είναι θυγατρική της αμερικάνικης εταιρίας με την επωνυμία «P. SA», που έχει την έδρα της στην πόλη Cincinnati (Σινσιννάτι) της Πολιτείας Οχάϊο (Ohio) των ΗΠΑ. Από την 1.1.2000 η εν λόγω αμερικανική εταιρία της έχει αναθέσει την αποκλειστική διάθεση στην Ελλάδα προϊόντων της, που παράγονται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία διακρίνονται για την υψηλή τους ποιότητα και τις υψηλές προδιαγραφές ασφαλείας που τα χαρακτηρίζουν» καθώς είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας έρευνας και ανάπτυξης, μεταξύ των οποίων είναι και τα προϊόντα ανδρικής φροντίδας Gilette και μάλιστα τα ξυραφάκια, τα οποία κατέχουν περίπου το 65% της ελληνικής αγοράς στα ξυραφάκια και κατασκευάζονται σε χώρες της EE, όπως η Πολωνία και η Γερμανία, απασχολεί δε στην Ελλάδα για τις ανάγκες των προϊόντων της «P.» προσωπικό 338 ατόμων, εργαζομένων σε διάφορες θέσεις. [...]

Η πρώτη των καθ’ ων, η οποία, όπως ήδη αναφέρθηκε είναι θυγατρική της γαλλικής εταιρίας με την επωνυμία «BIC Clichy SA, η οποία έχει την έδρα της στο Clichy της Γαλλίας και συμμετέχει στο μετοχικό της κεφάλαιο κατά 50,50% και έχει προέλθει από συγχώνευση της εταιρίας ελληνικών συμφερόντων «Β.», με τη γαλλική εταιρία «BIC». Μετά τη συγχώνευση ανέπτυξε τέσσερεις παραγωγικές μονάδες ξυριστικών στην Άνοιξη Αττικής. Στο εργοστάσιο της απασχολούνται περίπου 1.100 εργαζόμενοι και η παραγωγική της μονάδα είναι μία από τις μεγαλύτερες παραγωγικές μονάδες παγκοσμίως σε ξυραφάκια, τα οποία σε ποσοστό 95% της παραγωγής της εξάγει στο εξωτερικό, αποκομίζοντας σημαντικά έσοδα, ενώ στις ΗΠΑ τα ξυραφάκια της, τα οποία παράγονται στην Ελλάδα σε ορισμένες κατηγορίες, όπως τα γυναικεία είναι δημοφιλέστατα στις προτιμήσεις των καταναλωτών.

Η πρώτη των καθ’ ων έχει βραβευθεί από το ΕΒΕΑ στη συμβολή της για την αύξηση της απασχόλησης και πρόσφατα παρουσίασε τμήμα επικαλύψεων λεπίδας. Επομένως η διαφήμιση σε σχέση με την ελληνικότητα των προϊόντων της πρώτης των καθ’ ων είναι παραπλανητική, αλλά αληθινή. Εξάλλου πρόκειται για ποιοτικό προϊόν, το οποίο έχει βραβευθεί πολλές φορές, πρόσφατα δε και από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο. Τα ξυραφάκια διαθέτουν πιστοποιήσεις ποιότητας ISO. Οι καταναλωτικές οργανώσεις συχνά προβαίνουν σε ενημέρωση προς το καταναλωτικό κοινό σχετικά με τα παραγόμενα στην Ελλάδα προϊόντα σε μία προσπάθεια προώθησης αυτών και τόνωσης με αυτόν τον τρόπο της ελληνικής οικονομίας. Πρόσφατα τα σούπερ μάρκετ αποδέχθηκαν πρόταση του «Κινήματος Πολιτών», οργάνωσαν δράσεις ενημέρωσης των καταναλωτών για να: προτιμούν τα ελληνικά προϊόντα και εκτύπωσαν αφίσες, στις οποίες προβάλλεται το σύνθημα, «ντύνομαι ελληνικά, τρώω ελληνικά, κάνω τουρισμό ελληνικά». Το σύνθημα εκτυπώθηκε και στις πλαστικές τους σακούλες, ενώ η «Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας» σε ανακοίνωσή της επεσήμανε «Οι Έλληνες καταναλωτές θα έχουν ακόμα μία ευκαιρία να σκεφθούν και να συνειδητοποιήσουν ότι η προτίμηση των ελληνικών προϊόντων αποτελεί καθήκον όλων μας». Πολλά προϊόντα στη συσκευασία τους φέρουν την ένδειξη «ελληνικό προϊόν» και δίπλα σε αυτήν απεικονίζεται μία ελληνική σημαία κυματίζουσα. Τα προϊόντα της πρώτης των καθ’ ων φέρουν την ένδειξη τόσο στη συσκευασία τους όσο και στις διαφημίσεις «Τα BIC είναι δικά μας» και δίπλα σε αυτήν απεικονίζεται μία ελληνική σημαία κυματίζουσα σε μεγαλύτερο μέγεθος από το μέγεθος αυτής που συνήθως τίθεται στις συσκευασίες των προϊόντων, ενώ επιπλέον στις ανωτέρω διαφημίσεις της αναγράφεται η φράση «Τα μόνα ξυραφάκια που παράγονται στην Ελλάδα».

Ωστόσο η απεικόνιση του εθνικού συμβόλου στις διαφημίσεις δεν πιθανολογείται ότι αποτελεί καπηλεία αυτού για διαφημιστικούς και εμπορικούς λόγους, ούτε ότι η πρώτη των καθ’ ων προσπαθεί διεγείροντας το εθνικό συναίσθημα να προκαλέσει ψυχολογικό καταναγκασμό στον καταναλωτή και να προβεί σε αγορά των προϊόντων της, θέτοντας σε υποδεέστερη μοίρα όμοια προϊόντα των ανταγωνιστών της, δεδομένου ότι ο μέσος Έλληνας καταναλωτής είναι εξοικειωμένος να δέχεται μηνύματα ως προς την ελληνικότητα των προϊόντων. Η απεικόνιση της ελληνικής σημαίας σε συνδυασμό με τη φράση «Τα BIC είναι δικά μας» δεν είναι πρόσφορη να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση τον καταναλωτή ότι παράγονται στην Ελλάδα ακόμα και τα ξυραφάκια που διανέμει η καθ’ ης, τα οποία δεν παράγονται στην Ελλάδα, στα οποία δεν απεικονίζεται η ελληνική σημαία και ο καταναλωτής να αγοράσει αυτά πιστεύοντας ότι αγοράζει ελληνικό προϊόν δεδομένου ότι ο μέσης παρατηρητικότητας καταναλωτής είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται τις διαφορές και να προβαίνει σε αγορά επιλέγοντας το προϊόν, το οποίο πράγματι επιθυμεί να αγοράσει. Οι ανακοινώσεις αυτές πιθανολογείται ότι δεν περιέχουν καμία ανακριβή δήλωση προς το καταναλωτικό κοινό. Ούτε βέβαια οι σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο και η εν λόγω αφίσα πιθανολογείται ότι είναι παραπλανητική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αιτούσα. Οι σχετικές ανακοινώσεις α) γίνονται με πρόθεση ενημέρωσης του καταναλωτικού κοινού για την ποιότητα των ελληνικών προϊόντων, β) είναι αληθείς, γ) δεν προκαλούν παραπλάνηση στα πρόσωπα που απευθύνονται σχετικά με τις ιδιότητές τους, δ) δεν επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά των διαδίκων.

Συνεπώς, εφόσον τα ανακοινούμενα στη διαφήμιση στοιχεία είναι αληθινά και ανταποκρίνονται προς τα διαφημιζόμενα, η εν λόγω διαφήμιση συνιστά θεμιτή μέθοδο ελεύθερου ανταγωνισμού. Αλλά και αν ακόμα η παραπάνω ανακοίνωση προς το καταναλωτικό κοινό θεωρηθεί ως συγκεκαλυμμένη συγκριτική διαφήμιση και πάλι αυτή δεν απαγορεύεται, εφόσον πιθανολογείται ότι είναι απολύτως ακριβής και τηρείται στη διατύπωση της μετριοπάθεια. Πρέπει, ακόμα, να σημειωθεί ότι και η αντικειμενικά αναληθής διαφήμιση δεν αρκεί για να κάνει τον ανταγωνισμό αθέμιτο κατά την έννοια του πιο πάνω άρθρου 3 Ν 146/1914 , αλλά πρέπει να είναι ικανή να δημιουργήσει την παραπλανητική εντύπωση ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς, διότι μερικές φορές τα αντικειμενικώς αναληθή στοιχεία της διαφήμισης δεν επηρεάζουν την αγοραστική πρόθεση του καταναλωτή, είτε διότι αποτελούν γενικές και εύχρηστες έννοιες των συναλλαγών, οπότε δεν εκλαμβάνονται υπό το ακριβές αυτών περιεχόμενο, είτε διότι είναι πομπώδεις υπερβολές, οπότε δεν εκλαμβάνονται ως σοβαρές. Επομένως, ενόψει αυτών των περιστατικών, η πιο πάνω διαφήμιση των καθ’ ων πιθανολογείται ότι δεν αποτελεί αθέμιτη ανταγωνιστική πράξη, αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε βάρος της αιτούσας, παρά τα αντίθετα απ’ αυτή υποστηριζόμενα, αφού όπως εκτίθεται πιο πάνω δεν περιέχει ανακριβείς δηλώσεις ικανές να δημιουργήσουν την παραπλανητική εντύπωση ιδιαιτέρως ευνοϊκής προσφοράς και δεν εμποδίζει την αιτούσα να διαθέτει ελεύθερα τα προϊόντα της μέσα στα πλαίσια του συστήματος της ελεύθερης αγοράς και να επιλέξει τις πλέον πρόσφορες μεθόδους διαφήμισης της προέλευσης των δικών της προϊόντων, με την τοποθέτηση δικών της διαφημιστικών αφισών και ανακοινώσεων. Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και τα πραγματικά περιστατικά που πιθανολογήθηκαν, η υπό κρίση αίτηση πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ όλων των διαδίκων λόγω του δυσερμήνευτου των εφαρμοστέων κανόνων δικαίου (άρθρο 179 παρ. β του ΚΠολΔ).

(Απορρίπτει την αίτηση.)

 

ΑΘΕΜΙΤΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ. Προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης του ειδικού αδικήματος που καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 146/1914. Εξειδικεύσεις της ρήτρας παραβίασης των χρηστών ηθών. Χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος με δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης. Προϋπόθεση είναι η ύπαρξη διακριτικής του δύναμης. Εννοιολογικός προσδιορισμός του κοινού πεδίου οικονομικής δραστηριότητας. Σήμα. Έννοια. Προστασία σηματούχου. Δίκτυα αποκλειστικής ή επιλεκτικής διανομής. Ο δικαιούχος σήματος και ο αδειούχος χρήσης του έχουν την εξουσία να θέτουν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία τα προϊόντα τους εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και να απαγορεύσουν την παράλληλη εισαγωγή τους από τρίτες χώρες. Αυτός που εμπορεύεται χωρίς την άδειά τους σηματοδοτημένα προϊόντα προερχόμενα από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης προσβάλλει τα δικαιώματά τους στο σήμα, τα οποία δεν έχουν αναλωθεί.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ 4304/2012

 

Πρόεδρος Μ. Αυγουλέας, Πρόεδρος Εφετών

Εισηγήτρια Α. Καραΐσκου, Εφέτης

Δικηγόροι Π. Ζουρντού, Γ. Μούκας

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ & ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 128 – ΣΗΜ.: Χ.ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 485

 

[...] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, απαγορεύεται κάθε πράξη, που γίνεται με σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη της συγκεκριμένης (ανταγωνιστικής) ενέργειας και ανόρθωση της προσγενομένης ζημίας. Για τη στοιχειοθέτηση του ειδικού αυτού αδικήματος, που καθιερώνεται με την εν λόγω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος προσώπου εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές (ΕφΑθ 2692/2002 ΔΕΕ 8-9/2009 (Έτος 15ο) 929, ΕφΑθ 4530/2002 Nomos, Α. Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, Τόμος Ι, 1995, κεφ. 5ο, παρ. Γ 1-2, σελ. 105, Λ. Γεωργακόπουλος, Η Νομική Φύση του Αθέμιτου Ανταγωνισμού στην ΕΕμπΔ 1954,128, Α. Αργυριάδης στην ΕΕμπΔ 1964,155), μολονότι έχει υποστηριχθεί και η άποψη ότι πρόκειται για σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού (Ν. Ρόκας, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1981, παρ. 4 ΙΙΙ Β2, σελ. 23), απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο πρόσωπα φυσικά ή νομικά, που δρουν στο ίδιο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας. Πρέπει, δηλαδή, να συντρέχει το στοιχείο της ταυτότητας αγοράς σε συνδυασμό με το επιδιωκόμενο οικονομικό αποτέλεσμα, που ομοίως, πρέπει να είναι το ίδιο ή συναφές, με την έννοια ότι οι δύο έμποροι απευθύνονται στον ίδιο κύκλο προσώπων (ταυτότητα πελατείας) σε συνάρτηση με την ταυτότητα της εδαφικής περιοχής, ήτοι, η αγορά πρέπει, πέραν του στοιχείου της πελατείας, να προσδιορίζεται και από γεωγραφικά συντεταγμένα χωρικά πλαίσια, που συμπίπτουν μεταξύ τους και εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η φερόμενη ως αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να εκληφθεί μία ενέργεια ως ανταγωνιστική, κατατείνουσα στο να πλήξει ένα φορέα οικονομικής δραστηριότητας από μία αθέμιτη ενέργεια άλλου ανταγωνιστή, β) η πράξη αυτή πρέπει να γίνεται με πρόθεση ανταγωνισμού, δηλαδή, με υποκειμενική πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων της επιχείρησης σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς, αναγκαία, να υφίσταται σκοπός πρόκλησης ζημίας στους τελευταίους, γ) η πράξη αυτή πρέπει να αντίκειται στα χρηστά ήθη, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών, αλλά επαφίεται στην κρίση του Δικαστή να μορφώσει την πεποίθηση του μετά από επιμελή εκτίμηση κάθε περίπτωσης με τα δικά της ατομικά γνωρίσματα, ανάλογα με το αίσθημα και τις ιδέες κάθε ορθά, λογικά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου μέσα στο συναλλακτικό κύκλο, στον οποίο επιχειρείται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μέσων και μεθόδων αντίθετων με την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, ακόμη και αν η πράξη από μόνη της, αντιμετωπιζόμενη επιφανειακά ή μεμονωμένα, φαίνεται θεμιτή ή και νομικά ανεπίληπτη (ΑΠ Ολ 398/1975, ΑΠ 79/2001 ΕλλΔνη 42,904, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 2000,980, ΕφΑθ 5489/1991 ΕΕμπΔ 1999,120, ΕφΑθ 3545/2005 ΔΕΕ 2006,57, ΕφΑθ 6012/2005 ΔΕΕ 2006,278).

Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων, κατά τις οποίες παραβιάζεται η παραπάνω γενική ρήτρα (των χρηστών ηθών) στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προκειμένου να επιτευχθεί ομοιόμορφη επίλυση των κατ’ ιδίαν περιπτώσεων και, ως εκ τούτου, ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η συστηματική ταξινόμηση των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού, που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα με τις ακόλουθες μορφές και συγκεκριμένα: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, που συνθέτουν τον αποκαλούμενο παρασιτικό ανταγωνισμό, όπως αθέμιτη εκμετάλλευση διακριτικού γνωρίσματος-σήματος, επί του οποίου έχει δικαίωμα άλλο πρόσωπο, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης και 4) πράξεις διακινδύνευσης της αγοράς (Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο Αθέμιτου 1986, Μέρος 1ο κεφ. 20, παρ. ΙΙ Α, σελ. 68 επ., Ν. Ρόκας, ανωτ. παρ. 6 ΙΙΙ, σελ. 34, παρ. 10 ΙΙ, σελ. 67, Α. Λιακόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία - Μέρος 1ο, κεφ. 5ο, παρ. Ε.Ν., σελ. 123, τ. ΙΙ, σελ. 267-268, Σουφλερός στο συλλογικό έργο Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996 υπ’ άρθρο 1, αριθ. 204). Έτσι μία μορφή εξειδίκευσης της γενικής αυτής ρήτρας συνιστά και η κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ίδιου ως άνω νόμου περίπτωση, σύμφωνα με την οποία: «όποιος, κατά τις συναλλαγές, χρησιμοποιεί κάποιο όνομα, επωνυμία ή ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης ή κάποιου εντύπου, με τρόπο, που να μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το όνομα, την εμπορική επωνυμία ή το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, τα οποία άλλο πρόσωπο μεταχειρίζεται με νόμιμο τρόπο, μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη της χρήσης, υποχρεούμενου του υπαίτιου σε ανόρθωση της προσγενόμενης ζημίας του δικαιούχου στην περίπτωση, που αυτός τελούσε σε γνώση ή όφειλε να γνωρίζει ότι με την κατάχρηση αυτή υπήρχε πιθανότητα να προκληθεί σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, νοούμενου του ιδιαίτερου διασχηματισμού ή της ιδιαίτερης διακόσμησης των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά στους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών, ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων κάποιου άλλου προσώπου».

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι για την ύπαρξη αθεμίτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος, όπως είναι ο διακριτικός τίτλος, απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία δεν υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1123/2002 ΕλλΔνη 45,95), νοουμένης ως χρήσης ενός διακριτικού γνωρίσματος της χρησιμοποίησης αυτού του γνωρίσματος με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει όταν λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλαγματικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, αναφορικά με την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε ύπαρξη σχέσης συνεργασίας ανάμεσα στις επιχειρήσεις, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μίας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση. Προϋπόθεση, για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση διακριτικών γνωρισμάτων είναι τα τελευταία να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προστασίας, με συνέπεια ονόματα, κοινότυπες εκφράσεις ή λέξεις, συνηθισμένα σχήματα και υλικά συσκευασιών, γνωρίσματα γένους κ.λπ., να μην μπορούν αυτοτελώς να προστατευθούν ως διακριτικά γνωρίσματα ή σήματα, λόγω έλλειψης διακριτικής δύναμής τους, εκτός αν από το συνδυασμό περισσότερων στοιχείων αυτά αποκτήσουν διακριτική δύναμη (ΑΠ 1780/1999, ΕφΑθ 5775/2005 ΔΕΕ 2006,616, ΕφΠειρ 220/2004 ΔΕΕ 2004,748, Ε. Αλεξανδρίδου, Αθέμιτος Ανταγωνισμός και Προστασία του Καταναλωτή, σελ. 96-98 και 101, Ν. Ρόκα, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, έκδ. 1975, σελ. 120-126). Ως καθιέρωση, άλλωστε, δεν νοείται η απλή γνωριμία του κοινού με το διακριτικό γνώρισμα αλλά απαιτείται ένας υψηλότερος βαθμός γνωστότητας, τέτοιος ώστε σημαντικό μέρος των συναλλασσομένων να εκλαμβάνει τη χρησιμοποιούμενη ένδειξη ως δηλωτική του προϊόντος, χωρίς, ωστόσο να απαιτείται να έχει επιβληθεί σε ολόκληρη την επικράτεια ή να έχει επιτύχει καθολική αναγνώριση από το σύνολο των συναλλακτικών κύκλων (Β. Αντωνόπουλου, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2002, παρ. 255, Μαρίνου, όπ. 462 επ.). Για να κριθεί, δε, εάν ένα διακριτικό γνώρισμα είναι πανομοιότυπο με ένα άλλο πρέπει να εκτιμάται γενικά από την πλευρά του μέσου καταναλωτή, ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι εύλογα προσεκτικός και ενημερωμένος (ΔΕΚ 0-291/00 ΕλλΔνη 44,1493).

Συνεπώς, η ταυτότητα του πεδίου οικονομικής δραστηριότητας, όπου δρουν οι ανταγωνιζόμενες μεταξύ τους επιχειρήσεις συνιστά λογικό και αναγκαίο όρο για την επέλευση των έννομων συνεπειών από τη διενέργεια αθέμιτων πράξεων. Ειδικότερα, το πεδίο της οικονομικής δραστηριότητας προσδιορίζεται εννοιολογικά από: α) το αντικείμενο της δραστηριότητας των επιχειρήσεων, ως οικονομικών μονάδων και οντοτήτων, β) το αγοραστικό ενδιαφέρον των καταναλωτών, που εκδηλώνεται από τα φυσικά ή νομικά εκείνα πρόσωπα, τα οποία κατατείνουν με την οικονομική συμπεριφορά τους, ως θετική ενέργεια επιλογής και προτίμησης, στην απόκτηση ενός αγαθού ή μίας υπηρεσίας, έτσι ώστε να επιδιώκεται ο σφετερισμός ξένης πελατείας, γ) ταυτότητα χώρου και χρόνου, έτσι ώστε να επιτυγχάνεται η παράλληλη δράση των επιχειρήσεων. Βέβαια, εκτός των παραπάνω διατάξεων του Ν 146/1914 «Περί Ανταγωνισμού», το σήμα απολαμβάνει προστασία και από τις διατάξεις του Ν 2239/1994 «Περί σημάτων». Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1, 6, 8 παρ. 1, 14, 15, 18, 26 και 27 του Ν 2239/1994 σήμα θεωρείται σήμερα κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες από εκείνα άλλων επιχειρήσεων μπορούν δε, να αποτελέσουν σήματα, εκτός των άλλων, οι λέξεις, οι απεικονίσεις ή ο συνδυασμός αυτών. Η καταχώρηση του σήματος γίνεται σε ειδικό βιβλίο μετά την παραδοχή με απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (Δ.Ε.Σ.) της σχετικής δήλωσης, που καταθέτει ο ενδιαφερόμενος στο αρμόδιο Τμήμα του Υπουργείου Ανάπτυξης. Από την καταχώρηση ο καταθέσας αποκτά το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος στα εμπορεύματα ή στα προϊόντα ή στις υπηρεσίες, τα οποία προορίζεται να διακρίνει. Η παράβαση των παραπάνω άρθρων έχει ως συνέπεια τη θεμελίωση του παρανόμου κατ’ άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα, με αποτέλεσμα, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι της τελευταίας διάταξης, τρίτος, που ζημιώνεται, να έχει αξίωση για αποζημίωση για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας αυτού και σε ορισμένες περιπτώσεις, επιπλέον, η αξίωση προς ικανοποίηση τυχόν προσγενομένης ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ. [...]

Η πρώτη ενάγουσα είναι αλλοδαπή εταιρία, η οποία συστάθηκε και λειτουργεί, σύμφωνα με τους νόμους της Ιαπωνίας, με έδρα το Τόκυο της Ιαπωνίας και δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής των παγκοσμίως γνωστών ωρολογίων SEIKO με ιστορία στο χώρο της κατασκευής τους τουλάχιστον 120 ετών, ενώ τα ωρολόγια με το σήμα SEIKO κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στην αγορά το 1924. Από τότε μέχρι το χρόνο εκδίκασης της κρινόμενης αγωγής, το σήμα αυτό έχει ταυτιστεί με την πρώτη ενάγουσα εταιρία και τα φημισμένα παγκοσμίως προϊόντα της, γνωστά για την τεχνολογική τους ακρίβεια στη μέτρηση του χρόνου, την καινοτομία και την υψηλή αισθητική τους. Η δεύτερη ενάγουσα, η οποία συστάθηκε και λειτουργεί και αυτή σύμφωνα με τους νόμους της Ιαπωνίας, και έχει έδρα επίσης το Τόκυο της Ιαπωνίας, δραστηριοποιείται στον τομέα της διανομής των ωρολογίων με το σήμα SEIKO μέσω ενός αναπτυγμένου δικτύου-διανομέων σε ολόκληρο τον κόσμο, με βάση την από 1.4.2006 σύμβαση άδειας χρήσης σήματος, που συνάφθηκε ανάμεσα στις ενάγουσες εταιρίες. Η δεύτερη ενάγουσα είναι θυγατρική της πρώτης ενάγουσας εταιρίας, κατά ποσοστό 100%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα ωρολόγια με το σήμα SEIKO κυκλοφορούν στην Ελλάδα, συνεχώς, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 40 ετών, μέσω της διανομέως εταιρίας με την επωνυμία «Χ. ΑΕΒΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και με σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που έχει υπογραφεί μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας εταιρίας και της ελληνικής άνω εταιρίας. Εξαιτίας της μακρόχρονης κυκλοφορίας των προϊόντων με το σήμα SEIKO στην ελληνική αγορά, της συνεχούς και εντονότατης διαφήμισης τους από κάθε μέσο ενημέρωσης, της παρουσίας τους σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα, που έχουν λάβει χώρα στην Ελλάδα αλλά πολύ περισσότερο εξαιτίας της ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας, ακρίβειας και αισθητικής τους, η ένδειξη SEIKO έχει καταστεί σήμα και διακριτικό γνώρισμα αδιαμφισβήτητης μεγάλης φήμης και αναγνωρισιμότητας των συγκεκριμένων προϊόντων στην ελληνική αγορά. [...]

Ειδικότερα η πρώτη ενάγουσα έχει καταστεί αποκλειστική δικαιούχος, μεταξύ άλλων, των καταχωρημένων εθνικών, αλλοδαπών και κοινοτικών σημάτων SEIKO που αναλυτικά στην αγωγή αναφέρονται και δεν αμφισβητούνται άλλωστε από τους εναγόμενους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία (κοινοτικά σήματα) ειδικότερα με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού ΕΚ 40/94 «περί κοινοτικών σημάτων», που έχουν πλήρη ισχύ στην Ευρωπαϊκή Ένωση συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Για να διασφαλίσει την ποιότητα και την φήμη των προϊόντων της η πρώτη ενάγουσα κατασκευάζει τα ωρολόγιά της στις θυγατρικές της εταιρίες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η δεύτερη ενάγουσα ή στα εξουσιοδοτημένα προς τούτο εργοστάσια. Η διάθεση δε των ωρολογίων με το σήμα SEIKO στην παγκόσμια αγορά πραγματοποιείται από τη δεύτερη ενάγουσα εταιρία, κατόπιν άδειας της πρώτης ενάγουσας εταιρίας, μέσω διανομέων με τους οποίους επιλεκτικά συμβάλλεται η τελευταία σε κάθε χώρα του κόσμου, δηλαδή η διάθεση πραγματοποιείται μέσω δικτύων αποκλειστικής ή επιλεκτικής διανομής παγκοσμίως, που δημιουργούνται, κατόπιν διορισμού από τη δεύτερη ενάγουσα ενός διανομέως για κάθε χώρα και σύναψης σύμβασης αποκλειστικής ή επιλεκτικής διανομής μεταξύ της δεύτερης ενάγουσας και του εν λόγω διανομέως. Έτσι στην Ελλάδα, τα γνήσια ωρολόγια με το σήμα SEIKO διατίθενται για πώληση από τον αποκλειστικό διανομέα τους, την εταιρία, με την επωνυμία «Χ. ΑΕ», όπως εκτέθηκε παραπάνω. [...]

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ομόρρυθμη εταιρία, της οποίας ομόρρυθμα μέλη είναι ο δεύτερος και ο τρίτος εναγόμενοι, είναι εταιρία που ασχολείται με την εισαγωγή στην Ελλάδα ωρολογίων και διάθεση τους προς πώληση. Περί τον μήνα Μάιο του έτους 2009, πληροφορήθηκαν οι ενάγουσες ότι η πρώτη εναγομένη εισήγαγε, διέθετε για πώληση και διένεμε στην ελληνική αγορά γνήσια ωρολόγια της, που φέρουν το σήμα της, SEIKO δηλαδή. [...]

Συγκεκριμένα ο έμπορος αυτός αγόρασε για λογαριασμό των εναγουσών από την πρώτη εναγομένη τρία ωρολόγια με τους αριθμούς που αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή και δεν αμφισβητείται ο αριθμός τους άλλωστε από τους εναγόμενους, ούτε η γενομένη πώληση. Όπως δε αποδεικνύεται από τον μοναδικό αριθμό τους (serial number), που αναγράφεται στο πίσω μέρος των ωρολογίων αυτών, είχαν διατεθεί (τα ωρολόγια αυτά) από αυτές (ενάγουσες) για πρώτη φορά σε κυκλοφορία στην Βενεζουέλα (ήτοι, σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου), ήσαν γνήσια ωρολόγια, και ότι η πρώτη εναγομένη, χωρίς τη συναίνεση των εναγουσών τα εισήγαγε και κυκλοφόρησε σε χώρα του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου όπως είναι η Ελλάδα, χωρίς να έχει το προς τούτο δικαίωμα, αφού όπως προαναφέρθηκε για τα εισαγόμενα στην Ελλάδα ωρολόγια των εναγουσών, υπάρχει κατόπιν επιλεκτικής συμφωνίας, αποκλειστικός αντιπρόσωπός τους, ήτοι η εταιρία που ήδη αναφέρθηκε. Κατά την άνω πώληση των ωρολογίων παραδόθηκε από την πρώτη εναγομένη και ο οδηγός χρήσης τους σε διάφορες γλώσσες εκτός από την ελληνική, καθώς και η παγκόσμια εγγύηση για το καθένα απ’ αυτά, διαρκείας ενός έτους, μολονότι τα ωρολόγια που κυκλοφορούν στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν εγγύηση διαρκείας δύο ετών. Εφόσον όπως αποδείχθηκε και αναφέρθηκε άνω η εισαγωγή και διάθεση στην Ελλάδα των ωρολογίων από την πρώτη εναγομένη εταιρία έλαβε χώρα εν αγνοία των εναγουσών εταιριών και χωρίς τη συναίνεσή τους προς τούτο, προσβλήθηκε το δικαίωμά τους στα σήματα αυτά, αφού έχουν και διατηρούν το δικαίωμα απαγόρευσης παραλλήλων εισαγωγών από τρίτες χώρες, καθώς αποφασιστικό κριτήριο για την ανάλωση των δικαιωμάτων στα σήματα αποτελεί το έδαφος πρώτης θέσης σε κυκλοφορία του προϊόντος υπό το σήμα από το σηματούχο και όχι η περαιτέρω διακίνηση του και η ενδεχόμενη εισαγωγή τους από κοινοτική χώρα (βλ. ad hoc ΕφΑθ 676/2011 αδημ.).

Με τις προπεριγραφόμενες ενέργειες της πρώτης των εναγομένων δηλαδή, καθώς η πώληση έλαβε χώρα στο κατάστημα αυτής, ενώ εκδόθηκαν από την ίδια τα παραπάνω παραστατικά έγγραφα, χωρίς να προκύψει η συμμετοχή των δύο τελευταίων εναγομένων ατομικά στις συγκεκριμένες ενέργειες, αυτή προσέβαλλε το απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα των εναγουσών εταιριών στα σήματα SEIKO, αφού, χωρίς να της έχει δοθεί οποιαδήποτε άδεια ή εξουσιοδότηση από τις τελευταίες χρησιμοποιεί πιστά αντίγραφα των συγκεκριμένων σημάτων της σε έντυπες εγγυήσεις, που χορηγεί στον τελικό καταναλωτή μαζί με τα ωρολόγια SEIKO, με συνέπεια να δημιουργείται κίνδυνος πρόκλησης σύγχυσης του καταναλωτικού-αγοραστικού κοινού (καταναλωτές και έμποροι) με την έννοια ότι υπάρχει πιθανότητα να εκλάβουν, κατά τρόπο εσφαλμένο και να θεωρήσουν ότι οι υπηρεσίες εγγύησης, που η πρώτη εναγόμενη παρέχει, ταυτίζονται με τις εγγυήσεις, που παρέχουν οι ενάγουσες εταιρίες, κάτι, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ, παράλληλα, ελλοχεύει ο κίνδυνος παραπλάνησης τους σχετικά με την ύπαρξη εμπορικής ή οργανικής σχέσης ανάμεσα στην πρώτη εναγόμενη εταιρία και στις ενάγουσες εταιρίες, χωρίς ωστόσο και αυτό επίσης να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Επομένως, η εισαγωγή των επίδικων προϊόντων και η διάθεση αυτών στην ελληνική αγορά από την πρώτη εναγόμενη προσβάλλει τα δικαιώματα των εναγουσών στα σήματα SEIKO, τα οποία δεν έχουν αναλωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 3 του Ν. 2239/1994 «Περί Σημάτων», καθώς πρόκειται για μη νομίμως εισαγόμενα και κυκλοφορούντα στην ελληνική αγορά προϊόντα, αφού η πρώτη ενάγουσα, ως δικαιούχος των σημάτων αυτών και η δεύτερη από αυτές, αντίστοιχα, ως αδειούχος χρήσης τους, που έχουν την εξουσία να ελέγχουν τη διακίνηση των προϊόντων τους στις διάφορες αγορές και, συγκεκριμένα, να θέτουν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία τα προϊόντα τους εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και όχι τρίτοι (όπως, οι εναγόμενοι), δεν είχαν παράσχει την προς τούτο αναγκαία άδεια τους. Την αντίθεσή τους αυτή στην ενάντια στα χρηστά συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά των εναγομένων, γνωστοποίησαν οι ενάγουσες, αποστέλλοντας προς αυτούς εξώδικες δηλώσεις, με τις οποίες τους καλούσαν να παύσουν με την συμπεριφορά τους να προσβάλλουν τα αποκλειστικά τους δικαιώματα επί των σημάτων τους. Η άνω δε προσβολή των αποκλειστικών δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας τους στα σήματα και διακριτικά γνωρίσματα SEIKO συνιστά πράξη αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη, καθώς αποσκοπεί στην επίτευξη κέρδους μέσω της χρήσης υφαρπαγής της με κόπους και έξοδα αποκτηθείσας περιουσίας των εναγουσών και εκμετάλλευσης της φήμης των σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων τους, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Ν 146/1914 και πρέπει αναγνωριζομένης της προσβολής αυτής να διαταχθεί η πρώτη εναγομένη να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, με απειλή χρηματικής ποινής 2000 ευρώ και προσωπικής κράτησης των δευτέρου και τρίτου των εναγομένων έξι μηνών για κάθε παράβαση της απόφασης, καθώς και να διαταχθεί η δημοσίευσή της σε δύο ημερήσιες εφημερίδες. [...]

(Δέχεται την έφεση και εν μέρει την αγωγή.)

 


6+1 ΝΕΕΣ ΞΕΧΩΡΙΣΤΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

Νέες Υπηρεσίες

ΝΕΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΑΡΟΧΕΣ

PRchecker.info
Δύσβατα Μονοπάτια Ιστορικό βιβλίο η ελληνική ιστορία της Ηπείρου
Δύσβατα Μονοπάτια

Νίκος Βέντζης συγγραφέας

Δύσβατα μονοπάτια - Ένα ιστορικό βιβλίο - Το οδοιπορικό του Νίκου Βέντζη - Προτείνουμε το ιστορικό βιβλίο Δύσβατα μονοπάτια - παραγγείλτε το

Φεβρουάριος 1983 νομος περί ενηλικίωσης
Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε
διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο
μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας του Τριμελούς
Συμβουλίου του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.4024/2011 και των Τριμελών Ειδικών
Υπηρεσιακών Συμβουλίων.
20130802_ypourgiki_apofasi_kinitikotita.
Adobe Acrobat Document 235.6 KB

         Kwdikas Search

Loading
το cd της Εφοριακής Επιθεώρησης,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΥΛΗ,ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΥΛΗ,ΔΙΚΑΙΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΣτΕ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
  • ΖΗΤΗΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟ CD 4 (TEΣΑΡΡΩΝ ΕΤΩΝ) ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΦΟΡΙΑΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ
  • ΥΛΗ ΑΠΟ ΤΟ 2006-2009 ΠΛΟΥΣΙΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣτΕ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
  • ΟΛΑ ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ-ΕΡΓΑΤΙΚΑ-ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΕΤΩΝ ΑΥΤΩΝ
  • ΤΟ ΠΙΟ ΕΥΧΡΗΣΤΟ ΠΕΝΤΑΠΛΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ (ΤΟΜΩΝ&ΤΕΥΧΩΝ)
  • ΕΝΑ ΠΛΟΥΣΙΟ ΑΡΧΕΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΑΣ

 

 

YPODEIMGATA DIKOGRAFON ENHMEROMENA 2014 - DIKOGRAFA - YPODEIGMATA

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΚΑ ΕΓΓΡΑΦΑ Η ΠΛΗΡΕΣΤΕΡΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΩΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΕΜΑΣ

  ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014 - ΓΙΝΕΤΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΗΣ ΜΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΤΗΣΤΕ ΔΩΡΕΑΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΑ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ (802 ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ) ΠΑΣΗΣ ΦΥΣΕΩΣ

 

εμπορικό δίκαι Νομοθεσία και Νομολογία Εμπορικού Δικαίου - Έκδοση Εμπορικού Δικαίου - Εκδόσεις Εμπορικού Δικαίου - Ηλεκτρονικές Εκδόσεις

 

 

 

ΤΟ 'ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ' ΜΑΣ, ΕΤΑΙΡΙΚΟ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΣΕ ΥΛΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ: ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ,ΕΤΑΙΡΙΕΣ,ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ,ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ,ΤΡΑΠΕΖΕΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΑΖΙ. ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΗ ΙΣΧΥΟΥΣΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ. ΕΝΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΤΕΣ ΤΟΥΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟΓΡΑΦΟΥΣ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΕΥΡΕΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ.

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

Εμπορικό δίκαιο,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΑ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΕΠΙΤΑΓΗ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ,ΔΙΚΑΙΟ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΟ ΓΕΝΙΚΑ,ΠΤΩΧΕΥΣΗ,ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΜΠΟΡΙΟΥ,ΕΜΠΟΡΙΑ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ,ΠΡΟΙΟΝΤΑ,ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗ,

 

 

ΤΡΙΤΟ, ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ'. ΒΑΣΙΚΟΤΑΤΟΣ ΚΛΑΔΟΣ, ΑΦΟΥ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΣΤΗΡΙΧΤΗΚΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟΛΟΙΠΟΙ ΚΛΑΔΟΙ ΤΟΥ  ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ, ΛΟΙΠΟΝ, ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΣΤΕ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΚΛΑΔΙΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ- ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, ΕΜΠΡΑΓΜΑΤΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ.ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ, ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΥΤΙΚΗ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΠΛΗΡΗ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ. 

ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟ, ΒΑΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΤΡΙΤΟ ΒΙΒΛΙΟ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΙΔΡΥΤΗΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΓΑΤΣΩΡΗΣ

ΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΜΕΣΙΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΕΣ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΥΣ

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΩΝ 2014 ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΑ- ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ - ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ ΡΗΤΡΑ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΔΟΣΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

 

 

 

 

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΤΡΟΧΑΙΟ ΑΤΥΧΗΜΑ - ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΣΤΙΚΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ - ΖΗΜΙΕΣ - ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ - ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΕΣ - ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΕΤΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΓΡΑΦΕΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ

 

ΘΕΜΑΤΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ, ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΙ ΜΑΣ ΑΣΧΟΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΛΟΙΠΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ, ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΜΕ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, ΕΠΙΣΗΣ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ - ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΧΑΙΩΝ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΚΑΘΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΣΕ ΘΕΜΑΤΑ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΗΓΟΡΟ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΠΛΑΙΣΙΩΝΟΥΝ Η ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ - ΚΟΚ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΟ, ΑΥΤΗ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΜΕ ΣΧΟΛΙΑ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

 

ΟΛΗ Η ΥΛΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΩΝ ΞΕΚΙΝΑΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΤΟΣ 1990 ΕΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΤΟΣ 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ,ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ,ΕΡΓΑΤΙΚΑ,ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ
ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΜΠΟΡΙΟ,ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΗ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΔΙΚΑΙΟ ΑΣΤΙΚΟ,ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ,ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ,ΛΥΣΕΙΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ - ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ,ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 1-286 ΑΚ ΑΣΤΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ, ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΑΡΘΡΑ 287 ΕΩΣ 946,ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ - ΚΩΔΙΚΑΣ,ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Δικόγραφα - Υποδείγματα - δικογραφα - δικόγραφο - υπόδειγμα - εδώ υπόδειγμα - ψάχνω υπόδειγμα - θέλω υπόδειγμα - ΘΕΛΩ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ- ΠΑΡΑΔΕΙΣ ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ