Οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις επικληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων.

Αριθμός 76/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2015 ΣΕΛ.: 716

EΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΤΟΣ: 2016 ΣΕΛ.:523

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Aσπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1)Μ. θυγ. Β. Α. Τ., και 2)Ε. χήρας Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μίστρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Α. Α. Τ., 2)Α. Α. Τ. και 3)Ν. Σ. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/1/1988 αγωγή του αρχικού διαδίκου Α. Τ. και του ήδη 3ου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/1988 μη οριστική, 516/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 282/2011 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5/10/2011 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 287/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούσες με την από 13/3/2014 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 13/11/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης που έχουν τέτοια συνάφεια με τις επικληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων. Αντιθέτως, οι ενστάσεις, οι οποίες δεν αποτελούν κεφάλαια της δίκης (με εξαίρεση την ένσταση συμψηφισμού) φέρονται χωρίς περιορισμούς στο εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης. Ειδικότερα, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η δικαιοπραξία τελεί υπό αναβλητική αίρεση που δεν πληρώθηκε συνιστά ένσταση αναβλητική (άρθρο 201 ΑΚ ), ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η αίρεση πληρώθηκε αποτελεί αντένσταση κατά της πρώτης. Πλήρωση δε της αναβλητικής αίρεσης που διατυπώθηκε με θετική μορφή, αποτελεί η επέλευση του μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος, από το οποίο εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, ενώ της αίρεσης που διατυπώθηκε με αρνητική μορφή, όταν είναι βέβαιο ότι το πιο πάνω γεγονός δεν θα επέλθει. Τέτοια περίπτωση αναβλητικής αίρεσης αποτελεί και η σύσταση με διαθήκη κληρονομικού καταπιστεύματος, θεσμός που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθου 1923 ΑΚ και παρέχει τη δυνατότητα στο διαθέτη να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομία που απέκτησε ή ποσοστό αυτής σε άλλον. Η εγκατάσταση αυτή ισχύει ως καταπίστευμα με καταπιστευματοδόχο τον υπό αίρεση εγκατάστατο και βεβαρημένο εκείνον, στον οποίο ο διαθέτης θέλησε να παραμείνει η κληρονομία μέχρι την πλήρωση της αίρεσης. Κατά το διάστημα που μεσολαβεί από την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο-βεβαρημένο έως την επαγωγή του καταπιστεύματος, ο καταπιστευματοδόχος, ως δικαιούχος υπό αναβλητική αίρεση, διατηρεί δικαίωμα προσδοκίας για το ότι θα περιέλθει σ' αυτόν η κληρονομία, το οποίο είναι κεκτημένο, απαλλοτριωτό και όχι κληρονομητό, μπορεί δε να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, αν αμφισβητείται η ύπαρξή του από το βεβαρημένο. Το παραπάνω όμως δικαίωμα προσδοκίας αποσβήνεται σε περίπτωση ματαίωσης της αναβλητικής αίρεσης, οπότε η εγκατάσταση του καταπιστευματοδόχου θεωρείται ότι δεν έγινε ποτέ. Ειδικότερα, η θετική αναβλητική αίρεση ματαιώνεται, όταν δεν συμβεί το (μέλλον και αβέβαιο) γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η περιέλευση της κληρονομίας στον καταπιστευματοδόχο ή όταν καταστεί βέβαιο ότι τούτο δεν πρόκειται να συμβεί, ενώ η αρνητική αίρεση ματαιώνεται όταν συμβεί το γεγονός από τη μη επέλευση του οποίου εξαρτήθηκε το δικαίωμα του καταπιστευματοδόχου. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι ματαιώθηκε η πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης συνιστά και αυτός (καταλυτική) ένσταση κατά της αγωγής του υπό αίρεση δικαιούχου, αφού κατατείνει στην απόσβεση του δικαιώματος προσδοκίας τούτου.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ως απαράδεκτο που ιδρύει τον ως άνω λόγο αναίρεσης νοείται όχι το ουσιαστικό απαράδεκτο, αλλά εκείνο που είναι συνέπεια παραβίασης δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα αναφερόμενα πιο κάτω διαδικαστικά έγγραφα της εξεταζόμενης υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την 516/1997 απόφασή του, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Τρικάλων δέχθηκε την από 18/1/1988 αναγνωριστική αγωγή των Α. και Ν. Τ., (ο πρώτος από τους οποίους μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τους Α. και Α. Τ.), κατά του Β. Τ. (ο οποίος μετά το θάνατό του κληρονομήθηκε από τις Μ. και Ε. Τ.), με την οποία, ισχυρίστηκαν ότι ο αποβιώσας πατέρας τους Α. Τ. όρισε με δημόσια διαθήκη του ότι: "1) μοναδικός κληρονόμος επί της κληρονομιαίας ακίνητης περιουσίας του στο ... είναι ο εναγόμενος γιος του Β. Τ., ο οποίος δεν θα δικαιούται να πωλήσει και να μεταβιβάσει σε τρίτους τα περιγραφόμενα κληρονομιαία ακίνητα, με πράξη του εν ζωή ή αιτία θανάτου, επιθυμώντας αυτά να παραμείνουν στην οικογένειά τους, 2) μετά το θάνατο του εναγομένου, τα πιο πάνω ακίνητα θα περιέλθουν στους γνήσιους κατιόντες του τελευταίου, 3) εφόσον αυτός δεν έχει αποκτήσει ίδια τέκνα, τα κληρονομιαία ακίνητα θα περιέλθουν στους ενάγοντες γιους του, 4) εάν οι τελευταίοι δεν είναι εν ζωή, τότε αυτά θα περιέλθουν στους άρρενες κατιόντες τους, και εν ελλείψει τούτων, στις θυγατέρες τους, 5) το ήμισυ της επικαρπίας των εν λόγω ακινήτων μετά το θάνατο του εναγομένου θα περιέλθει στη σύζυγό του, εφόσον είναι εν ζωή και δεν έχει αποκτήσει γνήσια τέκνα, εφ' όρου ζωής της, και 6) ότι ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας 64 ετών και δεν είχε αποκτήσει γνήσιους κατιόντες ούτε είχε ελπίδα απόκτησης τούτων, εισήγαγε εν αγνοία τους τα κληρονομιαία ακίνητα στον αναδασμό του αγροκτήματος ... του έτους 1977 και έλαβε κατά την αναδιανομή τα περιγραφόμενα στην αγωγή ακίνητα, με βάση τον 18496/30.8.1983 νόμιμα μεταγεγραμμένο τίτλο κυριότητας της Νομαρχίας Τρικάλων, που εκδόθηκε στο όνομά του, χωρίς τη μνεία της ιδιότητάς των παραπάνω ακινήτων ως καθολικού καταπιστεύματος υπέρ αυτών (εναγόντων), κατόπιν δε αυτών ζήτησαν να αναγνωριστεί το αμφισβητούμενο από τον εναγόμενο (βεβαρημένο κληρονόμο) δικαίωμα προσδοκίας τους ως καταπιστευματοδόχων επί των ακινήτων που αυτός έλαβε μετά τον αναδασμό, σε αντικατάσταση των παλαιών κληρονομιαίων ακινήτων, εφόσον πληρωθεί η αναβλητική αίρεση του θανάτου του, χωρίς να έχει αποκτήσει γνήσιους κατιόντες. Κατά της πιο πάνω (πρωτόδικης) απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, ο εναγόμενος Β. Τ. άσκησε την από 4/9/1999 έφεσή του, η οποία επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 19/12/2007 κλήση και δήλωση των αναιρεσιβλήτων Α. και Α. Τ. (ως κληρονόμων του αποβιώσαντος πρώτου ενάγοντα Α. Τ.) και Ν. Τ. (δεύτερου ενάγοντα) περί επανάληψης της βιαίως διακοπείσας δίκης, λόγω του επισυμβάντος στις 15/8/2007 θανάτου του αρχικώς εναγομένου-εκκαλούντος Β. Τ.. Η εν λόγω κλήση στρεφόταν κατά των αναιρεσειουσών Ε. Τ. (ως συζύγου του Β. Τ.) και Μ. Τ. (ως φυσικής θυγατέρας Σ. Α.. Τ. και θετής του Β. Τ.), με την ιδιότητά τους ως νομίμων κληρονόμων του τελευταίου (Β. Τ.). Στη συνέχεια η καθ' ης η κλήση και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Τ. άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης με ιδιαίτερο δικόγραφο τους από 5/7/2010 πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι αφού συνεκδικάσθηκαν με την έφεση του αρχικώς εναγόμενου Β. Τ. (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι αναιρεσείουσες) κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο στις 17/9/2010, απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως απαράδεκτοι, διότι "δεν αναφέρονταν στα κεφάλαια της απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεση ούτε σε συνεχόμενα με αυτά", επίσης δε απορρίφθηκε και η έφεση του αρχικώς εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη. Από την επισκόπηση, όμως, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των δικογράφων της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι: 1) ο εκκαλών Β. Τ. με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ισχυρίστηκε ότι δεν πληρώθηκε η τεθείσα από το διαθέτη Α. Τ. (πατέρα του) αναβλητική αίρεση, διότι ο ίδιος και η σύζυγός του βρίσκονταν ακόμη εν ζωή και ότι αυτός δεν ήταν βεβαρημένος με το επικαλούμενο από τους εφεσίβλητους καταπίστευμα, 2) η Μ. Τ. (πρώτη αναιρεσείουσα), η οποία υπεισήλθε στη θέση του αποβιώσαντος αρχικώς εναγομένου Β. Τ., ισχυρίσθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δεν πληρώθηκε η επίμαχη αναβλητική αίρεση, διότι η ίδια τυγχάνει θετό τέκνο του Β. Τ., σύμφωνα με την 762/1980 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων που επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο Εφετείο και ότι επέχει θέση γνησίου τέκνου του τελευταίου, με αποτέλεσμα τα αναφερόμενα στη διαθήκη του Α.. Τ. κληρονομιαία ακίνητα να έχουν περιέλθει στην ίδια, μετά το θάνατο του θετού πατρός της Β. Τ., την κληρονομία του οποίου κατά ποσοστό 3/4 αποδέχθηκε με την 19436/2008 πράξη της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ευαγγελίας Μελεμενίδου-Τογέλου που μεταγράφηκε νόμιμα στις 21.1.2008, επίσης δε ότι είναι ψιλή κυρία κατά ποσοστό 1/4 των πιο πάνω ακινήτων, μετά τη μεταβίβαση σ' αυτή του ανωτέρω ποσοστού από τη (εξ αδιαθέτου συγκληρονόμο-σύζυγο του Β. Τ.) μητέρα της Ε. Τ. (δεύτερη αναιρεσείουσα), η οποία παρακράτησε την επικαρπία αυτών κατά ποσοστό 1/4 εφ' όρου ζωής της, δυνάμει των 19436 και 19437/2008 πράξεων (αποδοχής κληρονομίας και παροχής μητέρας προς τέκνο, αντίστοιχα) της ίδιας πιο πάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκαν νόμιμα. Ο πρόσθετος αυτός λόγος έφεσης, ο οποίος αναφέρεται, αφενός στην ιδιότητα των επίδικων ακινήτων ως κληρονομιαίων (μη βεβαρημένων με καταπίστευμα) ακινήτων και αφετέρου στη μη πλήρωση (ματαίωση) της τεθείσας στη διαθήκη του Α. Τ. αναβλητικής αίρεσης περί του θανάτου του (βεβαρημένου με καταπίστευμα) Β. Τ. χωρίς την απόκτηση γνησίων τέκνων, συνέχεται αναγκαία με τον πρώτο λόγο της έφεσης του τελευταίου (έστω και με εν μέρει διαφορετικό περιεχόμενο), αναφορικά με το εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης περί πλήρωσης της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης και της ιδιότητας του Β. Τ. ως βεβαρημένου με καταπίστευμα υπέρ των αναιρεσιβλήτων κληρονόμου, αφού ο κρινόμενος πρόσθετος λόγος έφεσης αναφέρεται σε ζήτημα που πηγάζει από την ίδια ιστορική αιτία με τον πρώτο λόγο της έφεσης και αποτελεί πρόκριμα για την παροχή της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων έννομης προστασίας. Επομένως, το Εφετείο, που κατά παράβαση του άρθρου 520 παρ.2 ΚΠολΔ απέρριψε ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους της έφεσης υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ (όχι και του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, που αφορά την παραβίαση κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου) και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών (λόγων αναίρεσης). Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 282/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2015.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Στην υπό κρίση περίπτωση, ο αναιρεσιβαλλόμενος υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων στα ουσιώδη κριτήρια, που είναι αναγκαία, με βάση τον κανονισμό της αναιρεσείουσας για την προαγωγή του και συνακόλουθα η παράλειψη αυτού είναι προφανώς άδικη.

Αριθμός 211/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΙΩΝ ΕΤΟΣ:2016 ΣΕΛ.:407

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", νομίμως εκπροσωπουμένη, που εδρεύει στην … και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Κ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1854/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3599/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-3-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Μιχαήλ Αυγουλέας, ανέγνωσε την από 22-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 201 ΑΚ, αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός, ενώ κατά το άρθρο 207 παρ. 1 ΑΚ η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ. 1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή εξουσιοδοτημένο όργανο του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ. Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο εργαζόμενος δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγική ή μισθολογική του εξέλιξη και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Καταφώρως δε άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου, αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980 μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως η προαγωγή θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να είχε συντελεσθεί. Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοι του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με ισχύ νόμου, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του εργοδότη ζημιώθηκε τρίτος και όχι ο ενάγων, ενώ στην περίπτωση Κανονισμού με συμβατική ισχύ, στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του υπερέχοντος, έστω και απλώς, τούτου και επίσης παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, ενόψει και του περιορισμένου αριθμού των πληρούμενων με τις προαγωγές κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της ο οποίος καταρτίζεται, από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει ως εκ τούτου συμβατική ισχύ(Ολ. ΑΠ 27/1995, ΑΠ 183/08). Σύμφωνα δε με τα άρθρα 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "Τράπεζας ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του με αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της, από το βαθμό του Τμηματάρχη στον ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αποφασίζεται, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από στο άρθρο 12 του Οργανισμού όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας ενός έτους στον προηγούμενο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε με τις από και αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κλπ. Ενόψει όλων αυτών συνάγεται ότι οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συνίσταται στην απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου στον ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε, κατά ανέλεγκτη κρίση του, μετά από εκτίμηση των μετ' επικλήσεως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στις 17.5.1973 από την εκκαλούσα τράπεζα, και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων της, μετά από επιτυχή συμμετοχή του σε διαγωνισμό που διενήργησε η εκκαλούσα. Στη συνέχεια, προήχθη από 1.7.1986 στο βαθμό του Τμηματάρχη Λογιστηρίου, τον οποίο κατείχε μέχρι την αποχώρησή του στις 21.11.2006. Είναι κάτοχος πτυχίου τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, του τμήματος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου Αθηνών και του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων της ΠΑΣΠΕ. Γνωρίζει την αγγλική γλώσσα σε επίπεδο πολύ καλά. Επιπλέον, στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμορφώσεως και ενημερώσεως έχει παρακολουθήσει 8 σεμινάρια. Από την 1.12.1984, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου Α' υπηρεσίας λογιστικών εργασιών, από 16.12.1986, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένο υπηρεσίας Γ' λογιστικών και λοιπών εργασιών, από 9.3.1993, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας Α' λογιστικών ελέγχων του τμήματος μηχανεπεξεργασίας και ελέγχου, από 18.12.1995, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου Γ' υπηρεσίας λογιστικών εργασιών του τμήματος μηχανογραφικού ελέγχου και από 16.5.1996 έως 21.11.2006, άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου του τμήματος μηχανογραφικού ελέγχου. Ο εφεσίβλητος υπηρέτησε στο τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών της Διεύθυνσης Γενικού Λογιστηρίου και στο τμήμα Β' εξωτερικού συναλλάγματος της Διεύθυνσης Συναλλάγματος και από το έτος 1998 και μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία, μετά από πρόταση της εκκαλούσας προς το υπουργείο ανάπτυξης, εργάστηκε πέραν του ωραρίου (στην εκκαλούσα) στο Συμβούλιο Ελέγχου της Δ.Ε.Η. διενεργώντας κατ' εντολή της λογιστικούς- διαχειριστικούς ελέγχους, ακόμη και στα επαρχιακά πρακτορεία της. Επί πλέον ο εκκαλών βαθμολογήθηκε ως εξής: σε σύνολο 17 κριτηρίων για τα έτη 1999 έως 2003, με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός και για τα έτη 2004 και 2005 με 17 εξαίρετος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Γενικό Συμβούλιο της εκκαλούσας, μετά γνωμοδότηση της αρμόδιας προς τούτο συσταθείσας επιτροπής, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, με την από 27.5.2002 απόφασή του, που ανακοινώθηκε με την 5/29.5.2002 εγκύκλιο της διοικήσεως, παρέλειψε να προαγάγει τον εφεσίβλητο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη- Προϊσταμένου, ενώ προήγαγε από 1.5.2002 στον ως άνω βαθμό, μεταξύ άλλων τους αναφερόμενους από τον εφεσίβλητο και προτεινόμενους απ' αυτόν προς σύγκριση ομοιόβαθμους συναδέλφους του, Β. Β., Χ. Κ., Θ. Μ.-Γ., Α. Π., Ε. Τ., Α. Τ., Ν. Κ. και Σ. Κ.. Οι εν λόγω προαχθέντες είχαν τα παρακάτω προσόντα: 1) Ο Β. Β. προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 8.7.1974 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1995. Έχει απολυτήριο εξατάξιου Γυμνασίου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά και έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο τμήμα Οργάνωσης και Προγραμματισμού, και στο τμήμα καταθέσεων του τομέα οργάνωσης, άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου στο τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών από 2.10.2000. Επίσης, συνέταξε: σχέδιο κανονισμού προμηθειών για το τμήμα καταθέσεων, σχέδιο αλλαγής της διαδικασίας απόδοσης επιστροφής διαφοράς τόκων και σχετικών εντύπων, πρόταση τροποποίησης της διαδικασίας πληρωμής επιταγών και σχέδιο αλλαγής των διαδικασιών για παρακολούθηση και απόδοση δεσμευμένων καταθέσεων. Επίσης συμμετείχε στην σύνταξη μελετών για λογιστικό σχέδιο, σχέδιο διοικητικής λογιστικής

και κοστολόγησης εργασιών καθώς και σε ομάδες εργασίας, που συνεστήθηκαν με πράξη διοικητική για θέματα του τμήματος οργάνωσης, καθώς και σε επιτροπές αξιολόγησης προσφορών για προμήθειες του τμήματος και υπήρξε εισηγητής σεμιναρίου επιμόρφωσης προσωπικού υποκαταστημάτων και πρακτορείων και σεμιναρίων εκπαίδευσης προσωπικού διαφόρων υπηρεσιακών μονάδων στην εφαρμογή νέων μηχανογραφικών συστημάτων και μεθόδων. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 13 εξαίρετος, ενώ για 4 υποκατηγορίες δεν βαθμολογήθηκε και για το έτος 2000, βαθμολογήθηκε με 17 εξαίρετος, και για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 14ος με σύνολο 378,60 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. 0 εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τη βαθμολογία για το έτος 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, και τον αριθμό σεμιναρίων, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού, ως προς την βαθμολογία για το έτος 1999 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 13 του συγκρινόμενου) ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, ( 3 πτυχία ενώ ο συγκρινόμενος είναι απόφοιτος γυμνασίου), ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 2) ο Χ. Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.7.1973 και προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1.10.1993. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, κάτοχος πτυχίου αναλυτή συστημάτων, έχει πιστοποίηση παρακολούθησης μαθημάτων προγραμματισμού σε γλώσσες προγραμματισμού, γνωρίζει την αγγλική και γερμανική γλώσσα και έχει παρακολουθήσει 4 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο τμήμα υποστήριξης πληροφοριακών συστημάτων και άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου στο τμήμα από 10.2.2000, ενώ είχε ασκήσει καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από 25.11.1986. Υπήρξε εισηγητής σε σεμινάρια επιμόρφωσης υπαλλήλων σε λειτουργικά συστήματα και σε σεμινάρια νέων διαδικασιών βελτίωσης μηχανογραφικής παραγωγής, εισηγητής- εκπαιδευτής σε μικροϋπολογιστές, εισηγητής βελτίωσης main- frame και εισηγητής σε σεμινάρια συντήρησης εξοπλισμού, μετείχε σε επιτροπές παραλαβής μηχανολογικού εξοπλισμού και σε επιτροπή σύνταξης προδιαγραφών και ηλεκτρονικών υπολογιστών και ως εκ της φύσεως των καθηκόντων του ήταν εκπρόσωπος της εκκαλούσας στο σύστημα swift, υπεύθυνος λειτουργικών συστημάτων VM, USE, υπεύθυνος SWIFT και υπεύθυνος συστημάτων OS/390. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν υπάρχουν στοιχεία αξιολόγησης του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 45ος με σύνολο 355,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 έως 2000, (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου) και στις ξένες γλώσσες, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό σεμιναρίων (8 έναντι 4 του συγκρινόμενου) ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 3) ο Θ. Μ.- Γ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 3.3.1972 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.4.1996. Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καλά και δεν έχει παρακολουθήσει επιμορφωτικά σεμινάρια. Εκπόνησε πρόταση για την ενοποίηση των λογαριασμών της μισθοδοσίας του προσωπικού της εκκαλούσας στις 26.6.1990 και πρόταση σχετικά με τις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων της τράπεζας στις 22.2.1991, συμμετείχε σε επιτροπή για την εξέταση των αιτημάτων των υπαλλήλων της τράπεζας και των συνταξιούχων των ασφαλιστικών ταμείων της τράπεζας που είχαν πληγεί από τους σεισμούς του έτους 1999 και του είχαν ανατεθεί καθήκοντα ελεγκτή αστικής εταιρίας. Άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 16.5.1991, προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 21.7.1992 και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 16.11.1999. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 43ος με σύνολο 356 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου, ως προς τη γενική αρχαιότητα, κατά ένα έτος και 2 μήνες, και ως προς τη βαθμολογία για το έτος 1999 (16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη γνώση της ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς την ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία ενώ ο συγκρινόμενος είναι απόφοιτος Γυμνασίου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 ενώ ο συγκρινόμενος κανένα) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 4) ο Α. Π., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.8.1990 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1994. Είναι κάτοχος δύο πτυχίων, πολιτικών επιστημών και δημόσιας της Π.Α.Σ.Π.Ε, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, και έχει παρακολουθήσει 8 επιμορφωτικά σεμινάρια, συμμετείχε δε και σε επιτροπή για την ορθή τήρηση του αποθέματος της τράπεζας στα υποκαταστήματα της και σε ομάδα εργασίας για την περιγραφή και αξιολόγηση των θέσεων εργασίας στην τράπεζα. Απασχολήθηκε με θέματα χρηματοδότησης τραπεζών και αναπροεξοφλήσεων και με τον έλεγχο της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής. Άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 8.2.1991, καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από τις 17.5.1993 και υπεύθυνα καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από 30.7.1999. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 14 εξαίρετος και 3 πολύ καλός και για το έτος 2000 με 15 εξαίρετος και 2 πολύ καλός, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 75ος με σύνολο 332,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς είναι ισοδύναμος του συγκρινόμενου, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας και ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 2 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 14 και 15 του συγκρινόμενου αντίστοιχα) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 5) ο Ε. Τ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 25.4.1983 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.4.1997. Είναι κάτοχος 2 πτυχίων, Φυσικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Οικονομικών του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά, και έχει παρακολουθήσει 5 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στη διεύθυνση Νομισματικής πολιτικής και στη διεύθυνση συναλλάγματος, με καθήκοντα αναλυτού συστημάτων Β' και ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος από τις 11.12.2000. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 10 εξαίρετος και 3 πολύ καλός, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 53ος με σύνολο 349,60 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς είναι ισοδύναμος με τον εφεσίβλητο, ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία έναντι 2 του συγκρινόμενου), στον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 5 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 10 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 6) Ο Α. Τ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 21.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.10.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιώς- Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και γνωρίζει πολύ καλά την γαλλική γλώσσα και μέτρια την αγγλική γλώσσα, και έχει παρακολουθήσει 7 επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο τμήμα πιστώσεων και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου τραπεζών, στο υποκατάστημα Βόλου, στο τμήμα πιστώσεως και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου τραπεζών στην υπηρεσία αξιών-ενέγγυων πιστώσεων, στην υπηρεσία γενικών εργασιών και συναλλάγματος, και άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας από 15.3.1995. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 9 εξαίρετος και 8 πολύ καλός και για το έτος 2000 με 16 εξαίρετος και 1 πολύ καλός. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 63ος με σύνολο 339,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως τις ξένες γλώσσας (1 έναντι 2 του συγκρινόμενου) είναι ισοδύναμοι ως προς την αξιολόγηση για τρ έτος 2000, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 7 του συγκρινόμενου), ως προς την αξιολόγηση του έτους 1999 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 9 που έλαβε ο συγκρινόμενος) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών ^προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 7) Ο Ν. Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 11.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει

4 επιμορφωτικά σεμινάρια. Είναι τακτικό μέλος της ομάδας εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης EUR0STAT για το ισοζύγιο πληρωμών, απασχολήθηκε στο τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών του τμήματος κίνησης κεφαλαίων και στον ' τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών του τμήματος ελέγχου του ισοζυγίου πληρωμών. Άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών, αναπληρωτή προϊσταμένου και προϊσταμένου υπηρεσίας στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών και αναπληρωτή προϊσταμένου τμήματος από την 1.8.2001. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 σε σύνολο 17 κριτηρίων με 17 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησής του. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 50ος με σύνολο 351,80 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου, ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 17 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι ως προς τη ξένη γλώσσα, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 4 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση αυτών (προϊσταμένου υπηρεσίας) και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος, 8) ο Σ. Κ., προσλήφθηκε από την εκκαλούσα στις 12.8.1980 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη την 1.7.1996. Είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος διοίκησης επιχειρήσεων της ΑΣΟΕΕ, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα πολύ καλά και έχει παρακολουθήσει 18 επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000, σε σύνολο 17 κριτηρίων με 13 εξαίρετος, ενώ για τα επόμενα έτη δεν προκύπτουν στοιχεία αξιολόγησης. Κρίθηκε από την ως άνω επιτροπή 74ος με σύνολο 333,40 μονάδων, ενώ η ανώτατη βαθμολογία ήταν 400 μονάδες. Ο εν λόγω προαχθείς υπερέχει του εφεσίβλητου μόνο ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων (8 έναντι 18 του συγκρινόμενου), είναι ισοδύναμοι στη γνώση ξένης γλώσσας, ο δε εφεσίβλητος υπερέχει αυτού, ως προς τη γενική και ειδική αρχαιότητα, ως προς τους τίτλους σπουδών, (3 πτυχία έναντι 1 του συγκρινόμενου), ως προς τη βαθμολογία για τα έτη 1999 και 2000 (έλαβε 16 εξαίρετος έναντι 13 του συγκρινόμενου) και ως προς την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, διότι ασκεί τέτοια από το έτος 1984, ενώ στον συγκρινόμενο δεν έχουν ανατεθεί και συνεπώς είναι καταφανής η υπεροχή του εφεσίβλητου έναντι του εν λόγω προαχθέντος. Από τη συγκριτική αντιπαράθεση των προαναφερόμενων (τυπικών και ουσιαστικών) προσόντων του εφεσίβλητου και εκείνων των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του, προκύπτει ότι ο εφεσίβλητος υστερεί του Χ. Κ. και Α Τ., ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών, και του Σ. Κ.υ ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, που δεν είναι αποφασιστικό κριτήριο για να αναιρέσει την καταφανή υπεροχή του εκκαλούντα έναντι αυτών. Επίσης υστερεί ελαφρώς, ως προς τη βαθμολογία, όσον αφορά το συγκρινόμενο Β. Β. για το έτος 2000 κατά μία μονάδα, το Θ. Μ. - Γ. για το έτος 1999 κατά μία μονάδα και όσον αφορά τον Χ. Κ. και Ν. Κ. στις αξιολογικές κρίσεις των ετών 1999 και 2000, επίσης κατά μία μονάδα, τούτο όμως δεν ασκεί ουσιαστική επιρροή και δεν αναιρεί την καταφανή υπεροχή του εφεσίβλητου. Υπερτερεί όλων, ως προς τους τίτλους σπουδών, καθώς και ως προς όλα τα ουσιώδη κριτήρια, που είναι η γενική αρχαιότητα (πλην του Χ. Κ., ως προς τον οποίο υστερεί κατά 1 έτος και 2 μήνες) και ειδική αρχαιότητα, αφού κατέχει το βαθμό του τμηματάρχη με διαφορά με τους συγκρινόμενους από 7 έως 11 έτη, και η άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού προηγήθηκε χρονικά στην άσκηση τέτοιων καθηκόντων, όλων των ανωτέρω συγκρινόμενων, με διαφορά από 7 έως 17 έτη, ενώ στον Σ. Κ. δεν έχει ανατεθεί η άσκηση ανάλογων καθηκόντων. Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά ο εφεσίβλητος υπερτερεί καταδήλως έναντι των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του και συνεπώς η εκκαλούσα θα έπρεπε να είχε προαγάγει τον εφεσίβλητο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2002, από 1.5.2002, καθόσον η προαγωγή των ανωτέρω είναι προφανώς άδικη και η εκκαλούσα με την παράλειψη του εφεσίβλητου παρεμπόδισε εναντίον της καλής πίστης την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του.....". Η εναγομένη ισχυρίζεται- συνεχίζει το Εφετείο- ότι η προαγωγή των εν λόγω υπαλλήλων της, έγιναν ύστερα από αξιολόγηση των εν γένει προσόντων τους από τη συσταθείσα, με την απόφαση του Διοικητή της, γνωμοδοτικής επιτροπής με απόφαση της οποίας οι ανωτέρω κατατάχθηκαν σε πίνακα, που συντάχθηκε από τα μέλη της, χάριν μεγαλύτερης αντικειμενικότητας και διαφάνειας. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι εκτός του ότι η προηγηθείσα των προαγωγών γνωμοδότηση της αρμόδιας επιτροπής, που συνεστήθη για την κατ' αρχήν αξιολόγηση των υποψηφίων προς προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη-προϊσταμένου και τη σύνταξη των σχετικών πινάκων, στην οποία διαλαμβάνονται ευμενέστερες κρίσεις ως προς τους προαχθέντες έναντι της αντίστοιχης κρίσεως που αναφέρεται στον εφεσίβλητο, αποσκοπεί να προπαρασκευάσει και να διευκολύνει την κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εκκαλούσας και δεν υποκαθιστά ούτε δεσμεύει την κρίση αυτή, ούτε συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού της εκκαλούσας, με βάση τα οποία κρίνονται τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υποψηφίων προς προαγωγή, επιπλέον δε δεν αποτελεί αντικειμενικό δεδομένο, αλλ' αντίθετα αποτελεί προϊόν υποκειμενικής κρίσεως της Επιτροπής αυτής, που εντάσσεται στην όλη διαδικασία των προαγωγών. Τέλος, το Εφετείο δέχτηκε ότι η διακωλυτική της γένεσης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος, ένσταση της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας κατά την οποία ο αναιρεσίβλητος δεν θα προήγετο, αφού υπήρχαν οι συνάδελφοι του Κ. Γ., Δ. Γ. και Η. Ζ., οι οποίοι παραλείφθηκαν και θα είχαν προαχθεί, γιατί υπερέχουν του ενάγοντος ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, είναι απορριπτέα, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, διότι ο ενάγων υπερέχει καταδήλως των ως άνω οκτώ (8) προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε και αν ακόμη οι προς σύγκριση αντιπροτεινόμενοι υπερείχαν αυτού, ο τελευταίος θα καταλάμβανε την μια από τις υπολειπόμενες πέντε (5) θέσεις. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι, ο αναιρεσίβλητος υπερείχε καταφανώς των πιο πάνω συναδέλφων του και, επομένως, η παράλειψή του είναι παράνομη, κατ' άρθρο 207 ΑΚ, και παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα, καταρχήν να αξιώσει την προαγωγή του. Στη συνέχεια δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε αποφανθεί ομοίως. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις του άρθρου 207 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 201 ΑΚ. Με τις προεκτεθείσες δε παραδοχές του, διέλαβε σαφείς, πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες και δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά που ήταν αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των, ως άνω, διατάξεων Ειδικότερα περιέχει αιτιολογίες σχετικά με όλα τα στοιχεία του πραγματικού της ως άνω διατάξεως. Τούτο διότι, με βάση τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο αναιρεσίβλητος, έναντι των προαχθέντων, διέθετε περισσότερους τίτλους σπουδών (τρία πτυχίων πανεπιστημίου έναντι ενός), είχε περισσότερα χρόνια υπηρεσίας, πλην του Χ. Κ. ( από τον οποίο υπολειπόταν κατά ένα έτος και δυο μήνες), με αποτέλεσμα να είναι αρχαιότερος όλων των υπολοίπων, αλλά και στην ειδική αρχαιότητα (άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων) υπερείχε κατά πολύ όλων των ως άνω συναδέλφων του (από 7-10 έτη), ενώ στον Σ. Κ., δεν είχαν ανατεθεί τέτοια καθήκοντα.

Συνεπώς, υπερτερούσε καταφανώς έναντι των προαχθέντων στα ουσιώδη κριτήρια, που είναι αναγκαία, με βάση τον κανονισμό της αναιρεσείουσας για την προαγωγή του και συνακόλουθα η παράλειψη αυτού είναι προφανώς άδικη. Έτσι με την εκδηλωθείσα, πιο πάνω, συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της, παρεμπόδισε η αναιρεσείουσα, εναντίον της καλής πίστεως, την προαγωγή του. Η εν λόγω δε, υπεροχή του δεν αναιρείται, από το ότι υστερούσε έναντι των προαχθέντων και ειδικότερα: 1) του Χ. Κ. και Α Τ., ως προς τον αριθμό ξένων γλωσσών, 2) του Σ. Κ.υ ως προς τον αριθμό των σεμιναρίων, 3) ως προς τη βαθμολογία, όσον αφορά το συγκρινόμενους, Β. Β. για το έτος 2000 κατά μία μονάδα, το Θ. Μ. - Γ. για το έτος 1999 κατά μία μονάδα και όσον αφορά τον Χ. Κ. και Ν. Κ. στις αξιολογικές κρίσεις των ετών 1999 και 2000, επίσης κατά μία μονάδα, καθόσον τα προσόντα αυτά δεν αποτελούν, σύμφωνα με τον ίδιο πιο πάνω κανονισμό, ουσιώδη και αποφασιστικά κριτήρια για την προαγωγή των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας. Ενόψει αυτών οι συναφείς από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 1ος, 2ος και 3ος λόγοι της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως , ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους, που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τους αναιρεσείοντες σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων των αναιρεσειόντων, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 2. Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο). Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου. Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας. Με τον 4ο λόγο, της κρινόμενης αίτησης, αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, για το ότι ο ενάγων υπερείχε καταφανώς των προαχθέντων συναδέλφων του δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τον, μετ' επίκληση υπό της αναιρεσείουσας προσκομισθέντα πίνακα αξιολόγησης των υπό προαγωγή υπαλλήλων, που συντάχθηκε από την ορισθείσα με απόφαση του Διοικητή της, γνωμοδοτική επιτροπή. Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τον αναφερόμενο πιο πάνω πίνακα, για τον οποίο μάλιστα γίνεται και ιδιαίτερη μνεία στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. φύλλο 8 οπίσθια όψη). Κατά συνέπεια ο 4ος και τελευταίος λόγος της κρινόμενης αίτησης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Τέλος, στην ηττηθείσα αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη διάδικο πρέπει να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (183 ΚΠολΔ).

 

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως της υπ' αρ. 3599/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2015. Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2015.

 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση είναι και εκείνη με την οποία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνείται η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη, όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ο κανονισμός της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξή του, αλλά η κρίση αυτή ελέγχεται ως κατάφωρα άδικη, τότε η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε θεωρείται ότι η αίρεση έχει πληρωθεί πλασματικά.

Αριθμός 731/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2 Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 10η Μαρτίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

 

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεμιστοκλή Μερσίνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Α. Γ. του Η., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Κουτσούκου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 247/2010 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5235/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 26-2-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου στα δικαστικά έξοδα.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 201 ΑΚ, "αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αναβλητική αίρεση), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης)". Και, σύμφωνα με το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, "η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος, που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της". Τέτοια δικαιοπραξία με αναβλητική αίρεση, στην οποία εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 207 παρ.1 ΑΚ, είναι και εκείνη, με την οποία μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνείται η προαγωγή αυτού, αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη (ή από εξουσιοδοτημένο όργανό του), όπως όταν η υπό προϋποθέσεις προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από κανονισμό εργασίας, που έχει συμβατική ισχύ (όπως ο κανονισμός της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, ΟλΑΠ 27/1995, ΑΠ 444/2010). Αν κριθεί από τον εργοδότη ότι ο μισθωτός δεν συγκεντρώνει τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για τη βαθμολογική ή μισθολογική εξέλιξή του, αλλά η κρίση αυτή ελέγχεται ως κατάφωρα άδικη, τότε η πλήρωση της αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε θεωρείται ότι η αίρεση έχει πληρωθεί πλασματικά (ΑΚ 207 παρ.1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια, μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής αποδόσεως και συμπεριφοράς του υπαλλήλου. Αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώνεται ότι η μη πλήρωση της αιρέσεως είναι αντίθετη προς στην καλή πίστη υπό την ανωτέρω έννοια του όρου, το δικαίωμα προαγωγής του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι η προαγωγή πραγματοποιήθηκε από τότε, που έπρεπε να έχει διενεργηθεί από τον εργοδότη. Ο εναγόμενος εργοδότης δύναται, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προτείνει διακωλυτική ένσταση, η οποία θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της απλής υπεροχής άλλου υπαλλήλου, που θα έπρεπε να προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του. Η ένσταση αυτή, στην περίπτωση κανονισμού με συμβατική ισχύ, θεμελιώνεται στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του εργοδότη δεν ήταν αντισυμβατική και αντίθετη προς την καλή πίστη έναντι του ενάγοντος, αλλά έναντι του, έστω και απλώς, υπερέχοντος και, επίσης, παραλειφθέντος συναδέλφου του, ως προς τον οποίο θα έπρεπε να θεωρηθεί πληρωθείσα η προαναφερόμενη αίρεση, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, εν όψει και του περιορισμένου αριθμού των κενών θέσεων του ανώτερου βαθμού, που πληρούνται με τις προαγωγές (ΑΠ 1040/2012).

2. Επειδή, από τα άρθρα 118 παρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.1 και αρ.19), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, πραγματικό μέρος της υποθέσεως ή η έννοια που αποδίδει αυτός στη διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάστηκε ή το συμπέρασμα του δικαστηρίου της ουσίας, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει να αναφέρονται, τουλάχιστον κατά το ουσιώδες μέρος αυτών, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής. Και τούτο, διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας. Η παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό ή αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς σ' αυτήν. Εάν η παράθεση των ουσιαστικών παραδοχών απουσιάζει εντελώς, ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου αποβαίνει ανέφικτος και ο Άρειος Πάγος, στο πλαίσιο του ισχύοντος συζητητικού δικονομικού συστήματος (ΚΠολΔ 106), δεν έχει τη δυνατότητα να τις αναζητήσει οίκοθεν, με αναδρομή στην προσβαλλόμενη απόφαση ή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (πρβλ. ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 321/2001, Διοικητική ΟλΑΠ 14/2010).

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη 5235/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι με ελλιπείς ή, άλλως, αντιφατικές αιτιολογίες κρίθηκε ότι, κατά τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων αφ' ενός του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ο οποίος δεν είχε προαχθεί κατά τις, γενόμενες την 30-10-2006, προαγωγικές κρίσεις του προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας και αφ' ετέρου των συναδέλφων του, οι οποίοι είχαν προαχθεί κατ' αυτές, ήτοι [όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο] των Α Α., Β. Β., Κ. Μ., Χ. Α., Κ. Β., Θ. Μ. - Γ., Σ. Χ., Β. Δ., Ν. Κ., Σ. Κ. και Α. Τ., ο αναιρεσίβλητος υπερτερούσε καταδήλως των εν λόγω και θα έπρεπε να έχει προαχθεί στη θέση ενός τουλάχιστον από αυτούς. Ακόμη, με το δεύτερο από τους λόγους της αιτήσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι παρά το νόμο απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η, νομίμως προβληθείσα, διακωλυτική ένσταση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία εάν δεν ήθελε προαχθεί κάποιος από τους ανωτέρω υπαλλήλους αυτής, θα είχε προαχθεί στη θέση του κάποιος από άλλους συναδέλφους του αναιρεσιβλήτου, ήτοι τους Α. Γ., Β. Α., Ε. Γ., Δ. Φ., Γ. Κ., Σ. Μ., Κ. Γ. και Δ. Δ., οι οποίοι, έστω και απλώς, υπερείχαν εκείνου ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα. Παρατηρείται, όμως, ότι στο αναιρετήριο, πέραν των γενικών αναφορών περί της διαδικασίας και της σπουδαιότητας των κριτηρίων, βάσει των οποίων στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας πρέπει να γίνονται οι προαγωγές του προσωπικού αυτής, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, ουδέν διαλαμβάνεται ως προς τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου σχετικά με τα προσόντα του αναιρεσιβλήτου και των συγκρινόμενων με αυτόν υπαλλήλων, προκειμένου να μπορεί να συναχθεί εάν από τη σύγκριση θεμελιώνεται, πράγματι, κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των συναδέλφων του της πρώτης κατηγορίας [τα ονόματα των οποίων, πάντως, δεν συμπίπτουν με εκείνα που αναφέρονται μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής, η οποία και έγινε δεκτή] ή απλή, έστω, υπεροχή κάποιου από τους υπαλλήλους της δεύτερης κατηγορίας έναντι του αναιρεσιβλήτου [κατά την έρευνα της διακωλυτικής ενστάσεως, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη]. Επομένως, αμφότεροι οι εξεταζόμενοι λόγοι της αιτήσεως είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι, διότι, όπως διατυπώνονται, χωρίς να περιλαμβάνουν, τουλάχιστον κατά το ουσιώδες μέρος, τις ουσιαστικές παραδοχές του εφετείου, δεν επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν ορθώς ή μη εφαρμόσθηκαν οι ως άνω διατάξεις (βλ. παραπάνω, αρ.1) κατά την απόρριψη της διακωλυτικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας και την παραδοχή της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής [αναγνώριση προαγωγικού δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου από 31-10-2006].

4. Επειδή, κατά το άρθρο 207 παρ.1 ΑΚ, η εκ μέρους του εργοδότη ή των υπ' αυτού προστηθέντων οργάνων, παρεμπόδιση της πλήρωσης αναβλητικής αιρέσεως, αντίθετα προς την καλή πίστη, εκδηλούμενη στο πλαίσιο των προαγωγικών κρίσεων προσωπικού, του οποίου η κατάσταση διέπεται από κανονισμό συμβατικής ισχύος, δεν αποτελεί, απλώς, αθέτηση συμβατικής υποχρεώσεως, αλλά συνιστά και παρανομία. Κατά συνέπεια, εάν συντρέχει υπαιτιότητα, η εν λόγω συμπεριφορά του εργοδότη στοιχειοθετεί αδικοπραξία και, εφ' όσον έχει τελεσθεί υπό συνθήκες που ενέχουν προσβολή της προσωπικότητας του υπαλλήλου, ο οποίος έχει παραλειφθεί στις προαγωγές, καθίσταται παραγωγική ηθικής βλάβης που γεννά δικαίωμα εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 914, 919 και 932 ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας τράπεζας παράλειψη του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά τις προαγωγικές κρίσης της 30-10-2006 υπήρξε παράνομη και υπαίτια, ως καταχρηστική και προκάλεσε σ' αυτόν προσωπική και υπηρεσιακή μείωση στο ατομικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, που συνιστά προσβολή της προσωπικότητάς του. Κατόπιν αυτού, το εφετείο επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση ποσού 2.000 ευρώ, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία είχε επιφέρει σ' αυτόν η ως άνω προσβολή. Με την κρίση αυτή, το εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. Επομένως, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η παράλειψη προαγωγής δεν συνιστά αδικοπραξία, αλλά παραβίαση ενοχικής υποχρεώσεως που παρέχει, απλώς, αγωγή προς εκπλήρωση και με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

5. Επειδή, από τα άρθρα 335 και 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι η μη λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο όταν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα, για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών αυτών μέσων, μπορούσαν να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη, αν και είχε προσκομισθεί νομίμως από την αναιρεσείουσα, τον επίσημο πίνακα αξιολόγησης υποψηφίων, ο οποίος είχε συνταχθεί από την προς τούτο συσταθείσα, με την 258/9-5-2001 πράξη του Διοικητή αυτής, γνωμοδοτική επιτροπή, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα των υπαλλήλων, που επρόκειτο να κριθούν για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη - προϊσταμένου και μέχρι την 1-4-2001 είχαν συμπληρώσει ένα έτος υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό. Και ότι εάν ο πίνακας αυτός είχε ληφθεί υπ' όψη, το εφετείο θα είχε διαπιστώσει ότι οι υπάλληλοι Α. Α., Χ. Α., Κ. Β., Β. Β., Κ. Μ., Θ. Μ. - Γ., Σ. Χ., Β. Δ., Ν. Κ., Σ. Κ. και Α. Τ. είχαν αξιολογηθεί ως πολύ ανώτεροι από τον αναιρεσίβλητο, με αποτέλεσμα η προαγωγή τους έναντι αυτού να είναι εύλογη και ουδόλως καταχρηστική. Παρατηρείται, όμως, ότι η δυσμενής για την αναιρεσείουσα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας αναφέρεται στις προαγωγές του έτους 2006 (ήτοι, εκδηλώθηκε κατά την έρευνα της επικουρικής βάσεως της ένδικης αγωγής) και όχι σ' εκείνες του έτους 2001 (που δεν αποτελούσαν αντικείμενο ούτε και της κυρίας βάσεως της αγωγής), εν όψει των οποίων, κατά τα ιστορούμενα στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, φέρεται συνταχθείς ο εν λόγω πίνακας αξιολόγησης. Και ότι, πέραν τούτου, οι ως άνω υπάλληλοι είναι τελείως διαφορετικοί από εκείνους, ήτοι τους Χ. Π., Α. Α., Α. Α. και Κ. Β., προς τους οποίους συγκρίθηκε ο αναιρεσίβλητος και βρέθηκε να υπερτερεί καταφανώς. Εξ αυτών προκύπτει ότι η αξιολόγηση του εν λόγω αποδεικτικού στοιχείου, ακόμη και αν πράγματι παραλείφθηκε, δεν ασκεί εν προκειμένω ουσιώδη επιρροή, διότι αναφέρεται σε διαφορετικά δεδομένα. Επομένως, ο εξεταζόμενος τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, είναι προεχόντως απαράδεκτος.

6. Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-5-2013 αίτηση περί αναιρέσεως της 5235/ 2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. -Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Μαΐου 2015. -Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 29η Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Κανονισμός βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων- προσόντα και ικανότητες για τους κρινόμενους με το βαθμό του Λογιστή και άνω- αναβλητική αίρεση

Αριθμός 817/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 136

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

 

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Φρεσκάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1752/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 935/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/7/1997 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 15/3/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23/7/1997 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με την δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 Α.Κ., η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της. Τέτοια υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία, επί της οποίας έχει εφαρμογή το παραπάνω άρθρο 207 Α.Κ., είναι και εκείνη, με την οποία ο εργοδότης και ο μισθωτός συμφωνούν ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων θα κρίνεται από τον εργοδότη ή όργανο του. Αυτό συμβαίνει και όταν η προαγωγή του υπαλλήλου προβλέπεται από τον κανονισμό του εργοδότη, που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, υπάρχει και όταν κρίνεται από τον εργοδότη, ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για προαγωγή, πλην όμως η κρίση αυτή είναι κατάφωρα άδικη, λόγω της σημαντικής υπεροχής του μη προαχθέντος έναντι του προαχθέντος, όχι δε και όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε κατ' εκτίμηση υποκειμενική να είναι διάφορη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωση του με τις από 25/9/1981 και 29/2/2982 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, η προαγωγή των υπαλλήλων της από το βαθμό του Τμηματάρχη σε εκείνον του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι: α) η ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) η συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό τριών ετών, γ) η ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως .επίδειξη εξαιρετικής επίδοσης ήθους, ικανότητας και φιλεργίας και δ) ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των διαθέσιμων μέσων και του υπάρχοντος προσωπικού με τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας και της παραγωγικότητας των εργαζομένων και ειδικότερα την επίδειξη μέριμνας για την πλήρη απασχόληση του προσωπικού. Με την 20/21/12/1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας τροποποιήθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού της και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του Λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητες να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, αλλά περισσότερο εξειδικευμένα καθήκοντα, που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες κεντρικής τράπεζας, όπως, α) η ικανότητα να διεκπεραιώνουν σύγχρονες τραπεζικές εργασίες, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών και η ικανότητα συστηματικής παρακολούθησης και διερεύνησης των εξελίξεων της τραπεζικής αγοράς και της μη τραπεζικής αγοράς χρήματος, β) η ικανότητα να επεξεργάζεται μέτρα και ρυθμίσεις, που αναφέρονται σε θέματα νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής και λειτουργίας και προσαρμογής του πιστωτικού συστήματος, γ) η ικανότητα επεξεργασίας στατιστικών στοιχείων, δ) η γνώση και εμπειρία σε θέματα εποπτείας του πιστωτικού συστήματος και η ικανότητα άσκησης ελέγχου εφαρμογής των πιστωτικών και συναλλακτικών κανόνων, ε) η γνώση και η ικανότητα βελτίωσης μεθόδων και διαδικασιών άσκησης αποτελεσματικής διοίκησης και βελτίωσης των μεθόδων διοίκησης, στ) η ικανότητα εκπροσώπησης της Τράπεζας στο εσωτερικό και εξωτερικό. Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερο βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από απόψεως ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και το συμπληρώνοντα αυτήν Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό. Πλην όμως η περί προαγωγής κρίση των οργάνων του εργοδότη υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, αλλά μόνον υπάτους όρους των άρθρων 201 και 207 παρ.1 του Α.Κ. δηλαδή μόνον όταν η κρίση του προαγωγικού οργάνου ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προαγωγικών προϋποθέσεων είναι κατάφωρα άδικη και παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως.

Συνεπώς, σε περίπτωση παράβασης της ανωτέρω συμβατικής υποχρεώσεως της Τράπεζας γεννάται αξίωση του μισθωτού προς αναγνώριση, εκτός των άλλων, και του προς προαγωγή δικαιώματος του. Εξάλλου, παράβαση κανόνα δικαίου,που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα .Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης,που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εργασίας στις 22/10/1971 και εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της στον ταμειακό κλάδο. Έκτοτε εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη (4ος βαθμός), τον οποίο κατείχε από 1/1/1986 μέχρι τις 21/12 /1994, οπότε παραιτήθηκε. Είναι κάτοχος πτυχίων Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ΠΑΣ.Π.Ε. και της Νομικής Σχολής Θεσσαλονίκης, έχει δε παρακολουθήσει τρία σεμινάρια (ένα οικονομικής ανάλυσης το 1987 και δύο το 1993 με θέματα ισοζύγιο πληρωμών και μηχανογράφηση). Γνωρίζει την Αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό. Από της προσλήψεως του υπηρέτησε σε διάφορα τμήματα (Εθνικών δανείων, ελέγχου εφαρμογής συναλλαγματικών νόμων, σχέσεων με το Δημόσιο, ελέγχου διαχειρίσεων και δεσμευμένων καταθέσεων), η δε βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1988 ήταν, επτά 1 και ένα 2 (με άριστα το 1 και την κλίμακα βαθμολογίας να κινείται από το 1 έως το 5). Από 16/8/1988 έως 14/8/1990 είχε λάβει γονική άδεια. Για το μεταγενέστερο του έτους 1989 χρονικό διάστημα δεν συντάχθηκαν φύλλα επίδοσης των υπαλλήλων της εναγομένης και με την 238 /18/5/-1992 πράξη του Διοικητή αυτής, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού των Υπαλλήλων (όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις από 27/2/1987 και 21/12/1990 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης) συστήθηκε γνωμοδοτική επιτροπή προαγωγών προς αξιολόγηση όλων των υποψηφίων υπαλλήλων για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη προϊσταμένου. Η εν λόγω Επιτροπή κατέταξε τον ενάγοντα, κατά σειρά αρχαιότητας, σε πίνακα,που περιελάμβανε 229 υπαλλήλους, οι οποίοι, κατά την εκτίμηση της, διέθεταν ολιγότερα ουσιαστικά προσόντα από άλλους 40 ομοιόβαθμους υπαλλήλους, οι οποίοι κρίθηκαν ικανοί για κατ' εκλογή προαγωγή στον ανωτέρω βαθμό. Με βάση τον πίνακα αυτό το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά από πρόταση του Διοικητή της, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 30/11/1992 για το βαθμό του τμηματάρχη-προϊσταμένου, παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα, ενώ προήγαγε μεταξύ άλλων, τους συναδέλφους του Ε. Τ. και Δ. Τ.. Από αυτούς ο πρώτος (Ε. Τ.) προσλήφθηκε στις 25/9/1972, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/10/1988, είναι πτυχιούχος της ΠΑΣΠΕ έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, σχετικά με οικονομική ανάλυση το έτος 1987, δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό. Έχει υπηρετήσει σε διάφορα τμήματα του κεντρικού καταστήματος της εναγομένης (καταθέσεων, δεσμευμένων λογαριασμών, ταμειακών συναλλαγών, αποθεματικών και εφοδιασμού, ελέγχου διαχειρίσεων) και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1988-1989 ήταν επτά 1 και ένα 2. Η προαναφερθείσα γνωμοδοτική επιτροπή τον κατέταξε σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογή με τις ειδικότερες παρατηρήσεις ότι "Διακρίνεται για τις λίαν εξαιρετικές διοικητικές ικανότητες του. Η υπηρεσιακή επίδοση του χαρακτηρίζεται ως πολύ ικανοποιητική . Έχει σε μεγάλη έκταση γνώσεις σημαντικών εργασιών της Τράπεζας. Υπάλληλος με εξαίρετη προσωπικότητα". Περαιτέρω, ο δεύτερος (Δ. Τ.) προσλήφθηκε στις 20/5/1969, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1986 είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια ενημερώσεως το 1978 και γνωρίζει την αγγλική γλώσσα, χωρίς να κατέχει σχετικό πιστοποιητικό. Έχει υπηρετήσει στο τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών υπηρεσιών του Κεντρικού Καταστήματος, του οποίου ήταν αναπληρωτής προϊστάμενος από 1/10/1986 και προϊστάμενος από 17/Ί2/1990. Η βαθμολογία του ήταν το έτος 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1 (άριστος). Η γνωμοδοτική επιτροπή τον κατέταξε σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογή με τις ειδικότερες παρατηρήσεις ότι "έχει άριστες διοικητικές ικανότητες και διακρίνεται για την υψηλή υπηρεσιακή του επίδοση. Γνωρίζει σε υψηλό βαθμό σημαντικές εργασίες της Τράπεζας. Έχει εξαίρετο ήθος και άριστη συμπεριφορά και συνεργασία". Δέχεται ακολούθως το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος με τα προσόντα των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτει ότι ο ενάγων, α) υπερέχει του πρώτου (Ε. Τ.) ως προς τα τυπικά προσόντα (ήτοι τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τους τίτλους σπουδών ) αλλ' έχει την ίδια με αυτόν βαθμολογία, και β) υπερέχει του δεύτερου (Δ. Τ.) μόνο ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερεί τούτου ως προς τη γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα και τη βαθμολογία, ενώ είναι ισοδύναμος ως προς την αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό και με βάση τα παραπάνω και δεδομένου, α) της επί διετίαν αποχής του ενάγοντος από την εργασία του (16//8/1988 -14/8/1990), β) ότι η ως άνω κρίση της γνωμοδοτικής επιτροπής δεν προκύπτει ότι υπαγορεύθηκε από κριτήριο μη υπηρεσιακά και γ) ότι κρίσιμο στοιχείο για την κατ' εκλογή προαγωγή στο βαθμό του τμηματάρχη - προϊσταμένου είναι η βαθμολογία και όχι τα τυπικά προσόντα, δεν υφίσταται καταφανής και έκδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ανωτέρω προαχθέντων συναδέλφων του, ώστε η προαγωγή τούτων, κατά παράλειψη του ενάγοντος να εμφανίζεται ως αντίθετη στην καλή πίστη. Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα αντίθετα, απέρριψε την κυρία βάση της αγωγής και ερεύνησε την επικουρική, για τη οποία δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την 221/31/3/1994 πράξη του Διοικητή της εναγομένης, που εκδόθηκε επίσης, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του Γενικού Κανονισμού καταστάσεως των υπαλλήλων της, συστήθηκε η γνωμοδοτική επιτροπή προς αξιολόγηση των υπαλλήλων, που συμπληρώνουν χρόνο για προαγωγή στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη μέχρι 1/7/1994. Η εν λόγω επιτροπή, εκτιμώντας το σύνολο των στοιχείων των κρινόμενων, κατέταξε και πάλι τον ενάγοντα σε πίνακα κατά σειρά αρχαιότητας, τους δε κατωτέρω αναφερόμενους συναδέλφους του σε πίνακα προς προαγωγή κατ' εκλογήν, θεωρήσασα ότι οι τελευταίοι υπερέχουν του πρώτου ως προς τη διοικητική ικανότητα, την υπηρεσιακή επίδοση και απόδοση και τα τυπικά προσόντα, στη συνέχεια δε το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης, μετά από πρόταση του Διοικητή αυτής προήγαγε, με την 9/7/9/1994 απόφαση του, από 1/7/1994,μετά από πρόταση του Διοικητή αυτής, στο βαθμό του εντεταλμένου τμηματάρχη, μεταξύ άλλων τους, 1 ) Λ. Δ., 2 ) Χ. Β., 3) Ν. Κ., 4) Ν. Λ., 5 ) Γ. Π., 6) Κ. Π. και 7) Γ. Τ., ενώ παρέλειψε να προαγάγει τον ενάγοντα. Από τους ανωτέρω προαχθέντες: 1) Ο πρώτος προσλήφθηκε την 1/9/1965, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983 είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει 4 σεμινάρια (διοικητική επιμόρφωση - γρήγορο διάβασμα - μνήμη, εκπαίδευση εισηγητών, βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων) και από το 1984 υπηρετεί στο κεντρικό κατάστημα της εναγομένης, στα τμήματα ελέγχου διαχειρίσεων και ταμείων τίτλων, η δε βαθμολογία του ήταν το 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1, 2) Ο δεύτερος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια (εφαρμοσμένη διοίκηση, εκπαίδευση εισηγητών), έχει υπηρετήσει στα τμήματα διαλογής καταμέτρησης και διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων, η δε βαθμολογία του ήταν το 1987 επτά 1 και ένα 2, ενώ τα έτη 1988 και 1989 οκτώ 1, 3) Ο τρίτος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, έχει υπηρετήσει στα τμήματα ταμιακών συναλλαγών αποθεματικών εφοδιασμού, διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων και εθνικών δανείων, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2 κατά τα έτη 1987 - 1989, 4) Ο τέταρτος προσλήφθηκε στις 24/1/1970, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/7/1983, είναι πτυχιούχος της ΠΑΣΠΕ (αμφοτέρων των τμημάτων), έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια, υπηρετεί από το 1976 στο τμήμα ναυτιλιακού συναλλάγματος στο κατάστημα Πειραιώς, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2, κατά τα έτη 1987-1989, 5) Ο πέμπτος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 2/3/1981,είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, έχει παρακολουθήσει τρία επιμορφωτικά σεμινάρια, υπηρετεί από της προσλήψεως του στο Υποκατάστημα Χανίων και η βαθμολογία του κατά τα έτη 1987-1989 ήταν έξι 1 και δύο 2,6) Ο έκτος προσλήφθηκε την 1/8//1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει υπηρετήσει στα τμήματα ταμιακών συναλλαγών, εργασιών πρακτορείων και διαχειρίσεως ξένων τραπεζογραμματίων, η δε βαθμολογία του ήταν επτά 1 και ένα 2 κατά τα έτη 1987-1989, 7) Ο έβδομος προσλήφθηκε την 1/8/1966, προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη από 1/1/1983, είναι απόφοιτος Γυμνασίου παλαιού τύπου, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο, έχει υπηρετήσει στα τμήματα διαχειρίσεως τραπεζογραμματίων και ταμιακών συναλλαγών και η βαθμολογία του ήταν έξι 1 και δύο 2 τα έτη 1987-1988 και επτά 1 και ένα 2 το 1989, ενώ έχει τιμωρηθεί με την ποινή της προφορικής παρατήρησης το 1994 για αντιδεολογική συμπεριφορά. Άπαντες οι ανωτέρω γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να είναι κάτοχοι σχετικών πιστοποιητικών. Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι από τη σύγκριση του ενάγοντος με τους ανωτέρω, α) ότι ο ενάγων υστερεί σημαντικά όλων ως προς την γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα, β) είναι ισοδύναμος ως προς την επιμόρφωση και τη γνώση ξένων γλωσσών, γ) έχει την ίδια βαθμολογία με τους τρίτο, τέταρτο και έκτο, μειονεκτεί δε ως προς αυτήν έναντι των πρώτου και δευτέρου, ενώ υπερέχει ανεπαίσθητα έναντι των πέμπτου και εβδόμου, δ) υπερέχει πάντων ως προς τους τίτλους σπουδών και ότι ενόψει των ανωτέρω, μόνη η υπεροχή του ενάγοντος ως προς τους τίτλους σπουδών, σε συνδυασμό με τη σημαντική υπεροχή των ως άνω προαχθέντων έναντι τούτων ως προς τη γενική και ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και την έλλειψη σημαντικής υπεροχής τούτου ως προς τη βαθμολογία, δεν καθιστά την παράλειψη της προαγωγής του ως αντικείμενη στην καλή πίστη και συνεπώς η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ως προς την επικουρική της βάση. Με την κρίση του αυτή υπό τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ. ευθέως, γιατί με αυτά που δέχθηκε δεν υφίσταται κατάδηλη υπεροχή του ενάγοντος έναντι των ως άνω προαχθέντων και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης η πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του ενάγοντος, με την κρίση του αρμοδίου προς προαγωγή οργάνου της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν έχει τις ουσιαστικές προς προαγωγή προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί, ούτε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν επαρκώς το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Επομένως οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που προβάλλονται με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, μέρη πρώτο και δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα άρθρα 335, 338 και 346 του Κ.Πολ.Δ, το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψει του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά Η παράβαση της ανωτέρω υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν, παρά τη βεβαίωση του δικαστηρίου ότι έλαβε υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με το τρίτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του Κ.Πολ.Δ. προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε και επικαλέσθηκε και συγκεκριμένα, α) απόσπασμα των από 16/10/1991 πρακτικών του Συμβουλίου της Διοικητικής Υπηρεσίας της Τράπεζας (πειθαρχικό όργανο κατά τον Κανονισμό) στο οποίο εκτίθεται ότι ευθύνη μπορεί να αποδοθεί στον Ε. Τ., για πλημμέλεια εκτέλεσης της υπηρεσίας του, β) την από 26/1/1997 αναφορά του Τμηματάρχη της Διευθύνσεως ταμειακών Κ. Α., προς τη Διεύθυνση Ταμείου, στην οποία αναφέρει ότι ο Ε. Τ. έχει δημιουργήσει και στο παρελθόν προβλήματα στην εκτέλεση της υπηρεσίας και γ) το υπ' αριθμ. 762/32/18/2/1997 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικού-Τμήμα Υπηρεσιακής Εξέλιξης Προσωπικού .Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος,καθόσον από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και τα ως άνω έγγραφα.

Επειδή, πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι νομίμως προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή, ένσταση ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (Ολ.Α.Π. 11/1996). Αν όμως από την απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή κατ' ουσίαν ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρη πρώτο και τέταρτο, καθώς και με το δεύτερο λόγο, μέρος τρίτο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ,Πολ.Δ., προβάλλει τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, α) δέχθηκε χωρίς να προταθεί από την εναγομένη ότι ο Δ. Τ. υπηρέτησε ως αναπληρωτής προϊστάμενος από 1/10/1986 και προϊστατο στο τμήμα Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών του Κεντρικού Καταστήματος, δεδομένου ότι τέτοιο τμήμα δεν υφίσταται στο Κεντρικό Κατάστημα, β) δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα απ' αυτόν ισχυρισμό ότι ο Ε. Τ. ήταν απείθαρχος υπάλληλος και ότι αυτός επί 6,5 έτη δεν προσέφερε υπηρεσίες στην τράπεζα (από το 1990 ήταν αποσπασμένος στο συνδικαλιστικό σωματείο των υπαλλήλων της τράπεζας και στη συνέχεια μέχρι τον Οκτώβριο του 1993 ήταν διορισμένος ως νομάρχης στη Νομαρχία Μεσσηνίας και γ) δέχθηκε ότι άπαντες οι προαχθέντες γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς η αναιρεσίβλητη να το προτείνει. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της εφέσεως του αναιρεσίβλητου κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., α ) η αναιρεσίβλητη είχε προτείνει με λόγο εφέσεως ότι ο Δ. Τ. ήταν "αναπληρωτής προϊστάμενος του τμήματος Διοικητικών και Οικονομικών Υπηρεσιών (Ι.Ε.Τ.Α.) από 1/10/1986 και Προϊστάμενος του ανωτέρω Τμήματος από 17/12/1996 ...". Η αιτίαση ότι δεν υφίστατο ως άνω τμήμα στο Κεντρικό Κατάστημα, είναι απαράδεκτη, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. β ) Η αιτίαση ότι ο Ε. Τ. ήταν απείθαρχος υπάλληλος πλήττει, επίσης, την ανέλεγκτη από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ενώ το γεγονός ότι ο προαχθείς Ε. Τ. για διάστημα 6,5 ετών δεν υπηρέτησε στην αναιρεσίβλητη αλλά στις προαναφερθείσες θέσεις δεν αποτελεί γεγονός που απομειώνει τα δεκτά γενόμενα προσόντα του και γ) η αναιρεσίβλητη είχε αναφέρει ότι οι προαχθέντες γνωρίζουν την αγγλική γλώσσα, χωρίς να έχουν σχετικό πιστοποιητικό.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκτίθεται από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, μέρος δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο Ε. Τ. δεν είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά χωρίς απόδειξη, ενώ από το 762/32/18/2/1987 έγγραφο προκύπτει ότι η τελευταία "... τον παρατήρησε αυστηρά και του εγνώρισε ότι τυχόν υποτροπή σε όμοιο πειθαρχικό παράπτωμα θα ελεγχθεί και θα τιμωρηθεί αυστηρά ...". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο όχι μόνο δεν δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, αλλά στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτός από τη ρητή μνεία για τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, γίνεται και ειδική αναφορά ότι τα περί μη πειθαρχικής τιμωρίας του προαχθέντος Ε. Τ. τα άντλησε "... ιδίως από την με χρονολογία 19/4/1995 βεβαίωση της Διεύθυνσης Διοικητικού της εναγομένης ...", ενώ όσα αναφέρει ο ίδιος ο αναιρεσείων, ως προκύπτοντα από το 762/32/18/2/1987 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, ότι δηλαδή αυτή "παρατήρησε αυστηρά" τον Ε. Τ. δεν συνιστούν πειθαρχική ποινή .

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/7/1997 αίτηση για αναίρεση της 935/1997 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις15 Μαΐου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Αίρεση αναβλητική- παρακώλυση της αίρεσης- κατάφωρα άδικη η κρίση του υπόχρεου εργοδότη όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου- απλή και όχι κατάδηλη η υπέροχη του ενάγοντος σε σχέση με τους συναδέλφους του- αναίρεση- έλλειψη αιτιολογίας. 

ΑΡΙΘΜΟΣ 257/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2011 ΣΕΛ.: 1888

ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ΕΤΟΣ: 2012 ΣΕΛ.: 1108

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Δ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Κάπο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κοντοβαζαινίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-10-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 1994/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 8011/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 16-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 5-6-2009 αίτησης για αναίρεση της 8011/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3234/1927) προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον εσωτερικό οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ. Οι προαγωγές των υπαλλήλων αυτών τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας για την προαγωγή του υπαλλήλου σε ανώτερο βαθμό (ΑΚ 201). Αν κριθεί από το ανωτέρω συμβούλιο ότι ο εργαζόμενος δεν συγκέντρωνε, κατά τη συγκεκριμένη προαγωγική κρίση, τις συμφωνημένες προϋποθέσεις για την προαγωγή του στον ανώτερο βαθμό και η κρίση του αυτή είναι καταφώρως άδικη, η πλήρωση της ανωτέρω αιρέσεως παρακωλύεται εναντίον της καλής πίστεως από μέρους του εργοδότη, οπότε η αίρεση θεωρείται ότι έχει πληρωθεί (ΑΚ 207 παρ. 1). Κατάφωρα άδικη είναι η κρίση του υπόχρεου εργοδότη, όταν υπερβαίνει τα ακραία λογικά όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί ο τελευταίος κατά την εκτίμηση της υπηρεσιακής επιδόσεως και αποδόσεως του υπαλλήλου. Αν στη συγκεκριμένη περίπτωση διαπιστωθεί ότι η μη πλήρωση της αίρεσης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη με την ανωτέρω έννοια του όρου, η προαγωγή του υπαλλήλου αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο και, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 1082/1980, μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε από τότε που έπρεπε να συντελεστεί. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με το, άρθρο 12 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή στον τρίτο βαθμό που είναι ο βαθμός του Εντεταλμένου Τμηματάρχη Προϊσταμένου, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού Συμβουλίου (Διοικητικού Συμβουλίου) της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από πρόταση του Διοικητή, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά, οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου, ήτοι να υπάρχει κενή οργανική θέση, να έχει συμπληρώσει ο υπάλληλος στο βαθμό που κατέχει, τον απαιτούμενο χρόνο ευδόκιμης υπηρεσίας, να έχει τα προσόντα της ανώτερης θέσης και να έχει επιδείξει, σε όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του, εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και εργατικότητα ... . Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσελήφθη στις 19-7-1976 από την εναγομένη κι ήδη αναιρεσίβλητη, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθ' όσον ο Οργανισμός της Τράπεζας προβλέπει όριο ηλικίας, μετά τη συμπλήρωση του οποίου, ο υπάλληλος αποχωρεί υποχρεωτικά από την υπηρεσία, μετά από επιτυχία της σε διαγωνισμό, ενταχθείσα στον λογιστικό κλάδο των υπαλλήλων. Εξελίχθηκε υπηρεσιακά, μέχρι τον βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-10-1994. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού τμήματος της Σχολής Ν.Ο.Ε. του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και έχει καλή γνώση της Αγγλικής γλώσσας. Έχει παρακολουθήσει δώδεκα επιμορφωτικά σεμινάρια, ήταν εισηγήτρια σε τέσσερα εκπαιδευτικά σεμινάρια που διενεργήθηκαν στην Θεσσαλονίκη και συντονίστρια δύο ερευνών, κατά παραγγελία της Διεύθυνσης Οικονομικών Μελετών για τις προοπτικές του τουρισμού στη Χαλκιδική το 2003. Κατά την πρόσληψή της, τοποθετήθηκε στο υποκατάστημα της Τράπεζας στη … στο τμήμα Εισαγωγών Εξαγωγών, από το 1976 έως το 1985 και εν συνεχεία στη Στατιστική Υπηρεσία από το 1985 έως το 1995 και στο τμήμα Ισοζυγίου-Στατιστικής (Υπηρεσία Οικονομικής Συγκυρίας), από το 1995, συνεχώς, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Στο Τμήμα αυτό, άσκησε καθήκοντα αναπληρώτριας Προϊσταμένης από 5-8-1999 έως 11-7-2002 και εν συνεχεία, καθήκοντα Προϊσταμένης. Στις εκθέσεις αξιολόγησης, επί δέκα επτά συνολικά κριτηρίων, το έτος 1999 χαρακτηρίσθηκε με 10 "εξαίρετη" και 7 "πολύ καλή", το 2000 με 11 "εξαίρετη" και 6 "πολύ καλή", το 2001 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή", το 2002 με 13 "εξαίρετη" και 4 "πολύ καλή". Η τελευταία βαθμολογία λαμβάνεται υπ' όψιν, μόνον για τις προαγωγικές κρίσεις του 2003. Κατά τις κρίσεις της 27-5-2002 για την προαγωγή Τμηματαρχών στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Α. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-2-1972, εντάχθηκε στον ταμειακό κλάδο και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, απασχολήθηκε στον τομέα Επιθεώρησης Κεντρικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης και σε άλλες υπηρεσιακές μονάδες, παρακολούθησε πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει πολύ καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 13 "εξαίρετος". 2. Χ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1992, είναι κάτοχος διπλώματος "Proficiency" της Αγγλικής γλώσσας, έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο και βαθμολογήθηκε το 1999 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός", και το 2000 με 15 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ταμείου Τίτλων της Διεύθυνσης Ταμείων και στο Τμήμα Διαχείρισης Ξένων Τραπεζογραμματίων, άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου από 14-8-1984 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 8-12-1991. Υπήρξε εισηγητής σε επιμορφωτικά σεμινάρια υπαλλήλων της Τράπεζας και μέλος της ομάδας εργασίας της Interpole για την καταπολέμηση της πλαστότητας τραπεζογραμματίων. 3. Κ. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 3-4-1991, γνωρίζει την αγγλική σε επίπεδο "Lower", έχει παρακολουθήσει δύο σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και το 2000 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία διαχειρίσεως, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 3-4-1995. Συνέταξε μελέτη για τη μηχανοργάνωση των κλειδαρίθμων που υλοποιήθηκε από την Τράπεζα. 4. Β. Β., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 8-7-1974, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1995, έχει καλή γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με 13 "εξαίρετος" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οργάνωσης και προγραμματισμού και στο τμήμα Καταθέσεων του Τομέα Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου, από τον Οκτώβριο του 2000 στο Τμήμα επιχειρησιακού σχεδιασμού και υποστήριξης διαδικασιών. 5. Κ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 19-6-1973, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1992, παρακολούθησε τέσσερα επιμορφωτικά σεμινάρια, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 με 17 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Διαχείρισης ξένων τραπεζογραμματίων και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 18-7-1988. Συνέταξε μελέτες και εισηγήσεις σε επιμορφωτικά σεμινάρια και υπήρξε εισηγητής σε προγράμματα εκπαίδευσης σχετικά με τον έλεγχο γνησιότητας των τραπεζογραμματίων, συνέταξε δε αντίστοιχο εγχειρίδιο. Υπήρξε μέλος επιτροπών για το σχεδιασμό της παραγωγής και κυκλοφορίας του ευρώ, της απόσυρσης του εθνικού νομίσματος και της εκπαίδευσης του κοινού στο ευρώ, ενώ συμμετείχε και σε ομάδες εργασίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. 6. Θ. Μ. - Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 3-3-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1987, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 1999 και το 2000 με 17 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Οικονομικών Υπηρεσιών και άσκησε καθήκοντα αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 16-5-1991 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1992. Έχει εκπονήσει προτάσεις για την ενοποίηση των λογαριασμών της μισθοδοσίας του προσωπικού της Τράπεζας και για τις εισφορές των ασφαλιστικών ταμείων της και είχε αναλάβει καθήκοντα ελεγκτή αστικής εταιρίας. 7. Σ. Χ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 12-8-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1992, γνωρίζει μέτρια την αγγλική και ιταλική γλώσσα, έχει παρακολουθήσει πέντε επιμορφωτικά σεμινάρια. Δεν βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000, διότι απεσπάσθη στο Σ.Υ.Τ.Ε., από 7-9-1995, ως συνδικαλιστής, ο χρόνος όμως της απόσπασης των συνδικαλιστών λογίζεται ως ευδόκιμη υπηρεσία. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 28-11-1988. 8. Δ. Γ., πτυχιούχος Παιδαγωγικής Ακαδημίας, ΑΣΟΕΕ και ΑΒΣ Θεσσαλονίκης. Προσελήφθη στις 19-7-1976, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1990. Έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής. Έχει παρακολουθήσει εννέα επιμορφωτικά σεμινάρια της Τράπεζας και έχει συμμετάσχει σε σεμινάρια εκτός Τραπέζης, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης, έχει συμμετάσχει σε επιτροπές και ομάδες εργασίας και υπήρξε εισηγητής σε σειρά σεμιναρίων επί τραπεζικών και οικονομικών θεμάτων. Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών, στην Υπηρεσία Εποπτείας, και στην Υπηρεσία Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 21-7-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 26-6-2000. 9. Β. Δ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 14-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων και βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο Τμήμα Ενέγγυων πιστώσεων και αξιών και στον τομέα μελέτης και σχεδιασμού της Διεύθυνσης Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών. Έχει συντάξει σημαντικό αριθμό μελετών, σχεδίων και προτάσεων και υπήρξε εισηγητής σε σεμινάρια του Τμήματος Επιμόρφωσης της Τράπεζας. 10. Ν. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 11-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής, έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια και για τα έτη 1999 και 2000 βαθμολογήθηκε με 18 "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στον Τομέα Στατιστικής Ισοζυγίου Πληρωμών και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτού Προϊσταμένου Τμήματος από 1-8-2001. Είναι τακτικό μέλος της ομάδας εργασίας της στατιστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Eurostat για το ισοζύγιο πληρωμών. 11. Σ. Κ., πτυχιούχος Α.Σ.Ο.Ε.Ε., προσελήφθη στις 12-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-7-1996, έχει καλή γνώση της Αγγλικής και έχει παρακολουθήσει μεγάλο αριθμό σεμιναρίων. Βαθμολογήθηκε τα έτη 1999 και 2000 με δεκατρία "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο τμήμα εποπτείας λοιπών Εμπορικών Τραπεζών, στο τμήμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, στον τομέα εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών του τμήματος κίνησης κεφαλαίων, στον τομέα στατιστικής ισοζυγίου πληρωμών, όπου άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας. 12. Α. Τ., πτυχιούχος Α.Β.Σ. Πειραιώς, προσελήφθη στις 21-8-1980, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1996, έχει μέτρια γνώση της Αγγλικής και πολύ καλή γνώση της Γαλλικής, έχει παρακολουθήσει επτά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 1999 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και το 2000 με εννέα "εξαίρετος" και επτά "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο Υποκατάστημα …, στο Τμήμα πιστώσεως και αναπροεξοφλήσεως χαρτοφυλακίου Τραπεζών, στην Υπηρεσία Αξιών - Ενέγγυων πιστώσεων, στην Υπηρεσία Γενικών Εργασιών και Συναλλάγματος και άσκησε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 15-3-1995. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υστερεί ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα του πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, εβδόμου, ισοδυναμεί με τον όγδοο ως προς την γενική αρχαιότητα, ενώ υστερεί τούτου ως προς την ειδική, υπερτερεί, ως προς τα ίδια στοιχεία, των ενάτου, δέκατου, ενδέκατου και δωδέκατου. Υπερτερεί, ως προς τους τίτλους σπουδών, ως κατέχουσα πτυχίο Α.Ε.Ι., των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και έβδομου, οι οποίοι είναι απόφοιτοι Γυμνασίου. Είναι ισοδύναμη με τους ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο, ενώ υστερεί του όγδοου (Δ. Γ.), ο οποίος κατέχει τρία πτυχία Α.Ε.Ι. Είναι ισοδύναμη με όλους ως προς την γνώση της Αγγλικής, πλην του δεύτερου ως προς το επίπεδο γνώσης (Proficiency), του εβδόμου και δωδέκατου, οι οποίοι γνωρίζουν δύο ξένες γλώσσες. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό των επιμορφωτικών σεμιναρίων. Ως προς την βαθμολογία των ετών 1999 και 2000 που ελήφθη υπ' όψιν για την ένδικη προαγωγική κρίση, υστερεί των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, ένατου, δέκατου και ενδέκατου, ενώ ως προς τον δωδέκατο, υστερεί στη βαθμολογία του 1999 και υπερτερεί στη βαθμολογία του 2000. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των συναδέλφων της. Η υπεροχή της έναντι των συναδέλφων της που προαναφέρθηκαν, ως προς τους τίτλους σπουδών, αντιτάσσεται έναντι της υπεροχής των τελευταίων ως προς την γενική και ειδική αρχαιότητα, στοιχεία που συνεκτιμώνται και με την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και τη γνώση και εμπειρία που απέκτησαν.

Συνεπώς, η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της εκκαλούσας (ενάγουσα), δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή, κατά την κυρία της βάση (σε σχέση με τους ως άνω δώδεκα συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων δώδεκα υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων. Ακόμη διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και επομένως είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως και τα εξής: Κατά τις επόμενες προαγωγικές κρίσεις, της 15-12-2003, στον ίδιο βαθμό, παρελείφθη η εκκαλούσα (ενάγουσα) και προήχθησαν οι κατωτέρω συνάδελφοι της: 1. Γ. Α., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 20-4-1972, προήχθη σε Τμηματάρχη στις 15-7-1996, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", το 2001 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός" και το 2002 με δέκα έξι "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και στο κεντρικό Κατάστημα στη Διεύθυνση Ταμείων. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 1-12-1988 και Προϊστάμενου Υπηρεσίας από 18-7-1994 2. Ι. Γ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 14-11-1979, προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-10-1999, έχει μέτρια γνώση της αγγλικής, έχει παρακολουθήσει δύο επιμορφωτικά σεμινάρια. Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα …, στο ΙΕΤΑ. Άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 11-10-1989 και Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 29-4-1991. Από 12-5-1997, είναι Προϊστάμενος Υπηρεσίας στον Σύλλογο Υπαλλήλων της Τράπεζας και γι' αυτό δεν έχει αξιολογηθεί από τότε. 3. Ι. Ε., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 7-11-1974 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-1-1995. Έχει παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο. Έχει μέτρια γνώση της αγγλικής και βαθμολογήθηκε το 2000 με δεκαπέντε "εξαίρετος" και δύο "πολύ καλός", και το 2001, 2002 με δέκα επτά "εξαίρετος". Απασχολήθηκε στο υποκατάστημα … και Κεντρικό Κατάστημα στο Ταμείο Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ, στη Διεύθυνση Πληροφορικής και Οργάνωσης και άσκησε καθήκοντα Διευθυντού των διοικητικών υπηρεσιών του Ταμείου Αλληλοβοήθειας ΣΥΤΕ τα έτη 2001 και 2002. 4. Χ. Μ., απόφοιτος Γυμνασίου, προσελήφθη στις 24-1-1972 και προήχθη σε Τμηματάρχη την 1-4-1993. Έχει καλή γνώση της αγγλικής και έχει παρακολουθήσει επτά επιμορφωτικά σεμινάρια. Βαθμολογήθηκε το 2000, 2001, 2002 σε όλα τα στοιχεία "εξαίρετος". Ανέλαβε καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 12-2-1992, Αναπληρωτή Προϊσταμένου Τμήματος από 30-12-1993 και από 17-2-2001 είναι Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Γραμματείας Διεύθυνσης Διοικητικού της Τράπεζας. Από τη σύγκριση των προσόντων τους με αυτά της εκκαλούσας (ενάγουσας), προκύπτει ότι η τελευταία υπερέχει όλων ως προς τους τίτλους σπουδών, υστερεί του πρώτου, τρίτου τέταρτου ως προς την γενική αρχαιότητα, υπερτερεί του δεύτερου, ως προς αυτήν, υπερτερεί του πρώτου, δεύτερου, τρίτου ως προς την ειδική αρχαιότητα, ενώ υστερεί του τέταρτου. Υπερτερεί όλων ως προς τον αριθμό σεμιναρίων, ισοβαθμεί με όλους ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, ενώ υστερεί όλων ως προς τη βαθμολογία. Με βάση τα στοιχεία αυτά, δεν προκύπτει κατάδηλη, αλλά απλή υπεροχή της εκκαλούσας έναντι των άνω συναδέλφων της.

Συνεπώς, η κρίση του Γενικού συμβουλίου της Τράπεζας περί προαγωγής των προαναφερθέντων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου αντί της εκκαλούσας, δεν είναι κατάφωρα άδικη και ως εκ τούτου δεν παρακωλύθηκε από αυτήν, εναντίον της καλής πίστης, η πλήρωση της αίρεσης, υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρχε καταφανής, αλλά απλή υπεροχή της αναιρεσείουσας, ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έναντι των προαναφερόμενων τεσσάρων συναδέλφων της και ότι η παράλειψη της και η αντ' αυτής προαγωγή εκείνων στον βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν ήταν καταφώρως άδικη, έτσι δε δεν παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστεως η πλήρωση της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της στον άνω βαθμό. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει την αγωγή και κατά την επικουρική της βάση (σε σχέση με τους ως άνω τέσσερις συγκρινόμενους υπαλλήλους), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 παρ. 1 ΑΚ, μόνο ως προς τους συγκρινόμενους υπαλλήλους Γ. Α., Ι. Ε. και Χ. Μ., αφού υπό τα προεκτεθέντα περιστατικά η προαγωγή των προαναφερθέντων τριών υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, αντί της αναιρεσείουσας (ενάγουσας), κατά τις κρίσεις της 15-12-2003, δεν είναι κατάφωρα άδικη, όπως συνάγεται από τη συνολική εκτίμηση των εκατέρωθεν τυπικών και ουσιαστικών προσόντων, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων σε σχέση με την αναιρεσείουσα και τους τρεις ως άνω υπαλλήλους. Αντίθετα, σε σχέση με τον συγκρινόμενο υπάλληλο Ι. Γ., το Εφετείο με την κρίση του ότι και ως προς αυτόν η αναιρεσείουσα δεν υπερτερεί καταδήλως, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 ΑΚ, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων. Ειδικότερα, τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα της αναιρεσείουσας, συγκρινόμενα κατόπιν συνολικής εκτιμήσεώς τους, με εκείνα του προαχθέντος συναδέλφου της, προσδίδουν σ' αυτήν κατάδηλη έναντι εκείνου υπεροχή. Και τούτο διότι η αναιρεσείουσα υπερέχει αυτού ως προς τους τίτλους σπουδών, τη γενική και ειδική αρχαιότητα, τον αριθμό σεμιναρίων, τη γνώση ξένης γλώσσας και τη βαθμολογία. Περαιτέρω, ενώ γίνεται δεκτό ότι ο υπάλληλος αυτός έχει μέτρια γνώση και η αναιρεσείουσα καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, εν τούτοις κρίνει ότι ισοβαθμεί ως προς αυτόν στη γνώση ξένης γλώσσας. Ακόμη, ενώ γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι ο υπάλληλος αυτός από 12-5-1997 δεν έχει αξιολογηθεί ως προς την εκτέλεση τραπεζικών εργασιών, εν τούτοις δέχεται ότι και αυτός υπερτερεί της αναιρεσείουσας στη βαθμολογία. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ο από τον αριθμό 1, αληθώς δε από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, σε σχέση μόνο με τον συγκρινόμενο υπάλληλο της αναιρεσίβλητης Ι. Γ., να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε αυτήν, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (αρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, την 8011/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναιρείται, στο ως άνω δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2011.

 

Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 5610/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών

Αριθμός 850/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2012 ΣΕΛ.: 117

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Ασπασία Καρέλλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Απριλίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

 

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 257/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 9505/1998 και 8351/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 16-3-2000 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 598/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 8351/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5610/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-12-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου διάβασε την από 5-11-2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 201 Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματα της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια, υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξία είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα που συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, η αίρεση υπό την οποία τελεί η προαγωγή θεωρείται ότι πληρώθηκε, εφόσον θα διαπιστωθεί ότι η κρίση του εργοδότη, ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο του μισθωτού των προς προαγωγή προϋποθέσεων, είναι κατάφωρα άδικη ή παρακωλύθηκε εναντίον της καλής πίστης να πληρωθεί. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων από το βαθμό του Τμηματάρχη στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, που είναι ο 3ος βαθμός στην ιεραρχία των υπαλλήλων αυτής της Τράπεζας, αποφασίζεται κατ' απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση του Γενικού της Συμβουλίου, μετά πρόταση του Διοικητή της, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το ίδιο άρθρο, ήτοι, α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσης, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών, γ) να έχει ο υπάλληλος τα προσόντα της ανώτερης θέσης, δ) να έχει επιδείξει εξαιρετική επίδοση, ήθος, ικανότητα και φιλεργία και ε) να έχει επιδείξει κατά την άσκηση της όλης του υπηρεσίας ικανότητα συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού των μέσων που έχουν τεθεί στη διάθεσή του και του υπάρχοντος προσωπικού κατά τρόπο που να αυξάνει την απόδοση του έργου της υπηρεσίας του και την παραγωγικότητα των εργαζομένων σ' αυτή. Με την 20/21-12-1990 απόφαση του Γενικού Συμβουλίου, τροποποιήθηκε η παραπάνω διάταξη του άρθρου 12 του Οργανισμού και θεσπίστηκαν για τους κρινόμενους με το βαθμό του λογιστή και άνω και άλλα προσόντα και ικανότητες, όπως γνώσεις και ικανότητα να εκτελέσουν εκτός από τις συνήθεις τραπεζικές, διοικητικές, εκτελεστικές και συναφείς εργασίες, άλλα περισσότερα εξειδικευμένα καθήκοντα που αναφέρονται σε βασικές λειτουργίες της Κεντρικής Τράπεζας. Περαιτέρω, μέχρι το έτος 1984 οι προαγωγές των υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδος γίνονταν βάσει αξιολογήσεως αυτών, στηριζόμενης, εκτός των λοιπών στοιχείων του άρθρου 12 του Οργανισμού και στη βαθμολογία τους για τα ουσιαστικά τους προσόντα, η οποία καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα ποιότητας. Από το έτος 1985 μέχρι και το έτος 1989 η αξιολόγηση των υπαλλήλων γινόταν βάσει βαθμολογίας, που καταχωρείτο στα κατ' έτος συντασσόμενα φύλλα επίδοσης, από πρώτο και δεύτερο κριτή, για τα περιγραφόμενα στα φύλλα επί μέρους προσόντα, με κλίμακα βαθμολογίας 1-5 με άριστα το 1. Στη συνέχεια το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού της καταστάσεως των υπαλλήλων, που τροποποιήθηκε με τις 2/27-2-1987, 20/21-12-1990 και 15/29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου, εγκρίθηκε η εφαρμογή νέων φύλλων επίδοσης του νέου ειδικού κανονισμού σύνταξης τους ενώ από το μήνα Αύγουστο του έτους 1991 και χωρίς να έχει μεσολαβήσει τροποποίηση του οργανισμού η αξιολόγηση γίνεται από Γνωμοδοτικές Επιτροπές, που συστήνονται κατ' έτος με πράξη του Διοικητή.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα Τράπεζα της Ελλάδος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ως υπάλληλος στις 19-7-1976 (Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα - Γ.Υ.Α.) εντάχθηκε στο Λογιστικό Κλάδο και εξελίχθηκε βαθμολογικά στο βαθμό του Τμηματάρχη, τον οποίο κατέχει από 1-1-1989 (Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα - Ε.Υ.Α). Κατέχει πτυχίο Νομικής, τμήματα Οικονομικό, Νομικό (1979) και Δημοσίου Δικαίου - Πολιτικών Επιστημών (1982). Γνωρίζει, προς όφελος της εναγομένης, στο επίπεδό του "πολύ καλά" την αγγλική και στο επίπεδό του " μέτρια " την ιταλική [για τη γνώση της αγγλικής λαμβάνει, από 24-8-1995 σχετικό επίδομα 7%]. Μέχρι την 1-1-1997 παρακολούθησε ένδεκα ενδοτραπεζικά προγράμματα, ένα πρόγραμμα εξωτραπεζικό στην ημεδαπή, ένα πρόγραμμα εξωτραπεζικό στη Γαλλία και ένα σεμινάριο με ξένους εισηγητές [αγγλικά PRE INTERMEDIATE (118,5 και 40 ώρες), "διεθνείς συναλλαγές" (22,5 ώρες), "αρχές πληροφορικής" (14 ώρες), "λογιστική" (50 ώρες), "βασικές αρχές διοικητικής επιμόρφωσης" (37 ώρες), "οργάνωση εργασίας" (14,5 ώρες), "MANAGEMENT και παραγωγικότητα" (29,5 ώρες), "διεθνείς τραπεζικές εξελίξεις και ο νέος ρόλος της Τράπεζας της Ελλάδος" (7,5 ώρες), CHANGES IN BAKING-INTRODUGTION TO DERIVETIVES (35 ώρες). WINDOWS 3,1 END EXCEL 5.0' (27 ώρες), "τεχνολογία της πληροφορικής στον τραπεζικό τομέα" (20-12-1994), INTENSIVE ENGLISH SEMINAR (17 έως 21-6-1996)]. Συμμετείχε σε Επιτροπές και Ομάδες Εργασίας [Επιτροπές για ορθολογική αξιοποίηση του μηχανολογικού εξοπλισμού (14-1-1993), "σύνταξη προδιαγραφών επίπλων και επιλογή προμηθευτών του Κεντρικού Καταστήματος" (14-1-1993) "αξιολόγηση των προσφορών προμήθειας και εγκατάστασης κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και καταγραφής εικόνων σε βίντεο" (16-1-1995) "σύνταξη προδιαγραφών Συστήματος Ηλεκτρονικής Αρχειοθέτησης Εγγράφων" (4-4-1995) "υποστήριξη της λειτουργίας του ισοζυγίου πληρωμών (3-10-1996), "σύνταξη προδιαγραφών επίπλων και επιλογή προμηθευτών των υποκαταστημάτων (26-9-1995) Ομάδες Εργασίας για "καλύτερη αξιολόγηση μηχανολογικού εξοπλισμού - φωτοαντιγραφικών μηχανών", "παρακολούθηση του μηχανογραφικού και λοιπού εξοπλισμού της τράπεζας με τη χρήση νέας τεχνολογίας", "διαδικασία συγχώνευσης της Διεύθυνσης Εργασιών Ασφαλιστικών Οργανισμών με τη Διεύθυνση Εργασιών Δημοσίου και Οργανωτική δομή της νέας Διεύθυνσης" ]. Υπηρέτησε ως απλός υπάλληλος [Τμήμα Ελέγχου Εισαγωγών στη Διεύθυνση Εμπορικών Συναλλαγών με την Αλλοδαπή (1976), Τμήμα Οργάνωσης της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Μηχανογράφησης (1983) από την 3-3-1989 του χορηγείται επίδομα ευθύνης προϊσταμένου υπηρεσίας και από την 13-3-1992 του χορηγείται επίδομα αναπληρωτού προϊσταμένου τμήματος]. Έχει ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Η βαθμολογία του είναι : Α. Στο χρονικό διάστημα 1-10-1986 έως 30-9-1987" αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, 2-1-2-1-1-1. Αναφέρονται ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής. "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερη της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις, δεν απουσιάζει άσκοπα από τη θέση του ... Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγάλη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεσή του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και των διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση ... Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς ... Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς". Β. Στο χρονικό διάστημα από 1-10-1987 έως 30-9-1988 αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/ προγραμματισμός, εποπτεία/διοίκηση, 2-1-2-1-1-1-1-2. Αναφέρονται, ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής. "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερη της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις. Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγαλύτερη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεση του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση. Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς. Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς. Διαθέτει άριστες ικανότητες στην οργάνωση και τον προγραμματισμό, κάνει ορθές και έγκαιρες προβλέψεις, οι ιδέες και απόψεις του γίνονται αποδεκτές από όλους, υπερέχει από πολλούς. Εποπτεύει, συντονίζει καθοδηγεί και αξιολογεί πολύ καλά τους υφισταμένους του, καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία στελεχών, εκχωρεί αρμοδιότητες". Γ . Στο χρονικό διάστημα από 1-10-1988 έως 30-9-1989, αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/προγραμματισμός, εποπτεία/διοίκηση, 2-1-2-1-1-1-1-2. Αναφέρονται ακόμη, στο οικείο "φύλλο επίδοσης" τα εξής: "Η ποσότητα εργασίας του είναι σταθερά η αναμενόμενη και σε μερικές περιπτώσεις ανώτερης της αναμενόμενης, δεν παρουσιάζει καθυστερήσεις. Η εργασία του είναι πάντοτε ακριβής και πλήρης, δεν χρειάζεται έλεγχο, δείχνει μεγάλη προθυμία στην ανάληψη έργου και μεγάλο βαθμό υπευθυνότητας και αξιοπιστίας στην εκτέλεσή του, υπερέχει από πολλούς. Έχει πολύ καλή γνώση των μεθόδων και των διαδικασιών της εργασίας του καθώς και των σχετιζομένων εργασιών, σπάνια χρειάζεται καθοδήγηση. Η επικοινωνία του στο γραπτό και προφορικό λόγο είναι άριστη, υπερέχει από πολλούς. Συνεργάζεται άριστα και αρμονικά με τους άλλους, ποτέ δεν δημιουργεί προβλήματα και τον διακρίνει υψηλό πνεύμα ομαδικότητας, υπερέχει από πολλούς. Αναλαμβάνει πάντα πρωτοβουλίες και αντιμετωπίζει πάντα επείγοντα και απρόβλεπτα προβλήματα, είναι εξαιρετικά δημιουργικός και επινοητικός, διακρίνεται σταθερά για την πρωτόβουλη δράση του, υπερέχει από πολλούς. Διαθέτει άριστες ικανότητες στην οργάνωση και τον προγραμματισμό, κάνει ορθές και έγκαιρες προβλέψεις, οι ιδέες του και οι απόψεις του γίνονται αποδεκτές από όλους, υπερέχει από πολλούς. Εποπτεύει, συντονίζει καθοδηγεί και αξιολογεί πολύ καλά τους υφισταμένους του, καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για τη δημιουργία στελεχών, εκχωρεί αρμοδιότητες".Δεν έχει ποινές. Αξιολόγηση του από Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών, μετά το έτος 1989 ή άλλα υπηρεσιακά προσόντα του, πριν από το έτος 1986 και μετά το έτος 1989 (μέχρι την 1-1-1997) δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι κατά τις προαγωγικές κρίσεις των υπαλλήλων της Κατηγορίας Β' του έτους 1994 για την πλήρωση κενών οργανικών θέσεων στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, από 1-7-1994 [απόφαση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας 9/7-9-1994 Εγκύκλιος της Διοικήσεως της αναιρεσείουσας 12/8-9-1994] ο αναιρεσίβλητος παραλήφθηκε ενώ προήχθησαν και οι κατονομαζόμενοι στην αγωγή ομοιόβαθμοι συνάδελφοί του, μεταξύ των οποίων και ο Α. Μ. (του Λογιστικού Κλάδου), ο οποίος έχει Γ.Υ.Α. την 25-8-1971 και Ε.Υ.Α. (στο βαθμό του Τμηματάρχη) την 1-1-1988. Αυτός έχει πτυχίο ΑΒΣΠ/Διοίκηση Επιχειρήσεων. Μέχρι την 1-7-1994 : Παρακολούθησε τρία επιμορφωτικά σεμινάρια [Διοικητική Επιμόρφωση MANAGEMENT, Το Έργο των Προϊσταμένων, Εφηρμοσμένη Διοίκηση GRID]. Υπηρέτησε στο Κεντρικό Κατάστημα [Τμήμα Στατικού Λογισμού, αρχικώς ως απλός υπάλληλος και από το έτος 1981, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας], με απόσπαση στο Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, από 25-4-1988, ως μέλος του Διοικητικού του Συμβουλίου και από 19-5-1992 ως Πρόεδρός του. Δεν έχει ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Βαθμολογήθηκε, αντιστοίχως, για ποσοτική απόδοση, ποιοτική απόδοση, υπηρεσιακή κατάρτιση, επικοινωνία, συνεργασία, πρωτοβουλία, οργάνωση/προγραμματισμός, εποπτεία/ διοίκηση, με 1-1-1-2-1-1-1-1 (στο έτος 1987), με 1-1-1-2-1-1-1-1 (στο έτος 1988) και με 1-1-1-2-1-1-1-1 9 (στο έτος 1989) Έχει ποινές [καταδικάσθηκε κατά πλειοψηφία από το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, σε φυλάκιση 3 ετών, για καθεμία από τις πράξεις της απάτης από κοινού, κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία με χρήση που τέλεσε στο χρονικό διάστημα από 19-5-1992 έως 31-1-1997 σε βάρος του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, ως Πρόεδρός του (συνολική ποινή φυλάκισης 4 ετών)]. Αξιολόγηση του από Γνωμοδοτική Επιτροπή Προαγωγών, μετά το έτος 1989 ή άλλα υπηρεσιακά προσόντα του πριν από το έτος 1986 και μετά το έτος 1989 (μέχρι 1-7-1994) δεν προκύπτουν από τα στοιχεία της δικογραφίας. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι από τη σύγκριση των υπηρεσιακών προσόντων του ενάγοντος και του Α. Μ. (μέχρι τον κρίσιμο χρόνο 1-7-1994) ενάγων είναι ισοδύναμος έναντι αυτού, ως προς την Ε.Υ.Α., το πτυχίο Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, υστερεί ως προς τη Γ.Υ.Α. ενώ υπερτερεί ως προς τη γνώση ξένων γλωσσών, την άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων και την ευδόκιμη υπηρεσία στο βαθμό του Τμηματάρχη. Ενόψει αυτών ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς έναντι του συγκρινόμενου Α. Μ., ώστε να καθίσταται καταφώρως εξ αντικειμένου άδικη η κρίση του Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, για παράλειψη της προαγωγής του στο βαθμό του Τμηματάρχη - Προϊσταμένου, από 1-7-1994 και συνεπώς δικαιούται να προαχθεί από 1-7-1994 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου. Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 207 Α.Κ., ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, γιατί με αυτά που δέχθηκε η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος Α. Μ., είναι κατάδηλη οι αιτιολογίες δε της προσβαλλόμενης αποφάσεως καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου (άρθρο 207 ΑΚ) για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας. Ειδικότερα, επαρκείς είναι οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα κρίσιμα για την προαγωγή στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη ουσιαστικά προσόντα, της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, της ευδόκιμης υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό (του Τμηματάρχη) και της γνώσης ξένων γλωσσών, στα οποία υπερτερεί ο αναιρεσίβλητος έναντι του προαχθέντος Α. Μ. και τα οποία, σε συνδυασμό με την ισοδυναμία των ανωτέρω ως προς τα πτυχία Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, καθιστούν κατάδηλη την υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του προαχθέντος Α. Μ.. Το μη ευδόκιμο της υπηρεσίας του Α. Μ. στο βαθμό του τμηματάρχη, συναρτάται, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με το γεγονός ότι ο ανωτέρω από τις 25-4-1988, δηλαδή σχεδόν από της προαγωγής του στο βαθμό του Τμηματάρχη, μέχρι 18-5-1992 ήταν, μετά από απόσπαση, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος και από 19 - 4 - 1992 μέχρι και της προαγωγής του, την 1-7-1994 ήταν Πρόεδρος του παραπάνω Ταμείου. Το ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι ο αναιρεσίβλητος δεν έχει ποινές ενώ ο Α. Μ. έχει και συγκεκριμένα έχει καταδικασθεί από το Α' Πενταμελές Εφετείο σε ποινή φυλακίσεως τριών ετών για κάθε μία από τις πράξεις της απάτης από κοινού κατ' εξακολούθηση και της ηθικής αυτουργίας σε πλαστογραφία και συνολικά σε ποινή φυλακίσεως 4 ετών, πράξεις που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 19-5-1992 μέχρι 3-1-1997, σε βάρος του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Περιθάλψεως Συλλόγου Υπαλλήλων Τραπέζης Ελλάδος, χωρίς να διευκρινίζεται, αν η εν λόγω αξιόποινη συμπεριφορά, η οποία εκτείνεται και σε μεταγενέστερο της προαγωγικής κρίσης χρόνο, ήταν γνωστή στο Γενικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, κατά τον κρίσιμο χρόνο των προαγωγικών κρίσεων ή διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, καθώς και πότε εκδόθηκε η καταδικαστική απόφαση, δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον μόνον οι παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος υπερτερεί του Α. Μ., ως προς τα κρίσιμα προσόντα της άσκησης υπεύθυνων καθηκόντων, της ευδόκιμης υπηρεσίας και της γνώσης ξένων γλωσσών, σε συνδυασμό με την ισοδυναμία τους ως προς τα πτυχία Α.Ε.Ι., την επιμόρφωση και τη βαθμολογία, ως εκ των οποίων η υπεροχή του αναιρεσίβλητου έναντι του Α. Μ. είναι κατάδηλη, στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο δέχθηκε την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής χωρίς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της πληρώσεως της αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η προαγωγή του αναιρεσίβλητου, είναι αβάσιμος, καθόσον από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία γίνεται λόγος για το ότι η κατάφωρα άδικη κρίση του Γενικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας συνεπάγεται και την πλήρωση της αιρέσεως, υπό την οποία τελεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό της η προαγωγή των υπαλλήλων της, προκύπτει ότι η πλήρωση της αιρέσεως στην περίπτωση του αναιρεσίβλητου, ήταν αυτόθροη συνέπεια της κατάφωρα άδικης κρίσης και δεν απαιτείτο αυτό να αναφέρεται πανηγυρικά. Τέλος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο, ότι παρεβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 201 και 207 του Α.Κ., με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ισοδύναμος με τον συγκρινόμενο Α. Μ., ως προς την ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα και ως προς τη βαθμολογία, είναι απαράδεκτος, καθόσον με την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ 1 του Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-12-2007 αίτηση για αναίρεση της 5610/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Μαΐου 2011.

 

Αριθμός 551/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ ΕΤΟΣ: 2010 ΣΕΛ.: 2051

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βενετσιάνα Κίτρου.

Του αναιρεσιβλήτου:Ψ κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.

 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1230/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3261/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 25-9-2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 5-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη και καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 201 ΑΚ αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίτηση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αιρέσεως), κατά δε το άρθρο 207 §1 του ίδιου Κώδικα, η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε, αν την πλήρωσή της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Τέτοια αναβλητική δικαιοπραξία, στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 201 ΑΚ, είναι και εκείνη με την οποία συμφωνείται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι η προαγωγή του τελευταίου θα γίνει αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις, η διαπίστωση της συνδρομής των οποίων γίνεται από τον εργοδότη ή όργανο αυτού, πράγμα το οποίο συμβαίνει και όταν η προαγωγική εξέλιξη των υπαλλήλων προβλέπεται από Κανονισμό του εργοδότη που έχει συμβατική ισχύ. Στην περίπτωση αυτή, παρακώλυση της πληρώσεως της αιρέσεως εναντίον της καλής πίστεως υπάρχει κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως και όταν ο εργοδότης ή όργανό του κρίνει ότι ο μισθωτός δεν έχει τις προϋποθέσεις που συμφωνήθηκαν για την προαγωγή, εφόσον η συγκεκριμένη αρνητική κρίση είναι καταφανώς, δηλαδή κατ' αντικειμενική κρίση, άδικη και όχι όταν η κρίση αυτή θα μπορούσε, κατ' υποκειμενική εκτίμηση, να ήταν διαφορετική. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 και 12 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της αναιρεσείουσας Τράπεζας της Ελλάδος, που έχει συμβατική ισχύ, η προαγωγή των υπαλλήλων της από τον βαθμό του Τμηματάρχη στον 3ο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, αποφασίζεται από το Γενικό Συμβούλιο αυτής κατά απόλυτη εκλογή και ελεύθερη κρίση, μετά γνώμη του Διοικητή όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ύπαρξη κενής οργανικής θέσεως, β) συμπλήρωση ευδόκιμης υπηρεσίας τριών ετών στον προηγούμενο βαθμό, γ) ύπαρξη προσόντων ανώτερης θέσεως, δ) επίδειξη εξαιρετικής επιδόσεως, ήθους, ικανότητας και φιλεργίας κατά την άσκηση της υπηρεσίας και ε) επίδειξη ικανότητας συστηματικού προσδιορισμού και αποτελεσματικού συνδυασμού διαθεσίμων μέσων και προσωπικού κατά τρόπο αυξητικό του υπηρεσιακού έργου και της παραγωγικότητας των εργαζομένων. Πέραν των προϋποθέσεων αυτών, με το άρθρο 34 του Γενικού Κανονισμού Καταστάσεως Υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, όπως τροποποιήθηκε με τις από 27-2-1987, 21-12-1990 και 29-8-1991 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου αυτής, από το έτος 1990 και εφεξής προβλέφθηκαν ως αξιολογικά στοιχεία για την προαγωγή στους ανώτερους βαθμούς οι πρόσθετες γνώσεις και η ικανότητα εκτελέσεως εξειδικευμένων καθηκόντων, όπως η ικανότητα διεκπεραιώσεως συγχρόνων τραπεζικών εργασιών, η γνώση της λειτουργίας των τραπεζικών αγορών και των νέων χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ικανότητα χειρισμού θεμάτων νομισματικής και πιστωτικής πολιτικής, λειτουργίας, εποπτείας και ελέγχου του πιστωτικού συστήματος, η γνώση και η ικανότητα ασκήσεως αποτελεσματικής διοικήσεως και βελτιώσεως των τρόπων διοικήσεως κ.λ.π. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) προσλήφθηκε από την εναγόμενη (αναιρεσείουσα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στις 21-11-1970, και εντάχθηκε στον Ταμιακό κλάδο αυτής. Τοποθετήθηκε στο Υποκατάστημα της τελευταίας στην ... και ακολουθώντας την προβλεπόμενη στον Οργανισμό αυτής υπηρεσιακή εξέλιξη, προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη από την 1-7-1987. Είναι απόφοιτος της Ριζαρείου Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής και γνωρίζει "καλά" την Αγγλική γλώσσα χωρίς τίτλο. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης, έχει παρακολουθήσει, δύο (2) επιστημονικά σεμινάρια με θέματα 1) Αρχές Διοικητικής Επιμόρφωσης και 2) Αναγνώριση Γνησιότητας - Παραχάραξη Τραπεζογραμματίων - Ευρώ. Υπηρέτησε από την πρόσληψή του (21-11-1970), όπως προαναφέρθηκε στο Υποκατάστημα της ... και, στη συνέχεια, στο Κεντρικό Κατάστημα της εναγόμενης στην ..., όπου από 1-10-1985 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ταμιακών Συναλλαγών και από 10-11-1994 στη Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης, διενεργώντας τακτικούς και έκτακτους ελέγχους διαχειρίσεως. Ανέλαβε δε καθήκοντα Αναπληρωτή Υπηρεσίας από 23-7-1991, ενώ άσκησε καθήκοντα Ελεγκτή Διαχειρίσεων από 21-3-1997. Βαθμολογήθηκε, για το έτος 1999 με 10 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλά" για το έτος 2000 με 11 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" για το έτος 2001, με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και για το έτος 2002 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη με την υπ' αριθμ. 7/27-5-2002 απόφαση του Γενικού της συμβουλίου, που κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 5/29-5-2002 εγκύκλιό της, προήγαγε, από 1-5-2002 στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου, εβδομήντα πέντε (75) Τμηματάρχες, συναδέλφους του ενάγοντος, προς πλήρωση κενών οργανικών θέσεων, παραλείποντας να προαγάγει τον ενάγοντα. Μεταξύ των προαχθέντων ήταν και οι: 1) Ζ1, 2) Ζ2, 3) Ζ3, 4) Ζ4, 5) Ζ5, 6) Ζ6, 7) Ζ7, 8) Ζ8, 9) Ζ9 10) Ζ10 και 11) Ζ11. Από τους παραπάνω: Α) ο πρώτος Ζ1 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 14-2-1972. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1992. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει δύο (2) σεμινάρια, με θέματα: α) Εσωτερικός έλεγχος, και β) Διερεύνηση και ανάλυση ισολογισμών Τραπεζών, μαθήματα Αγγλικών και GCE. Υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από το 1992. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 12 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και 13 "εξαίρετος" αντίστοιχα. Β) Ο δεύτερος Ζ2 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 14-8-1972. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει "άριστα" την Αγγλική γλώσσα (κάτοχος PROFICIENCY) προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1991. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο με θέμα "Λύση προβλημάτων-συγκρούσεις". Υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 3-2-1992. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 15 "εξαίρετος" και 2 "πολύ καλός" για το έτος 1999 και 7 "εξαίρετος" για το έτος 2000. Γ) Ο τρίτος Ζ3 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 12-8-1972. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1991. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει ένα σεμινάριο με θέμα: "Τεχνικός συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων και αγορές συναλλαγμάτος". Υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 2-9-1985, στο Υποκατάστημα Πειραιώς. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 με 12 "εξαίρετος" και 5 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 με 14 "εξαίρετος" και 3 "πολύ καλός". Δ) Ο τέταρτος Ζ4 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 8-7-1974. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και γνωρίζει "καλά" την Αγγλική γλώσσα (χωρίς τίτλο), προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-1995. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει έξι (6) σεμινάρια με θέματα: α) αρχές πληροφορικής, β) Windows 3.1, γ) Word 6.0, δ) Excel 5.0, ε) General and Banking English, στ) Μαθήματα Intermediate. Υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Τμήματος άσκησε από 10-2-2000. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 με 13 "εξαίρετος" και για το έτος 2000 με 17 "εξαίρετος". Ε) Ο πέμπτος Ζ5 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19-6-1973. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-1-1992. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης, έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια με θέματα: α) Βασικές χρηματοδοτικές έννοιες β) Εφαρμοσμένη διοίκηση Grid γ) Windows 3.1, και δ) Word 6.0. Υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 18-7-1988. Βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 με 17 "εξαίρετος". ΣΤ) Ο έκτος Ζ6 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 3-3-1972. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1996. Δεν έχει παρακολουθήσει επιστημονικά σεμινάρια και υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 21-7-1992. Βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 17 "εξαίρετος" για κάθε έτος. Ζ) Ο έβδομος Ζ7 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 12-8-1972. Είναι απόφοιτος εξαταξίου Γυμνασίου και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα. Παρακολούθησε ένα επιστημονικό σεμινάριο με θέμα: Εφαρμοσμένη Διοίκηση Grid, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη από 1-7-1992. Υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 26-6-2000. Δεν έχει βαθμολογηθεί για τα έτη από το 1995 και εντεύθεν καθόσον από 7-9-1995 είναι αποσπασμένος στο Σ.Υ.Τ.Ε. Η) Ο όγδοος Ζ8 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19-7-1976. Είναι πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ (Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων) και Α.Β Σχολής και δεν προκύπτει ότι γνωρίζει ξένη γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-4-1990. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης παρακολούθησε ένα σεμινάριο με θέμα: "Τεχνικές συλλογής και ανάλυσης στατιστικών στοιχείων". Υπεύθυνα καθήκοντα ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 26-6-2000, και βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 με 6 "εξαίρετος" και 11 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 με 8 "εξαίρετος" και 9 "πολύ καλός". Ο ένατος Ζ9 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 11-8-1980. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων) και γνωρίζει "καλά" την Αγγλική γλώσσα, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1996. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης, έχει παρακολουθήσει τέσσερα σεμινάρια με θέματα: α) Windows 3.1, β) General and banking English, γ) Μαθήματα Αγγλικών Intermediate και δ) Αγορές χρηματιστηριακών κεφαλαίων. Υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 8-3-1995 και, τέλος, βαθμολογήθηκε για τα έτη 1999 και 2000 με 17 "εξαίρετος". Ι) Ο δέκατος Ζ10, προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 12-8-1980. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ (Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων) και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα (είναι κάτοχος τίτλου Advanced). Προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-7-1996, και έχει παρακολουθήσει σεμινάρια α) εκμάθησης Αγγλικών (Intermediate Part I. Pre Intermediate και Post Intermediate) β) βασικών αρχών πληροφορικής και γ) Έλεγχος συστημάτων πληροφορικής. Υπεύθυνα καθήκοντα, δεν προκύπτει ότι άσκησε και βαθμολογήθηκε, για τα έτη 1999 και 2000 με 13 "εξαίρετος" (επί 13 κριτηρίων). ΙΑ) Ο ενδέκατος Ζ11 προσλήφθηκε από την εναγόμενη στις 21-8-1980. Είναι πτυχιούχος Α.Β.Σ. Πειραιώς (Τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων) και γνωρίζει τη Γαλλική γλώσσα καλά, προήχθη δε στο βαθμό του Τμηματάρχη την 1-10-1996. Στα πλαίσια της επαγγελματικής του επιμόρφωσης και ενημέρωσης έχει παρακολουθήσει ένα (1) σεμινάριο με θέμα την βελτίωση ανθρωπίνων σχέσεων. Υπεύθυνα καθήκοντα, ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας, άσκησε από 15-3-1995 και βαθμολογήθηκε για το έτος 1999 με 9 "εξαίρετος" και 8 "πολύ καλός" και για το έτος 2000 με 16 "εξαίρετος" και 1 "πολύ καλός". Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και των παραπάνω συναδέλφων του προκύπτει υπεροχή αυτού έναντι όλων των συναδέλφων του ως προς: α) τη Γενική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα, β) την Ειδική Υπηρεσιακή Αρχαιότητα και γ) την άσκηση υπευθύνων καθηκόντων (εκτός του Ζ1 με τον οποίο είναι ισότιμοι). Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο ενάγων υπερέχει των Ζ1., Ζ3.,Ζ5, Ζ6. Ζ7. ως προς τη γνώση ξένης γλώσσας, υστερεί, ως προς το ίδιο κριτήριο του Ζ10 και του Ζ2. και είναι ισότιμος των Ζ4, Ζ9 και Ζ11. Ο ενάγων, επίσης, υπερέχει ως προς την παρακολούθηση επιστημονικών σεμιναρίων έναντι των Ζ2., Ζ3., Ζ6., Ζ7., Ζ8 και Ζ11., υστερεί, ως προς το αυτό κριτήριο των Ζ4., Ζ5,Ζ9 και Ζ10. και είναι ισότιμος του Ζ1. Περαιτέρω, ο ενάγων υπερέχει ως προς το κριτήριο της βαθμολογίας, των Ζ8. καιΖ11, υστερεί, των Ζ4., Ζ1., Ζ5, Ζ6 ,Ζ9 και Ζ10., ενώ είναι ισότιμος, κατά το μάλλον ή ήττον, ως προς το κριτήριο αυτό, των Ζ2. και Ζ3. Τέλος, ο ενάγων, ως προς τους τίτλους σπουδών, υπερέχει των Ζ1.,Ζ3, Ζ2,Ζ4, Ζ5,Ζ6 και Ζ7. και υστερεί, ως προς το κριτήριο αυτό, των Ζ8,Ζ9, Ζ10 και Ζ11. Με βάση τα παραπάνω καταφανής υπεροχή του ενάγοντος προκύπτει έναντι του Ζ6, Ζ7., Ζ8 και Ζ11. Η υστέρηση του ενάγοντος ως προς τους δύο τελευταίους, ως προς τον τίτλο σπουδών, κάμπτεται από την καταφανή υπεροχή του στα άλλα, όπως προαναφέρθηκε κριτήρια. Επομένως, είναι κατάφωρη η εις βάρος του ενάγοντος αδικία που επήλθε με την παράλειψη της προαγωγής του, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Έτσι, η παράλειψη αυτή του ενάγοντος είναι παράνομη και επομένως παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματος της προαγωγής του από την 1-5-2002 που έπρεπε να έχει συντελεστεί. Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει όμοια και, κατά παραδοχή της ένδικης αγωγής, είχε αναγνωρίσει ότι ο αναιρεσίβλητος έπρεπε να είχε προαχθεί στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη-Προϊσταμένου από 1-5-2002. Με τις κρίσεις του αυτές, το Εφετείο, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 207 §1 του ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Επομένως, οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντες, πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, διά εσφαλμένης αναγνώσεως και παραδοχής από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, είναι αόριστος και επομένως απαράδεκτος εάν δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ως περιεχόμενό του και τέλος το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της παραμορφώσεως εγγράφων τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα των εκθέσεων αξιολογήσεως των προαχθέντων υπαλλήλων της Ζ6 και ... για τα έτη 1999 και 2000. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ενέχει αοριστία, αφού δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η εσφαλμένη ανάγνωση των ανωτέρω εκθέσεων από το δικαστήριο της ουσίας.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-9-2007 αίτηση της "Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ" περί αναιρέσεως της 3261/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Μαρτίου 2010.