ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΙΝΣΤΙΝΤΟΥΤΑ ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ, ΠΡΟΣΦΥΓΗ, ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ, ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ, ΕΡΓΑΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΑ

 

Άσκηση προσφυγής κατά αποφάσεως του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, με τη οποία αποφασίσθηκε η διακοπή της λειτουργίας για χρονικό διάστημα 6 μηνών, των μονάδων αδυνατίσματος και διαιτολογίου που διατηρούν οι προσφεύγουσες EE στην Θεσσαλονίκη, και επεβλήθη σε βάρος των EE πρόστιμο 10.000 €

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ – ΤΜΗΜΑ Β'

ΑΡΙΘΜΟΣ 325/2013

 

Πρόεδρος : Βασίλ. Πανταζόπουλος, Πρόεδρος Εφετών Δ.Δ.

Εισηγήτριες : Θέμις Καγιά - Αθηνοδώρου, Ζωή Χατζηδήμου (Εφέτες Δ.Δ.)

Δικηγόροι : Σουζάνα Καραγιαννίδου, Παναγ. Ζαμπίτης

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΕΤΟΣ: 2013 ΣΕΛ.: 761

 

1. Επειδή, με την υπό κρίση προσφυγή, που εισάγεται προς εκδίκαση κατόπιν της 508/2011 (δι­αδικασίας άρθρου 126Α) απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και για την οποία καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (σχετ. το 1182605 σειράς Α ειδικό έντυπο του δημοσίου), ζητείται παραδεκτώς η ακύρωση α) της Γ1/24/οικ.7935/30.6.201 1 απόφασης του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία αποφασίστηκε η διακοπή για το χρονικό διάστημα 6 μηνών της λειτουργίας των Μονάδων Αδυνατίσματος και Διαιτολογικών Μονάδων που διατηρούν οι προσφεύγουσες εταιρίες στη Θεσσαλονίκη, καθώς και η επιβολή σε βάρος τους προστίμου 10.000 ευρώ και β) της 54310/ 16.9.2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική προσφυγή κατά της προηγούμενης απόφασης. Η προσφυγή ει­σάγεται στο αρμόδιο Δικαστήριο (άρθρο 1 παρ. 4Α του ν. 1406/1983, Α 182, που προστέθηκε με το άρθρο 48 παρ. 3 του ν. 3900/2010, Α 213) και αφού ασκήθηκε γενικά παραδεκτώς, πρέπει να γίνει τυ­πικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω από ουσιαστική άποψη.

2. Επειδή, στο άρθρο 52 του ν. 2519/1997 (Α 165) ορίζονται τα εξής: «1. Από την έναρξη ισχύ­ος του νόμου αυτού η λειτουργία μονάδων αδυνατίσματος, καθώς και διαιτολογικών μονάδων με ο­ποιαδήποτε μορφή, επιτρέπεται μόνο κατόπιν άδειας που χορηγείται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. 2. Από τις κατά την προηγούμενη παράγραφο μονάδες απαγορεύεται: α) η διενέργεια πάσης φύσεως πράξεων που έχουν σχέση με την ιατρική, καθώς και η διαφήμιση για πράξεις που σχετίζονται με την άσκηση ιατρικού επαγγέλματος, β) η χορήγηση ή η με κάθε τρόπο προώθηση ή εμπορία πάσης φύσεως φαρμάκων ή προϊόντων που περιέχουν φαρμακευτικές ουσίες. Η μη συμμόρφωση στις διατά­ξεις αυτές συνεπάγεται διακοπή λειτουργίας της μονάδας από έξι (6) μήνες έως ένα (1) χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής οριστική διακοπή της λειτουργίας της μονάδας. Η διακοπή επιβάλλεται με από­φαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας. 3. Με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας καθορίζονται οι προδιαγραφές εγκατάστασης και λειτουργίας, οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και τα δίκαιο λογητικά, καθώς και η διαδικασία για τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας των κατά την παρά γράφο 1 του παρόντος μονάδων, ως και η διαδικασία ελέγχου νομιμότητας της λειτουργίας τους και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση ορίζεται η προθεσμία για την έκδοση άδειας λει­τουργίας κατά τα ανωτέρω για τις μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού. 4. ...». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 3204/2003 (Α 296), «η αρμοδιότητα για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας μονάδων αδυνατίσματος και διαιτολογικών μονάδων με οποιαδήποτε μορφή, καθώς και η αρμοδιότητα επιβολής των νόμιμων κυρώσεων κατά των μονάδων που παραβιάζουν τις διατάξεις του άρθρου 52 του ν. 2519/1997, μεταβιβάζεται στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις». Περαιτέρω, στην απόφαση 3215/1998 (Β 655) του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, όπως συμπληρώθηκε με την Υ3β/οικ. 107178/2007 απόφαση του Υφυπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Β 1698/23.08.2007), ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: «Μονάδες αδυνατίσματος, νοούνται οι πολυδύναμες μονάδες παροχής υπη­ρεσιών είτε άσκησης και διαίτης είτε αισθητικής και διαίτης, ή άσκησης αισθητικής και διαίτης οι ο­ποίες: α. συνυπάρχουν υπό κοινό τίτλο και δρουν, είτε ανεξάρτητα μεταξύ τους είτε υπό μορφή συνδυ­ασμού εταιριών και ατομικών επιχειρήσεων και β. λειτουργούν ως ενιαία επιχείρηση υπό μορφή εται­ρίας», στο άρθρο 2 ότι: «Με την απόφαση αυτή θεσμοθετούνται οι ελάχιστες προδιαγραφές που απαι­τούνται για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας τους και που θα παρέχουν ασφάλεια στο απασχολού­μενο προσωπικό και στους χρήστες, καθώς και οι αναγκαίες λειτουργικές προϋποθέσεις άρτιας διάτα­ξης και διαμόρφωσης των χώρων τους», στο άρθρο 3 ότι: «α) προκειμένου να χορηγηθεί άδεια λειτουρ­γίας σε μονάδα αδυνατίσματος και διαιτολογική μονάδα πρέπει αυτές να διαθέτουν ειδικά διαμορφω­μένους χώρους, για κάθε μία από τις δραστηριότητες που ασκούνται μέσα σε αυτές καθώς και έξοδο κινδύνου, β) Οι χώροι αυτοί πρέπει να πληρούν τους όρους υγιεινής και ασφάλειας (φυσικός φωτισμός, εξαερισμός, κλιματισμός, πυρασφάλεια κ.λ.π.) και είναι οι εξής: ...», στο άρθρο 4 ότι: «Για την χορή­γηση της άδειας λειτουργίας απαιτείται οι ενδιαφερόμενοι να υποβάλουν στην Δ/νση Δημόσιας Υγείας της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης τα κάτωθι δικαιολογητικά: 1. Αίτηση του ενδιαφερομένου και όταν πρόκειται για εταιρία του νόμιμου εκπροσώπου αυτής. 2. Βεβαίωση της πολεοδομίας για τη νομι­μότητα του κτίσματος. 3. Κανονισμό της πολυκατοικίας στον οποίο να φαίνεται ότι ο συγκεκριμένος χώρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως χώρος παροχής τέτοιων υπηρεσιών. 4. Σχεδιάγραμμα κάτοψης των χώρων υπογεγραμμένο από πολιτικό μηχανικό μέλος του Τ.Ε.Ε. 5. Βεβαίωση της πυροσβεστικής υπη­ρεσίας για την πυρασφάλεια. 6. Παράβολο δημοσίου ταμείου 50.000 δρχ. 7. Κατάσταση με τα ονόματα των υπευθύνων καθώς και επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των αδειών άσκησης επαγγέλματος ή πτυχί­ων» και στο άρθρο 9 ότι: «Η μη συμμόρφωση στις διατάξεις της απόφασης αυτής συνεπάγεται διακοπή της λειτουργίας της μονάδας από έξι (6) μήνες μέχρι ένα χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής οριστική διακοπή της λειτουργίας της. Η διακοπή επιβάλλεται με απόφαση της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοί­κησης και εκτελείται απ αυτή συνεπικουρούμενη από την αστυνομική αρχή εφόσον απαιτηθεί. Οι παραβάτες τιμωρούνται και με πρόστιμο ποσού από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ, με απόφαση της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, μετά από εισήγηση της Επιτρο­πής του άρθρου 5 της ως άνω υπουργικής απόφασης».

3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Μετά από καταγγελία που υποβλήθηκε στη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας Θεσσαλονίκης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας (αρ. πρωτ. 3245/8.2.2011) από ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας στην οδό Μητροπόλεως αρ. 28 στη Θεσσαλονίκη, όπου η προσφεύγουσα διατηρεί μονάδες αδυνατίσματος και διαιτολογικές μονάδες, σχετικά με πολεοδομικές και υγειονομικές παραβάσεις αυτής, αρμόδια Επιτροπή της εν λόγω Υπηρεσίας διενήργησε αυτοψία στις 17.5.2011 στην επιχείρηση που διατηρούν οι προ­σφεύγουσες υπηρεσίες (πολυδύναμο κέντρο με τον διακριτικό τίτλο D.N.A.), στον Ιο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό Μητροπόλεως αρ. 28 στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα δε, με όσα αναφέρονται στην οικεία, από 17.5.2011, έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε, η παραπάνω Επιτροπή παρατή­ρησε ότι «1) δεν υπάρχει εγκεκριμένη άδεια πυρασφάλειας, η οποία έχει λήξει εδώ και τρία χρόνια και δεν έχει ανανεωθεί αν και ζητήθηκε εγγράφως από τη Διεύθυνση Υγείας (αρ. Γ2/οικ.6622/9.5.2011), 2) Στην είσοδο της οικοδομής της επιχείρησης υπήρχαν πάγκοι, όπου οι υπάλληλοι της επιχείρησης με το πρόσχημα του δώρου της παροχής υπηρεσιών πουλάνε παρανόμως υπηρεσίες αισθητικής». Επιπλέον η Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Υγιεινής κα Υγειονομι­κού Ελέγχου της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας διαπίστωσε κατόπιν αυ­τοψίας ύπαρξη υγρασίας σε μεγάλο μέρος της οικοδομής που εφάπτεται με αυ­τή στην οποία στεγάζεται η επιχείρηση των προσφευγουσών, οφειλόμενη σε διαρροή των αποχετεύσεων της, ενώ και η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Θεσσαλονίκης μετά από έλεγχο συνέταξε την από 6.4.2011 έκθεση αυτοψίας για αυθαίρετες κατασκευές (βλ. σχετ. παράγραφο 8 της 54310/2011 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης). Επίσης, όπως προκύπτει από την από 27.4.2011 έκθεση αυτοψίας του Η/Μ μη­χανικού Στέργιου Παπαπαναγιώτου, Προϊσταμένου του Τμήματος Τεχνικών Εφαρμογών της Διεύθυνσης Βιομηχανίας, Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, διε­νεργήθηκε αυτοψία κατόπιν καταγγελίας της επαγγελματία Κυριακής Προκοπίδου - Παπούλια, στεγαζόμενης στον 2° όροφο της ίδιας οικοδομής, με σκοπό την ηχομέτρηση στο γραφείο του 2ου ορόφου της καταγγέλλουσας λόγω ενόχλησης από την λειτουργία των εξωτερικών μονάδων θέρμανσης - ψύξης της επιχείρησης. Διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν 5 μονάδες εγκατεστημένες εντός του κτιρίου της επιχείρησης και 4 εξωτερικώς, εκ των οποίων οι 2 κατά δήλωση των υπευθύνων της επιχείρησης ήταν απενεργοποιημένες, τα δε αποτελέσματα της μέτρησης έδειξαν α) με κλειστά μηχανήματα (εξωτερικές μονάδες) και α­νοιχτό το παράθυρο του γραφείου 37 db, β) με ανοιχτά τα 4 από τα 5 μηχανή­ματα (εξωτερικές μονάδες) και ανοιχτό το παράθυρο 41 db, γ) με ανοιχτά τα μηχανήματα εξαερισμού του χώρου του ψυχροστασίου και ανοιχτό το παρά­θυρο 46,5 db και δ) με ανοιχτές τις δύο εξωτερικές μονάδες που βρίσκονται απέναντι από το παράθυρο και ανοιχτό το παράθυρο 47,9 db, ενώ η προβλεπό­μενη στάθμη ηχοπροστασίας για κανονική ακουστική άνεση σε χώρους κατοι­κίας είναι 30 db για κλειστές θύρες και παράθυρα και 45 db για ανοιχτές θύρες και παράθυρα, και συμπερασματικά καταγράφηκε ηχητική επιβάρυνση από τη λειτουργία του συστήματος εξαερισμού του ψυχροστασίου και από τις δύο ε­ξωτερικές μονάδες θέρμανσης - ψύξης. Στην ίδια έκθεση αυτοψίας σημειώνε­ται ότι δεν έγινε μέτρηση των 2 εξωτερικών μονάδων θέρμανσης - ψύξης, οι οποίες ήταν πακτωμένες στο έδαφος στο δάπεδο του ακαλύπτου, διότι δηλώ­θηκε ότι οι μονάδες ήταν απενεργοποιημένες, αλλά έγινε σύσταση για την ά­μεση αποξήλωση των μονάδων αυτών. Με βάση όλα τα παραπάνω, η προανα­φερόμενη Επιτροπή εισηγήθηκε την διακοπή της λειτουργίας της ανωτέρω ε­πιχειρησιακής Μονάδας για 6 μήνες και την επιβολή προστίμου 10.000 ευρώ. Ακολούθως, με την πρώτη προσβαλλόμενη Γ1/24/οικ7935/30.6.2011 απόφαση του Περιφερειάρχη Κεντρικής Μακεδονίας αποφασίστηκε η προσωρινή δια­κοπή λειτουργίας για έξι (6) μήνες της επιχείρησης των προσφευγουσών και η επιβολή σε βάρους τους προστίμου ύψους 10.000 ευρώ. Κατά της ανωτέρω απόφασης οι προσφεύγουσες άσκησαν την από 15.7.2011 ειδική διοικητική προσφυγή νομιμότητας, η οποία στη συνέχεια απορρίφθηκε με την δεύτερη προσβαλλόμενη, 54310/16.9.2011 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας - Θράκης. Ήδη, αυτές με την κρινόμενη προ­σφυγή τους αμφισβητούν τη νομιμότητα των προσβαλλόμενων αποφάσεων και ζητούν την ακύρωση τους, ισχυριζόμενες ότι οι παραβάσεις για τις οποίες επι­βλήθηκαν οι ένδικες κυρώσεις ήρθησαν αμέσως μετά την αυτοψία και πάντως πριν την έκδοση των προσβαλλόμενων πράξεων, και συγκεκριμένα, α) επί της από 11.5.2011 σχετικής αίτησης τους, χορηγήθηκε το προαναφερόμενο πιστο­ποιητικό πυρασφάλειας, β) αποκαταστάθηκαν οι φθορές και η διαρροή υγρασίας στους τοίχους της οικοδομής τους, γ) εξαλείφθηκαν οι αιτίες ηχορύπανσης και δ) απομακρύνθηκαν οι πάγκοι που είχαν τοποθετηθεί στην είσοδο της οικοδομής.

4. Επειδή, από την από 11.5.2011 βεβαίωση της Διοίκησης Π.Υ. Θεσσαλονίκης (Τμήμα Πυρα­σφάλειας) προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες είχαν υποβάλει στην αρμόδια Υπηρεσία κατά την ως άνω ημερομηνία (11.5.2011) αίτηση για τη χορήγηση πιστοποιητικού πυρασφάλειας. Στη συνέχεια δε, αρ­μόδια Επιτροπή της ίδιας Υπηρεσίας διενήργησε στις 6.6.2011 αυτοψία στην επιχείρηση τους και ενέ­κρινε την αιτούμενη απόκλιση ως προς τη μη ύπαρξη 2ης εξόδου διαφυγής υπό την προϋπόθεση τοπο­θέτησης συστήματος αυτόματου καταιονισμού από δίκτυο της πόλης στην όδευση διαφυγής (σχετ. το από 6.6.2011 Πρακτικό της εν λόγω Επιτροπής), και τελικώς, χορηγήθηκε στις προσφεύγουσες το από 26.7.2011 πιστοποιητικό (ενεργητικής) πυροπροστασίας της επιχείρησης, ισχύος έως 26.7.2016. Περαι­τέρω, όπως βεβαιώνεται στο από 12.10.2012 έγγραφο απόψεων της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προς το Δικαστήριο, με το υπ αριθμ. πρωτ Γ2/οικ. 12884/18.11.2011 έγγραφο της Υπηρεσίας αυτής ζητήθηκε από την Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Θεσ­σαλονίκης και τη Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου της ίδιας Περιφέρειας, η διενέργεια επανελέγχου στην επιχείρηση των προσφευγουσών και η μεν Διεύθυνση Πολεοδο­μίας διαπίστωσε κατόπιν αυτοψίας που διενεργήθηκε από την υπάλληλο της Κυριακή Βαφειάδου στις 1.12.2011, την αποκατάσταση των αυθαίρετων εγκαταστάσεων (σχετ. το υπ αριθμ. πρωτ. ΕΚ/78834/ 13.12.2011 έγγραφο της ως άνω Δ/νσης Πολεοδομίας), ενώ η Διεύθυνση Περιβαλλοντικής Υγιεινής και Υγειονομικού Ελέγχου δήλωσε αναρμοδιότητα και δεν προέβη σε νέα αυτοψία. Εξάλλου, στην από 3.6.2011 βεβαίωση της αρχιτέκτονα - μηχανικού Ευαγγελίας Πλατιά βεβαιώνεται ότι οι προσφεύγουσες «προέβησαν στις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης των φθορών που είχαν προκληθεί από υγρασία στις τοιχοποιίες του κλιμακοστασίου του τμήματος της οικοδομής με προσόψεις στις οδούς Μητροπό­λεως και Δημοσθένους, και συγκεκριμένα στις στάθμες 1 ου ορόφου, ισογείου και σε τμήμα της οροφής υπογείου». Επίσης, στην από 15.6.2011 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ν.Μ., αναφέρεται ότι: «Έπειτα από εμπεριστατωμένη μελέτη της έκθεσης αυτοψίας του κ. Στέργιου Παπαναγιώτου, ...για τους θορύβους και κραδασμούς που προκαλούν τα μηχανήματα κλιματισμού των επιχειρήσεων Ι.Λ.Ε. Ε.Π.Ε Kat Σια Ε.Ε. Μ. και Ν.Ε. Ε.Π.Ε. και Σια Ε.Ε. Μ. η Διεύθυνση των εταιριών προέβη στις εξής ε­νέργειες: 1. Πλήρη παύση και αποσύνδεση όλων των κλιματιστικών μονάδων που λειτουργούσαν σε ειδικά ηχομονωμένο δωμάτιο επιφανείας 8,00 τ.μ. στο ισόγειο του καταστήματος. 2. Πλήρη αποξήλωση και απομάκρυνση των δύο μονάδων ψύξης - θέρμανσης που ήταν πακτωμένες στον ακάλυπτο χώ­ρο... 3. Ο παρακάτω υπογράφων και συντάκτης της έκθεσης προσελήφθη από εταιρία ως τεχνικός σύμ­βουλος και βρέθηκα στην επιχείρηση εν ώρα λειτουργίας ώστε να προβώ σε μέτρηση της ηχορύπανσης, για την οποία διαμαρτύρεται η κ. Π.-Π.Κ. Αφού δεν μου επιτράπηκε η είσοδος στο χώρο του γραφείου ώστε να καταγράψω την ένδειξη, η μέτρηση πραγματοποιήθηκε έξω από την εξώθυρα του γραφείου της. Το αναλογικό ντεσυμπελόμετρο... δεν παρείχε καμία ένδειξη, αφού καταγράφει ήχους έντασης 50-126 ντεσυμπέλ. Σας παραπέμπω στο π.δ. 1180 άρθρο 2 που ορίζει ως επιτρεπόμενο όριο θορύβου τα 50 ντεσυμπέλ σε αστικές περιοχές... Κατόπιν των παραπάνω οι επιχειρήσεις....δεν προκαλούν καμιά όχλη­ση θορύβου από τη λειτουργία μονάδων ψύξης - θέρμανσης που να λειτουργούν στο εν λόγω κατάστη­μα». Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι προσφεύγουσες συμμορφούμενες προς τις υποδείξεις των αρμόδιων Υπηρεσιών, αφενός μεν εφοδιάστηκαν με το σχετικό πιστοποιητικό πυρασφάλειας, αφε­τέρου δε προέβησαν στις ενδεδειγμένες εργασίες για την αποκατάσταση των αυθαίρετων εγκαταστάσεων τους, των φθορών που είχαν προκληθεί από υγρασία στην οικοδομή, καθώς και της ηχητικής ό­χλησης λόγω της λειτουργίας των εξωτερικών μονάδων θέρμανσης - ψύξης της επιχείρησης. Με τα δε­δομένα αυτά εξέλιπαν οι λόγοι δημόσιου συμφέροντος, συνιστάμενοι, κατά τις διατάξεις που προανα­φέρθηκαν, στην τήρηση των όρων υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων και των πελατών της επι­χείρησης, οι οποίοι επέβαλαν, την προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης των προσφευγουσών και συνεπώς, κατά το μέρος αυτό οι προσβαλλόμενες αποφάσεις απώλεσαν το νόμιμο έρεισμα τους και πρέπει να ακυρωθούν. Ως προς την επιβολή, όμως, του προστίμου των 10.000 ευρώ, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή των παραβατών από την εκ νέου διάπραξη τέτοιων παραβάσεων, οι προ­σβαλλόμενες αποφάσεις διατηρούν τη δικαιολογητική τους βάση, με δεδομένο ότι οι προσφεύγουσες κατά το χρόνο ελέγχου πράγματι δεν πληρούσαν τις ανωτέρω προϋποθέσεις υγιεινής και ασφάλειας στην επιχείρηση τους, και είναι νόμιμες, απορριπτόμενων ως αβάσιμων των αντίθετων ισχυρισμών.

5. Επειδή, κατ ακολουθία, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις κατά το μέρος που αφορά στην προσωρινή διακοπή της λειτουργίας της επιχείρησης των προσφευγουσών. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η κατάπτωση υπέρ του Δημοσίου ποσού παραβόλου 50 ευρώ και η απόδοση του υπόλοιπου ποσού των 50 ευρώ στις προσφεύγουσες, η δε δικαστική δαπάνη να συμψηφιστεί μεταξύ των δια­δίκων ενόψει της μερικής νίκης και ήττας τους (άρθρα 277 παρ. 9 και 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ.).

 

Αδικοπραξία και σύμβαση παροχής υπηρεσιών για διακοπή της τριχόπτωσης, εμφύτευση μαλλιών και αποτρίχωση, με λέιζερ και προηγμένης τεχνολογίας μηχανήματα.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 413/2010

 

(Πρόεδρος: Γεώργιος Σπηλιωτόπουλος, Πρόεδρος Εφετών).

(Δικαστές: Γεώργιος Αλεξόπουλος, Ελένη Κατσούλη-Εισηγήτρια, Εφέτες).

(Δικηγόροι: Θεόδωρος Χρονόπουλος, Ελένη Παπαγεωργίου).

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΑΧΑΪΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΕΤΟΣ: 2011 ΣΕΛ.: 122

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ.2, 118 παρ.1, 216 παρ.1 ΚπολΔ και 297, 298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας η επιδίκαση θετικής ζημίας πρέπει να αναφέρει τη συμπεριφορά με τη μορφή πράξης ή παράλειψης του ζημιώσαντος (ζημιογόνο γεγονός), ότι αυτή είναι παράνομη και υπαίτια και όλα εκεί­να τα περιστατικά που αντιστοιχούν στη θετική ζημία, καθώς και τον αιτιώδη σύν­δεσμο μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας που επήλθε.

Κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται από το δράστη η δέουσα, κατά τη συναλλακτική πίστη, επιμέλεια στον κύ­κλο της αρμοδιότητας του είτε υπάρχει σαφές προς τούτο νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρό­πο αντίθετο προς εκείνο που επιβάλλε­ται από τις περιστάσεις και επικρατεί στις συναλλαγές ως συνήθης τρόπος συμπε­ριφοράς και επιμέλειας.

Περαιτέρω, υπαίτια ζημιογόνος πράξη, με την οποία παραβιάζεται σύμ­βαση, μπορεί, πέραν των αξιώσεων από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο από το δίκαιο επιβαλλόμενο γενι­κό καθήκον του να μη ζημιώνει κάποιος άλλον υπαιτίως, μη απαιτουμένου προς τούτο κάποιου άλλου στοιχείου ή πανη­γυρικών εκφράσεων, προς προσδιορι­σμό της αμέλειας (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 886/2005 Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ).

Στην περίπτωση αυτή, που συρρέ­ουν περισσότερες αξιώσεις με αφορμή το ίδιο περιστατικό, ήτοι όταν η αυτή πράξη του οφειλέτη συνιστά ταυτόχρονα αθέτη­ση δικαιοπραξίας (συνήθως σύμβασης), αλλά και αδικοπραξία, ώστε να υπάρχει συρροή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δανειστής μπορεί να επι­λέξει τη μία εξ αυτών ή και τις δύο, καθό­σον οι αξιώσεις που γεννώνται είναι αυ­τοτελείς και η καθεμία από αυτές υπό­κειται στη δική της ρύθμιση επειδή όμως και οι δυο αξιώσεις τείνουν στην επίτευ­ξη του ίδιου σκοπού, η άσκηση της μιας επιφέρει απόσβεση της άλλης, εκτός αν η τελευταία περιέχει κάτι επιπλέον, οπό­τε ως προς τούτο αυτή σώζεται.

Με τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ ορίζεται ότι όποιος ζημιώσει άλλον πα­ράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Στο άρθρο 929 ΑΚ ορί­ζεται ότι σε περίπτωση βλάβης του σώ­ματος ή της υγείας προσώπου, η απο­ζημίωση περιλαμβάνει τα νοσηλεία και τη ζημία που έχει επέλθει, κατά δε τη δι­άταξη του άρθρου 298 ΑΚ, η αποζημίω­ση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρ­χουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) και το διαφυγόν κέρδος, το οποίο συνίσταται σε εκείνο που προσδοκά κα­νείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη πο­ρεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περι­στάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστι­κά μέτρα που έχουν ληφθεί.

Από τις εν λόγω διατάξεις καθί­σταται σαφές ότι σε περίπτωση παρά­νομης και υπαίτιας βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζη­μίωση εκτός από τη μείωση της περι­ουσίας περιλαμβάνει και την αποθετική ζημία, εφόσον δε η αξίωση από αδικο­πραξία συρρέει με αξίωση από αθέτη­ση σύμβασης, διατηρούνται οι επιπλέον αξιώσεις από την αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση ότι περιέχονται τα απαραί­τητα στοιχεία αυτής στην αγωγή, ήτοι η αξίωση για πλήρη αποζημίωση προς δε και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αρθρ. 932 ΑΚ) και αίτημα προ­σωπικής κράτησης (ΕφΟεσ 1905/2006 Αρμ. 2008.386).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη αγωγή είναι καθ' όλα ορισμέ­νη και νόμιμη, καθόσον προσδιορίζονται επαρκώς όλα τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώμα­τος πραγματικά περιστατικά και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες αιτιώνται την εκκαλούμενη απόφαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι η αγωγή εί­ναι ορισμένη είναι αβάσιμος απορριπτέος.

Η απόρριψη από το πρωτοβάθ­μιο δικαστήριο σιωπηρώς του αιτήματος του εναγομένου για αυτοπρόσωπη εμ­φάνιση του ενάγοντος στο ακροατήριο προς παροχή διασαφήσεων σχετικών με την κρινόμενη υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 245 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει λόγω εφέσεως, διότι δεν αποτελεί σφάλ­μα του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, έχοντας κατά το άνω άρθρο διακριτική ευχέρεια να δεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα αυτό, δεν υποπίπτει σε σφάλμα, αφού το διατακτικό της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν θεμε­λιώνεται στην απόρριψη του αιτήματος αυτού (ΑΠ 1076/1992 ΕλλΔνη 35.1276, ΑΠ 2077/2006 Τ.Ν.Π ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πατρ. 717/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004.267).

Επομένως, ο πέμπτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενες παρα­πονούνται κατά της εκκαλούμενης αποφά­σεως για την κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απόρριψη (σιωπη­ρώς) του υποβληθέντος αιτήματος για αυ­τοπρόσωπη εμφάνιση του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρί­ου προς παροχή διασαφήσεων σχετικών με την κρινόμενη υπόθεση είναι απορρι­πτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Από την εκτίμηση των καταθέ­σεων των μαρτύρων που εξετάστη­καν ενόρκως ενώπιον του πρωτοβάθ­μιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζό­μενα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρι­άσεως του Δικαστηρίου αυτού, από την 23.424/3.12.2007 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε νομότυπα μετά από εμπρόθε­σμη κλήτευση των αντιδίκων του ενάγο­ντος κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ (βλ. 8289 και 8291/27.11.2007 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτρι­ας στο Πρωτοδικείο Πατρών Γ.Κ.), ενώ­πιον του συμβολαιογράφου Πατρών Ν.Σ., από την 1872/29.10.2009 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε νομότυπα μετά από εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγο­ντος κατά το άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ (βλ. 11.713/3.9.2009 έκθεση επιδόσε­ως του δικαστικού επιμελητή στο Πρω­τοδικείο Πατρών Ι.Χ.) ενώπιον της συμ­βολαιογράφου Πατρών Μ .Α. Μ., η οποία παραδεκτώς προσάγεται πρώτη φορά στο Δικαστήριο τούτο (αρθρ. 529 παρ.1 ΚΠολΔ) και από όλα ανεξαιρέτως τα, με επίκληση, νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η πρώτη από τις εναγόμενες εται­ρείες έχει ως σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών που αφορούν το δέρμα και τον υποδόριο ιστό με τη χρήση λέιζερ ή άλλων μηχανημάτων προηγμένης τεχνολογίας, ενώ η δεύτερη ανώνυμη εταιρεία, η οποία αποτελεί ιδρυτικό μέλος της πρώτης, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παρο­χή προηγμένων υπηρεσιών αισθητικής με τη χρήση λέιζερ και άλλων μηχανημάτων προηγμένης τεχνολογίας για τις ανάγκες του ανθρώπινου σώματος που δεν έχουν σχέση με παθολογικές καταστάσεις.

Αμφότερες οι ανωτέρω εναγόμε­νες εταιρείες εδρεύουν στην Πάτρα και διατηρούν κεντρικό κατάστημα επί της οδού Παντανάσσης αρ. 22 και υποκατά­στημα επί της συμβολής των οδών Κο­ρίνθου και Κολοκοτρώνη εντάσσονται δε στην κατηγορία των πολυδύναμων Κέντρων κοσμετικής Ιατρικής, τα οποία δραστηριοποιούνται γενικά στον τομέα παροχής υπηρεσιών αισθητικής και κο­σμετικής ιατρικής, και αποτελούν μέλος ενός δικτύου επιχειρήσεων που συνδέο­νται μεταξύ τους με σύμβαση δικαιοχρησίας (Franchising) υπό το σήμα «L.-C». Μεταξύ των παρεχομένων από τις ενα­γόμενες υπηρεσιών συμπεριλαμβάνο­νται και υπηρεσίες αποτρίχωσης (απλής και ριζικής) καθώς και υπηρεσίες ενδυ­νάμωσης του τριχωτού της κεφαλής και εμφύτευσης μαλλιών.

Κατά μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 ο ενάγων, ηλικίας τότε 18 ετών, αντιμετωπίζοντας πρόβλημα έντονης τριχόπτωσης, μετέβη στο υποκατάστη­μα των εναγομένων στη συμβολή των οδών Κορίνθου και Κολοκοτρώνη με σκοπό την ενημέρωση του για την αιτία και τις ενδεδειγμένες μεθόδους θεραπεί­ας της τριχόπτωσης που αντιμετώπιζε.

Οι προστηθέντες από την πρώτη εναγομένη υπάλληλοι τον υπέβαλαν σε διαδικασία πυκνογράφησης του δέρμα­τος της κεφαλής του, μετά την οποία του κατέστησαν γνωστό ότι το πρόβλημα της τριχόπτωσης είναι ιδιαίτερα σοβαρό και ότι, σύμφωνα με τα εξαχθέντα συμπερά­σματα και προγνωστικά δεδομένα της συ­γκεκριμένης πυκνογράφησης, σε ηλικία 24 ετών θα απωλέσει εντελώς τα μαλλιά του.

Για να μην καταστεί μη αναστρέ­ψιμη η κατάσταση, του συστήθηκε από τους προστηθέντες από την πρώτη ενα­γομένη υπαλλήλους να υποβληθεί άμεσα σε θεραπεία της τριχόπτωσης, την οποία μόνο η πρώτη εναγομένη εταιρεία είχε τη δυνατότητα να προσφέρει προς οριστι­κή επίλυση του άνω προβλήματος του.

Κατόπιν αυτών συνήψε με την πρώτη εναγομένη εταιρεία περιορισμέ­νης ευθύνης σύμβαση παροχής υπηρεσι­ών θεραπείας τριχόπτωσης, διάρκειας 35 συνεδριών και αντί συμφωνηθείσας αμοι­βής 1.100 ΕΥΡΩ, έναντι της οποίας ο ενά­γων κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη στις 24.11.2003 το ποσό των 150 ΕΥΡΩ, στις 28.11.2003 το ποσό των 600 ευρώ και στις 4.12.2003 το ποσό των 350 ΕΥΡΩ, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα 1684/24.11.2003,1707/ 28.11.2003 και 1736/4.12.2003 αποδεί­ξεις εισπράξεως και από τη 1429/4.6.2004 απόδειξη παροχής υπηρεσιών, που εκδό­θηκαν από την πρώτη εναγομένη.

Μετά την έναρξη της θεραπείας προς αντιμετώπιση της τριχόπτωσης συστήθηκε στον ενάγοντα, παράλλη­λα με την άνω θεραπεία , να προβεί σε αποτρίχωση με λέιζερ στην περιοχή άνω των φρυδιών και στα ζυγωματικά λόγω της ανώμαλης τριχοφυΐας στο πρόσωπο του , η οποία έπρεπε να ομαλοποιηθεί.

Κατόπιν αυτών, κατά μήνα Ιανου­άριο του έτους 2004 και συγκεκριμένα στις 12.1.2004, μετά προηγηθείσες επι­σκέψεις στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης προς ενημέρωση, δυνάμει του από 12.1.2004 ιδιωτικού συμφωνη­τικού παροχής υπηρεσιών, ο ενάγων συνήψε με τη δεύτερη εναγομένη σύμβα­ση παροχής υπηρεσιών αποτρίχωσης με λέιζερ στη μεσόφρυο και υπερόφρυο περιοχή και στα ζυγωματικά του προ­σώπου του, έναντι συμφωνηθείσας και προκαταβληθείσας αμοιβής 600 ΕΥΡΩ.

Κατά την αυτή ημερομηνία η Ε.Λ., ιατρός, η οποία όμως δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε τίτλο ιατρικής ειδικότητας, ως προ-στηθείσα από τη δεύτερη εναγομένη, πα­ρέδωσε στον ενάγοντα έντυπο υλικό που αφορά τη μέθοδο αποτρίχωσης με λέιζερ και τις πιθανές παροδικές αντιδράσεις του δέρματος και ειδικό έντυπο με οδηγίες για την αποτρίχωση με λέιζερ, διαβεβαίωσε δε τον ενάγοντα ότι η ανωτέρω μέθοδος απο­τρίχωσης διενεργείται στο κέντρο κοσμετι-κής αισθητικής της δεύτερης εναγομένης από εξειδικευμένο προσωπικό, υπό την εποπτεία και επίβλεψη ιατρού, χωρίς κα­νένα κίνδυνο για την υγεία και τη σωματι­κή του ακεραιότητα.

Σε εκτέλεση της άνω συμβάσε­ως από τις 12.1.2004 έως το τέλος του έτους 2004 ο ενάγων υποβλήθηκε σε έξι (6) εφαρμογές του λέιζερ στην περιοχή των ζυγωματικών και την μεσόφρυο πε­ριοχή του προσώπου του.

Κατά την έκτη συνεδρία, κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του λέιζερ στην περιοχή των ζυγωματικών, ο ενάγων αι­σθάνθηκε έντονη θερμότητα, η πρόκλη­ση της οποίας όπως τον διαβεβαίωσε η προστηθείσα από τη δεύτερη εναγομένη υπάλληλος, ήταν απολύτως φυσιολογική λόγω της αύξησης της έντασης του χρη­σιμοποιηθέντος λέιζερ κατά την πρόοδο της διαδικασίας αποτρίχωσης.

Κατά την έβδομη συνεδρία, που έλαβε χώρα στις 18.1.2005, η προστη­θείσα από τη δεύτερη εναγομένη ιατρός Β.Λ., η οποία τότε δεν κατείχε τίτλο ια­τρικής ειδικότητας, προέβη σε εφαρμο­γή του λέιζερ στην υπερόφρυο περιοχή του προσώπου του ενάγοντος.

Κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, παρότι είχε προηγηθεί τοπική αναισθη­σία, ο ενάγων αισθάνθηκε δυνατό πόνο και έντονη θερμότητα επίμαχη περιο­χή, γεγονός για το οποίο διαμαρτυρή­θηκε στην ανωτέρω υπάλληλο, η οποία τον καθησύχασε και τον διαβεβαίωσε ότι οφείλονται στην αύξηση της έντασης του λέιζερ με την πρόοδο της θεραπείας.

Μετά την ολοκλήρωση της εφαρ­μογής ο ενάγων παρουσίασε έντονη ερυ­θρότητα στην επίμαχη περιοχή, για την υποχώρηση της οποίας του χορηγήθη­κε ειδική αλοιφή. Όμως καθώς περνού­σε η ώρα και έπαυε η δράση της τοπικής αναισθησίας άρχισε να επιδεινώνεται ο πόνος του ενάγοντος, ενώ το πρόσωπο του κατά μήκος της υπεροφρύου περιο­χής παρουσίασε υπερμελάγχρωση (ερυ­θρότητα) με αποκόλληση του δέρματος.

Την επόμενη ημέρα 19.1.2005 ο ενάγων, αισθανόμενος έντονη ανησυχία τόσο από τα προκληθέντα σ' αυτόν άλγη όσο και από την αισθητική αλλοίωση του προσώπου του, καθώς και από το γεγο­νός ότι στο μεταξύ παρουσιάσθηκε έντο­νο οίδημα στο αριστερό του μάτι, με συ­νέπεια αυτό να κλείσει τελείως, μετέβη στο Κέντρο της δεύτερης εναγομένης, όπου ύστερα από εξέταση του από ιατρό δερματολόγο του χορηγήθηκαν αλοιφές και διάφορα άλλα σκευάσματα.

Ακολούθως ο ενάγων, έχοντας εύ­λογη αμφιβολία για την ποιότητα των ια­τρικών υπηρεσιών που του παρασχέθη­καν από τη δεύτερη εναγομένη, μετέβη στο Γενικό Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Ρίου, όπου ιατρός δερματολόγος, ύστερα από εξέταση της επίμαχης περιοχής, του συνέστησε τη χορήγηση αλοιφών και τη λήψη αντιβίωσης (βλ. το από 19.1.2005 έγγραφο της ιατρού δερματολόγου Σ.Α.).

Στις 21.1.2005 και καθόσον η κατάσταση της υγείας του είχε επιδεινω­θεί, ο ενάγων εισήχθη στη Δερματολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου του Ρίου, όπου διαγνώστη­κε ότι είχε υποστεί πολλαπλές διαβρώ­σεις νεκρώσεις σε γραμμοειδή διάταξη στην υπερόφρυο χώρα (άμφω).

Στην ανωτέρω Κλινική παρέμει­νε νοσηλευόμενος έως στις 24.1.2005, οπότε εξήλθε με οδηγίες για συνέχιση της αντιβιοτικής αγωγής, συνέχιση της ιατρικής παρακολούθησης και επανε­κτίμηση στα τακτικά ιατρεία (βλ. τα από 24.1.2005 πιστοποιητικά και το από 24.1.2005 ενημερωτικό σημείωμα εξό­δου του ανωτέρω νοσοκομείου).

Κατά την εξέταση του στις 30.5.2005 στη Δερματολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Πατρών διαπιστώ­θηκε να φέρει στον αριστερό κρόταφο καθώς και στην αριστερή και δεξιά υπε­ρόφρυο χώρα μελαγχρωματικές κηλί­δες διαμέτρου 0,4- 0,6 cm με σαφή όρια, οι οποίες κατά τόπους συρρέουν προς σχηματισμό γραμμοειδούς μελαγχρώσεως και, σε ορισμένες από τις οποίες (κηλίδες) παρατηρείται κεντρική ατρο­φία του δέρματος, οι δερματικές δε αλ­λοιώσεις είναι συμβατές με μεταφλεγμονώδη μελάγχρωση (βλ. την 4186/ ΜΑ-ΔΤ/30.5.2005 βεβαίωση του καθηγη­τή Δ.Τ. και της Επικ. Καθηγήτριας Σ. Γ).

Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέ-ντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προκύπτουν ιδίως από τα προσκομιζό­μενα από τη δεύτερη εναγομένη έγγρα­φα ήτοι: α) το από 113/28.11.2003 έντυ­πο παραγγελθεισών υπηρεσιών LASER παρειές - μεσόφρυο εκ μέρους της ανω­τέρω εναγομένης προς τον ενάγοντα, και β) το από 12.1.2004 ιδιωτικό συμφωνη­τικό παροχής υπηρεσιών αντιμετώπι­σης τριχοφυΐας στα ζυγωματικά, και με­σόφρυο - υπερόφρυο περιοχή, που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της ανωτέρω εταιρείας, καθώς και από τις προσκομιζόμενες από τους διαδίκους 3818/28.11.2003 και 3971/29.12.2003 αποδείξεις είσπραξης ποσού 10 και 590, αντίστοιχα, οι οποίες εκδόθηκαν από τη δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία και αφορούν, όπως δεν αμφισβητείται, εξό­φληση αμοιβής της ύψους 600 ΕΥΡΩ για την παροχή εκ μέρους της στον ενάγοντα υπηρεσιών αποτρίχωσης με τη λέιζερ, το Δικαστήριο τούτο άγεται στην κρίση, ότι η επίμαχη σύμβαση παροχής υπηρεσι­ών αποτρίχωσης με τη χρήση λέιζερ στα ζυγωματικά και στη μεσόφρυο - υπερόφρυο περιοχή του προσώπου του ενάγο­ντος καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «L ΥΠΗΡΕ­ΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΟΝΤΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΑΕ».

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθη­καν περιστατικά αδικοπρακτικής συμπε­ριφοράς της πρώτης εναγομένης εταιρεί­ας περιορισμένης ευθύνης με την επω­νυμία «L -ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ» σε σχέση με την προκληθείσα στον ενάγο­ντα σωματική βλάβη, αφού αποδείχθη­κε ότι με την εταιρεία αυτή συμφώνησε μόνο την αντιμετώπιση του προβλήμα­τος της τριχόπτωσης και για τη θεραπεία αυτή ουδεμία αδικοπρακτική συμπεριφο­ρά της εναγομένης αναφέρει.

Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι αποτέλεσε ρητό όρο της μεταξύ του ενά­γοντος και της πρώτης εναγομένης καταρ­τισθείσας προφορικώς συμβάσεως η ανά­ληψη υποχρεώσεως εκ μέρους της τελευ­ταίας προς επιστροφή της καταβληθείσας αμοιβής της ποσού 1.100 ΕΥΡΩ, σε περί­πτωση αποτυχίας της θεραπείας της τριχό­πτωσης μετά τη ολοκλήρωση των συμφω­νηθέντων 35 συνεδριών, όπως αβασίμως

υποστηρίζει ο ενάγων με την αγωγή του.

Ενόψει όλων αυτών, η κατά της πρώτης εναγομένης ΕΠΕ στρεφόμενη υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορρι­φθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Το πρω­τοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του είπε τα αντίθετα και δέχθηκε εν μέρει ως βάσιμη κατ' ου­σίαν την αγωγή και ως προς την πρώ­τη εναγομένη έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και, συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός περί τούτου λόγος εφέσεως της πρώτης εναγομένης.

Περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγ­ματικά περιστατικά, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η προαναφερόμενη σωμα­τική βλάβη που προκλήθηκε στη δεξιά και αριστερή υπερόφρυο χώρα του προσώ­που του ενάγοντος, αντί του επιδιωκόμε­νου με την επιχειρηθείσα θεραπεία απο­τελέσματος, ήτοι της εξάλειψης της τρι­χοφυΐας, όπως τον διαβεβαίωσε η δεύτε­ρη εναγομένη δια της προστηθείσας απ' αυτήν υπαλλήλου της, οφείλεται σε αμέ­λεια της υπαλλήλου της τελευταίας Β.Λ. και προστηθείσας από αυτήν στην εκτέ­λεση της αποτρίχωσης με τη χρήση λέι­ζερ στην υπερόφρυο περιοχή του προ­σώπου του ενάγοντος, έλλειψη δηλαδή της προσοχής και επιμέλειας που όφει­λε με βάση τα δεδομένα της κοινής πεί­ρας και μπορούσε από τις προσωπικές περιστάσεις και ικανότητες της να κατα-βάλει κατά το χειρισμό του μηχανήματος λέιζερ και συγκεκριμένα σε κακό χειρισμό του παραπάνω μηχανήματος, που χρη­σιμοποίησε για την αποτρίχωση, εξαιτίας της έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης της συγκεκριμένης μεθόδου για την ασφαλή αφαίρεση των τριχών του σώματος, κα­θόσον δεν κατείχε τίτλο ιατρικής ειδικότη­τας και μάλιστα αυτής του πλαστικού χειρουργού ή δερματολόγου, αφού η απο­τρίχωση με λέιζερ εκτελείται μόνον από ιατρούς των ανωτέρω δύο ειδικοτήτων, και της έλλειψης εμπειρίας της στις ακτι­νοβολίες λέιζερ, με αποτέλεσμα να προ­κληθούν οι ως άνω σωματικές κακώσεις στο πρόσωπο του ενάγοντος.

Όμως, πέραν όλων αυτών, υπήρ­ξε και αμελής συμπεριφορά των νομί­μων εκπροσώπων της δεύτερης εναγο­μένης ανώνυμης εταιρείας συνισταμένη στο ότι καίτοι εγνώριζαν ότι η αποτρίχω­ση με λέιζερ εκτελείται από εξειδικευμέ­νο ιατρό (πλαστικό χειρουργό ή δερμα­τολόγο) και μάλιστα με μεγάλη εμπειρία στις ακτινοβολίες λέιζερ, ο οποίος, κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης μεθό­δου για την ασφαλή αφαίρεση των τρι­χών του σώματος, πρέπει να λαμβά­νει υπόψη την ευαισθησία και το χρώ­μα του δέρματος, την περιοχή εφαρμο­γής αλλά και την αντίδραση του ανθρώ­πινου οργανισμού στη συγκεκριμένη μέ­θοδο θεραπείας, παρανόμως (αρθρ. 112 ΑΝ 1565/1939) ανέθεσαν την εκτέλεση της αποτρίχωσης με λέιζερ στην επίμα­χη περιοχή του προσώπου του ενάγο­ντος στην υπάλληλο της ανωτέρω εται­ρείας τους ιατρό Β.Λ., η οποία δεν κα­τείχε τίτλο ιατρικής ειδικότητας και μάλι­στα αυτής του πλαστικού χειρουργού ή δερματολόγου, και ως εκ τούτου εστερεί-το εξειδικευμένης γνώσης της συγκεκρι­μένης μεθόδου για την ασφαλή αφαίρε­ση των τριχών του σώματος, με αποτέ­λεσμα, λόγω κακού χειρισμού του μηχα­νήματος λέιζερ, που αυτή χρησιμοποί­ησε, κατά τη διενέργεια της αποτρίχω­σης, να προκληθούν στον ενάγοντα οι προαναφερόμενες σωματικές κακώσεις.

Η κατά τα άνω περιγραφόμε­νη αμελής συμπεριφορά των αρμοδί­ων οργάνων (καταστατικών) της δεύτε­ρης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και της προστηθείσας από αυτήν ανωτέρω υπαλλήλου, είχε ως αποτέλεσμα να προ­κληθεί στον ενάγοντα η προαναφερόμε­νη σωματική βλάβη.

Εξάλλου από τα ίδια ως άνω απο­δεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε ότι η προκληθείσα στον ενάγοντα σωματι­κή βλάβη οφείλεται σε παρενέργειες από παρέμβαση του ιδίου στην επίμαχη πε­ριοχή του προσώπου του, με τη χρήση καλλυντικών ή φαρμακευτικών σκευα­σμάτων που αντεδείκνυντο στη συγκε­κριμένη περίπτωση, κατά παράβαση του οδηγιών του ιατρικού προσωπικού της δεύτερης εναγομένης.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δι­καστήριο, που, με την εκκαλούμενη από­φαση του, δέχθηκε ότι η σωματική βλά­βη που προξενήθηκε στο πρόσωπο του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα (αμέλεια) των νομίμων εκ­προσώπων της δεύτερης εναγομένης εταιρείας και της προστηθείσας από αυ­τήν υπαλλήλου και απέρριψε ως αβάσι­μη κατ' ουσίαν την ένσταση περί συνυ-παιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της ζημίας του (αρθρ. 300 ΑΚ), που πα­ραδεκτά προέβαλε η δεύτερη εναγομένη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επανα­φέρει στο Δικαστήριο τούτο, ορθά εκτί­μησε τις αποδείξεις, γι' αυτό οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της έφεσης της πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, από το σύνολο των ια­τρικών πιστοποιητικών και γνωματεύσε­ων που προσκομίζονται και έχουν στην πλειονότητα τους προαναφερθεί, απο­δεικνύονται το είδος, η έκταση και η βα­ρύτητα των σωματικών κακώσεων στο πρόσωπο του ενάγοντος, ώστε να μη συντρέχει περίπτωση να διαταχθεί προς τούτο ιατρική πραγματογνωμοσύνη, σω­στά δε έκρινε το ίδιο και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε σιωπηρώς το σχετι­κό προς τούτο αίτημα της δεύτερης ενα­γομένης και, συνεπώς, ο λόγος της εφέ­σεως της τελευταίας, με τον οποίο αυτή παραπονείται ότι η εκκαλούμενη απόφα­ση απέρριψε (σιωπηρώς) το άνω αίτη­μα της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι συ­νεπεία της σωματικής βλάβης, που υπέ­στη, ο ενάγων ζημιώθηκε το συνολικό ποσό των 76,58 ΕΥΡΩ το οποίο κατέβα­λε για την αγορά διαφόρων φαρμακευ­τικών ειδών (βλ. προσκομιζόμενες απο­δείξεις της φαρμακοποιού Μ.Ί.).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικα­στήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφα­ση του δέχθηκε το ποσό των 35,08 ΕΥΡΩ, για την άνω αιτία, αντί εκείνου των 76,58 ΕΥΡΩ, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδεί­ξεις κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος.

Στο άνω ποσό πρέπει να προστε­θεί το ποσό των 210 ΕΥΡΩ που κατέβα­λε ο ενάγων για αμοιβή στον δερματολό­γο Α.Σ. και για επισκέψεις στα απογευ­ματινά ιατρεία του ΠΠΓΝ Πατρών προ­κειμένου να εξετασθεί από τον καθη­γητή δερματολογίας Δ.Τ., καθώς και το ποσό των 600 ΕΥΡΩ που κατέβαλε στη δεύτερη εναγομένη ως αμοιβή της, τα οποία (ποσά) έχουν επιδικαστεί σ' αυ­τόν με την εκκαλούμενη απόφαση και δεν προσβάλλονται με την έφεση της δεύτερης εναγομένης. Συνεπώς, το σύ­νολο της περιουσιακής ζημίας του ενά­γοντος από όλες τις παραπάνω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 886,58 ΕΥΡΩ.

Τέλος, πέραν της άνω περιουσι­ακής ζημίας, ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, ως εκ της λύπης και αγωνίας που του προκάλεσε η προπεριγραφείσα βλά­βη της υγείας του, του άγχους που δοκί­μασε από το αβέβαιο της εξέλιξης της, και ακόμη εκ της μεγάλης και επίπονης ψυχι­κής και σωματικής ταλαιπωρίας που υπέ­στη προς αποκατάσταση της, για την απο­κατάσταση της οποίας (ηθικής βλάβης), λαμβανομένων υπ' όψη των συνθηκών υπό τις οποίες τελέστηκε η αδικοπραξία, της αποκλειστικής υπαιτιότητας (αμέλειας) των οργάνων (καταστατικών) της υπόχρε­ης εναγομένης εταιρείας και της προστηθείσας από αυτήν υπαλλήλου, της έλλει­ψης πταίσματος του ιδίου ενάγοντος, της ηλικίας του ενάγοντος, της περιουσιακής και κοινωνικής θέσης του, καθώς και της ανάλογης περιουσιακής κατάστασης της δεύτερης εναγομένης, πρέπει να του επι­δικαστεί ως εύλογη χρηματική του ικανο­ποίηση το ποσό των 25.000 ΕΥΡΩ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δι­καστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφαση του επιδίκασε στον ενάγοντα το ίδιο παραπάνω ποσό για την άνω αι­τία, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις απο­δείξεις εκτίμησε και οι αντίθετοι σχετικοί λόγοι της εφέσεως του ενάγοντος πρέ­πει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν. Επομένως, ο ενάγων δικαιού­ται από όλες τις άνω αιτίες το ποσό των 25.886,58 ΕΥΡΩ.

 

Σύμβαση παροχής υπηρεσιών αισθητικής και αδυνατίσματος. Συμβατική υπαναχώρηση - δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 ΑΚ. Καταγγελία εργοδότη

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6054/2010

 

Εισηγήτρια : Μερόπη Πουλάκη-Κυριακίδου (Πρ. :Ειρ. Κιουρτσόγλου-Πετρουλάκη)

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΕΤΟΣ: 2011 ΣΕΛ.: 857

 

Με την από 11.1.2007 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθετε τα πιο κάτω: Ότι, στην Αθήνα, κατά τα έτη 2002 έως 2006, συνήψε με τις εναγόμενες εταιρείες, που συστεγάζονταν, διαδο­χικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών αισθητικής, αδυνατίσματος και γυμναστικής, αντί υπερβολικής κάθε φορά αμοιβής. Ότι στη σύναψη των εν λόγω συμβάσεων προέβη, λόγω της κακής ψυχολογικής της κατάστασης, εξαιτίας προσωπικών προβλημά­των που είχε, γεγονός που διέγνωσαν οι υπάλληλοι των εναγομένων και την ωθούσαν, κατά τρόπο α­ντίθετο προς την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, στην κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων που προέβλεπαν μακροχρόνια προγράμματα παροχής υπηρεσιών, την αμοιβή των οποίων προεξοφλούσε. Ότι για τα προγράμματα αυτά προκατέβαλε συνολι­κά τουλάχιστον 109.711,60 ευρώ και δη 42.167,30 ευρώ στην πρώτη εναγομένη, 43.153,30 ευρώ στη δεύτερη και 24.391 ευρώ στην τελευταία, χωρίς να της παρασχεθούν οι αντίστοιχες υπηρεσίες. Ότι με βάση συμβατικό όρο που υπήρχε μεταξύ αυτής και των αντιδίκων της, άλλως όπως είχε δικαίωμα από το νόμο, υπαναχώρησε από τις επίδικες συμβάσεις, άλλως τις κατήγγειλε, δυνάμει της από 14.11.2006 εξώδικης έγγραφης δηλώσεως της που επιδόθηκε στις εναγόμενες στις 15.11.2006 και τις κάλεσε να της αποδώσουν τα ανωτέρω καταβληθέντα ποσά, εντός 5 ημερών από την κοινοποίηση των δηλώσε­ων. Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της καταβάλουν, με το νόμιμο τόκο από την 21.11.2006, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 42.167,30 ευρώ η πρώτη εναγομένη, 43.153,30 ευρώ η δεύτερη και 24.391 ευρώ η τρίτη εναγομέ­νη, κυρίως με βάση την υπαναχώρηση που έχει α­σκήσει σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί αδικαι­ολόγητου πλουτισμού, επικουρικά με βάση την κα­ταγγελία και όλως επικουρικώς επειδή οι καταρτι­σθείσες συμβάσεις είναι άκυρες κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ. Η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική της βάση, ενώ τη δεύτε­ρη επικουρική της βάση την απέρριψε ως μη νόμι­μη. Στη συνέχεια δε τη δέχτηκε ως εν μέρει βάσιμη και στην ουσία της και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλλουν στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από 21.11.2006, τα πιο κάτω χρηματικά ποσά: α) 40.554,40 ευρώ η πρώτη εναγομένη, β) 41.540,40 ευρώ η δεύτερη και γ) 22.778,10 ευρώ η τρίτη ε­ναγομένη. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονού­νται τώρα οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες με την κρινόμενη έφεση τους, για τους αναφερόμε­νους σε αυτήν λόγους και ζητούν την εξαφάνιση της, προκειμένου να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή της αντιδίκου τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 383, 387, 389, 681, 686 εδ. β και 904 του ΑΚ συνάγεται ότι η υπαναχώρηση, νόμιμη ή συμβατική, επιφέρει άμεση διάλυση της εργολαβικής σύμβασης, με ανα­δρομική ενέργεια και, επομένως, η άσκηση της με μονομερή δήλωση βουλήσεως, που γνωστοποιείται στον αντισυμβαλλόμενο, έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχές που πη­γάζουν από σύμβαση. Οι συμβαλλόμενοι δε, έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. και ΑΠ 1759/2009 ΕλΔ 2010.776, ΑΠ 274/2008 Δημοσίευση «ΝΟΜΟΣ», Εφ.Αθ. 95/2010 ΕΔΙΚΠΟΛΥΚ 2010.137). Για την άσκηση του δικαιώ­ματος της συμβατικής υπαναχώρησης δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ. Τέτοια υποχρέωση υπάρχει, μόνο στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άνω άρθρου (383 ΑΚ), δικαίωμα της νόμιμης υπαναχώρησης. Περαιτέ­ρω, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να κα­ταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οφείλει όμως να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα α­μοιβή. Έτσι, η καταγγελία ενεργεί για το μέλλον (ex nunc), ενώ το αντίθετο συμβαίνει, κατά τα προεκτιθέμενα, επί της υπαναχωρήσεως κατά το άρθρο 389 του ΑΚ, η οποία ενεργεί αναδρομικώς και επι­φέρει απόσβεση των αμοιβαίων υποχρεώσεων ε­ξαρχής (βλ. και ΑΠ 274/2008 οπ.αν.).

Αποδεικνύονται τα πιο κάτω: η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη (εφεξής ενάγουσα) τυγχάνει τραπεζική υπάλληλος εργαζόμενη στη διεύθυνση πληροφορι­κής της Εθνικής Τράπεζας. Το έτος 2002 αντιμε­τώπιζε προβλήματα αισθηματικής φύσεως και δη ο σύντροφος της, με τον οποίο διατηρούσε ερωτικό δεσμό από το έτος 1995, άρχισε να εκφράζει έντο­νες αμφιβολίες για το μέλλον της σχέσης τους και για την προοπτική τέλεσης γάμου μεταξύ τους. Η ενάγουσα, τότε, βρισκόμενη σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, αποφάσισε να βελτιώσει την εξωτερική της εμφάνιση, πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο, θα μετέβαλε στάση, απέναντι της, ο σύντροφος της. Προς το σκοπό αυτό, επισκέφθηκε το κατά­στημα που βρίσκεται στη Κηφισιά, όπου οι εναγό­μενες και ήδη εκκαλούσες (εφεξής εναγόμενες) εταιρείες συστεγαζόμενες με κοινό μάλιστα λογι­στήριο, ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα, παρέχουν, αντί αμοιβής, υπηρεσίες αι­σθητικής, γυμναστικής και αδυνατίσματος στους πελάτες τους. Ας σημειωθεί δε ότι όλες οι υπηρε­σίες των εναγομένων διαφημίζονται, προωθούνται και παρέχονται υπό τον κοινό διακριτικό τίτλο «Β.», με αποτέλεσμα να μην είναι αντιληπτό στους πελά­τες ότι πρόκειται για τρεις διαφορετικές εταιρείες. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα κατά τα έτη 2002 έως 2006, ενθαρρυνόμενη προς τούτο και από τους προστηθέντες υπαλλήλους των εναγομέ­νων εταιρειών, οι οποίοι αντιλήφθηκαν την ευάλωτη ψυχολογική της κατάσταση και την έλλειψη εκ μέ­ρους της αυτοπεποίθησης, συνήψε με τις αντίδικες της διαδοχικές συμβάσεις που προέβλεπαν μακρο­χρόνια προγράμματα παροχής υπηρεσιών αισθητι­κής, γυμναστικής και αδυνατίσματος, με την προσ­δοκία να βελτιωθεί ριζικά η εξωτερική της εμφάνι­ση, όπως άλλωστε της υπόσχονταν οι τελευταίες. Ειδικότερα, καταρτίστηκαν διαδοχικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών αισθητικής προσώπου και σώ­ματος, γυμναστικής και αδυνατίσματος: α) μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες: 4.4.2002, 23.5.2002, 10.6.2002, 3.7.2002, 2.9.2002, 30.9.2002, ... β) μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομέ­νης κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες: 8.5.2002, 15.5.2002, 16.5.2002, 2.9.2002, ... και γ) μεταξύ της ενάγουσας και της τρίτης εναγομένης κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες: 4.4.2002, 30.4.2002, 23.5.2002,... Η συμφωνηθείσα αμοιβή των εναγο­μένων, για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών, α­νήλθε συνολικά στο υπερβολικό ποσό των 109.711,60 ευρώ. Το ποσό αυτό μάλιστα, η ενά­γουσα, υπό το δέλεαρ παροχής έκπτωσης, προκατέβαλλε κάθε φορά, χωρίς να αναμένει την παροχή των υπηρεσιών, για τις οποίες άλλωστε απαιτείτο μακρύς χρόνος, είτε πληρώνοντας μετρητά χρήμα­τα, είτε με άμεση χρέωση των πιστωτικών της καρ­τών, είτε αποδεχόμενη συναλλαγματικές, τις ο­ποίες εξοφλούσε εντός λίγων ημερών. Ειδικότερα, η συμφωνηθείσα και προκαταβληθείσα αμοιβή της καθεμιάς από τις εναγόμενες εταιρείες ήταν: α) για την πρώτη εναγόμενη ποσό 42.167,30 ευρώ, β) για τη δεύτερη εναγόμενη 43.153,30 ευρώ και γ) για την τρίτη (εναγόμενη) ποσό των 24.391 ευρώ (βλ. τις σχετικές αποδείξεις πληρωμής που επικα­λείται και προσκομίζει η ενάγουσα). Αν και προκα­τέβαλε τα ως άνω ποσά, η ενάγουσα συμμετείχε σε προγράμματα αισθητικής, αδυνατίσματος και γυ­μναστικής αξίας μόλις 4.838,70 ευρώ συνολικά. Ας σημειωθεί εδώ ότι οι εναγόμενες δεν αμφισβητούν με την έφεση τους, αλλά ούτε και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) την κα­τάρτιση των ως άνω συμβάσεων, β) το ύψος των ποσών που προκαταβλήθηκαν από την ενάγουσα και γ) την αξία των υπηρεσιών που της παρείχαν. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενες εται­ρείες, από την έναρξη της συμβατικής τους σχέσης με την ενάγουσα, της γνωστοποίησαν ότι έχουν υπογράψει και δεσμεύονται από τον «Κώδικα Δεο­ντολογίας Κέντρων Αδυνατίσματος» που συντάχτη­κε με την υπόδειξη και συμφωνία της Διεύθυνσης Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυ­ξης, κατά το άρθρο 1 του ν. 2251/1994 περί προ­στασίας καταναλωτών. Της χορήγησαν μάλιστα και ένα αντίγραφο του εν λόγω κώδικα, καθώς και υ­πόδειγμα της δήλωσης υπαναχώρησης που προ­βλέπεται από αυτόν. Με τον τρόπο αυτό, δηλαδή με τη χορήγηση και την αποδοχή αντίστοιχα αντιγρά­φου του κώδικα δεοντολογίας, οι όροι αυτού κατέστησαν και συμβατικοί όροι μεταξύ των διαδίκων, τουλάχιστον κατά το χρονικό διάστημα που οι ενα­γόμενες δεσμεύονταν από τον εν λόγω κώδικα. Μεταξύ των όρων αυτών περιλαμβάνεται και το υπ αριθ. 3 άρθρο, σύμφωνα με το οποίο «ο χρήστης δικαιούται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της κα­ταρτισθείσης σύμβασης να υπαναχωρήσει αυτής ή να καταγγείλει αυτήν, πριν τη λήξη του συμφωνη­μένου ειδικά προγράμματος, κατά τις ισχύουσες διατάξεις των Νόμων, σε ουδεμία δε περίπτωση δεν επιτρέπεται να επιβληθεί από τη Μονάδα απα­γόρευση της υπαναχώρησης ή καταγγελίας της σχετικής ρήτρας θεωρούμενης ως άκυρης. Με την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης ή καταγ­γελίας ο χρήστης υποχρεούται να εξοφλήσει πλή­ρως την αξία των παρασχεθεισών υπηρεσιών. Αντί­στοιχα η Μονάδα υποχρεούται να επιστρέφει στο χρήστη την αξία του τιμήματος του προγράμματος του οποίου τυχόν δε θα γίνει χρήση λόγω πιθανής διακοπής της σχετικής σύμβασης υπό την προϋπό­θεση ότι η υπαναχώρηση ή η καταγγελία ασκήθηκε κατά τα ανωτέρω». Ο ισχυρισμός των εναγομένων που επαναφέρεται με το δεύτερο λόγο έφεσης ότι οι όροι του ως άνω κώδικα δεν είναι δεσμευτικοί, γιατί δεν έλαβαν τη μορφή Υπουργικής Απόφασης, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και δη ως στηρι­ζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Συγκεκριμέ­να, ο ως άνω όρος είναι δεσμευτικός για τις ενα­γόμενες εταιρείες, όχι γιατί αποτελούν διάταξη κανονιστικής Υπουργικής Απόφασης που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση νόμου (όπως έγινε μεταγενέ­στερα με την υπ αριθ. Ζ11262/29.10.2007 - ΦΕΚ Β 2122/31.10.2007 Υ.Α.), αλλά γιατί κατέστη, με τον τρόπο που περιγράφεται πιο πάνω, συμβατικός ό­ρος μεταξύ των διαδίκων. Εξάλλου, αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα, ασκώντας το ανωτέρω συμβατικό δικαίωμα που είχε από το άρθρο 3 του ανωτέρω κώδικα, στις 15.11.2006 επέδωσε στις αντίδικες της την από 14.11.2006 εξώδικη δήλωση της, με την οποία δήλωσε ότι υπαναχωρεί από όλες τις ε­πίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, άλλως κα­ταγγέλλει αυτές. Κάλεσε δε τις εναγόμενες να της αποδώσουν το χρηματικό ποσό που δεν αναλώθηκε με την παροχή υπηρεσιών (βλ. τις υπ αριθ. ΣΤ569, ΣΤ570 και ΣΤ571 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστι­κού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.Κ.). Η ως άνω δήλωση της ενάγουσας, για μεν το χρονικό διάστημα μέχρι 15.3.2006 που οι εναγόμενες δε­σμεύονταν από τον ανωτέρω αναφερόμενο κώδικα δεοντολογίας, έχει την ισχύ συμβατικής υπαναχώ­ρησης και συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω στη νομική σκέψη, οι εναγόμενες οφείλουν να αποδώσουν τη ληφθείσα αμοιβή τους, για την οποία δεν παρείχαν αντίστοιχες υπηρεσίες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 ΑΚ), καθόσον ως προς αυτή (την αμοιβή) έγι­ναν αδικαιολογήτως πλουσιότερες. Περαιτέρω, α­ποδείχτηκε ότι οι εναγόμενες με έγγραφο τους που κοινοποιήθηκε στο Υπουργείο Ανάπτυξης στις 15.3.2006 απέσυραν την υπογραφή τους από τον εν λόγω κώδικα και δήλωσαν ότι δεν δεσμεύονται πια από αυτόν.

Για το χρονικό διάστημα, λοιπόν, από 16.3.2006 και εφεξής η ως άνω δήλωση της ενάγουσας έχει την ισχύ της καταγγελίας, κατ άρθρο 700 ΑΚ. Όπως δε, δέχτηκε και η προσβαλλόμενη απόφαση, η αμοι­βή των εναγομένων για τις συμβάσεις που καταρτί­στηκαν το τελευταίο αυτό διάστημα ανέρχεται στα 2.321 ευρώ. Ειδικότερα στις 6.4.2006, αμοιβή 194 ευρώ, στις 7.4.2006, 1.000 ευρώ για την πρώτη ε­ναγομένη, στις 6.4.2006, 756 ευρώ, στις 18.7.2006, 150 ευρώ και στις 24.7.2006, 221 ευρώ, για τη δεύ­τερη εναγομένη. Το εν λόγω ποσό οι εναγόμενες οφείλουν να το αποδώσουν, καθόσον αυτό, κατά τα αναφερόμενα, επικουρικώς, στην αγωγή, αποτελεί ωφέλεια από αντίστοιχες υπηρεσίες που προσέφε­ραν σε άλλους πελάτες τους, κατά τις ώρες που η ενάγουσα θα απασχολούσε το προσωπικό και τα μη­χανήματα τους, αν πράγματι έκανε χρήση αυτών. Να σημειωθεί ότι κατά το εν λόγω κεφάλαιο δεν πλήττε­ται η εκκαλουμένη απόφαση με λόγο έφεσης. Σύμ­φωνα με όλα τα πιο πάνω, αφού αφαιρεθεί το συνο­λικό ποσό των 4.838,70 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των προγραμμάτων που συμμετείχε η ενάγου­σα, από την προκαταβληθείσα αμοιβή των εναγομέ­νων, ισομερώς από την απαίτηση της καθεμιάς από αυτές (άρθρ. 422 του ΑΚ), δεδομένου ότι αυτές έ­χουν κοινό λογιστήριο και δεν προκύπτει σαφώς ποιο ακριβώς ποσό καταβλήθηκε στην καθεμιά από αυτές, οι τελευταίες οφείλουν να αποδώσουν στην ενάγουσα το υπόλοιπο ποσό των 104.872,90 ευρώ και ειδικότερα α) η πρώτη εναγόμενη 40.554,40 ευ­ρώ (42.167,30 € -1.612,90 €), β) η δεύτερη εναγο­μένη 41.540,40 ευρώ (43.153,30 € - 1.612,90 €) και γ) η τρίτη εναγόμενη 22.778,10 ευρώ (22.778,10 €-1.612,90 €).

Οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες εταιρείες με τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους έφεσης εκ­θέτουν (κατ εκτίμηση του σχετικού δικογράφου της έφεσης) τα πιο κάτω: α) Ότι η ενάγουσα, κατά την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων ήταν ηλικίας άνω των 30 ετών και είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, η δε κακή ψυχολογική της κατάσταση δεν αποδεί­χτηκε ότι επέδρασε στην ικανότητα της αυτή (α λό­γος), β) ότι στην προκειμένη υπόθεση δεν υπήρχε δικαίωμα συμβατικής υπαναχώρησης εκ μέρους της αντιδίκου της, κατά τη διάταξη του άρθρου 389 του ΑΚ, ούτε συνέτρεχε περίπτωση νόμιμης υπαναχώ­ρησης απ αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 689 του ΑΚ, αφού πρόκειται περί συμβάσεων έργου (γ λόγος) και γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση «δεν απάντησε, ούτε αντέκρουσε τον ισχυρισμό που αφο­ρά την ερμηνεία του άρθρου 700 ΑΚ και η οποία διά­ταξη διέπει τον επικουρικό ισχυρισμό της αντιδίκου» (δ λόγος). Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως εξής: α) ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος ως αλυσιτε­λής, δεδομένου ότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋ­πόθεση και δη στην προϋπόθεση ότι με την προ­σβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, λόγω της κακής ψυ­χολογικής της κατάστασης. Η κακή ψυχολογική κατάσταση της ενάγουσας αναφέρεται στην προσβαλ­λόμενη απόφαση, καθώς και στην απόφαση του Δι­καστηρίου αυτού, απλώς διηγηματικά, ενόψει των ασυνήθιστα πολλών συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτής και των εναγομένων, χωρίς να γίνεται δεκτό ότι η εν λόγω κατάσταση έφτασε σε σημείο να άρει τη δικαιοπρακτική ικανότητα της. Η υποχρέωση απόδοσης των καταβληθέντων ποσών, κατά τα άνω, στηρίζεται στην ασκηθείσα από την ενάγουσα υπα­ναχώρηση και καταγγελία αντίστοιχα και όχι στην έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας αυτής, β) Ο τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Κατά τα αναφερόμενα και πιο πάνω, η ενάγουσα εί­χε, από τη σύμβαση, δικαίωμα υπαναχώρησης, για την άσκηση της οποίας, όπως αναφέρεται και στη νομική σκέψη, δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋ­ποθέσεων του άρθρου 383, αλλά ούτε και αυτών του άρθρου 689 του ΑΚ και γ) ο τέταρτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και δη αόριστος. Ειδι­κότερα από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 524 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος έφεσης, με τον οποίο προ­σάπτεται στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ότι δεν ερμή­νευσε ορθά διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρονται σε αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανό­νας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι δεν ερ­μηνεύθηκε ορθά, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η εσφαλ­μένη ερμηνεία και 3) το αποδιδόμενο στο πρωτο­βάθμιο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία του κα­νόνα δικαίου (βλ. και ΟλΑΠ 27/1998 ΕλΔ 1998.804, ΟλΑΠ 32/1996 ΝοΒ 1997.445, ΑΠ 1021/2010 Δημο­σίευση «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1803/2009 ΕφΑΔ 2010.710, ΑΠ 1271/2005 ΝοΒ 2006.213, Σ. Σαμουήλ «Η έφε­ση», εκδ. 2003). Στην προκειμένη περί­πτωση οι εκκαλούσες δεν καθορίζουν στο εφετήριο ούτε ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά δέ­χτηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ εσφαλμένη εκτίμηση του άρθρου 700 του ΑΚ, ούτε το αποδιδό­μενο σφάλμα περί την ερμηνεία του ως άνω κανόνα δικαίου.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέ­ωσε τις εναγόμενες να καταβάλλουν τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από 21.11. 2006, δηλαδή από τη δήλη ημέρα, μετά την πάροδο της πενθήμερης προθεσμίας που ορίστηκε με την ως άνω εξώδικη δήλωση της ενάγουσας. Και τούτο γιατί κρίθηκε ότι η σχετική αξίωση στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 912 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «σε περίπτωση απαίτησης για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ο λήπτης, αφότου όφειλε να προβλέψει την αναζήτηση, ευθύνεται για ό,τι έλαβε σαν να είχε επιδοθεί η αγωγή. Ο λήπτης έχει την υποχρέωση να αποδώσει καρπούς μόνο αφότου μά­θει ότι η αιτία δεν επακολούθησε ή έληξε». Κρίθηκε δηλαδή ότι, αφού οι εναγόμενες πληροφορήθηκαν, με την αναφερόμενη και πιο πάνω εξώδικη δήλωση της ενάγουσας, ότι η αιτία καταβολής της αμοιβής τους έληξε, αυτές όφειλαν να προβλέψουν την ανα­ζήτηση των καταβληθέντων ποσών για την αιτία αυτή και έτσι οφείλουν να καταβάλουν έκτοτε τόκους για τα εν λόγω ποσά. Από την επισκόπηση όμως του δι­κογράφου της αγωγής προκύπτει ότι το αίτημα της ενάγουσας περί τοκοδοσίας της απαίτησης της δεν στηρίζεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 912 του ΑΚ, όπως εσφαλμένα εξέλαβε η εκκαλουμένη απόφαση, καθόσον δεν εκτίθεται σε αυτό (δικόγρα­φο), ότι οι εναγόμενες από την επίδοση σε αυτές της επίδικης εξώδικης δήλωσης όφειλαν να προ­βλέψουν την αναζήτηση των καταβληθέντων ποσών, αλλά είναι φανερό ότι το εν λόγω αίτημα στηρίζεται στο άρθρο 340 του ίδιου κώδικα περί όχλησης. Ειδι­κότερα, στην αγωγή αναφέρεται ότι «οι εναγόμενες πρέπει να υποχρεωθούν να μου καταβάλουν για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 109.711,60 €... νομιμοτόκως από το πέρας της προθεσμίας που έ­ταξα σ αυτές στις από 5.11.2006 εξώδικες δηλώ­σεις μου, τις οποίες ρητώς χαρακτήρισα ως όχληση για το σκοπό αυτό, ήτοι από την 21.11.2006 (πέντε ημέρες μετά την κοινοποίηση αυτών, η οποία έγινε την 15.11.2006), άλλως από την επίδοση της πα­ρούσας και μέχρι πλήρους εξοφλήσεως». Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης τους, οι εκκαλούσες εκθέτουν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατ εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών επιδίκασε τόκους από 21.11.2006. Και τούτο γιατί από την εξώδικη όχληση της αντιδίκου τους δεν προέκυπτε το ακριβές χρηματικό ποσό, στο οποίο αφορούσε. Ο λόγος αυτός της έφεσης κρίνε­ται βάσιμος. Πράγματι η όχληση πρέπει να είναι α­κριβής, ορισμένη και σαφής. Πρέπει δηλαδή ο οφει­λέτης να καλείται να πληρώσει τη συγκεκριμένη πα­ροχή, προσδιορισμένη κατ είδος και κατ έκταση (βλ. και ΑΠ 376/2008 Δημοσίευση «ΝΟΜΟΣ»). Όταν δε πρόκειται για χρηματική απαίτηση απαιτείται να προκύπτει και το ακριβές χρηματικό ποσό, στο οποίο αφορά η όχληση (βλ. και ΑΠ 1796/2008, ΑΠ 1235/2008 Δημοσίευση «ΝΟΜΟΣ», Εφ.Θεσσαλ. 2943/2005 Αρμ 2006.401, Σταθόπουλος στο Γεωργιάδη-Σταθόπουλου: Αστικός Κώδιξ, τομ. II, κάτω από το άρθρο 340). Στην προκειμένη όμως περίπτωση αποδεικνύεται ότι με την από 14.11.2006 εξώδικη δήλωση της, με την οποία η ενάγουσα δήλωσε στις εναγόμενες εταιρείες ότι υπαναχωρεί από όλες τις επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρε­σιών, άλλως καταγγέλλει αυτές, δεν αναφέρεται το ακριβές χρηματικό ποσό που οι τελευταίες οφείλουν να της αποδώσουν, αλλά αναφέρονται αορίστως τα εξής: «σας καλώ δε εντός της ίδιας ως άνω προθε­σμίας να μου επιστρέφετε το συνολικό ποσό που αντιστοιχεί σε υπηρεσίες, οι οποίες δεν μου παρα­σχέθηκαν...». Επομένως, η όχληση αυτή δεν ήταν ο­ρισμένη ως προς το χρηματικό ποσό που αφορούσε, και δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα ως προς την έναρξη της τοκοφορίας. Συνεπώς, αφού γίνει δεκτή εν μέρει η υπό κρίση έφεση, κατά παραδοχή του πέ­μπτου (τελευταίου) λόγου έφεσης, πρέπει να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα όχι μόνο κατά τα κεφάλαιο περί τοκοδοσίας, κατά το ο­ποίο έγινε δεκτή η έφεση, αλλά και κατά τα λοιπά κεφάλαια της. Και τούτο ώστε να επιτευχθεί η ενό­τητα της εκτέλεσης (βλ. και ΑΠ 748/1984 ΕλΔ 26. 642, ΕφΛαρ 21/2006 Δημοσίευση «ΝΟΜΟΣ»). Στη συνέχεια δε, αφού κρατηθεί η υπόθεση και δικαστεί η αγωγή, σύμφωνα και με το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης, πρέπει η εν λόγω αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη. Να υποχρεωθούν δε οι εναγόμενες εταιρείες να καταβάλουν στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγω­γής έως την εξόφληση τα πιο κάτω χρηματικά ποσά: α) 40.554,40 ευρώ η πρώτη εναγομένη, β) 41.540,40 ευρώ η δεύτερη και γ) 22.778,10 ευρώ η τρίτη εναγόμενη. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί εν μέ­ρει η δικαστική δαπάνη της ενάγουσας - εφεσίβλη­της και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, σε βάρος των εναγομένων-εκκαλουσών, λόγω της εν μέρει τελικής ήττας τους στη δίκη (άρθρ. 178, 183, 189, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.).

 

 Ινστιτούτα αδυνατίσματος- ιατρικές πράξεις- απαγόρευση επιχείρησης ιατρικών πράξεων σε ινστιτούτα αισθητικής και πολυδύναμες μονάδες παροχής υπηρεσιών αδυνατίσματος- μεταβίβαση επιχείρησης

 

ΑΡΙΘΜΟΣ 259/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΝΟΜΙΚΩΝ

ΕΤΟΣ : 2007 ΣΕΛΙΔΑ : 321

ΤΡΑΠΕΖΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΩΔΙΚΑΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

ΕΤΟΣ: 2007 ΣΕΛΙΔΑ: 1405

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστου Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «………………………..» που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα, βάσει δηλώσεως άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου : ……………………….., κατοίκου Ηλιούπολης Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μουστάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Δεκεμβρίου2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3307/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 11579/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 16 Ιουλίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, διάβασε την από 29.9.2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου συντάχθηκε με την εισήγηση και ζήτησε επί πλέον την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 της ΥΑ 3215/1998 του Υπουρ. Υγείας και Πρόνοιας, που ορίζει τις προϋποθέσεις εγκατάστασης μονάδων αδυνατίσματος και διαιτολογικών μονάδων και εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 52 του Ν.2519/1997, ως και του άρθρου 5 παρ. 3 και 4 του ΝΔ.361/1969 «περί ασκήσεως του επαγγέλματος του αισθητικού», άρθρ. 5 παρ. 1 της Γ4/5258/1970 ΥΑ του Υπουρ.Κοιν. Υπηρεσιών, που ρυθμίζει τις λειπτομέρειες εφαρμογής του παραπάνω ΝΔ/206, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει ότι στα ινστιτούτα αισθητικής και τις πολυδύναμες μονάδες παροχής υπηρεσιών αδυνατίσματος, και αισθητικής προσώπου και σώματος απαγορεύεται η διενέργεια κάθε ιατρικής πράξεως στις εγκαταστάσεις, όπως και η πρόσληψη ιατρικών συνεργατών προς παροχή ιατρικών υπηρεσιών, εκτός από τον υποχρεωτικά προσλαμβανόμενο ιατρό με ειδικότητα παθολόγου ή Γεν. Ιατρικής, που είναι υπεύθυνος για την εξέταση των ενδιαφερομένων πελατών και έκδοση πιστοποιητικού ικανότητος αυτών ώστε να συμμετάσχουν στα προγράμματα διαίτης και γυμναστικής των μονάδων αυτών. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολ.Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, που είναι ιατρός χωρίς ειδικότητα, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του στο ινστιτούτο αισθητικής που διατηρεί η αναιρεσείουσα (και που διατηρούσε η μεταβιβάσασα την επιχείρηση προηγούμενη εργοδότρια) στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Ερμού 55. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι παραβιάστηκαν οι παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως και εκείνες των ΠΔ 84/2001 και ΠΔ 247/1991 που ορίζουν αντίστοιχα τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών φορέων παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και ιδιωτικών κλινικών, από τις οποίες προκύπτει ότι απαγορεύεται και εντεύθεν είναι άκυρη η σύναψη συμβάσεως εργασίας με αντικείμενο την παροχή ιατρικών υπηρεσιών με ιατρό στερούμενο ιατρικής ειδικότητας. Για τον ισχυρισμό αυτόν περί ακυρότητας της ένδικης εφετειακής συμβάσεως δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι υποβλήθησαν στο δικαστήριο αυτό τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, η μη προβολή δε τούτων προκύπτει άλλωστε και από τις επισκοπούμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρ. 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού η επικαλούμενη παραβίαση των παραπάνω διατάξεων δεν προκύπτει και κατά τις επικαλούμενες στο αναιαρετήριο αιτιολογίες της από την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία δεν περιέχονται πραγματικές παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών ή ότι στο ινστιτούτο αισθητικής της αναιρεσείουσας γίνονταν ιατρικές πράξεις από τον στερούμενο ιατρικής ειδικότητας αναιρεσίβλητο ή ότι ο τελευταίος εξέδιδε πιστοποιητικά ικανότητας των πελατών.

Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατά την έννοια των άρθρων 1, 2, 3 του ΠΔ 572/1988 και του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16.7.1920, του προϊσχύσαντος άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.3239/1955 και 8 του ΠΔ της 8.2.1928 είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία συνεχίζει τη λειτουργία της διατηρώντας την οικονομική της οντότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΠΔ 572/1988 τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξ αιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως οι αξιώσεις του μισθωτού που πηγάζουν από σύμβαση ή σχέση εργασίας με τον αρχικό εργοδότη που υφίσταται κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως βαρύνουν εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής το διάδοχο εργοδότη. Οι ίδιες έννομες συνέπειες επέρχονται και στην περίπτωση που προς καταστρατήγηση των παραπάνω προστατευτικών διατάξεων υποχρεωθεί ο μισθωτός, που συνεχίζει αδιάλειπτα την εργασία του στην επιχείρηση, να καταγγείλει τη σύμβασή του με τον αρχικό εργοδότη και ευθύς εν συνεχεία να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας με το διάδοχο εργοδότη. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Την 22.5.2000 ο αναιρεσίβλητος, που είναι γιατρός χωρίς ειδικότητα, σύναψε με τη μη διάδικο εταιρία «………………………..» σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του στο ινστιτούτο αισθητικής, που διατηρούσε η ως άνω εταιρία στη Θεσσαλονίκη επί της οδού Ερμού αρ. 55. Την άνοιξη του 2001 η εταιρία αυτή είχε περιέλθει σε πολύ άσχημη οικονομικής κατάσταση και ήταν ορατός ο κίνδυνος παύσης της λειτουργίας της. Ενόψει αυτών τον Ιούνιο του 2001 η ……………………….., γενική διευθύντρια της επιχείρησης στη Θεσσαλονίκη και ο σύζυγός της ........................, γενικός Διευθυντής της αντίστοιχης επιχείρησης στην Αθήνα συμφερόντων ........................, ενδιαφέρθηκαν να αναλάβουν οι ίδιοι την επιχείρηση της Θεσσαλονίκης και έτσι ήλθαν σε σχετική συνεννόηση και συμφωνία με τον ουσιαστικό ιδιοκτήτη της δεύτερης εφεσίβλητης ......................... ΄Ομως, επειδή οι οφειλές προς τρίτους της εταιρίας αυτής ήταν πολύ μεγάλες και η ........................ με τον ........................ δεν ήθελαν να τις επωμισθούν, αποφασίσθηκε μεταξύ των μερών να συσταθεί νέα εταιρία από τον ........................ και τη ........................, η οποία πράγματι θα αναλάμβανε πλέον τη λειτουργία της επιχείρησης. Πράγματι, στις 28.6.2001 αυτοί σύστησαν την αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία με ομόρρυθμο μέλος τον ........................ και ετερρόρυθμο μέλος τη ......................... Συγχρόνως δε για φορολογικούς λόγους ίδρυσαν κατά τον ίδιο τρόπο δύο ακόμη εταιρίες την «Αισθητική προσώπου –.........................» και την «Αισθητική σώματος ........................ Ε.Ε.». Το αντικείμενο αυτής της ενιαίας ουσιαστικά επιχείρησης ήταν ακριβώς το ίδιο μ΄ αυτό της «.........................», δηλαδή η παροχή υπηρεσιών αισθητικής ιατρικής. Έδρα δε της εταιρίας οριζόταν η Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα μισθωμένος χώρος επί της οδού Ερμού αρ. 55. Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης πληρώθηκαν το μήνα Ιούνιο του 2001, όμως τους επόμενους δύο μήνες, μολονότι εργάσθηκαν κανονικά σ΄ αυτήν, που συνέχισε να λειτουργεί - αν και με κάποια προβλήματα ενόψει της μεταβίβασής της στο νέο καθεστώς, δηλαδή της ανάληψής της από την αναιρεσείουσα, πληρώθηκαν μόνο το επίδομα αδείας στα τέλη του Ιουλίου 2001, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις της ........................ και του ........................ ότι θα ελάμβαναν τα οφειλόμενα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2001, οπότε είχαν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικαστικές ενέργειες για τη λειτουργία της επιχείρησης στο όνομα της αναιρεσείουσας, δηλώθηκε σαφώς στους εργαζομένους ότι πλέον αυτή αναλαμβάνει την επιχειρηματική δράση. Ζητήθηκε μάλιστα απ΄ όσους θα συνέχιζαν να εργάζονται, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αναιρεσίβλητος, να υπογράψουν στις 13.9.2001 δήλωση παραίτησης από την εταιρία «.........................» και συγχρόνως πρόσληψή τους στην αναιρεσείουσα με τους ίδιους όρους εργασίας, που ίσχυαν μέχρι τότε. Η κατάσταση δε που είχε διαμορφωθεί στο χρονικό σημείο που ανέλαβε πλέον τη λειτουργία της επιχείρησης η νέα εταιρία, έχει ως ακολούθως: Η ίδια, όπως προαναφέρθηκε, κατ΄ αντικείμενο δραστηριότητα ασκείται στον 6ο όροφο της ίδιας οικοδομής επί της οδού Ερμού αρ. 55, δηλαδή σε μικρότερο απλώς χώρο, δεδομένου ότι προηγουμένως χρησιμοποιούνταν επιπλέον και οι 1ος, 3ος και 5ος όροφοι της οικοδομής. Ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης (……) παρέμεινε ο ίδιος. Ο εξοπλισμός της επιχείρησης και ιδίως ο μεγάλης αξίας μηχανολογικός εξοπλισμός είτε ιδιόκτητος είτε μισθωμένος, παρέμεινε κατά βάση ο ίδιος και απλώς ενισχύθηκε με την προσθήκη ορισμένων νέων ειδών. Η πελατεία παρέμεινε η ίδια δεδομένου μάλιστα ότι η επιχείρηση συνέχισε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο χρησιμοποιώντας τον ίδιο διακριτικό τίτλο και τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό. Ο κύριος κορμός των εργαζομένων, που συνέχισαν να εργάζονται στην επιχείρηση, ήταν προηγουμένως υπάλληλοι της δεύτερης εφεσίβλητης. Βάσει των παραπάνω πραγματικών παραδοχών του το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η δε παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του και η σύγχρονη πρόσληψη αυτού από την αναιρεσείουσα για την εκτέλεση της ιδίας εργασίας είναι άκυρη, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας προς τον αναιρεσίβλητο μισθωτό. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Απορρίπτει την από 16.7.2004 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «Αισθητική Λέϊζερ, Μέντι Λέϊζερ, ........................» για αναίρεση της 11579/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

Αισθητικοί- ινστιτούτα αδυνατίσματος- ιατρικές πράξεις- απαγόρευση επιχείρησης ιατρικών πράξεων σε ινστιτούτα αισθητικής 

Αριθμός 260/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

ΝΟΜΟΤΕΛΕΙΑ

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας : Ετερόρρυθμης Εταιρίας με την επωνυμία «………………………...», που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζέρβα, βάσει δηλώσεως άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου : ………………………..., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Μουστάκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 739/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 11580/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα, με την από 16 Ιουλίου 2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, διάβασε την από 29.9.2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου συντάχθηκε με την εισήγηση και ζήτησε επί πλέον την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.

 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

 

Από τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 8 της ΥΑ 3215/1998 του Υπουρ. Υγείας και Πρόνοιας, που ορίζει τις προϋποθέσεις εγκατάστασης μονάδων αδυνατίσματος και διαιτολογικών μονάδων και εκδόθηκε κατ΄ εξουσιοδότηση του άρθρου 52 του Ν.2519/1997, ως και του άρθρου 5 παρ. 3 και 4 του ΝΔ 361/1969 «περί ασκήσεως του επαγγέλματος του αισθητικού» άρθρ. 5 παρ. 1 της Γ 4/5258/1970 ΥΑ του Υπουρ. Κοιν.Υπηρεσιών, που ρυθμίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του παραπάνω ΝΔ/206, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει ότι στα ινστιτούτα αισθητικής και τις πολυδύναμες μονάδες παροχής υπηρεσιών αδυνατίσματος και αισθητικής προσώπου και σώματος απαγορεύεται η διενέργεια κάθε ιατρικής πράξεως στις εγκαταστάσεις, όπως και η πρόσληψη ιατρών συνεργατών προς παροχή ιατρικών υπηρεσιών, εκτός από τον υποχρεωτικά `````προσλαμβανόμενο ιατρό με ειδικότητα παθολόγου ή Γεν. Ιατρικής, που είναι υπεύθυνος για την εξέταση των ενδιαφερομένων πελατών και έκδοση πιστοποιητικού ικανότητος αυτών ώστε να συμμετάσχουν στα προγράμματα διαίτης και γυμναστικής των μονάδων αυτών. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν ως Εφετείο Πολ.Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος, που είναι ιατρός χωρίς ειδικότητα, προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση την οποία παρείχε τις υπηρεσίες του στο ινστιτούτο αισθητικής που διατηρεί η αναιρεσείουσα (και που διατηρούσε η μεταβιβάσασα την επιχείρηση προηγούμενη εργοδότρια) στη Θεσσαλονίκη επί της οδού …… . Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.,η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι παραβιάστηκαν οι παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, όπως και εκείνες του ΠΔ 84/2001 και ΠΔ 247/1991 που ορίζουν αντίστοιχα τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών φορέων υγείας και ιδιωτικών κλινικών, από τις οποίες προκύπτει ότι απαγορεύεται και εντεύθεν είναι άκυρη η σύναψη συμβάσεως εργασίας με αντικείμενο την παροχή ιατρικών υπηρεσιών με ιατρό στερούμενο ιατρικής ειδικότητας. Για τον ισχυρισμό αυτό περί ακυρότητας της ένδικης εργασιακής συμβάσεως δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο αυτό τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν, η μη προβολή δε τούτων προκύπτει άλλωστε και από τις επισκοπούμενες προτάσεις της αναιρεσείουσας. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (άρθρ. 562 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αφού η επικαλούμενη παραβίαση των παραπάνω διατάξεων δεν προκύπτει και κατά τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο αιτιολογίες της από την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία δεν περιέχονται πραγματικές παραδοχές ότι ο αναιρεσίβλητος προσελήφθη για την παροχή ιατρικών υπηρεσιών, ότι στο ινστιτούτο αισθητικής της αναιρεσείουσας γίνονταν ιατρικές πράξεις από τον στερούμενο ιατρικής ειδικότητας αναιρεσίβλητο ή ότι ο τελευταίος εξέδιδε πιστοποιητικά ικανότητας των πελατών.

Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης κατά την έννοια των άρθρων 1, 2, 3 του ΠΔ 572/1988 και του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν.2112/1920, 9 παρ. 1 του ΒΔ της 16.7.1920, του προϊσχύσαντος άρθρου 6 παρ. 2 του Ν.3239/1955 και 8 του ΠΔ της 8.2.1928, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία συνεχίζει τη λειτουργία της διατηρώντας την οικονομική της οντότητα. Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ΠΔ 572/1988 τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασία, που υφίσταται κατά την ημερομηνία της για οποιοδήποτε λόγο μεταβίβασης, βαρύνουν εξ αιτίας της μεταβίβασης αυτής το διάδοχο. Ο μεταβιβάζων, παράλληλα με το διάδοχο παραμένει και μετά τη μεταβίβαση υπεύθυνος σε ολόκληρο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως οι αξιώσεις του μισθωτού που πηγάζουν από σύμβαση ή σχέση εργασίας με τον αρχικό εργοδότη που υφίσταται κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως βαρύνουν εξαιτίας της μεταβιβάσεως αυτής το διάδοχο εργοδότη. Οι ίδιες έννομες συνέπειες επέρχονται και στην περίπτωση που, προς καταστρατήγηση των παραπάνω προστατευτικών διατάξεων, υποχρεωθεί ο μισθωτός, που συνεχίζει αδιάλειπτα την εργασία του στην επιχείρηση, να καταγγείλει τη σύμβασή του με τον αρχικό εργοδότη και ευθύς εν συνεχεία να υπογράψει νέα σύμβαση εργασίας με το διάδοχο εργοδότη. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Το Μάϊο του 1999, ο αναιρεσίβλητος, που είναι γιατρός χωρίς ειδικότητα, σύναψε με τη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρία, η οποία τώρα δεν είναι διάδικος, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας παρείχε τις υπηρεσίες του στο ινστιτούτο αισθητικής, που διατηρούσε η ως άνω εταιρία στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ……. . Την άνοιξη του 2001 η δεύτερη εφεσίβλητη είχε περιέλθει σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση και ήταν ορατός ο κίνδυνος παύσης της λειτουργίας της. Ενόψει αυτών, τον Ιούνιο του 2001 η ……, γενική διευθύντρια της επιχείρησης στη Θεσσαλονίκη και ο σύζυγός της ………………………..., γενικός διευθυντής της αντίστοιχης επιχείρησης στην Αθήνα συμφερόντων ………………………..., ενδιαφέρθηκαν να αναλάβουν οι ίδιοι την επιχείρηση της Θεσσαλονίκης και έτσι ήλθαν σε σχετική συνεννόηση και συμφωνία με τον ουσιαστικό ιδιοκτήτη της δεύτερης εφεσίβλητης ……………………….... Όμως, επειδή οι οφειλές προς τρίτους της εταιρίας αυτής ήταν πολύ μεγάλες και η ………………………... με τον ………………………... δεν ήθελαν να τις επωμισθούν, αποφασίστηκε μεταξύ των μερών να συσταθεί νέα εταιρία από τον ………………………... και τη ………………………..., η οποία πράγματι θα αναλάμβανε πλέον τη λειτουργία της επιχείρησης. Πράγματι, στις 28.6.2001 αυτοί σύστησαν την αναιρεσείουσα ετερόρρυθμη εταιρία με ομόρρυθμο μέλος τον ………………………... και ετερόρρυθμο μέλος τη …… . Συγχρόνως δε για φορολογικούς λόγους ίδρυσαν κατά τον ίδιο τρόπο δύο ακόμη εταιρίες την «………………………....» και την «………………………....». Το αντικείμενο αυτής της ενιαίας ουσιαστικά επιχείρησης ήταν ακριβώς το ίδιο μ΄ αυτό της δεύτερης εφεσίβλητης, δηλαδή η παροχή υπηρεσιών αισθητικής ιατρικής. Έδρα δε της εταιρίας οριζόταν η Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα μισθωμένος χώρος επί της οδού …… . Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης πληρώθηκαν το μήνα Ιούνιο του 2001, όμως του επόμενους δύο μήνες, μολονότι εργάσθηκαν κανονικά σ΄αυτήν, που συνέχισε να λειτουργεί – αν και με κάποια προβλήματα ενόψει της μεταβίβασής της στο νέο καθεστώς, δηλαδή της ανάληψής της από την αναιρεσείουσα, πληρώθηκαν μόνο το επίδομα αδείας στα τέλη του Ιουλίου 2001, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις της ………………………... και του ………………………... ότι θα ελάμβαναν τα οφειλόμενα. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2001, οπότε είχαν ολοκληρωθεί όλες οι διαδικαστικές ενέργειες για τη λειτουργία της επιχείρησης στο όνομα της αναιρεσείουσας, δηλώθηκε σαφώς στους εργαζομένους ότι πλέον αυτή αναλαμβάνει την επιχειρηματική δράση. Ζητήθηκε μάλιστα απ΄ όσους θα συνέχιζαν να εργάζονται, μεταξύ των οποίων ήταν και ο αναιρεσίβλητος, να υπογράψουν στις 13.9.2001 δήλωση παραίτησης από τη δεύτερη εφεσίβλητη και συγχρόνως πρόσληψή τους στην αναιρεσείουσα με τους ίδιους όρους εργασίας, που ίσχυαν μέχρι τότε. Η κατάσταση δε που είχε διαμορφωθεί στο χρονικό σημείο που ανέλαβε πλέον τη λειτουργία της επιχείρησης η νέα εταιρία, έχει ως ακολούθως: Η ίδια, όπως προαναφέρθηκε, κατ΄ αντικείμενο δραστηριότητα ασκείται στον 6ο όροφο της ίδιας οικοδομής επί της οδού Ερμού αρ. 55, δηλαδή σε μικρότερο απλώς χώρο, δεδομένου ότι προηγουμένως χρησιμοποιούνταν επιπλέον και οι 1ος, 3ος και 5ος όροφοι της οικοδομής. Ο διακριτικός τίτλος της επιχείρησης (………………………...) παρέμεινε ο ίδιος. Ο εξοπλισμός της επιχείρησης και ιδίως ο μεγάλης αξίας μηχανολογικός εξοπλισμός είτε ιδιόκτητος, είτε μισθωμένος, παρέμεινε κατά βάση ο ίδιος και απλώς ενισχύθηκε με την προσθήκη ορισμένων νέων ειδών. Η πελατεία παρέμεινε η ίδια δεδομένου μάλιστα ότι η επιχείρηση συνέχισε να βρίσκεται στον ίδιο χώρο χρησιμοποιώντας τον ίδιο διακριτικό τίτλο και τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό. Ο κύριος κορμός των εργαζομένων, που συνέχισαν να εργάζονται στην επιχείρηση, ήταν προηγουμένως υπάλληλοι της δεύτερης εφεσίβλητης. Βάσει των παραπάνω πραγματικών παραδοχών του το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων, η δε παραίτηση του αναιρεσιβλήτου από την εργασία του και η σύγχρονη πρόσληψη αυτού από την αναιρεσείουσα για την εκτέλεση της ιδίας εργασίας είναι άκυρη, με συνέπεια η αναιρεσείουσα να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότιδας προς τον αναιρεσίβλητο μισθωτό. Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

Απορρίπτει την από 16.7.2004 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «………………………...» για αναίρεση της 11580/2004 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2005.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006.

 

Λειτουργία εργαστηρίων αισθητικής χωρίς άδεια, Διοικητικές κυρώσεις

Αποφ. ΓνωμΕισΠρωτΘεσ 7/99 :

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Ποινική Δικαιοσύνη ΕΤΟΣ: 1999 ΣΕΛΙΔΑ: 8314

 

 

Προς τον κ. Διοικητή Αστυνομικού Τμήματος Πλατείας Δημοκρατίας

Σε απάντηση του σχετικού εγγράφου σας με το οποίο ζητάτε να εκφέρουμε την άποψη μας σχετικά με το αν είναι αξιόποινη πράξη η λειτουργία εργαστηρίου αισθητικής ή μονάδος αδυνατίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, έχουμε την τιμή να σας γνωρίσουμε τα εξής:

Α. Σύμφωνα με το άρθ. 6 του ΝΔ 361 της 26/28.11.69 “περί ασκήσεως του επαγγέλματος του αισθητικού”, “οι όροι και οι προϋποθέσεις λειτουργίας των εργαστηρίων αισθητικής .... ως και πάσα λεπτομέρεια αφορώσα εις την άσκησιν του επαγγέλματος του αισθητικού καθορίζονται δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως”. Περαι­τέρω κατά το άρθ. 7 παρ. 2 του ιδίου παραπάνω ΝΔ “αισθητικός παραβαίνων ταςδιατάξεις του παρόντος, τιμω­ρείται δια πράξεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών ή του οικείου Νομάρχου, προκειμένου περί των εκτός της περιφερείας τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης Νομών, δια προστίμου 1.000 μέχρι 10.000 δρχ. ή δια διακοπής της λει­τουργίας του εργαστηρίου από 30 ημέρες μέχρι ένα έτος ή δι αμφοτέρων των ποινών τούτων, εν υποτροπή δε, δι οριστικής στερήσεως του δικαιώματος ασκήσεως του αισθητικού”. Τέλος κατά το άρθ. 8 παρ. 1, 2 του ιδίου επίσης ΝΔ “οι έχοντες εν λειτουργία, κατά την δημοσίευσιν του παρόντος, εργαστήρια αισθητικής, υποχρεούνται όπως εντός έξι μηνών απότης δημοσιεύσεως του παρόντος υπο­βάλουν αίτησιν δια την χορήγησιν της εν άρθρω 3 του παρόντος αδείας. Εν περιπτώσει μη υποβολής της εν παρ. 1 του παρόντος άρθ. αιτήσεως μετά πλήρων δικαιολο­γητικών ή μη χορηγήσεως των σχετικών αδειών ελλείψει νομίμων προϋποθέσεων εντός 3μήνου από της λήξεως της προθεσμίας, διατάσσεται δια πράξεως του Υπουργού Κοι­νωνικών Υπηρεσιών ή του οικείου Νομάρχου η διακοπή λειτουργίας αυτών”.

Σε εκτέλεση του προαναφερομένου άρθ. 6 του ΝΔ 361/69 εκδόθηκε η υπ΄αριθμ. ΦΓ4ε//5258/της 20 Μαΐου /17 Ιουνίου 1970απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπη­ρεσιών “περί ρυθμίσεως λεπτομερειών εφαρμογής του υπ' αριθμ. 361/69 ΝΔ περίασκήσεως του επαγγέλματος του αισθητικού”, σύμφωνα με την οποία “για τη λειτουργία εργαστηρίου αισθητικής απαιτείται η λήψη αδείας λειτουρ­γίας, η οποία χορηγείται από τη Διεύθυνση Υγιεινής της οικείας Νομαρχίας...... Στην παραπάνω υπουργική απόφα­ση δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις για τη λειτουργία εργαστηρίου αισθητικής χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, όπως και εσείς επισημαίνετε στο σχετικό έγγραφο σας.

Β. Περαιτέρω κατά το άρθ. 52 του Ν 2519/21.8.97 “από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού η λειτουργία μονάδων αδυνατίσματος, καθώς και διαιτολογικών μονά­δων με οποιαδήποτε μορφή, επιτρέπεται μόνον κατόπιν αδείας που χορηγείται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας”. Σε εκτέλεση του προαναφερόμενου άρθ. του Ν 2519/97 εκδόθηκε η υπ' αριθμ. οικ. 3215/3.6.98 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (που τροπο­ποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. Α5/οικ4564/ 12.8.98 απόφαση του ιδίου υπουργού) στην οποία επί­σης δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, αλλά σε περί­πτωση μη συμμορφώσεως με τις διατάξεις της απόφασης αυτής διατάσσεται η διακοπή λειτουργίας της μονάδος, με απόφαση της οικείας Νομαρχίας, από έξι μήνες μέχρι ένα χρόνο και σε περίπτωση υποτροπής, οριστική διακοπή της λειτουργίας της.

Από τα παραπάνω υπό στοιχ. Α και Β εκτιθέμενα προκύπτει ότι στις περιπτώσεις λειτουργίας εργαστηρίου αισθητικής ή μονάδος αδυνατίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις, αλλά μόνον τέτοιες διοικητικής φύσεως.

Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να σας γνωρίσουμε ότι η άποψη σας, ότι στην περίπτωση λειτουργίας εργαστηρί­ου αισθητικής ή μονάδος αδυνατίσματος χωρίς άδεια, εφό­σον δεν προβλέπονται ποινικές κυρώσεις από τις ειδικές διατάξεις που διέπουν τη λειτουργία των παραπάνω εργα­στηρίων αισθητικής και των μονάδων αδυνατίσματος, έχει εφαρμογή ο ΑΝ 1845της 17/24 Ιουλίου 1939, όπως αντικ. με το άρθ. 1 ΝΔ 1217/72, είναι εσφαλμένη για τους εξής λόγους:

1. Στην Εισηγητική Έκθεση του Ν 2519/97 σχετικά με τις μονάδες αδυνατίσματος και τις διαιτολογικές μονάδες ανα­γράφεται ότι με τις διατάξεις του άρθ. 52 καλύπτεται ένα μεγάλο νομοθετικό κενό σε σχέση με τη λειτουργία των διαφόρωνδιαιτολογικών κέντρων, ινστιτούτων και κάθε μορφής μονάδων και ότι για τη λειτουργία των μονά­δων αυτών ορίζονται για πρώτη φορά συγκεκριμένες προϋ­ποθέσεις και όροι, έτσι ώστε να είναι δυνατή η άσκηση ελέγχου και εποπτείας για την προστασία της υγείας των πολιτών και ότι για πρώτη φορά καθιερώνεται άδεια ίδρυ­σης και λειτουργίας που χορηγείται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. Το νομοθετικό αυτό κενό ήταν αληθι­νό (για τα αληθινά και μη αληθινά κενά βλ. Ν. Χωραφά,Ποινικό Δίκαιο, τόμ. Α', σελ. 61 επ.), διότι ο νομοθέτης του 1939 δεν μπορούσε να προΐδει την ίδρυση και λειτουργία τέτοιων εργαστηρίων αισθητικής και μονάδων αδυνατίσμα­τος. Αφού λοιπόν ο ίδιος ο νομοθέτης παραδέχεται την ύπαρξη αληθινού νομοθετικού κενού και για πρώτη φορά θεσπίζει διοικητικής φύσεως κυρώσεις είναι ανεπίτρεπτο ο ερμηνευτής του δικαίου να θεωρεί στην προκειμένη περίπτωση ότι εφαρμόζονται ποινικές διατάξεις ενός τόσο παλιού νόμου, δηλαδή του ΑΝ 1845/39 Ακομη να σημειωθεί ότι αληθινά κενά του ποινικού νόμου για τη θεμελίωση ή την επαύξηση του αξιοποίνου δεν υπάρχουν. Οταν κάποια πράξη δεν προβλέπεται σε κάποιο ποινικό νόμο, αυτό σημαίνει ότι ο ποινικός νομοθέτης θέλει να είναι ατιμώρητη, από απόψεως ποινικής.

2. Κατά το άρθ. 1 του ΑΝ 1845/39 “διευθυνταί ιδιωτι­κών κλινικών, ιατρείων και εργαστηρίων παραβαίνοντες τας διατάξεις του από 14.12.37 ΒΔ “περί καθορισμού των τύπων παντός είδους ιδιωτικών κλινικών κλπ.” .... ή τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις του νόμου ή διατάγματος τας διεπούσας τη λειτουργίαν ιδιωτικών κλινικών, ιατρείων κ.λ.π. τιμωρούνται διαχρηματικής ποινής δρχ. 5.000 μέχρι 50.000 ή δια προσκαίρου διακοπής της λειτουργίας της κλινικής, του ιατρείου ή του εργαστηρίου ή και δι αμφοτέ­ρων των ποινών τούτων”. Από τη γραμματική ερμηνεία του προαναφερομένου αναγκαστικού νόμου προκύπτει ότι αυτός εφαρμόζεται στις ιδιωτικές κλινικές, δηλαδή τις υγειονομικές μονάδες στις οποίες παρέχονται υπηρεσίες υγεί­ας και νοσηλείας ασθενών, σύμφωνα με τις παραδεδεγμέ­νες σύγχρονες αντιλήψεις και μεθόδους της ιατρικής επι­στήμης (βλ. άρθ. 1 του ΠΔ 247/91), στα ιατρεία και τα εργαστήρια. Ως εργαστήρια ασφαλώς εννοούνται τα εργαστήρια που παρέχουν υπηρεσίες υγείας από ιατρούς, όπως π.χ. τα ακτινολογικά και μικροβιολογικά εργαστήρια ή τα βιοχημικά εργαστήρια (βλ. γι' αυτά το ΒΔ 451/62, όπως τώρα ισχύει) και όχι τα πάσης φύσεως εργαστήρια όπως τα εργαστήρια αισθητικής ή οι μονάδες αδυνατίσμα­τος στα οποία δεν μπορούν να παρέχονται ιατρικές υπηρε­σίες ή να διενεργούνται πράξεις, που έχουν σχέση με την ιατρική (βλ. σχετικώς το άρθ. 5 ΝΔ 361/69 και το άρθ. 8 της υπ' αριθμ. οικ 3215/98 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας).

3. Στο Ποινικό Δίκαιο ισχύει η αρχή της ειδικότητας σύμ­φωνα με την οποία η ειδική διάταξη απωθεί κατά την εφαρ­μογή της τη γενική. Εφόσον λοιπόν στην προκειμένη περί­πτωση οι ειδικές διατάξεις (ήτοι η υπ' αριθ. ΦΓ4ε/5258 της 20.5/17.6.70απόφαση Υπουργού Υγείας Πρόνοιας) για τα κέντρα αδυνατίσματος προβλέπουν διοικητικής φύσεως κυρώσεις σε περίπτωση διαπιστώσεως λειτουργίας εργα­στηρίου αισθητικής ή μονάδος αδυνατίσματος, οι ποινικής φύσεως διατάξεις του γενικότερου νόμου 1845/39 και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι εφαρμόζονται στα εργαστήρια αισθητικής και στις μονάδες αδυνατίσματος, απωθούνται και δεν εφαρμόζονται. Δεν κατανοούμε δε γιατί πρέπει να προβλέπονται οπωσδήποτε ποινικές κυρώσεις στιςπαρα­πάνω περιπτώσεις, αφού ο νομοθέτης έκρινε ότι αρκούν (και πράγματι αρκούν) διοικητικής φύσεως κυρώσεις, που είναι πολύ αυστηρότερες από τις ποινικές του νόμου 1845/39, που είναι χρηματικές ποινές.

4. Τέλος από την αρχή nullem crimen nulla poena sine lege scripta και το άρθ. 7 παρ. 1 του Συντ. 1975 προκύ­πτει ότι μόνο ο νόμος μπορεί να καθορίσει το έγκλημα και την ποινή και ότι αναλογική συμπλήρωση του γράμματος μιας διάταξης που επεκτείνει το αξιόποινο σε βάρος του δράστη απαγορεύεται (βλ. σχετικώς Ι. Μανωλεδάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, έκδ. 1985, σελ. 22, 53 επ.). Πράγματι απαγορεύεται η αναλογική ερμηνεία για τη θεμελίωση ή την επαύξηση του αξιοποίνου. Γιατί αν η ερμηνεία αυτή επιτρε­πόταν, τότε την έκταση του αξιοποίνου θα την καθόριζε όχι ο νόμος αλλά ο εφαρμοστής του Δικαίου, δηλαδή ο ερμη­νευτής (ή και ο δικαστής). Η αναλογική ερμηνεία, που συνι­στά ακραία μορφή της τελολογικής ερμηνείας, δηλαδή εκείνης που διαπιστώνει την έννοια του νόμου με βάση το κοινωνικά πολύ ουσιαστικό στοιχείο του σκοπού του, δεν είναι παρά δημιουργία νέου δικαίου, που γίνεται όχι με το νόμο, αλλά από τον εφαρμοστή ή το δικαστή κι αυτό είναι αντίθετο με τον κανόνα ότι μόνο ο νόμος καθορίζει το έγκλημα και την ποινή. Η αναλογική ερμηνεία βέβαια απα­γορεύεται, όπως προαναφέρθηκε, μόνο in malam partem, δηλαδή μόνο στη δυσμενή για τον κατηγορούμενο μορφή της και όχι in bonam partem, δηλαδή στην ευνοϊκή γι' αυτόν (βλ. σχετικώς Γ. Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα γενι­κού μέρους, σελ. 89επ.). Έτσι και στην περίπτωση μας η αναλογική εφαρμογή των ποινικών κυρώσεων του Ν 1845/39 στους λειτουργούντες εργαστήρια αισθητικής ή μονάδες αδυνατίσματος είναι ανεπίτρεπτη και αντισυνταγματική, αφού σε τελευταία ανάλυση με αναλογική ερμηνεία θα εδημιουργείτο νέο δίκαιο με βάση το ισχύον σε βάρος του ατό­μου και της ελευθερίας του.

Ενόψει των προαναφερομένων, σε περίπτωση που διαπι­στώνονται από τα αστυνομικά όργανα τέτοιες παραβάσεις, δηλ. λειτουργία εργαστηρίων αισθητικής ή μονάδων αδυ­νατίσματος χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, να αποστέλ­λονται οι σχετικές εκθέσεις και άλλα τυχόν έγγραφα στη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση θεσσαλονίκης, η οποία θα ενερ­γεί τα περαιτέρω νόμιμα, σύμφωνα με τις προαναφερόμε­νες υπουργικές αποφάσεις.

 

Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών θεσσαλονίκης Αργύριος Δημόπουλος